«Κερνάω Μελανή Χολή / Όποιος Θέλει Πίνει» – Χρήστος Μαστέλλος

«Όποιος ακούει το ένστικτό του πεθαίνει

Κι όποιος δεν τ’ ακούει σκοτώνεται«

Λόγω της απουσίας μου το καλοκαίρι απ’ την Αθήνα, έχασα μερικά επεισόδια απ’ τη ζωή ανθρώπων που ξεχωρίζω κι έτσι δεν πήρα είδηση την έκδοση αυτή, του Χρήστου Μαστέλλου. Ήρθε στα χέρια μου όμως, μόλις την Παρασκευή που μας πέρασε και χάρηκα πολύ, γιατί έχω διαβάσει αρκετά ποιήματά του.

Οπωσδήποτε περισσότερα, απ’ όσα θα βρείτε στο βιβλίο. Τόσα ακριβώς, ώστε να ξέρω ότι έχουμε να κάνουμε με έναν άνθρωπο μ’ ιδιαίτερη ικανότητα στο στίχο, θαυμαστή μα την αλήθεια, γι’ αυτό και πολύ μου άρεσαν όσα μελοποιήθηκαν κι έγιναν τραγούδια.

Ο ίδιος βέβαια απ’ την αρχή ξεκαθαρίζει τη σχέση του με την ποίηση και υπογραμμίζει ότι αυτή η συλλογή είναι αποτέλεσμα μιας προσπάθειας να εκφραστεί σε μια δύσκολη περίοδο της ζωής του και τίποτα περισσότερο:

«Μέσα από τον ελεύθερο συνειρμό και το προσωπικό μου παραλήρημα, πρόλαβα να αποτυπώσω ένα ίχνος της ψυχικής μου οδύνης εκείνα τα χρόνια. Ήταν για μένα ζήτημα ζωής και θανάτου, και πάλι καλά που αποφάσισα να πεθάνω αυτός που ήμουν, ώστε να ζήσω ξανά.

(…)Ελπίζω βαθιά, στις επόμενες σελίδες να συναντηθούν άνθρωποι, ακόμα κι αν δεν γνωρίζονται μεταξύ τους, αρκεί το βίωμα να μας κάνει να νιώσουμε πως είμαστε μαζί. Εντέλει, νιώθω ιδιαίτερα τυχερός κι ειλικρινά ευχαριστώ όλες εκείνες κι εκείνους που στην πορεία των χρόνων βρεθήκαμε και με συντρόφευσαν με την αγάπη τους.

Δε θα ξεχάσω ποτέ…»

Ο Χρήστος ως άνθρωπος, πολιτικός επιστήμονας, ενεργό μέλος της ΔΑΛΥΨΥ κι άλλων κινηματικών χώρων, αμφισβητεί μονίμως θεσμούς και θέσφατα και πολύ καλά κάνει. Καταλαβαίνω λοιπόν, γιατί αποποιείται τον τίτλο του «ποιητή» κι όχι μόνο αυτόν, αλλά ελπίζω ότι θα μας επιτρέψει, ορισμέν@ να τον βλέπουμε έτσι. Μερικές αλήθειες δεν γίνεται να μεταποιηθούν.

Διάλεξα λοιπόν ένα ποίημά του για να μοιραστώ σήμερα μαζί σας και σας προτρέπω ν’ αναζητήσετε τη μικρή του συλλογή στη «Λοκομοτίβα» ή στην Κατάληψη «Παπουτσάδικο», όπου ξέρω ότι σίγουρα θα τη βρείτε και να τη διαβάσετε ολόκληρη.

«Μακάρι» γράφει στο τέλος «οι λέξεις να μπορούσαν να χωρέσουν ό,τι κρύβουμε μέσα μας…» και νιώθω τι ακριβώς θέλει να εξηγήσει στο τελευταίο του κείμενο. Κι εύχομαι να μην του λείψει ποτέ εκείνη η λέξη με τα πέντε γράμματα με την οποία ολοκληρώνει τις σκέψεις του.

Χρήστο, να είσαι καλά και να γράφεις. Περιμένω να διαβάσω και τα επόμενα…

.

