Στα ίχνη του Joyce στην Τεργέστη: Η σχέση του με τους Έλληνες και την Ελλάδα – Μέρος ΙΙ

1. Ο James Joyce με την εκδότριά του Sylvia Beach και την Adrienne Monnier στο θρυλικό βιβλιοπωλείο Shakespeare & Company στο Παρίσι, το 1920

.

Σας είχα αναφέρει την προηγούμενη φορά την επιμονή του James Joyce σχετικά με το μπλε χρώμα του εξωφύλλου του “Οδυσσέα”, που θα έπρεπε ν’ αντιστοιχεί μ’ αυτό της σημαίας μας. Ήξερε πολύ καλά τι ήθελε και χρειάστηκαν αρκετές προσπάθειες ώστε οι άνθρωποι που ασχολήθηκαν με το σχεδιασμό να φτάσουν στο επιθυμητό για κείνον αποτέλεσμα. Όταν τελικά ο στόχος επιτεύχθηκε, ανέμισε κι η ελληνική σημαία έξω απ’ το βιβλιοπωλείο στο Παρίσι, για να σηματοδοτήσει το γεγονός της έκδοσής του. Και δεν είναι τυχαίο που κι εγώ σήμερα δημοσιεύω αυτή την ανάρτηση μιας κι οι φανατικοί αναγνώστες του γιορτάζουν τη Bloomsday (δείτε εδώ στα ελληνικά κι εδώ στα αγγλικά, σχετικούς συνδέσμους). Να λοιπόν η περιγραφή της Edna O’ Brien σχετικά με το πως έφτασε το βιβλίο ως το τυπογραφείο.

“His demands concerning paper, binding, and typeface were inflexible. He wanted the cobalt blue of the Greek flag on his cover, but locating the correct dye to reproduce that exact blue meant that Darantière had first to journey to Germany, and then submit samples to Joyce, and Joyce didn’t feel that the white lettering on blue had the magic impact of white islands on a blue archipelago of water. Joyce insisted that Darantière send him five sets of page proofs. He constantly made changes on them, and the corrected pages were so scarred with stars and lineations that the beleaguered printer threatened to withdraw. Through it all, Sylvia Beach remained sanguine. The Greek flag fluttered outside her shop, alerting passersby to the great pending event”.

2. Αντίτυπο της πρώτης έκδοσης του «Οδυσσέα»

.

Έτσι κι αλλιώς και σ’ άλλα του βιβλία αναφέρεται η Ελλάδα. Στην Τεργέστη μάλιστα όπου δίδασκε αγγλικά, είχε και Έλληνες μαθητές (μεταξύ άλλων ο Βαρόνος Ambrogio Ralli, ο Κόμης Sordina, μέλη της οικογένειας Galati κ.α.) κι όπως εξήγησα ήδη εδώ είχε ασχοληθεί πολύ με την ελληνική γλώσσα. Ελπίζω να είδατε και την ταινία της Βουβούλα Σκούρα που σας πρότεινα, αλλά αν όχι μπορείτε πάντα ν’ αναζητήσετε το βιβλίο της Μαντώς Αραβαντινού και να μελετήσετε κι αυτό το άρθρο. Ο ίδιος έλεγε τα ακόλουθα:

“I speak or used to speak modern Greek not too badly … and have spent a great deal of time with Greeks of all kinds from noblemen down to onion-sellers, chiefly the latter. I am superstitious about them. They bring me luck”.

3. To Teatro Lirico Giuseppe Verdi στην Τεργέστη (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

.

Στην Τεργέστη λοιπόν περνούσε χρόνο σε διάφορα μέρη, όπως το Theatro Verdi (η προσωπική ιστορία και το έργο του σπουδαίου συνθέτη Giuseppe Verdi συνδέεται ομοίως με την πόλη) καθώς ήταν λάτρης της όπερας σε τέτοιο σημείο ώστε να προσπαθήσει να γίνει επαγγελματίας τραγουδιστής του είδους, αλλά ήταν παράλληλα και συχνός επισκέπτης της ορθόδοξης ελληνικής εκκλησίας του Αγίου Νικολάου (San Nicolo dei Greci). Μερικοί μελετητές υποστηρίζουν όπως μπορείτε να διαβάσετε εδώ, ότι θα πρέπει να δούμε το γεγονός αυτό (του ότι τον γοήτευε η Ορθοδοξία), σαν μέρος της προσπάθειας του να καταλάβει και να γνωρίσει, να εκτιμήσει εντέλει τον ελληνικό κόσμο, τον ελληνικό πολιτισμό. Κι αυτό επειδή είναι γνωστή η κριτική του στάση σε ζητήματα πίστης. Στα λόγια του πάλι μπορούμε ν’ ανατρέξουμε για να καταλάβουμε περισσότερα για τις προθέσεις του, σε όσα έγραψε δηλαδή σε μιαν επιστολή προς τον αδερφό του, επειδή οι συνάδελφοί του παρατηρούσαν μια ασυμφωνία ανάμεσα σε όσα έλεγε για τον Χριστιανισμό και στην παρουσία του απ’ την άλλη στην Εκκλησία :

«He says I will die a Catholic because I am always moping in and out of the Greek churches and am a believer at heart, whereas in my opinion, I am incapable of belief of any kind”.

4. Η εκκλησία San Nicolo dei Greci (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

.

Προσωπικά δεν με εκπλήσσει καθόλου αυτή του η συμπεριφορά, όντας πολύ εξοικειωμένη με τις αντιφάσεις των ανθρώπων. Αναφέρω όμως όλα τα στοιχεία και σας προτείνω να συμβουλευτείτε κι αυτό το άρθρο, για να έχετε πλήρη εικόνα, όσ@ τουλάχιστον μαθαίνετε για ‘κείνον για πρώτη φορά ή όσ@ τον έχετε μεν διαβάσει αλλά δεν είχατε ασχοληθεί τόσο μ’ αυτές τις πλευρές του χαρακτήρα του. Αυτές οι δύο αναρτήσεις άλλωστε, είναι γραμμένες όσο το δυνατόν πιο απλά ακριβώς γιατί για μένα έχει σημασία να καταλαβαίνει ο καθένας που με διαβάζει. Αν παρακινηθείτε κιόλας ν’ ασχοληθείτε με το έργο του ή να μάθετε περισσότερα για τον τόσο σπουδαίο συγγραφέα, ακόμη καλύτερα. Κι αν όχι, θα σας μείνουν έστω αυτές οι λίγες πληροφορίες στο μυαλό μιας και σαφώς το θέμα δεν το ανέλυσα διεξοδικά. Μια εισαγωγική κάνω εδώ και σας παίρνω νοερά μαζί μου σ’ ένα ταξίδι.

