ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ‘Ψ’: «ΝΑ ΜΠΕΙ ΤΕΡΜΑ ΣΤΙΣ ΜΕΤΑΓΩΓΕΣ ΜΕ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΕΣ ΚΛΟΥΒΕΣ ΤΩΝ «ΑΣΘΕΝΩΝ ΤΟΥ ΑΡ. 69 ΠΚ» – ΕΙΝΑΙ ΘΕΡΑΠΕΥΟΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΟΧΙ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΙ»

Με αφορμή τις καταγγελίες που έγιναν για την ψυχολογικά κακοποιητική αντιμετώπιση και την ταλαιπωρία που υπέστησαν ασθενής του αρ. 69 (δηλαδή, «αδικοπραγούντος ατόμου που απαλλάσσεται της ποινής λόγω ψυχικής διαταραχής»), που μεταφερόταν με την «κλούβα των μεταγωγών» από το ΨΝΑ στο δικαστήριο για εκδίκαση της υπόθεσής του και η γιατρός που υποχρεωτικά τον συνόδευε, θα θέλαμε, ως Πρωτοβουλία ‘Ψ’, να επισημάνουμε μερικά πράγματα.

Για τους ασθενείς του αρ. 69 ΠΚ, αυτές οι μεταφορές από το ψυχιατρείο στο δικαστήριο με την «κλούβα του μεταγωγών» δεν είναι κάτι καινούργιο. Ανέκαθεν έτσι γινόταν. Την ημέρα που θα εκδικαζόταν η υπόθεσή του για άρση (ή και ανανέωση) του μέτρου θα πέρναγε, στις 7 πμ, η κλούβα να τον πάρει (με χειροπέδες) , κάνοντας το γύρο από τα όποια καταστήματα κράτησης για να στοιβάξει όλους όσων η υπόθεση θα εκδικάζονταν εκείνη την ημέρα και έπρεπε να είναι στην «Ευελπίδων». Μόλις έφταναν εκεί, θα μεταφέρονταν στο υπόγειο ενός εκ των κτιρίων (που λειτουργούσε ως προσωρινό κρατητήριο) για να μεταφερθούν στην αίθουσα του δικαστηρίου όταν έφτανε η ώρα εκδίκασης της υπόθεσής τους και, ανεξαρτήτως αποτελέσματος της δίκης, θα ξαναμεταφέρονταν στο υπόγειο κρατητήριο μέχρις ότου κλείσουν όλες ο υποθέσεις και η «Ευελπίδων» συνολικά, έτσι ώστε, και πάλι με την κλούβα, να μεταφερθεί ο καθένας απ΄ όπου είχε μεταφερθεί το πρωί, ο ασθενής του αρ. 69 στο ψυχιατρείο. Είναι χαρακτηριστικό ότι, ακόμα και ασθενείς που διέμεναν σε ανοιχτές εξωνοσοκομειακές στεγαστικές δομές (παράτυπα, με τη ευθύνη των θεραπόντων ψυχιάτρων, μέχρι την νομιμοποίηση της παραμονής σε στεγαστική δομή με το νόμο του 2017) μεταφέρονταν τη νύχτα πριν την μέρα της εκδίκασης της υπόθεσή τους, στο ψυχιατρείο, ώστε να παραληφθούν, το επόμενο πρωί, από το «μεταγωγών», με χειροπέδες κλπ.

Για πολλά χρόνια, το καθεστώς του «ασθενή του αρ. 69» ήταν μέσα σε μια δομική ασάφεια, φυλακτικού χαρακτήρα, κάτι μεταξύ Ψυχιατρικής και Δικαιοσύνης (στα πλαίσια της γνωστής διαχρονικής και αγαστής τους συνεργασίας και «αλληλοεξυπηρέτησης»). Με το νόμο 4509 του 2017 (ενός συνοθυλεύματος λεκτικά προοδευτικών αλλαγών και άκρως παλινδρομικών ρυθμίσεων), στο αρ.16, παρ. 3 αναφέρεται, έστω και στα λόγια, ότι «ο θεραπευόμενος (εννοεί του αρ. 69) δεν θεωρείται κρατούμενος σύμφωνα με την έννοια των άρθρων 172 και 173 του Ποινικού Κώδικα». Αρα, γιατί να συνεχίζεται το, ούτως ή άλλως ανέκαθεν απαράδεκτο, καθεστώς της μεταφοράς με «κλούβα» στο δικαστήριο (όπως και πολλά άλλα, που δεν είναι του παρόντος);

Και σαν να μην έφτανε αυτό, όταν, πριν λίγους μήνες, πρόκυψε ένα, αναφερόμενο, «περιστατικό βίας» ενός γνωστού «δύσκολου» ασθενή του ΨΝΑ (που κατασκευάστηκε ως «δύσκολος») κατά αστυνομικού μέσα στην κλούβα, απαιτήθηκε, με παρέμβαση εισαγγελέα, να συνοδεύει στην κλούβα τον μεταφερόμενο ασθενή και γιατρός, – στη λογική των μεταφορών με το ΕΚΑΒ νοσηλευόμενων στα ψυχιατρεία σε άλλα νοσοκομεία για παθολογικά ή άλλα σωματικά προβλήματα (όπου, ως γνωστόν, εδώ και χρόνια, έχει καθιερωθεί να μην συνοδεύει νοσηλευτικό προσωπικό, αλλά γιατρός).

Ένας κλασικός, για τη λειτουργία του συστήματος, οργανωτικός τραγέλαφος που έβαλε και τους γιατρούς στην ίδια ταλαιπωρία που ανέκαθεν υφίστανται οι ασθενείς και έτσι, αυτή η απάνθρωπη και άκρως αντιθεραπευτική διαχείριση, ήλθε στο φως της δημοσιότητας.

Είναι σαφές ότι, και αυτό το ζήτημα, όπως και πολλά άλλα που υπάρχουν, αλλά και τα πολύ περισσότερα που «έρχονται» (καθώς ετοιμάζονται ως νομοθετικές ρυθμίσεις, εγκύκλιοι κλπ, από την παρούσα κυβέρνηση) είναι αναπόσπαστες πτυχές ενός παγιωμένου νεο-ιδρυματικού συστήματος, με πολλές παλαιο-ιδρυματικές παραμέτρους – ενός συστήματος ψυχικής υγείας σε διαδικασία ολοταχούς σκλήρυνσης.