Η ύπαρξή μου κρέμεται απ’ το κενό

Η καραμέλα του νοήματος άγευστη

Σας βάρυνα άδικα, γι’ αυτό σκέφτομαι

να με τιμωρήσω

.

Αδυνατώ ν’ ανασύρω την αιτία

Πένθος με κυριεύει, κι ο «Χάρος με κερνάει

τσιγάρο»

.

Ο ήλιος βούρκωσε με μαύρο δάκρυ

Σκέπασε τη γη μου με πέπλο ξηρασίας

Τα φράγματα της υπομονής μου έσπασαν

Το φεγγαρόφως πρόδωσε το κλειδωμένο παράθυρο

των εραστών

.

Τα πρόσωπα των αγαπημένων μου σκάλισαν

Μάλλον για να διοχετεύεται καλύτερα η απόγνωση

Ο ηλεκτρισμός του εγκεφάλου μου κλυδωνίζει

την καθημερινότητά τους

Κι οι διαβρωμένοι νευρώνες μου επιφέρουν τζίρο

.

Τα χρώματα της νιότης μου σχηματίζουν

σταυρωμένους

Αστάθμητη η πορεία του ανθρώπου

Χαμένες ζωγραφιές στα συρτάρια της ανάμνησης

Βλέμματα γιατρών που εκπέμπουν ένα κρίμα

Και ο θάλαμος του νοσοκομείου σφυρίζει

εκνευρισμό

«Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΕΝΟΧΛΗΣΕ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ» του Σταύρου Ψυλλάκη: Στο «ΕΜΠΡΟΣ» την Κυριακή 10/11/-2019 στις 19.15 – Είσοδος ελεύθερη

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΕΝΟΧΛΗΣΕ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ (σκηνοθεσία Σταύρος Ψυλλάκης, 52min, 2000). Το ντοκιμαντέρ θα προβληθεί την Κυριακή 10/11/2019, στις 19.15, στο Ελεύθερο Αυτοδιαχειριζόμενο Θέατρο ΕΜΠΡΟΣ (Ρήγα Παλαμήδου 2, Ψυρρή), παρουσία του σκηνοθέτη (απ’ τον οποίο βρήκα και τις πληροφορίες αυτές). Είσοδος Ελεύθερη.

Η προβολή εντάσσεται στο Πενθήμερον ελληνικού & διεθνούς κινηματογράφου (10-14 Νοεμβρίου) που διοργανώνει το δραστήριο Pugnant Film Series.


Περίληψη:
«Αν τη ζωή μας κυκλώνει ο θάνατος, τη διανοητική μας υγεία γυροφέρνει η παραφροσύνη».
Ψυχιατρείο Χανίων. Μια ομάδα ασθενών μας φιλοξενεί στην «Εκκλησία του Δήμου», το χώρο που καθημερινά συναλλάσσονται και συνομιλούν, εκεί που «άλλος ζητάει κατοστάρικο κι άλλος ζητάει λόγο».
Μια άλλη ομάδα, πρώην χρόνιων ασθενών, εκτός Ψυχιατρείου πλέον, βιώνει μια επίπονη διαδικασία κοινωνικής επανένταξης και αποτολμά, ένα ταξίδι στη Δανία.
Η ταινία, μέσα από τον παράλληλο λόγο των δυο ομάδων, προσπαθεί ν΄ ακούσει το λόγο της τρέλας, κάτω από το χαώδες παραλήρημά της, να δει τη δραματική σύγκρουση του ανθρώπου με την τρέλα, στη βαθύτατη απόγνωση και απόλυτη αμφιβολία για κάθε όψη του είναι που εμπεριέχει.

Το πλήρες πρόγραμμα και άλλες πληροφορίες για τις προβολές θα βρείτε στα link:
https://drive.google.com/…/1Z3AKrqjBQTcF8VUH_41l-5gkG…/view…

Blog post —-> https://pugnantfilmseries.blogspot.com/p/10-141110.html

Fcb event —–> https://www.facebook.com/events/984811675217833/

«Καταφυγή» – Τριαντάφυλλος Σιδερίδης

.