.

Στο βάθος η εκκλησία San Nicolo dei Greci όπως φαίνεται απ’ το λιμάνι της Τεργέστης (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

.

Αυτός λοιπόν είναι ο Ναός που επισκεπτόταν ο Joyce και στις φωτογραφίες που τράβηξα τον βλέπετε από διαφορετικά σημεία, κοντά και μακριά, όπως τον είδα κι εγώ κι εδώ υπάρχουν περισσότερα να μάθετε, αν σας ενδιαφέρει. Τώρα όμως λέω, να επιστρέψω στο αρχικό μου ερώτημα και να ποιο ήταν: έχει νόημα να δει κανείς όλα τα στέκια του στην Τεργέστη ή έστω αρκετά απ’ αυτά ή αντ’ αυτού καλύτερα να προτιμήσει μια επίσκεψη στο Μουσείο που υπάρχει εκεί κι είναι αφιερωμένο σε κείνον; Σαφώς αφορά τους πιο φανατικούς θαυμαστές του και θα σας το απαντήσω την επόμενη φορά, γράφοντας μερικά ακόμη στοιχεία σχετικά με το θέμα μας που πιστεύω έχει νόημα να γνωρίζετε όλ@. Σήμερα πάντως, γίνεται κι αυτή η εκδήλωση στην Αθήνα, για να γιορταστεί κατάλληλα η Bloomsday. Σε περίπτωση που σας ενδιαφέρει να την παρακολουθήσετε μπορείτε να πληροφορηθείτε τις λεπτομέρειες από εδώ.

(συνεχίζεται)

.

* Η πρώτη φωτογραφία είναι από εδώ, η δεύτερη από εδώ (κι αξίζει να μάθετε πόσο πουλιέται στις μέρες μας ένα αντίτυπο της πρώτης έκδοσης του βιβλίου) και οι άλλες τραβήχτηκαν από μένα στην Τεργέστη. Μπορείτε να δείτε κι άλλες στους προσωπικούς λογαριασμούς που διατηρώ σε flickr και instagram.

Στα ίχνη του Joyce στην Τεργέστη: Η σχέση του με τους Έλληνες και την Ελλάδα – Μέρος Ι

«Οι Έλληνες μου έφεραν πάντα τύχη»

1. Λεπτομέρεια απ’ το άγαλμα του Joyce στην Τεργέστη (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

.

Τον περασμένο Ιούλιο, βρέθηκα πάλι στην Τεργέστη. Ακολουθώντας τα ίχνη του James Joyce αυτή τη φορά. Κι όσο καθόμουν στο ιστορικό Caffè degli Specchi, που στεγάζεται στο Palazzo Stratti (κτίσμα του 1839, ιδιοκτησίας τότε του ισχυρότατου έλληνα εμπόρου, διευθυντή μεταξύ άλλων του Thaetro Novo, Niccolò Stratti και λογοτεχνικό στέκι αργότερα μεταξύ άλλων και του μεγάλου συγγραφέα, στην Piazza Unità d’Italia), σκεφτόμουν ότι με παρόμοιο περιπετειώδη τρόπο, ξεκίνησε κι η δική του ζωή στον τοπικό σταθμό των τρένων όταν έφτασε ταλαιπωρημένος με την έγκυο σύντροφό του Nora Barnacle κι έψαχνε για κατάλυμα, ώστε να περάσουν κάπου τη νύχτα. Τα κοινά μας βιογραφικά σημεία βέβαια σταματούν εκεί, αφού εκείνος κατάφερε τελικά να την αγαπήσει πολύ, αυτή την πανέμορφη πόλη της Αδριατικής (που διάλεξε για την αυτοεξορία του), στην οποία ήρθε για πρώτη φορά το 1904 κι έφυγε οριστικά το 1919. Εμένα εξακολουθεί να με διώχνει μακριά της, η “σχέση” μας είναι δύσκολη, αλλά λίγη σημασία έχει αυτό. Όταν τουλάχιστον επιστρέφω, έχω σίγουρα κάποιο καλό λόγο για να το κάνω. Τη συγκεκριμένη στιγμή ακολουθούσα τα βήματά του συμβουλευόμενη πλήθος πηγών. Κι υπάρχουν τόσα πολλά σημεία με τα οποία έχει συνδεθεί τ’ όνομά του κι όπου μπορεί κανείς να ξετυλίξει την ιστορία του. Έχει όμως νόημα να τα δει κανείς όλα αυτά, ενώ υπάρχει και το αφιερωμένο σ’ εκείνον, Μουσείο; Θα σας γράψω τη γνώμη μου σ’ αυτή τη σειρά των αναρτήσεων και θα μοιραστώ μαζί σας φωτογραφίες που τράβηξα κι άλλες που έψαξα και βρήκα…