Χωρίς να μπούμε σε μια πιο εμπεριστατωμένη ανάλυση του ζητήματος, για το τι είναι και πώς θα πρέπει να αντιμετωπίζονται οι «αδικοπραγούντες ψυχικά πάσχοντες», από ένα «άλλο σύστημα Ψυχικής Υγείας», χειραφετητικό και κοινοτικά βασισμένο και από μια «άλλη Δικαιοσύνη», θα επικεντρώσουμε μόνο στη (δυστυχώς απλώς) φράση του ν.4509, ότι «δεν θεωρούνται κρατούμενοι».

Τι σημαίνει αυτό πρακτικά; Ότι δεν πάνε, πχ, στο δικαστήριο με την αστυνομία και την κλούβα, αλλά οι ίδιοι, ως υποκείμενα, με την εκάστοτε αναγκαία στήριξη και συνοδεία μελών της θεραπευτικής ομάδας. Γιατί είναι αυτή η ομάδα που εισηγείται την άρση (ή, σπανιότερα, την παράταση) του μέτρου και συνοδός/οί μπορεί να είναι μέλη της (όποιας ειδικότητας), που έχουν μια καλή θεραπευτική σχέση με τον άμεσα ενδιαφερόμενο και/ή πρόκειται να καταθέσουν σχετικά.

Πώς είναι δυνατό να μένει κάποιος, πχ, σε μια εξωνοσοκομειακή στεγαστική δομή (πόσο μάλλον να μένει στο σπίτι του και να κάνει, στα πλαίσια του μέτρου, «υποχρεωτική θεραπεία» σε ΚΨΥ, εξωτερικά ιατρεία κλπ – κάτι που το προβλέπει ο νόμος, αλλά, στην πράξη, πουθενά δε εφαρμόζεται) και όταν έλθει η ώρα της δίκης για την άρση του μέτρου, να πρέπει να μπει στο ψυχιατρείο και μετά στην κλούβα, να του βάλουν χειροπέδες κοκ;

Είναι σαφές ότι, άμεση διεκδίκηση, εν προκειμένω, πρέπει να είναι η πλήρης και οριστική κατάργηση της διαδικασίας της κλούβας, των «μεταγωγών» κλπ και η μετάβαση του ασθενή στο δικαστήριο με την συνοδεία των θεραπευτών του, κοντά στην ώρα που είναι να εκδικαστεί ή υπόθεσή του. Κάποιες, σχετικά σπάνιες, ιδιαίτερες περιπτώσεις, μπορούν να αντιμετωπίζονται με κατάλληλη προετοιμασία από την θεραπευτική ομάδα.

14/7/2020

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΟΥΣ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΟΥΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥΣ ΓΙΑ ΔΙΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ : ΓΙΑ ΕΝΑ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ ΚΑΙ ΤΟ ΨΥΧΙΑΤΡΕΙΟ

.

Τα χρονίως λιμνάζοντα ύδατα μιας αμετάκλητα κατασταλτικής ψυχιατρικής, που ασκείται σε όλες τις υπηρεσίες ψυχικής υγείας, ήλθε να ταράξει, για μιαν ακόμη φορά, η νέα ανακοίνωση «προθέσεων» του υπουργείου Υγείας (διαμέσου του Γενικού Γραμματέα του), με το σύνηθες λεκτικό πυροτέχνημα περί «ολοκλήρωσης της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης», για «μετασχηματισμό», «μετεξέλιξη», κλείσιμο, των εναπομεινάντων ψυχιατρικών νοσοκομείων. Με αναμενόμενο, φυσικά, το ξέσπασμα ποικίλων αντιδράσεων προς υπεράσπιση του ψυχιατρικού ασύλου.

Μετά το νόμο για την περίφημη «διοικητική μεταρρύθμιση» (δηλαδή, ένα χαρτί στο συρτάρι του Υπουργείου) και το νόμο για τους «ακαταλόγιστους αδικοπραγούντες» (εδώ είχαμε, ωστόσο, τη θεσμοθέτηση του «ειδικού» περίκλειστου τμήματος), μας έρχεται ένα νέο αντι-μεταρρυθμιστικό εγχείρημα.

Η κυβέρνηση και το επιτελείο των νεοϊδρυματικών της συμβούλων επί θεμάτων ψυχικής υγείας δεν θα είχαν, βέβαια, καμιά πρόθεση να ταράξουν «τα λιμνάζοντα ύδατα», αν δεν πιέζονταν από τις Βρυξέλες να εφαρμόσουν αυτό που δεν πρόλαβε η προηγούμενη κυβέρνηση, με Διοικητή, τότε, στο ΨΝΑ τον Π. Θεοδωράκη, επί Υπουργείας Γεωργιάδη και Βορίδη – το κλείσιμο, δηλαδή, των εναπομεινάντων ψυχιατρείων σε εφαρμογή του «συμβολαίου» που πρόβλεπε η χρηματοδότηση από την ΕΕ του «Ψυχαργώς» – για μια μεταρρύθμιση που ποτέ δεν έγινε.

Στο κείμενο του ΓΓ, που υποτίθεται πως συνοψίζει τα συμπεράσματα μιας σχετικής ημερίδας που έγινε τον Δεκέμβριο του 2017, και με τη γνωστή «μεταρρυθμιστική» ρητορεία (συνδυασμός αερολογίας και ασχετοσύνης) με την οποία έχουμε συνηθίσει να μας σερβίρουν οπισθοδρομικές πρακτικές και πολιτικές, υπάρχει ουσιαστικά μια πρόταση με πρακτικό αντίκρισμα, για την οποία, άλλωστε, γίνεται η «συζήτηση»: αφορά την υπαγωγή των Κέντρων Ψυχικής Υγείας (ΚΨΥ), ενηλίκων και παιδιών/εφήβων, και των στεγαστικών δομών (ξενώνων, οικοτροφείων, προστατευόμενων διαμερισμάτων) στις Υγειονομικές Περιφέρειες (ΥΠΕ). Ενα μέτρο αποκλειστικά διοικητικού χαρακτήρα, με καταστροφικές επιπτώσεις (αν πραγματοποιηθεί) στις όποιες θεραπευτικές σχέσεις που, έστω μέσα στο στρεβλό τρόπο στη βάση του οποίου έχει διαμορφωθεί και λειτουργεί το σύστημα, εξακολουθούν να υπάρχουν, ή, έστω, απλώς να επιβιώνουν.

