«Ακούω Φωνές»: Ντοκιμαντέρ του Anja Krug-Metzinger

Την περασμένη Δευτέρα, 29 Μαΐου προβλήθηκε απ’ την ΕΡΤ3 το πολύ ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ του Anja Krug-Metzinger «Ακούω Φωνές» που γυρίστηκε το 2015 (ο πρωτότυπος τίτλος είναι«Stimmen im Kopf»). Παρακολουθώντας το λοιπόν είδα ξανά ανθρώπους όπως η Eleanore Longden, που μπορείτε να την δείτε κι εσείς να μιλάει επίσης σ’ αυτόν τον σύνδεσμο (η ομιλία της είναι μεταφρασμένη στα ελληνικά) κι αποφάσισα να το ψάξω, ώστε αν υπάρχει ολόκληρο να το μοιραστώ μαζί σας.

Το βρήκα όντως, με αγγλικούς υπότιτλους μεν, αλλά καθώς σ’ αυτό το blog έχουν αναρτηθεί εδώ κι εδώ κι εδώ άρθρα που εξηγούν τι συμβαίνει σ’ αυτές τις περιπτώσεις, όπως κι άλλα κείμενα για το Ελληνικό Δίκτυο των Ανθρώπων που Ακούνε Φωνές, θεώρησα χρήσιμο να σας το προτείνω συμπληρωματικά με τις υπάρχουσες πληροφορίες, μιας και δεν πιστεύω ότι θα έχετε πρόβλημα με την γλώσσα.

Η κυρίαρχη ψυχιατρική βέβαια χρησιμοποιεί τον όρο «ακουστικές ψευδαισθήσεις» όμως ξέρουμε εδώ κι αρκετά χρόνια ότι τα πράγματα δεν είναι έτσι. Μπαίνει στις ετικέτες μου μόνο και μόνο, για να είναι πιο εύκολο να βρουν όσες, όσοι ψάχνουν κατ’ αυτόν τον τρόπο στο ίντερνετ τις τόσο χρήσιμες αυτές πληροφορίες.

Εδώ θα βρείτε επίσης τον ιστότοπο του σκηνοθέτη, στον οποίο αναφέρονται αρκετά στοιχεία που υπάρχουν και στο βιβλίο που κυκλοφορεί στη χώρα μας κι αξίζει να το διαβάσετε, με τίτλο «Ζώντας με Φωνές: 50 ιστορίες ανάρρωσης«. Θα μάθετε έτσι ότι οι Φωνές έχουν νόημα κι ότι επίσης είναι κάτι διαχειρίσιμο πια, σε αντίθεση με το τι πίστευαν κάποτε οι ειδικοί. Κι αυτό είναι το πιο σπουδαίο απ’ όλα.-

.

Διοργάνωση Ημερίδας απ’ το»Δίκτυο Ακούγοντας Φωνές»: Προσωπικές και συλλογικές εμπειρίες χειραφέτησης και ανάρρωσης- Κάλεσμα

Αγαπητοί φίλοι/φίλες του Ελληνικού Δικτύου των ανθρώπων που Ακούν Φωνές,

Θα θέλαμε με αυτό το email να σας ενημερώσουμε για την επόμενη ημερίδα του Δικτύου που θα πραγματοποιηθεί στις αρχές Μάη 2019 στη Σχολή Καλών Τεχνών


Σκοπός της ημερίδας είναι να μοιραστούμε προσωπικές και συλλογικές εμπειρίες και προβληματισμούς στη διαδρομή μας για την χειραφέτηση και την ανάρρωση. Θυμίζουμε πως για το Δίκτυο η ανάρρωση δεν νοηματοδοτείται ως εξοστρακισμός των φωνών ή/και των παρανοϊκών ιδεών, μια στάση χαρακτηριστική της κυρίαρχης ψυχιατρικής, αλλά ως κατανόηση, αποδοχή και αφομοίωση του συναισθηματικού τους νοήματος. Επιπλέον η χειραφέτηση αποκτά νόημα ως ανάκτηση της δύναμης, της θετικής διάθεσης και της αυτονομίας του ατόμου, ως απελευθέρωση από την καταπίεση που του ασκείται.

Θα θέλαμε λοιπόν να απευθύνουμε κάλεσμα σε όλα τα άτομα που θέλουν να μοιραστούν κάτι από τις δικές τους διαδρομές ανάρρωσης και χειραφέτησης. Θα θέλαμε να δημιουργήσουμε έναν ανοικτό, δημιουργικό χώρο ελεύθερης έκφρασης και συνδιαλλαγής. Μέλη του Δικτύου έχουν κατά καιρούς εκφραστεί με ποικίλους τρόπους όπως ενδεικτικά ηχογραφήσεις, εικαστικά μέσα, βίντεο, ποιήματα, δρώμενα, κόμικ, αφηγήσεις κ. α.

