Παρουσίαση βιβλίου: «Υπομονή θέλει» των Θανάση Πέτρου και Μαρίας Παναγιώτου – Ενα κόμικς για την ψυχική οδύνη, τις ψυχικές διαταραχές

Φωτογραφία εξωφύλλου: προσωπικό αρχείο

Έτυχε να μάθω ότι υπήρχε η ιδέα για τη δημιουργία αυτού του κόμικς όταν συνάντησα για πρώτη φορά το Θανάση Πέτρου, με αφορμή την παρουσίαση του graphic novel για το Γιανούλη Χαλεπά που κάναμε στο «Παραρλάμα». Μας σύστησε τότε ο Λυκούργος Καρατζαφέρης, ξεχωριστός φίλος, ψυχίατρος, που υπογράφει τον πρόλογο αυτής της έκδοσης και εξηγεί αρκετά σε δύο σελίδες, για τις ψυχικές διαταραχές, τις φαρμακευτικές αγωγές κτλ.

Τώρα πια το έχω και στα χέρια μου κι αφού παρακολούθησα αυτή την εκπομπή της Athens Comics Library, όπου ο Θανάσης εξήγησε περισσότερα τόσο για τον τρόπο που δημιουργεί (αναφέρεται όπως θα δείτε και στο άλλο κόμικς «Οι Όμηροι του Γκαίρλιτς»), όσο και για το πώς αποφασίζει ν’ ασχοληθεί με κάθε θέμα, αποφάσισα να σας γράψω κι εγώ λίγα πράγματα.

Γεννιόμαστε με άπειρες δυνατότητες, λάμπουμε συνήθως ως παιδιά (τουλάχιστον αν δεν αντιμετωπίσουμε κάτι βαθιά τραυματικό), αλλά όσο εξελισσόμαστε ερχόμαστε αντιμέτωπ@ με τους περιορισμούς που βάζει η κοινωνία στην αυτοδιάθεσή μας.

Αν δεν ακολουθήσουμε την πεπατημένη, που παρέχει ένα είδος ασφάλειας -ασφυκτικής για κάποι@ από ‘μας-, ρισκάρουμε ν’ αποτύχουμε. Αλλά κι αν την ακολουθήσουμε ερχόμαστε αντιμετώπ@ με τα φαντάσματα των «θέλω» μας και σ’ ορισμένες περιπτώσεις η κατάσταση κλιμακώνεται ακραία.

Το «έτσι κάνουν όλοι» που εμπεριέχει πάμπολλες αποτροπές για ό,τι διαφορετικό δεν συμπεριλαμβάνει η νόρμα, έχει καταπιεί πολλές υπάρξεις που κύλησαν αδιάφορα ως το τέρμα. Αλλά αφού η ζωή μας δίνεται άπαξ, για να θυμηθούμε και το Χρόνη Μίσσιο, πως είναι δυνατόν να τη διαμορφώνουμε με βάση τις επιθυμίες των άλλων -έστω, των σημαντικών άλλων- κι όχι τις δικές μας; Αυτό έχει σημασία να σταματάμε που και που και να σκεφτόμαστε κι ανάλογα με τον αναστοχασμό, να τροποποιούμε την πορεία μας.

Το εξαιρετικό αυτό κόμικς – εκπληκτικά χειρίζεται το χρώμα ο Θανάσης, πολύ δυνατό βέβαια και το σενάριο της Μαρίας Παναγιώτου- αξίζει να το έχετε υπόψη σας κι αν σας βάλει σε σκέψεις, τόσο το καλύτερο. Κυκλοφορεί απ’ τις εκδόσεις «Μικρός Ήρως».

Φωτογραφία του Θανάση Πέτρου

Διαδικτυακό σεμινάριο απ’ το Κίνημα «Ακούγοντας Φωνές»: Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2021

Πέρα από την ψυχιατρική διάγνωση: το θεωρητικό πλαίσιο «Εξουσία – Απειλή –Νόημα» ως εναλλακτική προσέγγιση στην κατανόηση της ψυχικής δυσφορίας

Το Κίνημα “Ακούγοντας Φωνές” σας προσκαλεί σε ένα διαδικτυακό εργαστήριο με συντονίστρια τη Lucy Johnstone, η οποία θα παρουσιάσει το θεωρητικό πλαίσιο «Εξουσία – Απειλή – Νόημα». Το εργαστήριο θα εστιάσει σε μια συνοπτική παρουσίαση και επεξήγηση της εναλλακτικής αυτής προσέγγισης μαζί με την αξιοποίηση μιας άσκησης, ώστε να πάρουμε μια γεύση εφαρμογής στην καθημερινή πρακτική.

Το θεωρητικό πλαίσιο «Εξουσία – Απειλή – Νόημα» (Power Threat Meaning Framework ή συνοπτικά PTMF) αποτελεί μια ριζοσπαστική εναλλακτική στα ταξινομητικά μοντέλα της δυσφορίας. Πρόκειται για μια συν-παραγωγή πέντε ετών μιας ομάδας κορυφαίων κλινικών ψυχολόγων και γνωστών επιζώντων/επιζησασών και δημοσιεύτηκε τον Ιανουάριο του 2018 από τη Βρετανική Ψυχολογική Εταιρεία ως εναλλακτική της ψυχιατρικής προσέγγισης για την κατανόηση και την αντιμετώπιση της ψυχικής δυσφορίας. Από την αρχή συγκέντρωσε το διεθνές ενδιαφέρον και συμβαδίζει με τις αρχές του Δικτύου Ακούγοντας Φωνές.