Καθώς, στα περίπου 35 χρόνια υποτιθέμενης μεταρρύθμισης, δεν έγινε καν δυνατό οι «ένοικοι» των δημόσιων εξωνοσοκομειακών στεγαστικών δομών να πάρουν εξιτήριο και εξακολουθούν να θεωρούνται ως νοσηλευόμενοι των ιδρυμάτων, η μεταφορά των στεγαστικών δομών από τα ψυχιατρεία στις ΥΠΕ θα εμφανίσει μια μεγάλη μείωση των παρουσιαζόμενων στα χαρτιά ως νοσηλευόμενων. Πχ, στο Δαφνί οι ένοικοι στις εξωνοσοκομειακές στεγαστικές δομές είναι περί τους 600. Αν αυτός ο αριθμός αφαιρεθεί από την επίσημη δύναμη κλινών του νοσοκομείου και, ταυτόχρονα, οι εναπομείναντες στα τμήματα χρόνιας παραμονής και στο γηροψυχιατρικό μεταβούν στα σχεδιαζόμενα νέα οικοτροφεία (που η σημερινή κυβέρνηση έχει κανονίσει να δοθούν σε ΜΚΟ), τότε η «δύναμη κλινών» του νοσοκομείου, από πάνω από χίλιες τώρα, θα κατέβει στις 225, όσες, δηλαδή, είναι οι κλίνες των «τμημάτων εισαγωγών» (στη πραγματικότητα 243). Άρα, για τις Βρυξέλες… «πρόοδος»… Και στη συνέχεια, έρχεται, φυσικά, η σειρά των «τμημάτων εισαγωγών» για μεταφορά, σιγά-σιγά και όπως-όπως, στα γενικά νοσοκομεία (με πόσο προσωπικό, πόσες κλίνες κλπ, ερωτήματα χωρίς απάντηση).

Γιατί ποια άλλη, πραγματική πρόοδο σηματοδοτούν αυτές οι προτεινόμενες αλλαγές, πέρα από το να αποτελούν το όχημα για το βίαιο κλείσιμο των ψυχιατρείων που, απλώς, τώρα επιχειρείται να περάσει με τρόπους που θα προκαλέσουν όσο το δυνατόν πιο λίγες αντιδράσεις, – σκορπώντας όσο το δυνατόν πιο μεγάλη σύγχυση που θα παραλύσει την όποια αντίδραση; Άλλωστε, η λεγόμενη «αναμόρφωση των οργανισμών» των ψυχιατρείων, το επίδικο ζήτημα στο οποίο έχει αναχθεί, ένθεν κακείθεν, το «κλείσιμο» ή «μη κλείσιμο» των ψυχιατρείων, με την όποια αβεβαιότητα και ανασφάλεια καλλιεργεί – και δικαίως – για το εργασιακό μέλλον των εργαζομένων, είναι το απαραίτητο συνοδό συμπλήρωμα, αυτού που ο ΓΓ ονομάζει «θεσμική υποστήριξη της μετεξέλιξης» των ψυχιατρείων.

Το προβαλλόμενο επιχείρημα/σερβίρισμα για τη νέα (νεοφιλελεύθερης κοπής) προσπάθεια κλεισίματος των ψυχιατρείων, αποπειράται, ως συνήθως, να αγκυροβολήσει (μέσω της πλήρους διαστρέβλωσης της) σε μια βασική αρχή της λειτουργίας ενός κοινοτικά βασισμένου συστήματος ψυχικής υγείας. Ότι, δηλαδή, το ΚΨΥ πρέπει ν΄ αποτελεί τη βασική μονάδα των διασυνδεόμενων υπηρεσιών, μεταξύ των οποίων και οι στεγαστικές δομές (παραλείποντας, ωστόσο, πλήρως την όποια αναφορά στην εκ των ουκ άνευ αναγκαία διασύνδεση ΚΨΥ-μονάδας νοσηλείας).

Βέβαια, ο αδαής χαρακτήρας που διακρίνει το κείμενο του ΓΓ, οδηγεί στο να αποκαλείται το ΚΨΥ «συντονιστικό κέντρο», με ό, τι αυτό σημαίνει για τον τρόπο που φαντάζονται (αλλά και που ήδη διαχειρίζονται) τις στεγαστικές δομές. Αυτός ο «συντονιστικός» τρόπος λειτουργίας έχει φτάσει σε σημείο που άτομα με ψυχιατρική εμπειρία, τα οποία το σύστημα δεν έχει «τι να τα κάνει», πού να τα «τοποθετήσει» (όταν δεν τα πετάει κυριολεκτικά στο δρόμο), να τα στέλνει σαν «δέματα», σε μιαν άκρως απανθρωποποιητική και παλαιο-ιδρυματική λογική, σε όποια δομή υπάρχει κενή θέση, σε όποια άκρη της χώρας. Για παράδειγμα, από ψυχιατρείο της Αθήνας σε ΜΚΟ της Κρήτης κοκ. Χωρίς, φυσικά, καμιά σχέση με «επάνοδο στο οικείο περιβάλλον» του τόπου καταγωγής κλπ.

Μάλιστα, ακούστηκε πρόσφατα ότι ψυχιατρική κλινική γενικού νοσοκομείου σχεδιάζει την αποστολή χρονίως νοσηλευόμενων ασθενών της στη Λέρο!!!. Να ξαναρχίσουν, δηλαδή, σιγά-σιγά, πάντα με «καλές προθέσεις», «για το καλό τους», σε «μεταρρυθμισμένες δομές» (αρχικά) κλπ, οι αποστολές στη Λέρο!!!

