Η Επιστήμη της Ευτυχίας, ο Αλτρουισμός και η Ευδαιμονία – Μέρος Ι

.

Ψέματα δεν θα σας γράψω. Αυτή η σειρά αναρτήσεων ξεκινά σήμερα, επειδή έπιασα τον εαυτό μου να σιγοτραγουδάει τους στίχους του τραγουδιού “Ευτυχία είναι αυτό”, πριν λίγες μέρες στο Πασαλιμάνι. Που το συγκλονιστικό θα σκεφτείτε και εξαιτίας αυτού βλέπετε ολόκληρο κατεβατό εδώ και θα δείτε κι άλλα αργότερα; Θα σας εξηγήσω.

Ήταν περίπου μεσάνυχτα λοιπόν όταν πιάστηκα στο δόκανο του στίχου, βρισκόμουν με παρέα, είχαμε χαθεί και προσπαθούσαμε με τη βοήθεια της σύγχρονης τεχνολογίας να καταλάβουμε πως θα πάμε στον ηλεκτρικό, ποιο δρόμο έπρεπε να πάρουμε δηλαδή ενώ η ώρα περνούσε κι ο χρόνος πίεζε. Κάθε άλλο παρά ευχάριστη εμπειρία θα πείτε, έτσι;

Χμ, περίπου έτσι. Και δεν ήταν μόνο αυτό. Ήμουν κουρασμένη, σχεδόν άυπνη για μέρες, είχα να φάω κανονικά τις τελευταίες δύο βδομάδες και περνούσα διάφορα ανομολόγητα ζόρια. Γιατί τότε θ’ αναρωτιέστε λοιπόν κάποιες/οι, εκείνη ακριβώς τη στιγμή μου ‘ρθε ν’ αναπολήσω ένα τραγούδι που δεν συγκαταλέγεται στη λίστα των αγαπημένων μου κι αναφέρεται στην ευτυχία. Τι μπορεί να συνέβη;

Ακριβώς δεν ήξερα ούτε εγώ. Δεν είχα και το χρόνο να το επεξεργαστώ μέσα μου για να είμαι ειλικρινής όσο ήμουν στην Αθήνα και διάφορα επείγοντα τραβούσαν αλλού την προσοχή μου, επομένως σ’ αυτά κατανάλωνα τη φαιά μου ουσία. Αλλά στη χιονοσκέπαστη Δίρφυ, περπατώντας προς το ορειβατικό καταφύγιο, μες την πυκνή ομίχλη που με τύλιγε κι άφηνε να φαίνονται μόνο σαν σε όνειρο, μερικά έλατα, εκεί, μες την απόλυτη σιωπή, βρήκα το χρόνο ν’ αναλύσω το γεγονός. Τι συνέβη λοιπόν στον Πειραιά;

Συνέβη πως δεν ήμουν απλά με μια παρέα, αλλά μαζί με αγαπημένους μου Ανθρώπους, με πλάσματα υπέροχα, με φίλους ξεχωριστούς. Είχαμε διασκεδάσει, είχαμε γελάσει, είχαμε πειράξει ο ένας τον άλλο (φίλαθλοι αντίπαλων ομάδων βλέπετε στο ίδιο τραπέζι), είχαμε πιει τσίπουρα, ρακόμελα, κρασιά και μαστίχα κι ένιωθα μια απίστευτη πληρότητα επειδή είχαμε παρακολουθήσει όλοι μας πριν την προβολή της ταινίας μας, του “Άγγιξέ με” στο 1ο Φεστιβάλ Πειραιά κι είδαμε πόσο θερμά ανταποκρίθηκε το κοινό.

Απ’ τους συντελεστές της, στη βόλτα που ακολούθησε στην Τρούμπα και στα πέριξ, ήμασταν μόνο εγώ κι ο Γιάννης Αποστολίδης, που έτσι κι αλλιώς έχει ταλέντο στο να φτιάχνει και το κέφι, μεταξύ άλλων. Αλλά ήταν κι οι στενοί μου φίλοι Αντώνης Τσόκος (μάλιστα, ο Ποιητής), ο “γαύρος” Γιώργος Τσιτούρας (ναι, σε δίνω κανονικά, Γιώργο), η Χριστίνα Δημητρακά που χαμογελούσε πολύ και χαιρόμουν να τη βλέπω έτσι, η αγαπημένη μου φωτογράφος (the official, όπως την πείραζα) Βάσω Σταθούλη κι η γλυκιά μας Ειρήνη Παναγούλια που τελευταία έτυχε να περάσουμε μαζί κι άλλες ενδιαφέρουσες βραδιές.

.

Hapiness-A history.jpg

.

Ο Γιάννης πρόσεξε μια ανθισμένη μυγδαλιά, η Ειρήνη σχολίασε πόσο όμορφη ήταν η βραδιά κι εγώ συμπλήρωσα πως γλύκανε ο καιρός κι επιτέλους έρχεται Άνοιξη. Οι χειμώνες μ’ αρέσουν, αλλά ο φετινός παραήταν σκληρός από πολλές απόψεις για όλους μας. Μου στέρησε το τόσο κρύο, τις αγαπημένες μου βόλτες στην πόλη μετά μουσικής, αρκετές φορές. Έτσι φέτος την προσμένω μ’ ανυπομονησία την εποχή που έρχεται για να βγω πάλι στο φως. Και σίγουρα και πολλές/οι από ‘σας.

Η Βάσω με τη σειρά της, μίλησε λίγο αργότερα για τη μυρωδιά των λιμανιών και κάποιες/οι από μας αμέσως ονειρευτήκαμε τα επόμενα ταξίδια. Κι έτσι όπως όλα ενώθηκαν στο μυαλό μου, χαμογέλασα με ανακούφιση για πρώτη φορά μετά από πολλές μέρες και σκάλωσα στο τραγούδι. Κι όταν χαλάρωσα όπως σας εκμυστηρεύτηκα ήδη, μες το καθαρό χιόνι της Δίρφυς, έκανα μερικές συνδέσεις γι’ αυτό το πολυπόθητο συναίσθημα που το λένε Ευτυχία και είπα να τις μοιραστώ μαζί σας σήμερα, αλλά και στις αναρτήσεις που θ’ ακολουθήσουν.

Σκέφτηκα για παράδειγμα πως κατά τύχη έχω επιλέξει να παρακολουθήσω δυο σχετικά μαθήματα φέτος : “Αριστοτελική Ηθική” στο Mathesis και το “The Science of Happiness” στο Edx. Το δεύτερο μου το πρότεινε μια “συμμαθήτρια” απ’ το Mathesis, η Κέλλυ Τ. Κι έκανε πολύ καλά, γιατί έτσι βρήκα πολλά στοιχεία από επιστημονικές έρευνες για την Ευτυχία και την Ευδαιμονία και σταχυολόγησα κάποιες για να σας τις παρουσιάσω σιγά-σιγά.

Ορισμένοι ερευνητές λοιπόν λένε, πως μοιάζουν αυτά τα δύο συναισθήματα (που βεβαίως έχει σημασία να λάβουμε υπόψη και πως τα ορίζουν). Άλλες/οι πως διαφέρουν πολύ και μερικοί/ες πως συνδέονται άρρηκτα. Κάνουν λόγο για την ευτυχία που προέρχεται από μια ηδονιστική αντίληψη της ζωής κι εκείνη που προέρχεται απ’ την ευδαιμονική σύλληψη, απ’ τη “μεγαλύτερη εικόνα”.