Το συγκεκριμένο πλαίσιο έχει ως αφετηρία τη ρήση των επιζώντων/επιζησασών “Αντί να ρωτάς τι πάει στραβά με εμένα, ρώτα με τι μου έχει συμβεί”. Αντιλαμβάνεται αυτό που η ψυχιατρική αποκαλεί “σύμπτωμα” ως μια κατανοητή απόκριση σε γεγονότα ζωής και ως ένα δημιουργικό τρόπο επιβίωσης. Συνοψίζει έναν τεράστιο όγκο δεδομένων σχετικά με το ρόλο των ποικίλλων μορφών ισχύος στις ζωές των ανθρώπων και υπογραμμίζει τις συνδέσεις ανάμεσα στην υποκειμενική δυσφορία και την κοινωνική ανισότητα και την αδικία κάθε μορφής. Επισημαίνει πώς μπορούμε να δημιουργήσουμε αφηγήσεις ανάρρωσης ως μια εναλλακτική στις διαγνώσεις είτε σε επαφή με τις υπηρεσίες είτε όχι. Το PTMF μας αφορά όλους και όλες μας.

Η Dr Lucy Johnstone είναι Αγγλίδα κλινική ψυχολόγος, συγγραφέας του βιβλίου “Users and abusers of psychiatry” (2η έκδοση Routledge 2000) και συν-επιμελήτρια του “Formulation in psychology and psychotherapy: making sense of people’s problems” (Routledge, 2η έκδοση 2013) και του “A straight-talking guide to psychiatric diagnosis” (PCCS Books 2014), όπως και πολλών ακόμα κεφαλαίων και άρθρων, στα οποία διατηρεί μια κριτική ματιά στα ζητήματα θεωρίας και πρακτικής της ψυχικής υγείας. Είναι πρώην Διευθύντρια του Διδακτορικού Προγράμματος του Πανεπιστημίου του Μπρίστολ και κύρια συγγραφέας του “Good practice guidelines on the use of psychological formulation” (Τμήμα Κλινικής Ψυχολογίας, 2011.) Εργάστηκε σε δομές ψυχικής υγείας ενηλίκων για πολλά χρόνια, τα τελευταία στη νότια Ουαλία.

Περισσότερες λεπτομέρειες και πληροφορίες εδώ.

«Τ’ αλλόκοτα μάτια» του Γρηγόριου Ξενόπουλου

Σκίτσο απ’ το περιοδικό «Διαβάζω», Τ. 371

.

Ανατρέχοντας σε παλιά τεύχη του λογοτεχνικού περιοδικού «Διαβάζω», θυμήθηκα ξανά αυτό το υπέροχο διήγημα του Γρηγόριου Ξενόπουλου, που είχε επιλέξει για το τεύχος 371 ο Γιώργος Ζεβελάκης. Μπορείτε να το διαβάσετε κι εσείς ολόκληρο εδώ (σελ. 54 ως 57), μιας κι εγώ θα δημοσιεύσω σήμερα ένα πολύ μικρό μέρος του που διάλεξα εσκεμμένα, καθώς δείχνει πώς και πόσο μπορεί να μεταβληθεί η ψυχολογία μας ανάλογα με τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε. Δεν χρειάζεται να προσθέσω κάτι βέβαια για τον πολύ σημαντικό λογοτέχνη, απλώς εύχομαι να απολαύσετε τη γραφή του, της οποίας την ορθογραφία διατήρησα ως είχε:

.

«Ένα δειλινό, την ώρα του λιοβασιλέματος, μου φάνηκε πως όλος ο κόσμος έγινε ρόδινος. Ουρανό και γη, πρόσωπα και πράγματα, όλα τάβλεπα ροδοβαμμένα. Η παραίσθηση αυτή, αν και ζωηρότατη, δεν βάσταξε πολύ. Άμα σκοτείνιασε κι άναψαν τα φώτα, είδα πάλι τον κόσμο όπως ήταν. Τάλλο πρωί όμως, άμα ξύπνησα, βρέθηκα σ’ έναν κόσμο χρωματιστό, ρόδινο, ιδανικό!

Ήταν πια σταθερό. Μου βάσταξε μέρες. Και τη νύχτα ακόμα, στα σκοτεινά, έβλεπα τα πράγματα να ροδίζουν!

Ύστερα πάλι, σιγά – σιγά, λίγο – λίγο, άρχισαν να… ξεβάφουν. Έφτασα να τα βλέπω μισά ρόδινα και μισά με το φυσικό τους χρώμα. Κι επιτέλους το ρόδινο, αφού σχημάτισε μια παρυφή από τη μια πλευρά των πραγμάτων, εχάθηκε. Ήμουν καλά.

Αλλά για λίγον καιρό. Γιατί το «φαινόμενο» μού ξαναπαρουσιάστηκε το ίδιο. Με τη διαφορά μόνο πως το χρώμα δεν ήταν πια ρόδινο, αλλά πορτοκαλί. Έπειτα έγινε χρυσοκίτρινο. Έπειτα γαλάζιο. Έπειτα πράσινο. Και τέλος μαβί. Έτσι, επί ένα ολάκερο χρόνο, – και περισσότερο ίσως, – είδα τον κόσμο βαμμένο διαδοχικά, μισοβαμμένο ή παρυφασμένο μ’ όλα σχεδόν τα χρώματα της ίριδος· και σε τέτοιο τρόπο, που κάθε φορά μου φαινόταν πως είχα μεταφερθεί στο Φεγγάρι, στον Ήλιο, στον Άρη, στην Αφροδίτη και ζούσα σα σε όνειρο!

Ανάλογα περίεργη ήταν κι η ψυχική μου διάθεση όσο βάσταξε το τελευταίο αυτό «φαινόμενο». Είχα διακόψει την εργασία μου κι ήθελα, τον περισσότερο καιρό, να μένω στο σπίτι και να βλέπω απ’ το παράθυρό μου. Πότε ήμουν μελαγχολικός, πότε χαρούμενος και πότε γινόμουν καθαυτό μανιακός. Ο γιατρός μου, σ’ αυτή την περίοδο, ήταν υποχρεωμένος να μου γιατρεύει τις νευρικές κρίσεις. Ερωτεύθηκα γυναίκες που τις αντιπαθούσα φοβερά όταν τις έβλεπα με το φυσικό τους χρώμα. Κι απεναντίας εμίσησα την πιο αγαπημένη μου, όταν την είδα άξαφνα ολοπράσινη. Έφαγα με ηδονή φαγιά που άλλοτε μου προξενούσαν αηδία· και συχάθηκα ξαφνικά τα πιο αγαπητά μου.

