«Απο- ιατρικοποιώντας τη δυστυχία»: συζήτηση στο ΣΕΑ, 4 Φεβρουαρίου 2023

Διημερίδα 3-4 Μαρτίου 2023, “Μαθαίνοντας-Ξεμαθαίνοντας: Διάλογοι πάνω στη τρέλα” Διοργάνωση: Πρωτοβουλία ‘Ψ’ & Δίκτυο Ακούγοντας Φωνές

Έχοντας περάσει 13 χρόνια από τη δημιουργία της πρώτης ομάδας αυτοβοήθειας το Μάρτιο του 2010 και 8 χρόνια από την πρώτη συνέλευση της Πρωτοβουλίας Ψ-, οι δύο συλλογικότητες συστεγάζονται σε μια προσπάθεια να στεγάσουν τα όνειρά τους και να έρθουν πιο κοντά. Κρατώντας η καθεμιά τα ιδιαίτερα ποιοτικά χαρακτηριστικά της, την κουλτούρα και τις αρχές της αναζητήσαμε σημεία επικοινωνίας και ήρθαμε πιο κοντά ανοίγοντας συχνά διάλογο και συνδιοργανώνοντας κάποιες εκδηλώσεις. Από αυτή τη συγκατοίκηση προέκυψε και η ανάγκη για μια νέα διημερίδα.


Μέσα από τις συζητήσεις μας νιώσαμε έμπρακτα την αξία όρων όπως “ειδικός από εμπειρία”, “συνεργατικές κοινότητες μάθησης”, “αλληλεγγύη”, “ανάπτυξη του δυναμικού αυτοβοήθειας’, “αναγνώριση της προσωπικής ευθύνης της ασθένειας και της υγείας”. Κι έτσι όλα αυτά τα χρόνια μεγαλώσαμε γιατί ήρθαμε κοντά ο ένας στην άλλη. Αναγνωρίσαμε πως η μάθηση δεν αποτελεί μια στείρα “ανάγνωση” ενός κόσμου που βρίσκεται κάπου έξω και περιμένει να τον γνωρίσουμε, αλλά “μια αέναη γέννηση ενός κόσμου μέσω της διεργασίας της ζωής”. Τελικά “μάθηση και ανάπτυξη είναι απλώς οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος”.


Το μεγάλωμα μοιάζει να περνάει μέσα από μια συλλογική αναζήτηση μιας άλλης αντίληψης και γνώσης, όπου νέα νοήματα αναδύονται από τη μεταξύ μας αλληλεπίδραση. Για αυτό και χρειάζεται και στα θέματα ψυχικής υγείας να γίνουμε ο “αδαής δάσκαλος”, που έλεγε ο Ζοζέφ Ζακοτό, να παραμερίσουμε την “ειδημοσύνη” μας, να συνειδητοποιήσουμε την άγνοιά μας, ξεπερνώντας την υπεροψία και τη βεβαιότητά μας σχετικά με αυτά που γνωρίζουμε, για χάρη της νέας γνώσης που μας περιμένει και η οποία δεν κρύβεται μόνο σε βιβλία.


Χρειάζεται να δούμε πως οι άνθρωποι είναι ειδικοί για τις ζωές τους καθώς αυτοί είναι φορείς της αλήθειας του βιώματός τους και έχουν το αναφαίρετο δικαίωμα να ζητήσουν και να λάβουν την υποστήριξη που χρειάζονται. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο έγνοια μας είναι να είμαστε ανοιχτοί/ες στις διαφορετικές εμπειρίες των ανθρώπων, να υποστηρίζουμε τις ανάγκες τους και να διατηρούμε ασφαλές και σταθερό το πλαίσιο της σχέσης με μετριοφροσύνη. Χρειάζεται μέσα από μια, καλώς εννοούμενη, ταπεινότητα να αλληλεπιδράσουμε και να ανταλλάξουμε εμπειρίες για την ανάπτυξη μιας κριτικής συνειδητοποίησης, έτσι ώστε ο ψυχικός μας πόνος και η δυσφορία μας να γίνονται αντιληπτές και κατανοητές μέσα από μια πληθώρα φακών και όχι μονοδιάστατα ως μια (ψυχ)ιατρική κατάσταση”, μια “νόσος του εγκεφάλου”, μια “διαταραχή που οφείλεται σε χημική ανισορροπία”,μια “προσωπική αδυναμία” κοκ.


Και όλα αυτά μοιάζει να χρειάζεται να πάνε και πιο πέρα. Είναι σημαντικό η κριτική σκέψη να παει πέρα από την κριτική της ψυχιατρικής, που είναι βέβαια πιο εύκολο να στοχευτεί σαν το κυρίαρχο σύστημα. Είναι σημαντικό να προχωρήσουμε πιο πέρα και να ασκήσουμε κριτική σε όλες τις γνώσεις και απόψεις που διεκδικούν νέες αυθεντίες. Αυτό περιλαμβάνει και τις γνώσεις/απόψεις των κινημάτων και επιζώντων ψυχιατρικής/ ληπτριών υπηρεσιών, βασικά όλοι μας πρέπει να κάνουμε την αυτοκριτική μας!


Προσκεκλημένοι ομιλητές θα μας βοηθήσουν να κρατήσουμε αυτήν τη συζήτηση ανοιχτή.


Σας καλούμε να συμμετάσχετε, να καταθέσετε ιδέες και προτάσεις, να γνωριστούμε από κοντά. Στο χώρο ευπρόσδεκτες είναι και αναλογικές μορφές έκφρασης μέσω ζωγραφικής, ποίησης, θεάτρου και ότι άλλο έχει να προσφέρει ο καθένας και η καθεμία. Για να καταθέσετε μια πρόταση για ομιλία, εργαστήριο και οτι άλλο στείλτε μας ένα mail στο athinahvsynantisi@gmail.com


Ο χώρος θα ανακοινωθεί σύντομα


Είσοδος ελεύθερη
με προαιρετική οικονομική ενίσχυση


Δίκτυο Ακούγοντας Φωνές Αθήνας
Πρωτοβουλία για ένα Πολύμορφο Κίνημα στην Ψυχική Υγεία

.