Προσωπικά κλίνω σ’ αυτή την τελευταία θεωρία, που εν ολίγοις, περίπου πρεσβεύει, πως και το να κάνεις πράγματα για σένα μόνο σε κάνει ευτυχισμένο, αλλά και το να έχει η ζωή σου νόημα και σκοπό, με το να προσφέρεις στους άλλους, επίσης. Αναφέρονται πάντως 5 σημεία σημεία στα οποία φαίνεται η διαφορά μιας ζωής ευτυχισμένης, από μιας γεμάτης νόημα και μπορείτε να τα διαβάσετε κι εσείς εδώ.

Ας μη σταθούμε πάντως περισσότερο σ’ αυτές τις επιστημονικές “διαμάχες”. Άλλωστε στην “Αριστοτελική Ηθική” έτσι κι αλλιώς θα διδαχτούμε πολλά για την Ευδαιμονία και θα διαπιστώσουμε μόνες/οι μας, όσες/οι τουλάχιστον πήραμε το μάθημα, τι τελικά ισχύει.

Κι εσείς που δεν γνωρίζατε πως προσφέρονται δωρεάν αυτά τα μαθήματα, δεν έχετε παρά να το παρακολουθήσετε (προλαβαίνετε και τώρα να γραφτείτε) ή να διαβάσετε τα “Ηθικά Νικομάχεια” αν και χωρίς κάποιον που να γνωρίζει καλά τα της Αριστοτελικής Φιλοσοφίας και να σας τα εξηγεί, δύσκολο θα ‘ναι το έργο σας αφού όπως υπογραμμίζει ο καθηγητής Παύλος Κόντος στα πρώτα video του στο Mathesis, υπάρχουν φιλολογικά σωστές μεταφράσεις του συγκεκριμένου έργου, αλλά φιλοσοφικά προβληματικές. Όμως αυτό δεν σημαίνει πως δεν έχει νόημα να προσπαθήσετε.

Θα δούμε καλύτερα επομένως, μαζί, στην επόμενη ανάρτηση, τι λένε οι ειδικοί (που δεν είναι μόνο ψυχολόγοι, αλλά και φιλόσοφοι, όπως ήδη θα καταλάβατε, γιατροί, νευροεπιστήμονες, κοινωνιολόγοι, ιστορικοί κ.α.), σχετικά με το τι και γιατί μας κάνει κάτι ευτυχισμένες/ους.

Ως τότε, αρκεί να σας πω πως οι γλωσσολόγοι έχουν βρει πως σε πολλές γλώσσες του κόσμου (κι όχι μόνο στη δική μας), η ρίζα της λέξης ευτυχία είναι η τύχη, η καλή τύχη κτλ. Πως το έμαθα; Διαβάζοντας το βιβλίο «Hapiness: Α history» του Darrin M. McMahon, καθηγητή Ιστορίας στο Florida State University. Κάποιες σελίδες μπορείτε να τις βρείτε κι εσείς εδώ και θα πληροφορηθείτε, για το τι πίστευαν οι άνθρωποι στην αρχαία Ελλάδα και αλλού, πως είναι αυτό το πολυπόθητο συναίσθημα. Όσες/οι δε ενδιαφέρεστε να διευρύνετε κι άλλο τις γνώσεις σας, συμβουλευτείτε κι αυτό το άρθρο και ..καλή σας ανάγνωση.

(συνεχίζεται εδώ)

.

.

.

«Το ποτάμι στον καθρέφτη» -Σκέψεις μετά…

.

Οι λόγοι που με οδήγησαν στο να γράφω είναι πολλοί. Γράφω για να κρατάω ζωντανούς τους νεκρούς μου, γράφω για ν’ αφήσω κάτι πίσω μου, γράφω μήπως και βοηθήσω κι εγώ με τις μικρές μου δυνατότητες κάτι ν’ αλλάξει σ’ αυτό τον κόσμο… Γράφω για πολλούς λόγους και τελικά για πολλούς ανθρώπους. Παρόντες και απόντες…

.Υπογραφή με φόντο φωτό

 

.

Έτσι δήλωσα κάποτε. Κι είναι αλήθεια. Σήμερα λοιπόν, ετοιμάζω την τελευταία ανάρτηση για τη χρονιά που φεύγει. Κι ήταν μια χρονιά κατά την οποία δεν ήμουν τόσο συνεπής όσο ήθελα στην παρουσία μου εδώ. Είναι δύσκολο να κάνει κάποια-ος όλα όσα σχεδιάζει, με τους περιορισμένους χρόνους που έχουμε όλοι μας πια και κυρίως με όσα τραγικά βιώνουμε.

Κοιτώντας όμως πίσω, πρέπει να παραδεχτώ πως μου δίνει χαρά που κατάφερα να ολοκληρώσω αυτό το βιβλίο, για το οποίο θα σας μιλήσω παρακάτω, πως ήταν ωραίο που κυκλοφόρησε το πρώτο τραγούδι που γράψαμε με τον Παναγιώτη Λιανό κι ερμηνεύει η Μαίρη Αθανασίου κι υπέροχο που έπαιξα και συμμετέχω και με τόσους άλλους τρόπους, στην ταινία του Γιώργου Τριανταφύλλου (που μου έκανε την τιμή να διαβάσει αποσπάσματα στην παρουσίαση και τον Ευχαριστώ).

Δεν παραπονιέμαι επομένως σε καμία περίπτωση, απλώς ελπίζω να καταφέρω την επόμενη χρονιά να παρουσιάσω περισσότερα θέματα εδώ και να συμπληρώσω όσα έχω αναρτήσει ήδη. Με τιμά τόσο εξάλλου το ενδιαφέρον σας, τα προσωπικά σας μηνύματα και σχόλια και δεν θα ήθελα να σας απογοητεύσω. Γι’ αυτό και σταματάω νωρίς φέτος. ‘Όταν εσείς θα διαβάζετε αυτές τις γραμμές, θα έχω φύγει ήδη, αλλά στο μυαλό μου θα σχεδιάζω τις αναρτήσεις τις νέας χρονιάς. Χρειάζεται να παίρνουμε αποστάσεις που και που, πριν επιστρέψουμε κάπου. Θα επιστρέψω όμως και θα ‘χουμε τότε να πούμε πολλά.

Η ανάρτηση που τώρα διαβάζετε λοιπόν, αφορά κυρίως το νέο βιβλίο μου κι έχει τίτλο «Σκέψεις μετά…» επειδή αυτή τη φορά δεν έγραψα τίποτα όταν κυκλοφόρησε «Το ποτάμι στον καθρέφτη». Αναδημοσίευσα μόνο τα δελτία τύπου του εκδοτικού οίκου, στον οποίο πλέον βρίσκομαι κι είναι φυσικά η «Άνεμος εκδοτική«. Φαντάζομαι πως αρκετοί υποψιαστήκατε πως εκεί κατευθυνόμουν, όσο βλέπατε να δημοσιεύονται κείμενα μου στο «Άνεμος magazine«. Κι ήταν τα: «Με τι λέξεις άραγε, θα με βάλεις να παλέψω σήμερα;«, «No more glitter please«, «A dream«, «Φεύγα!» και «Hotels«, που μπορείτε να τα διαβάσετε κι εσείς, αν δεν το είχατε κάνει ως τώρα.