2. Caffè degli Specchi (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Καταρχάς, το διάστημα που ζούσε στην Τεργέστη, ήταν συχνότατος θαμώνας πολλών χώρων που σέρβιραν αλκοόλ (του άρεσε το αψέντι), όπως γράφουν οι βιογράφοι του και διαβάζουμε χωρίς την παραμικρή έκπληξη, όσ@ γνωρίζουμε αρκετά πράγματα για τη ζωή και το έργο του. Έχουμε υπόψη μας άρα, ότι απ’ την πρώτη νύχτα έμπλεξε σε καυγά σε μπαρ και κατέληξε να συλληφθεί και να βρεθεί στο κρατητήριο. Αν όμως δεν σας είχε απασχολήσει ως τώρα ως προσωπικότητα, μιας και θεωρούνται περίπλοκα και δυσνόητα τα βιβλία του (όχι όλα βέβαια), σήμερα θα μάθετε αν μη τι άλλο, μερικά πράγματα για εκείνον. Αφού τα μπαρ, τα καφέ και τα εστιατόρια που σύχναζε (ακόμη κι αν είχε ελάχιστα χρήματα στην τσέπη του), ήταν πάμπολλα λοιπόν, και τα περισσότερα βρίσκονται κοντά στην πλατεία Unità d’Italia δεν βρήκα ότι υπήρχε λόγος να τα δω ένα προς ένα. Μερικά συνεχίζουν τη λειτουργία τους και έχουν λίγο-πολύ την ίδια ατμόσφαιρα που είχαν κάποτε, όπως αυτό που βρέθηκα εγώ, το Stella Polare, αλλά και το Caffè Pasticceria Pirona όπου άρχισε να γράφει τον “Οδυσσέα” κι έχει νόημα ίσως μια επίσκεψη εκεί. Άλλα στέκια του δεν υπάρχουν πια, κάποια τον «διεκδικούν χωρίς να μπορεί να διαπιστωθεί αν όντως πήγαινε σ’ αυτά, ενώ “ξεφύτρωσαν” και μερικά καινούρια καφέ, που φέρουν τ’ όνομά του στις ταμπέλες τους, όπως άλλωστε και ένα ξενοδοχείο, στου οποίου το δρόμο βρέθηκα τυχαία μόλις πάρκαρε το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινα. Ήταν κι αυτό ένα απ’ τα μικρά, καθημερινά συμβάντα που μας κάνουν να σκεφτόμαστε την “θεά” τύχη και τα παιχνίδια της. Έπαιξε άλλωστε το ρόλο της και στο να κάνω τη δημοσίευση αυτή που ετοίμαζα από πέρυσι, τώρα, αφού από αύριο και ως την Τρίτη θα μπορείτε να δείτε κι εσείς απ’ το site της Ταινιοθήκης της Ελλάδας, τη σπουδαία ταινία της Βουβούλα Σκούρα που τον αφορά και τιτλοφορείται «THE RED BANK. James Joyce: Τα Τετράδιά του, των Ελληνικών». Κι έτσι θα διαπιστώσετε το πόσο πολύ ασχολήθηκε με τη γλώσσα μας. Η πρώτη που ανέδειξε αυτό το θέμα βέβαια, ήταν η ποιήτρια και μεταφράστρια τεσσάρων βιβλίων του, Μαντώ Αραβαντινού. Ακούστε όμως, αυτή τη συνέντευξη της σκηνοθέτιδας απ’ το Δεύτερο Πρόγραμμα της ΕΡΤ Open και θα τα μάθετε τα της ταινίας. Δεν χρειάζεται να γράψω κάτι άλλο εγώ.

Η Τεργέστη, για να φτάσουμε και στο “σκηνικό” της ιστορίας μας, πριν εξηγήσω περισσότερα πράγματα για τον Joyce, έχει άρωμα Ελλάδας. Καθόλου τυχαίο αυτό φυσικά αφού υπήρχε ισχυρή ελληνική παροικία εκεί, όπως θα καταλάβατε, αν δεν το ξέρατε ήδη απ’ τα μαθήματα της Ιστορίας. Αλλά όχι μόνο ελληνικό άρωμα. Ήταν πάντα ένα σταυροδρόμι πολιτισμών, ένα σημαντικότατο λιμάνι, ανάμεσα στα “θερμά” κι ασταθή συνήθως Βαλκάνια και την Ευρώπη. Όπως έχει γράψει ο ιστορικός λογοτεχνίας Kevin Birmingham, στο βιβλίο του «The Most Dangerous Book: The Battle for James Joyce’s Ulysses», αν ο Joyce ήθελε να δραπετεύσει απ’ την “Ireland’s provinciality” – πράγμα σίγουρο, σκέφτομαι, καθώς θυμάμαι εκτός των άλλων και το ποίημα με τον τίτλο “The Holy Office” (στο οποίο υπάρχει κι η ελληνική λέξη Katharsis κι όπου διακρίνονται και οι αιτίες που τον έκαναν ν’ αποστασιοποιηθεί), βρήκε τότε το τέλειο μέρος. Μια περιοχή όπου οι Ιταλικές διάλεκτοι συναντούσαν τις Γερμανικές, τις Τσέχικες, τις Ελληνικές. Στην Τεργέστη υπήρχαν επίσης πολλοί Σέρβοι (κι άλλοι με εθνική καταγωγή απ’ την πρώην Γιουγκοσλαβία, Σλοβένοι, Κροάτες κτλ), καθώς και Αλβανοί. Μοιραία λοιπόν συγγραφείς σύγχρονοι, αλλά και προγενέστεροι, σ‘ αυτή την πόλη βάζουν τους ήρωές τους να περιπλανώνται και να ζουν τα πάθη τους, στα ιστορικά τους μυθιστορήματα. Το γράφω αυτό έχοντας στο νου μου για παράδειγμα τον εξαιρετικό Ράντοσλαβ Πέτκοβιτς και το βιβλίο του «Η μοίρα και τα σχόλια» (κυκλοφορεί απ’ τις εκδόσεις “Καστανιώτη”, σε μετάφραση: Ράντοσλαβ Μπρκόβιτς), που κάνει συχνές αναφορές και στους Έλληνες που ζούσαν εκεί. Στο βιβλίο μάλιστα υπάρχουν κι αυτοί οι υπέροχοι στίχοι του Μίλαν Τζόρτζεβιτς:

Όλοι εξαφανιζόμαστε, είμαστε Σέρβοι από την Τεργέστη,
ξεθωριασμένα γράμματα, γαλάζιο αίμα·
όλοι πίσω μας αφήνουμε τα αποτυπώματα των δαχτύλων στη σκόνη των σπιτιών μας, τα ημερολόγια των λωτών, σφουμάτο αναμνήσεις των αρωμάτων, εκείνη τη φλόγα που παρουσιάσατε μες στο σκοτάδι, σαν οπτασία πάνω απ’ τα νερά, και πνίγει τους ανθρώπους που την ακολουθούν.