Λίγα λόγια για τις ομιλήτριες και τον ομιλητή (το αρχείο θα ανανεώνεται στην πορεία καθώς θα προστίθενται και άλλοι ομιλητές/ριες):


Η Ντίνα (Κωνσταντίνα) Πουρσανίδου είναι μέλος της συντακτικής ομάδας του Asylum για περισσότερο από μια δεκαετία. Άρχισε να χρησιμοποιεί υπηρεσίες ψυχικής υγείας το 1991, όταν είχε την πρώτη της σοβαρή κρίση. Ως αποτέλεσμα αυτής της κρίσης, έκανε ένα διδακτορικό στο οποίο εξέτασε την κατάθλιψη των εφήβων ως κοινωνικο-πολιτισμικό φαινόμενο στην Αγγλία και στην Ελλάδα (χώρα καταγωγής της). Κατόπιν, μετά τη δεύτερη κρίση της που διήρκεσε μερικά χρόνια και περιελάμβανε, μεταξύ άλλων, ακούσια νοσηλεία σε ψυχιατρικό νοσοκομείο στο Μάντσεστερ, εργάστηκε ως ερευνήτρια (καθώς έχει, όπως προαναφέρθηκε, προσωπική εμπειρία απ’ τη χρήση ψυχιατρικών υπηρεσιών) σε πολλά αγγλικά πανεπιστήμια. Αυτή τη στιγμή, εργάζεται στο Πανεπιστήμιο του Central Lancashire σ’ ένα έργο στον τομέα της εγκληματολογικής ψυχικής υγείας. Τέλος, είναι ένας απ’ τους ανθρώπους που διευθύνουν το Survivor Researcher Network (CIC), με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο.


Η Λυδία Σαπουνά είναι καθηγήτρια Κοινωνικής Εργασίας στο School of Applied
Social Studies, University College Cork, Ιρλανδία. Μέσα από τη δουλειά της προσπαθεί να προωθήσει μια κριτική σκέψη και πράξη στο χώρο της ψυχικής υγείας.


Ο Harry Gijbels είναι νοσηλευτής ψυχικής υγείας και ακαδημαϊκός με πάνω από 40 χρόνια εμπειρίας στην ψυχική υγεία και την εκπαίδευση. Συνεχίζει να ασχολείται ενεργά με το Hearing Voices Network Ireland.


Η Λυδία μαζί με τον Harry Gijbels, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην ίδρυση του δικτύου Critical Voices Network Ireland και είναι συνδιοργανωτές του ετήσιου συνεδρίου Critical Perspectives in Mental Health στο University College Cork, δημιουργώντας έτσι ένα συλλογικό χώρο ακτιβισμού και αναζήτησης άλλων τρόπων κατανόησης και διαχείρισης της ψυχιατρικής εμπειρίας.


Η Jacqui Dillon, ακτιβίστρια, συγγραφέας και ομιλήτρια έχει δώσει εκατοντάδες διαλέξεις και έχει δεκάδες δημοσιεύσεις παγκοσμίως για το τραύμα, την κακοποίηση, την ψύχωση, την αποσύνδεση και τη θεραπεία. Διετέλεσε πρόεδρος του Δικτύου Hearing Voices στην Αγγλία και είναι Επίτιμη Λέκτορας Κλινικής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Ανατολικού Λονδίνου, Επισκέπτρια Ερευνήτρια στο Κέντρο Κοινοτικής Ψυχικής Υγείας στο Πανεπιστήμιο του Birmingham. Έχει επιμεληθεί βιβλία, έχει δημοσιεύσει πολλά άρθρα και εργασίες, είναι στη συντακτική επιτροπή του περιοδικού Psychosis: Psychological, Social and Integrative Approaches και έχει ιδρύσει τη Beck Road Alliance (BRA) για την υποστήριξη παιδιών επιζώντων σεξουαλικής κακοποίησης.

«Απο-ιατρικοποιώντας τη δυστυχία»: Άρθρο μου για το σπουδαίο βιβλίο που κυκλοφορεί απ’ τις «Εκδόσεις των Συναδέλφων», στην «Εφημερίδα των Συντακτών»

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Δημοσιεύεται σήμερα, στο ένθετο «Νησίδες» της «Εφημερίδας των Συντακτών», άρθρο μου για το σπουδαίο αυτό βιβλίο, που αξίζει να διαβαστεί από πολλούς ανθρώπους. Μας αφορούν άπαντες τέτοια ζητήματα.

Θερμές ευχαριστίες.

«Πάρτε τα χάπια σας: ΖΑΝΑΞ» – Ένα ντοκιμαντέρ της Blair Foster

Είχα παρακολουθήσει στο παρελθόν αυτό το σχετικό ντοκιμαντέρ, που αναφερόταν κυρίως στο Ritalin, το Adderall κι άλλα παρόμοια φάρμακα και φυσικά είχα πολλούς λόγους να παρακολουθήσω και τη «συνέχεια» που εστιάζει στις βενζοδιαζεπίνες κι ως επί το πλείστον στο Xanax (υπάρχουν στοιχεία και για το Valium). Και παρά το ότι αναφέρεται στην κατάσταση στην Αμερική, μας αφορούν πάρα πολύ όσα λέγονται μιας και στην Ελλάδα δεν είναι λίγοι οι άνθρωποι που καταφεύγουν στο συγκεκριμένο χάπι, η χρήση του οποίου όμως, προτείνεται για βραχυπρόθεσμο και μόνο διάστημα.

Η συνταγογράφηση των αγχολυτικών φαρμάκων τις τελευταίες δεκαετίες έχει αυξηθεί τρομακτικά, το ίδιο κι η υπερκατανάλωση τους. Οι φαρμακοβιομηχανίες αρχικά στόχευσαν στο γυναικείο κοινό με σχετικές διαφημίσεις, αλλά στην πορεία κάθε άτομο που ένιωθε άγχος ή βίωνε κρίσεις πανικού ή δε μπορούσε να κοιμηθεί καλά ή είχε φοβίες… ή…, έγινε αντιληπτό ότι είναι δυνητικά ένας νέος πελάτης, κι αυτή η συνειδητοποίηση ήταν μια «ευκαιρία» που δεν την άφησαν να πάει χαμένη. Και αφού προειδοποιούσε ήδη απ’ το μακρινό 1970, ο Τζον Χέισλεπ, αναπληρωτής τότε Διευθυντής της Υπηρεσίας Καταπολέμησης Ναρκωτικών των ΗΠΑ, για την «ασύστολη διαθεσιμότητα» των βενζοδιαζεπινών, φανταστείτε τι γίνεται σήμερα.