.

Πάνελ με Γιάννη

.

Τα βιβλία όπως τα ονειρευτήκαμε...” όπως λένε… είναι αυτά που εκδίδουν.Και μες σ’ αυτά να και το δικό μου. Ο Γιάννης λοιπόν όπως κι ο Νικόλας έκαναν προς το παρόν όσα τους αναλογούσαν, για να εκδοθεί το βιβλίο και να φτάσει στα χέρια σας.  Για να δούμε τι μπορώ να σας πω εγώ τώρα, πέρα απ’ όσα έγραψα σ’ αυτό.

Αυτό που θυμάμαι λοιπόν είναι να έρχομαι απ’ το Ηράκλειο της Κρήτης στην Αθήνα, πριν πολλά… πολλά.. χρόνια για να δώσω τις τελικές εξετάσεις για το CELI 5 στα Ιταλικά, να παίρνω τον ηλεκτρικό και να γεννιούνται τότε στο μυαλό μου δυο ιστορίες. Όταν έφτασα στην Κηφισιά, στο ξενοδοχείο όπου διέμενα για να είμαι κοντά στο εξεταστικό κέντρο, αντί να διαβάσω, άρχισα να γράφω. Πρώτα το “Ομόνοια-Κηφισιά” κι αμέσως μετά το “Hotel des Rouges”. Μπορεί να μην το πήρα τελικά το δίπλωμα, όπως ίσως υποψιαστήκατε, αλλά μου έμειναν αυτές οι ιστορίες και με συγκινεί να τις βλέπω τυπωμένες πια.

Στην Κρήτη, στο Ηράκλειο, γράφτηκαν κι άλλες, όπως το “Για μια παράσταση”, το “Χωρίς τύψεις” και το “Το ποτάμι στον καθρέφτη”. Τις είχα μαζί μου όμως και στη Θεσσαλονίκη, όσο σπούδαζα εκεί κι έκανα μικροπροσθήκες. Μία εξ’ αυτών πάλι, η τελευταία ιστορία, αφορά τη Σάμο. Γενέθλιος τόπος βλέπετε κι οι μνήμες ζωντανές… Αλλά τελικά επιστρέφοντας πλέον στην Αθήνα ήταν που τις διόρθωσα όλες ..τόσο όσο, ίσα για να μπορέσω να τις εντάξω στο βιβλίο.

Τόνισα το τόσο όσο… επειδή έχει σημασία. Δεν ήθελα διορθώνοντας ξανά και ξανά αυτές τις ιστορίες, να επικρατήσει η πείρα επί της αθωότητας. Είναι αποτέλεσμα μιας ολόκληρης διαδρομής και μ’ ενδιαφέρει να μπορώ εγώ τουλάχιστον να βλέπω κάποια «σημάδια» πάνω τους. Εξάλλου όπως λένε κάποιοι και μάλλον έχουν δίκιο, οι πολλές διορθώσεις είναι ένα είδος λογοκρισίας προς τον ίδιο τον εαυτό μας κι εγώ προτιμώ να γράφω και να λέω  πάντα τα πράγματα με τ’ όνομά τους.

Τι ήθελα να κάνω λοιπόν μ’ αυτές τις ιστορίες; Πέρα απ’ το να περισώσω κάποιες μνήμες και πέρα απ’ τα μηνύματα που περνάει προφανώς η κάθε μία απ’ αυτές, τις διάλεξα και τις ξεχώρισα από άλλες που έμειναν στα συρτάρια μου επειδή είναι διαφορετικές μεταξύ τους σε ύφος και περιεχόμενο. Όπως περίπου δηλαδή είμαστε κι εμείς, ανάλογα με το σε ποια στιγμή της ζωής μας μας συναντά ο καθένας και ποιος είναι αυτός που βρίσκεται απέναντί μας.

Είναι αληθινές; θ’ αναρωτιέστε ίσως τώρα κάποιοι… Πάντα λοιπόν κάπως γίνεται κι η αλήθεια παρεισφρέει σ’ ότι γράφουμε. Κι όχι, δεν είναι μόνο δουλειά του ασυνειδήτου. Μερικές φορές εμείς την αφήνουμε εμπρόθετα να παρεισφρήσει, άλλες πάλι νομίζουμε πως την καμουφλάρουμε, αλλά φευ.. Έτσι έγινε λοιπόν και μ’ αυτές τις ιστορίες. ΄Όλες τους κουβαλούν αλήθειες κι ας είναι προϊόν φαντασίας η πλοκή τους. Υπάρχουν σ’ αυτές λεπτομέρειες που είναι αληθινές. Αφορούν κυρίως όμως γεγονότα που θα μπορούσαν να έχουν γίνει έτσι… Κι αυτό τους δίνει γνησιότητα

Ξέρω πως η κάθε μία κι ο καθένας σας, διαφορετικά θα τις διαβάσει και ανάλογα με τα βιώματά του, θα ταυτιστεί με κάποιες και μ’ άλλες όχι, επειδή έτσι γίνεται συνήθως. Οι λέξεις μας συγκινούν όταν αγγίζουν κάτι βαθύ μέσα μας, όταν κάνουν την καρδιά μας να χτυπά, το νου μας να ταξιδεύει…

Πριν εκδοθεί το βιβλίο, ευτύχησα να μάθω πόσο αγαπήσατε κάποιες απ’ τις αυτές κι αυτό με κάνει πολύ περήφανη πραγματικά. Τώρα πλέον ανυπομονώ να δω τι θα πείτε και για τις άλλες.

.

12360343_1134428083248924_8507234292554858500_n

.

Η Εύα Στάμου πάντως, Διδάκτωρ Ψυχολογίας και συγγραφέας πέντε εξαιρετικών βιβλίων, που αποδέχτηκε ευγενικά, με μεγάλη προθυμία μάλιστα, την πρόσκληση της «Άνεμος εκδοτική» να μιλήσει στην παρουσίαση και θερμά την Ευχαριστώ γι’ αυτό, κατέθεσε ήδη τις σκέψεις της για το βιβλίο εδώ και μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρο το κείμενό της, ενώ εγώ διαλέγω μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

«Το νέο βιβλίο της Αικατερίνης Τεμπέλη είναι μία συλλογή διηγημάτων για την αξία της ζωής και την ουσία του θανάτου. Οι ιστορίες της συλλογής πραγματεύονται τα θέματα του πένθους, της οδύνης που προκαλεί η απώλεια, του φόβου μπροστά στο άγνωστο, της αγάπης που δεν εξαντλείται με το φυσικό τέλος του αγαπημένου προσώπου, την προσδοκία για μεταθανάτια ζωή. Πραγματεύεται τέλος με γλώσσα ποιητική και συμβολική, την αδιάκοπη αναζήτηση νοήματος μέσα από εμπειρίες υπαρκτές, αλλά και από φαντασιακές αντανακλάσεις μιας ψυχικής πραγματικότητας (…)

Αυτή η επώδυνη διχοτόμηση, και η συνακόλουθη αγωνία του ανθρώπου να συμβιβάσει το σώμα με το πνεύμα, να συνδυάσει την αγάπη για τη ζωή και την ικανοποίηση που πηγάζει αποκλειστικά από τις αισθήσεις με τη αναπόφευκτη έλευση του θανάτου, αναδεικνύεται μέσα από τις ιστορίες του βιβλίου της Αικατερίνης Τεμπέλη.