Είναι μια πόλη επομένως που δεν ανήκει κατά κάποιον τρόπο σε κανένα κι απ’ την άλλη σ’ αυτήν πολλοί λαοί, αισθάνονται ότι βρίσκονται σε οικείο έδαφος, σαν στο σπίτι τους, αφού οι συμπατριώτες τους κάποτε άφησαν τα ίχνη τους στους δρόμους της. Μόνο τους τελευταίους αιώνες της ιστορίας της να σκεφτούμε, φτάνει για να το καταλάβουμε. Την κατείχαν οι Γάλλοι, πέρασε στην Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία, ακολούθως ενώθηκε με την Ιταλία, στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο όμως την κατέλαβαν οι Γερμανοί, την απελευθέρωσαν οι δυνάμεις του Τίτο κι έτσι πέρασε στη Γιουγκοσλαβία και τελικώς κατέληξε πάλι στην Ιταλία. Κι ο ήρωας του “Οδυσσέα”, Leopold Bloοm μοιάζει περισσότερο με Τριεστίνο παρά με Ιρλανδό, όπως ισχυρίζονται κάποιοι μελετητές (δείτε εδώ ένα σχετικό βιβλίο).

3. James Joyce / Ettore Schmitz

Τον “αναγνωρίζουν” μάλιστα στο πρόσωπο του Svevo (του Ettore Schmitz δηλαδή, που ήταν Εβραίος συγγραφέας), στον οποίο ο Joyce έκανε μαθήματα αγγλικών (έτσι βιοποριζόταν) και σύχναζαν παρέα και στο Caffè degli Specchi, μεταξύ άλλων. Εκείνο που είναι απολύτως σίγουρο πάντως, είναι ότι ο συγγραφέας επέμενε στο Παρίσι, στο θρυλικό βιβλιοπωλείο Shakespeare and Company όπου και συνάντησε την εκδότρια Sylvia Beach, σχετικά με το ότι έπρεπε το μπλε χρώμα στο εξώφυλλο του βιβλίου να είναι ίδιο με της ελληνικής σημαίας, όπως έχει αναφερθεί απ’ τον Edwuard Bishop, ώστε να “θεμελιώνεται” κι η σχέση “κειμένου” και “βιβλίου”.

(συνεχίζεται)

*Οι φωτογραφίες 1 και 2 τραβήχτηκαν από μένα. Η 3 είναι από εδώ. Κι άλλες, σύγχρονες φωτογραφίες της Τεργέστης, θα βρείτε στους λογαριασμούς που διατηρώ σε flickr και instagram αντίστοιχα.

Višegrad – Andrićgrad: Βόλτα στο Γεφύρι του Δρίνου και στις καινούριες γειτονιές του – Mέρος ΙΙ

Μονάχα μια φορά το χρόνο το γεφύρι πλημμύριζε φως πέρα ως πέρα. Αυτό γινόταν στις 18 Αυγούστου το βράδυ, κάθε χρόνο, στα γενέθλια του αυτοκράτορα Φραγκίσκου Ιωσήφ. Οι αρχές στόλιζαν από την παραμονή το γεφύρι με γιρλάντες από φύλλα και λουλούδια και σειρές από μικρά πεύκα, και με το που σκοτείνιαζε, άναβαν όλα τα φανάρια και μια ολόκληρη σειρά από μικρά φωτάκια που φώτιζαν τον κόσμο όλο. Τα μικρά διάσπαρτα φωτάκια, εκατοντάδες κονσερβοκούτια γεμισμένα με λίπος και στεαρίνη, έφεγγαν πάνω στα πεζούλια του γεφυριού. Φωτιζόταν το μεγαλύτερο μέρος του, ενώ οι άκρες κι οι κολώνες που το στηρίζουν ήταν στο σκοτάδι, κι έτσι το φωτεινό κομμάτι του γεφυριού φαινόταν ξεκομμένο και μετέωρο στο κενό. Οι γιορτές όμως τελειώνουν γρήγορα και τα φώτα σβήνουν. Την άλλη μέρα κιόλας το γεφύρι είναι πάλι ίδιο, όπως και τις καθημερινές…

Ίβο Άντριτς

(απόσπασμα απ’ το μυθιστόρημα «Το γεφύρι του Δρίνου», μτφ: Χρήστος Γκουβής, εκδ: «Καστανιώτη», 1997)

Višegrad, Ιούλιος του 2018 (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Ακόμα τις καθημερινές είναι όμορφο αυτό το γεφύρι. Και τις μέρες και τις νύχτες που φωτίζεται με σύγχρονους πια τρόπους. Και το χειμώνα με τις μολυβένιες συννεφιές και το καλοκαίρι που οι αχτίδες του ήλιου υπογραμμίζουν κάθε χρώμα. Περισσότερο απ’ όλα όμως, το κυρίαρχο πράσινο. Οι τουρίστες πηγαίνουν για βαρκάδα στο ποτάμι, ανεβαίνουν στο κάστρο ή κάνουν βόλτα με το τρένο, οι ντόπιοι κατεβαίνουν για ψάρεμα ή για να ταξιδέψουν τις σκέψεις τους στα κρυστάλλινα νερά του Δρίνου, περπατώντας το.

Višegrad , Το ιστορικό γεφύρι του ποταμού Δρίνου, Ιούλιος του 2018 (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Οι ταξιδιώτες που γνωρίζουν την ιστορία του τόπου, ψάχνουν να δουν από κοντά το μικρό σπίτι του Ίβο Άντριτς, το μνημείο που του έφτιαξε ο γλύπτης Ljupko Antunovic απ’ το Sarajevo και ζητούν πληροφορίες στο Πολιτιστικό Κέντρο σχετικά με το πως μπορούν να δουν την «σχολική τάξη του Ίβο Άντριτς» (δηλαδή ένα χώρο διακοσμημένο όπως συνηθιζόταν να είναι τα Δημοτικά Σχολεία στις αρχές του 19ου αιώνα, αφιερωμένο σε κείνον, όπου υπάρχουν και φωτογραφίες του). Περιττό να γράψω πως αν δεν έχετε διαβάσει το σπουδαίο βιβλίο του, αξίζει να βάλετε στόχο τώρα να το κάνετε. Όλα όσα έγραψε έχουν μεγάλο ενδιαφέρον, φυσικά, αλλά για ευνόητους λόγους σήμερα στο προσκήνιο είναι «Το γεφύρι του Δρίνου».