Μπορούμε λοιπόν να υποστηρίξουμε διαδραστικές παρουσιάσεις επώνυμες ή ανώνυμες με οποιαδήποτε μορφή, ενώ παρέχουμε και τη δυνατότητα τόσο για συλλογική όσο και για ατομική έκφραση.

Τέλος με το πέρας της ημερίδας φιλοδοξούμε να δημιουργήσουμε ένα λεύκωμα με τα έργα και τις παρουσιάσεις που θα γίνουν κατά την διάρκεια της ημερίδας.

Όποιος/α/ο ενδιαφέρεται να συμμετέχει με ατομική ή συλλογική παρουσίαση ας επικοινωνήσει σε αυτό το email (contact@hearingvoices.gr) ως τις 30 Μάρτη.
 

Περισσότερες πληροφορίες και στο τηλέφωνο 698 458 7767 (Λουκία)

Θα ακολουθήσει νέο ενημερωτικό mail με την ακριβή ημερομηνία της συνάντησης

Με εκτίμηση,

«Δίκτυο Ακούγοντας Φωνές»

.

.

Hearing Voices, Demonic and Divine: Scientific and Theological Perspectives – Ένα νέο βιβλίο, ελεύθερα διαθέσιμο, για τις Φωνές με θρησκευτικό περιεχόμενο

Το ν’ ακούει ένας άνθρωπος Φωνές και πιο συγκεκριμένα τη Φωνή του Θεού ή αγγέλων ή αγίων ή βιβλικών προσώπων ή δαιμόνων, είναι απ΄τις εμπειρίες που ερμηνεύεται συνήθως με δύο τρόπους: είτε στα πλαίσια ενός μάλλον συνηθισμένου θρησκευτικού-πνευματικού βιώματος, είτε ως μία απόδειξη ύπαρξης ψυχικής διαταραχής (και σ’ αυτή την περίπτωση η κυρίαρχη Ψυχιατρική κάνει λόγο για θρησκευτικό παραλήρημα, που συνυπολογίζεται στη διάγνωση).

Αυτός ο διαχωρισμός βεβαίως υφίσταται συνήθως στον Δυτικό κόσμο, όπως επισημαίνεται σε αναρτήσεις όπως αυτή που μπορείτε να συμβουλευτείτε. Σε άλλες κοινωνίες, τέτοια βιώματα αφενός μπορεί να έχουν απολύτως θετικό πρόσημο (η Φωνή βοηθάει το άτομο, κατά τη γνώμη του, σε δύσκολες στιγμές, το καθοδηγεί κτλ), κι αφετέρου τα όρια θρησκευτικής εμπειρίας και ψυχικής διαταραχής είναι δυσδιάκριτα κι αδιασαφήνιστα, όπως στις περιπτώσεις των σαμάνων (σύντομα θα σας γράψω κάτι σχετικά με το θέμα).

Το νέο αυτό βιβλίο που μόλις κυκλοφόρησε και μπορείτε να διαβάσετε ή και να κατεβάσετε ελεύθερα από εδώ (όπου και θα βρείτε περισσότερα στοιχεία για την έκδοση), εστιάζει κυρίως στα βιώματα όσων ασπάζονται την Χριστιανική πίστη, επομένως αναφέρεται και στον Ιουδαϊσμό. Η προσέγγιση του συγγραφέα, Christopher C. H. Cook, γίνεται τόσο απ’ τη σκοπιά της Ψυχιατρικής, όσο κι απ’ αυτήν της Θεολογίας. Αν μη τι άλλο θα έχει ενδιαφέρον να δούμε τι γράφει και ίσως κάποτε να το συζητήσουμε περαιτέρω.

Καλή σας ανάγνωση.


«Τα Τετράδια Ψυχιατρικής» : Αφιέρωμα «Ακούγοντας φωνές» – Το Κίνημα των Ανθρώπων που Ακούνε Φωνές / Μέρος Β’

.

Τετράδια Ψυχιατρικής-Φωνές Β

.

 

Πριν από καιρό είχε παρουσιαστεί εδώ το πρώτο μέρος του αφιερώματος στο Κίνημα των Ανθρώπων που Ακούν Φωνές, από “Τα Τετράδια Ψυχιατρικής”. Καθυστέρησα να σας παρουσιάσω και το δεύτερο αλλά να που ήρθε η ώρα. Για την ακρίβεια εντάσσεται στο τεύχος Νο4 του Μαΐου-Αυγούστου που εστιάζει στη θεματολογία “Ναρκωτικά, Υποκατάστατα, Φαρμακευτικές εταιρείες”.

