ΜΕ ΠΟΛΛΕΣ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΩΝ «ΑΔΙΚΟΠΡΑΓΟΥΝΤΩΝ ΨΥΧΙΚΑ ΑΣΘΕΝΩΝ» Ο ΝΟΜΟΣ 4509/17

.

Το κείμενο της παρέμβασης της «Πρωτοβουλίας ‘Ψ’ » που μοιράστηκε πριν από λίγο στην σχετική ημερίδα του Υπουργείου Υγείας.

.

Ο νόμος 4509/17, για τους «αδικοπραγούντες ψυχικά ασθενείς» που ψηφίστηκε πρόσφατα και παρουσιάζεται σήμερα, αποτελεί πράγματι μια «πρόκληση», όπως αναφέρεται στον τίτλο της ημερίδας, αλλά όχι προς τα «συστήματα Δικαιοσύνης και Ψυχικής Υγείας» να δράσουν σχετικά. Αλλωστε, τόσο η κρατούσα «Δικαιοσύνη», όσο και η «κυρίαρχη Ψυχιατρική», στη βάση της λογικής που λειτουργούν και της κοινωνικής ανάθεσης που επιτελούν, δεν βρίσκουν σ΄ αυτό το νόμο παρά αυτό που ανέκαθεν αναζητούσαν για να κάνουν πιο αποτελεσματική την διαχρονικά κατασταλτική τους αντιμετώπιση των ψυχικά πασχόντων. Αυτό στο οποίο, αντιθέτως, αποτελεί «πρόκληση» αυτός ο νόμος, είναι απέναντι στην όποια προσδοκία για μια εναλλακτική προσέγγιση (και πραγματικά θεραπευτική αντιμετώπιση) του ζητήματος των «αδικοπραγούντων ψυχικά πασχόντων».

Ο νόμος κάνει νόμιμες κάποιες, ήδη από μακρού, ευρέως ασκούμενες πρακτικές, όπως η χορήγηση θεραπευτικών αδειών σε νοσηλευόμενους/φυλασσόμενους του αρ. 69ΠΚ, ή τη διαμονή τους σε εξωνοσοκομειακές στεγαστικές δομές.

Αλλά θεσμοθετεί το «ειδικό τμήμα» (ψυχιατρείου ή γενικού νοσοκομείου), σε μια λογική παλαιο-ιδρυματικής παλινδρόμησης. Ενα είδος «δικαστικού ψυχιατρείου», που σ΄ όλη την Ευρώπη έχει αποδειχτεί ότι λειτουργεί ως πραγματικό κολαστήριο, έχει αποτύχει και είναι υπό ριζική αμφισβήτηση παντού. Εν προκειμένω, «θα διαθέτει την κατάλληλη υλικοτεχνική υποδομή και εξοπλισμό για την εξυπηρέτηση των αναγκών των ατόμων που νοσηλεύονται». Τι κρύβει και τι υπαινίσσεται αυτή η «κατάλληλη υλικοτεχνική υποδομή και εξοπλισμός»; Μήπως για την απρόσκοπτη εφαρμογή των «μέσων αυξημένης ψυχιατρικής φροντίδας και ασφαλείας, όπως η προστατευτική απομόνωση και ο σωματικός περιορισμός», που, ο ν. 4509, παρ΄ όλα τα συνοδευτικά φληναφήματα περί πρωτοκόλλων, οδηγιών, κατευθυντήριων αρχών κλπ, καθαγιάζει – αυτές τις βάρβαρες κατασταλτικές πρακτικές – και νομοθετικά;

Μάλιστα, στο βαθμό που το «ειδικό τμήμα» αποτελεί τμήμα ψυχιατρείου ή γενικού νοσοκομείου, τι θα εμποδίσει τον εγκλεισμό εκεί και άλλων, θεωρούμενων «δύσκολων» ή «επικίνδυνων» ασθενών, που, όμως, δεν έχουν διαπράξει αδίκημα; Πουθενά στο νόμο δεν αναφέρεται ότι το τμήμα αυτό είναι αποκλειστικά και μόνο γι’ αυτούς του αρ. 69.