Σε κάποιες από αυτές, όπως στην ομώνυμη του βιβλίου η αφηγήτρια μοιάζει να βρίσκεται σε κατάσταση ύπνωσης, ενώ σε κάποιες άλλες, όπως στην ιστορία «Ομόνοια-Κηφισιά» και στο διήγημα «Μικρές αλλαγές Σχεδίου», ο πόνος της απώλειας και η θλίψη μιας καθημερινότητας τραυματικής, μοιάζει να διαπερνούν τις σελίδες του βιβλίου και να διαποτίζουν την σκέψη του αναγνώστη. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το διήγημα «Η Μνησικακία (Δεν είναι γένους θηλυκού)», μία ιστορία μαύρου χιούμορ και μυστηρίου, όπου κυριαρχούν οι έξυπνες ανατροπές των στερεότυπων καλό-κακό, αθωότητα-ενοχή. Οι ανατροπές είναι παρούσες και στο διήγημα με τον τίτλο ‘Χορεύουμε;’ όπου ο αισθησιασμός συναντά την περιπέτεια δημιουργώντας μια πλοκή με ιδιαίτερη γοητεία που ξετυλίγεται κινηματογραφικά. Τα όρια μεταξύ αλήθειας και ψέματος ακυρώνονται καθώς τα σχέδια των πρωταγωνιστών ανατρέπονται από τον χορό των συναισθημάτων«.

.

10653990_10153302194294646_153224608_n

.

Ο Αντώνης Τσόκος, ο αγαπημένος μου Φίλος και τόσο σπουδαίος νέος Ποιητής, είπε εξίσου πολλά και υπέροχα πράγματα και  κάποια χαρακτηριστικά αποσπάσματα απ’ την ομιλία του, είναι αυτά:

«Αν ψάξει κάποιος την Κατερίνα, το σίγουρο είναι πως δεν θα την βρει στα εξώφυλλα των βιβλίων της αλλά στις μέσα σελίδες. Να μεθά με το αλκοόλ που αναδύει η ανάσα της συν-επιβάτισσάς της σ’ ένα δρομολόγιο Ομόνοια – Κηφισιά. Να ακυρώνει δύο εισιτήρια. Ένα για εκείνη κι ένα για τον σκοτωμένο φίλο της. Φέρνοντας την αγάπη προ των ευθυνών της (…)

Στο διήγημα «Για μια παράσταση», ο ανθρωπάκος ζει στο μικρόκοσμό του. Γνωρίζοντας πως έξω από αυτόν η μνήμη θερίζει. Ώσπου, αποφασίζει να αφήσει για ένα βράδυ τη σιγουριά της ρουτίνας του. Όπου πηγαίνει, ο κόσμος ερημώνει. Ερημώνει άβολα. Αποδεικνύοντας πόσο δύσκολες είναι οι καθημερινές συναλλαγές. Κάθε είδους. Αλλά κυρίως οι συναλλαγές συναισθημάτων.


Άγνωστοι μπαίνουν στη ζωή μας. Αφήνουν μια πληγή. Κλέβουν ένα πλευρό, (όπως χαρακτηριστικά λέει η Κατερίνα στο διήγημα «Συναλλαγές εκπεσόντων «) και φεύγουν.

Οι ήρωες των διηγημάτων του βιβλίου είναι στο σύνολό τους καθημερινοί άνθρωποι. Άνθρωποι που ζουν ανάμεσά μας. Που όμως, τις περισσότερες φορές, δεν ζούμε εμείς ανάμεσά τους. Γιατί έχουν χάσει τη γιορτινή πλευρά τους. Γιατί η δική τους σκοτεινιά δεν προσθέτει λάμψη στην κακοφωτισμένη ζωή μας«.

Έγραψε κι είπε κι άλλα τιμητικά ο Αντώνης, αλλά εγώ τον Ευχαριστώ περισσότερο επειδή ήταν εκεί.

Κι είστε κι εσείς, άνθρωποι από διάφορα μέρη της Ελλάδας, που ήδη μου γράψατε τις σκέψεις σας για «Το ποτάμι στον καθρέφτη» κι άλλοι που μ’ εκτιμάτε τόσο και με στηρίζετε σε κάθε βήμα, που ακόμη και το πιο μεγάλο Ευχαριστώ μου, δεν μπορεί να εκφράσει και να συμπεριλάβει, όσα με κάνατε να αισθανθώ. Θα αναφέρω ονομαστικά με εντελώς τυχαία σειρά όμως μερικούς και μερικές από ΄σας, επειδή είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω κι αν κάποια-ον ξέχασα, θα επανέλθω αργότερα, συμπληρώνοντας την αναφορά μου.

Ευχαριστώ λοιπόν ολόψυχα την Καίτη Διγαλάκη, την Κατερίνα Τεμπέλη, την Μένη Τεμπέλη, την Άννα Ψαρά, τον Βασίλη Ψαρά, την Ρεβέκκα Θεοδωροπούλου, τον Αντώνη Τσόκο, το Γιώργο Τριανταφύλλου, την Καίτη Γρυδάκη, την Βάσια Αραμπατζή, τον Σάββα Γεωργιάδη, τον Γιάννη Κατσαρη, την Ευανθία Σακελλάρη, τον Γιώργο Τσιτούρα, τον Γιώργο Κωνσταντινίδη, τον Χρήστο Φραγκιουδάκη, τον Sot Winston, τον Θοδωρή Μεσσαριτάκη, τη Δήμητρα Παπαγεωργίου, τον Γιώργο Συριανό, τον Eustacchio Palladino, τον Γιάννη Καραγεώργο, την Μαίρη Αθανασίου, την Ειρήνη Χατζή, την Μαρίνα Σπανάκη, την Σταυρούλα Κουγιουμτσιάδη, την Άννα Κοκκινάκη, τον Χρυσόστομο Σταύρου, την Μαρία Σανδαλή, τη Λίτσα Τρικιριώτου, τον Σταύρο Γκουγκουσκίδη, την Άννα Παρίσση, την Ανθή Θεοχάρη, την Σοφία Χαριτάκη, την Αφροδίτη Διονυσοπούλου, την Κατερίνα Γιαννάκου, τον Raphael Dovelo, τη Σοφία Νέντου, τη Σίνη Θάνου, τη Μαρία Μάρκου, τον Σωτήρη Τοκαλατζίδη, τον Γιάννη Ευσταθίου, την Ιωάννα Μωραϊτου, την Ιωάννα Κουτσουρελάκη, την Κυριακούλα Σπηλιοπούλου, την Μαίρη Βλαχάκη, τον Πάντη Κούση, τον Γιώργο Συριανό, την Πίτσα Χαραλαμπίδου και τους συγγραφείς: Χριστίνα Αυγερινού, Νίκο Καραγεώργο,  Μαρία Λιάσκα, Κώστα Βασιλάκο και Θεόδωρο Πάλλα.

