Τα νέα στοιχεία για το πείραμα του Ρόζενχαν σχετικά με την αξιοπιστία των ψυχιατρικών διαγνώσεων – Μέρος II

David Rosenhan

Θα δούμε λοιπόν μαζί τώρα, τη συνέχεια αυτής της ιστορίας. Κι αν δεν διαβάσατε το πρώτο μέρος θα βρείτε εδώ την ανάρτηση. Είχαμε μείνει στο σημείο όπου η συγγραφέας, Susannah Cahalan, ανακάλυψε ότι τα δεδομένα, οι εντυπώσεις κάποιου απ’ τους 8 συμμετέχοντες στο πείραμα, δεν συμπεριελήφθησαν στην επιστημονική ανακοίνωση όταν δημοσιεύτηκαν τα πορίσματα, επειδή είχε θετική άποψη για το ψυχιατρείο (ένιωσε ότι του άρεσε εκεί, ότι βρήκε ένα «υποστηρικτικό περιβάλλον», καθώς τότε αντιμετώπιζε διάφορα προβλήματα).

Δεν ήταν αυτή η μόνη παρατυπία όμως. Ο δεύτερος εθελοντής, απ’ τον οποίο πήρε συνέντευξη η Cahalan, της είπε ότι πέρασε 8 ημέρες σε ένα ψυχιατρικό νοσοκομείο, όμως μόνο οι 2 μέρες που νοσηλεύτηκε στο τμήμα οξέων ήταν δύσκολες – και όχι λόγω κακής μεταχείρισης. Παρά τις προφυλάξεις, κατά λάθος του έδωσαν μια δόση του αντιψυχωσικού φαρμάκου Thorazine και βίωσε μια σειρά δυσάρεστων παρενεργειών. Οι επόμενες 6 ημέρες ήταν αδιάφορες και τελείωσαν όταν θυμήθηκε ότι ήθελε να παρακολουθήσει ένα αγώνα μοτοκρός. Έφυγε όπως της διηγήθηκε χωρίς πολύ κόπο και χωρίς καμία διάγνωση. Για τους έξι άλλους που πήραν μέρος στο πείραμα (αν όντως υπήρξαν και δεν τους υποδύθηκε το ίδιο ίσως άτομο με διαφορετικά ψευδώνυμα), δεν μπόρεσε να βρει τίποτα. Ήταν ελάχιστα τα στοιχεία για κείνους στις σημειώσεις του πειραματιστή.

Εκτός αυτών, ο David Rosenhan παραποίησε και τα στοιχεία που αφορούσαν το δικό του εγκλεισμό. Άλλα βρήκε η Cahalan ότι έγραψε για κείνον ο ψυχίατρος που τον είδε όταν εισήχθη στο Haverford State Hospital το 1969 κι άλλα είπε ο ίδιος ο πειραματιστής ότι συνέβησαν. Όσ@ διαβάζετε αυτή τη στιγμή και δεν έχετε εμπλοκή με το χώρο της ψυχικής υγείας, επομένως δεν γνωρίζετε γενικότερα το πως γίνονται τα πειράματα, θέλω να ξέρετε ότι αυτά συμβαίνουν (και στη φαρμακοβιομηχανία π.χ. κατά κόρον). Κακώς, δεν το συζητώ, αλλά συμβαίνουν. Κι ο λόγος είναι πως όταν ερευνάς κάτι και κάνεις μια υπόθεση γι’ αυτό, θέλεις βέβαια ν’ αποδειχτεί ότι έχεις δίκιο κι όχι το αντίθετο. Το γράφω όσο πιο απλά μπορώ, για να γίνεται κατανοητό απ’ όλ@.

Αυτό λοιπόν έκανε και ο περί ου ο λόγος. Γέμισε τα κενά («filling in gaps with outright fabrications», όπως αναφέρει η Cahalan) στα επίσημα έγγραφα, κι είτε από απροσεξία, είτε από αλαζονεία, είτε… είτε… έδωσε στη δημοσιότητα μιαν κάπως διαφορετική εκδοχή, για τη δική του περίπτωση, ως πειραματικού υποκειμένου, ως συμμετέχοντα στο πείραμα. Βέβαια διαβάζοντας αυτές τις γραμμές απ’ το η ημερολόγιό του, που έχουν ισχύ και σήμερα δυστυχώς για τους έγκλειστους (απουσία προσωπικού χώρου, αδυναμία αυτοδιαχείρισης κτλ), δεν γίνεται να τον αμφισβητήσω εντελώς: «Ένιωσα άβολα, δεν ήξερα που ήταν το μπάνιο, πού θα κοιμόμουν ή πού ήταν τα πράγματα μου. Τι κάνουμε εδώ; ρώτησα τον εαυτό μου. Υπάρχει κάποιο τηλέφωνο; Μπορώ να καλέσω τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου; Πότε θα δω έναν γιατρό; (…) Έπρεπε να περιμένω μέχρι τις 10:45 έναν νοσηλευτή να μου δείξει πού θα πάω να κοιμηθώ, μου έδωσαν πολύ λίγη προσοχή, σαν να μην υπήρχα».

Αλλά οι εποχές ήταν άλλες τότε και οι τρόποι διεξαγωγής των πειραμάτων πιο χαλαροί. Είπε κι αλήθειες λοιπόν ο Rosenhan, έκανε όμως και παρατυπίες. Συνέβαιναν αυτά κι όπως σας έλεγα παραπάνω και σήμερα συμβαίνουν, σε άλλα πεδία (βολικά αποκρύπτονται ή υποβαθμίζονται π.χ. οι παρενέργειες ψυχοφαρμάκων και τονίζεται η θετική τους επίδραση) Γι’ αυτό, μη το συγχέετε αυτό που έκανε εκείνος ως επικεφαλής του πειράματος τότε, με την προσπάθεια της Lauren Slater, που επίσης έκανε το πείραμα μόνη της πριν μερικά χρόνια επειδή έγραφε ένα βιβλίο, ήταν κι η ίδια χρήστρια υπηρεσιών ψυχικής υγείας κτλ. Είναι διαφορετικοί οι στόχοι, οι επιδιώξεις και φυσικά είναι άλλη η θέση της Slater κι άλλη του Rosenhan.