.

Σ’ αυτό λοιπόν θα βρείτε δύο σπουδαία άρθρα από το ιστορικής σημασίας περιοδικό “Science for the People” (“Επιστήμη για τον Λαό”) που αντιπροσώπευε ένα πολύ ριζοσπαστικό εγχείρημα στο τέλος του 20ού αιώνα στην Αμερική , σε μετάφραση του κοινωνικού ανθρωπολόγου  και πρόεδρου του σωματείου εργαζομένων στα κέντρα πρόληψης, Νίκου Λάιου, στα οποία σίγουρα όπως εγώ θα σταθείτε πολύ.

.

Απ’ το πρώτο θα μάθετε πολλά για τη μεθαδόνη (υπάρχουν ιστορικά στοιχεία κι αναφορές για τη σχέση της ουσίας με συγκεκριμένες πολιτικές και φυσικά με φαρμακοβιομηχανίες) και την ηρωίνη (για τη διάδοση γενικότερα της τοξικομανίας) κι απ’ το δεύτερο θα προβληματιστείτε, αν δεν το έχετε κάνει ήδη, όχι μόνο για τη χρήση του Ritalin στην ΔΕΠΥ, αλλά ευρύτερα για τη συνταγογράφηση  εξαρτητικών φαρμάκων, του τύπου των αμφεταμινών σε μαθητές, στα σχολεία και τους σκοπούς που αυτή εξυπηρετεί.

.

Παρά το ότι μοιάζει να ξεφεύγω απ’ τη θεματολογία της ανάρτησης, δεν μπορώ να μην αναφέρω πως στάθηκα επίσης στο πολύ ενδιαφέρον κείμενο της κυρίας Αφροδίτης Κουκουτσάκη, καθηγήτριας Κριτικής Εγκληματολογίας (διαβάζω άλλωστε κατά καιρούς το blog της), με τίτλο “ Η εικόνα των ναρκωτικών μέσα από την ποινική τους διαχείριση”. Γενικά είναι δύσκολο να έχω “Τα Τετράδια Ψυχιατρικής” στα χέρια μου και να μην διαβάσω όλο το τεύχος, αλλά θα αρκεστώ σ’ αυτές τις αναφορές πριν μπω στο κυρίως θέμα.

.

Η δεύτερη ενότητα λοιπόν του περιοδικού αφορά στην ψυχική υγεία και στο Κίνημα των Ανθρώπων που Ακούνε Φωνές, όπως σας ανέφερα στον πρόλογο και περιλαμβάνει τρία ακόμα άρθρα μελών του Δικτύου, τα οποία αποτελούν και συνέχεια του προηγούμενου, αφιερώματος στο Κίνημα.

.

Το πρώτο που υπογράφει η ψυχολόγος Μαριάννα Κεφαλληνού, τιτλοφορείται «Αμοιβαία υποστήριξη συγγενών και φίλων στο χώρο της ψυχικής υγείας – Πως νοηματοδοτούν τα μέλη μιας ομάδας την εμπειρία τους» κι εκεί διαβάζουμε:

.

«Η παρουσία των ομάδων αυτοβοήθειας, αλλιώς ομότιμης ή αμοιβαίας υποστήριξης, γίνεται όλο και πιο αισθητή τις τελευταίες δεκαετίες και ειδικά στον χώρο της ψυχικής υγείας έχουν θεωρηθεί το ταχύτερα αναπτυσσόμενο είδος υπηρεσιών ανά τον κόσμο από το 1990 και μετά. Εκτός από τις ομάδες που αφορούν ανθρώπους που συναντιούνται  λόγω μιας κοινής επώδυνης ψυχικής εμπειρίας ή κάποιας ψυχιατρικής διάγνωσης, από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 άρχισαν να εμφανίζονται και ομάδες συγγενών ή φροντιστών. Κοινή παραδοχή στη διεθνή βιβλιογραφία είναι ότι η ανάγκη υποστήριξης των οικείων ενός ανθρώπου με μια σοβαρή ψυχιατρική διάγνωση είναι μεγάλη, καθώς η διάγνωσή του συνιστά τραυματικό γεγονός γι’ αυτούς.

.