Σε σύνδεση με αυτά, δεν είναι τυχαίο ότι, παρά την πρόσφατη αποκάλυψη μέσω δημοσιεύματος (στο VICE) για σκανδαλώδεις συνθήκες σε ιδιωτική ψυχιατρική κλινική, δεν υπήρξε καμιά αντίδραση από το Υπουργείο – δείγμα ότι, για μιαν ακόμα φορά, επιχειρείται συγκάλυψη του σκανδάλου που συνιστά ο τρόπος άσκησης της ψυχιατρικής και στον ιδιωτικό τομέα (ίσως, μάλιστα, πολύ περισσότερο σ΄ αυτόν).

Για μιαν ακόμη φορά, το ερώτημα που προκύπτει, σε σχέση με τους σχεδιασμούς του Υπουργείου, είναι : πώς μπορούμε να έχουμε ένα κοινοτικά βασισμένο σύστημα υπηρεσιών, χωρίς τομεοποίηση; ΄Η με γιγαντοτομείς των 400.000 κατοίκων, που ούτε και αυτοί δεν λειτουργούν; Αλλά και που αν λειτουργούσαν, σε τίποτα δεν θα άλλαζε η νοσοκομειοκεντρική λειτουργία του συστήματος. Όταν η διεθνής εμπειρία έχει δείξει ότι μπορούμε να έχουμε ουσιαστική κοινοτική παρέμβαση (πρόληψη, στήριξη, φροντίδα) όταν ο πληθυσμός αναφοράς δεν ξεπερνάει τις 100.000 κατοίκους – όταν επιπλέον, σύμφωνα με μερικές παραδειγματικές πρακτικές, για να είναι η παρέμβαση ουσιαστικά αποτελεσματική, δεν πρέπει ο πληθυσμό αναφοράς να είναι πάνω 60-80.000.

Και μάλιστα, εν προκειμένω, με αριθμητικά ελάχιστα ΚΨΥ (δεν μιλάμε για τις πρακτικά ανύπαρκτες παιδοψυχιατρικές υπηρεσίες, που λειτουργούν, για τις προτεινόμενες εξετάσεις, μέσω του ιδιωτικού τομέα), τα οποία είναι άκρως υποστελεχωμένα και έχουν μάθει να λειτουργούν όχι κοινοτικά, αλλά ως εξωτερικά ιατρεία, χωρίς καμιά διασύνδεση με μονάδες νοσηλείας.

Όταν η άρνηση για διασύνδεση με μονάδα νοσηλείας γίνεται καθεστώς και, μάλιστα, τείνει προς αναίρεση ακόμα και εκεί όπου, κατ΄ εξαίρεσιν, είχε καθιερωθεί.

Όταν οι προς επεξεργασία προτάσεις για την στελέχωση των ΚΨΥ προβλέπουν υποτυπώδη παρουσία νοσηλευτών και γενικά μια στελέχωση για όλες τις ειδικότητες, για πληθυσμούς 400.000 κατοίκων, πολύ κατώτερη από αυτή που έχει διεθνώς καθιερωθεί ως η αναγκαία για πληθυσμούς κάτω των 100.000 κατοίκων.

Όταν, πρωτίστως, δεν υπάρχει καμιά αμφισβήτηση της ασκούμενης ψυχιατρικής πρακτικής των ταξινομικών εγχειριδίων, των μηχανικών καθηλώσεων, της κλειδωμένης πόρτας και του μονόδρομου του ψυχοφάρμακου.

Όταν όλο και περισσότερο, όχι μόνο δεν αμφισβητείται, αλλά γίνεται αδιαμφισβήτητη η ψυχιατρική που «χάνει τον άνθρωπο πίσω από την αρρώστια», πίσω από το σύμπτωμα, την «επικινδυνότητα», το «άνευ νοήματος» κοκ.

Μια πραγματική διαδικασία Αποϊδρυματοποίησης θα είχε ως πρώτο βήμα την αμφισβήτηση των ασυλικών πρακτικών, που, μάλιστα, έχουν ήδη μεταφερθεί, και προγραμματίζεται να μεταφερθούν ακόμα περισσότερο, στην κοινότητα – με ένα «κλείσιμο ψυχιατρείων» που συνοδεύεται από την προετοιμαζόμενη εφαρμογή της υποχρεωτικής θεραπείας στην κοινότητα, ως το υποκατάστατο του στεγνά διοικητικού κλεισίματος των ψυχιατρείων που ετοιμάζουν.

Το ψυχιατρείο δεν καταργείται – αλλιώς, σ΄ αυτήν τη λογική, όπως άλλωστε το έχουμε δει διεθνώς, απλώς μεταλλάσσεται, περνώντας, από τον εγκλεισμό, στην εγκατάλειψη στο δρόμο και στην «περιστρεφόμενη πόρτα».

Το ψυχιατρείο ξεπερνιέται, μέσα από την αμφισβήτηση των εξουσιαστικών σχέσεων που το συνιστούν και το συγκροτούν, προς μιαν άλλη θεραπευτική σχέση ισοτιμίας, που ανοίγεται στην κοινότητα, αρνούμενη έμπρακτα την κλειστή δομή, προς κοινοτικές υπηρεσίες ως ενσάρκωση των νέων ισότιμων, πραγματικά θεραπευτικών σχέσεων και όχι μιας νέας διαχείρισης.

Αυτός ο ριζικός μετασχηματισμός, στην κατεύθυνση του ξεπεράσματος, είναι ο μόνος που μπορεί να εξασφαλίσει την χειραφέτηση όχι μόνο των ασθενών, αλλά και του προσωπικού – που τώρα αντιδρά και οχυρώνεται πίσω από την ασφάλεια της, έστω και κακοπληρωμένης, πλέον, αλλά μόνιμης, προς το παρόν, θέσης εργασίας στο ίδρυμα.

Με την μετάβαση από τον εντεταλμένο ρόλο του «φύλακα» (ανεξαρτήτως ειδικότητας, πτυχίων κλπ), που έχει να κάνει με την «κοινωνική ανάθεση», τον τρόπο λειτουργίας του ψυχιατρείου, τους κανόνες πειθαρχίας, ασφάλειας κλπ – όλα κατασκευές αυτής της «κοινωνικής ανάθεσης» – σε πραγματικά θεραπευτικούς ρόλους και σχέσεις ανθρώπου προς άνθρωπο.

