Αντώνης Τσόκος: Απ’ την Εμμανουήλ Μπενάκη ως τα μεσάνυχτα

“Μου είναι αδύνατο να απολαύσω το φόβο, μακριά απ’ την ασφάλεια του σπιτιού μου”.

Αντώνης Τσόκος

Περιττό, αλλά θα το γράψω: όταν κυκλοφορεί καινούριο βιβλίο του Αντώνη, το διαβάζω αμέσως. Ξανά και ξανά. Εμμονικά, σα να μη μπορώ να κάνω αλλιώς, σα να μην υπάρχει κάτι πιο επείγον απ’ το να χαθώ στο σύμπαν του…

Κι έπειτα από τόσα χρόνια που περιδιαβαίνω μες τις σκέψεις του, αυτές που υποψιάζομαι ότι τον οδηγούν στο να γράφει ποίηση όταν συζητάω μαζί του, αναγνωρίζω πια ορισμένα μοτίβα. Υπάρχουν ας πούμε συγκεκριμένα νοήματα που μου τραβούν την προσοχή κι εκεί στέκομαι και διερευνώ προθέσεις.

Αυτή τη φορά λοιπόν, με την πρώτη ανάγνωση μπορεί να μου φάνηκε πως ο έρωτας είναι σε πρώτο πλάνο, αλλά δεν είναι ακριβώς έτσι. Φυσικά κι έγραψε πάλι υπέροχα ερωτικά ποιήματα, όμως αυτή η συλλογή είναι για μένα το καλύτερό του βιβλίο και είναι γνωστό δα, πόσο λάτρεψα και τα προηγούμενα.

Δεν χαρακτηρίζεται όμως έτσι ή αλλιώς το τέταρτο αυτό έργο του. Είναι πολλά πράγματα μαζί. Και τον βρήκα, όχι μόνο πιο ώριμο όσον αφορά τα εκφραστικά του μέσα, αλλά και πιο διεισδυτικό, πιο ρηξικέλευθο, πιο ανατρεπτικό από κάθε άλλη φορά. Σαν να έσπασαν οι ρίζες του το τσιμέντο κι απλώθηκαν παντού.

Αλλά πάλι είναι το ίδιο γενναιόδωρος: αφιερώνει τόσα ποιήματα στα σημαντικά πρόσωπα της ζωής του… Κι είναι πολύ όμορφο αυτό.

Ασυναίσθητα, άρχισα στην αρχή να σημειώνω τις πάμπολλες αναφορές του στην όραση, στο βλέμμα, στα μάτια. Κι έπειτα κι άλλες λέξεις στοιχήθηκαν στο σημειωματάριό μου και μετρήθηκαν αριθμητικά. Λέξεις ας πούμε, για μιαν ακόμη αίσθηση: την αφή. Κι έπειτα κι άλλες, κι άλλες… Κι ό,τι νομίζω εγώ ότι ανακάλυψα σ’ αυτές τις ανορθόδοξες ασκήσεις επί χάρτου που περιέργως είχαν κάτι από μαθηματικές εξισώσεις, κάτι από στατιστική ανάλυση, είναι που θα μοιραστώ σήμερα μαζί σας.

Όπως έλεγα άλλωστε πρόσφατα, κι όπως έχω ξαναγράψει, ευτυχώς μόνο υποκειμενική γνώμη μπορούμε να εκφράσουμε για τη λογοτεχνία και την ποίηση. Ευτυχώς, υπογραμμίζω, αλλιώς θα ήταν τόσο βαρετή η ανάγνωση, δε νομίζετε;

Προσέχοντας λοιπόν τον χρόνο και τον τόπο που διαδραματίζονται τα γεγονότα του (κάνω ότι αγνοώ εν μέρει τη συσχέτιση του τίτλου που τόσο θυμίζει τις κοσμολογικές θέσεις του Αινστάιν), είδα ότι γράφει κυρίως για καλοκαίρια (υπάρχουν λέξεις όπως: «τζιτζίκια», «κουνούπια», «ξυλάκι παγωτό», «θάλασσα» και πάλι «θάλασσα», «χταπόδια», «ψάρια») και για φθινόπωρα. Ως το Νοέμβρη φτάνει το πολύ. Και παρά το ότι υπάρχει λίγο ψύχος στο δέρμα κι ελάχιστη βροχή σε κάποια τοπία του, αντιλήφθηκα ποιες είναι κυρίως οι εποχές που τον διακινούν.