«(…) Η συνεισφορά της παρούσας έρευνας» συνεχίζει η συντάκτρια «έγκειται στο ό,τι αφορά σε ένα σπάνιο παράδειγμα παρέμβασης που προέκυψε στα πλαίσια ενός οργανισμού βάσης, όπως είναι το Δίκτυο των Ανθρώπων που Ακούνε Φωνές, που λειτουργεί σύμφωνα με τις προαναφερθείσες αρχές αυτοβοήθειας. Ο σκοπός της έρευνας είναι να διευρύνει το νόημα που αποδίδουν τα μέλη της ομάδας στην εμπειρία της συμμετοχής τους σε αυτή».

.

Διαβάστε το ολόκληρο και θα μάθετε μεταξύ άλλων, αν έχει βάση η κριτική «που έχει ασκηθεί στις ομάδες αυτοβοήθειας ως έναν ιδιωτικό χώρο που περιορίζει τα μέλη τους  σε στενούς ατομικούς προβληματισμούς και απομακρύνει ζητήματα από τη δημόσια σφαίρα».

.

Στη συνέχεια του αφιερώματος, υπάρχει το άρθρο του ψυχιάτρου Λυκούργου Καρατζαφέρη με τίτλο: «Ερωτηματολόγιο του Maastricht: Αναζητώντας το νόημα των φωνών -Παρουσίαση κλινικού περιστατικού».. Σ’ αυτό εξετάζεται η χρήση του προαναφερόμενου ερωτηματολογίου στη δουλειά του υπογράφοντα με άτομα που ακούνε φωνές και ειδικότερα με τοξικοεξαρτημένους ασθενείς και παρουσιάζεται το αντιπροσωπευτικό παράδειγμα του Κώστα. Ξεχώρισα την εξής παράγραφο:

.

«Το να ακούει κανείς φωνές είναι σχετικά σύνηθες, σε ποσοστό 2-6% του γενικού πληθυσμού, όπως ενδεικτικά αναφέρουν οι εκτεταμένες έρευνες. Για τον λόγο αυτόν, προκειμένου να βοηθάμε ανθρώπους να τα βγάζουν πέρα, οφείλουμε, τουλάχιστον, να μην τους προσφέρουμε θεραπείες που δεν δουλεύουν. Οφείλουμε να τους επιτρέψουμε να αποφασίζουν οι ίδιοι τι είναι βοηθητικό και τι όχι και για τον λόγο αυτόν χρειάζεται χρόνος, προκειμένου να αποδεχτούν ότι η εμπειρία των φωνών τους ανήκει».

.

Σ’ αυτό το σημείο κρίνω σκόπιμο να σας αναφέρω πως περισσότερα για το θέμα μπορείτε να διαβάσετε σ’ αυτή (για τη δουλειά του Marius Romme και της Sandra Escher) και σ’ αυτή την ανάρτηση (για την ιστορική διαδρομή του Δικτύου Hearing Voices Ελλάδας), ώστε να έχετε ολοκληρωμένη παρουσίαση του ζητήματος και προχωρώ αμέσως στην παρουσίαση του τελευταίου άρθρου του αφιερώματος που υπογράφουν η ψυχολόγος, υποψήφια Διδάκτωρ κλινικής ψυχολογίας του ΑΠΘ  Βασιλική Φενέκου και η Ευγενία Γεωργάκα (που την εποπτεύει), κι έχει τίτλο: «Συγκριτική παρουσίαση μελέτης δυο ψυχοθεραπευτικών παρεμβάσεων που βασίζονται στο μοντέλο των Romme & Escher σε άτομα με εμπειρία ακρόασης φωνών». Η περίληψη του είναι η ακόλουθη:

.

 

«Η παρούσα συγκριτική μελέτη αφορά σε δύο ατομικές ψυχοθεραπευτικές παρεμβάσεις σε άτομα με εμπειρία ακρόασης φωνών, που βασίζονται στο μοντέλο των Rοmme & Escher. Ο συμμετέχων της πρώτης ψυχοθεραπευτικής παρέμβασης είναι ένας ενήλικας άνδρας σε οξεία φάση πρώτου επεισοδίου ψύχωσης και ο συμμετέχων της δεύτερης ψυχοθεραπευτικής παρέμβασης είναι ένας ενήλικος άνδρας σε οξεία φάση με χρόνια πορεία εκδήλωσης επεισοδίων ψύχωσης. Ο στόχος των ψυχοθεραπευτικών παρεμβάσεων ήταν η ανάκτηση του προσωπικού ελέγχου σε σχέση με την εμπειρία ακρόασης φωνών, η αύξηση της εναισθησίας και η σύνδεση των φωνών με την προσωπική ιστορία των ατόμων. Οι συγκεκριμένες ψυχοθεραπευτικές παρεμβάσεις αποτελούν έναν συνδυασμό εφαρμογής του μοντέλου των Romme & Escher και εκπαίδευσης σε στρατηγικές γνωστικής συμπεριφορικής προσέγγισης με στόχο τη διαχείριση των φωνών. Η επιλογή τους έγινε με σκοπό να αναδειχτούν οι αλλαγές που πραγματοποιούνται κατά τη διαδικασία της θεραπευτικής παρέμβασης σε ένα άτομο που βρίσκεται σε πρώτο επεισόδιο ψύχωσης και σε ένα άτομο που έχει μια σχετικά χρόνια πορεία επεισοδίων ψύχωσης».