Η σύγχυση και η ανασφάλεια λόγω οικονομικής κρίσης, μνημονίων, υποστελέχωσης, πολλαπλασιασμού των προς αντιμετώπιση προβλημάτων από όλο και λιγότερο προσωπικό, αλλά και η έλλειψη ενός εναλλακτικού οράματος, έχουν καλλιεργήσει ακόμα περισσότερο το έδαφος για τη δράση συνδικαλιστικών ομάδων και φατριών, που κυμαίνονται από την ποικιλότροπη υπεράσπιση του υπάρχοντος ασύλου (που το εξωραΐζουν, ξεχνώντας την καθημερινή ιδρυματική βία και την ανέκαθεν εξουθένωση του προσωπικού, εξαιτίας των πρακτικών που υποχρεώνεται να ασκεί, ως έκφραση του «κανονικού» για την θεραπεία/συμμόρφωση του «μη κανονικού»), μέχρι την πλήρη σύμπλευση με τους κυβερνητικούς σχεδιασμούς.

Κάποια σωματεία, όπως ο ΣΥΝΟΨΥΝΟ, έσπευσαν σε σύμπλευση με τους σχεδιασμούς του Υπουργείου, με αντάλλαγμα, πάντα, κάποιους ρόλους και θέσεις/καρέκλες στα τεκταινόμενα.

Αλλοι ανέκαθεν υπέρ του «ειδικού ψυχιατρικού νοσοκομείου», δηλαδή του ψυχιατρικού ιδρύματος (ασυλικότεροι του ασύλου) και άλλοι προσπαθώντας να ισορροπήσουν μεταξύ της πρόσδεσης τους στην κυβέρνηση και της υπεράσπισης του ασύλου, που τώρα και αυτή η κυβέρνηση υποχρεώνεται να καταργήσει.

Ένα επιχείρημα που χρησιμοποιείται, είναι ότι και η υπόλοιπη Ευρώπη είναι γεμάτη ψυχιατρεία. Γιατί να ζητούν από εμάς να τα κλείσουμε; Μια εύκολη απάντηση θα ήταν ότι και η υπόλοιπη Ευρώπη προάγει τις ελαστικές σχέσεις εργασίας, τις ιδιωτικοποιήσεις, την περικοπή των κοινωνικών δαπανών, των μισθών κλπ. Άρα γιατί να μην αποδεχτούμε, και σ΄ αυτά, να είμαστε όπως «όλη η Ευρώπη»;

Ίσως να είναι λίγο πιο δύσκολο να γίνει κατανοητό ότι η ελληνική ψυχιατρική είναι ευρωπαϊκή (και αμερικάνικη) ψυχιατρική και ότι το ψυχιατρείο (και η κατασταλτική πρακτική, είτε μέσα σ΄ αυτό, είτε στην κοινότητα) είναι συνυφασμένο με αυτή την ψυχιατρική. Ότι και στην υπόλοιπη Ευρώπη οι εναλλακτικές πρακτικές ήταν πάντα μειοψηφικές, συνδεδεμένες με κοινωνικά κινήματα, ενάντια στην κοινωνία της καταστολής και του ελέγχου. Όλα τα παραδείγματα που υπάρχουν στην εναλλακτική ψυχιατρική απέδειξαν ότι μια άλλη ψυχιατρική, χειραφετητική, είναι δυνατή, αλλά, συνυφασμένη, προοπτικά, με ένα άλλο σύστημα κοινωνικό σχέσεων (ανοικτό και υποστηρικτικό στην διαφορετικότητα του καθενός), προσέκρουσε πάντα στις υπάρχουσες κυρίαρχες κοινωνικές σχέσεις και εξουσίες.

Ήταν, όμως, ανέκαθεν η μόνη προσέγγιση στο κλείσιμο του ψυχιατρείου, ως ξεπέρασμά του, που εξασφάλιζε και τις θέσεις εργασίας. Αντίθετα με τις ποικίλης κοπής και πολιτικής απόχρωσης νεοφιλελεύθερες πολιτικές κλεισίματος/ συρρίκνωσης των ψυχιατρείων, που ήταν συνυφασμένες με τις απολύσεις, τη μείωση του προσωπικού κλπ.

Αυτή τη στιγμή, αυτό που έχουμε μπροστά μας είναι μια κυβέρνηση που επιχειρεί ένα διοικητικό ανακάτεμα του χυλού της ιδρυματικής ψυχιατρικής στην κατεύθυνση της περιστολής των δαπανών, της διάλυσης υπαρχόντων θεραπευτικών ομάδων, κατακερματισμού και αναδιάταξης μονάδων χωρίς κανένα θεραπευτικό στόχο. Ακούστηκε, μάλιστα, ότι μπροστά την διαφαινόμενη αντίδραση στους προταθέντες σχεδιασμούς, είναι πιθανό να παρουσιάσουν επίσημα την αρχική πρόταση κάπως μετριασμένη, αφήνοντας κάποιες από τις στεγαστικές δομές στα ψυχιατρεία! Κανονικός «μύλος»… Διαχειριστικά τερτίπια, το ένα πίσω από το άλλο, αλλά η κατασταλτική πρακτική αμετάκλητη και χωρίς καμιά αμφισβήτηση, με το 65% των εισαγωγών να είναι ακούσιες, με μηχανικές, καθηλώσεις (ακόμα και εκουσίως νοσηλευόμενων ασθενών), με θανάτους από μηχανικές καθηλώσεις – και όλα αυτά δεν συζητούνται, «δεν υπάρχουν»…