Το τελευταίο χρώμα της παραισθήσεώς μου ήταν, καθώς είπα, το μαβί. Ο γιατρός, που με παρακολουθούσε, φοβήθηκε πως θα το διαδεχόταν το μαύρο. Και τότε βέβαια θα τυφλωνόμουν. Αλλά όχι. Κανέν’ άλλο χρώμα δεν διαδέχτηκε το τελευταίο εκείνο μαβί. Και πέρασε σχεδόν άλλος ένας χρόνος, χωρίς να μου παρουσιαστή τίποτε, ούτε απ’ τα παλιά, ούτε άλλο καινούργιο.

Ο γιατρός λέει πως γιατρεύτηκα. Εγώ όμως δεν το πιστεύω. Γιατί έχω ακόμα τη μανία να μην αφίνω ήσυχα τα μάτια μου στιγμή. Θάλεγα μάλιστα πως αυτά έχουν μέσα τους μια δύναμη που δεν μ΄ αφήνει να τα ξεχάσω και να ησυχάσω. Τα μάτια μου τελοσπάντων, ταλλόκοτα μάτια μου, ενοχλούν εμένα, όπως άλλους ανθρώπους άλλα μέλη του σώματος. Και γι’ αυτό φοβάμαι πως έχω να υποφέρω κι άλλα, μολονότι μου είνε αδύνατο να μαντέψω τι…»

.

Γρηγόριος Ξενόπουλος (απόσπασμα απ’ το διήγημα “Τ’ αλλόκοτα μάτια”, πρώτη δημοσίευση: περιοδικό “Μπουκέτο”, 18/7/1926, αναδημοσίευση: περιοδικό “Διαβάζω” Τ. 371, σελ. 52, Φεβρουάριος 1997)

«Σχέδιο γάμου»: Ένα ντοκιμαντέρ της Atieh Attarzadeh γυρισμένο σε ψυχιατρείο του Ιράν

Όσα χρόνια έζησα στη Θεσσαλονίκη, δεν έχανα με τίποτα το Φεστιβάλ. Τις μέρες εκείνες, περνούσα ώρες μπροστά στη μεγάλη οθόνη που μου άνοιγε νέους ορίζοντες. Φέτος, λόγω της διαμορφωμένης κατάστασης μπορώ να δω, όπως κι εσείς, με μια απλή εγγραφή κι απολύτως δωρεάν, όποια ταινία μ’ ενδιαφέρει στον υπολογιστή μου από εδώ. Κι αυτό έκανα χτες βράδυ.

Παρακολούθησα λοιπόν το σπουδαίο αφιέρωμα στον ποιητή Νίκο Καρούζο που σας προτείνω κι από ‘δω να μη χάσετε, αλλά και το συγκεκριμένο ντοκιμαντέρ της Atieh Attarzadeh , που αφορά ένα αμφιλεγόμενο σχέδιο γάμου μεταξύ χρονίων ψυχικά πασχόντων (κάποιοι εξ’ αυτών είναι άστεγοι κι έχουν πάρει τη διάγνωση της σχιζοφρένειας), νοσηλευομένων στο Ehsan House. Ένα ίδρυμα μη-κρατικό, μη-κερδοσκοπικό (Charitable Institute for Protecting Social Victims), κοντά στην Τεχεράνη, για το οποίο βρήκα εδώ κάποιες πληροφορίες.

Τα υπέρ και τα κατά αυτού του σχεδίου, αναφέρονται απ’ τους ίδιους τους εργαζόμενους στο ίδρυμα κι έτσι δεν χρειάζεται να σας γράψω περισσότερα εγώ. Θ’ αναφέρω μόνο, ότι φυσικά σε οτιδήποτε νέο προτείνεται, υπάρχει συνήθως κριτική απ’ το κατεστημένο σύστημα. Δεν είναι η πρώτη φορά που το βλέπουμε αυτό. Και συνήθως η κριτική γίνεται από ‘κείνους ακριβώς, που δεν έχουν κάνει τίποτα για να λύσουν ένα ήδη υπάρχων πρόβλημα. Θα δείτε σε κάποια στιγμή το διευθυντή που είχε αυτή την ιδέα, να το λέει. Απ’ την άλλη, κάποια «πειράματα» χρειάζονται πολλή σκέψη ειδικά αν έχουν έντονο το στοιχείο του ελέγχου ενώ επικαλούνται τη λέξη «δικαίωμα» και θα καταλάβετε γιατί, παρακολουθώντας όσα διαδραματίζονται στην ταινία.

Εγώ δε στάθηκα πάντως, για να πω την αλήθεια, μόνο στα ερωτήματα που εγείρει το συγκεκριμένο σχέδιο. Αυτό το ντοκιμαντέρ μας δίνει την ευκαιρία να δούμε τις προσωπικές διαδρομές κάποιων ανθρώπων, ανδρών και γυναικών, που κατέληξαν στο ψυχιατρείο, τον τρόπο που τους αντιμετώπισαν κι αντιμετωπίζουν και σήμερα οι οικογένειές τους, την ιδρυματική λειτουργία του χώρου όπου νοσηλεύονται, το πώς δομούνται κι ιεραρχούνται αντίστοιχα κι οι σχέσεις των ειδικών, το περιθώριο λόγου των ίδιων των ενδιαφερομένων, ακόμη και το πως γίνονται ομαδικές ή ατομικές συνεδρίες, τι συμβαίνει με τη φαρμακοθεραπεία κ.α.