Višegrad , Γενική άποψη της πόλης, όπου φαίνεται στα δεξιά κι η ορθόδοξη σερβική εκκλησία της Παρθένου Μαρίας, Δεκέμβρης του 2019 (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Το Višegrad των σχεδόν 12 χιλιάδων κατοίκων (οι 5.862 εξ’ αυτών κατοικούν στο κέντρο κι οι υπόλοιποι στην ευρύτερη περιοχή), σύμφωνα με την υπογραφή του 2013, έχει πια στην συντριπτική του πλειοψηφία χριστιανικό πληθυσμό (γι’ αυτό άλλωστε κι αποτελεί τμήμα της Σερβικής Δημοκρατίας όπου τελευταία πληθαίνουν οι συζητήσεις περί απόσχισης ) κι ας μη λείπουν τα τζαμιά απ’ το τοπίο. Η ορθόδοξη σερβική εκκλησία της Παρθένου Μαρίας είναι ένα πολύ όμορφο, λευκό κτίριο, χτισμένο απ’ το 1884 που φαίνεται κι απ’ το Δρίνο. Στο Μοναστήρι της ιστορικής πόλης του Dobrun (γνωστό κι ως Kruševo) δεν πήγα, αλλά αν σας ενδιαφέρει να έχετε υπόψη την ύπαρξή του. Για τα spa και τι λοιπές ανέσεις που δεν άπτονται των ενδιαφερόντων μου, δε μπορώ να σας διαφωτίσω, αλλά θα βρείτε πληροφορίες εύκολα αν ψάξετε. Πιο χρήσιμο ίσως πάντως είναι να σας προτείνω να περάσετε απ’ το Visegrad House, όπου θα βρείτε λογής λογής τοπικά παραδοσιακά προϊόντα.

Andrićgrad, μνημείο Ivo Andrić, Δεκέμβρης 2019 (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Ο μεγαλύτερος όγκος των τουριστών πάντως είναι βέβαιο ότι πηγαίνει πια στο Andrićgrad, μια πόλη μες την πόλη, σχεδιασμένη απ’ τον Emir Kusturica κι αφιερωμένη στον Ίβο Άντριτς (υπάρχει κι αντίστοιχο ινστιτούτο), που βρίσκεται πολύ κοντά στο κέντρο του Višegrad. Κι ο λόγος που έφτασε ως εδώ η διήγησή μου και τώρα σας γράφω γι’ αυτήν, είναι η αμηχανία που μου προκαλεί. Πρόκειται για ένα πολύ μεγάλο project τελειωμένο θεωρητικά, αλλά όχι πλήρως μάλλον ακόμη (άκουσα τουλάχιστον δύο ξεναγούς διαφορετικών γκρουπ να «απολογούνται» για κτίρια που δεν έχουν ολοκληρωθεί). Διαθέτει ξενοδοχεία, εστιατόρια, κινηματογράφους, γκαλερί, βιβλιοπωλείο, εκκλησία κ.α. Έχει πολύ ενδιαφέρουσες γωνιές, οπωσδήποτε (γράφει κι ο Γιώργος Στάμκος στο βιβλίο του περισσότερα γι’ αυτό).

Andrićgrad, η θέα του δρόμου Mlada Bosna απ’ τον πρώτο όροφο του Cafe Goya, Δεκέμβρης 2019 (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Παρ’ όλα αυτά, δεν κρύβω κιόλας, πως όσο λάτρεψα το χαριτωμένο φολκλόρ στο Küstendorf (δηλαδή στο «χωριό του Εμίρ Κουστουρίτσα για το οποίο σας έχω γράψει τις εντυπώσεις μου εδώ), τόσο αποστασιοποιήθηκα στο Andrićgrad, μετά από αρκετές βόλτες. Κάθισα λοιπόν με την ησυχία μου στο Cafe Goya, που σίγουρα μου άρεσε πολύ, προσπαθώντας ν’ αποφύγω τους σωματοφύλακες που συνωστίζονταν εκεί γύρω, μιας κι επίσημοι απ’ την κυβέρνηση είχαν μόλις φτάσει στη Σερβική Πρεσβεία κι ύστερα επέστρεψα στο Višegrad. Παρά το ότι με αγγίζει πολύ η ενωτική (ας την χαρακτηρίσω έτσι) φιλοσοφία του Kusturica, οι λόγοι δημιουργίας αυτού του μέρους δηλαδή όπου έγινε προσπάθεια να συνδυαστούν στυλ διαφορετικών εποχών, για τα δικά μου γούστα είναι πολύ τουριστικό . Δεν λέει τίποτα όμως αυτό. Εσείς να πάτε, αν έχετε την ευκαιρία (δείτε εδώ κι άλλες φωτογραφίες). Γιατί καλύτερα γενικώς, είναι να ‘χει ο καθένας μας δική του γνώμη.

Andrićgrad, Η ορθόδοξη Εκκλησία, Δεκέμβρης 2019 (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Κλείνοντας την ανάρτηση πάντως, θα σας εξομολογηθώ ότι φεύγοντας απ’ το Višegrad τον περασμένο Δεκέμβρη, με θυμάμαι να περνάω έξω απ’ το Πολιτιστικό Κέντρο, (όπου στεγάζεται η Βιβλιοθήκη «Ivo Andric» η οποία διαθέτει περισσότερα από 40.000 βιβλία, εκτίθενται έργα τέχνης στην τοπική Πινακοθήκη, γίνονται ποικίλες εκδηλώσεις) και να παρατηρώ το παλιό, αποσυρμένο τρένο. Καθώς έβλεπα με την άκρη του ματιού μου την φωτεινή επιγραφή «Ι love Visegrad» ν’ αναβοσβήνει, μοιραία αναρωτήθηκα αν θα με φέρει ξανά ο δρόμος, στα ίδια μέρη. –

Višegrad , Η θέα της πόλης από μακριά κι ο ποταμός Δρίνος, Ιούλιος του 2018 (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

*Όλες οι φωτογραφίες τραβήχτηκαν από μένα το 2018 και το 2019 κι έχουν ανέβει ήδη στους προσωπικούς λογαριασμούς που διατηρώ σε flickr και instagram, αντίστοιχα.