.

Ολοκληρώνοντας ν’ αναφέρω,πως όσες και όσοι επιθυμείτε να αγοράζετε «Τα Τετράδια Ψυχιατρικής», μπορείτε να βρείτε τα τεύχη σε κεντρικά βιβλιοπωλεία της Αθήνας ή να επικοινωνήσετε με τις εκδόσεις «Βήτα», ώστε να σας αποσταλούν με πιο φθηνά μεταφορικά έξοδα. Αν ενδιαφέρεστε να γίνετε και συνδρομητές του σπουδαίου αυτού περιοδικού απευθυνθείτε στο email: tetradiapsy@gmail.com.

.

.

.

.

.

Τετράδια Ψυχιατρικής: Αφιέρωμα στο Κίνημα των Ανθρώπων που Ακούνε Φωνές» και στα Ναρκωτικά

.

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Αγαπητοί φίλοι και φίλες

Σας στέλνουμε το παρακάτω ενημερωτικό κείμενο σε σχέση με τη συνέχεια του αφιερώματος στο Κίνημα των Ανθρώπων που Ακούνε Φωνές στα Τετράδια Ψυχιατρικής. Όπως αναγράφεται και στο σχετικό άρθρο σύνταξης, «τα Τετράδια Ψυχιατρικής συνεχίζουν τον διάλογο με τους αναγνώστες τους πάνω σε δύο πολύ σοβαρά κοινωνικά ζητήματα. Το πρώτο αφορά στα ναρκωτικά, στα υποκατάστατα, στον ρόλο των φαρμακευτικών εταιρειών και στη διάδοση της τοξικομανίας. Δημοσιεύονται δύο πολύ σημαντικά άρθρα από το αμερικάνικο περιοδικό «Επιστήμη για τον Λαό», που αντιπροσώπευε ένα πολύ ριζοσπαστικό εγχείρημα στο τέλος του 20ού αιώνα στην Αμερική, πάνω στη σχέση της επιστήμης με την οικονομική και πολιτική εξουσία, το ιατρικό επάγγελμα, τις φαρμακευτικές εταιρείες, τη συνταγογράφηση εξαρτητικών φαρμάκων, του τύπου των αμφεταμινών σε μαθητές, στα σχολεία. Τη μετάφραση καθώς και την επιμέλεια όλου του αφιερώματος έχει κάνει ο κοινωνικός ανθρωπολόγος Νίκος Λάιος πρόεδρος του σωματείου εργαζομένων στα κέντρα πρόληψης του ΟΚΑΝΑ. Στο επόμενο τεύχος θα δημοσιευθούν και άλλα πολύ ενδιαφέροντα άρθρα από το ιστορικής αξίας περιοδικό «Επιστήμη για τον Λαό». Σ’ αυτή την ενότητα δημοσιεύονται επίσης και οι εισηγήσεις που έγιναν στην ημερίδα της 18/3/2016 με θέμα «Η Πρόκληση Συνεργασίας στις Δομές Αντιμετώπισης της Εξάρτησης. Συνδέσεις, Φραγμοί, Προοπτικές» και η οποία οργανώθηκε από το σωματείο των κέντρων πρόληψης του ΟΚΑΝΑ. Η καθηγήτρια κριτικής εγκληματολογίας Αφροδίτη Κουκουτσάκη, εργαζόμενες και εργαζόμενοι σε κέντρα πρόληψης, στο 18άνω καταθέτουν τις απόψεις, τις αγωνίες, το κάλεσμα για ευρύτερες συνεργασίες και την οργάνωση ριζοσπαστικών δράσεων στον κοινωνικό χώρο. Η δεύτερη ενότητα του τεύχους αφορά στην ψυχική υγεία και στο κίνημα «Ακούγοντας Φωνές» και περιλαμβάνει τρία ακόμα άρθρα μελών του Δικτύου, τα οποία αποτελούν και συνέχεια του προηγούμενου, αφιερώματος στο Κίνημα των Ανθρώπων που Ακούνε Φωνές.»