The Marriage Project' to vie in Belgium iFilm

Στο πατριαρχικό Ιράν, που κι άλλες φορές μ’ έχει απασχολήσει όπως θα ξέρετε ήδη αν επισκέπτεστε συχνά αυτό το blog, κάποια πράγματα που θα δείτε δεν φανταζόμουν ότι μπορούν να συμβούν κι άλλα ήταν όπως ακριβώς τα περίμενα. Θα κάνετε όσοι είστε του Ψ χώρου και τις δικές σας συγκρίσεις εξάλλου, αναπόφευκτα. Γι’ αυτό έχει νόημα να το δείτε και να βγάλετε τα συμπεράσματά σας.

Μια απ’ τις σκηνές πάντως, επαναφέρει το γνωστό ερώτημα της κλειστής ή ανοιχτής πόρτας. Τον ίδιο διάλογο θα μπορούσατε να παρακολουθήσετε και στην Ελλάδα. Μα τον ίδιο ακριβώς. Πράγμα που δείχνει αν μη τι άλλο, πόσο παγιωμένες είναι κάποιες αντιλήψεις και πόσο ισχυρά τα στερεότυπα για την ψυχική δυσφορία, ανεξαρτήτως συνόρων, δυστυχώς.

Επιτρέψτε μου μόνο, να κάνω μια μικρή παρένθεση και να γράψω επίσης δυο λόγια για μια ακόμη ταινία με πρωταγωνιστή άτομο διαγνωσμένο με διπολική διαταραχή, που είδα πρόσφατα απ’ το Ιράνflix, το πρόγραμμα προβολής δηλαδή ταινιών, που πραγματοποιεί το Μορφωτικό Κέντρο της Πρεσβείας της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν κι ήταν μια ευχάριστη έκπληξη. Στη χώρα όπου οι ταινίες γυρίζονται «Στο όνομα του Θεού», δεν είδα να τρέχουν οι συγγενείς τον πάσχοντα Χοσρόη, όπως είναι το όνομα του ήρωα, στους μουλάδες ή να του δίνουν να καταπιεί στίχους απ’ το Κοράνι διαλυμένους σε νερό. Θα συμβαίνουν κι αυτά ενδεχομένως (για να μη γράψω οπωσδήποτε και φανώ απόλυτη, ενώ δεν έχω πλήρη εικόνα της κατάστασης στη χώρα), σε επαρχιακές περιοχές, αλλά δεν συμβαίνουν μόνο αυτά, όπως άλλωστε βλέπουμε και στο ντοκιμαντέρ της Atieh Attarzadeh, πράγμα που δεν είναι λίγο.

Κι είναι καλή αφύπνιση η ταινία που σας προανέφερα κι έχει τίτλο «Ο αδερφός μου ο Χοσρό» και για τα δικά μας στερεότυπα, σχετικά με τις ισλαμικές χώρες. Αντιθέτως είδα συγγενείς να κάνουν μεγάλη προσπάθεια να καταλάβουν, να στηρίξουν και κυρίως να κρατήσουν εκτός ψυχιατρείου τον συγγενή τους. Κι όχι μόνο συγγενείς, αλλά δε θα γράψω περισσότερα για την περίπτωση που θα καταφέρετε να δείτε την ταινία και τότε θα δείτε ποιες συγκρούσεις αναδύονται. Πραγματικά ήταν μια ευχάριστη έκπληξη πάντως και μπράβο για τα μηνύματα, αν μη τι άλλο, που περνάει με τόση ευαισθησία και διακριτικότητα o σκηνοθέτης Ehsan Biglari.

Κλείνοντας τώρα την ανάρτηση αυτή κι επιστρέφοντας στο ντοκιμαντέρ «Σχέδιο γάμου», θα γράψω καταληκτικά ότι η σκηνοθέτιδα ήθελε να δείξει μεταξύ άλλων ότι όλ@ αναζητούμε την αγάπη κι έχουμε δικαίωμα να βιώνουμε συναισθηματική ασφάλεια, πληρότητα, ικανοποίηση. Ας το έχουμε κι αυτό κατά νου.

Μεγάλο το ευχαριστώ μας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, που μας δίνει την ευκαιρία να δούμε, να μάθουμε και να σκεφτούμε.-

*H φωτογραφία της ανάρτησης είναι από εδώ.

Ανακοίνωση της Πρωτοβουλίας ‘Ψ’: Οι κυνηγοί των λέξεων και η διάσωση της αξιοπρέπειας της ψυχιατρικής κοινότητας στις μέρες της πανδημίας

.

Δεν αποτελούν έκπληξη, οι με ταχύτατα αντανακλαστικά «αντιδράσεις» του ΣΥΝΟΨΥΝΟ, του Συλλόγου εργαζομένων του Δαφνιού και της ΕΨΕ*, όσον αφορά στους περιορισμούς που επιβάλλονται σε ψυχιατρικές κλινικές γενικών και ειδικών νοσοκομείων, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19, όπως αναφέρεται σε σχετικό άρθρο/δημοσίευμα μέλους της Ειδικής Επιτροπής Ελέγχου Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ατόμων με Ψυχικές Διαταραχές. Θα μπορούσε κανείς να τις αποδώσει και στην απουσία μιας νηφάλιας , και εστιασμένης στον νοσηλευόμενο γενικής πολιτικής , ή στον φόβο, που στοχευμένα ταξιδεύει σε κάθε γωνιά του σώματός μας, αν αυτή δεν ήταν η μόνιμη γραμμή άμυνας όταν, για οποιοδήποτε λόγο, ταράζονται τα λιμνάζοντα ύδατα της ψυχιατρικής κοινότητας.