ΚΑΤΑΦΥΓΗ

Στη φαντασία πάντα θα πετάμε

χωρίς ανέμους

χωρίς οδηγούς.

Σαν μεθυσμένες φλόγες

σαν ομίχλη χορεύτρια.

Το στόμα μας άχρονο

θα ξεραίνεται

μπροστά σε όσα αφήσαμε.

.

Πότε θολά

πότε μακριά

γαλάζια θα αγναντεύουμε

ξενυχτώντας ανέλπιδα

σε στιγμές απάτητες

-σαν μνήμες

που ξεθώριασαν τελείως.

Και θα χαμογελάμε.

Και θα χαμηλώνουμε.

.

Κοίτα πίσω

σε πόσες μυρωδιές λείψαμε.

Αλλά και πόσες επιθυμίες

μουσκέψαμε στο αργότερα.

Μόνοι συνοδοιπόροι

τα γράμματα

που αρνήθηκαν να γίνουν λέξεις

και τα όνειρα

που παράτησαν το φαγητό τους.

.

Τριαντάφυλλος Σιδερίδης

(απ’ την ποιητική συλλογή «Λίκνο» – Εκδόσεις «Ιωλκός»)

.

Ο Τριαντάφυλλος Σιδερίδης αποφοίτησε από το Τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης και στη συνέχεια προχώρησε σε μεταπτυχιακές σπουδές στο τμήμα Βαλκανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Σπούδασε στην Ανώτερη Δραματική Σχολή Βασίλης Διαμαντόπουλος. Την περίοδο αυτήν είναι φοιτητής στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Δραστηριοποιείται σ’ όλο το φάσμα του θεάτρου∙ από την υποκριτική και τη σκηνοθεσία μέχρι τη συγγραφή και την έρευνα. Έχει τιμηθεί με έπαινο από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών για τα ποιήματα Δικαίωμα και Κατ’ επίφαση.

O «ΣΩΡΕΙΤΗΣ» του Κυριάκου Μουτίδη στην «Ευτοπική Βιβλιοθήκη»: 3 Νοέμβρη στις 7.00 μ.μ.

Για το «Άγγιξέ με», του Γιώργου Τριανταφύλλου: Η ποίησή του μέσα απ’ τα μάτια μου…

Για τα αγγίγματα που αφήνουν πληγές

Για όλους όσους ακόμα δεν αγγίξαμε

και για τα βαθιά αγγίγματα που ζουν κάτω απ’ το δέρμα μας

Γιώργος Τριανταφύλλου

Photo credits: Ιωάννης Βαρούτης

Έχω πει και γράψει στο παρελθόν ότι τα ποιήματα δεν πρέπει να εξηγούνται…

Επειδή το να εξηγείς εκτεταμένα ένα ποίημα, είναι ένα είδος νοερής ταφής. Σαν να του βάζεις μια ετικέτα, να το ‘στριμώχνεις’ σ’ ένα κουτί, να το ‘τακτοποιείς’ σ’ ένα ράφι και να μην μπορεί να είναι πια κάτι άλλο, παρά μόνο αυτό που εσύ όρισες. Τα ποιήματα χρειάζονται αναπνοές.. Ακριβώς όπως κι οι άνθρωποι. Καινούρια βλέμματα να τα ντύνουν με προσδοκίες, απορίες, αμηχανία ίσως, αλλά και πιθανότητες. Να μην είναι μονοσήμαντα, αλλά να μετασχηματίζονται και ν’ αλλάζουν. Να σκύβουν πάνω τους χαμογελαστά πρόσωπα, σκυθρωπά, θυμωμένα, μπερδεμένα, γαλήνια και να βρίσκουν μέσα τους κάτι διαφορετικό.. Ή και κάτι ίδιο. Κανείς όμως να μην έχει απόλυτα δίκιο και κανείς να μην έχει απόλυτα άδικο, ως προς το τι είναι ένα ποίημα..

