Allée Quo Vadis? – Στο «Μονόκλ»

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

.

.

Χαμένη στο Παρίσι

τη μέρα της πτώσης της Βαστίλης

ανάμεσα σε φλεγόμενους κάδους σκουπιδιών

αλαλάζων πλήθος

κι οπλισμένους στρατιώτες

ψάχνω

εκείνη τη φωτογραφία σου

απ’ το “Portal” του Vladikavkaz

.

.

.

.

Ελληνίδα;

Χαμογέλασες στη σιωπηλή μου κατάφαση

Το Αλφα και το Ωμέγα

Διάλογος βγαλμένος σαν από Μαγυάρικη ταινία

.

.

.

.

.

.

Σε κοίταξα όσο κρατά μια άνω τελεία και μερικά αποσιωπητικά

.

.

.

.

.

Παράξενα ηχούσαν τα γνωστά φωνήεντα με την προφορά της Οσετίας

Κι οι βιβλικές αναφορές σου ακατάληπτες

.

.

.

.

.

Μέχρι που

είδα τα ζωγραφιστά σου γράμματα

στην πόρτα της κατάληψης

Μέχρι που

άκουσα τα σπαρακτικά τραγούδια

του Βόρειου Καυκάσου…

.

.

.

.

Η συνέχεια στο «Μονόκλ», αφού το Allée Quo Vadis? είναι το ποίημα με το οποίο συμμετέχω στο πρώτο ένθετο του τόσο αξιόλογου λογοτεχνικού περιοδικού.

.

Καλή σας ανάγνωση

Το πρώτο ένθετο, στο λογοτεχνικό περιοδικό «Μονόκλ»

Δε θα γράψω παρά μόνο ότι με χαρά συμμετέχω κι εγώ, μαζί με τόσες και τόσους ακόμη εκλεκτούς συνεργάτες στο πρώτο ένθετο του λογοτεχνικού περιοδικού που θα είναι έτοιμο για δημοσίευση στις 14 Σεπτεμβρίου. Εύχομαι από καρδιάς κάθε επιτυχία στον καλό φίλο, ποιητή Αντώνη Τσόκο, που καιρό τώρα ήθελε να κάνει κι αυτό το βήμα.

Το «Μονόκλ» θα το βρείτε εδώ στο Facebook κι εδώ στο διαδίκτυο.

Paul Valéry: Η καλλιτεχνική δημιουργία

«Ο συγγραφεύς είναι ο άνθρωπος ο πιο ακατάλληλος να γνωρίσει αυτό που οι άλλοι το λένε έργο του».

Paul Valéry

.

Όταν βλέπω έξυπνους και μορφωμένους θεωρητικώς, ανθρώπους στα ΜΚΔ κι όχι μόνο, να προσπαθούν να υποδείξουν στους άλλους τι είναι και τι δεν είναι τέχνη, λογοτεχνία, ποίηση κ.ο.κ., και τι θα πρέπει να καταλάβουν απ’ το τάδε βιβλίο ή να αισθανθούν για το δείνα έργο, επιβάλλοντας τους τις απολύτως προσωπικές απόψεις τους και συχνά δυστυχώς με αρκετό σνομπισμό κι απαξίωση, σκέφτομαι, μεταξύ άλλων, όσα έγραψε ο Πρωταγόρας για την αλήθεια και την υποκειμενικότητα και δεν κάνω τον κόπο ν’ ασχοληθώ περαιτέρω. Μια αποστροφή άλλωστε προς τα «πνευματικά αφεντικά», όπως έλεγε κι ο πρόσφατα εκλιπών Ντίνος Χριστιανόπουλος, την έχω κι εγώ. Έτσι σήμερα, αντί άλλου σχολίου, διάλεξα αποσπάσματα απ’ αυτό το σπουδαίο κείμενο που έχει ως θέμα του την πνευματική δημιουργία κι ο νοών νοείτο.

