ΓΙΑ ΤΑ ΔΥΟ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ ‘Ψ’ ΣΤΗΝ «ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΚΑΤΕΙΛΗΜΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΩΝ»

Η παρέμβαση της Πρωτοβουλίας ‘Ψ’ στα Προσφυγικά και η συνάντηση (και συνεργασία της) με την «Κοινότητα των Κατειλημμένων Προσφυγικών» πρόκυψε πριν δυο χρόνια, σε μια περίοδο που υπήρχε, από την Πρωτοβουλία, μια αναζήτηση τόπου, τρόπου, ευκαιρίας για ένα έμπρακτο (και όχι «στα λόγια»), στοχευμένο εγχείρημα στη βάση των ιδεών και των προσεγγίσεων για τις οποίες μάχεται η Πρωτοβουλία, για μια «άλλη ψυχιατρική», όπου στο κέντρο της προσοχής μας είναι ο άνθρωπος που πάσχει και οι ανάγκες του ως υποκειμένου και όχι μια αρρώστια ως αφηρημένη οντότητα, ούτε, φυσικά, ο κοινωνικός της έλεγχος και η καταστολή.

Ένα «τυχαίο γεγονός», μια δυσκολία που πρόκυψε στην διαχείριση/αντιμετώπιση ενός προβλήματος ψυχικής υγείας κατοίκου της κοινότητας, έφερε σε μια πρώτη επαφή μέλη της Πρωτοβουλίας με την «κοινότητα» και αποτέλεσε την εκλυτική αφορμή, μέσα από τις πολύπλοκες διαστάσεις του προβλήματος αυτού, στις οποίες το σύστημα των υπηρεσιών δεν έδινε και όπως πάντα αδυνατούσε να δώσει τις δέουσες απαντήσεις, να ξεκινήσει αυτή η συνεργασία και η συμπόρευση της Πρωτοβουλίας ‘Ψ’ με την «Κοινότητα των Προσφυγικών».

Όπως τονίζαμε από την αρχή, στόχος της παρέμβασης αυτής δεν ήταν ούτε μια φιλανθρωπικού χαρακτήρα ενέργεια, ούτε η υποκατάσταση του συστήματος των υπηρεσιών, αλλά η αλληλεγγύη και η κοινή αγωνιστική συμπόρευση, η έμπρακτη εφαρμογή των κοινοτικά βασισμένων πρακτικών στην ψυχική υγεία σε συνδυασμό με την απαίτηση και διεκδίκηση για ουσιαστικές θεραπευτικές απαντήσεις από τις υπηρεσίες του συστήματος (αν και όταν αυτές καθίστανται αναγκαίες) χωρίς καμιά καταστολή ή απόρριψη/εγκατάλειψη και με πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων των ατόμων που προσφεύγουν σ΄ αυτό για την όποια βοήθεια. Με την εγκαθίδρυση θεραπευτικών σχέσεων στην κατεύθυνση της αποδόμησης του αποστειρωμένου ρόλου του «ειδικού», προς μια σχέση που στοχεύει στην ισότιμη επικοινωνία και αλληλεπίδραση. Και με βασική παράμετρο της όλης παρέμβασής μας την ανάδειξη της κοινωνικής ρίζας του όποιου προβλήματος ψυχικής υγείας, της οδύνης και του κοινωνικού αποκλεισμού που βιώνουν πολλά από τα άτομα που κατοικούν εκεί (όπως πολλοί και πολλές παντού, μέσα σ΄ όλη την κοινωνία).

Ανάμεσα στους περίπου 370 κατοίκους των Προσφυγικών, μεταξύ των οποίων 47 παιδιά, είναι πολλοί/ες πρόσφυγες/ισες, άλλοι «αιτούντες άσυλο», άλλοι με, και άλλοι χωρίς, «χαρτιά», άλλοι/ες με, και άλλοι/ες χωρίς, ψυχολογικά προβλήματα, μόνοι, μόνες, οικογένειες με παιδιά, όλες και όλοι με πολυπλόκαμες διαδρομές φυγής από πολέμους, πολιτικούς διωγμούς και οικονομική εξαθλίωση, σε αναζήτηση μιας ζωής με στοιχειώδη ασφάλεια. Σ΄ έναν τόπο όπου, όπως παντού στην Ευρώπη, η απάντηση στην οδύνη του πρόσφυγα κυμαίνεται από τον στρατοπεδικό εγκλεισμό και την αστεγία (και συχνά, όλο και πιο πολύ και πιο σχεδιασμένα, την δουλεμπορική εκμετάλλευση) μέχρι την επαναπροώθηση και τους πνιγμούς.

Είναι και πολλοί/ές γηγενείς, άστεγοι, με προβλήματα, ενίοτε πολύ σοβαρά, ψυχικής υγείας, τοξικοεξαρτημένοι, ως επί το πλείστον ενταγμένοι σε προγράμματα απεξάρτησης – με την γραμμή της «κοινότητας» να είναι σαφώς ενάντια στη χρήση και την όποιας μορφής διακίνηση ναρκωτικών.