Πώς φτάσαμε όμως ως εδώ; Το εξηγεί η Joanna Moncrieff, στο σπουδαίο βιβλίο «Ο μύθος της χημικής ίασης» που κυκλοφορεί απ’ τις εκδόσεις oposito και το Δίκτυο Ακούγοντας Φωνές, σε μετάφραση του Ηλία Γιαννόπουλου: «Σχεδόν όλα τα φάρμακα που χρησιμοποιούμε σήμερα έχουν εισαχθεί στην ψυχιατρική από τη δεκαετία του ’50. Αν και η χρήση φαρμάκων ήταν συνηθισμένη και πριν απ’ αυτήν την περίοδο, με εκτεταμένη χρήση βαρβιτουρικών και άλλων ηρεμιστικών και, σε κάποιο βαθμό, χρήση διεγερτικών, σπάνια δινόταν ιδιαίτερη προσοχή. Αυτό συνέβαινε επειδή υπήρχε η άποψη ότι τα φάρμακα, σε γενικές γραμμές, είχαν μόνο χονδροειδείς επιδράσεις, δρώντας συνήθως ως χημικές μορφές καθήλωσης. Εντούτοις από τη δεκαετία του ’50, τα ψυχιατρικά φάρμακα άρχισαν να εγείρουν αξιοσημείωτο ενδιαφέρον (…) Ένας παρατηρητής εκείνης της εποχής διαπίστωνε επιτιμητικά ότι η ατμόσφαιρα στα συνέδρια για τα νέα φάρμακα ήταν παρόμοια με εκείνη των θρησκευτικών συναντήσεων των Ευαγγελιστών (…) Αυτή η περίοδος θεωρείται ακόμα και σήμερα μια από τις πιο σημαντικές στιγμές στην ιστορία της ψυχιατρικής, και ακόμα ως «ένα από τα πιο σημαντικά επεισόδια στην ιστορία της ίδιας της ιατρικής… και συχνά μνημονεύεται ως η Ψυχοφαρμακολογική Επανάσταση…»

Έτσι λοιπόν έγιναν τα πράγματα… Όσο για το ντοκιμαντέρ, ακολουθώντας τη γνωστή συνταγή αποδόμησης, δείχνει πρώτα ενθουσιασμένους χρήστες του Ζάναξ και κλιμακωτά φτάνει στο αντίθετο άκρο, δηλαδή σε ανθρώπους που λένε ότι όταν πήραν το πρώτο χάπι, έκαναν το μεγαλύτερο λάθος της ζωής τους. Γιατί; Για πολλούς λόγους που θα μάθετε παρακολουθώντας το ντοκιμαντέρ, αλλά πρωτίστως επειδή συνέχισαν να το παίρνουν για χρόνια, να βασίζονται σ’ αυτό και να εθίζονται, με αποτέλεσμα να βιώνουν κι όλα τα στερητικά συμπτώματα όταν προσπαθούσαν να μειώσουν τη δοσολογία. Κι αυτό είναι ένα καλό σημείο, για να γράψω ξανά, ότι είναι εξαιρετικά επικίνδυνο, με όλη τη σημασία της λέξης, να προσπαθήσει κάποιος άνθρωπος να κόψει απ’ τη μια στιγμή στην άλλη, οποιοδήποτε φάρμακο, πόσο μάλλον, τις βενζοδιαζεπίνες. Έχετε το υπόψη κι αν νομίζετε ότι χρειάζεστε επιπλέον πληροφορίες, διαβάστε κι αυτό εδώ.

Επανερχόμενη στο σημερινό θέμα, να εξηγήσω ότι εκτός από χρήστες του συγκεκριμένου φαρμάκου, μιλούν βέβαια και ειδικοί, όπως η Δρ. Anna Lembke, καθηγήτρια Ψυχιατρικής στο Stanford University και συγγραφέας του βιβλίου «Dopamine Nation: Finding Balance In The Age of Indulgence». Και στην ιστορική αναδρομή, μνημονεύεται ορθά η Heather Ashton, ψυχοφαρμακολόγος, που δημοσίευσε ένα manual, ένα εγχειρίδιο το 1999, το οποίο όπως θα μάθετε εδώ, αποτέλεσε ακρογωνιαίο λίθο για όσα άτομα της επιστημονικής κοινότητας (κι όχι μόνο), ασχολήθηκαν έκτοτε με τον εθισμό που προκαλούν οι βενζοδιαζεπίνες: «Οι ίδιοι οι ασθενείς» τόνιζε «και όχι οι γιατροί, ήταν οι πρώτοι που συνειδητοποίησαν ότι η μακροχρόνια χρήση βενζοδιαζεπινών μπορεί να προκαλέσει προβλήματα». Χάρη σε κείνους και κείνη λοιπόν, ξέρουμε σήμερα ότι είναι επικίνδυνη η απότομη διακοπή τέτοιων φαρμάκων, όπως σας έγραφα στην προηγούμενη παράγραφο. Κι ήταν μια ειδικός που αυτό το οποίο έκανε ήταν το ν’ ακούει πραγματικά τους ψυχικά πάσχοντες, πράγμα που δε συμβαίνει συχνά, καθώς στην εποχή μας οι ψυχίατροι γίνονται όλο και πιο διεκπαιρεωτικοί κι ανησυχούν για τις αξιολογήσεις τους στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης (ΜΚΔ), τόσο πολύ, ώστε να φτάνουν σε σημείο να μη θέλουν να γίνουν δυσάρεστοι σ’ όσα άτομα τους προτιμούν, με τις συνακόλουθες συνέπειες. Και πρόκειται για γεγονός που θίγεται στο ντοκιμαντέρ.

Επισημαίνεται λοιπόν, ότι η κακή χρήση των ΜΚΔ είναι επιβαρυντικός παράγοντας κι ότι βομβαρδιζόμαστε από δυσάρεστες ειδήσεις συνεχώς (ενώ κάποτε υπήρχαν τρία δελτία ειδήσεων το 24ωρο), αλλά κι ότι τα κοινωνικό πολιτικά γεγονότα, όπως η επίθεση στους Δίδυμους Πύργους, η πανδημία κ.α., τις τελευταίες δεκαετίες, παίζουν καθοριστικό ρόλο. Για παράδειγμα μετά την 9/11 οι συνταγές για βενζοδιαζεπίνες αυξήθηκαν κατά 23% στη Νέα Υόρκη κι 8% στις ΗΠΑ γενικότερα.