Κι αφού σύντομα το διευκρίνισα κι αυτό το σημείο, συνεχίζω και προσθέτω κι εγώ μερικές δικές μου σκέψεις, σχετικά με τις μαρτυρίες των συμμετεχόντων. Ο ένας τους πλησίαζε τα 100 όταν τον βρήκε η Cahalan, ένας άλλος είχε διαγνωστεί με καρκίνο, βρισκόταν μάλιστα στο τελικό στάδιο. Τι θέλω να πω; Πως έχουν περάσει πια πολλά χρόνια από τότε κι η αναδρομική μας μνήμη έχει βρεθεί ότι σφάλει πολλές φορές (ακόμη κι η βραχυπρόθεσμη: αυτόπτες μάρτυρες ενός γεγονότος είναι συνηθισμένο να δίνουν διαφορετικές εκδοχές σχετικά με το τι «πραγματικά» συνέβη, επομένως…) Οι ψευδο-αναμνήσεις τόσο μεμονωμένων ατόμων όσο και οι συλλογικές (παραμνησία, φαινόμενο Μαντέλα κτλ) ερευνώνται χρόνια τώρα στην Ψυχολογία κι έτσι επιτρέψτε μου να έχω κάποιες λίγες αμφιβολίες, όχι βέβαια για την παραποίηση των εγγράφων, σε καμία περίπτωση, αλλά για τα όσα είπαν τουλάχιστον τα πειραματικά υποκείμενα. Δεν αλλάζει έτσι κι αλλιώς όμως αυτό, το συμπέρασμά μου ότι ο πειραματιστής δεν μας είπε όλη την αλήθεια.

Άλλωστε κι ο ίδιος κάποτε παραδέχτηκε το εξής: “we tend to invent ‘knowledge’ and assume that we understand more than we actually do. We seem unable to acknowledge that we simply don’t know» («έχουμε την τάση να εφεύρουμε τη ‘γνώση’ και να υποθέτουμε ότι καταλαβαίνουμε περισσότερα, απ’ όσα στην πραγματικότητα καταλαβαίνουμε. Φαίνεται ότι δεν μπορούμε να αναγνωρίσουμε, να δεχτούμε, ότι απλά δεν γνωρίζουμε»). Τελικά όλοι, ψυχίατροι και ψυχολόγοι δεν θέλουμε να λέμε «δεν ξέρω», αλλά όντως είναι πολλά αυτά που δεν γνωρίζουμε και κάποτε θα πρέπει να ξεκινήσουμε να το παραδεχόμαστε ή έστω όσ@ τουλάχιστον δεν το κάνουμε ήδη.

Όπως λέω συνήθως όμως, δε χρειάζεται να συμφωνήσετε με όσα έγραψα εγώ. Ούτε καν. Διαβάστε εσείς το βιβλίο και βγάλτε σε κάθε περίπτωση, τα δικά σας πορίσματα. Ρέει εύκολα, δεν θα έλεγα ότι έχει ιδιαίτερα δύσκολη ορολογία και διαβάζεται σαν βιβλίο μυστηρίου, στο οποίο η συγγραφέας ψάχνει ν’ ανακαλύψει την αλήθεια. Σίγουρα μέρος της επιτυχίας του βασίζεται και σ’ αυτό. Η Cahalan συμπερασματικά, όπως κατάλαβα, ούτε τον κατηγορεί ακριβώς τον Rosenhan, ούτε τον συγχωρεί. Σ’ ένα σημείο θα συμφωνήσω ίσως μαζί της πάντως: στο ότι επισημαίνει πως ίσως να είχε γίνει πιο σωστά η αποϊδρυματοποίηση/απονοσοκομειοποίηση στην Αμερική, αν δεν υπήρχε η βιασύνη λόγω της πίεσης απ’ αυτό το πείραμα και καταλήγει στο ότι πιστεύει πως ο Rosenhan έδειξε κάτι πραγματικό («I believe that he exposed something real»), όπως αναφέρεται στο άρθρο της Jennifer Szalai των New York Times. Κι ειλικρινά το ίδιο πιστεύω κι εγώ, λαμβάνοντας όμως οπωσδήποτε υπόψη όχι μόνο όλ’ αυτά που ήδη διαβάσατε, αλλά κι άλλες πηγές που συμβουλεύτηκα και θα τις βρείτε στο τέλος της ανάρτησης.

Το πιστεύω γιατί την εποχή εκείνη κι ο Erving Goffman κι άλλοι πολλοί μας έδειξαν παρόμοια πράγματα με τον Rosenhan για τα ψυχιατρικά ιδρύματα. Επειδή επίσης οι συνέπειες απ’ τη δημοσίευση του πειράματος οδήγησαν στην αλλαγή του DSM όπως ήδη σας εξήγησα στο Μέρος Ι (άρα υπήρχαν κακώς κείμενα που κι άλλοι όπως ο Robert Spitzer -που ερεύνησε εξονυχιστικά το πείραμα κι όμως, πράγμα που εγείρει ερωτήματα, δεν ανέφερε καμιά παρατυπία- είχαν υπόψη τους και δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία ακριβώς τα συμπεράσματα του Rosenhan. Kαι τέλος, επειδή κυρίως ακόμη και στις μέρες μας γίνεται συχνά λόγος για την τάση των ψυχιάτρων να «χωρέσουν» τους ασθενείς σε μια κάποια διαγνωστική κατηγορία και να παθολογικοποιήσουν κάθε έκφανση της συμπεριφοράς τους (χωρίς καν να τους ενδιαφέρει ν’ ακούσουν την προσωπική τους ιστορία), ειδικά αν οι πάσχοντες προέρχονται απ’ τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Διαφορετικά μπορούν να θεωρηθούν απλώς «γοητευτικά εκκεντρικοί». Το ταξικό στοιχείο, θέλουμε δεν θέλουμε, παρεισφρέει παντού. Κι οι ψυχολόγοι όχι, δεν εξαιρούμαστε δυστυχώς. Αλλά πάντα επιμένω να εστιάζω στα φωτεινά παραδείγματα. Κι ευτυχώς τέτοια υπάρχουν. Υπάρχουν.-

.

Πηγές:

1. D. L. Rosenhan, Science, Vol 179, 250 (1973).

2. . R. L. Spitzer, Arch. Gen. Psychiatry, Vol 33, 459 (1976).

3. S.Cahalan, The Great Pretender : The Undercover Mission That Changed Our Understanding of Madness, (Grand Central Publishing , 2019)

4. E. Goffman, Asylums: Essays on the Social Situation of Mental Patients and Other Inmates (Anchor Books, 1961).

5. L. Slater, Το κουτί της ψυχής (μετάφραση: Δέσποινα Αλεξανδρή, εκδόσεις «Οξύ», 2009).

Καθώς και τα ακόλουθα δημοσιεύματα:

Investigating a Famous Study About the Line Between Sanity and Madness

‘The Great Pretender’ seeks the truth ‘on being sane in insane places’

The Great Pretender by Susannah Cahalan review – psychologist in the dock

El hombre que obligó a cambiar los manuales de psicología

Τα νέα στοιχεία για το πείραμα του Ρόζενχαν σχετικά με την αξιοπιστία των ψυχιατρικών διαγνώσεων – Μέρος Ι

David Rosenhan

Απ’ την δεκαετία του ’70, όπου η Ψυχιατρική έχαιρε απίστευτης εκτίμησης και δεν σκεφτόταν εύκολα κάποιος να την αμφισβητήσει, ο David Rosenhan, έκανε ένα πείραμα (για το οποίο έχω γράψει εδώ πριν χρόνια αρκετά πράγματα, αλλά θα σας θυμίσω παρακάτω τα βασικότερα σημεία του), στο οποίο απέδειξε περίτρανα την έλλειψη αξιοπιστίας των ψυχιατρικών διαγνώσεων.