Ένα στοιχείο που δείχνει την προχειρότητα, την έλλειψη μιας σοβαρής πολιτικής και τον απλώς διαχειριστικό χαρακτήρα του νέου νόμου, είναι το γεγονός ότι διαιωνίζεται η πρόβλεψη να μπορεί να εκτίεται το «μέτρο θεραπείας» σε κανονικό τμήμα ψυχιατρείου ή γενικού νοσοκομείου, ενώ η παραμονή σε αυτό (ανεξαρτήτως του τι γίνεται μέχρι τώρα) θα έπρεπε να προβλέπεται μόνο για όσο διάστημα υπάρχει ανάγκη νοσηλείας και όχι επ΄ άπειρον προς εκτέλεση του «μέτρου».

Ο νόμος συνδέει αυθαίρετα τη σοβαρότητα του εγκλήματος με τη σοβαρότητα της ψυχικής διαταραχής του υποκειμένου, εισάγοντας μια γραμμική σχέση μεταξύ τους και προβλέποντας ότι για πλημμελήματα ο μέγιστος χρόνος του «θεραπευτικού μέτρου» είναι τα δυο χρόνια και για κακουργήματα τα πέντε χρόνια – τα οποία, φυσικά, θα μπορούν ν΄ ανανεώνονται επ΄ άπειρον – εισάγοντας έτσι, υπογείως, μια ποινική διάσταση στο υποτιθέμενο «θεραπευτικό μέτρο». Και είναι χαρακτηριστικός ο υποτιθέμενος περιοριστικός όρος για την ανανέωση του «θεραπευτικού μέτρου», ότι ο συνολικός χρόνος διάρκειάς του «δεν μπορεί να υπερβαίνει το ανώτατο όριο της ποινής που προβλέπεται στο νόμο για την πράξη που τέλεσε ο θεραπευόμενος». Το ερώτημα είναι: κι΄ αν στο νόμο προβλέπονται ισόβια;

Ένα από τα πολλά παλινδρομικά στοιχεία που εισάγει ο νέος νόμος είναι η πρόβλεψη ότι η εισαγωγή στο «ειδικό ή στο κοινό τμήμα νοσοκομείου» δεν θα γίνεται μόνο μετά από δικαστική απόφαση που κρίνει τον αδικοπραγούντα ως «ακαταλόγιστο», αλλά και με «βούλευμα ή διάταξη του ανακριτή». Ήδη είχαμε μια πρώτη εφαρμογή αυτής της διάταξης αμέσως μετά την ψήφιση του νόμου, όταν άτομο που διέπραξε ανθρωποκτονία στην Πελοπόννησο και είχε στο παρελθόν νοσηλευτεί σε ψυχιατρείο, στάλθηκε αμέσως στο ΨΝΑ, υποτίθεται για πραγματογνωμοσύνη (αυτή που προβλέπεται, βάσει του 4509, να γίνεται αμέσως μετά την διάπραξη της όποιας εγκληματικής πράξης). Οι πραγματογνώμονες τον είδαν, αλλά εξακολουθεί να νοσηλεύεται, χωρίς καμιά παρουσία από τις διωκτικές αρχές που τον είχαν συλλάβει ως διαπράξαντα το έγκλημα. Απλώς τον εναπόθεσαν στο ψυχιατρείο – μέχρι τη δίκη του, που μπορεί να γίνει και μετά πάνω από ένα χρόνο. Γιατί η πραγματογνωμοσύνη θα έπρεπε να γίνει στο ΨΝΑ και όχι σε νοσοκομείο κοντά στην περιοχή του; Αλλωστε, αν και στον 4509 προβλέπεται ότι, μέχρι να βγει το προεδρικό διάταγμα για το «ειδικό» τμήμα, ως τέτοιο, ή και ως «κανονικό» τμήμα ψυχιατρείου ή γενικού νοσοκομείου, θα θεωρείται το Δαφνί, το Δρομοκαίτειο και το ΨΝΘ, ωστόσο δεν υπήρξε κάποια δικαστική απόφαση επί του προκειμένου. Μήπως γιατί η πρακτική, από εδώ και πέρα, θα είναι η άμεση εναπόθεση οποιουδήποτε δράστη με ιστορικό ψυχιατρικής νοσηλείας (ή και απλώς «υπόπτου» για ψυχιατρικό πρόβλημα), απευθείας στο ψυχιατρείο – εν΄ αναμονή, μάλιστα, του «ειδικού τμήματος» που είναι σε διαδικασία ανεύρεσης χώρου, στελέχωσης και λειτουργίας;