Κι έτσι σήμερα εδώ*, αυτό που θα κάνω, δεν είναι λοιπόν μια ανατομία των ποιημάτων του Γιώργου Τριανταφύλλου. Απλώς θα μοιραστώ μαζί σας σκέψεις που μου γέννησε η ανάγνωσή τους. Δεν μου πάνε, γενικά οι βεβαιότητες. Τις βρίσκω αν θέλετε, εξαιρετικά αλαζονικές.

Η ματιά μας άλλωστε τόσο στη λογοτεχνία όσο και στην ποίηση ευτυχώς, είναι προσωπική.

Αυτό που πρόσεξα λοιπόν στα ποιήματά του “Άγγιξέ με” ήταν αρχικά οι εικόνες τους. Εικόνες με χρώμα και ήχο. Έντονες. Δεν είναι βότσαλα που πέφτουν απαλά σε ήσυχη λίμνη δημιουργώντας ομόκεντρους κύκλους. Έχουν εκρηκτικότητα. Κι υποβλητικότητα. Ο τρόπος που χρησιμοποιεί τα επίθετα άλλωστε ο δημιουργός τους, για να υπογραμμίσει ή και να προσδιορίσει ποιότητες κι η συμπύκνωση των νοημάτων του, συνδράμουν στο σκοπό του. Έτσι μας κάνει να παρατηρήσουμε έναν “ξερακιανό άνεμο”, μια “ιερόδουλη ευτυχία”, ορισμένες “ασυγύριστες έξεις”, κάποιο “αδέσποτο ψέλλισμα”, μεταξύ άλλων.

Όσον αφορά το χρόνο του ορίζοντα των γεγονότων του τώρα, πρόσεξα ότι είναι σύγχρονος ως επί το πλείστον με μικρά φλας μπακ στο αναμνησιακό παρελθόν, μιας όχι ωστόσο εξιδανικευμένης, παιδικής ηλικίας. Κι όσο για το χώρο, τον σκηνοθετεί πάντα με θεατρικότητα, είτε μας μεταφέρει σε κλειστοφοβικά δωμάτια, είτε σε πολυσύχναστα μπαρ, είτε σε κάποιες γειτονιές της Αθήνας ή πόλεις σαν τη Βιέννη, με αποκορύφωμα φυσικά το ποίημά του, “Παστορέλα”.

Τα θέματά του ποικίλλουν επίσης. Είναι φανερή η κοινωνική του ενημερότητα κι η πολιτική του θέση. Τα μικρά και μεγάλα δράματα που συντελούνται καθημερινά γύρω μας, στη θάλασσα όσον αφορά το προσφυγικό αλλά και στη στεριά με το πλήθος των αστέγων και των ολοένα περισσότερο φτωχοποιημένων και περιθωριοποιημένων συνανθρώπων μας, δεν τον αφήνουν αδιάφορο. Ο σεξισμός, ο φασισμός, ο ρατσισμός, η ομοφοβία κι άλλα σύγχρονα φαινόμενα καταγράφονται απ’ την πένα του και στηλιτεύονται. Κι είναι πότε τα απορρίμματα του καπιταλισμού στην “Γκρίζα Βίλλα” και πότε η διάψευση των οραμάτων στο “Συναξάρι”, που μας κάνουν ν’ αναρωτηθούμε για τον τρόπο που βλέπει το μέλλον.

Αλλά φαίνεται πως την ελπίδα του την εναποθέτει σε κείνα τα παιδιά που είναι “ξυπνητήρια μες τη λάσπη και καρφιά στους καναπέδες μας” όπως γράφει στο ποίημα “Θέατρο Εμπρός”. Κι ευτυχώς υπάρχουν τέτοια…

Όταν δεν ασχολείται με τα κακώς κείμενα του κοινωνικοπολιτικού μας γίγνεσθαι, φλερτάρει πότε με ενοχή και πότε με αυταπάρνηση. Και μου θυμίζουν όσα καταθέτει στην “Απιστία”, στο “Άγγιξέ με”, στη “Μεταβίβαση” και στο “Ανθή”, εκείνη τη φράση του Λουίς Θερνούδα : “Αλήθεια είναι, πως η ποίηση γράφεται και με το κορμί”.

Κι η σχεδόν σωματική ποίησή του (μια καταγραφή βιωμάτων), με τις σουρεαλιστικές και εξπρεσιονιστικές επιρροές, βρίθει διαψεύσεων, ματαιώσεων, απωλειών. Κι όταν διαβάζω τον αγαπημένο του Ρολάν Μπαρτ που έγραψε: “Έτσι είναι φτιαγμένη η ζωή: από μια σειρά μικρές μοναξιές” είναι λες και βλέπω σ’ αυτή τη φράση τον άνθρωπο προς τιμήν του οποίου είμαστε εδώ σήμερα.

Είναι έκδηλος ο σπαραγμός του στα αυτοβιογραφικά ποιήματα όπως το “Σκάκι” και τα “Λευκά Αιμοσφαίρια” όπου ψηλαφεί τη θνητότητα, αλλά καταγράφω και τη δύναμή του στο “Άγγιξέ με ξανά” και σε κείνους τους στίχους που πιστοποιούν ότι είναι διαρκώς ετοιμοπόλεμος:

Γεμίστε τα ποτήρια με κονιάκ/ όχι για τον νικητή αλλά για τον παίχτη…

Παίζει λοιπόν μονίμως με τις πιθανότητες, σαρκάζει, αποδομεί και με πικρό χιούμορ εγκαλεί όταν χρειάζεται ακόμη και τους πιο ..υψηλά ιστάμενους, όπως στην “Προχειροδουλειά

Και παρά την παραδοχή μιας, ενίοτε, έλλειψης ισχύος δεν παραδίνεται. Ο “Βυσσινόκηπος” του ανθίζει και μαζί του κι εμείς:

οι ρίζες μας” γράφει “να σπάνε το πάτωμα / και τα αγκάθια μας / να προστατεύουν την ομορφιά…” προτρέπει. Λαμπερά αγκάθια αυτά, μα την αλήθεια…

Κι έτσι τον πιστεύουμε κι ελπίζουμε ότι θα νιώσουμε την ευτυχία, όπως εκείνος περιγράφει τη σκηνή στο ποίημα “Αναφορά στην Τέχνη”:

Μα να, ακούμε την ευτυχία να έρχεται

με τραγούδια και γέλια.

Την ακούμε απ’ το κομμένο αυτί του Βαν Γκογκ…

Εγώ την ακούω. Εσείς;

.

Αικατερίνη Τεμπέλη

.

*Το κείμενο αυτό διαβάστηκε στις 7/10/2019, στη διάρκεια της παρουσίασης της πρώτης ποιητικής συλλογής του Γιώργου Τριανταφύλλου, στο «Αίτιον».

.

Αντώνης Τσόκος: Απ’ την Εμμανουήλ Μπενάκη ως τα μεσάνυχτα

“Μου είναι αδύνατο να απολαύσω το φόβο, μακριά απ’ την ασφάλεια του σπιτιού μου”.

Αντώνης Τσόκος

Περιττό, αλλά θα το γράψω: όταν κυκλοφορεί καινούριο βιβλίο του Αντώνη, το διαβάζω αμέσως. Ξανά και ξανά. Εμμονικά, σα να μη μπορώ να κάνω αλλιώς, σα να μην υπάρχει κάτι πιο επείγον απ’ το να χαθώ στο σύμπαν του…

Κι έπειτα από τόσα χρόνια που περιδιαβαίνω μες τις σκέψεις του, αυτές που υποψιάζομαι ότι τον οδηγούν στο να γράφει ποίηση όταν συζητάω μαζί του, αναγνωρίζω πια ορισμένα μοτίβα. Υπάρχουν ας πούμε συγκεκριμένα νοήματα που μου τραβούν την προσοχή κι εκεί στέκομαι και διερευνώ προθέσεις.

Αυτή τη φορά λοιπόν, με την πρώτη ανάγνωση μπορεί να μου φάνηκε πως ο έρωτας είναι σε πρώτο πλάνο, αλλά δεν είναι ακριβώς έτσι. Φυσικά κι έγραψε πάλι υπέροχα ερωτικά ποιήματα, όμως αυτή η συλλογή είναι για μένα το καλύτερό του βιβλίο και είναι γνωστό δα, πόσο λάτρεψα και τα προηγούμενα.

Δεν χαρακτηρίζεται όμως έτσι ή αλλιώς το τέταρτο αυτό έργο του. Είναι πολλά πράγματα μαζί. Και τον βρήκα, όχι μόνο πιο ώριμο όσον αφορά τα εκφραστικά του μέσα, αλλά και πιο διεισδυτικό, πιο ρηξικέλευθο, πιο ανατρεπτικό από κάθε άλλη φορά. Σαν να έσπασαν οι ρίζες του το τσιμέντο κι απλώθηκαν παντού.

Αλλά πάλι είναι το ίδιο γενναιόδωρος: αφιερώνει τόσα ποιήματα στα σημαντικά πρόσωπα της ζωής του… Κι είναι πολύ όμορφο αυτό.

Ασυναίσθητα, άρχισα στην αρχή να σημειώνω τις πάμπολλες αναφορές του στην όραση, στο βλέμμα, στα μάτια. Κι έπειτα κι άλλες λέξεις στοιχήθηκαν στο σημειωματάριό μου και μετρήθηκαν αριθμητικά. Λέξεις ας πούμε, για μιαν ακόμη αίσθηση: την αφή. Κι έπειτα κι άλλες, κι άλλες… Κι ό,τι νομίζω εγώ ότι ανακάλυψα σ’ αυτές τις ανορθόδοξες ασκήσεις επί χάρτου που περιέργως είχαν κάτι από μαθηματικές εξισώσεις, κάτι από στατιστική ανάλυση, είναι που θα μοιραστώ σήμερα μαζί σας.

Όπως έλεγα άλλωστε πρόσφατα, κι όπως έχω ξαναγράψει, ευτυχώς μόνο υποκειμενική γνώμη μπορούμε να εκφράσουμε για τη λογοτεχνία και την ποίηση. Ευτυχώς, υπογραμμίζω, αλλιώς θα ήταν τόσο βαρετή η ανάγνωση, δε νομίζετε;

Προσέχοντας λοιπόν τον χρόνο και τον τόπο που διαδραματίζονται τα γεγονότα του (κάνω ότι αγνοώ εν μέρει τη συσχέτιση του τίτλου που τόσο θυμίζει τις κοσμολογικές θέσεις του Αϊνστάιν), είδα ότι γράφει κυρίως για καλοκαίρια (υπάρχουν λέξεις όπως: «τζιτζίκια», «κουνούπια», «ξυλάκι παγωτό», «θάλασσα» και πάλι «θάλασσα», «χταπόδια», «ψάρια») και για φθινόπωρα. Ως το Νοέμβρη φτάνει το πολύ. Και παρά το ότι υπάρχει λίγο ψύχος στο δέρμα κι ελάχιστη βροχή σε κάποια τοπία του, αντιλήφθηκα ποιες είναι κυρίως οι εποχές που τον διακινούν.

Τα ποιήματά του δε, είναι γεμάτα άστρα. Κι είναι στραμμένα σαν τηλεσκόπια στον απέραντο ουρανό, πότε στ’ αεροπλάνα, πότε στα πουλιά και πότε στη σελήνη. “Επιρρεπής στο φως του φεγγαριού / κρυβόταν απ’ τον ήλιο…”

Κι όμως περιγράφει και κάποια μεσημέρια κι απογεύματα. Αλλά είναι τόσες πολλές οι αναφορές του σε κήπους, λουλούδια, γλάστρες, βλαστούς, ρόζους, αγκάθια, δέντρα, καρπούς, σκαθάρια, μυρμήγκια, που σχεδόν τον “βλέπω” να γράφει σ’ ένα τέτοιο φυσικό περιβάλλον, ξυπνώντας από νυχτερινές οινοποσίες, προστατευμένος από μια ευεργετική σκιά.

Οι αστικές διαδρομές του έχουν και πάλι κέντρο την Αθήνα που περιγράφεται λεπτομερώς. Αλλά όταν αναφέρεται σε άλλες πόλεις (Παρίσι) ή χώρες (Μεξικό) το κάνει, σχεδόν χωρίς να χρησιμοποιεί αναγνωρίσιμα γεωγραφικά ορόσημα, αφού προφανώς δεν έχει για ‘κείνον σημασία να κλέψει έτσι τις εντυπώσεις.

Κι όσο για τη θεματολογία του… Παραδομένος στα όνειρα, διαπερνά την «πραγματικότητα» που βρίθει πάντως μικρών και μεγάλων -“γοητευτικών” οπωσδήποτε όμως-, εγκλημάτων, σ’ αυτή την ποιητική συλλογή. Δολοφονίες και διαμελισμοί, κλοπές και πυρκαγιές, εκτελέσεις και αίμα, σε μια νουάρ ατμόσφαιρα τραβούν την προσοχή μου.

“Τ’ αγάλματα φορούν αλεξίσφαιρα γιλέκα…” Ο κίνδυνος παραμονεύει επομένως και “τα μεσάνυχτα / η πόλη διατίθεται σ’ επαναστάτες…”

Κι αναφορές πολλές βρίσκω στη θνητότητα μέσα απ’ τις λέξεις του: «νεκροί», «πεθαμένοι», «θάνατος», «τάφοι», «μνήμα», «πνίγομαι», «πένθος», «οστά», «θάβει», «έμφραγμα του μυοκαρδίου», «απαγχονισμός», «κοιμητήρια» αλλά κι «ένεση», «γιατροί», «νοσοκόμα», «ασθενείς». Ένας άλλος τρόπος ίσως να μετρήσει το χρόνο να είναι αυτός, εξίσου αδίστακτος πάντως μ’ εκείνον των ρολογιών. Γι’ αυτό προσπαθεί να τον ακυρώσει στο «Δύο και μισή». Κι όχι δεν θα σας «μαρτυρήσω» αν το επιτυγχάνει. Θα το μάθετε όταν διαβάσετε το ποίημα.

Που και που, μπαίνει σ’ ένα διάλογο με το Θεό όπως στο ποίημα “Αμήν. Και κάτι ακόμα”, αλλά είναι σαν να υποβόσκει μια αντιπαράθεση μαζί Του, σαν να υπάρχει μια ένσταση στις προσευχές που λογοκρίνεται απ’ τον ίδιο, όπως στο «Μεγάλη Παρασκευή ή Θυσία».

Κι ο έρωτας περιγράφεται σαρκοβόρος ενίοτε εδώ, πάλι όμως φευγαλέος, άπιαστος, σχεδόν ιδανικός, όπως και στα τρία προηγούμενα βιβλία του. Αλλού προκύπτει ματαίωση, αλλού σημειώνονται ελλείψεις κι αλλού δημιουργούνται τραύματα, ανεπανόρθωτες «ζημιές»: «Φαγώθηκε από σκουλήκια το φιλί / Τροφή πουλιών απέγινε…»

Θα μπορούσα να γράψω κι άλλα, ειδικά για κάτι στίχους όπως ο συγκεκριμένος: «συνωστίζομαι μέσα μου με ντροπή / Ζωντανός ή πεθαμένος είμαι εξίσου βαρετός… » αλλά σκέφτομαι ειλικρινά ότι δεν πρέπει να επεκταθώ περαιτέρω. Θέλω ν’ ακούσω τι θα πουν κι οι άνθρωποι που θα τον παρουσιάσουν άλλωστε, όταν με το καλό οργανωθεί αυτή η βραδιά.

Γι’ αυτό θα κλείσω λέγοντας πως βρήκα εκπληκτική τη φωτογραφία της Γεωργίας Τσόκου, στο εξώφυλλο και πως αξίζει να διαβάσετε το βιβλίο, το οποίο κυκλοφορεί όπως και οι προηγούμενες άλλωστε ποιητικές συλλογές του Αντώνη, απ’ τις πολύ καλές εκδόσεις «Γαβριηλίδης«. Εδώ θα βρείτε και τη σελίδα του στο Facebοοκ.

Αντώνη μου, κάθε επιτυχία σου εύχομαι… Να είσαι καλά.-