ΜΕ ΠΟΛΛΕΣ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΩΝ «ΑΔΙΚΟΠΡΑΓΟΥΝΤΩΝ ΨΥΧΙΚΑ ΑΣΘΕΝΩΝ» Ο ΝΟΜΟΣ 4509/17

.

Το κείμενο της παρέμβασης της «Πρωτοβουλίας ‘Ψ’ » που μοιράστηκε πριν από λίγο στην σχετική ημερίδα του Υπουργείου Υγείας.

.

Ο νόμος 4509/17, για τους «αδικοπραγούντες ψυχικά ασθενείς» που ψηφίστηκε πρόσφατα και παρουσιάζεται σήμερα, αποτελεί πράγματι μια «πρόκληση», όπως αναφέρεται στον τίτλο της ημερίδας, αλλά όχι προς τα «συστήματα Δικαιοσύνης και Ψυχικής Υγείας» να δράσουν σχετικά. Αλλωστε, τόσο η κρατούσα «Δικαιοσύνη», όσο και η «κυρίαρχη Ψυχιατρική», στη βάση της λογικής που λειτουργούν και της κοινωνικής ανάθεσης που επιτελούν, δεν βρίσκουν σ΄ αυτό το νόμο παρά αυτό που ανέκαθεν αναζητούσαν για να κάνουν πιο αποτελεσματική την διαχρονικά κατασταλτική τους αντιμετώπιση των ψυχικά πασχόντων. Αυτό στο οποίο, αντιθέτως, αποτελεί «πρόκληση» αυτός ο νόμος, είναι απέναντι στην όποια προσδοκία για μια εναλλακτική προσέγγιση (και πραγματικά θεραπευτική αντιμετώπιση) του ζητήματος των «αδικοπραγούντων ψυχικά πασχόντων».

Ο νόμος κάνει νόμιμες κάποιες, ήδη από μακρού, ευρέως ασκούμενες πρακτικές, όπως η χορήγηση θεραπευτικών αδειών σε νοσηλευόμενους/φυλασσόμενους του αρ. 69ΠΚ, ή τη διαμονή τους σε εξωνοσοκομειακές στεγαστικές δομές.

Αλλά θεσμοθετεί το «ειδικό τμήμα» (ψυχιατρείου ή γενικού νοσοκομείου), σε μια λογική παλαιο-ιδρυματικής παλινδρόμησης. Ενα είδος «δικαστικού ψυχιατρείου», που σ΄ όλη την Ευρώπη έχει αποδειχτεί ότι λειτουργεί ως πραγματικό κολαστήριο, έχει αποτύχει και είναι υπό ριζική αμφισβήτηση παντού. Εν προκειμένω, «θα διαθέτει την κατάλληλη υλικοτεχνική υποδομή και εξοπλισμό για την εξυπηρέτηση των αναγκών των ατόμων που νοσηλεύονται». Τι κρύβει και τι υπαινίσσεται αυτή η «κατάλληλη υλικοτεχνική υποδομή και εξοπλισμός»; Μήπως για την απρόσκοπτη εφαρμογή των «μέσων αυξημένης ψυχιατρικής φροντίδας και ασφαλείας, όπως η προστατευτική απομόνωση και ο σωματικός περιορισμός», που, ο ν. 4509, παρ΄ όλα τα συνοδευτικά φληναφήματα περί πρωτοκόλλων, οδηγιών, κατευθυντήριων αρχών κλπ, καθαγιάζει – αυτές τις βάρβαρες κατασταλτικές πρακτικές – και νομοθετικά;

Μάλιστα, στο βαθμό που το «ειδικό τμήμα» αποτελεί τμήμα ψυχιατρείου ή γενικού νοσοκομείου, τι θα εμποδίσει τον εγκλεισμό εκεί και άλλων, θεωρούμενων «δύσκολων» ή «επικίνδυνων» ασθενών, που, όμως, δεν έχουν διαπράξει αδίκημα; Πουθενά στο νόμο δεν αναφέρεται ότι το τμήμα αυτό είναι αποκλειστικά και μόνο γι’ αυτούς του αρ. 69.

Ένα στοιχείο που δείχνει την προχειρότητα, την έλλειψη μιας σοβαρής πολιτικής και τον απλώς διαχειριστικό χαρακτήρα του νέου νόμου, είναι το γεγονός ότι διαιωνίζεται η πρόβλεψη να μπορεί να εκτίεται το «μέτρο θεραπείας» σε κανονικό τμήμα ψυχιατρείου ή γενικού νοσοκομείου, ενώ η παραμονή σε αυτό (ανεξαρτήτως του τι γίνεται μέχρι τώρα) θα έπρεπε να προβλέπεται μόνο για όσο διάστημα υπάρχει ανάγκη νοσηλείας και όχι επ΄ άπειρον προς εκτέλεση του «μέτρου».

Ο νόμος συνδέει αυθαίρετα τη σοβαρότητα του εγκλήματος με τη σοβαρότητα της ψυχικής διαταραχής του υποκειμένου, εισάγοντας μια γραμμική σχέση μεταξύ τους και προβλέποντας ότι για πλημμελήματα ο μέγιστος χρόνος του «θεραπευτικού μέτρου» είναι τα δυο χρόνια και για κακουργήματα τα πέντε χρόνια – τα οποία, φυσικά, θα μπορούν ν΄ ανανεώνονται επ΄ άπειρον – εισάγοντας έτσι, υπογείως, μια ποινική διάσταση στο υποτιθέμενο «θεραπευτικό μέτρο». Και είναι χαρακτηριστικός ο υποτιθέμενος περιοριστικός όρος για την ανανέωση του «θεραπευτικού μέτρου», ότι ο συνολικός χρόνος διάρκειάς του «δεν μπορεί να υπερβαίνει το ανώτατο όριο της ποινής που προβλέπεται στο νόμο για την πράξη που τέλεσε ο θεραπευόμενος». Το ερώτημα είναι: κι΄ αν στο νόμο προβλέπονται ισόβια;

Ένα από τα πολλά παλινδρομικά στοιχεία που εισάγει ο νέος νόμος είναι η πρόβλεψη ότι η εισαγωγή στο «ειδικό ή στο κοινό τμήμα νοσοκομείου» δεν θα γίνεται μόνο μετά από δικαστική απόφαση που κρίνει τον αδικοπραγούντα ως «ακαταλόγιστο», αλλά και με «βούλευμα ή διάταξη του ανακριτή». Ήδη είχαμε μια πρώτη εφαρμογή αυτής της διάταξης αμέσως μετά την ψήφιση του νόμου, όταν άτομο που διέπραξε ανθρωποκτονία στην Πελοπόννησο και είχε στο παρελθόν νοσηλευτεί σε ψυχιατρείο, στάλθηκε αμέσως στο ΨΝΑ, υποτίθεται για πραγματογνωμοσύνη (αυτή που προβλέπεται, βάσει του 4509, να γίνεται αμέσως μετά την διάπραξη της όποιας εγκληματικής πράξης). Οι πραγματογνώμονες τον είδαν, αλλά εξακολουθεί να νοσηλεύεται, χωρίς καμιά παρουσία από τις διωκτικές αρχές που τον είχαν συλλάβει ως διαπράξαντα το έγκλημα. Απλώς τον εναπόθεσαν στο ψυχιατρείο – μέχρι τη δίκη του, που μπορεί να γίνει και μετά πάνω από ένα χρόνο. Γιατί η πραγματογνωμοσύνη θα έπρεπε να γίνει στο ΨΝΑ και όχι σε νοσοκομείο κοντά στην περιοχή του; Αλλωστε, αν και στον 4509 προβλέπεται ότι, μέχρι να βγει το προεδρικό διάταγμα για το «ειδικό» τμήμα, ως τέτοιο, ή και ως «κανονικό» τμήμα ψυχιατρείου ή γενικού νοσοκομείου, θα θεωρείται το Δαφνί, το Δρομοκαίτειο και το ΨΝΘ, ωστόσο δεν υπήρξε κάποια δικαστική απόφαση επί του προκειμένου. Μήπως γιατί η πρακτική, από εδώ και πέρα, θα είναι η άμεση εναπόθεση οποιουδήποτε δράστη με ιστορικό ψυχιατρικής νοσηλείας (ή και απλώς «υπόπτου» για ψυχιατρικό πρόβλημα), απευθείας στο ψυχιατρείο – εν΄ αναμονή, μάλιστα, του «ειδικού τμήματος» που είναι σε διαδικασία ανεύρεσης χώρου, στελέχωσης και λειτουργίας;

Την ίδια στιγμή, ωστόσο, ένας άλλος, ήδη νοσηλευόμενος βάσει του αρ. 69, που διέμενε σε εξωνοσοκομειακή στεγαστική δομή και διέπραξε ανθρωποκτονία ενώ διέμενε εκεί, βρέθηκε, ενώ ίσχυε ο νέος νόμος, στον Κορυδαλλό, μέσα στις γνωστές απάνθρωπες συνθήκες που επικρατούν εκεί και βρέθηκε νεκρός από «υπερβολική δόση», μαζί με τον συγκρατούμενό του, μέσα στο κελί του. Γιατί «δυο μέτρα και δυο σταθμά»; Πώς και γιατί αποφασίστηκε εκεί η προσαγωγή του, που οδήγησε σ΄ αυτό το θλιβερό τέλος;

Δεν θ΄ αναφερθούμε στην γνωστή περίπτωση του Χ.Δ. και στην απαράδεκτη αντιμετώπισή του από το σύστημα – μια αντιμετώπιση που προεικάζει την λειτουργία του «ειδικού τμήματος» – για την οποία όλα, από όλες τις θεσμικές ιεραρχίες, θεωρήθηκαν «σωστά και αναγκαία».

Πρόκειται να δούμε «πολλά» στο προσεχές μέλλον, που σχετίζονται με τις «προκλήσεις» και τις ευκαιρίες για περαιτέρω καταστολή που δίνει αυτός ο νόμος στην «Δικαιοσύνη» και στην κυρίαρχη Ψυχιατρική. Ένας νόμος που δεν τολμά να στραφεί και ν΄ αντιμετωπίσει τις ρίζες του ζητήματος, που έχουν να κάνουν με την αμφισβήτηση της ίδια της έννοιας του «ακαταλόγιστου», της απο-υποκειμενοποίησης, δηλαδή, του δράστη, της μετατροπής και αντιμετώπισής του ως ενός «επικίνδυνου βιολογικού πράγματος». Με την επικινδυνότητα – που θεωρείται ως ατομική ιδιότητα και όχι στη σχεσιακή της διάσταση – να διαπερνά υπόρρητα όλο το νόμο, όπου κάθε λήψη απόφασης για την τύχη του δράστη πρέπει να λαμβάνει υπόψη της την «πιθανότητα να…».