 Τα συγκεκριμένα  άρθρα αναφέρονται σε παρεμβάσεις που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα. Για παράδειγμα το άρθρο της Μαριάννας Κεφαλληνού  πραγματεύεται τη σημασία της αμοιβαίας υποστήριξης συγγενών – φροντιστών ως παράγοντα μετασχηματισμού και αλλαγής των ευθυνών στο χώρο της ψυχικής υγείας. Επίσης τα άρθρα της Βασιλικής Φενέκου & Ευγενίας Γεωργάκα και του Λυκούργου Καρατζαφέρη παρουσιάζουν παραδείγματα από εξειδικευμένες θεραπευτικές παρεμβάσεις, στις οποίες αναδεικνύονται κάποιες από τις εναλλακτικές που είναι πλέον διαθέσιμες για την προσέγγιση της εμπειρία των φωνών αν όχι για την πλήρη απάλειψή τους, τουλάχιστον για τη συνειδητοποίηση, την αποδοχή και τη διαχείρισή τους με τρόπο ώστε να μην καταδυναστεύεται το άτομο και να μπορεί να ελέγχει το ίδιο τη ζωή και την εξέλιξή του, τις αποφάσεις και τις ενέργειές του. Λόγω της πληθώρας της ύλης τα άρθρα των  Dirk Corstens, Rufus May και Eleanor Longedn και της Μαριεύας Δαϊλάκη θα φιλοξενηθούν στο επόμενο τεύχος.

Όσοι και όσες επιθυμούν να παραλάβουν το τεύχος θα το βρουν σε κεντρικά βιβλιοπωλεία της Αθήνας ή έπειτα από επικοινωνία με τις εκδόσεις Βήτα, η οποία μπορεί να το αποστείλει με πιο φθηνά μεταφορικά έξοδα.  Παρακάτω παρατίθενται οι περιλήψεις από τα τρία άρθρα.

Με εκτίμηση

Η διαχειριστική ομάδα του

Δικτύου Ακούγοντας Φωνές

 

«Συγκριτική παρουσίαση μελέτης δυο ψυχοθεραπευτικών παρεμβάσεων που βασίζονται στο μοντέλο των Romme & Escher σε άτομα με εμπειρία ακρόασης φωνών»

 των Βασιλική Φενέκου, Ευγενία Γεωργάκα

Περίληψη

Η παρούσα συγκριτική μελέτη αφορά σε δύο ατομικές ψυχοθεραπευτικές παρεμβάσεις σε άτομα με εμπειρία ακρόασης φωνών, που βασίζονται στο μοντέλο των Rοmme & Escher. Ο συμμετέχων της πρώτης ψυχοθεραπευτικής παρέμβασης είναι ένας ενήλικας άνδρας σε οξεία φάση πρώτου επεισοδίου ψύχωσης και ο συμμετέχων της δεύτερης ψυχοθεραπευτικής παρέμβασης είναι ένας ενήλικος άνδρας σε οξεία φάση με χρόνια πορεία εκδήλωσης επεισοδίων ψύχωσης. Ο στόχος των ψυχοθεραπευτικών παρεμβάσεων ήταν η ανάκτηση του προσωπικού ελέγχου σε σχέση με την εμπειρία ακρόασης φωνών, η αύξηση της εναισθησίας και η σύνδεση των φωνών με την προσωπική ιστορία των ατόμων. Οι συγκεκριμένες ψυχοθεραπευτικές παρεμβάσεις αποτελούν έναν συνδυασμό εφαρμογής του μοντέλου των Romme & Escher και εκπαίδευσης σε στρατηγικές γνωστικής συμπεριφορικής προσέγγισης με στόχο τη διαχείριση των φωνών. Οι επιλογή τους έγινε με σκοπό να αναδειχτούν οι αλλαγές που πραγματοποιούνται κατά τη διαδικασία της θεραπευτικής παρέμβασης σε ένα άτομο που βρίσκεται σε πρώτο επεισόδιο ψύχωσης και σε ένα άτομο που έχει μια σχετικά χρόνια πορεία επεισοδίων ψύχωσης.