 Το πείραμα του είχε τίτλο:  On being sane in insane place («Εχέφρονες σε μέρη για παράφρονες»/«Λογικοί σε τρελάδικα») κι έγινε η αφορμή για πολλές αλλαγές, αν μη τι άλλο, στη βίβλο των ψυχιάτρων, το περίφημο D.S.M. (Diagnostic Statistic Manual), για το οποίο κατά καιρούς απ’ αυτό το blog, κι εγώ έχω εκφράσει τις αντιρρήσεις μου. Η μεγαλύτερη ωστόσο αξία του πειράματος, είναι ότι έβαλε τα θεμέλια για να αμφισβητηθούν οι επιστημονικές γνωματεύσεις και ν’ αναδειχτούν τα στερεότυπα, βάση των οποίων οι ψυχίατροι ταξινομούν τους ‘ασθενείς’, πράγμα το οποίο άλλωστε εξακολουθεί να συμβαίνει ως τις μέρες μας.

Τις τελευταίες δεκαετίες όμως, υπάρχει η τάση να «ξεσκονίζονται» τα πιο γνωστά πειράματα της Ψυχολογίας. Δηλαδή να ερευνώνται εξονυχιστικά οι πειραματικές συνθήκες, να αναζητούνται τα πρόσωπα τα οποία έλαβαν μέρος σ’ αυτά (τα υποκείμενα όπως λέγονται στις επιστημονικές εργασίες) και να ελέγχεται έτσι η αξιοπιστία τους γενικότερα. Αυτό έγινε τόσο με τα πειράματα του Stanley Milgram (Στάνλει Μίλγκραμ) περί συμμόρφωσης κι υποταγής (εδώ, εδώ κι εδώ οι σχετικές αναρτήσεις), όσο και με το πείραμα του David Rosenhan (Ντέιβιντ Ρόζενχαν) κ.α. Οι ερευνητές μάλιστα δεν μπόρεσαν να αναπαράγουν μερικά από τα πιο γνωστά πειράματα της Ψυχολογίας, ώστε να υπάρξουν τα ίδια ή παρόμοια αποτελέσματα, με αποτέλεσμα να γίνεται λόγος για «replication crisis» . Πριν δούμε μαζί τι καινούριο προέκυψε για το πείραμα του Rosenhan, για το οποίο άλλωστε γίνεται λόγος εδώ σήμερα, να οι λεπτομέρειες για το αρχικό πείραμα (που αν ήδη τις γνωρίζετε μπορείτε να τις παρακάμψετε και να προχωρήσετε στην επόμενη παράγραφο).

Ο Rosenhan, που τότε δεν κατείχε καμία θέση κύρους (μετέπειτα δίδαξε στο Stanford), ζήτησε από 8 ανθρώπους (μια νοικοκυρά, ένα ζωγράφο, τρεις ψυχολόγους, έναν ψυχίατρο, έναν μεταπτυχιακό φοιτητή και έναν παιδίατρο), να υποκριθούν τους ψυχικά πάσχοντες, για να δει αν οι ψυχίατροι των αντίστοιχων ψυχιατρείων στα οποία θα παρουσιαζόντουσαν οι ψευδοασθενείς, μπορούσαν όντως να καταλάβουν την ‘απάτη’.  Οι οδηγίες που είχαν τα άτομα αυτά, ήταν οι εξής: πέντε μέρες, πριν από την ημερομηνία που θα παρουσιαζόντουσαν στα διάφορα ιδρύματα, να σταματήσουν να κάνουν ντους, να ξυρίζονται και να βουρτσίζουν τα δόντια τους. Κι όταν θα παρουσιαζόντουσαν, να έλεγαν ότι ακούν μια φωνή που τους λέει κάτι σαν «γκντουπ!» (στο πείραμα οι αμερικάνικες λέξεις ήταν σαν βγαλμένες από καρτούν π.χ. «Quack», κι οι φωνές υποτίθεται πως έλεγαν“empty,” “hollow,” και “thud” δηλαδή «άδειο», «κοίλο», «κάτι που κάνει θόρυβο»). Πέραν αυτών των οδηγιών, τους ζήτησε να απαντήσουν ειλικρινά σε κάθε ερώτηση που θα τους γίνει απ’ το νοσηλευτικό και ιατρικό προσωπικό, αποκρύπτοντας μόνο το αληθινό τους όνομα καθώς και το επάγγελμά τους και να μην προσποιηθούν κανένα, μα κανένα άλλο σύμπτωμα. Σε περίπτωση που τους γινόταν εισαγωγή, αμέσως έπρεπε να πουν πως η φωνή εξαφανίστηκε και αισθάνονται περίφημα.  Το παράδειγμά τους ακολούθησε κι ο ίδιος ο ερευνητής, μιας και ήθελε ιδίοις όμασι να διαπιστώσει, τι θα συμβεί. Αναρωτιέστε για το αποτέλεσμα; Όλοι τους εισήχθησαν σε ψυχιατρεία με διάγνωση σχιζοφρένειας πλην ενός που διεγνώσθη ως μανιοκαταθλιπτικός, έλαβαν φαρμακευτική αγωγή (πάμπολλα χάπια τους δίνονταν τρεις φορές τη μέρα κι ευτυχώς είχαν εκπαιδευτεί να τα φτύνουν)  και παρέμειναν ως νοσηλευόμενοι από 7 ως 52 μέρες (μέσος όρος 19 μέρες εγκλεισμού), αν και πλέον συμπεριφέρονταν απολύτως φυσιολογικά. Μάλιστα, το ότι κρατούσε σημειώσεις ο Rosenhan,  θεωρήθηκε ως ένα ακόμα σύμπτωμα της σχιζοφρένειας του! Αναρωτιέστε αν αντιλήφθηκαν ορισμένοι έστω, ότι αυτοί οι 8  ‘ασθενείς’ προσποιούνταν; Μα βέβαια. Οι άλλοι νοσηλευόμενοι! Οι οποίοι τους πλησίαζαν και τους δήλωναν ξεκάθαρα πως έχουν καταλάβει πως δεν είναι τρελοί και άρα για άλλο λόγο βρίσκονται εκεί. Ένας μάλιστα ρώτησε τον Rosenhan, αν κάνει κρυφά,  έλεγχο στο νοσοκομείο…