Οπότε τι κάνουμε; Παίρνουμε χάπια για να μπορέσουμε ν’ αντέξουμε να ζούμε σ’ έναν αφύσικο κόσμο; Για σκεφτείτε το…

Κι η εναλλακτική λύση ποια θα ήταν; Υπάρχουν διάφορες, αλλά προτείνονται κυρίως ατομικές κατευθύνσεις στο ντοκιμαντέρ. Για παράδειγμα, να δοκιμάσουμε, πριν καταφύγουμε στα χάπια, τη σωματική άσκηση που αποδεδειγμένα δρα βοηθητικά, το να επανασυνδεθούμε με το φυσικό περιβάλλον (πράγμα που γίνεται ακόμη και σε αστικά περιβάλλοντα με ποικίλους τρόπους), το να επιδιώξουμε να έχουμε ουσιαστικές σχέσεις κι άλλα που θα δείτε παρακολουθώντας το ντοκιμαντέρ.

Στα συν του, μετράω το ότι έθιξε τις στάσεις των Αφροαμερικανών σχετικά με τα ζητήματα ψυχικής υγείας (όχι εις βάθος, δεν υπάρχει ας πούμε η παραμικρή αναφορά στην αστυνομική βία που υφίστανται, αλλά ένας λόγος είναι ότι στο ντοκιμαντέρ μιλούν άνθρωποι από μεσοαστικά περιβάλλοντα).

Στα μείον του, μεταξύ άλλων (και πέρα απ’ αυτήν την επιφανειακή προσέγγιση και τον ατομοκεντρισμό που ήδη έθιξα) καταλογίζω και το ότι παρά την επισήμανση για τον επιβαρυντικό πια ψηφιακό κόσμο στον οποίο «ζούμε» (περισσότερο χρονικό διάστημα μάλιστα, απ’όσο πρέπει), δεν ειπώθηκε εμφατικά το «δοκιμάστε απλώς να κλείνετε το κινητό σας, τον υπολογιστή σας», για μια ώρα ή όσο το έχετε ανάγκη ώστε να μειωθούν τα αγχωτικά ερεθίσματα. Κάπου έστω όμως, αναφέρθηκε, ότι η αναμέτρηση με την ωραιοποιημένη κι οπωσδήποτε αναληθή πραγματικότητα των άλλων, όπως προβάλλεται από ΜΚΔ όπως π.χ. απ’ το Instagram, κάνει τους ανθρώπους που βιώνουν δυσκολίες να αισθάνονται ότι υπολείπονται αφού οι άλλοι τα βγάζουν πέρα. Κι αυτοί οι «άλλοι» δίνουν και συμβουλές επί πλέον, όπως έχω παρατηρήσει κι η ίδια, ευεξίας και χαλάρωσης, κατά κόρον, σαν σύγχρονοι γκουρού που κατέκτησαν προ πολλού την αυτοπραγμάτωση. Η πλήρης «ψυχοφλυαρία».

Εν κατακλείδι, αξίζει να το δείτε αυτό το ντοκιμαντέρ; Φυσικά αξίζει αφού γίνεται η αφορμή για ν’ ανοίξει μια ακόμη τέτοια συζήτηση. Η λήψη φαρμακευτικής αγωγής, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και για βραχυπρόθεσμο διάστημα, δε λέω ότι δεν είναι βοηθητική. Αλλά, αυτό που θα βοηθούσε περισσότερο είναι η συνειδητοποίηση ότι το σύστημα πάσχει κι ότι εκεί πρέπει να εστιάσουμε τις προσπάθειες μας: στις κοινωνικές αλλαγές. Στη συμπερίληψη και στην παραδοχή ότι ούτε η ψυχιατρική, ούτε η ψυχολογία, είναι πανάκεια. Πριν πάρετε, τα χάπια σας λοιπόν, την επόμενη φορά, σκεφτείτε κι αυτό που επισημαίνει η Δρ Lambke κι αναφέρεται εδώ: «Στον σημερινό κόσμο, θέλουμε μια άμεση θεραπεία για όλα, αλλά θα πρέπει να προσπαθήσουμε να χτίσουμε ανθεκτικότητα απέναντι σε τέτοιες καταστάσεις, αντί να στηριζόμαστε στα φάρμακα με το πρώτο σημάδι του προβλήματος. Το να μάθει κάποιο άτομο πώς να αντιμετωπίζει τον εαυτό του είναι μια συνεχής διαδικασία και το να παραμένει ανθεκτικό και να αποδέχεται την υπαρξιακή πραγματικότητα είναι πιθανώς τα κλειδιά για την καταπολέμηση του άγχους».

Αρκεί άραγε όμως, αυτό; Την κουβέντα για την ψυχική ανθεκτικότητα (που συζητιέται πολύ τελευταία) και τι σημαίνει ν’ αποδεχόμαστε την υπαρξιακή πραγματικότητα, θα την κάνουμε μιαν άλλη φορά._

Παρουσίαση βιβλίου: «Απο-ιατρικοποιώντας τη δυστυχία. Ψυχιατρική, ψυχολογία και η ανθρώπινη κατάσταση»

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Το βιβλίο που σήμερα παρουσιάζεται εδώ, κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες απ’ τις «Εκδόσεις των Συναδέλφων» και το Hearing Voices Network (Δίκτυο των Ανθρώπων που Ακούνε Φωνές). Την επιμέλεια των κειμένων του έχουν ο Mark Rapley, η Joanna Moncrieff και η Jackie Dillon, η μετάφραση είναι συλλογική και τον πρόλογο υπογράφει η Βάσια Λέκκα.

Προέκυψε από μια σειρά διαλέξεων που συνδιοργανώθηκαν από τη Σχολή Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου του Ανατολικού Λονδίνου, το Δίκτυο Κριτικής Ψυχιατρικής και το Δίκτυο Ακούγοντας Φωνές. Και μεταφράστηκε στα ελληνικά όχι «με στόχο να «δώσει απαντήσεις», όπως εξηγούν η Αθανασία Τριανταφυλλοπούλου κι ο Λυκούργος Καρατζαφέρης, «αλλά μάλλον να μας συστήσει ή και να ενισχύσει τις κριτικές φωνές απέναντι στον κυρίαρχο τρόπο αντίληψης και αντιμετώπισης των θεμάτων ψυχικής υγείας. Διαπιστώνουμε ότι στην ελληνική βιβλιογραφία σχετικά με την ψυχική υγεία, και ειδικότερα σχετικά με τη δυσφορία που οι άνθρωποι συχνά πυκνά βιώνουμε, αυτές οι κριτικές φωνές υποεκπροσωπούνται. Χρειάζεται να διευκρινίσουμε ότι όταν μιλάμε για κριτική, δε μιλάμε προφανώς για μια στείρα άρνηση της ψυχικής ασθένειας, ούτε επιθυμούμε να τοποθετηθούμε κάτω από μια αντί-ψυχιατρική ταμπέλα. Πιστεύουμε πως η «κριτική ματιά» συνιστάται στην υπέρβαση των στείρων κατηγοριοποιήσεων και των αναγωγιστικών και μονοδιάστατων βιολογικών προσεγγίσεων».