Αμοιβαία υποστήριξη συγγενών και φίλων στον χώρο της ψυχικής υγείας. Πώς νοηματοδοτούν τα μέλη μιας ομάδας την εμπειρία τους

της Κεφαλληνού Μαριάννας

Περίληψη

Οι ομάδες αμοιβαίας υποστήριξης αποτελούν φαινόμενο των τελευταίων δεκαετιών στον χώρο της ψυχικής υγείας, το οποίο είναι συνεχώς εξαπλούμενο ανά τον κόσμο και ορισμένες φορές προβάλλεται ως εναλλακτική αντί των παραδοσιακών θεραπευτικών παρεμβάσεων, ενώ σε άλλες περιπτώσεις εντάσσεται σε ένα πλαίσιο συνεργασίας και αλληλοσυμπλήρωσης με την κλινική πράξη. Σύγχρονες έρευνες πραγματεύονται την ανάδειξη των χαρακτηριστικών και την ανάλυση της αποτελεσματικότητας τέτοιων ομάδων, χωρίς, ωστόσο, να έχουν εστιάσει επαρκώς στις ομάδες αμοιβαίας υποστήριξης για συγγενείς και φροντιστές ατόμων με ψυχιατρική εμπειρία. Το παρόν άρθρο παρουσιάζει τα ευρήματα μιας συμμετοχικής έρευνας δράσης, σκοπός της οποίας ήταν η διερεύνηση του νοήματος που φέρει για τα μέλη της η συμμετοχή σε μια τέτοια ομάδα. Η ποιοτική ανάλυση συζητήσεων της ομάδας υποστήριξης συγγενών και φίλων του Δικτύου των Ανθρώπων που Ακούνε Φωνές ανέδειξε τα εξελικτικά χαρακτηριστικά της διεργασίας, όπως τα αντιλαμβάνονται τα μέλη της, τους μηχανισμούς αλλαγής και τις περαιτέρω προσδοκίες τους.

«Ερωτηματολόγιο του Maastricht: Αναζητώντας το νόημα των φωνών – Παρουσίαση κλινικού περιστατικού»

του Λυκούργου Καρατζαφέρη

Περίληψη

Υπάρχει σχέση ανάμεσα στις φωνές και στην προσωπική ιστορία του ατόμου; Και, επιπλέον, μπορούμε να βγάλουμε νόημα από τις φωνές; Η απάντηση είναι θετική και πλούσια βιβλιογραφία στηρίζει τη διαπίστωση ότι το τραύμα, και ειδικότερα η βαρύτητά του, παίζει σημαντικό ρόλο στην εκδήλωση ψυχωτικών εμπειριών αλλά και στη συνύπαρξή τους με τοξικοεξάρτηση και πως ίδια αποτελέσματα εμφανίζονται και στις περιπτώσεις διαταραχής μετά από ψυχοτραυματικό στρες, αποσυνδετικών διαταραχών και συναισθηματικών διαταραχών. Στην παρούσα εργασία θα παρουσιαστεί η χρήση του ερωτηματολογίου του Maa stricht στη δουλειά μου με άτομα που ακούνε φωνές, και ειδικότερα σε τοξικοεξαρτημένους ασθενείς, και θα δοθεί το αντιπροσωπευτικό παράδειγμα του Κώστα.

Hearing Voices Αθήνας

.

.

.

.

.

Παρουσίαση βιβλίου: «Ζώντας με φωνές – 50 Ιστορίες Ανάρρωσης»

.

100_1478.jpg

.

Όταν σας παρουσίασα πρόσφατα το πρώτο μέρος του αφιερώματος που έκανε το σπουδαίο περιοδικό «Τα Τετράδια Ψυχιατρικής» στο Κίνημα των Ανθρώπων που Ακούν Φωνές σ’ αυτή την ανάρτηση, σας είχα προϊδεάσει πως σύντομα θα σας παρουσιάσω ένα σχετικό βιβλίο και σας είχα εξηγήσει πως για το λόγο αυτό σκοπίμως άφηνα εκτός συγκεκριμένες πληροφορίες.

Σήμερα ήρθε η στιγμή να πραγματοποιήσω την υπόσχεσή μου και να σας παρουσιάσω το εν λόγω συλλογικό έργο που τιτλοφορείται: «Ζώντας με φωνές – 50 Ιστορίες Ανάρρωσης» και το υπογράφουν οι: Prof. Marius Romme, Dr. Sandra Escher, Jacqui Dillon, Dr. Dirk Corstens και Prof. Mervyn Morris.

Στο βιβλίο βέβαια βρήκα κι άλλα γνωστά ονόματα προσώπων για τα οποία ήδη έχουν γίνει εδώ αναφορές παλιότερα όπως για παράδειγμα ο Ron Coleman, αλλά και τα ονόματα όσων έχουν έρθει κι έχουν μιλήσει στη χώρα μας για τις εμπειρίες τους με τις φωνές όπως ο Peter Bullimore.