ΠΗΓΕΣ:

-https://visegradturizam.com/ci/atrakcije/spomen-ucionica-ive-andrica/

-http://www.atrium-see.eu/index.php?option=com_k2&view=item&id=171:cultural-center-in-visegrad&Itemid=157

-https://www.andricgrad.com/

-http://www.andricevinstitut.org/

-https://www.theguardian.com/world/2012/oct/11/serb-director-emir-kusturica-visegrad-andricgrad

-http://thesrpskatimes.com/andricgrad-the-clash-of-cultures-at-the-bridge-in-visegrad-photo-video/

Višegrad – Andrićgrad: Βόλτα στο Γεφύρι του Δρίνου και στις καινούριες γειτονιές του – Mέρος Ι

Ο μαστρ-Αντόνιγε έφερε από τη Δαλματία περίφημους τεχνίτες σχοινάδες και καπάρωσε όλη την παραγωγή λιναριού απ’ όλες τις γειτονικές περιοχές. Οι τεχνίτες αυτοί έστριβαν μέσα σε ειδικές παράγκες το λινάρι κι έφτιαχναν χοντρά σκοινιά, πολύ γερά. Οι Έλληνες μαραγκοί πάλι, με σχέδια δικά του και του Τοσούν εφέντη, έφτιαχναν ξύλινους γερανούς με τροχαλίες, τους έβαζαν πάνω σε σχεδίες και μ’ εκείνα τα χοντρόσκοινα σήκωναν και τα πιο βαριά αγκωνάρια και τα πήγαιναν δίπλα στις κολόνες που ξεφύτρωναν στη σειρά μέσα από την κοίτη του ποταμού. Για να μεταφερθεί ένα τέτοιο αγκωνάρι από την όχθη στη θέση του, στα θεμέλια του γεφυριού έπαιρνε και τέσσερις μέρες…

Ίβο Άντριτς

(απόσπασμα απ’ το μυθιστόρημα «Το γεφύρι του Δρίνου», μτφ: Χρήστος Γκουβής, εκδ: «Καστανιώτη», 1997)

.

Το περίφημο γεφύρι του Δρίνου στο Višegrad

Σήμερα μας παίρνει μερικά λεπτά να το περπατήσουμε απ’ άκρη σ’ άκρη. Το Γεφύρι του Δρίνου, εννοώ, των 197,5 μέτρων με τις κομψές καμάρες. Αυτό που ξεκίνησε να κατασκευάζεται το 1571 κι ολοκληρώθηκε το 1577, αυτό για το οποίο ο Ίβο Άντριτς (Ivo Andrić) έγραψε το συναρπαστικό ομότιτλο βιβλίο του το 1945 και που η UNESCO περιέλαβε στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς του 2007. Αλλά πόσο χρόνο χρειάστηκε για να φτιαχτεί και πόσες λαχτάρες έζησαν τότε οι τεχνίτες του, στο Višegrad (της σημερινής ανατολικής Βοσνίας, που βρίσκεται στην επικράτεια της Σερβικής Δημοκρατίας: άλλο «μπέρδεμα» κι αυτό), είχε σκεφτεί άραγε κάποια/ος/ο μας πριν διαβάσει τις σχεδόν 500 σελίδες του μεγάλου λογοτέχνη;

Ο Ivo Andrić σε τοιχογραφία στο Višegrad (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Εγώ τουλάχιστον αυτό σκεφτόμουν όσο το διέσχιζα με την ησυχία μου παρά το τσουχτερό κρύο, τον περασμένο Δεκέμβρη. Παρόμοιες σκέψεις έκανα και τον Ιούλη του 2018 που πάλι βρέθηκα στην πόλη κι έβλεπα ερχόμενη απ’ το Sarajevo απ’ την μια πλευρά του δρόμου τις σημαίες της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης κι απ’ την άλλη αυτές της Σερβικής Δημοκρατίας. Την περίπλοκη αυτή πολιτική κατάσταση δεν θα σας την αναλύσω τώρα εγώ, αλλά αν διαβάσετε αυτά που υπάρχουν εδώ γραμμένα, θα καταλάβετε. Σημασία έχει πως το γεφύρι ενώνει τις δυο όχθες του ποταμού, που κάποτε οι ταξιδιώτες τον περνούσαν μόνο με βάρκα. Κι αν φούσκωνε ο Δρίνος έπρεπε να περιμένουν πολύ και βέβαια να διανυκτερεύσουν στην περιοχή. Και κάποιος αποφάσισε να τους λύσει το πρόβλημα.

Το άγαλμα του Mehmed Paša Sokolović στο Višegrad (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Δεν ήταν άλλος απ’ τον τότε Μεγάρο Βεζύρη, τον Mehmed Paša Sokolović, το άγαλμα του οποίου βλέπετε στην παραπάνω φωτογραφία. Κοιτάζει προς το μέρος του γεφυριού και πώς αλλιώς να τον παρίσταναν; Δικαιούται να το καμαρώνει έστω κι έτσι. Εκείνος έδωσε την εντολή στον αρχιτέκτονα Koca Mimar Sinan να το σχεδιάσει επειδή ήθελε να αποτίσει μ’ αυτό τον τρόπο φόρο τιμής στην πατρίδα του καθώς γεννήθηκε στο χωριό Sokolovići κοντά στο Rudo το 1505 ή το 1506, σε ορθόδοξη οικογένεια, αλλά λόγω του «Devsirme («η συμβολή στο αίμα» όπως λεγόταν, το παιδομάζωμα όπως το γνωρίζουμε εμείς) κατέληξε αξιωματικός του οθωμανικού στρατού και έγινε πολύ ισχυρός. Ο σκοπός του ήταν να βοηθηθεί, μ’ αυτό το έργο, η ανάπτυξη του εμπορίου της περιοχής και ν’ αποτελέσει το γεφύρι σύμβολο ευημερίας. Στο κέντρο υπάρχουν δύο αναθηματικές πλάκες (αυτές της ακόλουθης φωτογραφίας) που θα δείτε κι εσείς, όταν με το καλό πάτε. Είναι από λευκό μάρμαρο και περιλαμβάνουν στίχους του ποιητή Nihadi στα αραβικά (εδώ η μετάφραση), για τον κατασκευαστή και το έτος κατασκευής της γέφυρας.