Αυτό που έγινε αντιληπτό στην διάρκεια της συμπόρευσης, με όποιο τρόπο μπορούσε αυτή να λάβει έμπρακτη μορφή, ιδιαίτερα μέσω της συνεργασίας στην παροχή της δέουσας φροντίδας των ατόμων με τις πιο πολύπλοκες ανάγκες, είναι ότι όλα αυτά τα άτομα, τα κοινωνικά στρώματα, που η κυρίαρχη κοινωνική οργάνωση έχει ωθήσει στο χώρο του κοινωνικού αποκλεισμού και της υπαρξιακής εκμηδένισης, έβρισκαν (και βρίσκουν) σ΄ αυτή την κοινότητα, την στέγη/κατοικία που δεν είχαν, το φαγητό και τα ρούχα που πουθενά δεν τους προσφέρονται, τη στήριξη για την πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας, καθώς και σε νομική βοήθεια (πχ, για τους αιτούντες άσυλο και άλλα), την μέριμνα για την πρόσβαση όλων των παιδιών (ντόπιων και προσφυγόπουλων) στο σχολείο (με ταυτόχρονη την λειτουργία παιδικού στεκιού, σχεδόν καθημερινής ενισχυτικής διδασκαλίας και δραστηριοτήτων δημιουργικής απασχόλησης μέσα στην κοινότητα) και, φυσικά, τη «ζεστασιά», πέρα από αυτή του σπιτιού, κυρίως της κοινωνικής πλαισίωσης, της σχέσης, της στήριξης. Δύσκολα θα βρει κανείς, σήμερα, «γειτονιά», με γείτονες (ή και συγκάτοικους) «φροντιστές» ατόμων που έχουν ανάγκη, πχ, για τη σωστή λήψη μιας φαρμακευτικής αγωγής και συνοδούς, στο βαθμό του δυνατού, στην αναζήτηση λύσεων σε διάφορα προβλήματα από τις όποιες (όλο και πιο δύσκολα προσβάσιμες, για τους πιο φτωχούς, όλο και πιο γραφειοκρατικές και απορριπτικές) υπηρεσίες, υγειονομικές, κοινωνικές κλπ. Κι΄ όμως, για πολλά από τα άτομα με τα οποία ήλθαμε σε επαφή, το όποιο θεραπευτικό πλάνο δεν θα είχε αποτέλεσμα χωρίς την ενεργό συμμετοχή στην υλοποίησή του μελών της «κοινότητας». Με όλους τους περιορισμούς και τις δυσκολίες που μπορεί να είχε το κάθε αλληλέγγυο μέλος της «κοινότητας» λόγω ωραρίων και συνθηκών εργασίας, οικογενειακών προβλημάτων, κινηματικών υποχρεώσεων κλπ.

Όπως προαναφέρθηκε, η στόχευση των μελών της Πρωτοβουλίας δεν ήταν στη λογική της μονοσήμαντης προσέγγισης της, όποιας μορφής και έκφρασης, ψυχικής οδύνης ως ενός δυσλειτουργούντος ψυχολογικού, ή νευροχημικού εαυτού, αλλά στην διαλεκτική της κοινωνικής ρίζας του όποιου προβλήματος με ένα κοινωνικό υποκείμενο που είχε διαχρονικά βιώσει την διαδοχική απόρριψη. Είτε στη ζωή του, και μετά στην αναγκαστική φυγή του από τη χώρα προέλευσης, με αποκορύφωμα της τραυματικής εμπειρίας, εδώ, τον στρατοπεδικό εγκλεισμό και την επικρεμάμενη επαναπροώθηση. Είτε, για τους ντόπιους, στη διαδρομή του μέσα από τη φτώχεια, τα οικογενειακά αδιέξοδα, την κοινωνική εγκατάλειψη, μέσα σε μια κοινωνική οργάνωση που αφήνει χώρο για όλο και πιο λίγους, έτσι ώστε να ωθείται να ζει κανείς, στην ίδια του τη χώρα, σαν «μετανάστης», μακριά από την όποια δυνατότητα μιας ζωής με στοιχειώδη αξιοπρέπεια, ή σαν «πρόσφυγας» από μια καταπιεστική και αβίωτη κανονικότητα.