Αν υπήρχε η παραμικρή πρόθεση για κάτι στοιχειωδώς μεταρρυθμιστικό, θα έπρεπε να εφαρμοστεί άμεσα η τομεοποίηση, με πληθυσμούς αναφοράς τις 100.00 κατοίκους, αναγκαστικά στη βάση των υπαρχόντων μονάδων νοσηλείας, λόγω της δραματικής έλλειψης ΚΨΥ, με άμεση υποχρέωση, σε σύντομο χρονικό διάστημα, να γίνουν παντού ΚΨΥ (επαρκώς στελεχωμένα και με ουσιαστικό κοινοτικό προσανατολισμό), που θα αποτελούν τη βασική μονάδα αναφοράς του κάθε τομέα. Με διασφάλιση των θέσεων εργασίας, όταν, σε αρκετά επόμενο στάδιο, θα μπορούσαν να μεταφερθούν οι κλινικές των ψυχιατρείων σε γενικά νοσοκομεία, με προϋπόθεση την επάρκεια κατάλληλα εκπαιδευμένου προσωπικού, την απόρριψη των κατασταλτικών πρακτικών, το άνοιγμα στην κοινωνία. Αυτό, φυσικά, θα σήμαινε μια γενναία χρηματοδότηση του συστήματος των δημόσιων υπηρεσιών, στην κατεύθυνση και της κατάργησης της όποιας και όποιου είδους ιδιωτικής επιχειρηματικότητας (ΜΚΟ, ιδιωτικές κλινικές κλπ) στην Ψυχική Υγεία – όπως σε όλη την Υγεία.

Από μόνη της, αυτή η πρόταση δείχνει ότι ένα κοινωνικό κίνημα είναι ο απαραίτητος όρος για την ακύρωση των κυβερνητικών σχεδιασμών και για ένα ριζικά διαφορετικό σύστημα υπηρεσιών ψυχικής υγείας.

16/4/2018

.

.

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

.

.

.

.

.

.

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗΣ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ: «ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΙ ΕΙΝΑΙ ΟΣΟΙ ΕΤΟΙΜΑΖΟΥΝ ΤΟ «ΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΨΥΧΙΑΤΡΕΙΟ» ΚΑΙ ‘ΑΝΑΒΑΘΜΙΖΟΥΝ’ ΤΟ ΨΥΧΙΑΤΡΕΙΟ ΤΩΝ ΦΥΛΑΚΩΝ ΟΧΙ ΟΙ ΨΥΧΙΚΑ ΑΣΘΕΝΕΙΣ»

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ανακοίνωση που έβγαλε η ΠΟΕΔΗΝ, με αφορμή το τραγικό συμβάν της δολοφονίας, από νοσηλευόμενο στο ΨΝΑ (βάσει του αρ. 69 ΠΚ- και διαμένοντα σε στεγαστική δομή του), της συντρόφου του, δεν είναι παρά η πιο κατάπτυστη αντίδραση που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς ότι θα ήταν δυνατό ποτέ να υπάρξει απέναντι στην τραγικότητα αυτού του συμβάντος.

Κατανοητή, βέβαια, στο βαθμό που εκφράζει την σκληρή ιδρυματική παράδοση και την σχετιζόμενη με αυτήν κατασταλτική κουλτούρα που ενσαρκώνει το προερχόμενο από το Δρομοκαίτειο προεδρείο της ΠΟΕΔΗΝ, που, ακόμα και στις κινητοποιήσεις του προσωπικού του ψυχιατρείου, δεν ήξερε να κάνει άλλο από το να χτίζει, με πέτρες, τοίχους στη είσοδο του ιδρύματος. Τοίχους πάνω στους άλλους τοίχους, πρακτική που συμβόλιζε έμπρακτα το «μαύρο όραμα» ενός συνδικαλισμού που δεν έπαψε ποτέ να βλέπει την ύπαρξη και την αναπαραγωγή του συνυφασμένη με την διαιώνιση των ιδρυμάτων της ψυχιατρικής βαρβαρότητας (και προπαντός, εν προκειμένω, του «κληροδοτήματος»).

Αυτό που κάνει η ΠΟΕΔΗΝ είναι να ευοδώνει και να παρακινεί στην κουλτούρα και την πρακτική της απόρριψης, του ρατσισμού και της κατασταλτικής ετοιμότητας απέναντι σε όλους τους ψυχικά πάσχοντες και σε μια φυλακτικού τύπου, απανθρωποποιητική αντιμετώπισή τους, ως εν δυνάμει, και από τη φύση του, «επικίνδυνου αντικειμένου». Γιατί, μέσα στο ασυγκράτητο παλαιοϊδρυματικό ξέσπασμα της, η ανακοίνωση μιλάει για όλους αδιακρίτως, για όσους προσέρχονται (τους «30») σε κάθε εφημερία με διαδικασίες ακούσιας νοσηλείας, «διεγερτικούς, επικίνδυνους, κακοποιούς»…«30-35 τέτοιοι επικίνδυνοι ασθενείς σε κάθε τμήμα οξέων». Και φυσικά, κατά την ΠΟΕΔΗΝ, να πάνε όλοι οι «ακαταλόγιστοι» του αρ. 69 ΠΚ σε ψυχιατρικές κλινικές εντός των φυλακών. Αλλά με αυτή τη λογική, γιατί μόνο αυτοί και όχι και οι άλλοι «επικίνδυνοι», που δεν έχουν διαπράξει «ακόμα» αδίκημα;

Η ανακοίνωση της ΠΟΕΔΗΝ είναι τόσο ακραία έτσι ώστε να γίνεται εξαιρετικά χρήσιμη ακόμα και σε επιδιώξεις που την «κριτικάρουν», αλλά με σκοπό να συγκαλύψουν, πίσω και ενάντια στις ακραίες εκφράσεις της, την δική τους συμπόρευση στην ίδια κατεύθυνση, αν και με πιο ήπιους και «επιστημονικούς» όρους. Μην ξεχνάμε ότι λειτουργοί ψυχικοί υγείας, διευθυντές ψυχίατροι και συνδικαλιστές νοσηλευτές, έχουν χρησιμοποιήσει, στο πρόσφατο παρελθόν (υπάρχουν τα κείμενα και οι συνεντεύξεις), την ίδια επιχειρηματολογία της ΠΟΕΔΗΝ για το «επικίνδυνο» των «ακαταλόγιστων» του αρ. 69 ΠΚ, που νοσηλεύονται στα τμήματα εισαγωγών, προκειμένου να τους εξαποστείλουν σε «ειδική κλειστή δομή», το «δικαστικό ψυχιατρείο», που έχει στα σκαριά η παρούσα κυβέρνηση.