Εισαγωγικά να εξηγήσω μόνο, ότι η ομιλία μ’ αυτό το θέμα δόθηκε σε μια απ’ τις συνεδρίες που έκανε η Φιλοσοφική Γαλλική Εταιρεία κι ακολούθησε συζήτηση στην οποία έλαβε μέρος και ο Λ. Μπρούνσβιγκ με 5-6 άλλους φιλοσόφους. Στο Δελτίο της Εταιρείας δημοσιεύτηκε τόσο η ομιλία όσο κι η συζήτηση. Την εισήγηση έκανε ο Ξαβιέ Λεόν. Εγώ με τη σειρά μου βρήκα το κείμενο στο περιοδικό της “Νέας Εστίας”, Τεύχος 73 και διατήρησα όπως πάντα την πρωτότυπη ορθογραφία καθώς και τις υπάρχουσες υπογραμμίσεις με πλάγια κι έντονα στοιχεία:

«Ένα απ’ τα συνηθέστερα λάθη και τα πιο αξιοσημείωτα που κάνουμε όταν μιλούμε για την τέχνη, είναι ότι θεωρούμε τα έργα σαν οντότητες σαφώς ωρισμένες. Το αποτέλεσμα είναι, ότι ο αισθητικός, θέλοντας ν’ παραστήσει το πώς γεννήθηκε το έργο, νομίζει ότι μπορεί να υψωθεί από το έργο στον τεχνίτη μ’ έναν απευθείας χειρισμό και μ’ έναν τρόπο (επιτρέψατέ μου την έκφραση) γραμμικό. Έτσι, χωρίς να το καταλάβει, απομακρύνεται από το αληθινό και το πραγματικό. Από την αλήθεια, γιατί το έργο δεν πρέπει να το κοιτάμε παρά μέσα σ’ έναν εντελώς καθωρισμένο παρατηρητή, ή και κατά τον παρατηρητή, και ποτέ αυτό καθ’ εαυτό. Από το πραγματικό, επειδή η εκτέλεση η πραγματική του έργου οφείλεται σε αναρίθμητα εσωτερικά επεισόδια ή συμβάντα εξωτερικά, που τ’ αποτελέσματά τους συσσωρεύονται, συναρμολογούνται μέσα στο υλικό του έργου, ώστε μπορεί στο τέλος να καταντήσει, μάλιστα αν πολυδουλεύθηκε το έργο και αν πολλές φορές το ξανάπιασε ο συγγραφεύς στα χέρια του, ένα έργο χωρίς συγγραφέα ορισμένον -ένα έργο που αυτός, που θα μπορούσε να το γράψει χωρίς διακοπή από την αρχή ως το τέλος, χωρίς παραστρατήματα και χωρίς παρεμβάσεις, δεν υπήρξε ποτέ.

Όταν πρόκειται για ζητήματα τέχνης, πρέπει προ πάντων να διακρίνουμε τρεις συντελεστάς: Ένα δημιουργό, ή συγγραφέα, ένα αισθητό αντικείμενο, που είναι το έργο, και ένα παθητικό πρόσωπο, τον αναγνώστη, ή τον θεατή, ή τον ακροατή.

Δεν πρέπει ποτέ να λησμονούμε αυτή την απλή διάκριση, και δεν πρέπει ποτέ να παίρνουμε εκείνο, που εξαρτάται από τον ένα, για κείνο που αναφέρεται στον άλλο. Πρέπει να δυσπιστούμε στις κρίσεις που ασυνείδητα ή σιωπηρά συνθέτουν τις τρεις αυτές έννοιες. Οι κρίσεις αυτές δεν έχουν κανένα νόημα.

Όταν μιλούμε για ένα έργο, δεν πρέπει να λησμονούμε, πως το έργο δεν είναι καθ’ εαυτό παρά ένα πράγμα, του οποίου η ύπαρξη είναι επίσης λανθάνουσα όπως κι ενός δίσκου φωνογράφου, όσο το μηχάνημα δε λειτουργεί.