Οι στόχοι του Δικτύου Ακούγοντας Φωνές λοιπόν, μ’ αυτήν την εκδοτική προσπάθεια είναι να καλύψει ένα κενό στην ελληνική βιβλιογραφία, να κρατήσει ανοιχτή μια συζήτηση που μας αφορά όλους (με διαφορετικό ίσως τρόπο τον καθένα και την καθεμία) και να μας ξεβολεψει, όπως τονίζει στον πρόλογο του ο Rudi Dallos, γιατί «μπορεί να έχουμε τις καλύτερες προθέσεις, αλλά χρειάζεται επίσης να ξεβολευτούμε και να αλλάξουμε τον τρόπο που βλέπουμε τους ανθρώπους…». Όπως εξηγεί: «μπορεί έμμεσα, με την παρουσία και τη συμμετοχή μας σε διεπιστημονικές ομάδες, να αποδεχόμαστε υποχρεωτικές θεραπευτικές αγωγές, φαρμακευτική αγωγή και εγκλεισμό. Αν και μπορεί να ισχυριζόμαστε ότι διαφωνούμε ιδεολογικά με αυτή την πρακτική, στο βιβλίο υποστηρίζεται ότι είμαστε ένοχοι ως συνεργοί». Συνειδητοποιώντας επομένως τι συντηρούμε κάποιες φορές με την παθητική μας στάση, με τη σιωπή μας ή και τους αυτοματισμούς μας, θα βρούμε λόγους ν’ αντισταθούμε «στα παράδοξα και στις πρακτικές των επαγγελματιών ψυχικής υγείας που παράγουν την τρέλα και στη συνέχεια να δείξουμε πώς αυτά διαμορφώνονται και συντηρούνται από τα ευρύτερα καθεστώτα κοινωνικής ανισότητας και καταπίεσης».

Κι η Βάσια Λέκκα, γράφει με τη σειρά της, ότι: «αυτή ακριβώς την πολιτική διάσταση της ψυχιατρικής διάγνωσης και της διαχείρισης των ψυχικών διαταραχών επιθυμούν να υπογραμμίσουν οι συγγραφείς του παρόντος τόμου· με άλλα λόγια, να αναδείξουν ότι ιστορικά, όπως υπογραμμίζει ο Michel Foucault, «[η] αλογία αρχίζει να μετράται ανάλογα με την απομάκρυνση από το κοινωνικό πρότυπο», και ως εκ τούτου ότι η κυρίαρχη ερμηνεία και τα κυρίαρχα μέσα αντιμετώπισης της συνιστούν πολιτικές και κοινωνικές, και όχι αμιγώς επιστημονικές επιλογές».

Επομένως, «το διακύβευμα σύμφωνα με τους/τις συγγραφείς είναι να τολμήσουμε να απο-ιατρικοποιήσουμε τη δυστυχία, τον πόνο και το σύνολο των ανθρώπινων συναισθημάτων και συμπεριφορών που εδώ και δύο αιώνες έχουν μπει στο μικροσκόπιο της σύγχρονης ψυχιατρικής επιστήμης· με άλλα λόγια, το διακύβευμα είναι να τολμήσουμε να απο-ψυχιατρικοποιήσουμε επιτέλους την τρέλα», γιατί μόνο τότε «θα μπορέσει να ακουστεί πραγματικά ο λόγος των ίδιων των υποκειμένων· μόνο τότε θα μπορέσει να αναδειχτεί η πολλαπλότητα και η διαφορετικότητα των εμπειριών τους, της οδύνης, του τραύματός τους, όπως πασχίζουν εδώ και χρόνια να υπογραμμίσουν, μεταξύ άλλων, το «Δίκτυο Ακούγοντας Φωνές» και τόσα άλλα «από τα κάτω» κινήματα των ίδιων των πασχόντων· μόνο τότε εν ολίγοις θα έχουμε επιτύχει αυτό που οραματιζόταν πριν από χρόνια ο Franco Basaglia: «η ελευθερία του [του ασθενή] θα είναι ο καρπός μιας νίκης του και όχι πια χάρισμα απ’ τον πιο δυνατό».

Όπως καταλαβαίνετε, απ’ τη στιγμή που είναι πολλοί οι συγγραφείς, είναι ποικίλες και διαφορετικές κι οι προσεγγίσεις τους, όπως εξηγείται στο κεφάλαιο 1 που μετέφρασε η Ράνια Φιλίνδρα: «ενώ κάποια άρθρα είναι αμιγώς ακαδημαϊκά, άλλα περιέχουν πιο προσωπικές εμπειρίες (…) Ομοίως, το βιβλίο δεν στοχεύει σε μια συνολική κριτική της ψυχιατρικής και της ψυχολογίας: αναγνωρίζουμε ότι πολλοί άλλοι συγγραφείς από ποικίλους επιστημονικούς κλάδους έχουν ασκήσει πιεστική κι έντονη κριτική σ’ αυτό το σημείο…» Κι είναι πολύ σημαντική κι η ακόλουθη θέση των συγγραφέων: «Δεν υποστηρίζουμε την άποψη ότι τα «ψυχολογικά σχόλια» είναι αποκλειστική αρμοδιότητα των επαγγελματιών. Αντιθέτως, η θέση μας είναι ότι η καθημερινοί άνθρωποι, που χρησιμοποιούν καθημερινή γλώσσα, «μπορούν να περιγράψουν άψογα και με απόλυτη επάρκεια τον εαυτό τους» (McHoul, 2008)». Είναι πολύ σημαντική, επαναλαμβάνω, επειδή όντως, η χρήση ορολογίας, εξειδικευμένου ψ λεξιλογίου, δημιουργεί εκ των πραγμάτων ένα νέο είδος αποκλεισμού σε μια συζήτηση στην οποία είναι επιτακτική ανάγκη να έχουν τον πρώτο λόγο τα άτομα που είναι, όπως λέμε, ειδικοί λόγω της εμπειρίας τους (expert by experience) και ν’ αρθρώνεται η φωνή τους απέναντι στον επιστημονικό μονόλογο. Σε μια συζήτηση, στην οποία πρέπει να μετέχει όλη η κοινωνία και στην οποία ο λόγος που έχει διαχυθεί κι υιοθετηθεί αυτόματα είναι αυτός του βιοϊατρικού μοντέλου, που κάνει λόγο για ασθενείς. Στο κεφάλαιο 10, που μετέφρασε η Μαρία Κωνσταντίνα Μπίρη, θα διαβάσετε μάλιστα όσα εξηγεί ο Ewen Speed, για τις διαφορετικές θέσεις υποκειμένου που αντανακλούν και διαφορετικές ιδεολογίες, γιατί είναι άλλο να μιλάει κάποιο άτομο ως ασθενής κι άλλο ως επιζών της ψυχιατρικής ή ως χρήστης/ χρήστρια ψυχιατρικών υπηρεσιών. Υποδηλώνει τόσα πολλά σημαινόμενα η γλώσσα και καθώς ζούμε και σε μια εποχή «ψυχο-φλυαρίας» (τον εύστοχο όρο δανείστηκα απ’ το βιβλίο), όπου καθημερινώς δίνονται αφειδώς απ’ τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ψυχολογικές συμβουλές ατομικής (και μόνο) βελτίωσης, προς το γενικό πληθυσμό, καλό είναι να ξεκαθαριστούν κάποια πράγματα.