Τι έγινε μετά τη δημοσίευση αυτού του πειράματος; Πολλά. Ο Rosenhan δέχτηκε κριτική, οι ψυχίατροι εξανέστησαν, το σύστημα θορυβήθηκε κι από κάποιο νοσοκομείο έγινε η ‘πρόταση’ στον ερευνητή, να στείλει μες τους επόμενους 3 μήνες, όσους ψευδοασθενείς θέλει κι οι ψυχίατροι, θα τους ξεσκεπάσουν. Εκείνος δέχτηκε την πρόκληση τους κι όταν πέρασε το τρίμηνο, το προσωπικό του νοσοκομείου, ανέφερε στον Rosenham, ότι με επιτυχία είχαν ανακαλύψει 41 ψευδοασθενείς! Μόνο που εκείνος, δεν τους είχε στείλει κανέναν…

Έτσι αποδείχτηκε ότι οι ψυχίατροι δεν μπορούσαν να διαγνώσουν ποιος ήταν «τρελός» και ποιος όχι κι ότι οι ψυχιατρικές διαγνώσεις ήταν αυθαίρετες. Το πείραμα επηρέασε τις αντιλήψεις για το βιοκεντρικό μοντέλο της ψυχικής ασθένειας, ώθησε στην αποϊδρυματοποίηση, ενίσχυσε το κίνημα της αντιψυχιατρικής και αύξησε την πίεση για τα δικαιώματα των ασθενών-ληπτών υπηρεσιών ψυχικής υγείας.

Κάποιες δεκαετίες μετά, η ψυχολόγος Lauren Slater, η οποία και πολλές περγαμηνές επιστημονικές διαθέτει και η ίδια πέρασε απ’ το ψυχιατρικό σύστημα (ως χρήστρια υπηρεσιών ψυχικής υγείας) και ενδιαφέροντα βιβλία έχει γράψει, επανέλαβε το πείραμα. Σ’ ένα δικό της βιβλίο λοιπόν, που κυκλοφορεί και στη χώρα μας με τον τίτλο: «Το κουτί της ψυχής» (μετάφραση: Δέσποινα Αλεξανδρή, εκδόσεις «Οξύ»), βρήκα τη ..συνέχεια αυτής της ιστορίας.

Τόλμησε μάλιστα η ίδια να γίνει το πειραματικό υποκείμενο (ακολουθώντας τα βήματα που αναφέρω κι εγώ πριν παρουσιαστεί στα διάφορα ψυχιατρεία) και ω του θαύματος, διαγνώστηκε ως άτομο με «ψυχωσική κατάθλιψη» , αλλά τουλάχιστον δεν της έγινε εισαγωγή. Κι αυτό πραγματικά έχει σημασία να το λάβουμε υπόψη. Καταλαβαίνουμε όλ@, πόσο μετράει.

Ωστόσο, της συνταγογραφήθηκαν συνολικά 60 αντικαταθλιπτικά κι 25 αντιψυχωτικά (risperdal σχεδόν όλες τις φορές). Είχε φροντίσει να ενημερώσει μάλιστα για το ΄πείραμα’ της, τον καθηγητή Robert Spitzer του Εργαστηρίου Βιομετρικής, του Πανεπιστημίου της Columbia, ο οποίος απογοητεύτηκε οικτρά με τ’ αποτελέσματα και προσπαθώντας να τα εξηγήσει είπε, πως οι ψυχίατροι στην εποχή μας δείχνουν υπέρμετρο ζήλο στις συνταγογραφήσεις και δεν τους αρέσει (των γιατρών γενικά) να λένε ‘δεν ξέρω’.

Αποτελεί πράγματι μια εξήγηση, αλλά σίγουρα υπάρχουν κι άλλες, που σχετίζονται με την εμπλοκή των φαρμακευτικών εταιρειών με το σύστημα κτλ

Ποιος είναι όμως ο Robert Spitzer και γιατί έχει τόση σημασία η δική του γνώμη; Είναι ο ψυχίατρος που κατά κύριο λόγο, ανέλαβε να κριτικάρει το πείραμα για το οποίο γίνεται λόγος στην ανάρτηση, αυτός που προσπάθησε να αποκαταστήσει την χαμένη ‘τιμή’ της ψυχιατρικής κι αυτός που μαζί με μια ομάδα άλλων ψυχιάτρων αναθεώρησε το DSM, ώστε να μην γίνονται πια τα χονδροειδή λάθη που έγιναν όσο διαρκούσε το πείραμα κι αμέσως μετά.

Το έλεγξε εξονυχιστικά, περιόρισε τα διαγνωστικά κριτήρια, χάραξε αυστηρές κατευθυντήριες γραμμές κτλ κτλ. Το DSM-III δηλαδή, είναι και δικό του (για να μην πω ως επί το πλείστον), δημιούργημα. Γι’ αυτό και η Slater, συνομίλησε μαζί του. Ο Spitzer, είχε αισιόδοξα προβλέψει πως δεν θα είχε επιτυχία ένα τέτοιο πείραμα πια, πως δεν θα την δεχόταν σε ψυχιατρικά νοσοκομεία, πως δεν θα της γινόταν εισαγωγή και πως η διάγνωση της θα έμπαινε ‘σε εκκρεμότητα’. Τα συμπεράσματα δικά σας βέβαια, μετά απ’ όσα διαβάσατε κι όσα κάποι@ ξέρετε ότι συμβαίνουν στην εποχή μας τόσο στα δημόσια ψυχιατρεία, όσο και στις ιδιωτικές δομές.

Και τώρα τι καινούριο ανακαλύφθηκε; Θα το δούμε μαζί παρακάτω. Η Susannah Cahalan λοιπόν, είναι το πρόσωπο που ταρακούνησε τα νερά της Ιστορίας της Ψυχολογίας κι ασχολήθηκε πάλι μ’ αυτό το πείραμα. Η Cahalan, έχει ζήσει ήδη μια τρομακτική εμπειρία για την οποία έγραψε το βιβλίο «Brain on Fire»: παρουσίασε συμπτώματα ψυχικής ασθένειας που έμοιαζαν με σχιζοφρένεια, αλλά αποδείχτηκε ότι τελικά είχε κάποιο αυτοάνοσο. Αν κι έλαβε τη θεραπεία που χρειάστηκε, η βασανιστική αυτή δοκιμασία (την αναλύει και στο επόμενο βιβλίο της) διέκοψε το δρόμο της προς την ιατρική και διατάραξε την αίσθηση που είχε για τον εαυτό της.