Γι΄ αυτό, στο βαθμό που αντιμετωπίζουμε την ψυχική οδύνη του πάσχοντος υποκειμένου πρωτίστως ως το «βίωμα ενός ανθρώπου» – ενός «ανθρώπου που πονάει» – και όχι μέσω της αναγωγής της σε μια αφηρημένη διαγνωστική κατηγορία, δεν αρκεί καθόλου η απλή αναγνώριση των ποικίλων υπαρξιακών, κοινωνικών, πολιτικών διαστάσεων της ψυχικής οδύνης (που τις αναγνωρίζουν ακόμα και κάποιοι ακραιφνείς βιολογιστές, οι οποίοι θεωρούν ότι αυτές οι διαστάσεις αποτελούν απλώς επιβαρυντικούς παράγοντες πάνω σε μια αμετάκλητα βιολογική βάση), ως κάτι, όμως, που παραμένει έξω από τα όρια της θεραπευτικής πρακτικής. Αν πραγματικά αναγνωρίζουμε τον κομβικό ρόλο των διαστάσεων αυτών στην πρόκληση/επιδείνωση των ποικίλων μορφών του ψυχικού πόνου (αρρώστιας, διαταραχής κλπ), τότε κεντρική σημασία έχει το πώς, ταυτόχρονα, αυτές οι διαστάσεις υπεισέρχονται στην θεραπευτική πρακτική. Οσο κι αν αυτό μοιάζει να αντιστρατεύεται τον αποστειρωμένο, στυγνό επιστημονισμό της κυρίαρχης ψυχιατρικής, εν τούτοις, όπως μια μακρόχρονη διεθνής εμπειρία έχει δείξει, το ουσιαστικά θεραπευτικό είναι συνυφασμένο με την πολιτικοποίηση της θεραπευτικής πρακτικής, τόσο μέσα στους κυρίαρχους ψυχιατρικούς θεσμούς, όσο και έξω από αυτούς, μέσα από τον ίδιο τον τρόπο που συλλαμβάνουμε και αντιμετωπίζουμε τον ψυχικό πόνο – όχι στη λογική του να κάνουμε το άτομο ικανό (μέσα από το φάρμακο ή/και την ψυχοθεραπεία) ν΄ αντέχει τον διαιωνιζόμενο και αμετάκλητα κανονιστικό χαρακτήρα των κοινωνικών όρων που παράγουν ψυχικό πόνο, αλλά το πώς η αλλαγή του υποκειμένου είναι σε συγχρονία και σε διαλεκτική αλληλεπίδραση με την αμφισβήτηση αυτών των κοινωνικών συνθηκών που παράγουν ψυχικό πόνο. Γι΄ αυτό και είναι σημαντική η σύνδεση του «θεραπευτικού» με την γενικότερη πολιτική/κοινωνική/κινηματική διαδικασία. Με τρόπο που να αποφεύγεται, από τη μια, η αναγωγή του θεραπευτικού σε μια αποστειρωμένη τεχνικοεπιστημονική διαδικασία και, από την άλλη, η αφηρημένη πολιτικοποίηση του ψυχικού πόνου/αρρώστιας και της ψυχιατρικής γενικά. Το ζήτημα είναι, λοιπόν, πώς θα γίνει δυνατό να αναδειχτεί στην καθημερινή πρακτική η πολιτική διάσταση της αντίφασης που έχει καλυφθεί από τον τρόπο της πρόσληψης του ψυχικού πόνου από την κυρίαρχη ψυχιατρική.

Όταν μια προσφύγισα, με μια ζωή χτισμένη πάνω σ΄ ένα διαρκές βίωμα οδύνης, από τη χώρα προέλευσης μέχρις εδώ, όπου η μόνη στήριξη που βρίσκει είναι στην «κοινότητα των Προσφυγικών», μένει τελείως μόνη, κινδυνεύοντας να χάσει και τα δυο παιδιά της, κάνει διαδοχικές απόπειρες αυτοκτονίας (μετά τις οποίες ακολουθεί νοσηλεία), ακούστηκε, γι΄ αυτές τις απόπειρες, ο συνήθης στην ψυχιατρική όρος «χειριστικές», ότι δηλαδή, δεν το εννοούσε ακριβώς ότι πραγματικά σκόπευε να αυτοκτονήσει, αλλά ότι ήταν μια πράξη «δήθεν», για να πιέσει για λύση στο πρόβλημα. Αυτό που αδυνατεί να κατανοήσει ο κυρίαρχος ψυχιατρικός λόγος είναι ότι η ματαίωση και το αμετάκλητο αδιέξοδο που βιώνει ένα άτομο, που οι εμπειρίες της ζωής του το έχουν οδηγήσει σε σημείο να του έχει σβήσει η όποια «ελπίδα στο μέλλον» (που είναι ο «φέρων οργανισμός» της ανθρώπινης ύπαρξης), έτσι ώστε να «παύει πια το μέλλον να ανοίγεται ως μια προοπτική ζωής», όταν, δηλαδή, «το μέλλον κλείνει», τότε αυτός ο αβίωτος πόνος αναζητεί, και πιέζει για, διεξόδους έκφρασης, που σίγουρα μεταδίδουν το μήνυμα που εκπέμπεται από το αναπάντητο αίτημα, αλλά με τρόπο που το υποκείμενο «χάνει τον εαυτό του». Η απάντηση στο πρόβλημα δεν ήταν, όπως και εν προκειμένω αποδείχτηκε, το ψυχοφάρμακο, αλλά το γεγονός ότι η ψυχίατρος/θεραπεύτρια επικέντρωσε στην κοινωνική πηγή του προβλήματος, στη διαδικασία που θα οδηγούσε στην ανάληψη της επιμέλειας των παιδιών, πράγμα που έγινε με τη διαρκή συμμετοχή της στις νομικές/δικαστικές διαδικασίες μέχρις ότου έγινε κατορθωτή η ανάληψη της επιμέλειας. Και μετά από λίγο καιρό όχι μόνο δεν χρειαζόταν πια κανένα ψυχοφάρμακο, αλλά έγινε δυνατή και μια επανεκκίνηση για αναζήτηση νέων προοπτικών ζωής.