Οι ομιλίες δεν είναι νομίζω, το δυνατό μου σημείο κι αυτή τη φορά συνέβη το εξής παράδοξο: ενώ αυτό είναι το τρίτο μου βιβλίο, πρώτη φορά έκανα παρουσίαση. Έτρεμαν τα χέρια μου λοιπόν, τα χαρτιά μου, η καρδιά μου. Συγκινήθηκα επειδή εκεί ήταν αγαπημένοι μου άνθρωποι απ’ την Κρήτη, μια συμμαθήτριά μου απ’ τη Σάμο, μια οικογένεια που αισθάνομαι δική μου (αυτή του Αντώνη Τσόκου, δηλαδή οι γονείς του που λατρεύω με την αδερφή του), οι φίλοι και φίλες μου κι άλλοι άνθρωποι που δεν τους περίμενα και μου ‘δωσε χαρά η παρουσία τους.

Όταν τελείωσα, μια κοπέλα, η Βερόνικα, που δεν με γνωρίζει προσωπικά, ήρθε και μου είπε δυο λόγια κι ένιωσα πως καλά πήγαν όλα λοιπόν και την Ευχαριστώ γι’ αυτό. Ο μαγικός τρόπος με τον οποίο σμίγουν άγνωστοι μεταξύ τους άνθρωποι κι αφήνουν τα ίχνη της παρουσίας τους ο ένας στον άλλο, δεν εξηγείται, αλλά είναι τόσο όμορφος. Συμβαίνει και στο Facebook αυτό και το λέω με πάσα ειλικρίνεια. Υπάρχουν τόσο ζεστοί άνθρωποι εκεί, με τους οποίους δεν γνωριζόμαστε, αλλά μου γράφουν δυο λόγια και καταλαβαινόμαστε βαθιά. Οι χιλιομετρικές αποστάσεις μπορεί να μην μηδενίστηκαν τη βραδιά της παρουσίασης, θάλασσες, βουνά, σύνορα μας χώριζαν τυπικά και δε μπορούσαν να είναι κοντά μου όπως ήθελαν, αλλά ήταν σαν να βρισκόταν εκεί. Εγώ τουλάχιστον έτσι ένιωσα. Κι εκεί ήταν νοερά κι οι μικρές μου ξαδέρφες απ’ τη Σάμο, η Κατερίνα κι η Μένη κι άλλοι άνθρωποι που ακόμη και αν δεν βρίσκονται πια σ’ αυτό τον κόσμο, ζουν στην ψυχή και στο μυαλό μας.

 

Ωρα να ολοκληρώσω όμως την ανάρτηση. Πολλά έγραψα. Όσες κι όσοι εξάλλου θέλετε να μάθετε κι άλλα για το βιβλίο, να δείτε περισσότερες φωτογραφίες που τράβηξε εκείνη τη βραδιά η Βάσω Σταθούλη,  να στείλετε τις δικές σας κι έχετε λογαριασμό στο FB, εδώ θα βρείτε τη σχετική σελίδα.

Με τη σειρά μου τέλος, επέλεξα, με τα λόγια περίπου που έκλεισα την ομιλία μου όταν παρουσιάστηκε στο «Loukoumi bar» στις 17 Δεκεμβρίου το βιβλίο, να κλείσω σήμερα και την τελευταία ανάρτηση της χρονιάς που φεύγει:

Εν κατακλείδι αυτό που θέλω να ευχηθώ για όλους μας, είναι να νιώθουμε καλά μ’ ό,τι αντικρίζουμε στον καθρέφτη μας στο τέλος της μέρας, όταν είμαστε μόνοι. Γιατί μόνο τότε θα μπορέσουμε να συμπράξουμε με άλλους και αν δεν μάθουμε να δρούμε μαζί, αν κλειστούμε στο μικρόκοσμό μας και πιστέψουμε στην απατηλά περιορισμένη μας πραγματικότητα σαν άλλοι κάτοικοι της Πλατωνικής σπηλιάς, κινδυνεύουμε όχι μόνο να μη ζήσουμε, αλλά να μη μπορέσουμε και ποτέ να παλέψουμε για την Ιδανική μας Πολιτεία… Να μην μπορέσουμε ποτέ ν’ αλλάξουμε αυτό τον κόσμο. Μερικοί νομίζουν πως απαιτούνται παρεμβάσεις τεράστιας κλίμακας, παγκόσμια, για να γίνει κάτι τέτοιο. Κι έτσι δε δρουν ποτέ προς αυτή την κατεύθυνση. Εγώ πάλι πιστεύω πως μετράει και τη ζωή ενός ανθρώπου να προσπαθήσει κανείς ν’ αλλάξεις. Δεν είναι λίγο.

Κι οφείλουμε να γίνουμε η φωνή όσων δεν μπορούν να αρθρώσουν αιτήματα. Και ξέρω ανθρώπους που το έκαναν, όπως ο Αχιλλέας Βασιλικόπουλος, που τόσο πάλεψε για να μην περικοπούν οι συντάξεις των ψυχικά πασχόντων. Τέτοιοι Άνθρωποι είναι οι δικοί μου Ήρωες. Οι εθελοντές που δουλεύουν στα απανταχού  Κοινωνικά Ιατρεία, οι απλοί Άνθρωποι στη Σάμο και τα άλλα νησιά που βοηθούν καθημερινά τους Σύρους πρόσφυγες, όσοι γενικά νοιάζονται, όσοι κατεβαίνουν στο δρόμο. Εκεί που γίνονται οι ουσιαστικές ζυμώσεις και το «εγώ» φτάνει στο «εμείς». Έτσι αλλάζει ο κόσμος… Και κουβαλάω πάντα αυτή την πίστη μέσα μου ή αυτή την ωραία τρέλα αν θέλετε κι εναποθέτω τις ελπίδες μου στις απανταχού συλλογικότητες… Στην εξαιρετικά σκληρή χρονιά που φεύγει, Άνθρωποι όπως τα παιδιά της Κατάληψης «Παπουτσάδικο», οργάνωσαν σημαντικές δράσεις για τους ψυχικά πάσχοντες και με συγκίνησαν πολύ, γιατί σ’ αυτά τα ..θαύματα πιστεύω… Κι εύχομαι, εύχομαι την ίδια τρέλα, την ίδια πίστη πως ο κόσμος μπορεί ν’ αλλάξει, να ‘χετε κι εσείς!

 

Να είστε καλά. Σας ευχαριστώ…

.

.

.

.

.

Δίκτυο Αυτομόρφωσης Θεσσαλονίκης-Εναλλακτικό μοντέλο μόρφωσης

 

Ακούγοντας αυτές τις μέρες από πολλούς ανθρώπους, σχόλια για τα σχολεία που άνοιξαν, για τα νέα βιβλία, για την κατάσταση στην χώρα μας, όσον αφορά το εκπαιδευτικό σύστημα, σκέφτηκα να κάνω αυτή την ανάρτηση, προβάλλοντας ένα εναλλακτικό μοντέλο μόρφωσης, που πριν λίγα χρόνια, προωθήσαμε στο Α. Π. Θ., κάποιοι προπτυχιακοί και μεταπτυχιακοί φοιτητές του τμήματος Ψυχολογίας. Φυσικά, δεν πρόκειται για δική μας «ανακάλυψη», αλλά μάλλον ήμασταν απ’ τους λίγους που το επιχείρησαμε αυτό στην Ελλάδα και θυμάμαι ότι είχαν έρθει τότε και κάποιες ομάδες απ’ την Αθήνα, για να τους ενημερώσουμε για το πως το καταφέραμε. Η αλήθεια είναι ότι ποτέ ως εκείνη τη στιγμή, δεν είχα σκεφτεί πως υπάρχει κι άλλος τρόπος και χάρηκα ιδιαίτερα όταν οι συμφοιτητές μου, μου ζήτησαν να μετέχω σ’ αυτό το εγχείρημα. Θα τα γράψω όπως πάντα, όσο πιο απλά μπορώ, για να καταλάβετε όλοι οι αναγνώστες του blog, που μπορεί να μην είστε τόσο εξικοιωμένοι με τέτοια θέματα, επειδή αυτή η ιδέα, αξίζει να βρει μιμητές.