Έτσι στράφηκε προς την έρευνα -σκέφτηκε ότι ίσως κι άλλοι με την ασθένειά της πήραν παρόμοια λανθασμένη διάγνωση και αναγκάστηκαν να υποστούν την εισαγωγή και παραμονή τους σε ψυχιατρικά ιδρύματα- κι αφού επί 4 χρόνια έψαξε τα δεδομένα για τη τη δική της ασθένεια, ασχολήθηκε και με το πείραμα του Rosenhan. Κι όπως αναφέρεται στο άρθρο της Jennifer Szalai των New York Times που δημοσιεύτηκε στις 27/11/209, έγραψε ένα πολυεπίπεδο βιβλίο, τo «The Great Pretender: The Undercover Mission That Changed Our Understanding of Madness» που μοιάζει με εκτύπωση του Escher : Σ’ αυτό, σ’ ένα επίπεδο αναλύει το προφίλ του Rosenhan και της μελέτης του, σε ένα άλλο τη δική της εμπειρία κατά τη διάρκεια της έρευνας για το βιβλίο και σε ένα τρίτο τη γεμάτη ιστορία της Ψυχιατρικής και την συνεχή επιδίωξη για επιστημονική γνώση (βρήκε μεταξύ άλλων, όπως είδα η ίδια, αρχεία εισαγωγών σε ψυχιατρεία με τις εξής αιτιολογήσεις: «υπερβολικός αυνανισμός», «υπερβολική χρήση καπνού», «χτύπημα από μουλάρι στο κεφάλι», «συνεχής κατανάλωση καραμελών μέντας», κ.α.).

Αρχικά έψαξε να βρει τους ανθρώπους που έλαβαν μέρος στο πείραμα, τους οκτώ εθελοντές, όλοι τους ανώνυμοι που προσδιορίστηκαν μόνο με ψευδώνυμα στις σημειώσεις του Rosenhan. Σύντομα έμαθε ότι ο ψευδο-παθητικός που ονομαζόταν «David Lurie» ήταν ο ίδιος ο Rosenhan (δεν είχε κρύψει πάντως τη συμμετοχή του στο πείραμα), ο οποίος πέθανε το 2012, μετά από μια σειρά εξουθενωτικών εγκεφαλικών επεισοδίων. Χρησιμοποιώντας τις σημειώσεις του και τις 200 ​​σελίδες ενός ανέκδοτου χειρογράφου που είχε ετοιμάσει ο ίδιος για το πείραμα (το εξασφάλισε από πρώην συναδέλφους του), ημερολόγια (που βρήκε απ’ τον γιο του), συνεντεύξεις που πήρε απ’ τους τότε βοηθούς του και μελετώντας τα αρχεία ασθενών, κατέληξε στα συμπεράσματά της.

Συναντήθηκε με δύο εθελοντές επίσης. Μόνο ένας τους συμπεριλήφθηκε στη μελέτη τότε, όμως. Ο δεύτερος αποκλείστηκε επειδή είχε «πλαστογραφήσει στοιχεία της προσωπικής του ιστορίας», κατά τον Rosenhan. Τι σήμαινε αυτό; Όπως ανακάλυψε η Cahalan, ο συγκεκριμένος εθελοντής αποκλείστηκε επειδή δεν είχε αρνητική εικόνα για το ψυχιατρείο: «ΤΟΥ ΑΡΕΣΕΙ», έγραφε ο ερευνητής στις σημειώσεις του. Τι εννοούσε; Ότι ο εθελοντής είχε γίνει δεκτός στο ψυχιατρείο κατά τη διάρκεια μιας δύσκολης περιόδου στη ζωή του και βρέθηκε να επωφελείται από αυτό που χαρακτήρισε ως «υποστηρικτικό περιβάλλον».

Ο Rosenhan όμως είχε μια υπόθεση, ένα στόχο να φανεί πόσο άθλια είναι αυτά τα ιδρύματα που κακοποιούν με την εξουσία τους, το πόσο αυθαίρετες είναι οι διαγνώσεις των ψυχιάτρων και αυτά τα στοιχεία θα περιέπλεκαν τα πράγματα. Του ήταν άχρηστα επομένως, όσα ανέφερε ο συγκεκριμένος εθελοντής κι έτσι τον απέκλεισε. Γίνονται αυτά δυστυχώς, στις έρευνες. Δεν ήταν βέβαια η μοναδική παρατυπία αυτή, που βρήκε η δημοσιογράφος. Στη συνέχεια της ανάρτησης , θα σας γράψω και τι ακόμη ανακάλυψε και στο τέλος της θα βρείτε όλες τις πηγές που χρησιμοποίησα για να σας γράψω όλ’ αυτά (απ’ τις πηγές αυτές προέρχονται κι οι φωτογραφίες που βλέπετε).

.

(συνεχίζεται εδώ)

.

.

.

Η επόμενη «εκπαιδευτική συνάντηση» της “Πρωτοβουλίας ‘Ψ’ ”, 15/11/2019, στις 19.00 μ.μ., στην “Παναρκαδική”

Καλούμε όλες και όλους στην επόμενη «εκπαιδευτική συνάντηση» της «Πρωτοβουλίας για ένα Πολύμορφο Κίνημα στην Ψυχική Υγεία», την Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2019, ώρα 19.00, που θα έχει ως θέμα:

«Μια συζήτηση, ‘εφ΄ όλης της ύλης’, με τον Κώστα Μπαϊρακτάρη».

Ο Κ. Μπαϊρακτάρης είναι τ. αναπληρωτής καθηγητής Ψυχολογίας στο ΑΠΘ, με πλούσια και εμβληματική δράση σε πρακτικές και εμπειρίες αμφισβήτησης και αποδόμησης του κυρίαρχου ψυχιατρικού (και ψυχολογικού) παραδείγματος, στο ΨΝΘ, στη Λέρο, στο ίδιο το Πανεπιστήμιο.

Η συνάντηση θα γίνει στην αίθουσα της «Παναρκαδικής», οδός Τζωρτζ 9, 1ος όροφος (κοντά στην πλ. Κάνιγγος).

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

Επόμενη εκπαιδευτική συνάντηση της “Πρωτοβουλίας ‘Ψ’ ”, 1/11/2019, στις 18.30 μ.μ., στην “Παναρκαδική”

Η επόμενη εκπαιδευτική συνάντηση της “Πρωτοβουλίας ‘Ψ’ ”, θα γίνει την 1η Νοεμβρίου 2019, στις 18.30 μ.μ., στην αίθουσα της “Παναρκαδικής”, οδός Τζωρτζ 9, 1ος όροφος (κοντά την πλ. Κάνιγγος).

Με αφορμή το graphic novel των Θανάση Πέτρου και Δημήτρη Βανέλλη για το Γιαννούλη Χαλεπά (εκδόσεις “Πατάκης”), θα συζητηθούν ζητήματα που αφορούν στη σχέση της δημιουργικότητας με τις ψυχικές διαταραχές, διαχρονικά.