Το κέντρο του γεφυριού με τις λευκές μαρμάρινες πλάκες στα αραβικά (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Το γεφύρι βέβαια αφού ολοκληρώθηκε, χρειάστηκε ν’ ανακαινιστεί πολλές φορές μετέπειτα. Δηλαδή το 1664, 1875, 1911, 1940 και τη διετία 1950-52. Τρεις από τις έντεκα καμάρες του καταστράφηκαν κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και πέντε υπέστησαν βλάβη κατά τη διάρκεια του Β Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά οι ζημιές στη συνέχεια αποκαταστάθηκαν. Πολλές αιματηρές συγκρούσεις βέβαια διαδραματίστηκαν κοντά του και γύρω του στη διάρκεια του πολέμου της Γιουγκοσλαβίας κι αρκετοί άνθρωποι ένθεν και ένθεν -ακόμη και μικρά παιδιά λένε κάποιες πηγές- πυροβολήθηκαν, σφαγιάστηκαν ή ρίχτηκαν στο ποτάμι απ’ τις καμάρες του, τότε.

To φράγμα της Bajina Bašta όπως φαίνεται απ’ το εθνικό πάρκο της Σερβίας, Tara (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Στις 19 Απριλίου του 2010 συμφωνήθηκε νέα ανακαίνιση της γέφυρας και το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς, όταν τα νερά της λίμνης Perućac κατέβηκαν αρκετά, λόγω των εργασιών συντήρησης στο φράγμα της Bajina Bašta βρέθηκαν τα πρώτα λείψανα στα νερά του Δρίνου σ΄αυτό το σημείο Ως το φθινόπωρο μετρήθηκαν περίπου 400. Ελάχιστοι νεκροί ήταν απ’ τον Α’ και Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η συντριπτική πλειοψηφία είναι θύματα, όπως πιστεύεται, του πολέμου του Κοσσυφοπεδίου. Είναι απ’ τα γεγονότα που δεν θα ‘θελα να γνωρίζω ομολογώ, που τα σκέφτομαι αναπόφευκτα όταν είμαι εκεί και βλέπω τους ντόπιους να προσπαθούν να συνεχίσουν τη ζωή τους. Βγάζοντας φωτογραφίες, προσέχοντας τα γκράφιτι των ερωτευμένων (υπάρχουν και τέτοια ευτυχώς), αντιχαιρετώντας τους περαστικούς και σχεδιάζοντας στο νου μου τα κεφάλαια του βιβλίου που γράφω γι’ αυτά τα μέρη, κάνω κι εγώ τη δική μου προσπάθεια να ξεχάσω κι αφήνω την ομορφιά του τοπίου να με παρασύρει. Γιατί δεν έχω άλλο αντίδοτο απ’ αυτό, στη φρίκη.

Η τεχνητή λίμνη Perućac, αποτελεί το φυσικό σύνορο μεταξύ Σερβίας και Βοσνίας-Ερζεγοβίνης (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

.

(συνεχίζεται)

.

.

*Όλες οι φωτογραφίες τραβήχτηκαν από μένα το 2018 και το 2019 κι έχουν ανέβει στους λογαριασμούς μου στο flickr και στο instagram. Όσο για τις πηγές που χρησιμοποίησα, θα τις βρείτε στο τέλος της επόμενης ανάρτησης.

.

.

«Ζώντας» στους πίνακες του Vincent Van Gogh : La Nuit Etoilée

Η αφίσα της έκθεσης, στην Arles (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Την αφίσα που βλέπετε παραπάνω την πρόσεξα μια νύχτα του περασμένου Ιουλίου, σε μια μικρή πλατεία της Αρλ στη Νότια Γαλλία. Αφορούσε μια έκθεση, την παρακολούθηση της οποίας σαν εμπειρία τουλάχιστον, την έχουμε βιώσει με παρόμοιο τρόπο στην Ελλάδα, στο Μέγαρο Μουσικής, όσ@ βέβαια βρεθήκαμε εκεί.

Έληξε πρόσφατα κι έστω και μέσω του παραπάνω video ( κι αυτών που θα βρείτε εδώ κι εδώ) σκέφτηκα να τη μοιραστώ μαζί σας και να σας γράψω λίγα πράγματα πριν σας αφήσω να την απολαύσετε, μιας και περισσότερα αν θέλετε, μπορείτε να διαβάσετε στο επίσημο site. Η διάρκειά της λοιπόν ήταν 35 λεπτά και σε 1500 τ.μ. προβάλλονταν πάνω από 2000 εικόνες (κινούμενες) των πιο διάσημων ζωγραφικών έργων του Van Gogh, υπό τη συνοδεία μουσικής υπόκρουσης.

Είχε δοθεί μια έμφαση στα έργα που δημιούργησε όσο έζησε στην Αρλ, στο Παρίσι, αλλά και στην περίοδο που η Ιαπωνική Τέχνη τον γοήτευσε και τον επηρέασε. Οι θεατές ένιωθαν σαν να «ζούσαν» μέσ’ τους πίνακές του, σαν ν’ αποτελούσαν μέρος τους. Παρά το ότι θα δείτε την έκθεση απ’ την οθόνη σας, πιστεύω ότι οπωσδήποτε θα αποτελέσει αν μη τι άλλο ένα όμορφο και χαλαρωτικό διάλειμμα, απ’ την καθημερινότητά σας. Και σύντομα, θα σας γράψω κι άλλα για κείνον και για τη γυναίκα που συνήθως ξεχνάμε όσο τον θαυμάζουμε…

«Συναντήσεις» με τον Τέσλα

Užice (φωτογραφία Νο 1: προσωπικό αρχείο)

Ταξιδεύοντας στη Σερβία (και γενικότερα στις πρώην Γιουγκοσλαβικές χώρες) η αλήθεια είναι ότι δεν είναι και τόσο απίθανο να βρεθεί κανείς μπροστά σε κάποια προτομή του Τέσλα. Αλίμονο άλλωστε αν δεν τον τιμούσαν εκεί όπου και γεννήθηκε. Αλλά τον Δεκέμβριο που μόλις πέρασε, συνειδητοποίησα την έκταση του “φαινομένου”, ταξιδεύοντας στη Δυτική κυρίως Σερβία, κοντά στα σύνορα επομένως με τη Βοσνία, σ’ ένα συγκεκριμένο δηλαδή, κομμάτι της χώρας.