Κι όπως σε όλες τις σχετικές ανακοινώσεις τους, έτσι και σε αυτές, κυρίαρχα επιχειρήματα, συνήθως, είναι η επίκληση «καταστάσεων εκτάκτου ανάγκης», είτε λόγω «επικινδυνότητας» είτε λόγω “προστασίας του καλού των ασθενών”. Η επένδυση του ρόλου των επαγγελματιών με ιδιότητες ήρωα που “πολεμά σε επικίνδυνες συνθήκες” (στην προκειμένη και με τον «αόρατο κίνδυνο» του ιού, επιπλέον), θα μπορούσε να είναι πειστικό επιχείρημα, για την “ιερή” αγανάκτηση που εκφράζεται, ειδικά τώρα που οι υγειονομικοί καλούνται να είναι στην πρώτη γραμμή, αν δεν ήταν “copy paste” της κεντρικής ιδέας ανακοινώσεων του παρελθόντος που εκδίδονται για να καταγγελθούν οι καταγγέλλοντες τις συνθήκες , εγκλεισμού και περιορισμών, που επικρατούν , τόσο σε ψυχιατρικά νοσοκομεία, όσο και σε ψυχιατρικές κλινικές γενικών νοσοκομείων και σε πολλές εξωνοσοκομειακές δομές.


Το ερώτημα είναι γιατί;
Τι είναι αυτό που θορύβησε τόσο; (αφού λίγο πολύ αυτά είναι γνωστά, όπως οι ίδιοι οι σύλλογοι παραδέχονται). Γιατί , το συγκεκριμένο κείμενο, αποτέλεσε, σε τόσο μεγάλο βαθμό, απειλή ώστε να ψάχνουν “λέξη – λέξη” να βρουν “Το Σφάλμα», “Την Λέξη», “Την Φωτογραφία» από όπου, η κρεμασμένη από τα μαλλιά της, εδώ και χρόνια, αξιοπρέπεια της Ψυχιατρικής κοινότητας ψάχνει να διασωθεί;


Αναζητώντας τι;
Μα τι άλλο από έναν “εξωτερικό εχθρό”, που επιβουλεύεται την αδιατάρακτη λειτουργία του ψυχιατρικού συστήματος, που «δουλεύει ρολόι», όταν τα στόματα μένουν κλειστά, και τώρα μάλιστα και με “μάσκες προστασίας”.
Έναν «εξωτερικό εχθρό», που δεν έκανε τίποτα άλλο από το να καθρεφτίσει την αγωνία αρκετών ανθρώπων, νοσηλευομένων και εργαζόμενων που έχουν περιγράψει τις εμπειρίες τους από πολλά διαφορετικά πλαίσια ψυχιατρικής νοσηλείας.


Έσπευσαν λοιπόν, κατά το γνωστό «όποιος έχει την μύγα …», να αντιδράσουν ο σύλλογος εργαζομένων του ΨΝΑ και ο ΣΥΝΟΨΥΝΟ, (Σύλλογος Ψυχιατρικών Νοσηλευτών) , όπου τα κύρια ζητήματα στα οποία τοποθετείται, παραδοσιακά ως σήμερα, είναι για το τι » καθήκοντα ΔΕΝ έχουν οι ψυχιατρικοί νοσηλευτές», διαχωρίζοντας ταυτόχρονα, σε πολλές περιπτώσεις, τη θέση τους από όλους τους άλλους συναδέλφους τους, και στο πόσο “επικίνδυνοι είναι οι ψυχικά πάσχοντες”.Για να καταλήξουμε σε αυτούς που πραγματικά παίρνουν τις αποφάσεις στις διάφορες κλινικές, δηλαδή στους ψυχιάτρους (υπό την αιγίδα, πάντα, της επιστημονικής τους εταιρίας ΕΨΕ) και στις διευθύνσεις των κλινικών.


Θα ήταν εξαντλητικό να ασχοληθούμε λεπτομερώς με κάθε μια από αυτές τις αιτιάσεις που αναφέρονται στα κείμενα* τους. Θα μείνουμε στην ουσία την οποία εμμέσως παραδέχονται και οι ίδιοι.


Στις περισσότερες ψυχιατρικές κλινικές, για να μην πούμε με βεβαιότητα σε όλες, η καταπάτηση δικαιωμάτων αποτελεί δομικό στοιχείο της ίδιας της λειτουργίας τους σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορούν πια να διακρίνουν τι σημαίνει καταπάτηση ανθρώπινου δικαιώματος, καθώς θεωρείται καθημερινή “ιατρική πρακτική για το καλό του ασθενή που δεν γνωρίζει ποιο είναι το καλό του” .

.

Πως λοιπόν να μην θεωρούν δεδομένα «ως μέτρα προστασίας»…
Το ότι σε πολλές κλινικές δεν δίνεται το κινητό τηλέφωνο ούτε για λίγη ώρα μέσα στη μέρα, και το ότι δεν επιτρέπονται ντελίβερι (άλλοτε ως γενική απαγόρευση και άλλοτε ανά κλινική).
Το ότι για κάποιους ασθενείς διατάσσεται περιορισμός επί κλίνης , περισσότερο από πριν για να μην κυκλοφορούν πολύ , «για το καλό τους φυσικά”, και που ίσως θα τους συναντούσαμε δεμένους και μπροστά σε τηλεοράσεις για να ψυχαγωγούνται ενόσω περιορίζονται .
Το ότι ασθενείς, που είναι πιο υπευθυνοποιημένοι, και θα μπορούσαν να μετακινηθούν με το αντίστοιχο έγγραφο ή SMS (με την ένδειξη πχ SUPERMARKET ή Τράπεζα ), όπως όλοι μας, απαγορεύεται να το κάνουν;


Δεν καταλαβαίνουμε πως όλα αυτά, μαζί με τις κλειστές, παραδοσιακά, πόρτες και τις περαιτέρω απαγορεύσεις, προστατεύουν με οποιοδήποτε τρόπο τους νοσηλευόμενους, τους φιλοξενούμενους σε δομές και τους εργαζόμενους.
Όταν, π.χ , είναι γνωστό ότι η μαζική διαχείριση των αναγκών, σε συνθήκες στρατωνισμού, με καθαρά πρακτικούς όρους, δεν είναι μόνο ψυχολογικά επιβαρυντική αλλά και επικίνδυνη κατάσταση ως προς την πιθανότητα γρήγορης μετάδοσης της οποιαδήποτε μολυσματικής ασθένειας και ιού. Πολύ περισσότερο από την όποια μετακίνηση σε ανοιχτούς χώρους, προαύλια κλπ. Και ας θυμίσουμε τις συνθήκες, μαζικής διαχείρισης των αναγκών, που κατά κανόνα επικρατούν σε όλους αυτούς τους χώρους, για όσους προκλητικά τις “αγνοούν”.