Μέσα απ’ την ιστορία της ψυχιατρικής και της ψυχολογίας θα διερευνηθεί ο ρόλος των ειδικών καθώς και της κοινωνίας, απέναντι στα πάσχοντα άτομα που καταφεύγουν στην τέχνη αναζητώντας τρόπους έκφρασης των αδιεξόδων τους ή και αυτοΐασης.

Θα εξεταστούν επίσης οι ταξικές ανισότητες και η φτώχεια, ως καθοριστικοί παράγοντες εμφάνισης των διαταραχών.

Στη συζήτηση θα λάβουν μέρος εκτός απ’ τους προαναφερόμενους συγγραφείς, η εικαστικός Θεοδώρα Κοκκίνου καθώς και μέλη του “Δικτύου Ακούγοντας Φωνές” και της “Πρωτοβουλίας ‘Ψ’”.

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

Εντυπώσεις απ’ την παρουσίαση του graphic novel για τον Γιαννούλη Χαλεπά στο «Παραρλάμα»

Photo Credits: Ευανθία Σακελλάρη

Την Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2019, στις 7.30 το απόγευμα, έγινε στο «Παραρλάμα», σ’ ένα φιλόξενο χώρο δηλαδή στο Παγκράτι, η παρουσίαση του graphic novel «Γιαννούλης Χαλεπάς, Ο μύθος της νεοελληνικής γλυπτικής» , των Θανάση Πέτρου και Δημήτρη Βανέλλη. Την εκδήλωση διοργάνωσαν από κοινού το «Δίκτυο Ακούγοντας Φωνές» και οι εκδόσεις «Πατάκη» κι εκτός απ’ τους δημιουργούς, μίλησαν η Λεμονιά Αβαγιάννη κι ο Λυκούργος Καρατζαφέρης. Ήμουν κι εγώ εκεί όπως βλέπετε και χάρηκα πολύ ομολογουμένως που έλαβα μέρος.

Photo Credits: Ευανθία Σακελλάρη

Απ’ τις ερωτήσεις και τις τοποθετήσεις του κόσμου που κατέκλυσε το χώρο, ήταν φανερό πόσο ενδιαφέρει η ιστορία του Γιαννούλη Χαλεπά και το έργο του και σ’ αυτό το βιβλίο έχει γίνει μεγάλη έρευνα και πολύ σοβαρή δουλειά (να το διαβάσετε και θα το διαπιστώσετε κι εσείς). Αλλά φάνηκε συνακόλουθα και τι δίψα υπάρχει για ενημέρωση γύρω από τα θέματα με τα οποία ασχολούνται ως επιστήμες, η ψυχολογία κι η ψυχιατρική.

Photo Credits: Ευανθία Σακελλάρη

Οι εντυπώσεις μου δεν θα μπορούσαν παρά να είναι άριστες, όχι μόνο γιατί παραβρέθηκα σε τόσο καλό πάνελ (παρέα με τον Λυκούργο Καρατζαφέρη που χρόνια πορευόμαστε στον ίδιο χώρο), σε τόσο ενδιαφέρουσα και ζωηρή κουβέντα, αλλά κι επειδή η συγκεκριμένη βραδιά αποτελούσε ένα ορόσημο για μένα κι οι άνθρωποι που το ήξεραν παρέκαμψαν κάθε εμπόδιο για να βρεθούν εκεί. Κι εγώ έτσι τις καταλαβαίνω και τις μετράω τις φιλίες.

Photo Credits: Παραρλάμα

Χάρηκα επιπλέον που γνώρισα καινούρια πρόσωπα όπως η Λεμονιά Αβαγιάννη κι ο Δημήτρης Βανέλλης (με το Θανάση Πέτρου είχαμε ξαναβρεθεί), κι άτομα απ’ τα οποία έβλεπα μόνο το προφίλ τους στο Facebook όπως η Σοφία που πολύ καλά έκαναν και τόλμησαν να έρθουν.

Photo Credits: Νώντας Κλεάνθης

Βέβαια, ακόμη πιο συγκινητικό ήταν που βρέθηκαν κοντά μου η Ευανθία Σακελλάρη, ο Γιώργος Τσιτούρας, ο Αντώνης Τσόκος, η Θεοδώρα Κοκκίνου, ο Νώντας Κλεάνθης, ο Γιάννης Καραγεώργος, μέλη της κατάληψης «Παπουτσάδικο» αλλά και μέλη της «Πρωτοβουλίας ‘Ψ’ » , κι άλλων συλλογικοτήτων που τ’ όνομά τους δεν αναφέρω αλλά κρατάω στη μνήμη μου τα πρόσωπα τους.

Photo Credits: Παραρλάμα

Κάποιες και κάποιοι τους μάλιστα, παρέμειναν όρθιοι ως το τέλος της εκδήλωσης κι υπήρξαν και φίλοι που ήταν εκεί, αλλά δεν μπορέσαμε να μιλήσουμε καθόλου. Τους Ευχαριστώ όμως με όλη μου την καρδιά, για τις φωτογραφίες, τα μηνύματα, τα ζεστά τους λόγια, τα δώρα, τις αγκαλιές. Ήταν μια ξεχωριστή βραδιά που θα θυμάμαι για καιρό και με κάνατε να χαμογελάω, επειδή ήσασταν εκεί… Ξέρετε εσείς.-

Παρουσίαση βιβλίου «Mind Fixers» : «Η προβληματική αναζήτηση της Ψυχιατρικής για τη βιολογία της ψυχικής νόσου»

Για το συγκεκριμένο βιβλίο διάβασα πρόσφατα αυτό το άρθρο που μπορείτε να συμβουλευτείτε κι εσείς στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων (ΑΠΕ-ΜΠΕ) και σήμερα μοιράζομαι μαζί σας μερικές επιπρόσθετες πληροφορίες.

Συγγραφέας του βιβλίου λοιπόν που κυκλοφορεί απ’ τις εκδόσεις W.W. Norton, είναι η Anne Harrington, καθηγήτρια Ιστορίας της Επιστήμης του Πανεπιστημίου Harvard και διακεκριμένη γνώστρια των νευροεπιστημών (ένα απ’ τα πιο γνωστά βιβλία της είναι το «The Cure Within»), η οποία όπως έχει πει σε συνεντεύξεις της εμπνεύστηκε να το γράψει λόγω των ερωτήσεων που της έκαναν οι φοιτητές της, εξ’ ου και τους το αφιερώνει.

Το «Mind Fixers» αποτελείται από τρία μέρη: «Ιστορίες γιατρών», «Ιστορίες ασθενειών» και «Ημιτελείς ιστορίες». H Harrington αποφάσισε διαχωρίζοντάς το κατ’ αυτόν τον τρόπο, να κάνει αρχικά μια ιστορική αναδρομή σχετικά με την έρευνα της παθογένειας των ψυχικών διαταραχών, πριν μας αναφέρει τα συμπεράσματά της για τη σημερινή κατάσταση κι έτσι μας μεταφέρει σε πρώτη φάση, στο τέλος του 19ου αιώνα, στη γερμανόφωνη Ευρώπη, όπου ο Theodor Meynert και ο Emil Kraepelin ξεκίνησαν τις φιλόδοξες έρευνές τους πιστεύοντας πως απ’ την βιολογία θα αντλήσουν απαντήσεις στα ερωτήματά τους.