Φυσικά, η αναγνώριση του δράστη ως υποκειμένου ευθύνης και όχι ως «ακαταλόγιστου» ανατρέπει την τρέχουσα αντιμετώπισή του εκ θεμελίων, καθώς, μεταξύ άλλων, θέτει το ζήτημα της εναλλακτικής ποινής (εκτός φυλακής) σε συνάρτηση με μια ολοκληρωμένη κοινοτική φροντίδα. Απαιτεί, δηλαδή, μια εναλλακτική ψυχιατρική κουλτούρα και πράξη, κοινοτικά βασισμένη, αλλά και μια διαφορετική Δικαιοσύνη.

16/3/2018

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

.

.

.

.

 

ΝΕΡΟ ΣΤΟ ΜΥΛΟ ΤΟΥ «ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΥ ΨΥΧΙΚΑ ΑΣΘΕΝΗ» ΡΙΧΝΕΙ ΤΟ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΤΑ «ΜΕΤΡΑ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ» ΤΩΝ «ΑΚΑΤΑΛΟΓΙΣΤΩΝ»

.

*Αναδημοσίευση από εδώ.

.

Το δρόμο προς ψήφιση από τη Βουλή έχει πάρει το σχέδιο νόμου που τιτλοφορείται «Μέτρα θεραπείας ατόμων που απαλλάσσονται από την ποινή λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής», μέσα σ΄ ένα, όπως, πλέον, έχει γίνει κανόνας, «νομοσχέδιο σκούπα».

Πέρα από μια κάποια φραστική επεξεργασία, η μόνη αλλαγή, σε σχέση με τη μορφή με την οποία αυτό το σχέδιο νόμου είχε δημοσιευτεί και αναρτηθεί πριν δέκα περίπου μήνες, είναι αυτή που αφορά τη δυνατότητα, που προβλεπόταν, να μπορεί να γίνεται στείρωση και λοβοτομή σε ασθενείς που θα ήταν ικανοί να δώσουν «ελεύθερη συναίνεση κατόπιν ενημέρωσης». Τώρα αυτή η φράση σβήστηκε και απλώς αναφέρεται ότι στείρωση και λοβοτομή, καθώς και όποια άλλη θεραπεία προκαλεί μη αναστρέψιμες καταστάσεις στην υγεία του ασθενούς, απαγορεύονται. Βέβαια παραμένει το γεγονός ότι, ακόμα κι΄ αν σβήστηκε (λόγω της κριτικής που ήδη είχε διατυπωθεί, καθώς και της περαιτέρω κατακραυγής που ήταν αναμενόμενη), παραμένει, κατ΄ αρχήν, το γεγονός ότι «γράφτηκε». Κι΄ ακόμα ότι, μια σειρά από «θεραπείες», όπως το ηλεκτροσόκ και η καθημερινή αλόγιστη χορήγηση ψυχοφαρμάκων σε υψηλές δοσολογίες (πολύ πέραν των αναγραφομένων ανωτάτων ορίων) δεν φαίνεται να εμπίπτουν σ΄ αυτό που λεκτικά αναφέρεται ως «και άλλες ανάλογες επεμβάσεις ή θεραπείες οι οποίες προκαλούν μη αναστρέψιμες καταστάσεις», οι οποίες «απαγορεύονται».

Όπως είχαμε ήδη επισημάνει, το νομοσχέδιο εισάγει κάποιες διατάξεις που επιτρέπουν πράγματα αυτονόητα για την θεραπεία, τα οποία μέχρι τώρα απαγορεύονταν, όπως οι θεραπευτικές άδειες, η διαμονή σε εξωνοσοκομειακή στεγαστική δομή, ή ακόμα και η κατ΄ οίκον με παρακολούθηση από υπηρεσία ψυχικής υγείας. Πράγματα που, ωστόσο, ιδιαίτερα τα δυο πρώτα, ήδη γίνονταν από τους θεράποντες – και άδειες δίνονταν και αρκετοί από τους ασθενείς με το καθεστώς του αρ. 69 ΠΚ διέμεναν, εδώ και χρόνια, σε οικοτροφεία.

Χωρίς να υποτιμάει κανείς το γεγονός ότι αυτά τώρα θα γίνονται νόμιμα (χωρίς, δηλαδή, να επικρέμαται η απειλή δίωξης για «παράβαση καθήκοντος»), ωστόσο οι διατάξεις αυτές μετατρέπονται σε προπέτασμα καπνού για την θεσμοθέτηση του «ειδικού τμήματος ψυχιατρείου ή γενικού νοσοκομείου», ενός περίκλειστου τμήματος γι΄ αυτούς που κρίνονται ως οι πιο «επικίνδυνοι». Ως ενός ψυχιατρο-σωφρονιστικού θεσμού («δικαστικού ψυχιατρείου») που, ενώ η σύστασή του (στελέχωση, τρόπος λειτουργίας κλπ) θα γίνει με προεδρικό διάταγμα ύστερα από πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Υγείας, θα ανήκει στο δημόσιο, ψυχιατρείο ή γενικό νοσοκομείο – θα αποτελεί τμήμα του. Δηλαδή, παρά το «ειδικό» καθεστώς του, θα είναι μέρος της συνολικής δομής και λειτουργίας του ιδρύματος – οι άδειες, πχ, των εκεί νοσηλευόμενων/κρατούμενων ασθενών θα υπογράφονται, όπως αναφέρεται, και από τον Διοικητή της μονάδας, δηλαδή του ψυχιατρείου (ή του γενικού νοσοκομείου). Πράγμα που σημαίνει ότι, εκτός από ένας άκρως αντιθεραπευτικός (ως εκ της σύστασής του) χώρος για τους ασθενείς του αρ. 69 ΠΚ, θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί, στο μέλλον, όσες διαβεβαιώσεις και αν δοθούν, και για τους θεωρούμενους (και κατασκευαζόμενους) ως «δύσκολους» ασθενείς του ψυχιατρείου, ή γενικά τους «ανεπιθύμητους» νοσηλευόμενους στα «κανονικά» ψυχιατρικά τμήματα (γιατί, όπως πάντα, «δεν θα μπορεί να γίνει αλλιώς»).

Προφανώς, η σύσταση των «ειδικών» τμημάτων «εντός» ή «εκτός» του ψυχιατρείου δεν αλλάζει σε τίποτα την ουσία του ζητήματος. Απλώς το «εντός» κάνει πιο εύκολη την ανεύρεση άδειων χώρων στα συρρικνωμένα ψυχιατρεία για την χρησιμοποίησή τους για τον εγκλεισμό των «ακαταλόγιστων», καθώς και την διασταλτική χρησιμοποίησή τους και για «άλλους επικίνδυνους». Υπάρχουν, άλλωστε, διεθνή παραδείγματα, τα οποία, ως συνήθως εισάγονται και αντιγράφονται, όπως, πχ, αυτό της Μ. Βρετανίας, όπου τα «ειδικά» ψυχιατρεία χρησιμοποιούνται εδώ και χρόνια για τον εγκλεισμό των πάσης φύσης «επικίνδυνων», χωρίς να έχουν διαπράξει παραβατική πράξη.

Να θυμίσουμε, εν προκειμένω, ότι ένα αντίστοιχο τμήμα στο ΨΝΑ, ένα τμήμα/ αποθήκη των «ακαταλόγιστων», χωρίς την όποια θεσμική συγκρότηση, είχε κλείσει το 1987 μετά από κινητοποίηση γιατρών και προσωπικού εξαιτίας των άθλιων συνθηκών και των απερίγραπτα κατασταλτικών πρακτικών που ασκούνταν στους εκεί έγκλειστους. Τώρα, τριάντα χρόνια μετά, αναβιώνει κάτι ανάλογο, αλλά με θεσμική συγκρότηση (!).

Γιατί αυτό που κάνει αυτό το σχέδιο νόμου δεν είναι παρά να θεσμοθετεί, με καθυστέρηση δεκαετιών, το «δικαστικό ψυχιατρείο» (κάτι που δεν είχε προλάβει, ή καταφέρει, να εισαχθεί σ΄ αυτή τη χώρα), όταν αυτό έχει μπει σε κρίση και αμφισβήτηση σε πολλές χώρες, καθώς η εκ της συστάσεώς του λειτουργία και αποστολή του ως ενός ακραιφνώς φυλακτικού ιδρύματος, από τη μια, έχει δείξει τον άκρως αντιθεραπευτικό του χαρακτήρα, ενώ, από την άλλη, η κατασταλτική του λειτουργία έχει πάρει ακραίες μορφές : μια λειτουργία «προστατευτικού φρουρίου» των κατεστημένων κοινωνικών σχέσεων απέναντι στην ποικίλης προέλευσης κοινωνική «επικινδυνότητα», στη θέση των καταργημένων ή συρρικνωμένων ψυχιατρείων.

Ανακυκλώνοντας την φυλακτική/κατασταλτική λειτουργία πίσω από μια επίπλαστη, εκσυγχρονιστικού χαρακτήρα αφήγηση, το «μέτρο ασφαλείας» (ή φύλαξης) μετονομάζεται σε «μέτρο θεραπείας». Ο ίδιος ο όρος «μέτρο» ακυρώνει την θεραπευτική λογική, η οποία δεν μπορεί να είναι «μέτρο». Αυτό φαίνεται και από την πρόβλεψη ότι για όσους έχουν διαπράξει κακούργημα το «μέτρο» μπορεί να διαρκεί μέχρι πέντε χρόνια (όριο που, όπως αναφέρεται, μπορεί ν’ ανανεώνεται ξανά και ξανά), ενώ για όσους έχουν διαπράξει πλημμέλημα, μέχρι τα δυο χρόνια. Ανεξάρτητα αν προβλέπεται ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να γίνει άρση του «μέτρου», αν και όταν κριθεί ότι δεν συντρέχουν, πλέον, οι λόγοι επιβολής του (αυτό, άλλωστε, υπάρχει και στις προβλέψεις του μέχρι τώρα ισχύοντος νόμου), το ίδιο το γεγονός ότι εισάγεται μια διαβάθμιση της παραβατικής πράξης και της αντίστοιχης ανώτατης διάρκειας του «μέτρου» για άτομο που, ωστόσο, έχει κριθεί «ακαταλόγιστο» – και που έχει, επομένως, ανάγκη θεραπείας και όχι κράτησης – δείχνει πώς η έννοια της ποινής εισάγεται πλαγίως σ΄ αυτό που πλασάρεται ως θεραπεία. Γιατί, φυσικά, δεν υπάρχει μια γραμμική αντιστοίχηση της σοβαρότητας της πράξης και της «βαρύτητας της νόσου». Η έννοια «θεραπεία» αναφέρεται στη «νόσο» και όχι στην παραβατική πράξη. Μια «σοβαρή νόσος» μπορεί να έχει οδηγήσει σε μια πλημμεληματική πράξη και μια πιο «ήπια» νόσος» (ή μια «σοβαρή νόσος» που ακολουθείται από ταχεία ανάρρωση) σε μια κακουργηματική πράξη. Όπως έχει δείξει η εμπειρία, τα όποια διφορούμενα αυτού του είδους δεν κάνουν άλλο από το να τροφοδοτούν πιο πολύ τους αυτοματισμούς του εσαεί παρατεινόμενου εγκλεισμού παρά την άρση του.