Χώροι κλειστοί (για αποφυγή αποδράσεων κλπ), κοινόχρηστα σαλόνια και τραπεζαρίες, που συχνά δεν αερίζονται καλά. Πόσιμο νερό από κοινόχρηστους ψύκτες.
Χώροι ατομικής υγιεινής, κοινόχρηστοι, όπου ακόμη και σφουγγάρια μπορεί να είναι εκτεθειμένα για κοινή χρήση από τον οποιοδήποτε νοσηλευόμενο “μπερδευτεί” (ενόσω είναι σε σύγχυση ή καταστολή).
Καμία ειδική φροντίδα για εκπαίδευση στην ατομική φροντίδα και προστασία για τους ασθενείς καθώς και άμεση πρόσβαση σε είδη ατομικής υγιεινής (πχ συχνό πλύσιμο χεριών, απολυμαντικά, αναλώσιμα χαρτικά κλπ). Κοινόχρηστα τηλέφωνα όπου οι ασθενείς, στερημένοι από το προσωπικό τους κινητό, συνωστίζονται γύρω από αυτά για το ποιος θα πρωτομιλήσει.
Ασθενείς κατεσταλμένοι και περιορισμένοι επί κλίνης, που μπορεί να παραμένουν χωρίς επαρκή φροντίδα όσον αφορά την ατομική τους υγιεινή εξαιτίας του ότι αδυνατούν να αυτοεξυπηρετηθούν, να βοηθηθούν από συγγενείς (ενώ στα γενικά νοσοκομεία επιτρέπεται η παρουσία τους, υπό όρους , ακόμη και τώρα) ή γιατί το προσωπικό δεν είναι επαρκές.


Τα παραδείγματα είναι ατελείωτα, και υπάρχουν παντού , για το πως τα δήθεν μέτρα προστασίας που λαμβάνονται δεν προστατεύουν τελικά κανένα, ούτε ασθενείς, ούτε εργαζόμενους. Και ανάλογες συνθήκες, και πολύ χειρότερες, ισχύουν και στις ιδιωτικές κλινικές , όπου, πρόσφατα, εμφανίστηκαν δεκάδες κρούσματα.
Για αυτό, και η υποκριτική αναζήτηση του «σε ποιους αναφέρεται το κείμενο καταγγελίας», σε μία απάντηση οδηγεί: “να κοιταχτούν όσοι αποφασίζουν και επικροτούν τέτοιους περιορισμούς στον καθρέφτη”.


Και στο ερώτημα, αν θα μπορούσε τα πράγματα να είναι διαφορετικά, η απάντηση είναι ναι! Θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, αρκεί όλοι όσοι αισθάνονται προσβεβλημένοι από την ανάδειξη της πραγματικότητας, να έμπαιναν σε μία ειλικρινή συζήτηση προς αυτή την κατεύθυνση, αντί, ωσάν “υπερήφανοι καβαλάρηδες του Κορωνοϊού”, να επιθεωρούν το ταχύτατο χτίσιμο νέων “Τειχών”, σαν έτοιμοι από καιρό. Και αυτός είναι ο πραγματικός κίνδυνος, γιατί τα Τείχη εύκολα χτίζονται, δύσκολα γκρεμίζονται. Και ενάντια σε αυτό τον κίνδυνο πολεμάμε και θα συνεχίσουμε να πολεμάμε…

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ



*Δείτε σχετικά:
http://synopsyno.blogspot.com/2020/04/08042020.html 

http://sylogosdafni.blogspot.com/2020/04/8-2020.html

https://psych.gr/deltio-typoy-tis-ellinikis-psychiatrikis-etaireias-gia-tis-synthikes-nosileias-sta-psychiatrika-nosokomeia-en-meso-pandimias/

Τα νέα στοιχεία για το πείραμα του Ρόζενχαν σχετικά με την αξιοπιστία των ψυχιατρικών διαγνώσεων – Μέρος II

David Rosenhan

Θα δούμε λοιπόν μαζί τώρα, τη συνέχεια αυτής της ιστορίας. Κι αν δεν διαβάσατε το πρώτο μέρος θα βρείτε εδώ την ανάρτηση. Είχαμε μείνει στο σημείο όπου η συγγραφέας, Susannah Cahalan, ανακάλυψε ότι τα δεδομένα, οι εντυπώσεις κάποιου απ’ τους 8 συμμετέχοντες στο πείραμα, δεν συμπεριελήφθησαν στην επιστημονική ανακοίνωση όταν δημοσιεύτηκαν τα πορίσματα, επειδή είχε θετική άποψη για το ψυχιατρείο (ένιωσε ότι του άρεσε εκεί, ότι βρήκε ένα «υποστηρικτικό περιβάλλον», καθώς τότε αντιμετώπιζε διάφορα προβλήματα).