Τα ποιήματά του δε, είναι γεμάτα άστρα. Κι είναι στραμμένα σαν τηλεσκόπια στον απέραντο ουρανό, πότε στ’ αεροπλάνα, πότε στα πουλιά και πότε στη σελήνη. “Επιρρεπής στο φως του φεγγαριού / κρυβόταν απ’ τον ήλιο…”

Κι όμως περιγράφει και κάποια μεσημέρια κι απογεύματα. Αλλά είναι τόσες πολλές οι αναφορές του σε κήπους, λουλούδια, γλάστρες, βλαστούς, ρόζους, αγκάθια, δέντρα, καρπούς, σκαθάρια, μυρμήγκια, που σχεδόν τον “βλέπω” να γράφει σ’ ένα τέτοιο φυσικό περιβάλλον, ξυπνώντας από νυχτερινές οινοποσίες, προστατευμένος από μια ευεργετική σκιά.

Οι αστικές διαδρομές του έχουν και πάλι κέντρο την Αθήνα που περιγράφεται λεπτομερώς. Αλλά όταν αναφέρεται σε άλλες πόλεις (Παρίσι) ή χώρες (Μεξικό) το κάνει, σχεδόν χωρίς να χρησιμοποιεί αναγνωρίσιμα γεωγραφικά ορόσημα, αφού προφανώς δεν έχει για ‘κείνον σημασία να κλέψει έτσι τις εντυπώσεις.

Κι όσο για τη θεματολογία του… Παραδομένος στα όνειρα, διαπερνά την «πραγματικότητα» που βρίθει πάντως μικρών και μεγάλων -“γοητευτικών” οπωσδήποτε όμως-, εγκλημάτων, σ’ αυτή την ποιητική συλλογή. Δολοφονίες και διαμελισμοί, κλοπές και πυρκαγιές, εκτελέσεις και αίμα, σε μια νουάρ ατμόσφαιρα τραβούν την προσοχή μου.

“Τ’ αγάλματα φορούν αλεξίσφαιρα γιλέκα…” Ο κίνδυνος παραμονεύει επομένως και “τα μεσάνυχτα / η πόλη διατίθεται σ’ επαναστάτες…”

Κι αναφορές πολλές βρίσκω στη θνητότητα μέσα απ’ τις λέξεις του: «νεκροί», «πεθαμένοι», «θάνατος», «τάφοι», «μνήμα», «πνίγομαι», «πένθος», «οστά», «θάβει», «έμφραγμα του μυοκαρδίου», «απαγχονισμός», «κοιμητήρια» αλλά κι «ένεση», «γιατροί», «νοσοκόμα», «ασθενείς». Ένας άλλος τρόπος ίσως να μετρήσει το χρόνο να είναι αυτός, εξίσου αδίστακτος πάντως μ’ εκείνον των ρολογιών. Γι’ αυτό προσπαθεί να τον ακυρώσει στο «Δύο και μισή». Κι όχι δεν θα σας «μαρτυρήσω» αν το επιτυγχάνει. Θα το μάθετε όταν διαβάσετε το ποίημα.

Που και που, μπαίνει σ’ ένα διάλογο με το Θεό όπως στο ποίημα “Αμήν. Και κάτι ακόμα”, αλλά είναι σαν να υποβόσκει μια αντιπαράθεση μαζί Του, σαν να υπάρχει μια ένσταση στις προσευχές που λογοκρίνεται απ’ τον ίδιο, όπως στο «Μεγάλη Παρασκευή ή Θυσία».

Κι ο έρωτας περιγράφεται σαρκοβόρος ενίοτε εδώ, πάλι όμως φευγαλέος, άπιαστος, σχεδόν ιδανικός, όπως και στα τρία προηγούμενα βιβλία του. Αλλού προκύπτει ματαίωση, αλλού σημειώνονται ελλείψεις κι αλλού δημιουργούνται τραύματα, ανεπανόρθωτες «ζημιές»: «Φαγώθηκε από σκουλήκια το φιλί / Τροφή πουλιών απέγινε…»

Θα μπορούσα να γράψω κι άλλα, ειδικά για κάτι στίχους όπως ο συγκεκριμένος: «συνωστίζομαι μέσα μου με ντροπή / Ζωντανός ή πεθαμένος είμαι εξίσου βαρετός… » αλλά σκέφτομαι ειλικρινά ότι δεν πρέπει να επεκταθώ περαιτέρω. Θέλω ν’ ακούσω τι θα πουν κι οι άνθρωποι που θα τον παρουσιάσουν άλλωστε, όταν με το καλό οργανωθεί αυτή η βραδιά.