(…) Καθένας μας γενικά βρίσκεται πολύ μακριά από το σημείο, που η εργασία καμιά φορά τον οδηγεί. Το εργάζομαι μ’ αυτή την έννοια δεν ισοδυναμεί τάχα με το αναγκάζομαι να γίνω διαφορετικός από τον εαυτό μου;… Άλλωστε, όταν ο συγγραφέας ξαναπιάνει το έργο του, η σκέψη του είναι πάντοτε ανακατεμένη με την ανάμνηση των περιστάσεων που έγινε η σύνθεσή του.

Δεν μπορεί να το δει, χωρίς να δει με την ίδια ματιά ένα σύνολο από επεισόδια, από δισταγμούς, κομμάτια που διαγραφήκανε ή που δε γραφήκανε, τεχνάσματα και δολώματα. Μπορεί π.χ. να συμβεί, ώστε μια ιδέα, που μου ήρθε ξαφνικά και κατά σύμπτωση, να πάρει θέση αμέσως στο έργο και να φαίνεται στον αναγνώστη πως μου ήρθε εντελώς φυσικά και αναγκαία,σα να βγήκε χωρίς προσπάθεια μες απ’ αυτά που προηγούνται στο κείμενο.

Είναι, λοιπόν, δύσκολο στο συγγραφέα να νιώσει την εντύπωση που κάνει το σύνολο του έργου σαν αποτέλεσμα απομονωμένο και τελειωμένο. Διέτρεξε όλους τους σταθμούς της δημιουργίας, πέρασε από σταυροδρόμια, εδίστασε μπροστά σε πολλά δίστρατα, ξέρει ότι πολλά κομμάτια του ήρθαν χωρίς να δουλέψει, ότι για άλλα κουράστηκε να τα βρει, βλέπει πόσες εγκαταλείψεις ιδεών έκανε και πόσες άλλες αναπτύχθηκαν απροσδόκητα. Καμιά φορά, η λύση, που εξασφαλίζει την εσωτερική ύπαρξη του έργου, μας έρχεται την ώρα που πρόκειται να το εγκαταλείψουμε, κι έτσι το έργο που πρωτύτερα είχε συλληφθεί, αλλάζει μορφή ολόκληρο, μέσα σε μερικές στιγμές. Το αδύνατο γίνεται κατορθωτό, το εμπόδιο μεταβάλλεται σε μέσο κτλ.

Ας θέσουμε τώρα ένα μοναδικό πρόβλημα, που καμιά φορά τίθεται σ’ ένα συγγραφέα. Από τι μπορεί ο συγγραφεύς να γνωρίσει αν το έργο του είναι τελειωμένο; Είναι μια απόφαση που πρέπει να λάβει.

Και λοιπόν η απόφαση αυτή, που θέτει τέρμα στο έργο, δεν μπορεί παρά να είναι εξωτερική, ξένη από το ίδιο το έργο. Η διάρκεια, οι διαστάσεις που υποδείχθηκαν, ο χρόνος που μας δόθηκε για να παραδώσουμε την εργασία, η ανία, η κόπωση, ή και η αυτάρκεια – ιδού το τι επιβάλλει στο συγγραφέα να σταματήσει την προσπάθειά του. Μα το τελείωμα ενός έργου αληθινά δεν είναι παρά μια εγκατάλειψη, ένα σταμάτημα, σχεδόν πάντοτε τυχαίο μέσα σε μια εξέλιξη που μπορούσε να εξακολουθήσει.