Το «μέτρο θεραπείας» προβλέπεται να μπορεί να εκτελεστεί, εκτός από το «ειδικό τμήμα», σε κανονικό τμήμα ψυχιατρείου ή γενικού νοσοκομείου, ή, μέσω της υποχρεωτικής θεραπείας, από Κέντρο Ψυχικής Υγείας, ή με παρακολούθηση από εξωτερικά ιατρεία ψυχιατρείου ή γενικού νοσοκομείου, σε μια λογική «διαβαθμισμένης επικινδυνότητας». Το ερώτημα, εν προκειμένω, είναι γιατί θα πρέπει να τελείται το «μέτρο θεραπείας» σε κανονικό ψυχιατρικό τμήμα πέραν του χρόνου μιας κανονικής νοσηλείας, που απαιτείται για την θεραπεία του ασθενή; Γιατί θα πρέπει να παραμείνει ένας «ακαταλόγιστος» για απροσδιόριστη περίοδο χρόνου (πολύ πέραν του αναγκαίου για την θεραπεία/ανάρρωση, μέχρι να αποφασιστεί η άρση του «μέτρου θεραπείας») σ΄ ένα ψυχιατρικό τμήμα που αποστολή του είναι η νοσηλεία και θεραπεία και όχι η υλοποίηση του όποιου «μέτρου θεραπείας» (ασφαλείας) – όπως, δηλαδή, έχει καταντήσει να γίνεται σήμερα;

Στην περιγραφή του «μέτρου» που αφορά την υποχρεωτική θεραπεία δεν αναφέρεται η αναγραφόμενη σε άλλη παράγραφο δυνατότητα διαμονής σε εξωνοσοκομειακή στεγαστική δομή, ενώ η απλή αναφορά σε παρακολούθηση από εξωτερικά ιατρεία, Κέντρα Ψυχικής Υγείας ή από τις Κινητές Μονάδες (ως επί το πλείστον των ΜΚΟ) ανά την επικράτεια είναι έωλη, καθώς τα εξωτερικά ιατρεία, αδυνατούν, εκ της φύσης τους, να προσφέρουν την κατάλληλη, ολοκληρωμένη φροντίδα, τα ΚΨΥ είναι ελάχιστα, υποστελεχωμένα και λειτουργούν σαν εξωτερικά ιατρεία, ενώ η κάλυψη που παρέχουν οι κινητές Μονάδες των ΜΚΟ είναι ως επί το πλείστον επιδερμική, αναξιόπιστη και αυτοαναφορική, χωρίς ουσιαστική διασύνδεση με το σύστημα των υπηρεσιών.

Τα πιο σκληρά και «κλειστού» χαρακτήρα μέτρα μπορεί μεν να αντικαθίστανται από τα πιο «ανοικτά», αλλά οι όροι και οι διαδικασίες έγκεινται στην υποκειμενική κρίση του εκάστοτε ψυχιάτρου, με την «επικινδυνότητα», αν και αποφεύγεται, για λόγους «βιτρίνας», ν΄ αναφερθεί λεκτικά, να αποτελεί τον κατευθυντήριο άξονα της όποιας απόφασης για την επιβολή του όποιου «μέτρου», καθώς «το δικαστήριο διατάσσει το κατάλληλο για την θεραπεία του ‘μέτρο’, εφόσον κρίνει ότι, εξαιτίας της κατάστασής του, υπάρχει κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης κίνδυνος, αν αφεθεί ελεύθερος, να τελέσει και άλλα τουλάχιστον ανάλογης βαρύτητας εγκλήματα». Αυτή η πιθανότητα διάπραξης «και άλλων τουλάχιστον ανάλογης βαρύτητας εγκλημάτων» διατρέχει όλο το νομοσχέδιο και ιδιαίτερα στις διατάξεις που αφορούν την δυνατότητα που δίδεται για αντικατάσταση ενός «κλειστού» με ένα άλλο πιο «ανοικτό» μέτρο. Πώς αλλιώς, όμως, ορίζουν τα διάφορα σχετικά εγχειρίδια την «επικινδυνότητα», αν όχι ως την «πιθανότητα διάπραξης» μιας εγκληματικής πράξης; Μια πιθανότητα, βέβαια, που πάντα αφορά το άτομο και όχι μια «κατάσταση», μια συνθήκη, στη βάση μιας κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Το αιώνιο ερώτημα των δικαστών, όταν τους ζητείται να αρθεί το άρθρο 69 για κάποιον ασθενή, είναι πάντα : «Κι΄ αν το ξανακάνει; Μπορείτε να εγγυηθείτε γι΄ αυτό;… Θα παίρνει τα φάρμακά του;» κοκ. Μάλιστα, ένα από τα συνήθη ερωτήματα των δικαστών για να δεχτούν το αίτημα άρσης του αρ. 69 ΠΚ είναι αν ο ασθενής έχει οικογένεια, περνάει, στο παρόν νομοσχέδιο, σαν ένας από τους ρυθμιστικούς παράγοντες στην εξέταση του αιτήματος για «αντικατάσταση ή άρση των θεραπευτικών μέτρων», δηλαδή, «η ύπαρξη κατάλληλου υποστηρικτικού ή άλλου περιβάλλοντος». Επιβεβαιώνοντας για μιαν ακόμη φορά ότι, αν δεν υπάρχει οικογένεια, άλλα κοινωνικά στηρίγματα δεν παρέχονται και δεν προβλέπονται. Με αποτέλεσμα να δυσκολεύει η άρση, ή ακόμα και η αντικατάσταση του πιο «κλειστού» με το πιο «ανοικτό μέτρο».

Μια σειρά από προβλέψεις του νομοσχεδίου έρχονται να επιβεβαιώσουν τον κατασταλτικό χαρακτήρα των ρυθμίσεων που εισάγονται με το περιτύλιγμα ενός επίπλαστου θεραπευτικού προσανατολισμού. Για πρώτη φορά σε νόμο του κράτους καθαγιάζεται η χρήση της απομόνωσης και των μηχανικών καθηλώσεων, βάρβαρων και τραυματικών μέσων καταστολής της ψυχοκινητικής ανησυχίας (ή και απλώς της μη υπακοής και συμμόρφωσης στην πειθαρχία του ιδρύματος) λόγω αναπάντητων αναγκών και βάναυσης μεταχείρισης μέσα από τις διαδοχικές αναπομπές και απορρίψεις από τους ποικίλους κοινωνικούς θεσμούς. Η επίκληση των όποιων πρωτοκόλλων είναι απλώς ένα ακόμα πρόσχημα καθώς είναι παγκοίνως γνωστό ότι η όποια απόφαση για μηχανική καθήλωση δεν στηρίζεται ποτέ σε κάποιο πρωτόκολλο (που χρησιμοποιείται απλώς ως πρόσχημα και άλλοθι), αλλά στην υποκειμενική κρίση του εκάστοτε ψυχιάτρου, ή και νοσηλευτή. Με τραγικές και θανατηφόρες συνέπειες στη ζωή των ασθενών, των οποίων η αιτία θανάτου, δηλαδή η καθήλωση, αποκρύπτεται και αποδίδεται σε άλλους λόγους.

Κι΄ ακόμα, η στελέχωση του «ειδικού τμήματος», πέραν του ιατρικού, του νοσηλευτικού κλπ προσωπικού, και με φύλακες – κανονική φυλακή δηλαδή-αλλά και με διοικητικούς υπαλλήλους, που σημαίνει ότι ο μικρός αριθμός κλινών (χωρίς να τον προσδιορίζουν) που επαγγέλλονται για το «ειδικό τμήμα», μπορεί να καταλήξει να έχει απροσδιόριστα μεγάλες διαστάσεις, όπως και ο αριθμός των «ειδικών τμημάτων» ανά τη χώρα, που, επίσης, δεν προσδιορίζεται.

Ανακυκλώνοντας και παγιώνοντας την κατασταλτική διαχείριση, το νομοσχέδιο δεν τολμάει, φυσικά, ν΄ αγγίξει την ουσία του ζητήματος των λεγόμενων «ακαταλόγιστων»: ν΄ αμφισβητήσει, δηλαδή, την ίδια την έννοια του «ακαταλόγιστου» ως μορφή απο-υποκειμενοποίησης και πραγμοποίησης του ψυχικά πάσχοντος δράστη, στη λογική που η κυρίαρχη ψυχιατρική απονοηματοδοτεί τον λόγο του ψυχικά πάσχοντα και αποϊστορικοποιεί την ύπαρξή του, μετατρέποντας τον όποιο λόγο και πράξη του σε συμπτώματα, σε αφηρημένα σημεία και διαγνωστικές κατηγορίες.

Αμφισβήτηση του «ακαταλόγιστου» θα συνεπαγόταν τη περαιτέρω αμφισβήτηση, σε θεσμικό επίπεδο, των κατεστημένων νομικών/ποινικών ρυθμίσεων, προς μια ριζικά εναλλακτική προσέγγιση (την μόνη που μπορεί ν΄ αλλάξει την υπάρχουσα κατάσταση αντί να την ανακυκλώνει). Μέσω της θεσμοθέτησης, πχ, του μερικού καταλογισμού (με όλα τα ελαφρυντικά που, μεταξύ άλλων, παρέχει η «ψυχική νόσος» και η ουσιαστική διερεύνηση των κοινωνικά αλληλεπιδραστικών συνθηκών, εντός των οποίων προέκυψε το συμβάν) και της επιβολής εναλλακτικών ποινών, εκτός φυλακής, καθώς και της παροχής της αναγκαίας θεραπείας, για όσο χρόνο χρειαστεί, σε κατάλληλη θεραπευτική μονάδα, ή κατ΄ οίκον. Με ταυτόχρονη την όποια αναγκαία ψυχοκοινωνική στήριξη του ατόμου για επανένταξη στον κοινωνικό ιστό.