Γι’ αυτό θα κλείσω λέγοντας πως βρήκα εκπληκτική τη φωτογραφία της Γεωργίας Τσόκου, στο εξώφυλλο και πως αξίζει να διαβάσετε το βιβλίο, το οποίο κυκλοφορεί όπως και οι προηγούμενες άλλωστε ποιητικές συλλογές του Αντώνη, απ’ τις πολύ καλές εκδόσεις «Γαβριηλίδης».

Αντώνη μου, κάθε επιτυχία σου εύχομαι… Να είσαι καλά.-

Advertisements

Παρουσίαση ποιητικής συλλογής «Άγγιξέ με»: Στο πλευρό του Γιώργου…

Αντώνης Τσόκος, Αικατερίνη Τεμπέλη και Γιάννης Αποστολίδης. Μπροστά, στο κέντρο, η Χρυσούλα Στεφανάκη
(photo credits: Γιάννης Βαρούτης)

Στον πολυχώρο «Αίτιον» έγινε στις 7 Οκτωβρίου η παρουσίαση της πρώτης ποιητικής συλλογής του αγαπημένου μας Φίλου, Γιώργου Τριανταφύλλου, που τιτλοφορείται «Άγγιξέ με» και κυκλοφορεί απ’ την «Άνεμος εκδοτική«.

Μ’ αυτό τον τρόπο μπαίνει ένα ακόμη κομμάτι του παζλ, της υπέροχης περιπέτειας που ξεκίνησε με την ταινία, στη θέση του. Ολοκληρώνεται ας πούμε το όραμα του Γιώργου γι’ αυτό το concept συνολικά.

Οι περισσότερες κι οι περισσότεροι ήμασταν εκεί για το Γιώργο και κάποιες, κάποιοι ίσως για τον εαυτό τους, όπως ειπώθηκε καλοπροαίρετα. Επειδή όλ@ μας έχουμε κέρδος απ’ την ποίηση, υποθέτω.

Γιώργος Τριανταφύλλου (στο κέντρο), Ντίνος Καρύδης και Τριαντάφυλλος Σιδερίδης (photo credits: Γιάννης Βαρούτης)

Συνάδελφοί του, συμφοιτητές/τριες απ’ το Παν/μιο, η καθηγήτριά του Ευανθία Στιβανάκη, τα μέλη του θεατρικού του εργαστηρίου (όπως η κυρία Πηνελόπη Κυρίτση), φίλες/οι, συγγενείς του, η Ξακουστή Χελάκη που μας φωτογραφίζει κατά καιρούς κ.α., για να χαρούμε μαζί του αυτό το σημαντικό βήμα της ζωής του: τη δημοσιοποίηση των ποιημάτων του.

Ήταν υπέροχη βραδιά και καταφέραμε ν’ ανεβάσουμε και τον ποιητή κι αγαπημένο φίλο μας, Αντώνη Τσόκο στο πάνελ των ομιλητών να πει δυο λόγια. Περιμένουμε σύντομα άλλωστε και την έκδοση του δικού του βιβλίου απ’ τις εκδόσεις «Γαβριηλίδης» κι έτσι θα ‘χουμε κι άλλες αφορμές για ν’ ανταμώσουμε.

Η Χρυσούλα Στεφανάκη (εδώ η σελίδα της στο Facebook) ερμήνευσε υπέροχα και μάλιστα a cappella το τραγούδι για το οποίο έγραψα στίχους, το «Άγγιξέ με» δηλαδή, που αποτελεί και το soundtrack της ομότιτλης ταινίας μας κι εγώ έφυγα με τις καλύτερες εντυπώσεις απ’ τη γνωριμία με την τραγουδοποιό και θεατρική συγγραφέα, Ευσταθία, και τον ποιητή Τριαντάφυλλο Σιδερίδη.