Την ίδια στιγμή, ωστόσο, ένας άλλος, ήδη νοσηλευόμενος βάσει του αρ. 69, που διέμενε σε εξωνοσοκομειακή στεγαστική δομή και διέπραξε ανθρωποκτονία ενώ διέμενε εκεί, βρέθηκε, ενώ ίσχυε ο νέος νόμος, στον Κορυδαλλό, μέσα στις γνωστές απάνθρωπες συνθήκες που επικρατούν εκεί και βρέθηκε νεκρός από «υπερβολική δόση», μαζί με τον συγκρατούμενό του, μέσα στο κελί του. Γιατί «δυο μέτρα και δυο σταθμά»; Πώς και γιατί αποφασίστηκε εκεί η προσαγωγή του, που οδήγησε σ΄ αυτό το θλιβερό τέλος;

Δεν θ΄ αναφερθούμε στην γνωστή περίπτωση του Χ.Δ. και στην απαράδεκτη αντιμετώπισή του από το σύστημα – μια αντιμετώπιση που προεικάζει την λειτουργία του «ειδικού τμήματος» – για την οποία όλα, από όλες τις θεσμικές ιεραρχίες, θεωρήθηκαν «σωστά και αναγκαία».

Πρόκειται να δούμε «πολλά» στο προσεχές μέλλον, που σχετίζονται με τις «προκλήσεις» και τις ευκαιρίες για περαιτέρω καταστολή που δίνει αυτός ο νόμος στην «Δικαιοσύνη» και στην κυρίαρχη Ψυχιατρική. Ένας νόμος που δεν τολμά να στραφεί και ν΄ αντιμετωπίσει τις ρίζες του ζητήματος, που έχουν να κάνουν με την αμφισβήτηση της ίδια της έννοιας του «ακαταλόγιστου», της απο-υποκειμενοποίησης, δηλαδή, του δράστη, της μετατροπής και αντιμετώπισής του ως ενός «επικίνδυνου βιολογικού πράγματος». Με την επικινδυνότητα – που θεωρείται ως ατομική ιδιότητα και όχι στη σχεσιακή της διάσταση – να διαπερνά υπόρρητα όλο το νόμο, όπου κάθε λήψη απόφασης για την τύχη του δράστη πρέπει να λαμβάνει υπόψη της την «πιθανότητα να…».

Φυσικά, η αναγνώριση του δράστη ως υποκειμένου ευθύνης και όχι ως «ακαταλόγιστου» ανατρέπει την τρέχουσα αντιμετώπισή του εκ θεμελίων, καθώς, μεταξύ άλλων, θέτει το ζήτημα της εναλλακτικής ποινής (εκτός φυλακής) σε συνάρτηση με μια ολοκληρωμένη κοινοτική φροντίδα. Απαιτεί, δηλαδή, μια εναλλακτική ψυχιατρική κουλτούρα και πράξη, κοινοτικά βασισμένη, αλλά και μια διαφορετική Δικαιοσύνη.

16/3/2018

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

.

.

.

.

 

Advertisements

Κάλεσμα σε συνάντηση της «Πρωτοβουλίας ‘Ψ'» για το νέο νομοσχέδιο – Παρασκευή 8/12/2017 στις 19.00

.

*Αναδημοσίευση από εδώ.

.

Καλούμε όλους και όλες στην συνάντηση της «Πρωτοβουλίας για ένα Πολύμορφο Κίνημα στην Ψυχική Υγεία», την Παρασκευή, 8/12/17, ώρα 19.00, η οποία θα έχει ως κεντρικό θέμα το νομοσχέδιο, που είναι στην τελική ευθεία για ψήφιση στη Βουλή: «Μέτρα θεραπείας ατόμων που απαλλάσσονται από την ποινή λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής».