Beograd (φωτογραφία Νο 2: προσωπικό αρχείο)

Γι’ αυτό σκέφτηκα να κάνω αυτή την φωτογραφική ας πούμε, ανάρτηση, σήμερα που είναι κι η επέτειος του θανάτου του (πέθανε στη Νέα Υόρκη, το 1943) και θα τη συμπληρώσω μ’ όσες πληροφορίες από άλλες γειτονικές χώρες, θυμάμαι. Για τον Τέσλα δε νομίζω πως χρειάζεται να σας γράψω τώρα κάτι. Γνωρίζουμε πια το έργο του, θεωρώ, στην Ελλάδα και σ’ αυτό συνέβαλαν οπωσδήποτε και τα βιβλία του Γιώργου Στάμκου. Εδώ πάντως υπάρχει μια σχετική ανάρτηση που μπορείτε να συμβουλευτείτε, αν θέλετε να μάθετε περισσότερα ή αν οι πληροφορίες στο μυαλό σας είναι αποσπασματικές.

Küstendorf (φωτογραφία Νο 3: προσωπικό αρχείο)

Στο Βελιγράδι, το 2018, είχα ήδη τραβήξει μεταξύ άλλων τη φωτογραφία No 2 που βλέπετε παραπάνω, στο Μουσείο που είναι αφιερωμένο σε κείνον. Αυτή τη φορά πάντως, η πρώτη μας “συνάντηση” (αν εξαιρέσω τα χαρτονομίσματα των 100 δηναρίων που έχουν τη μορφή του), έγινε στο χωριό Κούστεντορφ (η σχετική ανάρτηση για το Küstendorf , είναι αυτή) του Εμίρ Κουστουρίτσα, όπου φυσικά και υπάρχει η οδός Νίκολα Τέσλα (φωτογραφία Νο 3).

Užice (φωτογραφία Νο 4: προσωπικό αρχείο)

Η δεύτερη, ήταν στην πόλη Ούζιτσε (Užice), έξω απ’ το υδροηλεκτρικό εργοστάσιο της περιοχής (φωτογραφία Νο 7), το πρώτο μάλιστα στη Σερβία, που κατασκευάστηκε με τις αρχές του Τέσλα για το εναλλασσόμενο ρεύμα. Πρόκειται για ένα πολύ όμορφο σημείο για βόλτα, απόλυτα προσβάσιμο ακόμη και σε άτομα με ειδικές ανάγκες, μιας και ο γυάλινος ανελκυστήρας του (φωτογραφία Νο 1) κατεβάζει τους επισκέπτες ως τις όχθες του ποταμού ή τους ανεβάζει αντίστοιχα στη γέφυρα απ’ όπου έχει κάποια/ος/ο τη δυνατότητα να δει μια πανοραμική άποψη της πόλης στη σκιά του τοπικού κάστρου και βέβαια την προτομή του Τέσλα απ’ την άλλη πλευρά (φωτογραφία Νο 4), έξω απ’ το εργοστάσιο που λειτουργεί ακόμη.

Višegrad (φωτογραφία Νο 5: προσωπικό αρχείο)

Η τρίτη ήταν στο έδαφος της Βοσνίας, δηλαδή στο Βίσεγκραντ (γνωστό μας απ’ το λογοτεχνικό έργο “Το γεφύρι του Δρίνου) έξω από ένα σχολείο (φωτογραφία Νο 5) καθόλου τυχαίο, αλλά άλλη φορά θα τα πούμε αυτά κι η τέταρτη στο Άντριτσγκραντ (φωτογραφία Νο 6), στην πόλη δηλαδή που είναι αφιερωμένη στον Ίβο Άντριτς που σχεδίασε ναι, πάλι, ο Εμίρ Κουστουρίτσα. Εφοσον έχει βραβευτεί για το σχεδιασμό του Κούστεντορφ, καλά κάνει κι αξιοποιεί κι αυτό το ταλέντο του.

Andrićgrad (φωτογραφία Νο 6: προσωπικό αρχείο)

Θα σας γράψω και για τις δύο πόλεις, κάποια στιγμή, ελπίζω σύντομα, μερικά πράγματα. Για την ώρα πάντως κρατήστε στο μυαλό σας ότι Βίσεγκραντ (Višegrad) και Άντριτσγκραντ (Andrićgrad), απέχουν μόλις μερικά ..λεπτά μεταξύ τους. Μπαίνοντας στο πρώτο, παίρνεις ένα μικρό δρόμο κι αμέσως φτάνεις στο δεύτερο. Τόσο απλά.

Užice (φωτογραφία Νο 1: προσωπικό αρχείο)

Για να επιστρέψω όμως στον Τέσλα και να κλείσω την ανάρτηση αυτή, θ’ αναφέρω πως πέρυσι το καλοκαίρι στην Κροατία, πέρασα πολύ κοντά από το Posedarje, αλλά δεν είχα τα χρονικά περιθώρια να επισκεφτώ τη γενέτειρά του. Που ξέρετε όμως; Μπορεί στο μέλλον. Κάτι μου λέει, πως θα τον “συναντήσω” κι άλλες φορές ακόμη.-

.

.

.

*Όλες οι φωτογραφίες τραβήχτηκαν από μένα κι έχουν ανέβει στους προσωπικούς μου λογαριασμούς σε instagram και flickr.