Απ’ την άλλη όμως, ο Freud κι η επέλαση της ψυχανάλυσης έστρεψαν σε διαφορετική κατεύθυνση το ενδιαφέρον τόσο των ειδικών όσο και της κοινής γνώμης και φάνηκε τότε ότι έστω κάποιες εξηγήσεις, μη-βιολογικές, μπορούσαν να δοθούν μέσω αυτών των θεωριών. Σιγά σιγά όμως αναδύθηκαν κι οι υπαρκτοί περιορισμοί του φροϋδικού μοντέλου με αποτέλεσμα τις αποχωρήσεις των διαφωνούντων (όπως ο Eugen Bleuler) και την επένδυσή τους σε άλλα πεδία ερευνών.

Πέρα απ’ όσα συνέβαιναν πάντως στην Ευρώπη, συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές, με βάση οικονομικά βεβαίως, κριτήρια, οδήγησαν στην «αποϊδρυματοποίηση» (ουσιαστικά απονοσοκομειοποίηση) στην Αμερική με τραγικά αποτελέσματα ακόμη ως και στις μέρες μας (αφού οι ψυχικά πάσχοντες καταλήγουν είτε στο δρόμο ως άστεγοι, είτε σε φυλακές). Ήδη εκεί απ’ τη δεκαετία του 1930, πολύ πριν δηλαδή από την έγκριση της χλωροπρομαζίνης (Thorazine) απ’ την FDA που έγινε το 1954 (και σημειώστε ότι μέχρι το 1964, είχαν πληρωθεί περίπου πενήντα εκατομμύρια συνταγές), είχαν αρχίσει να κλείνουν τα ψυχιατρεία και χωρίς μάλιστα να μπορούν μάλιστα να συντηρηθούν ταυτόχρονα τα όποια κέντρα υγείας είχαν εγκαινιαστεί.

Με τις νέες εξελίξεις φυσικά στις νευροεπιστήμες, τη γενετική και την ψυχοφαρμακολογία άλλαξαν όπως ήταν αναμενόμενο τα πράγματα και δόθηκε νέα ώθηση στην έρευνα του εγκεφάλου.

Το πρόβλημα είναι, όμως, ότι έτσι κάποιοι θεώρησαν πως αυτός είναι ο μόνος δρόμος, στον οποίο πρέπει να προχωρήσει η επιστήμη για να δοθούν απαντήσεις, κι όχι ένας ακόμη δρόμος. Έτσι η ψυχιατρική οδηγήθηκε στις στειρώσεις, στα προγράμματα ευγονικής, στις δολοφονίες στη Ναζιστική Γερμανία στη χειρότερη περίπτωση ή στα ηλεκτροσόκ και τις απανταχού βάρβαρες θεραπείες στην «καλύτερη», όπως η λοβοτομή.

Εντωμεταξύ, οι φαρμακοβιομηχανίες έβλεπαν συνεχώς τα κέρδη τους να αυξάνονται σε σταθερή αναλογία με την αύξηση των διαγνώσεων, αφού υπάρχει η τάση για συνεχή παθολογικοποίηση κάθε έκφανσης της ανθρώπινης συμπεριφοράς, κάθε δυσφορίας, κάθε πόνου, για τα οποία η λύση είναι τι άλλο; Μερικά χάπια.

Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα έφτασε η παρανόηση σχετικά με την «βιολογική πειθαρχεία», ειδικά απ’ τη δεκαετία του 1980 και μετέπειτα, ώστε στις μέρες μας, όπως αναφέρεται εδώ, ο ψυχίατρος Samuel Guze να δώσει διάλεξη στο Νοσοκομείο Maudsley του Λονδίνου, με τον προκλητικό τίτλο: «Βιολογική Ψυχιατρική: Υπάρχει άλλος τύπος;» Η απάντησή του υπονοείται κι είναι: φυσικά όχι. Η ψυχιατρική είναι κλάδος της ιατρικής, και όλα τα φάρμακα είναι «εφαρμοσμένη βιολογία», τέλος της ιστορίας. Μόνο που δεν είναι έτσι.

Σαφώς στο βιβλίο μνημονεύονται και πολύ ορθά, ο Erving Goffman, o Michel Foucault και o Thomas Szasz, που με το εμβληματικό έργο τους έδειξαν πόσοι ακόμη παράγοντες εμπλέκονται στην ανάπτυξη των ψυχικών διαταραχών κι εστίασαν στο ρόλο της κοινωνίας, στον έλεγχο που ασκούν οι ειδικοί κατά τη διαχείριση των ψυχικά πασχόντων, στην απανθρωποποίηση που λαμβάνει χώρα στα ιδρύματα και τόσα άλλα. Έτσι ώστε να είναι πασιφανές στις αναγνώστριες και στους αναγνώστες πως τα της ψυχής, είναι πολύπλοκα και πολυπαραγοντικά φαινόμενα, που δεν επιδέχονται μιας και μοναδικής εξήγησης. Εξ’ ου κι απέτυχαν κι οι νεο-φροϋδιστές ενοχοποιώντας για τα πάντα σχεδόν τις μητέρες, βρίσκοντας όμως απέναντί τους το γυναικείο κίνημα που αντέδρασε δυναμικά (τα όσα είχε γράψει η Betty Friedan στο “Feminine Mystique”, υιοθετήθηκαν κι από άλλες ψυχοθεραπεύτριες όπως αυτές της ομάδας Redstockings κ.α.)

Παρ’ όλα αυτά, κάποιοι επιμένουν να κάνουν πως αγνοούν ακόμη όλες τις αλήθειες που έφερε στο φως το έργο των προαναφερόμενων ερευνητών και διανοητών, αφού ζούμε στην εποχή των ψυχοφαρμάκων, την ιστορία των οποίων αναφέρει εκτενώς η συγγραφέας. Έτσι, όλο και γίνεται λόγος για «χημικές ανισορροπίες» του εγκεφάλου, για ..άτακτους «νευροδιαβιβαστές», «ένοχα» γονίδια και γενικώς για μια πληθώρα βιολογικών και μόνο, το τονίζω, αιτιών. Πρόσφατα μάλιστα συμμετείχα σε συζήτηση όπου με μεγάλη μου λύπη διαπίστωσα, ότι τέτοιες απόψεις ασπάζονται ακόμη και τώρα, άνθρωποι που αυτοπροσδιορίζονται ως «ψυχικά πάσχοντες» και θεωρούν ότι ανήκουν στην «αντιψυχιατρική».