Η Ευσταθία έχει γράψει τη μουσική και το κείμενο της παράστασης «Η απολογία της Μαρί Κιουρί» που αξίζει να δούμε (επιστρέφει τον Νοέμβριο στο θέατρο «Σταθμός«) και «Λίκνο» (εκδόσεις «Ιωλκός«) τιτλοφορείται η πρώτη ποιητική συλλογή του Τριαντάφυλλου Σιδερίδη. Ένα αντίτυπό της με «περιμένει» απόψε στη «Λοκομοτίβα».

Ευσταθία και Ντίνος Καρύδης (photo credits: Γιάννης Βαρούτης)

Το ήταν εκεί η στενή μου φίλη Ρεβέκκα Θεοδωροπούλου ήταν σπουδαίο για μένα, όπως και το ότι τόσο μας στήριξε η έτερη αγαπημένη, Ευανθία Σακελλάρη.

Πολύ χάρηκα επίσης που ξαναείδα τον κύριο Ντίνο Καρύδη και τόσα ακόμη ξεχωριστά πρόσωπα απ’ την «Άνεμος εκδοτική» (τον Εμμανουήλ Μαύρο, τη Τζίνα Μιτάκη, τη Βάσω Ζαφειροπούλου, τη Θέκλα Μαντέλη κ.α), αλλά κι αρκετά άτομα απ’ τους συντελεστές της ταινίας «Άγγιξέ με» (τον Γιάννη Αποστολίδη, τη Βούλα Κώστα, τον Πάντη Κούση κ.α.).

Σύντομα θα δημοσιεύσω εδώ και την άποψή μου για το βιβλίο, όσα δηλαδή είπα το βράδυ της Δευτέρας, ώστε να πάρουν μια ιδέα οι άνθρωποι που ήθελαν αλλά δεν μπόρεσαν να παρευρεθούν.

Αικατερίνη Τεμπέλη (photo credits: Γιάννης Βαρούτης)

Γιώργο μου, σου εύχομαι καλή επιτυχία σ’ ό,τι κάνεις και θα περιμένω να βρεθώ κοντά σου κι όταν γράψεις μυθιστόρημα. Σου βάζω ιδέες, γιατί πιστεύω στο ταλέντο σου και ξέρω ότι θα τα καταφέρεις σ’ ό,τι κι αν δοκιμαστείς. Να είσαι καλά.

Παρουσίαση ποιητικής συλλογής Γιώργου Τριανταφύλλου: 7/10/2019 στις 19:30 στον πολυχώρο «Αίτιον»

.

O ποιητής-σκηνοθέτης Γιώργος Τριανταφύλλου
και η Άνεμος εκδοτική σας προσκαλούν στην παρουσίαση
της ποιητικής του συλλογής με τίτλο
«Άγγιξέ με».

Για την ποιητική συλλογή θα μιλήσουν:
Τριαντάφυλλος Σιδερίδης, ποιητής
Αικατερίνη Τεμπέλη, ψυχολόγος, συγγραφέας.

Αποσπάσματα από την ποιητική συλλογή θα ερμηνεύσουν:
Ντίνος Καρύδης, ηθοποιός
Ευσταθία, τραγουδοποιός, θεατρική συγγραφέας.

Σας περιμένουμε την Δευτέρα 7 Οκτωβρίου στις 19:30
στον Πολυχώρο «Αίτιον».
Τζιραίων 8-10, Ακρόπολη.

.

.

.

«Άγγιξέ με»: Κυκλοφορεί τον Οκτώβριο η πρώτη ποιητική συλλογή του Γιώργου Τριανταφύλλου

Απ’ τις εκδόσεις «Άνεμος» πρόκειται να κυκλοφορήσει το επόμενο διάστημα η πρώτη ποιητική συλλογή του Γιώργου Τριανταφύλλου, στενού μου φίλου και σκηνοθέτη της ομότιτλης ταινίας.

Ο Γιώργος είναι ταλαντούχο πλάσμα κι υπέροχος Άνθρωπος. Έχει γράψει ποιήματα που πραγματικά αξίζει να διαβάσετε. Χαίρομαι που κάνει κι αυτό το βήμα και του εύχομαι με όλη μου την καρδιά καλή επιτυχία!

.