Κάποιο/ες «θυμήθηκαν», εν προκειμένω, τα υπάρχοντα ευρωπαϊκά «μοντέλα» για το «forensic μέρος της ψυχιατρικής», όλα αυτά που προβλέπουν «ειδικές δομές» για τους λεγόμενους «ακαταλόγιστους», αγνοώντας, ή ξεχνώντας, ότι όλα αυτά τα «μοντέλα» είναι σε κρίση, καθώς, αφού έγιναν «διάσημα» για τον κατασταλτικό, βάρβαρο και άκρως αντιθεραπευτικό χαρακτήρα τους, σε κάποιες χώρες, όπως τα OPG στην Ιταλία, έκλεισαν (με αρχή το 2014) – για ν΄ αντικατασταθούν, φυσικά, και ως επί το πλείστον, από δομές πιο μικρές, πιο ήπιας εξωτερικής μορφής, αλλά αντίστοιχου περιεχομένου.

Η όλη περιρρέουσα οικονομική, κοινωνική και πολιτική ατμόσφαιρα του «ρευστού φόβου», της δομικής, άνωθεν καλλιεργούμενης και δεόντως χειραγωγούμενης ανασφάλειας, είναι ακριβώς το έδαφος πάνω στο οποίο προωθείται (ως η απολύτως «αυτονόητη» λύση) η ίδρυση του «ειδικού κλειστού τμήματος» («δικαστικού ψυχιατρείου»), με σχετικό νομοσχέδιο που έχει έτοιμο για εισαγωγή προς ψήφιση στη Βουλή η κυβέρνηση Σύριζα-Ανελ.

Περιστατικά όπως στο Περιστέρι, θα χρησιμοποιηθούν, για μιαν ακόμη φορά, ως επιβεβαίωση της «ορθότητας και του αυτονόητου» μιας λύσης προς αυτή την κατεύθυνση.

-Κυρίαρχη ψυχιατρική, αυτή που βλέπει πρωτίστως «νοσολογικά συστήματα και όχι ανθρώπους», στην ιερή της συμμαχία με μια

-κατά το δοκούν «τυφλή» Δικαιοσύνη, πάνω στο κοινό τους έδαφος του ιδεολογήματος μιας «επικινδυνότητας» ως ατομικής ιδιότητας (και όχι προϊόντος κοινωνικών σχέσεων, αλληλεπιδράσεων και «καταστάσεων»),

-μέσα από τις διαχειριστικές πρακτικές μιας κυβερνητικής πολιτικής που απλώς αγωνιά για το πώς θα εκπροσωπήσει το υπάρχον, χωρίς ποτέ και επ΄ ουδενί να το αμφισβητήσει, έχουν έτοιμο το ζητούμενο για το κυρίαρχο σύστημα, ψυχο-σωφρονιστικό τμήμα, που θα ενσωματώνει όλες τις δυσβάσταχτες πτυχές τόσο του ψυχιατρικού, όσο και του σωφρονιστικού εγκλεισμού, με όλες τις στερεοτυπικές ιδεοληψίες που τους διατρέχουν, για την ευρύτερη κοινωνική του αποδοχή.

Κι ας είναι γνωστό και τεκμηριωμένο ότι, παρά το συμβάν στο Περιστέρι, είναι εξαιρετικά σπάνιο φαινόμενο η επανάληψη της όποιας παραβατικής/εγκληματικής πράξης από πρώην εγκλείστους του αρ. 69 ΠΚ. Ότι, ποσοστιαία, οι πάσχοντες από σοβαρές ψυχικές διαταραχές που εγκληματούν, δεν είναι περισσότεροι από τους λεγόμενους «κανονικούς» – ίσως, μάλιστα, να είναι και αισθητά λιγότεροι. Ότι το πρόσημο της «επικινδυνότητας», προκειμένου κάποιος/α να τύχει άρσης του αρ. 69, παραμένει και στο καινούργιο νομοσχέδιο – ένα πρόσημο, για το οποίο δεν υπήρξε, δεν υπάρχει και ούτε ποτέ θα υπάρξει καμιά «επιστημονική» εκτίμηση, καθώς πρόκειται για μια «κοινωνική κατασκευή».

Το προωθούμενο νομοσχέδιο για τους «ακαταλόγιστους» του αρ. 69 δεν κάνει άλλο από το να «τακτοποιεί» την υπάρχουσα κατάσταση (καθώς τουλάχιστον 20 ασθενείς του αρ. 69 στο ΨΝΑ διαμένουν – και πολύ καλώς – σε εξωνοσοκομειακές στεγαστικές δομές χωρίς να έχει αρθεί το μέτρο ασφαλείας), δίνοντας, ωστόσο, υπόσταση, για πρώτη φορά με θεσμικό τρόπο, στην ίδρυση δυο δικαστικών ψυχιατρείων. Για τον εγκλεισμό και την «εξαφάνιση» όλων αυτών που για την διαχείρισή τους το ψυχιατρικό σύστημα «στενάζει» από την αδυναμία του να τους «κάνει καλά» και ψάχνει εδώ και καιρό πού θα τους κλείσει. Κάπου πιο «κλειστά από το κλειστό» που υπάρχει. Στον Κορυδαλλό δεν μπορεί (παρά τις προτάσεις της ΠΟΕΔΗΝ), για να τηρούνται (προς το παρόν) τα «προσχήματα». Γι΄ αυτό και προωθείται το «ειδικό τμήμα», με φρουρούς, κάγκελα, πιθανό προαυλισμό σε λίγα τετραγωνικά, ασυδοσία μηχανικών καθηλώσεων, δυνατότητα να κάνεις λοβοτομή «αν το επιλέξεις» (με “informed consent”!) κλπ.