Διαβάζοντας τη συγκεκριμένη έκδοση, στάθηκα όπως ήταν φυσικό και σύμφωνα με τα ενδιαφέροντα μου, περισσότερο σε κάποια κεφάλαια, όπως αυτά στα οποία εξετάζονται η ΔΕΠΥ κι ο αυτισμός (κι αξίζει να διαβάσουν όσα καταγράφονται στο κεφάλαιο 7, όχι μόνο οι συνάδελφοι του ψ χώρου αλλά κι οι γονείς που τα παιδιά τους έχουν πάρει αυτές τις διαγνώσεις), η παράνοια (κεφάλαιο 5) κι η οριακή διαταραχή προσωπικότητας (κεφάλαιο 6). Πολύ σημαντικό βρήκα και το κεφάλαιο 9 (κείμενο της Arlene Vetere μετάφραση: Άρτεμις Κολομβρέζου) που αφορά τα παιδιά που γίνονται μάρτυρες ενδοοικογενειακής βίας, καθώς και το 12 (κείμενο των Carlon Coulter & Mark Rapley, μετάφραση: Νίκος Λάιος) που έχει ως θέμα του τη διαχείριση της γονικής ευθύνης σε σχέση με το πρώτο ψυχωτικό επεισόδιο. Τι έχει αλλάξει απ’ την εποχή του Laing, το μαθαίνουμε σ’ αυτό.

Και φυσικά δε θα μπορούσα να μην αναφερθώ στο «μύθο του αντικαταθλιπτικού» της γνωστής μας Joanna Moncriffe (κεφάλαιο 13, μετάφραση: Λυκούργος Καρατζαφέρης), όπου απαντάται η ερώτηση «τι είναι τα «αντικαταθλιπτικά» και από πού προέρχονται;» Με τα αντικαταθλιπτικά ασχολούνται και τα επόμενα δύο κεφαλαία, δηλαδή το 13 (μετάφραση: Παναγιώτης Καμπισιούλης) που εξετάζει το ρόλο των placebo, των εικονικών φαρμάκων στην κατάθλιψη, και το 14 που αναλύει τα προβλήματα που προκύπτουν απ’ τη διακοπή τους και τα οποία οι ψυχίατροι άργησαν να τ’ αναγνωρίσουν.

Επειδή ως τώρα όμως, αναφέρθηκε πολύ η Ψυχιατρική, αυτό σημαίνει άραγε ότι είναι άμοιρη ευθυνών η Ψυχολογία; «Είναι τελικά» διερωτάται ο Craig Newnes (κεφάλαιο 16, μετάφραση: Γιώργος Κεσίσογλου), «η σύγχρονη ψυχολογία η νέα αλχημεία, που μετατρέπει ό, τι αγγίζει σε χρυσό, περιγελώντας τις βιολογικά περιορισμένες θεραπείες της ιατρικής και του τέκνου της, της ψυχιατρικής;» Μήπως κι η ψυχολογία, λοιπόν, μπορεί ν’ αποδειχτεί τοξική; Μα είναι δυνατόν σκόπιμα οι ψυχολόγοι να προκαλούμε βλάβη στους ανθρώπους που μας πλησιάζουν προσπαθώντας να βρουν μια λύση στη δυσφορία τους; Θα μάθετε πού ακριβώς θέλει να επιστήσει την προσοχή μας ο συγγραφέας αυτού του άρθρου (και σίγουρα υπάρχει σύνδεση μ’ αυτά που παραπάνω γράφει ο Rudi Dallos) . Κι η ψυχοθεραπεία είναι αποτελεσματική ή μήπως πρόκειται για «μια αυταπάτη χωρίς μέλλον;» (κεφάλαιο 17). Μήπως η φροϋδική θεωρία αποτυγχάνει ως θεραπευτική προσέγγιση; Κι όσον αφορά τα βασανιστήρια (κεφάλαιο 18) που υφίστανται τόσοι άνθρωποι, μήπως μπορούμε να κάνουμε κάτι διαφορετικό απ’ το να τα ψυχολογικοποιούμε; Τι πρέπει να γίνει για όλα όσα προαναφέρθηκαν ως τώρα, συνολικά, το μαθαίνουμε στο τελευταίο κεφάλαιο (το 19ο).

Γενικά, αυτό που έχει σημασία να γράψω είναι ότι πλουτίζει τις γνώσεις όλων μας το συγκεκριμένο βιβλίο, μας παρέχει τεκμηριωμένα επιχειρήματα (μέτρησα 34 σελίδες βιβλιογραφίας) για ν’ αμφισβητήσουμε τις επικρατούσες αντιλήψεις για τις ποικίλες διαταραχές (που συνεχώς φροντίζει η big pharma ν’ αυξάνονται, με τέτοιο τρόπο που να μπορούν ν’ αποδοθούν διαγνώσεις στον καθένα μας και για κάθε πτυχή της ανθρώπινης συμπεριφοράς) κι αυξάνει τις αντιστάσεις μας έναντι του παγιωμένου μοντέλου της βιοϊατρικής προσέγγισης. Καλύπτει πράγματι το βιβλιογραφικό κενό που επισημαίνεται στην αρχή (των κριτικών φωνών δηλαδή, απέναντι στον κυρίαρχο τρόπο αντίληψης και αντιμετώπισης των θεμάτων ψυχικής υγείας) και μας υπενθυμίζει την πολιτική διάσταση των ποικίλων βιογραφικών ρωγμών.