Η αλήθεια πάντως δεν είναι αυτή, αφού όλες οι διαγνωστικές κατηγορίες ψυχιατρικής εξακολουθούν να βασίζονται σε παρατηρήσεις κλινικών συμπτωμάτων και όχι σε βιολογικούς δείκτες ασθένειας. Οι προσδοκίες κι ο ενθουσιασμός που ακολούθησαν τη στροφή προς την έρευνα του εγκεφάλου, δεν απέδωσαν ακόμη καρπούς. Ο Edward Bullmore βέβαια, επικεφαλής της ψυχιατρικής στο πανεπιστήμιο του Cambridge, υποστηρίζει π.χ. ότι η παθογένεση των ψυχικών διαταραχών θα αποκρυπτογραφηθεί αποκαλύπτοντας τη σύνδεση της λειτουργία του νου με εκείνη του ανοσοποιητικού συστήματος.

Αλλά ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι θα γίνει έτσι, η βιολογία δεν μπορεί ν’ αποτελέσει τη μία και μοναδική εξήγηση του προβλήματος, ακριβώς επειδή τέτοια δεν υπάρχει. Γι’ αυτό η συγγραφέας του βιβλίου θεωρεί, ότι θα πρέπει όλοι οι εμπλεκόμενοι ν’ αντιμετωπίσουν με σεβασμό τα όρια της γνώσης στην Ψυχιατρική (και στην Ψυχολογία θα πρόσθετα) και να συνεργαστούν ώστε να υπάρξει μακροπρόθεσμα συγκεκριμένο όφελος για όσες, όσους υποφέρουν που δεν είναι καθόλου λίγες, λίγοι, αλλά και για τους οικείους τους που συμπάσχουν. Και με την άποψή της περί ολιστικής/συνθετικής προσέγγισης, προσωπικά, δεν μπορώ να διαφωνήσω.

Σ’ αυτό εδώ το blog άλλωστε έχει φανεί, αν μη τι άλλο, με πόσο ανοιχτό μυαλό, αντιμετωπίζω κάθε θεραπευτική πρόταση που μπορεί να είναι χρήσιμη, να «δουλέψει» και να βοηθήσει κάθε άτομο που πάσχει, είτε αυτή προέρχεται απ’ την πολιτισμένη» Δύση, είτε απ’ τις «υπανάπτυκτες» χώρες. Κι αν έχω μεγαλύτερη επιφύλαξη απέναντι στη φαρμακοθεραπεία, έχει να κάνει μόνο με το γεγονός ότι υπερ-προβάλλεται σαν η μόνη λύση. Κατ’ αυτόν τον τρόπο όμως εξυπηρετούνται συγκεκριμένα συμφέροντα, διαστρεβλώνονται επιστημονικές έρευνες , χειραγωγούνται οι ειδικοί (αναφέρονται κι αυτά στο βιβλίο και το μετράω στα θετικά του) κι επόμενο είναι να αυξάνεται ο σκεπτικισμός μου. Εξάλλου ακόμη κι η αποτελεσματικότητα ενός φαρμάκου δεν επιβεβαιώνει μια προηγούμενη ανεπάρκεια. Να το έχουμε κι αυτό κατά νου.

Άλλωστε, τι κάνουν οι φαρμακοβιομηχανίες, νομίζετε; Αυτό που εξηγεί σαφέστατα η συγγραφέας: «Κοιτάζουν το DSM και βρίσκουν διαταραχές που δεν έχουν διεκδικηθεί από κάποιο συγκεκριμένο φάρμακο και προσπαθούν να δουν αν μπορούν να βρουν στοιχεία που να δείχνουν ότι το φάρμακο τους μπορεί να λειτουργήσει για αυτή τη διαταραχή ή αυτή τη διαταραχή. Και εστιάζουν ειδικά σε μια εντελώς νέα σειρά διαταραχών που σχετίζονται με το άγχος (ενν: τη διαταραχή πανικού κ.α). Με άλλα λόγια, τα αντικαταθλιπτικά μετατρέπονται σε φάρμακα κατά του άγχους. Αλλά είναι ακριβώς τα ίδια φάρμακα«.

Κι αναφέρεται επιπλέον και στον σκεπτικισμό που δημιουργείται στο ευρύ κοινό κι όχι μόνο, όταν «διαγνώσεις» όπως η ομοφυλοφιλία που κακώς συμπεριλήφθηκαν εξ’ αρχής, αφαιρούνται στη συνέχεια μέσω ..ψηφοφορίας απ’ το DSM (κι οι ψυχαναλυτές από κοντά απολογούνται για το θέμα) κι όταν πειράματα σαν αυτό για το οποίο έχω γράψει κι εγώ εδώ, δείχνουν την ανεπάρκεια των ψυχιάτρων ν’ αναγνωρίσουν τους «πραγματικούς» απ’ τους «ψεύτικους» ασθενείς. Κι αυτά είναι μερικά μόνο απ’ τα παραδείγματα που δείχνουν πως κάποιες/κάποιοι δεν είμαστε τυχαία επιφυλακτικοί. Που να δείτε και τι διαπλοκή υπάρχει στο DSM που ανέφερα πριν, μεταξύ των συντακτών του και των φαρμακοβιομηχανιών.

Γι’ αυτό σας προτείνω να διαβάσετε κι εσείς το βιβλίο (στο δεύτερο μέρος του η Harrington εξετάζει λεπτομερώς την σχιζοφρένεια, την κατάθλιψη και την μανιοκατάθλιψη), να λάβετε έστω, υπόψη σας όσα γράφτηκαν εδώ και να εξερευνήσετε τους συνδέσμους. Θα βρείτε κι άλλα ενδιαφέροντα πράγματα. Γιατί όσο κι αν το θέλουμε, οι απαντήσεις δεν μας περιμένουν στην επόμενη γωνία. Υπάρχει ακόμη μια απόσταση που πρέπει να διανυθεί. Άλλωστε και σε περιπτώσεις όπου η ανακάλυψη της παθογένειας έχει οδηγήσει σε ιατρικές επιτυχίες, έχει συχνά δουλέψει σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες, όπως τονίζεται ορθά σ’ αυτό το άρθρο.

Μπορούμε, καταληκτικά λοιπόν, όσο οι ερευνητές πειραματίζονται, να εξακολουθήσουμε να προσπαθούμε να ελαχιστοποιήσουμε το στίγμα και να μην ξεχνάμε κυρίως, πως θεραπευτική είναι κι η ανάπτυξη ισότιμων και χειραφετητικών σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων μέσα σε μια κοινότητα. Σχέσεων που θα βασίζονται στην αλληλοκατανόηση, την εμπιστοσύνη, το νοιάξιμο και το σεβασμό..-

.