Το ζήτημα των «ακαταλόγιστων» δεν μπορεί κατ΄ ουδένα τρόπο ν΄ αντιμετωπιστεί με την όλο και περισσότερη καταστολή, μέσα από την αέναη αναζήτηση της «απόλυτης ασφάλειας» από τον «επικίνδυνο» που «εμείς» κατασκευάζουμε. Το πρώτο βήμα προς μιαν ουσιαστική αντιμετώπιση των λεγόμενων «ακαταλόγιστων» δεν θα μπορούσε να είναι άλλο από την ίδια την ριζική αμφισβήτηση της ίδια της έννοιας του «ακαταλόγιστου», μιας έννοιας (και συνεπαγόμενης πρακτικής) που απο-υποκειμενοποιεί τον ψυχικά πάσχοντα. Είναι η αναγνώριση του όποιου ψυχικά πάσχοντος δράστη ως «υποκειμένου ευθύνης», που θα πρέπει, προφανώς, να τύχει εφαρμογής εναλλακτικής, εκτός φυλακής, ποινής. Όχι, επ΄ ουδενί, σε «ειδικό τμήμα», ούτε σε τμήμα εισαγωγών-παρά μόνο, εδώ, για το αναγκαίο διάστημα της νοσοκομειακής θεραπείας, όπως όλοι οι ασθενείς. Και εν συνεχεία, με την επιβολή ενός «μέτρου ασφαλείας», με διαμονή σε εξωνοσοκομειακή στεγαστική δομή, ή και κατ΄ οίκον, στα πλαίσια του οποίου θα γίνεται η αναγκαία θεραπευτική φροντίδα.

Φυσικά, όλα αυτά ηχούν ουτοπικά, σε μια χώρα που δεν έχει κάνει ποτέ την όποια ουσιαστική ψυχιατρική μεταρρύθμιση και βουλιάζει μέσα σε μια χωρίς προηγούμενο οικονομική, κοινωνική και πολιτική κρίση. Αλλά και σε μιαν Ευρώπη σε αντίστοιχα βαθιά οικονομική κρίση, που λειτουργεί μέσα σε μια «κατάσταση διαρκούς εκτάκτου ανάγκης», με το φάσμα ενός διαρκώς «επικρεμάμενου κινδύνου» να κυριαρχεί στην καθημερινότητα, κινδύνου που οι κρατούντες δημιούργησαν με τις πολιτικές τους, χρησιμοποιώντας τον ίδιο το φόβο από αυτόν ως μέσο πολιτικής και κοινωνικής χειραγώγησης.

Για το ζήτημα των «ακαταλόγιστων» και την προετοιμαζόμενη αντιμετώπισή τους ως προπομπό της περαιτέρω κατασταλτικής μετάλλαξης του ψυχιατρικού συστήματος, θα πρέπει να υπάρξει ιδιαίτερη επαγρύπνηση. Αν κυριαρχήσουν τα στερεότυπα της «επικινδυνότητας» στην δόμηση/διάρθρωση του ψυχιατρικού θεσμού, αυτό θα έχει επιπτώσεις παντού. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Γ. Γραμματέας Αντεγκληματικής Πολιτικής του Υπουργείου Δικαιοσύνης, σε πρόσφατη συνέντευξή του, δήλωσε καθαρά ότι «δεν χρειαζόμαστε στο δικό μας σωφρονιστικό σύστημα ένα νοσοκομείο επιπέδου νοσοκομείου του ΕΣΥ» και επομένως, οι κρατούμενοι, όταν προκύπτει σχετική ανάγκη για κανονική νοσοκομειακή νοσηλεία, θα πρέπει να νοσηλεύονται, όταν αρρωσταίνουν, στα κανονικά νοσοκομεία. Αλλά όχι οι ψυχικά ασθενείς κρατούμενοι : το «ψυχιατρείο» Κορυδαλλού επέμεινε ότι πρέπει να παραμείνει και να μπει ως τέτοιο στο ΕΣΥ (όπως έχει προβλεφθεί σε σχετικό νομοσχέδιο), υπό την διεύθυνση της Πανεπιστημιακής Ψυχιατροδικαστικής Κλινικής του Αττικού Νοσοκομείου. Προφανώς, «παιδιά ενός κατώτερου θεού» οι ψυχικά ασθενείς. Μια κανονική φυλακή περίπου 200 κρατουμένων (ανδρών), με όρους πολύ χειρότερους από τα υπόλοιπα κελιά και με εξαιρετικά αδιαφανείς διαδικασίες διαχείρισης, σύμφωνα με πολλές καταγγελίες. Κρατούμενοι με «μερικό καταλογισμό», κρατούμενοι με ψυχιατρικό πρόβλημα, κρατούμενοι εν αναμονή πραγματογνωμοσύνης – αυτής της νέας «βιομηχανίας πραγματογνωμοσύνης», που πιθανό να προκύψει ως «παρενέργεια» της ένταξης στο ΕΣΥ.

Όπως πάνε τα πράγματα, είναι πιθανόν ότι, μια απρόβλεπτη στροφή στη συγκυρία μπορεί και να επιβεβαιώσει τις προτροπές της ΠΟΕΔΗΝ για εγκλεισμό των «ακαταλόγιστων» στην ψυχιατρική κλινική του Κορυδαλλού. Την κρατούν ανοικτή, τη αναβαθμίζουν, την βάζουν στο ΕΣΥ, θα την διευθύνουν πανεπιστημιακοί, «τι το καλλίτερο;» θα πουν οι κυβερνώντες, που διακρίνονται για το «βαθύτατα ρηχό» μεταρρυθμιστικό τους πνεύμα.

Κρατώντας, ως πρώτη προτεραιότητα, ανοιχτή την κινηματική διεκδίκηση στην κατεύθυνση ενός ριζικά εναλλακτικού προτάγματος στην αντιμετώπιση των «ακαταλόγιστων» και στην ασκούμενη κυρίαρχη ψυχιατρική γενικά, δεν θα παραλείψουμε να επιστήσουμε την προσοχή στην πιθανότητα να ασκηθούν, με αφορμή το τραγικό συμβάν στο Περιστέρι, πιέσεις για επανεγκλεισμό των ασθενών βάσει του αρ. 69 ΠΚ, που τώρα διαμένουν σε εξωνοσοκομειακές στεγαστικές δομές.

Εν προκειμένω, η ευθύνη θα αφορά όλους, και αυτούς (πρωτίστως) που, πιθανόν, θ΄ αποφασίσουν σχετικά, αλλά και αυτούς που δεν θα προβάλλουν αντίσταση.

.

7/8/17

.

ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ

.

.

.

.

.

.