Ο Γιώργος Τριανταφύλλου γεννήθηκε στην Αθήνα. Έχει κάνει θεατρικές σπουδές στην φιλοσοφική σχολή Αθηνών (ΕΚΠΑ), παρακολούθησε επιστημονικά συνέδρια και σεμινάρια όπως «Oι τέχνες στο Ελληνικό σχολείο» κ.α. Σπούδασε επίσης σκηνοθεσία στην σχολή «Σταυράκου» και υποκριτική στη δραματική σχολή «Δ. Φωτιάδη».
Έχει εργαστεί σε δημοτικές θεατρικές ομάδες και σε παιδικό θέατρο, έχει δραματοποιήσει αποσπάσματα από λογοτεχνικά βιβλία και το 2012 είχε πρωταγωνιστικό ρόλο και τη σκηνοθετική επιμέλεια του θεατρικού έργου του Furio Borton, «Τα τελευταία Φεγγάρια».
Έχει γράψει, σκηνοθετήσει και πρωταγωνιστήσει σε πολλές μικρού μήκους ταινίες όπως το «Άγγιξέ με» που διακρίθηκε σε αρκετά διεθνή φεστιβάλ κινηματογράφου κι επίσης έχει αρκετές συμμετοχές σε μεγάλου μήκους ταινίες και θεατρικές παραγωγές.

.

.

.

Κυριάκος Μουτίδης: Σωρειτης

“…εγω και το κακο αιμα της πολης…”

Άργησα πολύ ειν’ η αλήθεια να γράψω τις σκέψεις μου γι’ αυτό το βιβλίο, τη δεύτερη δηλαδή ποιητική συλλογή του Κυριάκου Μουτίδη κι ας την είχα στα χέρια μου σχεδόν αμέσως αφότου εκδόθηκε απ’ την «Locotrip» και παρέα μου όλους αυτούς τους μήνες.

Ο μόνος λόγος που συνέβη αυτό, είναι επειδή ισχύει όσον αφορά τη θεματολογία και τις προθέσεις του ό,τι ακριβώς είχα γράψει και για την προηγούμενη (που εξακολουθώ να διαβάζω). Τον απασχολεί δηλαδή η σύγχρονη κενότητα, η αντίσταση στον κομφορμισμό, η ανεπάρκεια της γλώσσας ως όργανο επικοινωνίας κι όλα όσα έγραφα τότε.

Και κάπου σ’ αυτή τη διαπίστωση “χάθηκα” όμορφα, παρατηρώντας λεπτομέρειες και διαφορές στα ποιήματά του, ώστε να μπορέσω να “δω” πιο μακριά απ’ ότι την πρώτη φορά.

Και θα μοιραστώ μαζί σας όσα νομίζω πως ανακάλυψα σ’ αυτό το λαβύρινθο των αινιγμάτων που δημιουργεί ο καταιγισμός των σχεδόν εύθρυπτων, εικόνων του: “η οραση ειναι τρενο / Που περνα απο σταθμους / χωρις πουθενα να σταματά…”. Εκείνος βέβαια προειδοποιεί κάπου: “δεν υπαρχει καθρεφτης / να δεις το μυαλο μου…” Αλλά όποιος γράφει λίγο ή πολύ φανερώνεται.

Κι έτσι χαμογέλασα με στίχους όπως αυτός: “…ουτε ποδοσφαιρο ουτε μπασκετ / τελειως αμπαλος / τι σοι αγορι εισαι συ για;” που μοιάζουν σαν κριτική η οποία τον αφορά και στάθηκα πολύ σ’ άλλους που εικάζω ότι είναι ακόμη πιο αυτοβιογραφικοί κι εκφράζουν μια ψυχική απομόνωση, μια ηθελημένη απόσταση απ’ τον ορίζοντα των γεγονότων που αδιάλειπτα όμως παρατηρεί και κριτικάρει , βάζοντας σε διάφορα σημεία του βιβλίου του, τους πολύχρωμους σελιδοδείκτες μου. Αλλά ας αρχίσω να εξηγώ περισσότερα, αμέσως τώρα.

Στο “Ισαμε… ή ίσταμαι” λοιπόν, για να ξεκινήσουμε απ’ τα πιο απλά, η αρίθμηση ποικίλλει συνεχώς. Χρησιμοποιούνται ακόμη και νότες αντί για ψηφία. Στο “Σωρειτη” απ’ την άλλη, οι αριθμοί εμφανίζονται πλάγια, στη μέση των σελίδων, αλλά υπάρχουν επίσης έντονα στοιχεία σε κάποια ποιήματα, σκιάσεις και λοιπά γραφιστικά παιχνίδια τέλος πάντων λαμβάνουν χώρα. Κυρίως, όμως, βλέπουμε σχέδια για πρώτη φορά.