Προφανώς, μια τέτοια συζήτηση, ιδιαίτερα όταν αναφέρεται στις προθέσεις και τις πολιτικές επιδιώξεις των κρατούντων στην Ελλάδα και διεθνώς, φαίνεται να είναι «εκτός εποχής». Μιας εποχής οικονομικής κρίσης, μαζικής φτωχοποίησης, ραγδαίας ιδιωτικοποίησης των πάντων, κατάρρευσης του «κράτους πρόνοιας» και μετατόπισης των κυρίαρχων θεσμών προς πολιτικές μιας όλο και πιο κατασταλτικής διαχείρισης των όποιων κοινωνικών αντιστάσεων προκαλεί η παρούσα κρίση. Άλλωστε, για την παρούσα κυβέρνηση, το νομοσχέδιο αυτό, του οποίου διάφοροι καλοθελητές σπεύδουν να σερβίρουν τα «θετικά» στοιχεία, δεν είναι παρά ένα αναγκαίο, γι΄ αυτούς, βήμα στην πορεία για το κλείσιμο/κατάργηση των εναπομεινάντων ψυχιατρείων, κλείσιμο για το οποίο έχουν πάρει διορία από τις Βρυξέλες μέχρι το 2020 – μια διαχειριστική κίνηση, προετοιμασία προς αυτή την κατεύθυνση.

Δεν παύει, ωστόσο, η αναζήτηση, η επεξεργασία και η διεκδίκηση των ριζικά εναλλακτικών προσεγγίσεων, των μόνων που μπορεί να έχουν έναν πραγματικά χειραφετητικό χαρακτήρα, ν΄ αποτελούν τον μόνο τρόπο μέσα από τον οποίο μπορεί ν΄ ανοίξουν δρόμοι, καταστάσεις, ανατροπές, όπου θα μπορέσουν να βρουν πραγματικό χώρο έκφρασης, αλλά και ουσιαστικές, υλικές απαντήσεις οι πολύπλοκες και μέχρι τώρα αναπάντητες ανάγκες των ατόμων με ψυχιατρική εμπειρία (αλλά και όλων των ραγδαία φτωχοποιούμενων κοινωνικών στρωμάτων) ενάντια στη στοχοποίησή τους ως των «επικίνδυνων» ομάδων, για τα οποίες το μόνο που επιφυλάσσεται είναι η καταστολή, τα «ειδικά» τμήματα κλπ.

 17/12/2017

 

 

 ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

 

.

.

.

.

.

.

Κατασκευάζοντας τον επικίνδυνο ασθενή*

.

*Αναδημοσίευση από εδώ.

.

Υπάρχουν μικρές ιστορίες που εκτυλίσσονται μαζί με τις μεγάλες, ιστορίες που περνάνε στα κρυφά ή τις σκεπάζει η σιωπή μπροστά στον εκκωφαντικό θόρυβο των μεγάλων αφηγήσεων. Κι όμως οι μεν δεν μπορούν να ειδωθούν ξέχωρα από τις δε. Την τελευταία οκταετία ο ψυχιατρικός θεσμός συνιστά έναν από τους κατεξοχήν τόπους όπου χιλιάδες μικρές αφηγήσεις αντανακλούν την ευρύτερη κυρίαρχη αφήγηση, αυτή της βαθιάς οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής κρίσης. Επιλέγοντας μια ιστορία από τις χιλιάδες θα επιδιώξουμε να διερευνήσουμε τη “σειρά συμβάντων της καριέρας ενός ασθενή”, να παρουσιάσουμε γεγονότα που αναδεικνύουν πώς προοδευτικά ένα πρόσωπο που χρειάζεται κάποιου τύπου βοήθεια, ένας άνθρωπος που αντιμετωπίζεται αρχικά ως ένα υποκείμενο το οποίο ο ψυχίατρος έχει αποστολή να θεραπεύσει μετασχηματίζεται και προσαρμόζεται σε μια κατάσταση ως “αντικείμενο της βίας”.

Ο Δ. νοσηλεύεται από το 2010 στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής έχοντας με βάση το άρθρο 69 του ποινικού κώδικα κριθεί ως ακαταλόγιστος για το θάνατο του θείου του. Από την ηλικία των τριών ετών έχει διαγνωστεί με κροταφική επιληψία και θεωρείται “φαρμακοεξαρτημένος”. Στο σπίτι από την παιδική του ηλικία υπάρχουν στιγμές έντασης και διαπληκτισμών. Ο Δ. περιγράφεται από τους γονείς του ως ένα απρόβλεπτο παιδί που κάποιες φορές συγκρούεται μαζί τους “όπως όλα τα παιδιά”. Η επιθετικότητά του περιορίζεται προς τα μέλη του στενού οικογενειακού του κύκλου με εκρήξεις θυμού και σπανιότερα βίας. Οι περιστασιακές του φυγές δε συνοδεύονται από επεισόδια βίας.

Η νοσηλεία του ξεκινάει σε ένα τμήμα του Ψ.ΝΑ χωρίς η παραμονή του σε αυτό να διαφοροποιείται από τους υπόλοιπους ασθενείς που νοσηλεύονται με βάση το άρθρο 69 και διάγει μια μάλλον “φυσιολογική” νοσηλεία, κατά τη διάρκεια της οποίας συμπεριλαμβάνονται και έξοδοι από το Ψ.Ν.Α. για το σπίτι του. Προοδευτικά για λόγους που δε γνωρίζουμε αν ποτέ διερευνήθηκαν επαρκώς ξεκινάει μια αντιπαράθεση μεταξύ γονιών και μέρους του προσωπικού του νοσοκομείου. Από τη μια καταγγελίες για βία προς τον γιο και απαξιωτική συμπεριφορά από τους γιατρούς και από την άλλη διαμαρτυρίες για ελλιπή συνεργασία. Μέσα σε αυτό το σκηνικό ο Δ. εμφανίζεται όλο και πιο εκνευρισμένος, όλο και πιο “απρόβλεπτος”. Παρ’ όλα αυτά συνεχίζει να βγαίνει έξω μόνος του και σε καμία έξοδό του δεν αναφέρεται βίαιο συμβάν. Συμμετέχει σε εργοθεραπευτικές συνεδρίες και διατηρεί μια καλή σχέση με τη θεράπουσα ψυχίατρο. Μια μέρα βρίσκεται από τους γονείς του χτυπημένος ενώ το προσωπικό ισχυρίζεται ότι “τα έκανε μόνος του”. Μπαίνει σε απομόνωση σε ένα δωμάτιο όπου του παρέχονται κάποιες υποτυπώδεις ανέσεις. Συχνά περιορίζεται στο κρεβάτι του (μηχανική καθήλωση με ιμάντες). Παράλληλα, σε μια αδιανόητη κίνηση δύο ψυχίατροι ζητούν τον εγκλεισμό των γονέων σε ψυχιατρική κλινική. Πράγματι το Νοέμβριο του 2013 οι γονείς του μεταφέρονται συνοδεία περιπολικών για ψυχιατρική εκτίμηση με το ερώτημα αν χρήζουν νοσηλείας και κρίνεται ότι δε συντρέχει τέτοιος λόγος.

Προοδευτικά γύρω από τον Δ. η ιδρυματική λογική ξεδιπλώνει την απόλυτη ισχύ της. Η όποια ευελιξία απαιτείται στη συνάντηση με το λεγόμενο “δύσκολο περιστατικό” εκμηδενίζεται. Οι απαντήσεις δίνονται μηχανικά σχεδόν αυτοματοποιημένα. Το ψυχιατρείο αναγάγεται σε ένα χώρο τεράστιας αντιπαράθεσης. Κάθε συμβάν διαβάζεται μονόδρομα, αποδιδόμενο ευθέως σε ψυχοπαθολογικά μοτίβα άλλοτε του ασθενούς και άλλοτε της οικογένειάς του, η οποία και αυτή με τη σειρά της θα αντιδράσει δημιουργώντας ένα φαύλο κύκλο όπου είναι αδύνατο να διακριθεί μια αρχή, ίσως γιατί απλούστατα δεν υπάρχει. Ο κύκλος της βίας είναι έτοιμος να πυροδοτηθεί ανά πάσα στιγμή. Αρκεί ένα τυχαίο συμβάν, μια ασυνήθης κατάσταση που κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες θα πυροδοτήσει αλυσιδωτές αντιδράσεις. Κι αυτό το τυχαίο συμβάν δεν ήταν άλλο από τη φωτιά που ξέσπασε στο Ψ.Ν.Α. και οδήγησε στο φρικτό θάνατο τριών ανθρώπων από ασφυξία, όλων δεμένων στα κρεβάτια τους, γιατί προφανώς ανήκαν στην κατηγορία των “δύσκολων περιστατικών”.

Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτοί οι τρεις θάνατοι έρχονται να προστεθούν σε μια αλυσίδα θανάτων: έξι θάνατοι νοσηλευομένων στο Δαφνί από τον Ιούνιο του 2014 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2015. Σε μια μόλις χρονιά το ψυχιατρικό κατάστημα «μέτρησε» μια αυτοκτονία, μια ανθρωποκτονία σε βάρος δεμένου ασθενούς από άλλο ασθενή, τον τριπλό θάνατο από την πυρκαγιά, αλλά και έναν θάνατο ασθενούς που αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει, εν συνεχεία το έσκασε και βρέθηκε τελικά νεκρός έξω από το ψυχιατρείο. Τα περιστατικά αυτά σε συνδυασμό «με τις επανειλημμένες καταγγελίες προς την Ειδική Επιτροπή του Υπουργείου Υγείας για παραβίαση των δικαιωμάτων των νοσηλευομένων δικαιούται να υποστηριχθεί ότι το ΨΝΑ ως οργανισμός βρίσκεται σε κρίση», αναφέρει η έκθεση της, σε γενικές γραμμές άχρωμης, Ειδικής Επιτροπής Ελέγχου Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ατόμων με Ψυχικές Διαταραχές.

Προοδευτικά το όλο σκηνικό θυμίζει σύγκρουση, όπου ο καθένας χρησιμοποιεί όσα όπλα έχει διαθέσιμα: εισαγγελικές εντολές, εξώδικα, μηνύσεις και τιμωρητικά μέτρα όλα σε ένα γαϊτανάκι αναζήτησης και απόδοσης ευθυνών. Πιθανότατα ωθούμενη από την κατακραυγή για τους θανάτους η Διοίκηση του νοσοκομείου σπεύδει να πάρει θέση στην αντιπαράθεση που έχει ξεσπάσει ανάμεσα σε γονείς και μέρος του προσωπικού. Τα όποια θεραπευτικά πλάνα προοδευτικά μετασχηματίζονται σε φυλακτικά μέτρα επιτήρησης και περιορισμού. Στον Δ. επιβάλλονται περιοριστικά μέτρα. Χωρίς καμιά προοπτική, χωρίς κανένα πλάνο ο εγκλεισμός του Δ. εντείνεται. Παραμένει επί πάνω από δύο χρόνια σε απομόνωση, χωρίς καμιά δραστηριότητα ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης παρά το γεγονός ότι ο θεράπων ιατρός του θεωρεί την κλινική του κατάσταση του σχετικά σταθεροποιημένη. Αναφορές μιλάνε για απόπειρες αυτοκτονίας και αυτοκαταστροφής.

Ο πατέρας καταγγέλλει: «Τον έχουν σε πλήρη και παρατεταμένη απομόνωση επί 9μηνου περίπου, σε μπουντρούμι ολίγων τετραγωνικών μέτρων, χωρίς παράθυρο, με καγκελωτό φεγγίτη με σήτα, σιδερένια πόρτα με καγκελωτό παραθυράκι ολίγων εκατοστών. Του έχουν στερήσει όλα τα ανθρώπινα δικαιώματα του. Κάποιοι από αυτούς τον εξύβριζαν χυδαιότατα, τον απειλούσαν, τον χτυπούσαν αλύπητα με χέρια και πόδια στο σώμα και το χειρουργημένο κεφάλι του, τον έσερναν στο δάπεδο σαν αρνί σε σφαγείο, τον δέσμευαν στην κλίνη του και στα 4 άκρα. Ο γιος μου μόνος προσπαθούσε απεγνωσμένα αμυνόμενος να διαφύγει για να μην υποστεί τα βασανιστικά μαρτύρια των παρατεταμένων απομονώσεων, πολυήμερων δεσμεύσεων επί κλίνης στα 4 άκρα, σε μια περίπτωση τραυματισμένος στο κεφάλι για 11 συνεχόμενες ημέρες από τον νοσηλευτή Ν.Κ κατόπιν εντολής της Διευθύντριας Ψυχιατρικής Ε.Μ, αφαίρεσης όλων ανθρωπίνων δικαιωμάτων του”.

Προφανώς λοιπόν και δεν παρέχεται κανένα εξατομικευμένο θεραπευτικό πρόγραμμα ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης και η μόνη θεραπεία του είναι φαρμακευτική. Παράλληλα η Διοίκηση προτιμά να παίξει το ρόλο της απαντώντας με εξώδικα προς του γονείς για τη μη τήρηση του επισκεπτηρίου, για τη μη συνεργασία τους κοκ. Αντί να αποτελέσει το θεματοφύλακα των κατοχυρωμένων ανθρωπίνων δικαιωμάτων του Δ. και της λειτουργίας μιας πολυκλαδικής θεραπευτικής ομάδας, με στόχο μια παρέμβαση όχι προς αλλά μαζί με τον άμεσα ενδιαφερόμενο και τους γονείς, προσλαμβάνει ειδικό φυλακτικό προσωπικό (security). Όμως θα επισημάνουμε και πάλι πως κανένα εξατομικευμένο θεραπευτικό πρόγραμμα ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης δεν μπορεί να είναι πλάνο φύλαξης. Αν στο νόημα της φύλαξης εμπεριέχεται επιτήρηση και όχι φροντίδα, νοιάξιμο και άνοιγμα σε μια διεργασία χειραφέτησης, το Ψ.Ν.Α θα παραμμένει ένας όλο και πιο κατασταλτικός οργανισμός. Γιατί θα συμφωνήσουμε ότι υπάρχει ανάγκη φύλαξης: όχι όμως με το νόημα της επιτήρησης και του ελέγχου του Δ. αλλά δια-φύλαξης της ανθρωπιάς και της χειραφετητικής διαδικασίας τόσο για το Δ. όσο και για όλους τους εμπλεκόμενους.

Για άλλη μια φορά όλοι μιλάνε για τον “επικίνδυνο” Δ.. Αγνοώντας τις δεκάδες φωτιές που ανάβουν στο Ψ.Ν.Α. κάθε χρόνο για πολλούς και διαφορετικούς λόγους (πχ από ξεχασμένα τσιγάρα σε στρώματα κρεβατιών), απαλείφοντας κάθε δυνατότητα να διαβαστούν τα πολλαπλά επίπεδα του “τυχαίου συμβάντος”, Σωματείο εργαζομένων, ψυχίατροι και Διοίκηση αναγάγουν για άλλη μια φορά τη συζήτηση στο πρόσωπο του ασθενούς και την “επικινδυνότητα”.

Πώς όμως μπορεί κανείς να μιλήσει για την κρίση, τη δυσκολία, την “ακραία” συμπεριφορά ενός ανθρώπου αν δε μιλήσει παράλληλα για την κρίση, τη δυσκολία και την “ακραία” συμπεριφορά του συστήματος που το εμπεριέχει; Πώς είναι δυνατό να αναπτυχθεί οποιαδήποτε θεραπευτική σχέση όταν η βία κυριαρχεί, η διάχυτη επιθετικότητα μετασχηματίζεται σε μέτρα επιτήρησης κι όταν οι θεράποντες ιατροί ζητούν τον εγκλεισμό των γονέων του ασθενή; Πώς είναι δυνατόν ένα σύστημα να είναι θεραπευτικό όταν δεν μπορεί να ακούσει τη δυσκολία παρά απαντά με θυμό και βία; Πώς μια συμπεριφορά που στο σπίτι ήταν επιθετική και απρόβλεπτη αλλά διαχειρίσιμη καταλήγει επικίνδυνη και τελικά μη διαχειρίσιμη με τον ασθενή να παραμένει για μεγάλο διάστημα δεμένος στο κρεβάτι του; Παίζει ρόλο για αυτή την κατάληξη το ιδρυματικό και φυλακτικό περιβάλλον και η απουσία στοιχειώδους εκπαίδευσης αποκλιμάκωσης των κρίσεων και μη βίαιης επικοινωνίας; Μήπως αν δεν υπήρχε η διάδραση με την οικογένεια ο Δ δεν θα είχε αναχθεί σε «επικίνδυνο», καθώς θα είχαν εφαρμοστεί πάνω του, και δια βίου, οι συνήθεις κατασταλτικές πρακτικές χωρίς κανένας να διαμαρτύρεται και να τις αμφισβητεί;

Ούτε οι ψυχίατροι ούτε το περιβάλλον του μπορεί να θεωρηθούν υπεύθυνοι για την “επικινδυνότητα”. Η μόνη ευθύνη που αναγνωρίζεται είναι αυτή του ασθενούς και της ασθένειας του που δοκιμάζει τα όρια των βιολογικών και κατασταλτικών δυνατοτήτων του συστήματος καθώς η αρρώστια δε τιθασεύεται, δε δαμάζεται και ο άρρωστος δε συνεργάζεται. Βαθμιαία ένα πρόσωπο που μπορούσε να ζει σε μια γειτονιά με τις όποιες ιδιαίτερες ανάγκες και δυσκολίες αντιμετώπιζε, μεταμορφώνεται σε ένα τέρας: «Εγώ προσωπικά τον φοβάμαι και αύριο που εφημερεύω το σκέφτομαι με τρόμο», αναφέρει η Σ.Χ. ψυχίατρος. Κι είναι αυτός ο φόβος που χτίζει προοδευτικά τον ένα τοίχο μετά τον άλλο, που αντικαθιστά την “ευθύνη για” με την “ευθύνη σε».

Γνωρίζουμε ότι το ψυχιατρείο, από καταβολής του τόπος εγκλεισμού και αποσιώπησης, αποτέλεσε και αποτελεί ένα χώρο εκμηδένισης του νοήματος, μια “no man’s land”, ένα χώρο που εξωθήθηκε ο “Άλλος”, ο ξένος, αυτός που αποκλίνει προκειμένου να διαφυλαχτεί η κοινωνική τάξη και ασφάλεια, καθώς οι όποιες θεραπευτικές προεκτάσεις που ενδεχομένως το προσωπικό ενστερνίζεται ή επιδιώκει αλλοιώνονται και εκμηδενίζονται μπροστά στη θεσμικό του χαρακτήρα, που περιλαμβάνει τη δυνατότητα περιχαράκωσης σε κλειστούς χώρους και την εφαρμογή ειδικών καθεστώτων. Για εμάς είναι σαφές πως τα όσα εκτυλίσσονται εντός των τοίχων του ιδρύματος απηχούν τις αντιφάσεις και τα όρια ενός συστήματος που δεν μπορεί να διαγνώσει παρά μόνο ψυχιατρικές ετικέτες , διερευνώντας και παράλληλα κατασκευάζοντας “επικίνδυνους” ασθενείς καθώς η θεραπευτική συνάντηση είναι αδύνατο να επιτευχθεί αν δεν αρθούν τα δεσμά που δένουν εργαζόμενους και κυρίως ασθενείς (τους τελευταίους και με μηχανικά δεσμά) σε μια λογική “τεχνικής βίας”. Φαίνεται όμως πως κατασκευάζοντας «επικίνδυνους ασθενείς» κατασκευάζεται και ο χώρος για τη δημιουργία νέων κατασταλτικών θεσμών, ειδικών χώρων αποκλεισμού και επιτήρησης, θεσμών που στο πνεύμα της εποχής συγκροτούν απαντήσεις ελέγχου και όχι ελευθερίας, εγκλεισμού και όχι χειραφέτησης. Αν θέλουμε να μιλάμε για θεραπεία δεν μπορούμε να μιλάμε παρά για ελευθερία που θα προασπίζει τα δικαιώματα κάθε ανθρώπου που έχει βρεθεί σε ψυχική δυσφορία, δηλαδή εν δυνάμει του καθενός από εμάς.

.

 

25/10/2017

.

ΔΙΚΤΥΟ ‘Ψ’  ΓΙΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

Παρέμβαση για τα Δικαιώματα στην Ψυχική Υγεία

.

.

.

.

.

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗΣ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ: Σχετικά με την επικινδυνότητα της τρομολαγνείας του ΣΥΝΟΨΥΝΟ

.

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗΣ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗΣ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ

ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΙ ΑΣΘΕΝΕΙΣ Ή ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΣΥΝΤΕΧΝΙΕΣ;

.

Και εκεί που η Ψυχική Υγεία, οι ψυχιατρικές μονάδες, τα ψυχιατρεία, μετά τον θάνατο από πυρκαγιά, τον περασμένο Σεπτέμβρη στο Δαφνί, τριών μηχανικά καθηλωμένων ασθενών, είχαν απομακρυνθεί από το προσκήνιο της επικαιρότητας – με τις πάγιες αντιφάσεις τους και τα αδιέξοδά τους να κοχλάζουν, όπως πάντα, πίσω από τα τείχη και τις κλειδωμένες πόρτες – ήλθε ο ΣΥΝΟΨΥΝΟ (Σύλλογος Νοσηλευτών Ψυχιατρικών Νοσοκομείων) με νέα ανακοίνωσή του ξανά για τους «90 επικίνδυνους ασθενείς που έχουν διαπράξει σοβαρά εγκλήματα κατά της ανθρώπινης ζωής και άλλες βαρύτατες πράξεις και το προσωπικό του Νοσοκομείου βρίσκεται σε διαρκή κίνδυνο ζωής», να φέρει ξανά το ζήτημα της (κατασκευασμένης) «επικινδυνότητας του ψυχικά ασθενή» σε πρώτο πλάνο και να παίξει το συνήθη ρόλο του στη διασπορά τρόμου. Βρίσκοντας, φυσικά, την αναμενόμενη υποδοχή και την συνακόλουθη υπερπροβολή από το σύνολο των καθεστωτικών ΜΜΕ, πάντα διψασμένων να «σορτάρουν» πάνω σε μια τρομολαγνεία που κάποιοι «συνδικαλιστές» τους προσφέρουν σε έτοιμο πιάτο.

Για μιαν ακόμη φορά, ο ΣΥΝΟΨΥΝΟ, ένας σύλλογος τυπικά συντεχνιακός, χωρίς ίχνος κινηματικής δράσης, καλλιεργεί το στιγματιστικό στερεότυπο της «επικινδυνότητας» στο πεδίο της ψυχικής υγείας, επικεντρώνοντας στους νοσηλευόμενους με το άρθρο 69 ΠΚ. Αυτούς, δηλαδή, που, βάσει του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου, έχουν κριθεί ως «ακαταλόγιστοι» λόγω της ψυχικής τους διαταραχής και γι΄ αυτό διατάσσεται ο εγκλεισμός τους, μέχρι την επιβεβαίωση της ανάρρωσής τους και της αποδοχής από το δικαστήριο της εξάλειψης της «επικινδυνότητας» τους (νοούμενης, αναγωγιστικά, ως ατομικής ιδιότητας και όχι στην κοινωνική/σχεσιακή της διάσταση).

Είναι, ωστόσο, γνωστό ότι οι περισσότεροι από αυτούς τους «επικίνδυνους για την δημόσια ασφάλεια που έχουν διαπράξει αξιόποινες πράξεις και δη ανθρωποκτονίες», παίρνουν εξιτήριο μετά από μιαν άλλοτε άλλη περίοδο χρόνου.

Ότι τα εξιτήρια θα ήταν πολύ περισσότερα αν δεν υπήρχε αυτός ο εγγενής συντηρητισμός του κυρίαρχου δικαστικού και ψυχιατρικού θεσμού, με προπορευόμενο, εν προκειμένω, τον δικαστικό, καθώς είναι επανειλημμένες οι απορρίψεις από την εκάστοτε δικαστική έδρα των εκθέσεων/εισηγήσεων των θεραπόντων ψυχιάτρων για άρση του άρθρου 69 και την χορήγηση εξιτηρίου.

Ότι οι ασθενείς του άρθρου 69, πλην ελαχίστων, συγκριτικά, εξαιρέσεων, είναι οι πιο «ήσυχοι ασθενείς», στα τμήματα όπου νοσηλεύονται.

Ότι τουλάχιστον 20 από τους 90 «επικίνδυνους» του ΨΝΑ, διαμένουν σε εξωνοσοκομειακές στεγαστικές δομές, μέσα στην κοινότητα, με θύρες επισήμως ανοικτές και κυκλοφορούν ελεύθερα, χωρίς να έχει αρθεί το άρθρο 69.

Ότι ο θάνατος, τον περασμένο Σεπτέμβρη, των τριών ασθενών από πυρκαγιά, που εν τέλει αποδόθηκε στον γνωστό «επικίνδυνο ασθενή», δεν οφειλόταν στη φωτιά καθαυτή, κάτι που συμβαίνει πολύ συχνά στο ψυχιατρείο (κάποιος να βάλει σ΄ ένα τμήμα φωτιά), αλλά στο γεγονός ότι οι τρεις ασθενείς ήταν μηχανικά καθηλωμένοι και ότι, επιπλέον, δεν υπήρξε ετοιμότητα παρέμβασης για την διάσωσή τους.

Τα μέτρα που ζητάει ο ΣΥΝΟΨΥΝΟ είναι υπέρ της περαιτέρω κατασταλτικής λειτουργίας του ψυχιατρείου, υπέρ των ειδικών θαλάμων απομόνωσης και άλλων περιοριστικών μέτρων, επικαλούμενος τον «διαρκή κίνδυνο για την ίδια τη ζωή του προσωπικού». Ενα ψυχιατρείο, δηλαδή, ως φρούριο και ενσάρκωση της «επικινδυνότητας», με ό,τι αυτό σημαίνει για την καταστολή που αναμένει, αλλά και για το κοινωνικό στίγμα που συνοδεύει, τον όποιο ψυχικά πάσχοντα καταφεύγει (ή «τον καταφεύγουν») στις υπηρεσίες του.

Αλλά και η επαναφορά του πάγιου αιτήματος της κυρίαρχης ψυχιατρικής και νοσηλευτικών συντεχνιών που την υπηρετούν, για το άνοιγμα «δικαστικού ψυχιατρείου», ενός θεσμού πλήρως αποτυχημένου διεθνώς.

Και όλα αυτά γιατί το ΨΝΑ δεν ανανέωσε τη σύμβαση με εταιρεία φύλαξης η οποία διέθετε δυο σεκιουριτάδες ανά βάρδια για την φύλαξη του συγκεκριμένου «επικίνδυνου ασθενή», μέτρο που επιβλήθηκε μετά την πυρκαγιά του Σεπτέμβρη. Κανείς δεν μιλάει για την έλλειψη του όποιου θεραπευτικού πλάνου για τον εν λόγω ασθενή, όπως και για πολλούς άλλους (και όχι μόνο του άρθρου 69 ΠΚ), την αδυναμία/ανικανότητα ν΄ αναπτυχθεί μια θεραπευτική προσέγγιση στην δυσκολία που τον διακρίνει. Κανείς δεν μιλάει για την έλλειψη της στοιχειώδους εκπαίδευσης του προσωπικού των ψυχιατρείων και όλων των ψυχιατρικών μονάδων στις διαδικασίες/τεχνικές «αποκλιμάκωσης», για το πώς η ίδια η λειτουργία των μονάδων αυτών, η κουλτούρα και η πρακτική που τις διέπει, παράγει και/ή επιδεινώνει την «επικινδυνότητα», ή καλλίτερα, τις «επικίνδυνες καταστάσεις». Φυσικά, καταλυτικό ρόλο σε όλα αυτά παίζει και η δραματική έλλειψη του προσωπικού, η αποψίλωση του ΨΝΑ και όλων των μονάδων από νοσηλευτές/τριες, πρωτίστως, αλλά και από ψυχιάτρους και από όλες τις άλλες ειδικότητες. Ωστόσο, ο κατασταλτικός χαρακτήρας της κουλτούρας και των ασκούμενων πρακτικών προϋπήρχε της έλλειψης προσωπικού – είναι στο DNA του κυρίαρχου ψυχιατρικού παραδείγματος.

Ο ΣΥΝΟΨΥΝΟ, αν και αδρανής κινηματικά, δεν ήταν καθόλου αδρανής στην με κάθε μέσο διεκδίκηση της ιατρικοποίησης του ρόλου του νοσηλευτή, στη μετατροπή του σ΄ ένα φορέα επιστημονικοφανών, περιγεγραμμένων, αυτοαναφορικών και αποστειρωμένων δεξιοτήτων απέναντι στην αρρώστια ως αντικείμενο, αποκομμένο από το όλο της ύπαρξης του ψυχικά πάσχοντα και με επιλογή των στιγμών της επαφής και της σχέσης μ΄ αυτόν, αφήνοντας τις «δύσκολες» στιγμές (ακριβώς αυτές που τον πλημμυρίζουν και λόγω των οποίων φτάνει στο σημείο να νοσηλεύεται) στις διαδικασίες καταστολής, στο δέσιμο, στην απομόνωση, στον σεκιουριτά.

Καταλαβαίνει κανείς πού οδηγεί αυτή η αφηρημένη, κατασκευασμένη και συντεχνιακού χαρακτήρα αντίληψη για τον «καθημερινό κίνδυνο στη ζωή του προσωπικού». Εδώ να προστεθεί η υποβάθμιση και η υπονόμευση του θεραπευτικού (και πολύ συχνά αναντικατάστατου) ρόλου των άλλων βαθμίδων νοσηλευτικού προσωπικού (ΔΕ, ΥΕ), ακριβώς επειδή από τον ως άνω στεγνό και ιατρικοποιημένο ρόλο του νοσηλευτή υποβαθμίζεται/εξαλείφεται το κομβικό στοιχείο της «σχέσης μεταξύ προσώπων» που είναι (ή, θα έπρεπε να είναι) το θεμέλιο μιας θεραπευτικής σχέσης, πάνω στο οποίο, οι όποιες δεξιότητες αποχτούν νόημα και περιεχόμενο.

Και φυσικά, ο σεκιουριτάς δεν θα χρησιμοποιηθεί μόνο στον όποιο «επικίνδυνο ασθενή» του άρθρου 69, αλλά και απέναντι στον όποιο νοσηλευόμενο αντιδρά στις συνθήκες και στη νοσηλεία του καθεαυτή, στον ακούσιο και βίαιο χαρακτήρα της, στις κατασταλτικές πρακτικές που ασκούνται ως ο κανόνας. Οι «δύσκολες καταστάσεις» είναι πολύ πιο συχνές με αυτούς, τους «καθημερινούς ασθενείς», παρά με τους ασθενείς του άρθρου 69.

Η επικινδυνότητα συνίσταται ακριβώς σ΄ αυτές τις στάσεις, τις αντιλήψεις, τις πρακτικές. Επικίνδυνοι δεν είναι οι ψυχικά πάσχοντες, επικίνδυνη είναι η αντιμετώπισή τους από την κοινωνία και από το κυρίαρχο ψυχιατρικό σύστημα. Επικίνδυνη είναι, όπως έχει λεχθεί, «η αναπαραγωγή της επικινδυνότητας».

.

9/3/2016

.

ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ

.

.

.

.

.

Η Φ. ΣΚΟΠΟΥΛΗ ΑΝΑΚΟΙΝΩΝΕΙ ΚΑΙ ΕΠΙΣΗΜΑ ΤΗΝ ΙΔΡΥΣΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ «ΑΚΑΤΑΛΟΓΙΣΤΩΝ» ΣΤΟ ΔΑΦΝΙ

.

*Αναδημοσίευση από το blog Πανελλαδική Συσπείρωση για την Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση

.

Η Φ. ΣΚΟΠΟΥΛΗ ΑΝΑΚΟΙΝΩΝΕΙ ΚΑΙ ΕΠΙΣΗΜΑ ΤΗΝ ΙΔΡΥΣΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ «ΑΚΑΤΑΛΟΓΙΣΤΩΝ» ΣΤΟ ΔΑΦΝΙ

..

Μπορεί η κ. Φ. Σκοπούλη να μην μπόρεσε να παραστεί στην ημερίδα της ΕΨΕ για την Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση (λόγω εκτάκτου υπουργικού συμβουλίου), είχε, όμως, φροντίσει να αποστείλει στους οργανωτές το powerpoint της παρουσίασής της για την «ψυχική υγεία του αύριο». Εδώ, λοιπόν, μιλά καθαρά για την ίδρυση τμήματος «ακαταλογίστων» στο ΨΝΑ, στο Μποδοσάκειο. Συγκεκριμένα αναφέρει:

«Μεταφορά των γηροψυχιατρικών ασθενών της μονάδας του Μποδοσάκειου του ΨΝΑ».

«Διαμόρφωση του 7ου τμήματος γα οξέα γηροψυχιατρικά περιστατικά».

«Μετατροπή του Μποδοσάκειου σε πτέρυγα για ψυχιατρικούς ασθενείς με ποινικά αδικήματα».

Το σχέδιο, λοιπόν, δεν βαδίζει στα κρυφά, αλλά είναι η επίσημη και δημόσια διακηρυγμένη πολιτική του Υπουργείου, με την στήριξη μεγάλου μέρους της ψυχιατρικής κοινότητας – και εντός του ΨΝΑ.

Αντίστοιχη πρόταση υπήρξε και στην παρουσίαση του καθηγητή ψυχιατρικής στα Ιωάννινα Β. Μαυρέα, ο οποίος προέβαλε ως υπόδειγμα προς αντιγραφή στην Ελλάδα (την σημερινή Ελλάδα, του μνημονίου) το φιλανδικό μοντέλο, όπου τα ψυχιατρεία έχουν κλείσει και παρέμειναν μόνο δυο, ένα δικαστικό και ένα για τους «επικίνδυνους». Ποιοι και πώς θα ορίζονται ως «επικίνδυνοι», χωρίς προφανώς να έχουν διαπράξει αδίκημα (αλλιώς θα ταξινομούνταν στους έχοντες διαπράξει ποινικό αδίκημα) και βάσει ποιού νέου νόμου θα επιτρέπεται ο εγκλεισμός τους λόγω της «επικινδυνότητάς» τους, θα αποτελεί μια από τις κύριες αποστολές της ψυχιατρικής του μνημονίου στο προσεχές μέλλον. Σε κάθε περίπτωση, αυτό το ζοφερό μέλλον ξεκινάει εδώ και τώρα, από το Δαφνί.

Στην ίδια διαφάνεια η Φ. Σκοπούλη αναφέρει την «έναρξη λειτουργίας ψυχιατρικών τμημάτων στον Ερυθρό και στην Αγία Βαρβάρα».

Σημειωτέον ότι μόλις πρόσφατα η υφυπουργός «πρότεινε» και επίσημα την εδώ και τώρα μεταφορά μιας ψυχιατρικής κλινικής του ΨΝΑ στο νοσοκομείο Αγίας Βαρβάρας.

Σε ένα άλλο σημείο αναφέρει την «διακοπή των διακομιδών με εισαγγελική παραπομπή στο νοσοκομείο Τριπόλεως».

Για να κλείσει προφανώς ταχύτερα το ψυχιατρείο της Τρίπολης. Αλλά πού θα γίνονται οι εισαγωγές; Θα στέλνονται όλες στην κλινική του Ρίου; ΄Η στις υπόλοιπες μονάδες της Πελοποννήσου, ακόμα «αδύναμες» και ανεπαρκείς για την κάλυψη του συνόλου των αναγκών της εν λόγω περιφέρειας; Μήπως θα πυκνώσουν ακόμα πιο πολύ οι, ήδη πάρα πολλές, εισαγγελικές παραγγελίες από την Πελοπόννησο στις ψυχιατρικές μονάδες της Αθήνας;

Ένα άλλο σημείο για την «ψυχική υγεία του αύριο» είναι η «μείωση του χρόνου νοσηλείας των ασθενών στις νοσοκομειακές μονάδες».

Fast track κλείσιμο των ψυχιατρείων, fast track νοσηλείες…….

Η πιθανή απομάκρυνση της Φ. Σκοπούλη από το Υπουργείο δεν σημαίνει την ματαίωση αυτών των σχεδίων. Το αντίθετο. Είναι σχέδια επεξεργασμένα και αποφασισμένα από το «βαθύ κράτος», από την σύμπλευση μνημονιακών απαιτήσεων με μια ψυχιατρική κοινότητα πάντα «πρόθυμη» και διαθέσιμη, με προτάσεις που αγκυροβολούν στις εκάστοτε τρέχουσες ανάγκες της εξουσίας για κοινωνικό έλεγχο, η οποία έχει επεξεργαστεί τα συγκεκριμένα βήματα και διαδικασίες, σε σύνδεση με συγκεκριμένα, «γνωστά και μη εξαιρετέα», συμφέροντα.

3/3/2013

Psyspirosi.gr

.

.

*Πατήστε εδώ για να δείτε τις εισηγήσεις και τις παρουσιάσεις σε ppt

Διαβάστε σχετικά και  παλαιότερη ανακοίνωση της Συσπείρωσης για την Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση με τίτλο :

«ΤΟ «ΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΨΥΧΑΡΓΩΣ» : ΟΧΗΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗΣ ΣΤΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ»

.

.

.

Τμήμα «ακαταλογίστων» ετοιμάζουν στο Δαφνί – Ανακοίνωση της Πανελλαδικής Συσπείρωσης για την Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση

.

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗΣ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ

ΜΕ ΤΗΝ ΙΔΡΥΣΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ «ΑΚΑΤΑΛΟΓΙΣΤΩΝ» (ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥ ΨΥΧΙΑΤΡΕΙΟΥ) ΞΕΚΙΝΑ ΤΟ «ΚΛΕΙΣΙΜΟ» ΤΟΥ ΨΝΑ

..

Δεν πέρασε ούτε μήνας από την ημέρα που η υφυπουργός Υγείας Φ. Σκοπούλη ανακοίνωσε στα σωματεία εργαζομένων στο ΨΝΑ (Δαφνί) και στο Δρομοκαίτειο, που διεκδικούσαν την υπογραφή και δημοσίευση των οργανισμών των δυο ψυχιατρείων, ότι και τα δυο πρόκειται να κλείσουν και ότι αυτό είναι το κύριο ζήτημα και όχι ο οργανισμός. Και ενώ τα έλεγε αυτά, προωθούσε και την υπογραφή των οργανισμών που πήραν τον δρόμο προς την δημοσίευση.

Και εν μέσω φημών, «κλείνει δεν κλείνει», και «πότε κλείνει», φέτος, το 2015, ή και λίγο αργότερα, καθώς και κλιμακούμενου πανικού μεταξύ των εργαζομένων στα δυο νοσοκομεία, χωρίς, ταυτόχρονα, καμιά ενημέρωση αρμοδίως για το τι και πώς σχεδιάζεται, κλήθηκε την Παρασκευή, 22/2, ο Διοικητής του ΨΝΑ στο γραφείο της υφυπουργού για ένα ακόμα μυστικοδιαβούλιο.

Το περιεχόμενο της συνάντησης αποκαλύφθηκε, και επισήμως, λίγες μόλις μέρες μετά, την Τρίτη 26/2, όταν επισκέφθηκαν το ΨΝΑ, «ξαφνικά», στέλεχος του γραφείου της κ. Σκοπούλη καθώς και στέλεχος της Δ/νσης Ψυχικής Υγείας με σκοπό να δουν αυτοπροσώπως το γηροψυχιατρικό τμήμα (Μποδοσάκειο),όπου νοσηλεύονται (σε καθόλου καλές συνθήκες) πάνω από 100 υπερήλικες με πολύπλοκα και σοβαρά προβλήματα. Σκοπός της επίσκεψης, όπως διέρρευσε από τους ίδιους, το άδειασμα του «Μποδοσάκειου» προκειμένου να μετατραπεί σε τμήμα εγκλεισμού των νοσηλευόμενων στο ΨΝΑ με βάση το άρθρο 69 ΠΚ.

Οι νοσηλευόμενοι θα μεταφερθούν σε οικοτροφεία των ΜΚΟ (όπως, άλλωστε, σχεδιάζεται και για τους νοσηλευόμενους σε ένα άλλο τμήμα χρόνιας παραμονής του ΨΝΑ, καθώς και όσων έχουν μεγάλο χρόνο παραμονής σε τμήματα εισαγωγών).

Εδώ και πολλά χρόνια και με δεδομένη την έλλειψη της όποιας συγκεκριμένης πρόβλεψης (νομοθετικής, θεσμικής και υπηρεσιών) για την αντιμετώπιση των ασθενών που έχουν διαπράξει ποινικό αδίκημα και, λόγω της ψυχικής τους διαταραχής, κρίνονται ακαταλόγιστοι, οι ασθενείς αυτοί νοσηλεύονται στα τμήματα εισαγωγών, πολλές φορές για πολλά χρόνια, εξαιτίας, συνήθως, και της άρνησης/ανικανότητας των δικαστηρίων (που κρίνουν στη βάση στερεοτύπων και προκαταλήψεων) να τηρήσουν με ακρίβεια τις προβλεπόμενες διαδικασίες και εισηγήσεις των αρμόδιων προς τούτο ψυχιάτρων.

Πολλοί από τους νοσηλευόμενους/«κρατούμενους» με το άρθρο 69 διαμένουν σε εξωνοσοκομειακές στεγαστικές δομές του ΨΝΑ.

Μια κατάσταση «προσωρινότητας» που έχει γίνει μόνιμη, ωστόσο πολύ καλλίτερη από το αλήστου μνήμης τμήμα των «ακαταλογίστων» του ΨΝΑ που καταργήθηκε, μετά από καταγγελίες, εδώ και αρκετά χρόνια.

Τώρα έχουμε επιστροφή στην προς 20ετίας κατάσταση. Και μάλιστα με εισήγηση της «Επιτροπής σοφών» του Λοβέρδου για την αναθεώρηση του Ψυχαργώς, που έγινε και υπουργική απόφαση (3/5/2012) από τον τότε υφυπουργό Μπόλαρη. Είναι εδώ που προβλέπεται το fast tarck κλείσιμο των ψυχιατρείων, με παραμονή μόνο εντός του ΨΝΑ ενός τμήματος «ακαταλογίστων» (δικαστικό ψυχιατρείο) στα πρότυπα των εγγλέζικων High Security Hospitals : κάμερες, τοίχοι, συρματοπλέγματα, φύλακες αντί για θεραπευτές, ή, στην καλλίτερη περίπτωση, κυρίως φύλακες αντί για θεραπευτές. Ένα κανονικό Νταχάου. Με την πολύ βάσιμη πιθανότητα, εν μέσω των συνθηκών στις οποίες ζούμε και των προτάσεων που είχε ήδη κάνει η «Επιτροπή σοφών» για την αναθεώρηση του Ψυχαργώς, να εγκλείονται σ΄ αυτό το «κατάστημα» όχι μόνο ψυχικά πάσχοντες που έχουν διαπράξει ποινικό αδίκημα, αλλά και νέοι στους οποίους όλο και πιο πολύ θα αποδίδεται ο χαρακτηρισμός της ονομαζόμενης «Σοβαρά Επικίνδυνης Διαταραχής Προσωπικότητας» (SDPD). Αυτή τη στιγμή νοσηλεύονται στο ΨΝΑ πάνω από 80 άτομα με το άρθρο 69 ΠΚ.

Δεν είναι τυχαίο που το προϋπάρχον και σε αναμονή σχέδιο μπήκε σε εφαρμογή αμέσως μετά την υπογραφή του συμφώνου Αντορ-Λυκουρέντζου και την επαναχρηματοδότηση, από την ΕΕ, των ΜΚΟ με 150 εκ. ευρώ για τρία χρόνια… τη στιγμή που για το δημόσιο δεν διατίθεται (και στην πραγματικότητα δεν περισσεύει) από το ΕΣΠΑ ούτε ένα ευρώ.

Είναι σαφές ότι υπάρχει ένα σχέδιο (ανεξάρτητα από το αν θα καταφέρουν να το φέρουν σε πέρας) κλεισίματος των ψυχιατρείων, όχι στην λογική του ξεπεράσματός τους, ως «τρόπου σκέψης, πρακτικής και συστήματος», προς ένα εναλλακτικό, κοινοτικά βασισμένο και ολοκληρωμένο σύστημα και ψυχικής υγείας, αλλά ένα σχέδιο ιδιωτικοποίησης. Γι΄ αυτό στηρίζουν με τόσα κονδύλια τις ΜΚΟ – έτσι ώστε, με τις δήθεν κοινοτικές τους μονάδες, ομοιώματα κοινοτικών υπηρεσιών (πχ, Κέντρα Ημέρας αντί Κέντρα Ψυχικής Υγείας κλπ), να κατασκευάσουν το άλλοθι του ταχύτατου κλεισίματος των ψυχιατρείων.

Ξεκινούν από κάτι που η πλειονότητα της κατεστημένης ψυχιατρικής κοινότητας (και όχι μόνο) θα αποδεχτεί, ως επί το πλείστον, ασμένως, ενίοτε με κάποια μουρμουρητά, αλλά, στο τέλος, όλοι…ναι!!! «Επικινδυνότητα» γαρ….

Ταυτόχρονα, με χρηματοδοτημένες, πλέον, τις ΜΚΟ και υπόχρεες στον κύρη τους (ΕΕ), αδειάζουν τα λιγοστά τμήματα χρονίων…και τι μένει; Τα τμήματα εισαγωγών προς μεταφορά σε γενικά νοσοκομεία (είτε ως κλινικές ψυχιατρικές, είτε ως κέντρα κρίσης, όπως γράφουν οι «σοφοί» του Λοβέρδου).

Οι νοσηλευόμενοι στα τμήματα χρονίων πρέπει να μεταβούν σε στεγαστικές δομές (ή να στηριχτούν στον τόπο κατοικίας), το ψυχιατρείο ως θεσμός είναι απαρχαιωμένο και βάρβαρο και, ως τέτοιο, πρέπει να (θα έπρεπε ήδη να έχει) κλείσει. Αλλά πώς; Με το σύμφωνο Αντορ- Λυκουρέντζου-Δικτύου Αργώς; Αυτό δεν είναι το κλείσιμο ως ξεπέρασμα, ως αποΪδρυματοποίηση, αλλά η δολοφονία του ψυχιατρείου – η καταστροφή των ασθενών και των εργαζομένων.

Και όλα αυτά χωρίς καμιά ενημέρωση κανενός μέσα στα ψυχιατρεία. Στα κρυφά. Από κάποια άγνωστα κέντρα που κινούν τα νήματα, επεξεργάζονται τους ήδη υπαρκτούς σχεδιασμούς και την διαδικασία, την οποία τα ίδια άρχισαν να υλοποιούν τεχνοκρατικά, διαχειριστικά και, στο τέλος, σε λίγο, με εντολές: πήγαινε εδώ εσύ, πήγαινε, ο άλλος, εκεί κοκ.

Μπορεί να υπάρξει κλείσιμο του ψυχιατρείου χωρίς ενεργό συμμετοχή των «ασθενών» και των λειτουργών όλων των κλάδων (όπως και της ίδιας της κοινωνίας);

Μπορεί να υπάρξει διαδικασία μετασχηματισμού σε ένα ψυχιατρείο (Δαφνί, Δρομοκαίτειο) που έχει κυριολεκτικά στεγνώσει από προσωπικό; Που οι στεγαστικές δομές του απειλούνται, εξαιτίας αυτού, με άμεσο κλείσιμο και τα τμήματα εισαγωγών δεν μπορούν πια να λειτουργήσουν; Χωρίς ολοκληρωμένες κοινοτικές μονάδες σε τομεοποιημένη βάση, ΚΨΥ και δίκτυο κοινοτικών υπηρεσιών, που έχουν αναπτύξει τη δουλειά τους έτσι ώστε να υποκαθιστούν πλήρως την παλιά ιδρυματική λειτουργία, αλλά σε νέα βάση και σε διαμετρικά αντίθετη κατεύθυνση;

Μπορεί να κλείσει μια μονάδα χωρίς την πλήρη ανάπτυξη αυτού που θα την αντικαταστήσει;

Η μετάβαση έχει κόστος. Δεν γίνεται, όπως θεωρεί η «Επιτροπή σοφών» του Λοβέρδου, που συμπλέει πλήρως με τις λογικές του μνημόνιου (λειτουργώντας μάλιστα, πιθανώς, ως άμεσο ή έμμεσο παρακλάδι της εγκατεστημένης στο Υπουργείο task force), στη λογική «κλείνω το παλιό χωρίς να έχει αρχίσει να λειτουργεί, στην πλήρη ανάπτυξή του, το καινούργιο». Αυτή η Επιτροπή (γνωστό από ποιους αποτελείτο) έκανε «αναθεώρηση του Ψυχαργώς» ως εφαρμογή του μνημόνιου στη ψυχική υγεία.

Είναι τόσο «έτοιμοι» και τόσο προχειρολόγοι, που έφτασε (σήμερα, 27/2) ο Διοικητής της 2η ΔΥΠΕ Ευδοκιμίδης, να προτείνει σε συνδικαλιστές στο ΑΤΤΙΚΟ (που είναι σε κινητοποίηση) : «Το Δαφνί αδειάζει… γιατί δεν κάνετε εκεί μια μονάδα αποκατάστασης»;

Και την ίδια στιγμή, οι οργανισμοί, για την υπογραφή των οποίων έγινε τόσος θόρυβος, αφού υπογράφτηκαν, επέστρεψαν πάλι πίσω προς αναθεώρηση γιατί, λέει, τα δυο ψυχιατρεία δεν μπορούν να είναι συγχωνευμένα και πρέπει να έχουν διαφορετικούς διοικητές (ή, ό,τι άλλο κρύβεται πίσω από τις κινήσεις αυτές)…

Fast track αλλαγή (ή τρόπου εφαρμογής) πλεύσης, fast track αλλαγή οργανισμού.

Το ερώτημα, μπροστά σ΄ αυτή τη λαίλαπα της εφαρμογής του ακραιφνούς νεοφιλελευθερισμού στην ψυχική υγεία, είναι τι κάνουν οι άμεσα ενδιαφερόμενοι.

Σ΄ ένα τοπίο που σημαδεύεται, μέσα σε λίγες μέρες, από την απανθράκωση μηχανικά καθηλωμένου ασθενή στο ΨΝ Τρίπολης, το θάνατο δυο ενοίκων από πυρκαγιά σε οικοτροφείο στον Κορυδαλλό, τη σύλληψη μέλους του προσωπικού για βιασμό νοσηλευόμενης στο ΨΝΑ.

Τι κάνουν οι γιατροί και το προσωπικό στο Δαφνί και στο Δρομοκαίτειο; Θα εξακολουθήσουν να κινούνται ανάμεσα στην αδιάφορη και παθητική αποδοχή (και εν τέλει σύμπλευση) με τα σχέδια αυτά, από τη μια, και το ψέλλισμα κάποιων μουρμουρητών δυσφορίας, από την άλλη, ή θ΄ αναπτύξουν, επιτέλους, θέσεις για το τι είδους ψυχική υγεία θέλουμε, τι είδους μεταρρύθμιση διεκδικούμε, ψυχίατροι και εργαζόμενοι, ποια, πραγματική, αντίσταση συγκροτούμε και προβάλλουμε;

27/2/2013

Psyspirosi.gr

.

.

.