Δεν ήταν αυτή η μόνη παρατυπία όμως. Ο δεύτερος εθελοντής, απ’ τον οποίο πήρε συνέντευξη η Cahalan, της είπε ότι πέρασε 8 ημέρες σε ένα ψυχιατρικό νοσοκομείο, όμως μόνο οι 2 μέρες που νοσηλεύτηκε στο τμήμα οξέων ήταν δύσκολες – και όχι λόγω κακής μεταχείρισης. Παρά τις προφυλάξεις, κατά λάθος του έδωσαν μια δόση του αντιψυχωσικού φαρμάκου Thorazine και βίωσε μια σειρά δυσάρεστων παρενεργειών. Οι επόμενες 6 ημέρες ήταν αδιάφορες και τελείωσαν όταν θυμήθηκε ότι ήθελε να παρακολουθήσει ένα αγώνα μοτοκρός. Έφυγε όπως της διηγήθηκε χωρίς πολύ κόπο και χωρίς καμία διάγνωση. Για τους έξι άλλους που πήραν μέρος στο πείραμα (αν όντως υπήρξαν και δεν τους υποδύθηκε το ίδιο ίσως άτομο με διαφορετικά ψευδώνυμα), δεν μπόρεσε να βρει τίποτα. Ήταν ελάχιστα τα στοιχεία για κείνους στις σημειώσεις του πειραματιστή.

Εκτός αυτών, ο David Rosenhan παραποίησε και τα στοιχεία που αφορούσαν το δικό του εγκλεισμό. Άλλα βρήκε η Cahalan ότι έγραψε για κείνον ο ψυχίατρος που τον είδε όταν εισήχθη στο Haverford State Hospital το 1969 κι άλλα είπε ο ίδιος ο πειραματιστής ότι συνέβησαν. Όσ@ διαβάζετε αυτή τη στιγμή και δεν έχετε εμπλοκή με το χώρο της ψυχικής υγείας, επομένως δεν γνωρίζετε γενικότερα το πως γίνονται τα πειράματα, θέλω να ξέρετε ότι αυτά συμβαίνουν (και στη φαρμακοβιομηχανία π.χ. κατά κόρον). Κακώς, δεν το συζητώ, αλλά συμβαίνουν. Κι ο λόγος είναι πως όταν ερευνάς κάτι και κάνεις μια υπόθεση γι’ αυτό, θέλεις βέβαια ν’ αποδειχτεί ότι έχεις δίκιο κι όχι το αντίθετο. Το γράφω όσο πιο απλά μπορώ, για να γίνεται κατανοητό απ’ όλ@.

Αυτό λοιπόν έκανε και ο περί ου ο λόγος. Γέμισε τα κενά («filling in gaps with outright fabrications», όπως αναφέρει η Cahalan) στα επίσημα έγγραφα, κι είτε από απροσεξία, είτε από αλαζονεία, είτε… είτε… έδωσε στη δημοσιότητα μιαν κάπως διαφορετική εκδοχή, για τη δική του περίπτωση, ως πειραματικού υποκειμένου, ως συμμετέχοντα στο πείραμα. Βέβαια διαβάζοντας αυτές τις γραμμές απ’ το η ημερολόγιό του, που έχουν ισχύ και σήμερα δυστυχώς για τους έγκλειστους (απουσία προσωπικού χώρου, αδυναμία αυτοδιαχείρισης κτλ), δεν γίνεται να τον αμφισβητήσω εντελώς: «Ένιωσα άβολα, δεν ήξερα που ήταν το μπάνιο, πού θα κοιμόμουν ή πού ήταν τα πράγματα μου. Τι κάνουμε εδώ; ρώτησα τον εαυτό μου. Υπάρχει κάποιο τηλέφωνο; Μπορώ να καλέσω τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου; Πότε θα δω έναν γιατρό; (…) Έπρεπε να περιμένω μέχρι τις 10:45 έναν νοσηλευτή να μου δείξει πού θα πάω να κοιμηθώ, μου έδωσαν πολύ λίγη προσοχή, σαν να μην υπήρχα».

Αλλά οι εποχές ήταν άλλες τότε και οι τρόποι διεξαγωγής των πειραμάτων πιο χαλαροί. Είπε κι αλήθειες λοιπόν ο Rosenhan, έκανε όμως και παρατυπίες. Συνέβαιναν αυτά κι όπως σας έλεγα παραπάνω και σήμερα συμβαίνουν, σε άλλα πεδία (βολικά αποκρύπτονται ή υποβαθμίζονται π.χ. οι παρενέργειες ψυχοφαρμάκων και τονίζεται η θετική τους επίδραση) Γι’ αυτό, μη το συγχέετε αυτό που έκανε εκείνος ως επικεφαλής του πειράματος τότε, με την προσπάθεια της Lauren Slater, που επίσης έκανε το πείραμα μόνη της πριν μερικά χρόνια επειδή έγραφε ένα βιβλίο, ήταν κι η ίδια χρήστρια υπηρεσιών ψυχικής υγείας κτλ. Είναι διαφορετικοί οι στόχοι, οι επιδιώξεις και φυσικά είναι άλλη η θέση της Slater κι άλλη του Rosenhan.

Κι αφού σύντομα το διευκρίνισα κι αυτό το σημείο, συνεχίζω και προσθέτω κι εγώ μερικές δικές μου σκέψεις, σχετικά με τις μαρτυρίες των συμμετεχόντων. Ο ένας τους πλησίαζε τα 100 όταν τον βρήκε η Cahalan, ένας άλλος είχε διαγνωστεί με καρκίνο, βρισκόταν μάλιστα στο τελικό στάδιο. Τι θέλω να πω; Πως έχουν περάσει πια πολλά χρόνια από τότε κι η αναδρομική μας μνήμη έχει βρεθεί ότι σφάλει πολλές φορές (ακόμη κι η βραχυπρόθεσμη: αυτόπτες μάρτυρες ενός γεγονότος είναι συνηθισμένο να δίνουν διαφορετικές εκδοχές σχετικά με το τι «πραγματικά» συνέβη, επομένως…) Οι ψευδο-αναμνήσεις τόσο μεμονωμένων ατόμων όσο και οι συλλογικές (παραμνησία, φαινόμενο Μαντέλα κτλ) ερευνώνται χρόνια τώρα στην Ψυχολογία κι έτσι επιτρέψτε μου να έχω κάποιες λίγες αμφιβολίες, όχι βέβαια για την παραποίηση των εγγράφων, σε καμία περίπτωση, αλλά για τα όσα είπαν τουλάχιστον τα πειραματικά υποκείμενα. Δεν αλλάζει έτσι κι αλλιώς όμως αυτό, το συμπέρασμά μου ότι ο πειραματιστής δεν μας είπε όλη την αλήθεια.