Κάποιοι φοιτητές λοιπόν του τμήματος Ψυχολογίας, διαπιστώσαμε σε συζητήσεις μας, ότι το πρόγραμμα σπουδών δεν μας κάλυπτε. Ότι υπήρχαν και θεματικές ενότητες που δεν διδάσκονταν, ότι γενικώς θα θέλαμε να γνωρίζουμε περισσότερα πράγματα για κάποια ζητήματα και δεν είχαμε καθόλου γνώση. Αφού συσταθήκαμε σε ομάδα, ενημερώσαμε τους καθηγητές μας αρχκά και εν συνεχεία και καθηγητές άλλων σχολών για τους στόχους μας, μιας και πιστεύαμε πως δεν έπρεπε να περιοριστούμε στο στενό αντικείμενο των σπουδών μας.  Ο ενθουσιασμός, με τον οποίο όλοι τους αγκάλιασαν την προσπάθεια μας, δεν είχε προηγούμενο. Κανείς τους (τουλάχιστον απ’ όσους πλησιάσαμε) δεν είδε με καχυποψία το εγχείρημα, κανείς δεν αισθάνθηκε πως απειλείται μ’ οποιονδήποτε τρόπο απ’ αυτό κι έτσι σύντομα βρεθήκαμε σε αίθουσες, παρακολουθώντας το πρόγραμμα που εμείς είχαμε επιλέξει και διαμορφώσει, παράλληλα με το τυπικό πρόγραμμα της σχολής.

Ακολούθως σκεφτήκαμε, πως όλο το εγχείρημα μας, είχε νόημα να συνοδευτεί και με κοινωνική δράση και στραφήκαμε και προς αυτή την κατεύθυνση, βοηθώντας με όποιους τρόπους μπορέσαμε τότε,  ομάδες του πληθυσμού, που για διάφορους λόγους ήταν κοινωνικά αποκλεισμένες. Το Δίκτυο συνέχισε να λειτουργεί για ένα διάστημα και αφού αποφοιτήσαμε, κάποιοι απ’ τους πρώτους που το οργανώσαμε. Ύστερα απ’ όσο γνωρίζω, η λειτουργία του διακόπηκε, κυρίως επειδή οι νέοι φοιτητές δεν ενδιαφέρθηκαν να το συνεχίσουν κι επειδή εμείς που αρχικά το οργανώσαμε, δεν φροντίσαμε έγκαιρα να βρούμε ανθρώπους που θα έπαιρναν τη θέση μας και θα το συνέχιζαν.

Ωστόσο, θεωρώ πως ήταν επιτυχημένο, επειδή απέδειξε, πως υπάρχουν πάντα τρόποι για να μορφωθεί κάποιος όταν αληθινά ενδιαφέρεται γι’ αυτό. Και θα ήταν πολύ όμορφο, αν μπορούσε αυτή η προσπάθεια μας,  να εμφυσήσει την επιθυμία για ουσιαστική μόρφωση στα παιδιά που σημερα αναλώνονται σε βαθμοθηρίες, στους φοιτητές που αναλώνονται σε συλλογή βεβαιώσεων για το βιογραφικό τους, στον οποιονδήποτε τέλος πάντων, θα ήθελε να κάνει κάτι περισσότερο για τον εαυτό του αλλά και τους άλλους. Δεν χρειάζονται πάντα χρήματα και στρατηγικοί σχεδιασμοί για να υλοποιηθούν κάποιες ιδέες. Μερικές φορές, αρκεί η ανάληψη πρωτοβουλίας και η στράτευση στο στόχο, για να γίνει το όνειρο πραγματικότητα. Και αυτή η εποχή νομίζω ότι πάσχει από οράματα. Θα επανέλθω λοιπόν κάποια στιγμή στο θέμα, αλλά ελπίζω να σας έδωσα μια πρώτη ιδέα. Μακάρι κάποιος, κάπου σ’ αυτό τον κόσμο, να σκεφτεί να την υλοποιήσει. Αξίζει ειλικρινά τον κόπο.

 

..

..

..

Θραύσματα σκέψεων από μια νυχτερινή βόλτα στην Αθήνα

..

..

Περπατούσα αυτές τις μέρες κάπου στο κέντρο και παρατηρούσα μεταξύ άλλων, πόσα αυτοκίνητα ήταν παρακαρισμένα πάνω σε ράμπες, σε πόσα σημεία οι ράμπες δεν έφταναν να ακουμπήσουν στο οδόστρωμα κι αναπόφευκτα δημιουργούνταν κενό, σε πόσα άλλα το τσιμέντο ήταν κατεστραμμένο εκεί που θα έπρεπε να υπάρχει μια ράμπα και μου ΄ρθε στο νου το video που φτιάχτηκε για την προσπελασιμότητα, απ’ τα παιδιά του Α. Π. Θ. Για δείτε το κάνοντας κλικ εδώ και θα καταλάβετε. Με την επικαιρότητα εκείνων των ημερών να τρέχει, νομίζω δεν έμεινε όσο θα έπρεπε αναρτημένο σ’ αυτό τo blog.

Περπατούσα λοιπόν και σκεφτόμουν διάφορα, μεταξύ των οποίων και τι χαμός γίνεται στον Άγιο Παντελεήμονα. Τυχαίνει να είναι απ’ τις πρώτες γειτονιές της Αθήνας που επισκέφτηκα ως παιδί, μιας κι έμεναν εκεί συγγενείς μου. Παρακολουθώ λοιπόν έστω και εκ του μακρόθεν πια, τι συμβαίνει, τι γράφεται, τι διαδραματίζεται, αλλά δεν σχολιάζω τίποτα εφόσον κάποιοι το κάνουν καλύτερα από μένα. Θα πω όμως μόνο, πως το σωστό είναι να γνωρίζουμε κάποια πράγματα, πριν βγάζουμε πύρινους λόγους. Κι υπάρχει μια ιστοσελίδα εδώ, απ’ την οποία νομίζω πως μπορείτε να μάθετε μερικά πράγματα για το Ισλάμ. Και το κυριότερο, μπορείτε να διαβάσετε το Κοράνι, το ιερό βιβλίο των Μουσουλμάνων, για να έχετε ιδίαν γνώση και να μην σας παραμυθιάζει κανείς. Εννοείται βέβαια, πως υπάρχουν σημεία στα οποία χωρούν πολλές ερμηνείες. Αλλά αυτό γίνεται με τα ιερά βιβλία όλων των θρησκειών.