 

Ένα νομοσχέδιο, που με το περιτύλιγμα κάποιων ανακουφιστικών, για τη νοσηλεία  των λεγόμενων «ακαταλόγιστων», μέτρων (στην πραγματικότητα, νομιμοποίηση πρακτικών που ήδη ασκούνται με έναν άτυπο τρόπο, όπως άδειες και φιλοξενία σε ξενώνες), θεσμοθετεί το περίκλειστο, με κάγκελα και συρματοπλέγματα, «δικαστικό ψυχιατρείο» ως το φρούριο (και συμβολική έκφραση) της «προστασίας» της κοινωνίας από τον, υποτίθεται, «επικίνδυνο» ψυχικά ασθενή.

 

Με απροσδιόριστο αριθμό κλινών, με σκόπιμες ασάφειες και υποκειμενικού τύπου εκτιμήσεις για την εφαρμογή της όποιας μορφής (και σε ποιου τύπου δομή) του «μέτρου ασφαλείας» και με το νομικό πλαίσιο του «ακαταλόγιστου» (δηλ. της πλήρους απο-υποκειμενοποίησης και απο-υπευθυνοποίησης του ασθενή) αμετάβλητο.  Ένας κατασταλτικός θεσμός (φυλακή) με σοβαρές επιπτώσεις, άμεσες ή έμμεσες, στην όλη λειτουργία του συστήματος των ψυχιατρικών υπηρεσιών.

 

Και, επιπλέον, μην ξεχνάμε ότι ένα από τα προβλήματα που είχαν, το 2013-14, για το βίαιο κλείσιμο των ψυχιατρείων, ήταν και η δυσκολία να βρουν ‘λύση’ για τους «ακαταλόγιστους» του αρ. 69 ΠΚ. Τώρα, γνωρίζουμε ότι έχουν πάρει διορία για το βίαιο κλείσιμο (χωρίς καθόλου εναλλακτικές κοινοτικές υπηρεσίες), μέχρι το 2020…..και ετοιμάζονται…

                              

Η συνάντηση της Πρωτοβουλίας ‘Ψ’ θα γίνει, όπως πάντα, στο χώρο του Δικτύου Hearing Voices Αθήνας, Τροίας 44, κοντά στην πλ. Βικτωρίας.

 
 

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

 
 
 
 

.

.

.

.

.

.

Κατασκευάζοντας τον επικίνδυνο ασθενή*

.

*Αναδημοσίευση από εδώ.

.

Υπάρχουν μικρές ιστορίες που εκτυλίσσονται μαζί με τις μεγάλες, ιστορίες που περνάνε στα κρυφά ή τις σκεπάζει η σιωπή μπροστά στον εκκωφαντικό θόρυβο των μεγάλων αφηγήσεων. Κι όμως οι μεν δεν μπορούν να ειδωθούν ξέχωρα από τις δε. Την τελευταία οκταετία ο ψυχιατρικός θεσμός συνιστά έναν από τους κατεξοχήν τόπους όπου χιλιάδες μικρές αφηγήσεις αντανακλούν την ευρύτερη κυρίαρχη αφήγηση, αυτή της βαθιάς οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής κρίσης. Επιλέγοντας μια ιστορία από τις χιλιάδες θα επιδιώξουμε να διερευνήσουμε τη “σειρά συμβάντων της καριέρας ενός ασθενή”, να παρουσιάσουμε γεγονότα που αναδεικνύουν πώς προοδευτικά ένα πρόσωπο που χρειάζεται κάποιου τύπου βοήθεια, ένας άνθρωπος που αντιμετωπίζεται αρχικά ως ένα υποκείμενο το οποίο ο ψυχίατρος έχει αποστολή να θεραπεύσει μετασχηματίζεται και προσαρμόζεται σε μια κατάσταση ως “αντικείμενο της βίας”.

Ο Δ. νοσηλεύεται από το 2010 στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής έχοντας με βάση το άρθρο 69 του ποινικού κώδικα κριθεί ως ακαταλόγιστος για το θάνατο του θείου του. Από την ηλικία των τριών ετών έχει διαγνωστεί με κροταφική επιληψία και θεωρείται “φαρμακοεξαρτημένος”. Στο σπίτι από την παιδική του ηλικία υπάρχουν στιγμές έντασης και διαπληκτισμών. Ο Δ. περιγράφεται από τους γονείς του ως ένα απρόβλεπτο παιδί που κάποιες φορές συγκρούεται μαζί τους “όπως όλα τα παιδιά”. Η επιθετικότητά του περιορίζεται προς τα μέλη του στενού οικογενειακού του κύκλου με εκρήξεις θυμού και σπανιότερα βίας. Οι περιστασιακές του φυγές δε συνοδεύονται από επεισόδια βίας.

Η νοσηλεία του ξεκινάει σε ένα τμήμα του Ψ.ΝΑ χωρίς η παραμονή του σε αυτό να διαφοροποιείται από τους υπόλοιπους ασθενείς που νοσηλεύονται με βάση το άρθρο 69 και διάγει μια μάλλον “φυσιολογική” νοσηλεία, κατά τη διάρκεια της οποίας συμπεριλαμβάνονται και έξοδοι από το Ψ.Ν.Α. για το σπίτι του. Προοδευτικά για λόγους που δε γνωρίζουμε αν ποτέ διερευνήθηκαν επαρκώς ξεκινάει μια αντιπαράθεση μεταξύ γονιών και μέρους του προσωπικού του νοσοκομείου. Από τη μια καταγγελίες για βία προς τον γιο και απαξιωτική συμπεριφορά από τους γιατρούς και από την άλλη διαμαρτυρίες για ελλιπή συνεργασία. Μέσα σε αυτό το σκηνικό ο Δ. εμφανίζεται όλο και πιο εκνευρισμένος, όλο και πιο “απρόβλεπτος”. Παρ’ όλα αυτά συνεχίζει να βγαίνει έξω μόνος του και σε καμία έξοδό του δεν αναφέρεται βίαιο συμβάν. Συμμετέχει σε εργοθεραπευτικές συνεδρίες και διατηρεί μια καλή σχέση με τη θεράπουσα ψυχίατρο. Μια μέρα βρίσκεται από τους γονείς του χτυπημένος ενώ το προσωπικό ισχυρίζεται ότι “τα έκανε μόνος του”. Μπαίνει σε απομόνωση σε ένα δωμάτιο όπου του παρέχονται κάποιες υποτυπώδεις ανέσεις. Συχνά περιορίζεται στο κρεβάτι του (μηχανική καθήλωση με ιμάντες). Παράλληλα, σε μια αδιανόητη κίνηση δύο ψυχίατροι ζητούν τον εγκλεισμό των γονέων σε ψυχιατρική κλινική. Πράγματι το Νοέμβριο του 2013 οι γονείς του μεταφέρονται συνοδεία περιπολικών για ψυχιατρική εκτίμηση με το ερώτημα αν χρήζουν νοσηλείας και κρίνεται ότι δε συντρέχει τέτοιος λόγος.

Προοδευτικά γύρω από τον Δ. η ιδρυματική λογική ξεδιπλώνει την απόλυτη ισχύ της. Η όποια ευελιξία απαιτείται στη συνάντηση με το λεγόμενο “δύσκολο περιστατικό” εκμηδενίζεται. Οι απαντήσεις δίνονται μηχανικά σχεδόν αυτοματοποιημένα. Το ψυχιατρείο αναγάγεται σε ένα χώρο τεράστιας αντιπαράθεσης. Κάθε συμβάν διαβάζεται μονόδρομα, αποδιδόμενο ευθέως σε ψυχοπαθολογικά μοτίβα άλλοτε του ασθενούς και άλλοτε της οικογένειάς του, η οποία και αυτή με τη σειρά της θα αντιδράσει δημιουργώντας ένα φαύλο κύκλο όπου είναι αδύνατο να διακριθεί μια αρχή, ίσως γιατί απλούστατα δεν υπάρχει. Ο κύκλος της βίας είναι έτοιμος να πυροδοτηθεί ανά πάσα στιγμή. Αρκεί ένα τυχαίο συμβάν, μια ασυνήθης κατάσταση που κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες θα πυροδοτήσει αλυσιδωτές αντιδράσεις. Κι αυτό το τυχαίο συμβάν δεν ήταν άλλο από τη φωτιά που ξέσπασε στο Ψ.Ν.Α. και οδήγησε στο φρικτό θάνατο τριών ανθρώπων από ασφυξία, όλων δεμένων στα κρεβάτια τους, γιατί προφανώς ανήκαν στην κατηγορία των “δύσκολων περιστατικών”.

Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτοί οι τρεις θάνατοι έρχονται να προστεθούν σε μια αλυσίδα θανάτων: έξι θάνατοι νοσηλευομένων στο Δαφνί από τον Ιούνιο του 2014 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2015. Σε μια μόλις χρονιά το ψυχιατρικό κατάστημα «μέτρησε» μια αυτοκτονία, μια ανθρωποκτονία σε βάρος δεμένου ασθενούς από άλλο ασθενή, τον τριπλό θάνατο από την πυρκαγιά, αλλά και έναν θάνατο ασθενούς που αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει, εν συνεχεία το έσκασε και βρέθηκε τελικά νεκρός έξω από το ψυχιατρείο. Τα περιστατικά αυτά σε συνδυασμό «με τις επανειλημμένες καταγγελίες προς την Ειδική Επιτροπή του Υπουργείου Υγείας για παραβίαση των δικαιωμάτων των νοσηλευομένων δικαιούται να υποστηριχθεί ότι το ΨΝΑ ως οργανισμός βρίσκεται σε κρίση», αναφέρει η έκθεση της, σε γενικές γραμμές άχρωμης, Ειδικής Επιτροπής Ελέγχου Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ατόμων με Ψυχικές Διαταραχές.

Προοδευτικά το όλο σκηνικό θυμίζει σύγκρουση, όπου ο καθένας χρησιμοποιεί όσα όπλα έχει διαθέσιμα: εισαγγελικές εντολές, εξώδικα, μηνύσεις και τιμωρητικά μέτρα όλα σε ένα γαϊτανάκι αναζήτησης και απόδοσης ευθυνών. Πιθανότατα ωθούμενη από την κατακραυγή για τους θανάτους η Διοίκηση του νοσοκομείου σπεύδει να πάρει θέση στην αντιπαράθεση που έχει ξεσπάσει ανάμεσα σε γονείς και μέρος του προσωπικού. Τα όποια θεραπευτικά πλάνα προοδευτικά μετασχηματίζονται σε φυλακτικά μέτρα επιτήρησης και περιορισμού. Στον Δ. επιβάλλονται περιοριστικά μέτρα. Χωρίς καμιά προοπτική, χωρίς κανένα πλάνο ο εγκλεισμός του Δ. εντείνεται. Παραμένει επί πάνω από δύο χρόνια σε απομόνωση, χωρίς καμιά δραστηριότητα ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης παρά το γεγονός ότι ο θεράπων ιατρός του θεωρεί την κλινική του κατάσταση του σχετικά σταθεροποιημένη. Αναφορές μιλάνε για απόπειρες αυτοκτονίας και αυτοκαταστροφής.

Ο πατέρας καταγγέλλει: «Τον έχουν σε πλήρη και παρατεταμένη απομόνωση επί 9μηνου περίπου, σε μπουντρούμι ολίγων τετραγωνικών μέτρων, χωρίς παράθυρο, με καγκελωτό φεγγίτη με σήτα, σιδερένια πόρτα με καγκελωτό παραθυράκι ολίγων εκατοστών. Του έχουν στερήσει όλα τα ανθρώπινα δικαιώματα του. Κάποιοι από αυτούς τον εξύβριζαν χυδαιότατα, τον απειλούσαν, τον χτυπούσαν αλύπητα με χέρια και πόδια στο σώμα και το χειρουργημένο κεφάλι του, τον έσερναν στο δάπεδο σαν αρνί σε σφαγείο, τον δέσμευαν στην κλίνη του και στα 4 άκρα. Ο γιος μου μόνος προσπαθούσε απεγνωσμένα αμυνόμενος να διαφύγει για να μην υποστεί τα βασανιστικά μαρτύρια των παρατεταμένων απομονώσεων, πολυήμερων δεσμεύσεων επί κλίνης στα 4 άκρα, σε μια περίπτωση τραυματισμένος στο κεφάλι για 11 συνεχόμενες ημέρες από τον νοσηλευτή Ν.Κ κατόπιν εντολής της Διευθύντριας Ψυχιατρικής Ε.Μ, αφαίρεσης όλων ανθρωπίνων δικαιωμάτων του”.

Προφανώς λοιπόν και δεν παρέχεται κανένα εξατομικευμένο θεραπευτικό πρόγραμμα ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης και η μόνη θεραπεία του είναι φαρμακευτική. Παράλληλα η Διοίκηση προτιμά να παίξει το ρόλο της απαντώντας με εξώδικα προς του γονείς για τη μη τήρηση του επισκεπτηρίου, για τη μη συνεργασία τους κοκ. Αντί να αποτελέσει το θεματοφύλακα των κατοχυρωμένων ανθρωπίνων δικαιωμάτων του Δ. και της λειτουργίας μιας πολυκλαδικής θεραπευτικής ομάδας, με στόχο μια παρέμβαση όχι προς αλλά μαζί με τον άμεσα ενδιαφερόμενο και τους γονείς, προσλαμβάνει ειδικό φυλακτικό προσωπικό (security). Όμως θα επισημάνουμε και πάλι πως κανένα εξατομικευμένο θεραπευτικό πρόγραμμα ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης δεν μπορεί να είναι πλάνο φύλαξης. Αν στο νόημα της φύλαξης εμπεριέχεται επιτήρηση και όχι φροντίδα, νοιάξιμο και άνοιγμα σε μια διεργασία χειραφέτησης, το Ψ.Ν.Α θα παραμμένει ένας όλο και πιο κατασταλτικός οργανισμός. Γιατί θα συμφωνήσουμε ότι υπάρχει ανάγκη φύλαξης: όχι όμως με το νόημα της επιτήρησης και του ελέγχου του Δ. αλλά δια-φύλαξης της ανθρωπιάς και της χειραφετητικής διαδικασίας τόσο για το Δ. όσο και για όλους τους εμπλεκόμενους.

Για άλλη μια φορά όλοι μιλάνε για τον “επικίνδυνο” Δ.. Αγνοώντας τις δεκάδες φωτιές που ανάβουν στο Ψ.Ν.Α. κάθε χρόνο για πολλούς και διαφορετικούς λόγους (πχ από ξεχασμένα τσιγάρα σε στρώματα κρεβατιών), απαλείφοντας κάθε δυνατότητα να διαβαστούν τα πολλαπλά επίπεδα του “τυχαίου συμβάντος”, Σωματείο εργαζομένων, ψυχίατροι και Διοίκηση αναγάγουν για άλλη μια φορά τη συζήτηση στο πρόσωπο του ασθενούς και την “επικινδυνότητα”.

Πώς όμως μπορεί κανείς να μιλήσει για την κρίση, τη δυσκολία, την “ακραία” συμπεριφορά ενός ανθρώπου αν δε μιλήσει παράλληλα για την κρίση, τη δυσκολία και την “ακραία” συμπεριφορά του συστήματος που το εμπεριέχει; Πώς είναι δυνατό να αναπτυχθεί οποιαδήποτε θεραπευτική σχέση όταν η βία κυριαρχεί, η διάχυτη επιθετικότητα μετασχηματίζεται σε μέτρα επιτήρησης κι όταν οι θεράποντες ιατροί ζητούν τον εγκλεισμό των γονέων του ασθενή; Πώς είναι δυνατόν ένα σύστημα να είναι θεραπευτικό όταν δεν μπορεί να ακούσει τη δυσκολία παρά απαντά με θυμό και βία; Πώς μια συμπεριφορά που στο σπίτι ήταν επιθετική και απρόβλεπτη αλλά διαχειρίσιμη καταλήγει επικίνδυνη και τελικά μη διαχειρίσιμη με τον ασθενή να παραμένει για μεγάλο διάστημα δεμένος στο κρεβάτι του; Παίζει ρόλο για αυτή την κατάληξη το ιδρυματικό και φυλακτικό περιβάλλον και η απουσία στοιχειώδους εκπαίδευσης αποκλιμάκωσης των κρίσεων και μη βίαιης επικοινωνίας; Μήπως αν δεν υπήρχε η διάδραση με την οικογένεια ο Δ δεν θα είχε αναχθεί σε «επικίνδυνο», καθώς θα είχαν εφαρμοστεί πάνω του, και δια βίου, οι συνήθεις κατασταλτικές πρακτικές χωρίς κανένας να διαμαρτύρεται και να τις αμφισβητεί;

Ούτε οι ψυχίατροι ούτε το περιβάλλον του μπορεί να θεωρηθούν υπεύθυνοι για την “επικινδυνότητα”. Η μόνη ευθύνη που αναγνωρίζεται είναι αυτή του ασθενούς και της ασθένειας του που δοκιμάζει τα όρια των βιολογικών και κατασταλτικών δυνατοτήτων του συστήματος καθώς η αρρώστια δε τιθασεύεται, δε δαμάζεται και ο άρρωστος δε συνεργάζεται. Βαθμιαία ένα πρόσωπο που μπορούσε να ζει σε μια γειτονιά με τις όποιες ιδιαίτερες ανάγκες και δυσκολίες αντιμετώπιζε, μεταμορφώνεται σε ένα τέρας: «Εγώ προσωπικά τον φοβάμαι και αύριο που εφημερεύω το σκέφτομαι με τρόμο», αναφέρει η Σ.Χ. ψυχίατρος. Κι είναι αυτός ο φόβος που χτίζει προοδευτικά τον ένα τοίχο μετά τον άλλο, που αντικαθιστά την “ευθύνη για” με την “ευθύνη σε».

Γνωρίζουμε ότι το ψυχιατρείο, από καταβολής του τόπος εγκλεισμού και αποσιώπησης, αποτέλεσε και αποτελεί ένα χώρο εκμηδένισης του νοήματος, μια “no man’s land”, ένα χώρο που εξωθήθηκε ο “Άλλος”, ο ξένος, αυτός που αποκλίνει προκειμένου να διαφυλαχτεί η κοινωνική τάξη και ασφάλεια, καθώς οι όποιες θεραπευτικές προεκτάσεις που ενδεχομένως το προσωπικό ενστερνίζεται ή επιδιώκει αλλοιώνονται και εκμηδενίζονται μπροστά στη θεσμικό του χαρακτήρα, που περιλαμβάνει τη δυνατότητα περιχαράκωσης σε κλειστούς χώρους και την εφαρμογή ειδικών καθεστώτων. Για εμάς είναι σαφές πως τα όσα εκτυλίσσονται εντός των τοίχων του ιδρύματος απηχούν τις αντιφάσεις και τα όρια ενός συστήματος που δεν μπορεί να διαγνώσει παρά μόνο ψυχιατρικές ετικέτες , διερευνώντας και παράλληλα κατασκευάζοντας “επικίνδυνους” ασθενείς καθώς η θεραπευτική συνάντηση είναι αδύνατο να επιτευχθεί αν δεν αρθούν τα δεσμά που δένουν εργαζόμενους και κυρίως ασθενείς (τους τελευταίους και με μηχανικά δεσμά) σε μια λογική “τεχνικής βίας”. Φαίνεται όμως πως κατασκευάζοντας «επικίνδυνους ασθενείς» κατασκευάζεται και ο χώρος για τη δημιουργία νέων κατασταλτικών θεσμών, ειδικών χώρων αποκλεισμού και επιτήρησης, θεσμών που στο πνεύμα της εποχής συγκροτούν απαντήσεις ελέγχου και όχι ελευθερίας, εγκλεισμού και όχι χειραφέτησης. Αν θέλουμε να μιλάμε για θεραπεία δεν μπορούμε να μιλάμε παρά για ελευθερία που θα προασπίζει τα δικαιώματα κάθε ανθρώπου που έχει βρεθεί σε ψυχική δυσφορία, δηλαδή εν δυνάμει του καθενός από εμάς.

.

 

25/10/2017

.

ΔΙΚΤΥΟ ‘Ψ’  ΓΙΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

Παρέμβαση για τα Δικαιώματα στην Ψυχική Υγεία

.

.

.

.

.