Άλλωστε κι ο ίδιος κάποτε παραδέχτηκε το εξής: “we tend to invent ‘knowledge’ and assume that we understand more than we actually do. We seem unable to acknowledge that we simply don’t know» («έχουμε την τάση να εφεύρουμε τη ‘γνώση’ και να υποθέτουμε ότι καταλαβαίνουμε περισσότερα, απ’ όσα στην πραγματικότητα καταλαβαίνουμε. Φαίνεται ότι δεν μπορούμε να αναγνωρίσουμε, να δεχτούμε, ότι απλά δεν γνωρίζουμε»). Τελικά όλοι, ψυχίατροι και ψυχολόγοι δεν θέλουμε να λέμε «δεν ξέρω», αλλά όντως είναι πολλά αυτά που δεν γνωρίζουμε και κάποτε θα πρέπει να ξεκινήσουμε να το παραδεχόμαστε ή έστω όσ@ τουλάχιστον δεν το κάνουμε ήδη.

Όπως λέω συνήθως όμως, δε χρειάζεται να συμφωνήσετε με όσα έγραψα εγώ. Ούτε καν. Διαβάστε εσείς το βιβλίο και βγάλτε σε κάθε περίπτωση, τα δικά σας πορίσματα. Ρέει εύκολα, δεν θα έλεγα ότι έχει ιδιαίτερα δύσκολη ορολογία και διαβάζεται σαν βιβλίο μυστηρίου, στο οποίο η συγγραφέας ψάχνει ν’ ανακαλύψει την αλήθεια. Σίγουρα μέρος της επιτυχίας του βασίζεται και σ’ αυτό. Η Cahalan συμπερασματικά, όπως κατάλαβα, ούτε τον κατηγορεί ακριβώς τον Rosenhan, ούτε τον συγχωρεί. Σ’ ένα σημείο θα συμφωνήσω ίσως μαζί της πάντως: στο ότι επισημαίνει πως ενδεχομένως να είχε γίνει πιο σωστά η αποϊδρυματοποίηση/απονοσοκομειοποίηση στην Αμερική, αν δεν υπήρχε η βιασύνη και λόγω της πίεσης απ’ αυτό το πείραμα. Καταλήγει πάντως στο ότι πιστεύει πως ο Rosenhan έδειξε κάτι πραγματικό («I believe that he exposed something real»), όπως αναφέρεται στο άρθρο της Jennifer Szalai των New York Times. Κι ειλικρινά το ίδιο πιστεύω κι εγώ, λαμβάνοντας όμως οπωσδήποτε υπόψη όχι μόνο όλ’ αυτά που ήδη διαβάσατε, αλλά κι άλλες πηγές που συμβουλεύτηκα και θα τις βρείτε στο τέλος της ανάρτησης.

Το πιστεύω γιατί την εποχή εκείνη κι ο Erving Goffman κι άλλοι πολλοί μας έδειξαν παρόμοια πράγματα με τον Rosenhan για τα ψυχιατρικά ιδρύματα. Επειδή επίσης οι συνέπειες απ’ τη δημοσίευση του πειράματος οδήγησαν στην αλλαγή του DSM όπως ήδη σας εξήγησα στο Μέρος Ι (άρα υπήρχαν κακώς κείμενα που κι άλλοι όπως ο Robert Spitzer -που ερεύνησε εξονυχιστικά το πείραμα κι όμως, πράγμα που εγείρει ερωτήματα, δεν ανέφερε καμιά παρατυπία- είχαν υπόψη τους και δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία ακριβώς τα συμπεράσματα του Rosenhan. Kαι τέλος, επειδή κυρίως ακόμη και στις μέρες μας γίνεται συχνά λόγος για την τάση των ψυχιάτρων να «χωρέσουν» τους ασθενείς σε μια κάποια διαγνωστική κατηγορία και να παθολογικοποιήσουν κάθε έκφανση της συμπεριφοράς τους (χωρίς καν να τους ενδιαφέρει ν’ ακούσουν την προσωπική τους ιστορία), ειδικά αν οι πάσχοντες προέρχονται απ’ τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Διαφορετικά μπορούν να θεωρηθούν απλώς «γοητευτικά εκκεντρικοί». Το ταξικό στοιχείο, θέλουμε δεν θέλουμε, παρεισφρέει παντού. Κι οι ψυχολόγοι όχι, δεν εξαιρούμαστε δυστυχώς. Αλλά πάντα επιμένω να εστιάζω στα φωτεινά παραδείγματα. Κι ευτυχώς τέτοια υπάρχουν. Υπάρχουν.-

.

Πηγές:

1. D. L. Rosenhan, Science, Vol 179, 250 (1973).

2. . R. L. Spitzer, Arch. Gen. Psychiatry, Vol 33, 459 (1976).

3. S.Cahalan, The Great Pretender : The Undercover Mission That Changed Our Understanding of Madness, (Grand Central Publishing , 2019)

4. E. Goffman, Asylums: Essays on the Social Situation of Mental Patients and Other Inmates (Anchor Books, 1961).

5. L. Slater, Το κουτί της ψυχής (μετάφραση: Δέσποινα Αλεξανδρή, εκδόσεις «Οξύ», 2009).

Καθώς και τα ακόλουθα δημοσιεύματα:

Investigating a Famous Study About the Line Between Sanity and Madness

‘The Great Pretender’ seeks the truth ‘on being sane in insane places’

The Great Pretender by Susannah Cahalan review – psychologist in the dock

El hombre que obligó a cambiar los manuales de psicología