Κι επειδή θυμάμαι με πόσο σεβασμό με αντιμετώπισαν σε κάποια ταξίδια μου, τόσο οι βουδιστές μοναχοί που γνώρισα, όσο και οι Τούρκοι φίλοι, θέλω να ρίξετε μια ματιά κι εδώ. Θα δείτε, ότι στην Τουρκία υπάρχουν άνθρωποι που ένωσαν τις φωνές τους με τις δικές μας, ονόμασαν αδερφό (kardesimsin), τον αδικοχαμένο Αλέξη Γρηγορόπουλο, έκαναν διαδηλώσεις και κινητοποιήσεις κι εξακολουθούν να γεμίζουν με στένσιλ την Κωνσταντινούπολη (ή Istabul για να μην χρειάζεται να διευκρινίζω τα αυτονόητα). Τους απασχολεί ακόμα το ζήτημα. Δεν ξέρω αν αυτό έγινε ρεπορτάζ σε κάποιο δελτίο, αλλά επιτρέψτε μου να αμφιβάλλω.

Όπως επίσης δεν ξέρω και πόσοι από μας γνωρίζουν τις δραστηριότητες μιας Τράπεζας, αλλιώτικης απ’ όλες τις άλλες, που έχει έδρα την γειτονική μας Ιταλία: την Banca Εtica. Την Ηθική Τράπεζα δηλαδή που λειτουργεί με όρους κοινωνικής ευαισθησίας και χρηματοδοτεί από οργανώσεις που μάχονται την Μαφία στον Νότο, μέχρι ιδιώτες που θέλουν να φτιάξουν οικολογικά σπίτια. Μάλιστα, η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Ηθικών Τραπεζών αναζητά τον ιδανικό συνεργάτη στην Ελλάδα, προκειμένου να αποκτήσει και η χώρα μας μια Ηθική Τράπεζα, όχι απαραίτητα με το ίδιο όνομα, αλλά σίγουρα με τον ίδιο καλό σκοπό. Για να δούμε όμως…

Σκόρπιες σκέψεις με οδήγησαν, όπως ήδη θα καταλάβατε, σ’ αυτή την ανάρτηση, μιας και διάφορα θέματα πέρασαν απ’ το μυαλό μου σε κείνη τη βόλτα. Μοιράζομαι μαζί σας θραύσματα απ’ όλα αυτά κι ελπίζω κάτι να σας αγγίξει. Έστω και λίγο. Θα μου είναι αρκετό.

..

..

Μεμονωμένο γεγονός;

..

Από χτες σκέφτομαι τι να γράψω με τη σειρά μου, για το θέμα. Γράφτηκαν τόσα, ειπώθηκαν τόσα. Τα περισσότερα σωστά. Συμφωνώ και τα ασπάζομαι. Ε και; Είναι εύκολο να επαναστατεί κανείς απ’ το blog του κι απ’ τον ωραίο του καναπέ, αλλά δεν αλλάζει έτσι ο κόσμος.

Όσο θεωρούμε πως πρέπει να κοιτάμε τη δουλειά μας και ν’ αφήνουμε τους άλλους να βγάζουν το φίδι απ’ την τρύπα, τέτοια περιστατικά θα λαμβάνουν χώρα δυστυχώς, καθημερινά. Όσο θεωρούμε πως το θέμα δεν μας αφορά, αφού άλλης γυναίκας το παιδί σκοτώθηκε κι όχι το δικό μας, θα δηλώνουμε τη φρίκη και τον αποτροπιασμό μας και θα νομίζουμε κιόλας οτι κάναμε το καθήκον μας. Όσο νομίζουμε πως δεν υπάρχει λόγος να υπερασπιστούμε τον μετανάστη που κάποιοι ποδοπατούν και βρίζουν δίπλα μας, θα ζούμε σ’ έναν τέτοιο κόσμο, που δεν υπολογίζει την αξία της ανθρώπινης ζωής.

Και θα πιστεύουμε πως ότι συνέβη ήταν ένα «μεμονωμένο γεγονός». Αλλά όταν μαζεύονται τόσα «μεμονωμένα γεγονότα», καλό είναι ν’ αναρωτιέται κανείς, αν υπάρχει κι άλλη Αλήθεια πέρα απ’ την «αλήθεια» της τηλεόρασης και την «αλήθεια» που προσπαθούν να μας πουλήσουν κάποιοι, ανεξάρτητα για ποιους λόγους.  Καλό είναι ν’ αναρωτιέται, μήπως είναι κι ο ίδιος συνυπεύθυνος. Καλό είναι να σκέφτεται, μήπως και τα δικά του χέρια είναι βαμμένα στο αίμα.

Καταλαβαίνω την οργή που υπάρχει γύρω μου. Νιώθω πως ζω σ’ ένα καζάνι που βράζει. Δεν ξέρω την κατάληξη αυτής της ιστορίας, αλλά απεχθάνομαι τις γενικεύσεις. Δεν πρέπει να είναι το ζητούμενο η τυφλή βία, που ποιος ξέρει σε τι θα μας οδηγήσει. Ελπίζω να το συνειδητοποιήσουμε όλοι αυτό, πριν να είναι πολύ αργά.

Ντρέπομαι και θλίβομαι για ότι έγινε. Εύχομαι να μην θρηνήσουμε άλλα θύματα. Αλλά αισιόδοξη δεν είμαι, όσο δεν βλέπω να παίρνουμε θέση όλοι μας. Τι άλλο χρειαζόμαστε  δηλαδή για να ταρακουνηθούμε; Πόσο αίμα θέλει πια αυτή η αρένα;

..

..

To Τσεκούρι ή Εν λευκώ

Είναι νύχτα, μια απ’ αυτές τις όμορφες ξάστερες νύχτες, που η δροσιά τους σου καθαρίζει το μυαλό κι εμείς, μια μικρή παρέα φίλων, την εκμεταλλευόμαστε απολαμβάνοντας ένα ποτό στην Καστέλλα. Ένας απ’ τους φίλους μου, έχει φέρει να μου επιστρέψει κάποιο dvd που του δάνεισα και δεν είναι άλλο απ’ «Το Τσεκούρι» του Κώστα Γαβρά. «Le couperet», όπως είναι ο πρωτότυπος τίτλος, για όσους γνωρίζουν γαλλικά. Μοιραία  λοιπόν, αρχίζουμε να συζητάμε για την ταινία. Επειδή όμως κάποιοι απο σας, ίσως δεν την έχετε δει, πρέπει να σας πω με λίγα λόγια την υπόθεση, που βασίζεται σε γνωστό αμερικανικό βιβλίο, ώστε να καταλάβετε περί τίνος πρόκειται.

Πρωταγωνιστής της λοιπόν, είναι  ο Μπρουνό, ο οποίος εργαζόταν ως ανώτερο στέλεχος σε μια χαρτοβιομηχανία, η έδρα της οποίας όμως μεταφέρθηκε στη Ρουμανία, με αποτέλεσμα εκείνος να παραμείνει άνεργος για δυόμιση χρόνια. Καθώς  ο καιρός περνά και βλέπει τα οικονομικά του προβλήματα να γιγαντώνονται και να έχουν αντίκτυπο στην οικογενειακή του ζωή, αποφασίζει να δράσει . Καταλήγει λοιπόν, στο ότι δεν υπάρχει άλλη λύση απ’ το να σκοτώσει ένα ανώτερο διευθυντικό στέλεχος ανταγωνιστικής εταιρείας , ώστε να μπορέσει ακολούθως να διεκδικήσει τη θέση του. Για κακή του τύχη, την ίδια θέση επιβουλεύονται κι έτεροι άνεργοι που έχουν ανάλογα προσόντα με τον Μπρουνό κι έτσι, οδηγημένος σε αδιέξοδο, αρχίζει να τους σκοτώνει έναν-έναν, ώστε μόνο εκείνος τελικά να μπορεί να προσληφθεί στην εν λόγω θέση.