Κάποια που μοιάζουν εμμονικά να επαναλαμβάνονται με μικρές παραλλαγές (κι εγώ ως γνωστόν εκτιμώ πολύ τις εμμονές) κι άλλα εντελώς διαφορετικά, για τα οποία υπεύθυνος είναι ο ίδιος άνθρωπος : εκείνος που βρίσκεται και πίσω απ’ τους στίχους δηλαδή. Βρήκε έναν τρόπο να εκφράσει ας πούμε, μια ακόμη του πλευρά.

Απ’ την άλλη κυριαρχεί κι εδώ, όπως και στο πρώτο του βιβλίο, η ανάγκη που τον ωθεί να εξαρθρώνει (δική του λέξη δανείζομαι) τη γραμματική, ν’ αναιρεί κάθε κανόνα της γλώσσας. Δεν υπάρχουν πουθενά τόνοι, φράσεις ενώνονται σε μία λέξη, για παράδειγμα: “πληγωνομαιμεσενα”, “μιαςμοντερναςζωηςμαυρης” κ.α., ή δημιουργούνται νέες έννοιες όπως η αγαπημένη μου που αναφέρεται στην “πραγμα-τιποτενικότητα”.

Ο ίδιος ξεκαθαρίζει αρκετά το τοπίο σε σχέση με τον τρόπο που γράφει απ’ την αρχή, όχι με διάθεση αποποίησης ευθυνών βέβαια, αλλά μάλλον μ’ αυστηρότητα και παίρνοντας τις αποστάσεις του απ’ το ποιητικό κατεστημένο, στο “Πραγματα Συζητωντας”:

.

Γραφω… γατι που ξερνα χορταρια

μπαλες χολης, σαλιου και γαστρικων υγρων

Νομιζετε εσεις, οτι εχω χρονο

Να πατησω φρενο

Νασκησω λογισμο

Να καλωπισω τις λεξεις

Οχι… τις φτυνω

τις εμεσω στο χαρτι

δε προλαβαινω

οπως σφηνες με το παπακι

αναμεσα σε τρολευ, φορτηγα, ταξι

εγω και το κακο αιμα της πολης

…κινδυνος -συναγερμος- κινδυνος..

σταματω και σημειωνω στο ποδι

οταν αλλιως δεν γινεται

οταν φουσκωνουν οι φλεβες μου

ρεει ζωη μπροστα μου

να φορας, να ζεις, να φοράς, να πεθαινεις…”

.

Κι είναι εξίσου σαφής και στη “Φορμαλευδη”, όπως και στη “Μουρμουρα” σχετικά με το σπάσιμο κάθε είδους φόρμας:

.

αυτός που μιλησε διαφορετικα

εγκαινιασε τα οπλα κατα της εξουσιας

εκσφενδονιζε φθογγους

ριχνοντας τα τειχη

επινοησε λαγουμια απο ρηματα

που υπονομευσαν τις ακροπολεις

τις φωλιες κάθε ιερατείου…

.

Πέρα απ’ τη φόρμες όμως, περισσότερο φυσικά μ’ απασχόλησαν τα πυκνά του νοήματα. Η δεξαμενή άλγους, απ’ την οποία αντλεί εμπειρίες και καταγράφει την αποσύνθεση, τη ρυπαρότητα, ενίοτε με προσήλωση κι ενίοτε με κούραση και σκεπτικισμό. Κι άλλοτε με διάθεση νοσταλγίας -παρά τις εσωτερικές συγκρούσεις-, καταφεύγει σε απολεσθέντες Παραδείσους τόπων πλήρους ελευθερίας ή και προσώπων που επιζούν στη σκέψη του, διαρκή παρόντα αν κι απόντα:

.

…καμια φορα παω να ξεχασω

τα γονατα σου

ισα καποιες φωτο γραφουν

το προσωπο σου

ξερω οτι δεν ειναι το ιδιο.. εξατμίζεσαι

αλλα τραβας τα μορια μου μαζι σου

στην ατμοσφαιρα

φειντ αουτ; δε νομιζω

σεχω διαρκως μαζι μου…

.