Βλέπουμε, λοιπόν, μ’ αυτά ότι το έργο, σαν κάτι τελειωμένο και με όρια εντελώς ωρισμένα, μπορεί πάντοτε από το μέρος του ο συγγραφεύς, να το βλέπει σαν ένα κουρέλι τυχαία αποσπασμένο από το εσωτερικό του σύνολο, σα μια μορφή ενός διάβα, ενώ παρουσιάζεται στα μάτια του αναγνώστη σαν ακέραιο κατασκεύασμα που δεν εξαρτάται πια από τον καιρό.

(…) Στην αρχή (ενν: ο συγγραφεύς) κοίταζε μόνο μέσα του και μόνο τον εαυτό του· αλλά, μόλις σκεφθεί να κάνει έργο, αρχίζει να λογαριάζει την εξωτερική εντύπωση. Και τίθεται πλέον ένα πρόβλημα συμμόρφωσης. Ασχολείται επίτηδες ή ασυνείδητα με τα υποκείμενα στα οποία θα πρέπει το έργο ν’ ασκήσει μια επίδραση· προσπαθεί να δει αυτούς, στους οποίους αποτείνεται, ενώ αναπαρασταίνει συνάμα τα μέσα που πρέπει να διαθέσει γιαυτή του την ενέργεια (…) Διάλεξα ένα θέμα. Αναπαρασταίνω αόριστα ή καθαρά έναν αναγνώστη. Νιώθω πως διαθέτω μερικά μέσα. Με προκαλούν χίλιες αναμνήσεις, που μπορεί να μου χρησιμεύσουν, χίλια στοιχεία της συγκινητικής ουσίας, για την οποία σας μίλησα… Το έργο που θα κάνω θα είναι ένας συμβιβασμός, ένα τοποθέτημα, μια υπόταξη, λιγότερο ή περισσότερο επιτυχεμένη, των ανεξάρτητων αυτών συνθηκών, αυτών των συνεισφορών κι αυτών των ενεργειών διαφόρων τάξεων. Για τούτο, σχεδόν όλα τα λογοτεχνικά έργα απαιτούν ένα σωρό από προλεγόμενα: εκθέσεις, περιγραφές, προετοιμασίες του αναγνώστη, που έχουν σκοπό: άλλες να ορίσουν τα μέρη και τους κανόνες του έργου, κι άλλες να υποτάξουν τον άγνωστο αναγνώστη στην ευαισθησία του συγγραφέα. Όλ’ αυτά αποτελούν τα αναγκαία αιτήματα, τις συνθήκες, τα δομένα που χρειάζονται, ώστε το καθαυτό έργο να μπορεί ν’ ακουσθεί.

(…) Με λίγα λόγια, κάθε θεωρία για την καλλιτεχνική δημιουργία πρέπει να μη λησμονεί την “ετερογένεια” της ποικιλίας των συνθηκών, που επιβάλλονται στον τεχνίτη και αναγκαία περιπλέκονται μέσα στο έργο του. Η παράδοξη μοίρα του καλλιτέχνη του επιβάλλει να συνδυάζει καθωρισμένα στοιχεία για να επιδράσει σε άτομο ακαθόριστο».

Μετάφραση: Μάρκος Τσιριμώκος

*Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από εδώ.

Νέα κυκλοφορία: «Νυχτερινές προσευχές», ποιητική συλλογή του Ευάγγελου Ρ. Ρουσσάκη

.