Δεν θα σας γράψω τι γίνεται στο τέλος, όχι μόνο γιατί θα άξιζε να το δείτε μόνοι σας, αλλά κι επειδή εδώ το θέμα μας, δεν είναι η ανάλυση της ταινίας ή το μαύρο χιούμορ της ή οι στόχοι του κυρίου Γαβρά, τον οποίο παρεμπιπτόντως θαυμάζω, αλλά η ίδια η ανεργία σαν κατάσταση. Δεν απέχει πολύ μου φαίνεται η εποχή που κάποιος θα σκοτώνει για μια θέση. Ήδη ζούμε σε καιρούς που οι περισσότεροι άνθρωποι μεταχειρίζονται κυριολεκτικά οποιοδήποτε μέσο, για να προσληφθούν κάπου. Άλλος χρησιμοποιεί κάποιον γνωστό του, που ξέρει κάποιον που θα μπορούσε να μιλήσει σε κάποιον άλλο και τα λοιπά και τα λοιπά.  Άλλη χρησιμοποιεί την εμφάνιση της ή υπόσχεται πράγματα ως αντάλλαγμα αν ο σκοπός της επιτευχτεί. Άλλοι πάλι, απ’ αυτούς που ανήκουν στη λαμπρή μειοψηφεία,  πηγαίνουν εντελώς με το σταυρό στο χέρι και δεκαπέντε σελίδες βιογραφικό για να καταφέρουν τι όμως; Να δουλεύουν με σύμβαση μερικών μηνών, ανασφάλιστοι κάποιες φορές, σε θέση κατώτερη των όποιων προσόντων τους, να παίρνουν τα πολυδιαφημισμένα  700 ευρώ, να κλείνουν τα μάτια τους μπροστά σε ό,τι στραβό βλέπουν και το βράδυ να σερβίρουν ποτά σε κάποιο μπαρ, για να συμπληρώσουν το εισόδημα τους. Κι αυτό είναι μόνο η επιφάνεια.

Γιατί κάτω απ’ την επιφάνεια, η κατάσταση είναι ακόμα πιο δυσάρεστη. Επειδή ένας άνθρωπος που ζει έτσι και δουλεύει σε δύο δουλειές ή ακόμη χειρότερα συνεχίζει τις σπουδές του, δεν μπορεί να έχει προσωπική ζωή. Συχνά δεν μπορεί καν να ζήσει σε δικό του σπίτι. Δεν είναι παράξενο λοιπόν που τόσοι τριαντάρηδες ζουν ακόμα με τους γονείς τους. Ούτε είναι παράξενο που δεν διανοούνται να κάνουν οικογένεια. Για την ακρίβεια, δεν διανοούνται καν να δεθούν με οποιονδήποτε, γιατί δεν μπορούν να πάρουν την ευθύνη μιας μόνιμης σχέσης. Γιατί η μόνιμη σχέση, απαιτεί κάποια πράγματα που εκείνοι δεν διαθέτουν, όπως χρόνο, χρήματα και μέλλον. Χρόνος δεν υπάρχει, δεν μπορεί να υπάρξει όταν δουλεύεις σε δυο δουλειές ή δουλεύεις και συγχρόνως σπουδάζεις. Χρήματα για εξόδους, εκδρομές, δωράκια και τα σχετικά, εννοείται δεν υπάρχουν κι όσο για μέλλον, ποιος μπορεί να το σκεφτεί όταν το παρόν του είναι τόσο απαιτητικό; Πείθουν  λοιπόν τον εαυτό τους, πως δεν είναι τύποι για μόνιμες σχέσεις και κάνουν ότι μπορούν για να το υποστηρίξουν.  Γιατί είπαμε: ο έρωτας πλέον μετριέται με οικονομικούς όρους.

Τελευταία απ’ το Λυκαβηττό ως την ύστερη γωνιά της Αθήνας, βλέπω ζευγάρια σε παγκάκια. Πολλά ζευγάρια. Και δεν πρόκειται βέβαια,  για μαθητές λυκείου, αλλά για κοπέλες στα τριάντα κι άντρες ακόμη μεγαλύτερους. Που θα μπορούσαν σαφώς, κάπου καλύτερα να βρίσκονται εκείνη τη στιγμή, γιατί μην μου πείτε πως ξαφνικά όλη η Αθήνα ανακάλυψε τον ρομαντισμό των πάρκων, γιατί συγνώμη, δε θα το πιστέψω. Αλλά πόσο πάρκο και παγκάκι και Λυκαβηττό ν’ αντέξει πια μια σχέση; Γρήγορα επέρχεται ο κορεσμός κι ο καθένας παίρνει το δρόμο του. Αλλά τι πειράζει; Αφού είπαμε: ποιος είναι σήμερα έτοιμος για μόνιμη σχέση;

Καλώς ή κακώς είμαστε η γενιά που ζει, με όσα μάζεψαν για μας οι προηγούμενες γενιές. Αλλά το θέμα είναι πως δεν βρίσκουν όλοι κάτι απ’ τους γονείς τους. Κι εγώ δεν έχω κανένα φίλο ή φίλη, που να μπορεί να αγοράσει σπίτι, μην σας πω ούτε μηχανάκι, όσο σκληρά κι αν δουλέψει, γιατί πλέον οι μισθοί πείνας, δεν αρκούν ούτε για τα απαραίτητα. Πως να κάνει κάποιος και αποταμίευση; Πέρασαν εκείνες οι εποχές της συσσώρευσης ακινήτων και αγαθών. Και φυσικά δεν αναφέρομαι σε αλλαγές κυβερνήσεων και τα σχετικά, που ποσώς μ’ απασχολούν. Βλέπω μόνο την κατάληξη μιας μακράς διαδικασίας η οποία δυστυχώς είναι αυτή.

Κι αισθάνομαι ότι αυτή η ταινία, «Το Τσεκούρι» είναι προφητική. Πολύ προφητική. Και δεν μπορώ να ξεχαστώ κι ας είναι ωραία η βραδιά κι απ’ τα ηχεία ακούγεται εκείνο το υπέροχο τραγούδι που λέει η Μποφίλιου:

«…Αν σ’ αγαπούν να μάθουν να το λένε
κι αν δεν στο πουν να μάθεις να το κλέβεις
κι αν θες να δεις τ’ αληθινά να καίνε
πρέπει στο ύψος της φωτιάς ν’ ανέβεις…

Και σε λυπούνται που δεν το ‘χεις νιώσει
κι εσύ λυπάσαι που το ξέρεις πρώτος
και που κανείς δεν είχε λάβει γνώση
πως η σιωπή σου ήταν πάντα κρότος…

Δικαίωμα μου να ποντάρω λίγα
δικαίωμα μου να πηγαίνω πάσο
κι εκεί που λένε πως ποτέ δεν πήγα
εγώ δεν πρόλαβα να το ξεχάσω…

Κι όποιος ρωτήσει γιατί πάντα φεύγω
μ’ αυτό τον τόνο του λευκού στο βλέμμα
τους λέω μια φράση σα να υπεκφεύγω
με μια ελπίδα να ‘ναι σαν και μένα…

Τίποτα σημαντικό
ζω μονάχα εν λευκώ.
Τίποτα σημαντικό
ζω μονάχα εν λευκώ…»