Ξεχώρισα πολλά ποιήματα, επομένως. Ορισμένα, δείχνουν την πίκρα της διάψευσης και την παραδοχή της έλλειψης, που εντόπισα και σε κείνο που αφιερώνεται στον Π. : “ξηλωνες ολοκληρες νυχτες / σωροι οι αιχμηρες πετρες / δεν υπηρξαν ποτε οι συντροφοι / που θα θαβαν όλη την αστυνομια / κατω απο αυτες”. Γι’ αυτό βλέπετε στην ανάρτηση τη “Θιακη”. Αλλά αν κι έχει συνείδηση της πλαστότητας της εποχής και της τρωτότητας των οραμάτων, δεν εγκαταλείπει τον αγώνα παρ’ όλα αυτά:

.

Ξερω οτι ξερεις οτι ποτε δεν

θα σταματησω

να ψαχνω αυτο που μπορει ποτε

να μην βρεθει…

.

Και στον “ΟΝΕΙρΟΠΑΡΜΕΝΟ”, κλείνοντας θαρρείς το μάτι σ’ όσες, όσους τον διαβάζουν με προσοχή, παρεμβάλλει στίχους που υπάρχουν και στο πρώτο του βιβλίο:

.

…οι λεξεις που αιμα παιρνουν

απο την καρδια μου

ξεραινονται απο τους χυμους τους

χωρις αγαπη

αποσαθρωμενα φερτα υλικα γινονται

στην παλιρροια της ιστοριας

και παλι

και παλι

Τα ονοματα μας ολοι θα γραψουμε ή κανένας

Η γλυκια μυρουδια του μπαρουτιου

Λιβανιζει

Το μαλακο βραχο που η ελπιδα μας

Χαραζει…

.

.

Κι εγώ που πρέπει κάποια στιγμή να ολοκληρώσω την ανάρτηση για να συνεχίζω να διαβάζω τα ποιήματά του -ελπίζοντας ότι θα τα ψάξετε κι εσείς, γιατί είναι σπουδαία-, διάλεξα να σας αφήσω αυτό, ως την επόμενη φορά που θα γράψω για τον Κυριάκο. Ο “Σωρείτης” του, κόντρα στο σκοτάδι, μου ‘φερε έστω κι από μια χαραμάδα ουρανού, πολύ φως:

.

ΠΑΤΗΤΟΥΡΑ

εχω περπατησει

εκει που αγαπω

εδω που μισω

περαστικος

σπρωγμενος σε μια μετοικεσια

μακρινη

γυρισα τον κοσμο

και δεν υπηρξα πουθενα

εκει ειμαι που ο πονος μου

σκιάχτρα φτιαχνει

-εμεις που ενωνουμε τα χερια

εμεις που ακουμπαμε, αγκαλιαζομαστε

χορευουμε, ενωνομαστε

παιδιά που αναχωρουν

που το τιποτα τους λεει τιποτα

οσο και να το σαπιζεις

με όλα της αρρωστιας

παιδια που τρεχουν τριγυρω

και μου χαϊδευεις τα μαλλιά και φιλαω

το κοκκινο πανω σου

φωνες ψυθιριστες, παιχνίδια, αγαπη τοσο

παλια ολα οσο

και ο ανθρωπος…

.

.

*Οι φωτογραφίες της ανάρτησης τραβήχτηκαν από μένα. Η πρώτη στην Pοdgorica, στις 21/7/2019, η δεύτερη στην Αθήνα, στις 11/5/2019 και η τρίτη στη «Locomotiva» που και θα βρείτε το βιβλίο, στις 10/5/2019.

.

.,..

«Ένα φιλί» – Κυριάκος Μουτίδης

.

Αυτο το καλοκαιρι με σακατεψε

δεν υπαρχει πια μερος στη γη

να υπαρχω

δεν φιληθηκαμε πριν φυγεις

πριν πηδηξεις

πριν γινεις φλογα

που ερχεται στις γεφυρες

να δειξει τις πληγες στα χερια του

φαντασμα που λιωνει

τις φωτογραφιες

σβηνει τα ονοματα

κρατα τον ματωμενο λαιμο του

και θελει

τωρα

παρα να ζουσε

τον χορό του να βρει

να υπαρξει το αγγιγμα του

-βγαλε με απο το κλουβι…

μου το υποσχεθηκες

.

Κυριάκος Μουτίδης *

.

(*απ’ την ποιητική του συλλογή: «Σωρείτης» που μπορείτε να βρείτε στη «Λοκομοτίβα» και για την οποία σύντομα θα σας γράψω περισσότερα)

.

.