Και τελικά «τι σημαίνει να «απο-ιατρικοποιήσουμε τη δυστυχία»; Σημαίνει ότι δεν θα έπρεπε πια να σκεφτόμαστε τις καταστάσεις απελπισίας, θλίψης ή τρέλας με ιατρικούς όρους;» διερωτάται ο Philip Thomas στο κεφάλαιο 2 που μετέφρασε η Αθανασία Τριανταφυλλοπούλου και συνεχίζει: «Σημαίνει ότι οι γιατροί δεν είναι αρμόδιοι να επιχειρούν να εργαστούν και να βοηθήσουν όσους έχουν ταλαιπωρήσει τόσο πολύ; Κι αν είναι έτσι, τότε τι θα γίνει με τα συστήματα που έχουν δημιουργήσει οι δυτικές κοινωνίες προκειμένου να προσφέρουν βοήθεια, όπως τα Κέντρα Ψυχικής Υγείας και οι δομές πρωτοβάθμιας φροντίδας, τα οποία βασίζονται στην υπόθεση ότι η δυστυχία και η τρέλα είναι, μεταξύ άλλων, ιατρικές παθήσεις; Πρέπει όλα αυτά να διαλυθούν; Κι αν ναι, τι θα πάρει τη θέση τους;» Θα δείτε πώς απαντούν σ’ αυτά τα ερωτήματα οι συγγραφείς του βιβλίου και σίγουρα στις παρουσιάσεις που θα γίνουν σε κάποιους χώρους, θα συζητηθούν πολλά απ’ αυτά τα ενδιαφέροντα ζητήματα.

Κλείνοντας, πάντως, αντί επιλόγου, κρατήστε την προτροπή της Jacqui Dillon* (για πρώτη φορά μάθαμε την ιστορία της απ’ αυτό το βιβλίο και τη μετάφραση αυτού του κειμένους της έχει κάνει η Μαρία Κωνσταντίνα Μπίρη), που ως παιδί κακοποιήθηκε σεξουαλικά κι έχει καταφέρει να έχει πολλή αγάπη στη ζωή της, δύο υπέροχες κόρες κι άλλους λόγους για να αισθάνεται τυχερή (σημαντικό να το έχουμε στο νου μας αυτό τέτοιες μέρες που τόσα παιδιά μάθαμε ότι κακοποιήθηκαν κι ο κόσμος θεωρεί ότι καταστράφηκαν οριστικά οι ζωές τους): «Για να βελτιώσουμε όλες τις προσωπικές εμπειρίες μας, πρέπει ν’ αντιμετωπίσουμε συλλογικά τις καταπιεστικές πολιτικές δομές (…) Αντί να παθολογικοποιούμε τα άτομα», λοιπόν, ας συνειδητοποιήσουμε ότι «έχουμε μια συλλογική ευθύνη απέναντι σε όσους έχουν τρελαθεί από αυτά που τους έχουν συμβεί. Έχουμε ευθύνη να τους υποστηρίξουμε και να τους παρέχουμε τη βοήθεια που χρειάζονται, ώστε να δώσουν νόημα στις εμπειρίες τους και να θεραπεύσουν τον πόνο τους. Οφείλουμε να εκθέσουμε την αλήθεια και να μην επιτρέψουμε να διαπράττεται άλλη αδικία»._

Διαβάζοντας το Asylum magazine…

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Την άνοιξη του 1986 κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το ριζοσπαστικό περιοδικό Asylum και το εξώφυλλο ανακοίνωνε τα highlights του τεύχους ως εξής: «Αποκλειστική συνέντευξη με τον RD Laing: Δημοκρατική Ψυχιατρική στην Ιταλία, Η Πολιτική της Ψυχικής Υγείας». Κι όπως αναφέρεται εδώ, όπου γίνεται μια μικρή ιστορική αναδρομή, «αυτό αποτυπώνει τις περισσότερες από τις προθέσεις των ιδρυτών. Ήμασταν μια ομάδα πασχόντων και επαγγελματιών, επηρεασμένοι πολύ από το κίνημα της «αντιψυχιατρικής» της δεκαετίας του εξήντα και κινητοποιηθήκαμε σε δράση από δύο επισκέψεις στην Αγγλία, Εργαζομένων Ψυχικής Υγείας από την Ιταλία που ήρθαν ως ιεραπόστολοι για την Psichiatria Democratica…»

Ο λόγος που σας γράφω εγώ σήμερα για όλα αυτά, είναι επειδή το περιοδικό άρχισε ν’ αναδημοσιεύει πρόσφατα και κάποιες απ’τις ανακοινώσεις της Πρωτοβουλίας για ένα Πολύμορφο Κίνημα στην Ψυχική Υγεία κι έγινε αυτό το γεγονός η αφορμή, για να γνωριστούμε καλύτερα με την Ντίνα (Κωνσταντίνα) Πουρσανίδου*, πού τις μεταφράζει στ’ αγγλικά όντας μέλος της συντακτικής ομάδας του Asylum. Αξίζει να διαβάσετε μάλιστα κι όσα γράφει στο blog της που θα βρείτε εδώ.

Για να επιστρέψω όμως στην ιστορία του περιοδικού, όπου ο Άλεκ Τζένερ, εκ των ιδρυτικών μελών του, εξηγεί: «Επιλέξαμε τον τίτλο « Άσυλο» για την αρχική του ετυμολογική σημασία, μέσω των λατινικών από τα ελληνικά στα αγγλικά. Αυτό είναι ένα καταφύγιο, αλλά και το δικαίωμα να μην μας το υφαρπάξουν. Επηρεαστήκαμε επίσης γνωρίζοντας ότι το «Asylum» ήταν ο αρχικός τίτλος αυτού που έγινε το British Journal of Psychiatry! (…) Μετά από ένα τέταρτο του αιώνα, αναπόφευκτων αναποτελεσματικών, καταστροφών και χάους, αγωνιζόμαστε περήφανα…»

Ο στόχος των ανθρώπων λοιπόν που γράφουν στο περιοδικό είναι αυτός: «Εξακολουθούμε να ελπίζουμε ότι θα μπορέσουμε να συνεχίσουμε να συνεισφέρουμε σημαντικά στην κατανόηση και τη βελτίωση του ψυχικού πόνου τόσων πολλών ανθρώπων. Σίγουρα θέλουμε να είμαστε ανάμεσα σε αυτούς που τους δίνουν φωνή, ένα προσεκτικό κοινό και, όταν και όπου είναι δυνατόν, μια συμπαθητική ανταπόκριση».