Dolore*

Αύριο θα είμαστε άλλοι. Θα μιλάμε λιγότερο. Θα λέμε πιο πολλά. Θα κοιμόμαστε σε φυσιολογικές ώρες. Θα αγαπάμε με λογική και σύνεση. Με το μέτρο των πολλών ανθρώπων. Δεν θα μας στοιχειώνει, που τις νύχτες τα χέρια μας είναι άδεια. Δεν θα περιμένουμε. Δεν θα υπάρχει καμία αναμονή για το μαβί και το γαλάζιο. Όλα θα είναι μονόχρωμα, και πολύχρωμα. Μα όχι σαπφειριά. Θα ξενυχτάμε μόνο τις ημέρες αργίας. Θα πίνουμε ποτά για να ταιριάξουμε με τον κόσμο. Δεν θα μας τρελαίνει τίποτα. Δεν θα πονάμε. Θα κινούμαστε στους δρόμους, σε νορμάλ τέμπο και δίχως τη μουσική στ’ αυτιά μας. Δεν θα παρατηρούμε τις μικρές αλλαγές της άνοιξης. Η θάλασσα θα είναι μόνο ένας τρόπος χαλάρωσης μετά από μια μέρα στη δουλειά. Δεν θα ονειρευόμαστε ξύπνιοι. Δεν θα βλέπουμε ταινίες και δεν θα κλαίμε επειδή η Αλίκη δεν πήγε ποτέ πραγματικά στην ονειροχώρα. Θα ακούμε αδιάφορα τραγούδια, μόνο για να μην μιλήσουμε με τον διπλανό μας. Θα δυσκολευόμαστε πολύ να κλάψουμε. Οι μέρες θα είναι μέρες συνείδησης. Μια ευθεία. Και πάλι ευθεία. Μόνο ευθεία. Ένα φορτίο ανείπωτα γραμμικό. Δεν θα αγαπάμε τις ελλείψεις μας, δεν θα μισούμε που είμαστε μόνοι. Τα βιβλία μας δεν θα μας φέρνουν δάκρυα στα μάτια . Θα γράφουμε αδιάφορα και υλικά. Όλη η μαγεία θα είναι μόνο ένα πρωί ονειροπόλησης. Αύριο θα είμαστε κάποιοι άλλοι. Αλλά θεέ μου, επειδή δεν θα ξημερώσει εκείνο το αύριο, παρακαλώ: γίνεται να μην πονάει τόσο;

Ευάγγελος Ρ. Ρουσσάκης

.

.

*Περιλαμβάνεται στην ποιητική συλλογή «Νυχτερινές Προσευχές», που κυκλοφορεί από τις Πρότυπες Εκδόσεις Πηγή.

Η «Μπάσα Στεριά» της Μόνικας-Λεμονιάς Αβαγιάννη στο «Φως Φανάρι-Niki’s bar»: Παρασκευή 31/7/2020 στις 7 μ.μ.

.

Η πρώτη ποιητική συλλογή της Μόνικας-Λεμονιάς Αβαγιάννη που τιτλοφορείται «Μπάσα Στεριά», παρουσιάζεται αυτή την Παρασκευή, στις 7 μ.μ, στην Ικαρία.

Στο «Φως Φανάρι Niki’s bar» όπου θα γίνει η εκδήλωση, θα λειτουργεί και έκθεση έργων της.

Από καρδιάς της εύχομαι καλή επιτυχία.

«anyone lived in a pretty how town»: Ποίημα του Ε.Ε.Cummings

anyone lived in a pretty how town
(with up so floating many bells down)
spring summer autumn winter
he sang his didn’t he danced his did.

Women and men (both little and small)
cared for anyone not at all
they sowed their isn’t they reaped their same
sun moon stars rain

children guessed (but only a few
and down they forgot as up they grew
autumn winter spring summer)
that noone loved him more by more

when by now and tree by leaf
she laughed his joy she cried his grief
bird by snow and stir by still
anyone’s any was all to her

someones married their everyones
laughed their cryings and did their dance
(sleep wake hope and then) they
said their nevers they slept their dream

stars rain sun moon
(and only the snow can begin to explain
how children are apt to forget to remember
with up so floating many bells down)

one day anyone died i guess
(and noone stooped to kiss his face)
busy folk buried them side by side
little by little and was by was

all by all and deep by deep
and more by more they dream their sleep
noone and anyone earth by april
wish by spirit and if by yes.

Women and men (both dong and ding)
summer autumn winter spring
reaped their sowing and went their came
sun moon stars rain

Edward Estlin Cummings (1894-1962)