Στη λογική αυτής της ως άνω περιγραφόμενης εμπειρίας, με αυτόν τον ολιστικό και πολυδιάστατο χαρακτήρα του «θεραπευτικού παράγοντα», η παρέμβαση των μελών της Πρωτοβουλίας (πάντα σε συνεργασία με μέλη της «κοινότητας») είχε να κάνει με την ψυχολογική στήριξη και την θεραπευτική φροντίδα (φαρμακευτική, ψυχοθεραπευτική κλπ) ατόμων που είχαν σχετική ανάγκη- από την εξασφάλιση, πχ, της χορήγησης της μηνιαίας ενέσιμης θεραπείας, όπου χρειαζόταν, μέχρι τις ενέργειες για την εξασφάλιση των όποιων κοινωνικών παροχών, επιδομάτων, κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων κλπ, αλλά και την συνοδεία για κοινωνικοποίηση, την ένταξη σε κατάλληλα θεσμικά θεραπευτικά προγράμματα κλπ. Χωρίς αυτές τις παρεμβάσεις τα άτομα αυτά θα δυσκολεύονταν πολύ να έχουν την όποια παροχή φροντίδας από τις υπάρχουσες δημόσιες υπηρεσίες, ή και δεν θα είχαν καμιά δυνατότητα πρόσβασης σε αυτές, όπως συμβαίνει με πλήθος ατόμων σε αυτά τα κοινωνικά στρώματα, που δεν έχουν την ευκαιρία να δέχονται την φροντίδα μιας «κοινότητας» που «νοιάζεται». Όταν για την πλειονότητα της κοινωνίας η απουσία κοινοτικών υπηρεσιών που να παρέχουν φροντίδα στον τόπο κατοικίας, σε συνδυασμό με την «περιστρεφόμενη πόρτα» των ψυχιατρικών υπηρεσιών, με τα γρήγορα εξιτήρια, χωρίς, για όλο και πιο πολλούς, καμιά μετανοσοκομειακή φροντίδα, είναι ο κανόνας, η συνεργασία της Πρωτοβουλίας ‘Ψ’ με την «Κοινότητα των Κατειλημμένων Προσφυγικών» έδωσε, και δίνει, για ορισμένα, έστω λίγα, άτομα τη λύση που η κυρίαρχη εξουσία όχι μόνο αδυνατεί αλλά και αρνείται να δώσει και δεν δίνει σε κανένα.

Προφανώς, σημαντικό ρόλο σε όλη αυτή τη διετή μας παρουσία και δράση στα Προσφυγικά έπαιξε η διαρκής επικοινωνία και οι συζητήσεις με την «ομάδα εργασίας» της «κοινότητας» και με άλλα μέλη της συνέλευσης, καθώς και γενικά με τους κατοίκους του χώρου, για αλληλοενημέρωση, ανταλλαγή απόψεων, ανάδειξη των προβλημάτων και των δυσκολιών της καθημερινότητας και των επιπτώσεών τους στην ψυχική υγεία, άνοιγμα ζητημάτων που έχουν να κάνουν με τις ποικίλες εκδηλώσεις του ψυχικού πόνου και τις κοινωνικές του ρίζες και η αναζήτηση από κοινού απαντήσεων, όχι μόνο, υπό την στενή έννοια, «θεραπευτικών».

Η διετής αυτή εμπειρία στα Προσφυγικά μας κάνει ακόμα πιο ξεκάθαρο τον, ούτως ή άλλως, σκανδαλώδη και άκρως εγκληματικό χαρακτήρα που έχει η άμεσα επαπειλούμενη βίαιη εκκένωση των Προσφυγικών για τους σκοπούς της «διπλής ανάπλασης» και του λεγόμενου «εξευγενισμού» προς όφελος γνωστών κερδοσκοπικών συμφερόντων και με κόστος (μηδαμινό για τα «ιδεώδη» και τους στόχους της κυρίαρχης εξουσίας) την κοινωνική εξόντωση των πολλών, είτε των κατοίκων των περιοχών που εκκενώνονται (όπως έγινε με τους πρόσφυγες στο καμπ Ελαιώνα που εκτοπίστηκαν σε στρατόπεδα πέραν του όποιου κοινωνικού ιστού), είτε, ευρύτερα, των κατοίκων μιας πόλης που μεταλλάσσεται όλο και πιο πολύ, σε όλο και μεγαλύτερη έκταση, σε άντρο κερδοσκοπίας, κοινωνικού κανιβαλισμού και, ταυτόχρονα, αισθητικής ασχήμιας.

Η πρόσφατη βίαιη αστυνομική εισβολή και οι συλλήψεις στα Προσφυγικά είναι προμήνυμα «αυτού που έρχεται».

Αν σκεφτεί κανείς τους ανθρώπους που ζουν εκεί, που βρήκαν τη φροντίδα και το «νοιάξιμο» που πουθενά αλλού δεν εύρισκαν και που χιλιάδες άλλοι και άλλες σαν αυτούς και αυτές στερούνται, τους ανθρώπους με ποικίλα, ενίοτε σοβαρά, προβλήματα ψυχικής υγείας, αυτούς και αυτές που είναι σε προγράμματα απεξάρτησης, τους πρόσφυγες και τις προσφύγισες…Πού θα τους πάνε; Εκεί που είναι όλοι και όλες, αυτοί και αυτές οι όλο και πιο πολλοί και πολλές, που η κυρίαρχη εξουσία παράγει ως κοινωνικά απορρίμματα : στην Αμυγδαλέζα τους πρόσφυγες, στο δρόμο τους ντόπιους. Και πολλούς/ές από αυτούς/ές στο θάνατο.

Αυτό που προέχει είναι η υπεράσπιση της «Κοινότητας των Προσφυγικών».

Δεν θα πάψουμε να διεκδικούμε, για όλους και όλες, επαρκή πρόσβαση στο σύστημα των υπηρεσιών με αξιοπρεπή υποδοχή και πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων τους, άμεση, χωρίς γραφειοκρατικά κωλύματα χορήγηση των όποιων κοινωνικών παροχών, εργασία, κατοικία, εισόδημα.

Αλλά ακόμα και η δική μας εναλλακτικού χαρακτήρα ψυχιατρική παρέμβαση, μπόρεσε να κάνει ό,τι έκανε μόνο σε συμπόρευση με την εκεί «Κοινότητα». Και μπορεί να έχει το έδαφος πάνω στο οποίο να μπορεί να πατήσει, για να μπορεί «να πράττει» (και έμπρακτα να διεκδικεί) και όχι, απλώς, «να λέει», μόνο στη βάση του αγώνα για την υπεράσπιση της «Κοινότητας των Κατειλημμένων Προσφυγικών».

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

Νέος θάνατος καθηλωμένου πρόσφυγα στην Ιταλία: άρθρο της εφημερίδας «La Repubblica»

update 22/12/2021: Η συνέντευξη της Giovana del Giudice, στενής συνεργάτιδας του Basaglia κι επικεφαλής της καμπάνιας «E tu slegato subito» που δημοσιεύεται εδώ, ρίχνει νέο φως στην υπόθεση. Ο νεαρός αυτός ήταν μηχανικά καθηλωμένος για 5 κι όχι για 3 μέρες, όπως θα διαβάσετε. Επιπλέον η προαναφερόμενη ψυχίατρος εξηγεί την τωρινή κατάσταση στην Ιταλία, σε σχέση μ’ αυτό το θέμα. Περιληπτικά, 21 SPDC (δομές δηλαδή, με Ψυχιατρικές Υπηρεσίες Διάγνωσης και Θεραπείας) δεν καθηλώνουν τους ανθρώπους παρόλο που βρίσκονται σε κρίση, πράγμα που δείχνει ότι αν είναι εφικτό σε 21, είναι παντού. Άλλωστε αυτό δείχνει κι η εμπειρία της Τεργέστης. Ο Υπουργός Υγείας, Roberto Speranza, έχει δεσμευτεί ότι θα επιτύχει μες την τριετία 2021-2023 τη μηδενική καθήλωση στις ψυχιατρικές δομές της χώρας. Όχι ακριβώς αυθορμήτως βέβαια και με δική του πρωτοβουλία, αφού από το 2008 η Επιτροπή του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων παρενέβη στην ιταλική κυβέρνηση μετά από επιθεωρήσεις στις ψυχιατρικές υπηρεσίες των χωρών-μελών, καταγγέλλοντας κατάχρηση περιορισμού στις υπηρεσίες διάγνωσης και θεραπείας (SPDC). Και πρόσφατα το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έθεσε υπό επιτήρηση την Ιταλία μετά από προσφυγή δύο δικηγόρων, για το θέμα του περιορισμού ενός νεαρού άντρα που ευτυχώς δεν πέθανε καθηλωμένος. Έτσι, πέρα απ’ τα 21 SPDC που δεν καθηλώνουν πια, αυτό έχει γίνει εφικτό και στην περιοχή Friuli Venezia Giulia, αλλά και στην Emilia Romagna μειώθηκαν οι καθηλώσεις απ’ το 2011-2018 κατά 71%. Η έλλειψη προσωπικού κι η οργάνωση των υπηρεσιών δυσχεραίνει αυτό το στόχο, αλλά οι άνθρωποι που τρέχουν την καμπάνια επιμένουν. Ας ελπίσουμε και στην Ελλάδα κάποια στιγμή, να έχουμε ανάλογα καλές ειδήσεις.

Κι ενώ στην Ελλάδα περιμένουμε να δούμε τι θα συμβεί στη δίκη για την πυρκαγιά του 2015 στο Δαφνί, στην Ιταλία πριν λίγες μέρες, πέθανε ένας ακόμη καθηλωμένος άνθρωπος στο ψυχιατρείο. Παρακολουθώντας (όσο πιο συχνά μπορώ) τις εξελίξεις απ’ το E tu slegato subito ( στο σύνδεσμο εξηγώ περί τίνος πρόκειται), διάβασα χτες την είδηση και σήμερα το άρθρο της εφημερίδας La Repubblica.

Θα κάνω μια πρόχειρη μετάφραση, για όσ@ δε γνωρίζουν ιταλικά (όσα θα δείτε στις παρενθέσεις είναι κυρίως δικές μου προσθήκες λέξεων που έχουν σκοπό την καλύτερη κατανόηση) κι αν ξέρετε τη γλώσσα θα μπορέσετε να διαβάσετε περισσότερα μόν@ σας. Φυσικά, αυτός ο θάνατος μας φέρνει στο νου εκείνον του Francesco Mastrogiovanni, της Elenas Casetto, του Giuseppe Casu κ.α. Κάποιων τα ονόματα δε θα τα μάθουμε ποτέ κι άνθρωποι θα πεθαίνουν παντού, όσο συνεχίζεται η βάρβαρη αυτή πρακτική.

Αυτή τη φορά το θύμα ήταν ο Τυνήσιος πρόσφυγας, «Abdel Latif, 26 ετών που έφτασε στη Λαμπεντούζα στα τέλη Σεπτεμβρίου. Αφού έμεινε για δέκα ημέρες στο πλοίο καραντίνας GNV μπροστά από την Augusta, μεταφέρθηκε στο CPR (Κέντρο επαναπατρισμού) στην Ponte Galeria, κοντά στη Ρώμη. Στο Κέντρο αυτό, ο νεαρός Τυνήσιος παρουσίασε σημάδια ψυχικής ευθραυστότητας και, δύο φορές τον επισκέφτηκε ο ψυχίατρος του ASL. Μετά από αίτημα του τελευταίου, κανονίστηκε η μεταφορά του Abdel στα επείγοντα του νοσοκομείου Grassi στις 23 Νοεμβρίου. Από εκεί, μετά από δύο ημέρες, εισήχθη στην Ψυχιατρική Υπηρεσία Διάγνωσης και Θεραπείας (Spdc) της πολυκλινικής San Camillo, όπου και πέθανε στις 28 Νοεμβρίου λόγω «καρδιοκυκλοφορικής ανακοπής». Δηλαδή, πέθανε επειδή πέθανε (η καρδιά του, σταμάτησε να χτυπά).

Υπάρχει ένα επίσημο έγγραφο (το Μητρώο Περιορισμών) που υποδεικνύει την ανάγκη να «περιοριστεί» ο ασθενής επειδή είναι «επιθετικός» ήδη στις 25 Νοεμβρίου. Αλλά δεν προσδιορίζεται η διάρκεια της συγκράτησης και δεν καταγράφονται οι ώρες έναρξης και λήξης της θεραπείας. Επομένως, δεν είναι αυθαίρετο (συμπέρασμα) το να υποθέσουμε ότι ο νεαρός Τυνήσιος παρέμεινε αδιάκοπα δεμένος, στα χέρια και πόδια, για περισσότερες από 61 ώρες…»

Γεγονός που φέρνει στο νου του συντάκτη του άρθρου, Luigi Manconi, τις υποθέσεις του προανέφερα, δηλαδή του Francesco Mastrogiovanni και της Elenas Casetto, άρα εξηγείται γιατί είναι σημαντικό το να διερευνηθεί κι αυτός ο θάνατος. Και συνεχίζει:

«Αλίμονο, δεν είναι τόσο σπάνιες τέτοιες περιπτώσεις. Σύμφωνα με μια έρευνα του 2004 (αλλά τα πράγματα δεν φαίνεται να έχουν αλλάξει στο μεταξύ), στο 80% των SPDCs (το προσωπικό) καταφεύγει σε μηχανικό περιορισμό (των ψυχικά πασχόντων) και, το 70% αυτών τύγχαναν παρόμοιας αντιμετώπισης κατά τη διάρκεια αυτής της έρευνας. Σύμφωνα με ορισμένες άλλες έρευνες (επίσης), η χρήση σωματικού περιορισμού σε γηροκομεία για ηλικιωμένους (Rsa) είναι μια πρακτική που επηρεάζει έναν πληθυσμό εκατοντάδων χιλιάδων νοσηλευόμενων ασθενών και η οποία χρησιμοποιείται επίσης σε πτέρυγες παιδικής νευροψυχιατρικής».

Και καταλήγει «ήρθε η ώρα να ακούσουμε και να κάνουμε πράξη όσα είχε δηλώσει, ήδη από το 2015, η Εθνική Επιτροπή Βιοηθικής: «Ο περιορισμός από μόνος του αντιπροσωπεύει παραβίαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου. Το γεγονός ότι σε εντελώς εξαιρετικές καταστάσεις οι εργαζόμενοι στον τομέα της υγείας μπορούν να καταφύγουν σε δικαιολογίες για να εφαρμόσουν περιορισμό δεν αφαιρεί την ισχύ του κανόνα του μη περιορισμού και δεν αλλάζει τα θεμέλια του ηθικού λόγου».-

Πρόταση δημιουργίας δανειστικής βιβλιοθήκης στην Αμυγδαλέζα απ’ «Το Σπίτι των Γυναικών»

Για «Το Σπίτι των Γυναικών»: Συλλογή Ειδών Πρώτης Ανάγκης

Το μήνυμά τους στο Facebook: «Ως πέρσι, περιμέναμε τον ερχομό του νέου Χρόνου,  μαζί με όλ@ τ@ έγκλειστ@, διαδηλώνοντας έξω από τα Κολαστήριο Αλλοδαπών της Πέτρου Ράλλη για το κλείσιμο των κέντρων κράτησης και την απελευθέρωση τους.

Φέτος θα δούμε τις κρατούμενες στην Αμυγδαλέζα μετά τα Χριστούγεννα και πριν την Πρωτοχρονιά.


Ευχαριστούμε όλ@ όσ@ μας στηρίζουν συγκεντρώνοντας είδη πρώτης ανάγκης, που για τις έγκλειστες/@ είναι απαραίτητα, αφού δεν παρέχονται. Από την πιο κάτω λίστα, που δημοσίευσε η Ανοιχτή Λαϊκή  Συνέλευση Περιστερίου, δεν έχουμε καθόλου:  


καφέ, γάλα, χυμούς, μέλι, λάδι, ξηρούς καρπούς, σοκολατοειδή όσπρια, κρεμμύδια,σκόρδα  πελτέδες.
αποσμητικά, πετσέτες
Βιβλία Φαρσί, Αραβικά, Ορντού, Σοράνι, Ρώσικα


Αν θέλεις να προσφέρεις κάτι από αυτά, και είσαι μακριά από το χώρο του καλέσματος για  συγκέντρωση ειδών ανάγκης  στο Περιστέρι, στείλε μας μήνυμα.

Η Αλληλεγγύη και η Αυτοοργάνωση τα όπλα μας»

«Το Σπίτι των Γυναικών για την Ενδυνάμωση και τη Χειραφέτηση»

«Luoghi di esilio». L’abiezione nella Polis e il trionfo dell’indifferenza: il caso di Leros – Της Δήμητρας Τσέκου

Καιρό τώρα, σκεφτόμουν την πιθανότητα ν’ ανεβαίνουν στο blog κείμενα και σε άλλες γλώσσες, εκτός απ’ τα ελληνικά μιας και έρχονται εδώ πολλοί επισκέπτες από ξένες χώρες, κι η συνάντηση -έστω και μέσω ίντερνετ-, με τη Δήμητρα Τσέκου, βοήθησε ώστε να ευοδωθεί αυτό το σχέδιο. Επιπλέον, γράφει για το προσφυγικό, το πώς θεωρεί ότι βαίνουν τα πράγματα κατά τη γνώμη της και για μένα το συγκεκριμένο θέμα, έχει νόημα να είναι διαρκώς στην επικαιρότητα. Γιατί δεν πρέπει να συνηθίσουμε τη φρίκη ή ν’ αδιαφορούμε για το δράμα τόσων ανθρώπων. Το κείμενο και οι φωτογραφίες που αναδημοσιεύονται σήμερα λοιπόν εδώ, έστω και με κάποια καθυστέρηση (που οφείλεται μόνο στους δικούς χρονικούς περιορισμούς), είναι δικά της κι εστιάζει στην περίπτωση της Λέρου.

Leros, un’isola con 8.500 abitanti, all’estremità sud-orientale dell’Egeo nel Dodecaneso, vicino a Patmos: un’isola la cui storia e identità sono ormai intrecciate strutturalmente all’immagine dell’esclusione sociale e alla malattia mentale, cui si aggiunge ora la condizione disperata dei richiedenti asilo.

A Leros, dove l’hotspot può ospitare un massimo di 700 persone, sono accolti ora circa 2500 rifugiati, 70 dei quali ospitati in una struttura per gruppi vulnerabili che, guardando agli standard greci, può essere definita esemplare, mentre altri 100 (per lo più famiglie) vivono in 18 appartamenti all’interno del contesto del grande edificio. La maggioranza, quella che non può essere accolta all’hotspot, si trova però ora in tende, nell’area adiacente dell’ex ospedale psichiatrico, fra edifici vuoti e fatiscenti, le cui condizioni sono a dir poco miserabili, e dove per altro ancora si trovano in circa 200 sofferenti mentali.

La memoria di uno spazio di violenza, di abbandono e di arbitrio quale quello dell’ospedale psichiatrico di Leros viene oggi riattivata dalle nuove scene di abbandono, sullo sfondo dei frequenti scontri che oppongono oggi una parte della popolazione sia agli operatori che lavorano nell’hotspot sia a coloro che vi sono ospitati. Di fatto si tratta di »quasi rifugiati», poiché le esperienze raccontate alle commissioni territoriali da questi “indesiderati” non sono sufficienti per ottenere il diritto d’asilo. Purtroppo, sono «solo» immigrati e vengono così condotti e reclusi negli hotspot.

In queste settimane la crisi cui assistiamo non è resa atroce solo dal fatto che la struttura che accoglie i migranti è inadeguata da qualsivoglia punto di vista, ma anche dal dato che vede questo spazio di reclusione generare un paradossale senso di sicurezza nella popolazione locale: la necessità di proteggere la propria integrità è diventata pensabile solo a condizione di immaginare che altre persone siano private di ogni possibilità di movimento, o addirittura espulse.

La situazione è peggiorata ancor più durante la pandemia da Coronavirus. Ma, come se tutto ciò non bastasse, si aggiungono ora le misure prese dal governo Mpakogiani che, nel centro di Atene, ha deciso di rendere più profonda la ferita sociale che oppone la popolazione greca ai nuovi arrivati compiendo un gesto dal valore simbolico drammatico. Si tratta della demolizione delle panchine di pl. Victoria al centro di Atene, dove molti dei migranti in cerca di casa riposavano e “alloggiavano” in modo precario. Ora anche questo territorio effimero viene loro negato.

Lo spazio sociale si sta restringendo. Le panchine vengono rimosse, come in altre città d’Europa, il pensiero stesso sembra soffocare fra divieti e decreti che non permettono a questi uomini e a queste donne nemmeno di riposare. Agendo contro centinaia di rifugiati, molti dei quali madri con bambini, le istituzioni greche esprimono il volto più cupo delle contemporanee politiche migratorie, e rendono evidenti le trasformazioni della nozione di cittadinanza. I »senza panchine» sono solo un’altra espressione della disumanità strutturale del nostro presente.

Sarebbe interessante proporre una lettura psicodinamica e interrogarsi sul fatto che la misura che ha creato i »senza panchine» è apparsa a qualcuno un gesto fra i «meno» violenti, quando lo si confronti con le immagini delle espulsioni brutali e o delle persone annegate in mare dopo essere state abbandonate.

Siamo di fatti immersi in una logica di guerra infinita, e la Grecia pensa già al conflitto con la Turchia che si prepara nei mari di Egeo.

I fatti evocati ci portano a ricordare il pensiero di Agamben[1]e di Bauman[2]. Nuda vita. Nuda indicherebbe, un ipotetico grado zero della vita, vita in quanto tale, “semplice esistenza biologica”, e richiama l’immagina opposta di una vita vestita, più o meno umana, più o meno parlante, la vita che conosciamo e incontriamo ovunque, e di cui la prima rappresenterebbe il residuo, o il fondamento, o la parte più intima. Questo concetto, utilizzato ampiamente negli ultimi anni, riflette abbastanza fedelmente ciò al quale assistiamo oggi al centro di Atene, dove la scelta di eliminare le panchine semplicemente cancella ogni immagine di umanità, senza lasciare, ai nuovi indesiderati, alla loro stanchezza, nemmeno la possibilità di un nudo diritto biologico a riposare, a dormire. La popolazione autoctona, sostengono i governatori, avrà però la possibilità di nuovi posti di lavoro, visto che i centri di detenzione amministrativa, caratterizzati dal più basso livello assistenzialistico e pensato sui modelli del controllo sociale, avranno bisogno di manodopera…

Tutto è cambiato dai tempi in cui Foucault[3]scriveva del grande internamento e del progetto dei moderni manicomi: l’Hôtel-Dieu accoglierà solo alienati; Bethlem Royal Hospital a Londra accoglierà solo lunatici, ma nella generalità dei casi i folli, i furiosi, i sifilitici, gli insufficienti mentali saranno mescolati e confusi in quella che diventerà spesso solo una prigione: come appunto nell’ospedale psichiatrico di Leros, uno dei più mostruosi d’Europa.[4]Cosa accadrà in Grecia con i rifugiati?

Immigrati e stranieri sono oggi ammassati, i loro corpi mescolati e chiusi negli hotspot: troppo numerosi e “pericolosi”, sono soggetti da sorvegliare. Sull’isola di Leros vediamo in questi mesi crescere una tragica modalità di comunicazione tra la popolazione e i cittadini stranieri: segnata dal puro distanziamento sociale, come già accaduto altrove, Leros è diventata uno spazio di reclusione e di isola-mento: un’isola di confine, il paese-confine di un’Europa che sembra incapace di pensare modi diversi di accogliere e di proteggere.

In questo orizzonte di abbandono si aggiunge l’avvenimento di qualche notte fa a Moria. ll campo profughi è stato evacuato in seguito a un incendio, divampato in più punti per ragioni ancora da chiarire. Il campo è stato parzialmente evacuato. La struttura al momento dell’incendio accoglieva 12.700 richiedenti asilo (quattro volte più della sua capienza teorica) ed è il più grande d’Europa.

La polis è malata, la polis sanguina e non sa più cosa fare dei suoi morti, della terra in fiamme e delle persone obbligate ad un nuovo esodo, senza destino. Una nuova malattia che distrugge la Città, e non è un’assurda maledizione degli dei o un disastro naturale. Nasce dalle contraddizioni politiche e sociali, innescando il conflitto delle persone con quelle forze che di solito chiamiamo «fato», scrive Savvas Mixail,[5]autore di tanti testi filosofici e antropologici. Seguendo le sue parole proviamo a comprendere perché la città muore a se stessa, escludendo, nell’indifferenza, gli ultimi. Il concetto di miasma è stato sempre uno dei principi regolatori, invocato per dare alla Polis la possibilità di sopravvivere: senza l’eliminazione dello scarto fuori dalle mura della città, i cittadini vivevano sotto il la minaccia di una disintegrazione sempre possibile, sempre vicina. La reclusione nei campi, l’abbandono, la cancellazione delle panchine ne sono lo strano sintomo. È questo che stiamo osservando in modo massiccio anche nel campo di Moria, a Leros, ad Atene e altrove.

[1] Giorgio Agamben (1995), Homo Sacer. Il potere sovrano e la vita nuda. Torino: Einaudi.

[2] Zygmut Bauman (2017), Vite di scarto. Bari, Laterza. Bauman, Z. (2017). Vite di scarto. Bari, Laterza.

[3] Michel Foucault (1972), Histoire de la folie à l’âge classique, Paris, Gallimard.

[4] [Sulle vicende di Leros, isola di detenzione, di esclusione, di torture, cfr. lo splendido romanzo di Simona Vinci (2016), La prima verità. Torino, Einaudi. Nel manicomio di Leros un progetto ispirato a Basaglia avrebbe operato in anni recenti un complesso processo di deistituzionalizzazione].

[5]Μιχαήλ, Σ. (2020), Αντιγόνη Αντί Θεος Αντι Τύραννος, Εκδόσεις Άργα, Ιούλιος.

Hip hop καφενείο + συλλογή ειδών πρώτης ανάγκης για τους/τις μετανάστ(ρι)ες στα στρατόπεδα συγκέντρωσης: Κατάληψη Παπουτσάδικο, Σάββατο 3 Οκτώβρη 2020, 19.00-23.00 μ.μ.

Κατάληψη Παπουτσάδικο