Τι να πρωτοξεχωρίσω απ’ τα τόσα κείμενα; Διάβασα για παράδειγμα στις πρώτες κιόλας σελίδες του Volume 28, number 2, που κυκλοφόρησε το 2021, τα όσα γράφει η Claire Barnard που συγκρίνει την τρέχουσα εστίαση στην ευεξία με μια διαφημιστική καμπάνια: «το κόνσεπτ του well-being» σημειώνει «μοιάζει να αρνείται τι είναι πραγματικό, τις δυσκολίες της ζωής, τα πράγματα που μας κάνουν να θυμώνουμε και μας απογοητεύουν/ματαιώνουν, τη λύπη της απώλειας…» Και στέκομαι σ’ όσα κριτικά παραθέτει μιας κι είναι πολύ της μόδας το well-being.

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Μ’ ενδιαφέρον μελέτησα επίσης και το κείμενο της Kate Quinn που εξηγεί τι είναι η Heavy Metal Therapy (μπορείτε μάλιστα κι εσείς να διαβάσετε το άρθρο της εδώ), και δίνει μια τόσο διαφορετική και θετική διάσταση σ’ αυτό το είδος μουσικής που έχει ενοχοποιηθεί πολύ: «Είμαστε επικριτικοί σχετικά με την έρευνα για την αποκατάσταση της ψυχικής υγείας, η οποία υποδηλώνει ότι η ακρόαση «αρνητικής» επιθετικής μουσικής σχετίζεται με κακή ψυχική υγεία. Πιστεύουμε ότι η μη καταστροφική ενασχόληση με όλο το φάσμα των συναισθημάτων, συμπεριλαμβανομένων των συναισθημάτων που είναι συχνά ταμπού να εκφραστούν, όπως ο θυμός, μπορεί να είναι ένας υγιής τρόπος επεξεργασίας και διαχείρισης έντονων συναισθηματικών εμπειριών. Αυτός ο ισχυρισμός υποστηρίζεται από πρόσφατη έρευνα για την ακρόαση της heavy metal και από τη βιωμένη εμπειρία πολλών από τα μέλη της κοινότητάς μας».

Η Emma Goude, με τη σειρά της περιγράφει τη δική της εμπειρία απ’το ψυχιατρικό σύστημα: «Η ψυχίατρος ήθελε να μάθει αν άκουσα ποτέ φωνές. Δεν ρωτούσε από ενδιαφέρον, αλλά για να επιβεβαιώσει τη διάγνωση της. Όταν της είπα ότι άκουσα, έγραψε κάτι στις σημειώσεις της και δε με ρώτησε τίποτα περισσότερο σχετικά μ’ αυτό. Δεν ήθελε να μάθει ότι η φωνή ήταν θετική… ότι με βοήθησε περισσότερο παρά με ενόχλησε/διατάραξε… Τίποτα απ’ αυτά δεν την ενδιέφερε. Ήταν εστιασμένη στο να επιβεβαιώσει ότι έκανε τη σωστή διάγνωση». Πράττοντας όμως έτσι, δεν ακούμε οι ειδικοί (εντός κι εκτός εισαγωγικών), πραγματικά τους ανθρώπους.

Θα μπορούσα να σας γράψω κι άλλα πολλά, για κάθε τεύχος του περιοδικού, στο οποίο δημοσιεύονται και ποιήματα σαν αυτό της Samantha J. Linderer που ξεχώρισα και βλέπετε στη δεύτερη φωτογραφία. Είναι πολύ σημαντικό να υπογραμμίσω, επίσης, ότι οι άνθρωποι του ήταν στην πρώτη γραμμή ποικίλων ελπιδοφόρων εξελίξεων στην ψυχική υγεία, όπως για παράδειγμα στην έρευνα αλλαγής παραδείγματος στην Ολλανδία που έγινε από τον Marius Romme και τη Sandra Escher κι οδήγησε στην άνθηση του Δικτύου Ακούγοντας Φωνές, για το οποίο έχω γράψει κι εγώ εδώ αρκετά πράγματα και για την ιστορική του εξέλιξη, αλλά και για το ελληνικό τμήμα του.

Πιο εύκολο είναι όμως, να διαβάσετε όσα ατομα ενδιαφέρεστε μόνα σας, τα ελεύθερα διαθέσιμα άρθρα του περιοδικού απ’ τα προηγούμενα τεύχη κι ακόμη καλύτερο και χρήσιμο, να ζητήσετε να γίνετε συνδρομήτριες και συνδρομητές, ώστε να στηρίξετε κι εσείς έμπρακτα την προσπάθεια της συντακτικής ομάδας, χάρη στην οποία δίνεται βήμα σε τόσους ανθρώπους να εκφραστούν και μαθαίνουμε τόσα πράγματα…

Καλη σας ανάγνωση.

.

* Η Ντίνα (Κωνσταντίνα) Πουρσανίδου είναι μέλος της συντακτικής ομάδας του Asylum για περισσότερο από μια δεκαετία. Άρχισε να χρησιμοποιεί υπηρεσίες ψυχικής υγείας το 1991, όταν είχε την πρώτη της σοβαρή κρίση. Ως αποτέλεσμα αυτής της κρίσης, έκανε ένα διδακτορικό στο οποίο εξέτασε την κατάθλιψη των εφήβων ως κοινωνικο-πολιτισμικό φαινόμενο στην Αγγλία και στην Ελλάδα (χώρα καταγωγής της). Κατόπιν, μετά τη δεύτερη κρίση της που διήρκεσε μερικά χρόνια και περιελάμβανε, μεταξύ άλλων, ακούσια νοσηλεία σε ψυχιατρικό νοσοκομείο στο Μάντσεστερ, εργάστηκε ως ερευνήτρια (καθώς έχει, όπως προαναφέρθηκε, προσωπική εμπειρία απ’ τη χρήση ψυχιατρικών υπηρεσιών) σε πολλά αγγλικά πανεπιστήμια. Αυτή τη στιγμή, εργάζεται στο Πανεπιστήμιο του Central Lancashire σ’ ένα έργο στον τομέα της εγκληματολογικής ψυχικής υγείας. Τέλος, είναι ένας απ’ τους ανθρώπους που διευθύνουν το Survivor Researcher Network (CIC), με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο.