Παρουσίαση βιβλίου: “Δημόσιο Ψυχιατρείο Αθηνών-Το Δαφνί ..μια φανταστική πολιτεία” του Κώστα Φιλανδριανού -Μέρος ΙΙ

.

ΨΝΑ-Θάλαμος

.

*Το Μέρος Ι μπορείτε να το διαβάσετε εδώ. Στα αποσπάσματα διατηρείται η ορθογραφία και γραμματική σύνταξη του πρωτότυπου κειμένου.

.

Συνεχίζοντας ο Φιλανδριανός, αναφέρεται στα χρόνια της ακμής και παρακμής του Δαφνιού. Στην προπολεμική περίοδο δηλαδή και στα χρόνια που ακολούθησαν:

.

«Κι ενώ το Δαφνί έκανε την πορεία του στον ανηφορικό δρόμο προς την ολοκλήρωση του, με τόσες προσπάθειες και δυσκολίες, η συνύπαρξη της Αγίας Ελεούσας συνεχιζόταν, με τη διαφορά πως το πρώτο μεν ανέβαινε συνεχώς, η δεύτερη δε όλο και παραμεριζόταν κι’ έφθινε (…) Η κίνηση και ο αριθμός των αρρώστων μεγάλωναν στο Δαφνί, ενώ η Αγία Ελεούσα χρησίμευε για το παθητικό υλικό των ακαθάρτων, χρονίων και ανιάτων (…) 

Ως προς την καθαυτού Ψυχιατρική Θεραπευτική, εφαρμοζόταν ακόμη συμπτωματική κυρίως αγωγή και ακολουθούνταν οι γνωστές και σε χρήση τότε θεραπευτικές μέθοδοι. Το Ψυχιατρείο ήταν από τα πρώτα Ιδρύματα στην Ελλάδα που υιοθέτησε κι’ εφάρμοσε σ’ ευρύτερη κλίμακα από το 1936, τη Σπασμοθεραπεία με ενδοφλέβια ένεση Cardiazolη οποία λίγο πριν είχε επινοηθεί από τον VON MEDUNA της Βιέννης. Αργότερα, από το 1938 περίπου, ίσως και νωρίτερα, άρχισε να εφαρμόζεται, πρωτοπορειακά επίσης και η άλλη νέα θεραπεία με Ινσουλινικά κώματα, που σύντομα πήρε έκταση κι οργανώθηκε με τέλειο τρόπο, ώστε να εκτελήται lege artis και ν’ αποτελέση πρότυπο. Ιδιαίτερη σημασία είχε δοθή στην τήρηση και κανονική ενημέρωση των φύλλων νοσηλείας».

.

Πέρα απ’ την προσπάθεια που γινόταν σ’ επιστημονικό επίπεδο να εκσυγχρονιστεί το Ψυχιατρείο, όλες λίγο-πολύ οι υπηρεσίες εξελίσσονταν. Εκτενώς και δικαίως αναφέρεται ο συγγραφέας στις προσπάθειες του γεωπόνου Ε. Σαχινίδη και μας μεταφέρει μοναδικές εικόνες:

.

Ολόκληρο το Κτήμα φυτεύθηκε (από την Γεωπονική υπηρεσία με επικεφαλής τότε τον Ευθύμιο Σαχινίδη) και καλύφθηκε από εκλεκτές ράτσες οπωροφόρων, (μηλιές, ροδακινιές, κυδωνιές, βερυκοκκιές, αχλαδιές, βυσσινιές, κερασιές κ.α.), που με συνεχή επίβλεψη και περιποίηση πρόκοψαν πολύ γρήγορα. Προστατεύτηκαν με συρματόπλεκτη περίφραξη γύρω στο κτήμα και σε λίγα χρόνια δημιουργήθηκε εκεί ένα περίφημο άλσος, όλο αρώματα κι’ ομορφιά. Δυστυχώς, σε μια μεγάλη πυρκαϊά, το καλοκαίρι του 1942, καταστράφηκε ολότελα(…) Στα βορειοανατολικά του κτήματος, ψηλά προς το βουνό, διαμορφώθηκαν τέλειες εγκαταστάσεις χοιροστασίου, που πλουτίστηκαν με διαλεχτές ράτσες χοίρων. Αγοράστηκαν επίσης αγελάδες για τον ίδιο σκοπό. Η φροντίδα των ζώων γινόταν από κτηνοτρόφους αρρώστους, κάτω από την επίβλεψη και καθοδήγηση του Γεωπόνου. Η δουλειά αυτή πρόκοψε και για ένα σημαντικό διάστημα γινόταν τακτικά συσσίτια με κρέας από την παραγωγή μας (κυρίως χοιρινό). Αυτά όλα εξαφανίστηκαν κατά τον Πόλεμο και την Κατοχή”.

.

Προσλήφθηκε επιπλέον προσωπικό, άρχισαν οι εφημερίες, ξεκίνησε να συνεδριάζει το Επιστημονικό Συμβούλιο άρχισε να λειτουργεί μικροβιολογικό εργαστήριο, οδοντιατρείο, φαρμακείο, βελτιώθηκαν οι συνθήκες διαβίωσης χάρη στις υπηρεσίες Ύδρευσης και Ηλεκτροφωτισμού, το παλιό χειροκίνητο τηλέφωνο αντικαταστάθηκε με αυτόματο, ανακαινίστηκαν τα μαγειρεία, κτίστηκε Εκκλησία, λειτουργούσε ραφείο, ολοκληρώθηκαν νέες κτηριακές εγκαταστάσεις (μόνιμα περίπτερα), βελτιώθηκε η σίτιση, δόθηκε προσοχή στον ιματισμό των νοσηλευομένων κ.ο.κ. Υπήρχαν ωστόσο κι άλλα πράγματα που έπρεπε να διευθετηθούν:

.

«Και σήμανε η μεγάλη ώρα. Στις 21-2-34 δημοσιεύτηκε ο Νόμος 6077  “Περί οργανώσεως Δημοσίων Ψυχιατρείων”. Ο Νόμος αυτός αποτέλεσε σταθμό κι εγκαινίασε μια νέα περίοδο στην περαιτέρω ανάπτυξη και εξέλιξη του Δημοσίου Ψυχιατρείου Αθηνών (…)

.

ΨΝΑ-σιδηρουργείο

.

Δημιούργησε όμως και ανατροπές που δυσχέραναν το έργο του Δαφνιού:

.

«Ήταν νωρίς το 1936, (δεν θυμάμαι ακριβώς το μήνα), χειμώνας ακόμα, με κακοκαιρία και βροχές, όταν, όλως ξαφνικά κι’ απρόσμενα πήραμε μια μέρα επείγουσα διαταγή, που έλεγε ότι “το Παράρτημα Αγίας Ελεούσας” διαλύεται και ότι πρέπει αμέσως να γίνη μεταφορά των αρρώστων, του προσωπικού και όλου του υλικού στο Δαφνί (…) Αμέσως την επόμενη της διαταγής, φορτηγά, καμιόνια και άλλα μεταφορικά, άρχισαν να φορτώνουν και μέσα σε λίγα 24ωρα, οι άρρωστοι, (περί τους 200-250), το προσωπικό, ο εξοπλισμός, τα πάντα, μεταφέρθηκαν στο Δαφνί. (…) Εκ των ενόντων και σε ρεκόρ χρόνου, με παληοσανίδες, ξύλα, λαμαρίνες κι’ ο,τι άλλο πρόχειρο υλικό, κατασκευάστηκαν μερικά ισόγεια, άθλια παραπήγματα, που τοποθετήθηκαν στο χώρο του περιβόλου (…) Στα παραπήγματα αυτά βολεύτηκε όπως-όπως το μεγαλύτερο μέρος των αρρώστων που διακομίστηκαν, ενώ ένας μικρότερος αριθμός στριμώχτηκε, όσο γινόταν, εδώ κι’ εκεί, στις υπάρχουσες εγκαταστάσεις, σε διαδρόμους κι όπου ήταν δυνατό να βρεθή θέση..”

.

Μέχρι να επανέλθει πάλι το Δαφνί στην κανονική του λειτουργία πέρασε καιρός (πάνω-κάτω ένα χρόνο, ίσως και περισσότερο λειτουργούσαν αυτά τα παραπήγματα, μέχρι να δημιουργηθούν άλλοι μόνιμοι χώροι) κι ο συγγραφέας χαρακτηρίζει ως “πισωγύρισμα” και “ζημιά” αυτές τις αλλαγές που προέκυψαν απ’ την αιφνίδια διάλυση της Αγίας Ελεούσας. Το Δημόσιο Ψυχιατρείο Αθηνών πολλές φορές υπέστη τέτοια πισωγυρίσματα και εκεί που διαφαινόταν ότι όλες οι εκκρεμότητες τακτοποιούνται, νέα προβλήματα έρχονταν να προστεθούν.

.

«Η κατάκριση ωστόσο είναι εύκολη” όπως σωστά επισημαίνει ο Φιλανδριανός “Το δύσκολο είναι η κατανόηση, η αντικειμενικότητα και η δίκαιη κρίση. Όταν λείπουν τα τελευταία μπορεί να παρασυρθή κανείς και να υιοθετήσει χαρακτηρισμούς και ονομασίες, σαν αυτούς που συχνά ακούμε: “Αίσχος!” κτλ. Επί του προκειμένου, δεν παραγνωρίζονται η υστέρηση, τα παντοειδή ελαττώματα και τα σφάλματα του παρελθόντος, ούτε, (κατά μείζονα λόγο), χειροκροτούνται οι αθλιότητες του. Υποστηρίζεται μόνο, πως θα ήταν σωστό να γίνεται θεώρηση τους μ’ ένα δίκαιο μέτρο κρίσεως και προ παντός χωρίς προκαταληψη”.

.

Οπωσδήποτε όμως, γράφει, υπάρχει και το κομμάτι της προσφοράς του Ιδρύματος στο κοινωνικό σύνολο:

.

Παραμερίζοντας την περίοδο του Άσυλου και κρίνοντας μόνο τη δεκαετία που λειτούργησε σαν Νοσηλευτικό, θα διαπιστώσωμε πως η συμβολή του στην αντιμετώπιση του ψυχιατρικού προβλήματος ήτανε μεγάλη και ότι τούτο στάθηκε πραγματικό καταφύγιο της δυστυχίας για ένα μεγάλο μέρος του Κοινωνικού συνόλου, τις δεινοπαθούσες δηλ. λαϊκές τάξεις. Μπορούμε να πούμε πως υποχρεώθηκε να πάρη απάνω του το μεγαλύτερο ποσοστό από την Ψυχιατρική κίνηση της χώρας κι’ αυτό δεν ήταν λίγο (…) Μα κι αν παρουσίασε αδυναμίες κι’ αν είχε ελλείψεις και ατέλειες, δεν ήταν από δικό του φταίξιμο, αλλά απ΄τις τόσο δυσμενείς προϋποθέσεις και προπαντός από τη συνεχή πίεση Πολιτείας και Κοινού, που το ανάγκαζαν να επωμίζεται βάρη πολύ μεγαλύτερα από όσα θα μπορούσε να σηκώση (όλο και περισσότεροι άρρωστοι, όλο και λιγότερα μέσα), έτσι που δεν του ‘μεναν ποτέ περιθώρια να μεριμνήση για το καθαυτό έργο του, για την πλήρωση δηλ. των κενών, την οργάνωση και τη βελτίωση του επιπέδου του”.

.

ΨΝΑ-γενική άποψη.

Με τον Πόλεμο άρχισε η παρακμή και η πτώση του Ψυχιατρείου. Αρχικά όλοι, όπως κι ο γενικός πληθυσμός, βρέθηκαν αντιμέτωποι με το φάσμα της Πείνας. Το συσσίτιο ήταν ίδιο για τους πάσχοντες και το προσωπικό: “Το πρωί ένα τσάι του βουνού, ή κάποιο άλλο χορταρικό με λίγη ζαχαρίνη, (μεγάλη υπόθεση ήταν κάπου-κάπου ένας ρεβυθοκαφές), το μεσημέρι τα συνηθισμένα τότε λαχανικά, ή όσπρια, μαγειρεμένα με… μηχανόλαδο, (εμείς το λέγαμε γράσο), το βράδυ κάτι ανάλογο, ένα κατασκεύασμα της εποχής, ή και… τίποτα”.

.

Παράλληλα όλοι είχαν να παλέψουν και με το κρύο: “Όταν δε με τον πρώιμο χειμώνα του 1941-42 ήρθαν το μεγάλο κρύο κι’ οι παγωνιές, (θέρμανση ούτε για ιδέα, ρουχισμός και μέσα με το χρόνο ελλιπέστερα), τα πράγματα πήραν δραματική μορφή. Το μεγαλύτερο μέρος των νοσηλευομένων παρουσίασε “οιδήματα της πείνας” κι’ οι θάνατοι ακολούθησαν κατά μάζες. Άνοιγαν το πρωί οι θάλαμοι και βρίσκονταν πολλοί άρρωστοι πεθαμένοι και ξυλιασμένοι στα κρεβάτια τους ή στο δάπεδο. Η μεταφορά πτωμάτων στο Νεκροτομείο δεν σταματούσε όλο το 24ωρο κι’ επειδή ο χώρος του ήταν ανεπαρκής, τα τοποθετούσαν εκεί κατά στιβάδες, όπως τις σαρδέλες, το ένα πάνω στο άλλο (…) Το χειμώνα εκείνο 1941-42 αποδεκατίστηκαν πολλοί άρρωστοι. Παρά το γεγονός ότι δεν είχαν ελαττωθεί οι είσοδοι (…) ο αριθμός των νοσηλευομένων συνεχώς έπεφτε και από 2000 περίπου που ήταν μέχρι τότε, έφτασε σε λίγους μήνες στους μισούς και λιγότερους. Πείνα και κρύο θέριζαν. Όσοι άρρωστοι κρατιόταν κάπως, είχαν αφηνιάσει (…) Οι αποδράσεις ήταν πολύ συνηθισμένες”.

.

Το Προσωπικό απ’ την πλευρά του είχε άλλα προβλήματα. Καθώς δεν υπήρχαν συγκοινωνίες, οι εργαζόμενοι πήγαιναν στο Δαφνί με τα πόδια και καταλαβαίνει κανείς πόσο τους εξουθένωνε αυτό, τα κτήρια του ψυχιατρείου ρήμαζαν και συνεχώς έπρεπε ν’ αντιμετωπίζουν καταστροφές κι ελλείψεις και κυρίως είχαν αρχίσει οι διώξεις και οι συλλήψεις από τις Αρχές Κατοχής που φυσικά έκαναν ελέγχους παντού.

.

Παρ’ όλα αυτά και την περίοδο του Πολέμου, παρά τις τραγικές συνθήκες που βίωναν τότε οι νοσηλευόμενοι εκεί και το προσωπικό, έκρυψαν και ανθρώπους που κινδύνευαν: “Δεν θα ήταν σωστό να παραλειφθή η συνδρομή του Νοσοκομείου στους διωκόμενους πατριώτες, πολλοί από τους οποίους βρήκαν εκεί άσυλο, αποκρύφτηκαν και προστατεύτηκαν με σοβαρότατο κίνδυνο. Θυμάμαι αόριστα τους Εβραίους.. Μπαρού και Δαυίδ.. (δεν είναι σίγουρο ότι αυτά ήταν τα πραγματικά ονόματα τους), καθώς και κάποιους άλλους, που ήταν διωκόμενοι και πέρασαν εκεί πολύ χρόνο καμουφλαρισμένοι σε αρρώστους..”

.

Ο συγγραφέας πάντως δεν προσπαθεί να εξωραΐσει την κατάσταση, αλλά να διατηρήσει ίσες αποστάσεις και να αποδώσει τα του Καίσαρος τω Καίσαρι, αναφορικά με όσα έλαβαν χώρα στο πολύπαθο ψυχιατρείο:

.

Το Προσωπικό στην ολότητά του κατέβαλε φιλότιμες προσπάθειες, είχε καρτερικότητα, ακόμα και αυταπάρνηση έδειξε σε μεγάλο μέρος του. Για τούτο, έγινε δυνατό να διατηρηθούν σε λειτουργία οι Υπηρεσίες του νοσοκομείου και να συνεχιστούν χωρίς διακοπή η παρακολούθηση και η νοσηλεία των αρρώστων, με πολλήν ατέλεια βέβαια και στο όριο του εφικτού κάτω από τέτοιες συνθήκες. Όμως έρχεται κάποια στιγμή που ο άνθρωπος αποκάνει και η αντοχή του κάμπτεται. Περισσότερο, που ο καθένας είχε τότε και το δικό του, προσωπικό ή οικογενειακό δράμα. Έτσι, πολλοί έφυγαν σ’ αναζήτηση τρόπου και μέσων βιοπορισμού, άλλοι παράτησαν τον αγώνα, έπεσαν στη μοιρολατρεία κι’ έγιναν αδιάφοροι κι’ άλλοι αναμίχτηκαν σε διαφόρων ειδών ενέργειες και καταστάσεις. Ίσως υπήρξαν και μερικοί, (δεν είχα προσωπικές διαπιστώσεις, αλλ’ αναφέρθηκαν), που στην αποκορύφωση του κακού και κάτω απ’ την άγρια πίεση του ενστίκτου, κύτταξαν να επιβιώσουν σε βάρος των αρρώστων και καταχράστηκαν (όταν μπόρεσαν), μέρος από το ελάχιστο εκείνο, που δινόταν για συντήρησή τους. Η απόγνωση δεν ξέρει ηθικούς φραγμούς κι’ εκεί έπαψε πια να υπάρχη νόμος. Ο σώζων εαυτόν.. Τόση σύγχυση βασίλευε άλλως τε, που ώρες ώρες ήταν ν’ αναρωτιέται κανείς; Υπήρχε το Προσωπικό για τη φροντίδα των αρρώστων, ή οι άρρωστοι αποτελούσαν το πρόσχημα για να διατηρηθή στη ζωή το Προσωπικό;”

.

Από τα μέσα του 1942 και με την κατακραυγή της Παγκόσμιας Κοινής γνώμης για το Ελληνικό Δράμα, την παρέμβαση του Ερυθρού Σταυρού κτλ, η κατάσταση άρχισε να βελτιώνεται ιδίως στον επισιτιστικό τομέα. Ο κόσμος μπορούσε τουλάχιστον τώρα να επιζήσει παρά τα τεράστια προβλήματα και τις ελλείψεις κι έτσι σιγά-σιγά άρχισε να αποκαθίσταται η ομαλότητα και στο ψυχιατρείο: λιγόστεψαν οι θάνατοι, οι υπηρεσίες βρήκαν τον ρυθμό τους κτλ. Η καλυτέρευση συνεχίστηκε το 1943, μετά την πτώση της κυβέρνησης Λογοθετόπουλου και τότε αρκετοί απ’ το προσωπικό επέστρεψαν στις θέσεις τους και ήρθαν και νέοι υπάλληλοι. Λίγο πριν την Απελευθέρωση:  «ο Γερμανός επικεφαλής της ομάδας που κατείχε το Ταστσόγλειο, θέλησε να εκβιάση το Μαρουλίδη (τον τότε Διοικητικό Διευθυντή), ζητώντας του ένα ποσόν, (δε θυμάμαι 100 ή 200 χρυσές λίρες), με απειλή πως αν δεν το ‘παιρνε, θα τίναζε στον αέρα το κτίριο…» Το ποσό αυτό δεν μπορούσε φυσικά να συγκεντρωθεί και να δοθεί κι ευτυχώς το μόνο που έγινε ήταν μιαν απόπειρα ανατινάξεως στο ένα από τα κτήρια των Σανατορίων που ήταν κενό, γιατί δεν είχε ολοκληρωθεί η κατάσκευή του. Πέρα απ’ τις υλικές ζημιές που έγιναν εκεί, δεν κινδύνεψε κανείς. Και σύντομα,  ήρθε η μέρα της Απελευθέρωσης που όλοι περίμεναν…

.

.

.

(συνεχίζεται εδώ)

.

.

.

.

.

.

 

Παρουσίαση βιβλίου: «Δημόσιο Ψυχιατρείο Αθηνών-Το Δαφνί ..μια φανταστική πολιτεία» του Κώστα Φιλανδριανού -Μέρος Ι

.

Δημόσιο Ψυχιατρείο Αθηνών-Κ. Φιλανδριανός

.

Επειδή τους τελευταίους μήνες συζητείται πολύ το ενδεχόμενο κλεισίματος του ΨΝΑ, σκέφτηκα πως έχει νόημα μεταξύ άλλων, ν’ ανατρέξουμε και στην ιστορία του πολυπαθούς ψυχιατρείου, έτσι όπως καταγράφηκε από έναν απ’ τους ψυχιάτρους που δούλεψαν εκεί, δηλαδή τον αείμνηστο συγγραφέα του περί ο λόγος βιβλίου και τέως διευθυντή του ιδρύματος, Κώστα Φιλανδριανό.

Στην εισαγωγή του αναφέρει τις δυσκολίες του συνάντησε στη συγγραφή του βιβλίου: τις αλλεπάλληλες ιστορικές μεταβολές (Πόλεμοι, Κατοχή, Εμφύλιος κτλ) που είχαν ως συνέπεια να χαθούν και να καταστραφούν πολύτιμα αρχεία, το θάνατο των περισσοτέρων απ΄ τους ανθρώπους που έζησαν και δούλεψαν στα πρώτα άσυλα και τις θολές, ασαφείς και μερικές φορές αντικρουόμενες αναμνήσεις όσων επέζησαν.

«Στερημένος έτσι από επίσημο κι εγγυημένο υλικό, ξεκίνησα την προσπάθεια με βασικό εφόδιο τις προσωπικές αναμνήσεις μου, που τις συμπλήρωσα με μερικά διάσπαρτα στοιχεία από το αρχείο μου» γράφει «καθώς και με όσα μπόρεσα να συγκεντρώσω, ανασκαλεύοντας τις μνήμες και διασταυρώνοντας τις πληροφορίες, κατά τις μακρές συζητήσεις μου με πρόσωπα, που είχαν κατά καιρούς μικρή ή μεγαλύτερη συμμετοχή στα διάφορα γεγονότα» συνεχίζει.

«Ύστερα απ’ αυτά, είναι περιττό νομίζω να επισημάνω ότι η παρούσα ιστόρηση δεν διεκδικεί το αλάθητο κι ότι είναι αυτονόητο πως μπορεί να βρεθούν σ’ αυτή σημεία, στα οποία δεν εξασφαλίζεται η απόλυτη ακρίβεια» επισημαίνει και διευκρινίζει τους λόγους που τον οδήγησαν στη συγγραφή του βιβλίου:

«Συγκεκριμένα: α) Είδα πως η Ιστορία του Δ.Ψ. Α. έχει αξία, γιατί είναι συνυφασμένη, θα έλεγε κανείς ταυτόσημη, με την εξέλιξη της Ψυχιατρικής στη χώρα μας κι εκφράζει σε μεγάλο βαθμό την πορεία της.. β)Τη θεώρησα χρήσιμη, σαν απόδειξη του πως στάθηκε το Ίδρυμα και για ποια υπήρξε η προσφορά του, στην Ελληνική Κοινωνία κατά κύριο λόγο, αλλά και στην Ψυχιατρική Επιστήμη γ) Την έκρινα απαραίτητη γιατί ίσως μπορέση να συμβάλη σε διαφώτιση και κατατοπισμό και να συντελέσει στο να σβύσουν η προκατάληψη, η αμφισβήτηση και οι άδικες αντιλήψεις, που εξακολουθούν να υπάρχουν, ως προς τη σημερινή του θέση, τη λειτουργία και την απόδοση του δ) Πίστεψα τέλος στη σκοπιμότητα της, με την ελπίδα ότι θ’ αποτελέση την αφορμή για ν’ αναθεωρηθούν οι σφαλερές θέσεις σ’ ότι αφορά τον προορισμό του και να θεμελιωθούν νέες αρχές για τη μελλοντική αποστολή του«.

Σαφώς ήθελε και να διασώσει όσα στοιχεία είχε βρει, όσα θυμόταν, για την περίπτωση που κάποιος στο μέλλον αποφάσιζε να κάνει μια πιο εμπεριστατωμένη έρευνα για το θέμα. Έτσι κάνει και μια αναλυτική περιγραφή του τι είχε προηγηθεί πριν την ίδρυση του Δημοσίου Ψυχιατρείου Αθηνών στο Δαφνί, αναφέρεται στο Άσυλο της οδού Κυδαθηναίων, σ’ αυτό του Μοσχάτου αλλά και στο μεταγενέστερο της Αγίας Ελεούσας  που ‘περιέθαλψαν’ ψυχικά πάσχοντες αν και κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε επί της ουσίας. Απλώς οι ψυχικά πάσχοντες εγκλείονταν, περιορίζονταν και απομονώνονταν μαζί με άλλα άτομα που θεωρούνταν κοινωνικώς επικίνδυνα και η Αστυνομία είχε τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο για την ‘φροντίδα’ τους, για αρκετά χρόνια.

Τα πράγματα άρχισαν ν’ αλλάζουν περίπου γύρω στο 1924 όταν διορίστηκε κι ανέλαβε αμέσως υπηρεσία ο διακεκριμένος Νευρολόγος-Ψυχίατρος από τη Σμύρνη, Ισαάκ Ταστσόγλου, με πρωτοβουλία του Φωκίων Κοπανάρη, που είχε τοποθετηθεί στη θέση του Γενικού διευθυντή Υγιεινής του Υπουργείου Πρόνοιας. Ο Κοπανάρης, συγκρότησε επίσης το πρώτο Διοικητικό Συμβούλιο του Ιδρύματος και ονόμασε το Ίδρυμα «Δημόσιον Ψυχιατρείον Αγίας Ελεούσης«.

Παρά τις βελτιώσεις και τις προσπάθειες των εμπλεκομένων, η κατάσταση στο ψυχιατρείο αυτό έφτασε στο απροχώρητο, αφού με τις συνεχόμενες νέες εισαγωγές έφτασαν να διαμένουν εκεί σε άθλιες συνθήκες, πάνω από 500 πάσχοντες ενώ όπως εξηγεί ο Φιλανδριανός το οίκημα στις καλύτερες των περιπτώσεων θα μπορούσε να στεγάσει «το πολύ 60 άτομα-βία να πήγαιναν στα 65-70«.

Τότε «ήρθε σαν από ύψους βοήθεια η απαλλοτρίωση από το Κράτος στο Δαφνί, ενός κτήματος, που ανήκε στην υπηρεσία της Αεράμυνας και ακούστηκε μ’ ανακούφιση ότι τούτο παραχωρήθηκε για να ιδρυθή και να εγκατασταθή εκεί οριστικά το Δημόσιο Ψυχιατρείο«. Το 1925 έγινε απαλλοτρίωση και παραχώρηση αρχικά, 70 περίπου στρεμμάτων και το 1926 άρχισε μια υποτυπώδης προετοιμασία για τη διαμόρφωση του χώρου (περίφραξη, μεταφορά λυόμενων παραπηγμάτων κ.α.)

«Ήταν νωρίς το καλοκαίρι του 1928 που (…) στάλθηκαν στο Δαφνί μ’ επείγουσα εντολή, ο Αρχινοσοκόμος Γιάννης Συνοδινός με 2-3 νοσοκόμες και περί τους 50 διαλεγμένους αρρώστους σαν εργάτες, για να προετοιμάσουν το έδαφος. Αυτοί και λίγοι απαραίτητοι ειδικοί και τεχνίτες (…) δούλεψαν εντατικά και σκληρά για να δημιουργήσουν το συντομότερο τις βάσεις μιας πρόχειρης εγκατάστασης αρχίζοντας απ’ το μηδέν«.

.

ΨΝΑ-1928.

Χάρη σε κείνους καθαρίστηκαν και βάφτηκαν τα 5 λυόμενα (παράγκες) που υπήρχαν, διορθώθηκαν οι ελλείψεις τους, κατασκευάστηκαν τα έπιπλα (κρεβάτια, καρέκλες, τραπέζια κτλ), μεταφέρθηκε ο ατομικός ιματισμός, το υγειονομικό υλικό κτλ. Η περιοχή ήταν αραιοκατοικημένη, νερό κουβαλούσαν με κουβάδες αρχικά από κάποιο πηγάδι της περιοχής, ηλεκτρικό ρεύμα και θέρμανση δεν υπήρχαν, το φαγητό των πρώτο καιρό το έστελναν μέσα σε χύτρες απ’ την Αγία Ελεούσα, το προσωπικό διέμενε διασκορπισμένο κι όπου υπήρχε ελάχιστος διαθέσιμος χώρος και οι μεταφορές γινόταν με μια σούστα και δυο άλογα (αργότερα τους δόθηκε κι ένα σαραβαλιασμένο αμαξάκι τύπου Βικτώριας).

Το διαφορετικό στοιχείο όμως, είναι πως τώρα οι πάσχοντες μπορούσαν να κυκλοφορούν ελεύθερα στον περίβολο και το τι σήμαινε αυτό μπορούμε λίγο-πολύ να το καταλάβουμε όλοι. Ο Φιλανδριανός πάντως με την περιγραφή του που αξίζει να σας παραθέσω, μας μεταφέρει σε κείνες τις στιγμές κι είναι σαν να βλέπουμε κι εμείς με τα δικά του μάτια σκηνές άλλων εποχών:

«Σχετικά με την ατμόσφαιρα μέσα στο χώρο εκείνο, δεν αντέχω στον πειρασμό και θ’ αναφερθώ σε μιαν εντύπωση ή μάλλον εικόνα, που έχει μείνει ανεξάλειπτη στη μνήμη μου, από μια-δυό επισκέψεις, που έτυχε να κάμω στον περί ου ο λόγος περίβολο, κάπου γύρω στο 1932 με 33. Το θέαμα συνοδευόμενο και από …αφθονία ακουσμάτων, ήταν ομολογουμένως απίθανο κι’ είχε στην όλη έκφραση του κάτι το φανταστικό. Κάτι που θύμιζε πολύ την Αυλή των Θαυμάτων του Βίκτωρος Ουγκώ. Κι ήταν πραγματικά μια Αυλή των Θαυμάτων ο περίβολος εκείνος…

Ένας κόσμος παράξενος, παρδαλός, ανακατωμένος κι’ ετερόκλιτος στην ομοιομορφία του σαν σύνολο. Ένας κόσμος που στο μεγαλύτερο μέρος του πήγαινε κι ερχόταν σε μιαν αέναη κίνηση χωρίς έννοια, ή εκδηλωνόταν με τους πιο περίεργους κι απροσδόκητους τρόπους, ενώ σ’ ένα μικρότερο ποσοστό του παρέμενε αδρανής και αδιάφορος προς ό,τι γινόταν γύρω του θωρώντας τα πάντα από μια σκοπιά ειρωνίας και χλευασμού κι άλλοτε τελείως ξένος και μετουσιωμένος σ’ άλλες σφαίρες.

Άλλος κεραυνοβολούσε το σύμπαν με πύρινα θρησκευτικά κηρύγματα και καλούσε σε μετάνοια, -άλλος με μεγαλόπνοους πολιτικούς λόγους παρουσίαζε το πρόγραμμα του, – άλλος διαφήμιζε τις ιδέες του, -άλλος διαλαλούσε τη δύναμη και τις υπερφυσικές ικανότητες του, -άλλος χόρευε κι άλλος τραγουδούσε, -ενώ αρκετοί έδειχναν σκεπτικισμό, έβλεπταν σκωπτικά και μυκτήριζαν. Δεν ήταν σπάνιο να ιδή κανείς και μερικούς να κλαίνε. Άγιοι και άγιες, βασιληάδες και βασίλισσες, πρόεδροι και κυβερνήτες, αριστοκράτες και τιτλούχοι όλων των ειδών, προφήτες, στρατηγοί και ναύαρχοι, εφευρέτες και μυστηριώδεις κατάσκοποι, καλλιτέχνες, ταχυδακτυλουργοί, ακκιζόμενες Πομπαντούρ και κυρίες των τιμών, συναγωνίζονταν σ’ επίδειξη υπεροχής και διεκδικούσαν την απόσπαση της γενικής προσοχής.

Άλλοι κι’ άλλες περιποιημένοι κάπως και καλοστεκούμενοι, άλλοι ατημέλητοι και κουρελήδες, άλλοι κι’ άλλες με στέμματα κάθε λογής, με λοφία, με κορδέλες ποικιλόχρωμες, με χάντρες και στολίδια και παράσημα (όλα τα είδη από τενεκέδες και χρυσόχαρτα ήταν σε χρήση), άλλοι με σπάθες,(ξύλινες), με περικεφαλαίες και διάσημα, με τρικαντώ, (χάρτινα) κι άλλοι τέλος μ’ εκπληκτικής εφευρετικότητας διακοσμήσεις, έδιναν το παρών στην τραγελαφική αυτή ομήγυρη κι’ απάρτιζαν ένα σύνολο, που δημιουργούσε την αίσθηση του απόκοσμου. Πάρα πολλοί απ’ αυτούς, περίφημοι «τύποι» της εποχής, φημισμένοι ανά το Πανελλήνιο, (ο Γιάννης ο Θεός, -ο Ηλίας της Επιμελείας, -ο Δελαπατρίδης, -ο Βδελόπουλος, – Ο Ανδρέας ο Ουρανοβάμων, – η Βασίλισσα του Σαββά, – Ο Θανάσης ο Απλός, – ο Μικρό Μεγάλο Παστρεύει, -ο Γιάννης το Υπερντρέτνωτ, – ο Δαίδαλος κλπ, ελάχιστο δείγμα μιας ατέλειωτης σειράς), καθένας με τη χάρι του και τα …καμώματα του, συμπλήρωναν την εκτός τόπου και χρόνου αίσθηση, με την οποία ζούσε το αλλόκοτο εκείνο πλήθος… Πόσοι ανεπανάληπτοι «τύποι»… (Αλήθεια τι έγιναν τώρα οι «τύποι»;) Σήμερα δεν βλέπομε τέτοια πράγματα. Ο οδοστρωτήρας των ψυχοφαρμάκων ισοπέδωσε τις ψυχικές αρρώστιες, εξαφάνισε τις πηγαίες συμπτωματολογίες, μετέτρεψε τους αρρώστους σε απλά ομοιόμορφα νούμερα..»

.

.

.

(Συνεχίζεται εδώ. Στα αποσπάσματα διατηρείται η ορθογραφία και γραμματική σύνταξη του πρωτότυπου κειμένου) .

.

.

.

.