Τόσο τις δικές τους ιστορίες όσο και των άλλων ανθρώπων που ανάρρωσαν τις διάβασα με μεγάλο ενδιαφέρον κι αυτό που είδα ως κοινό στοιχείο σε όλες τους ήταν η παταγώδης αποτυχία της κυρίαρχης ψυχιατρικής ν’ αντιμετωπίσει καταστάσεις όπως το ν’ ακούει κάποια-ος φωνές.

Γιατί δεν γράφω ακουστικές ψευδαισθήσεις; Γιατί μ’ αυτόν τον επιστημονικοφανή όρο ακυρώνεται το βίωμα ως ψευδές και γιατί συνήθως με τέτοια «συμπτώματα» παρόντα δίνεται μ’ ευκολία θα έλεγα η διάγνωση της σχιζοφρένειας.

Κι όμως, όπως αναφέρεται στο βιβλίο και σαφώς γνωρίζουμε καλά όσες-οι έχουμε κάνει σχετικές σπουδές, οι φωνές αναφέρονται και σε άλλες κλινικές εικόνες όπως για παράδειγμα η αποσυνδετική διαταραχή, η μεταιχμιακή διαταραχή προσωπικότητας αλλά και η κατάθλιψη με ψυχωτικά στοιχεία.

Δεν είναι λοιπόν παρούσες οι φωνές μόνο στην κλινική εικόνα της σχιζοφρένειας κι επιπλέον δεν είναι πάντα αξιόπιστος δείκτης πως το άτομο πάσχει: «Έρευνες από τη δεκαετία του 1990 έχουν δείξει ότι η εμπειρία των φωνών, και πιο συγκεκριμένα εκείνων που πληρούν τα κριτήρια της ψυχιατρικής για τις ακουστικές ψευδαισθήσεις, εμφανίζονται στον Δυτικό κόσμο σ’ ένα ποσοστό περίπου 4% του γενικού πληθυσμού, εκ των οποίων οι περισσότεροι δεν παρουσιάζουν σημεία ή συμπτώματα κάποιας ασθένειας. Τα δεδομένα υποδεικνύουν ότι περίπου το ένα τρίτο του 4% έχει πράγματι ανάγκη φροντίδας, αλλά τα υπόλοιπα δύο τρίτα δεν έχουν τέτοια ανάγκη, επειδή, για παράδειγμα, δεν φαίνονται να ενοχλούνται ή να νιώθουν άρρωστα. Αντίθετα αυτή η ομάδα βιώνει τις φωνές κυρίως ως βοηθητικές, ως οδηγό ζωής για καθημερινά προβλήματα ή για προβλήματα υπαρξιακού χαρακτήρα» (σελ. 37).

Προσέξατε κάτι στην προηγούμενη παράγραφο; Έγινε λόγος για τον Δυτικό κόσμο κι αυτό δεν είναι διόλου τυχαίο. Μελέτες απ’ το χώρο της Εθνοψυχιατρικής έχουν δείξει πως το βίωμα του ν’ ακούει κάποια-ος φωνές αξιολογείται διαφορετικά καθώς είναι πολιτισμικά καθορισμένο. Εκτός της Δύσης, αφενός θεωρείται κοινή εμπειρία κι αφετέρου παίρνει θετικό πρόσημο.

Όταν διαβάσετε την ιστορία του Odi Oquosa που αναφέρεται στο βιβλίο θα καταλάβετε περισσότερα αλλά ως τότε αξίζει να σας αναφέρω ενδεικτικά και την έρευνα της Tanya M. Luhrmann του Πανεπιστημίου του Στάνφορντ, που έδειξε πως στην Άκρα της Γκάνας οι μισοί και παραπάνω απ’ τους είκοσι συμμετέχοντες θεωρούν τις φωνές καλές και χρήσιμες. Παρόμοια ήταν τα αποτελέσματα και στο Τσενάι της Ινδίας: τουλάχιστον οχτώ άτομα από αυτή την ομάδα χαρακτήρισαν θετική εμπειρία τις φωνές, αφού εκτός όλων των άλλων, τους προτρέπουν να μην καπνίζουν, να μην πίνουν, να τρώνε σπιτικό φαγητό και να είναι καθαροί.

Εκτός αυτού, υπάρχουν βέβαια και γνωστά σε όλους μας ιστορικά πρόσωπα που άκουγαν φωνές όπως αναφέρεται στην ιστορική αναδρομή που επιχειρεί ο Prof. Marius Romme, όπως ο Σωκράτης, ο Ιησούς, ο Μωάμεθ, η Ζαν ντ’ Αρκ, ο Γκάντι, ο Ρίλκε, ο Σούμαν κ.α. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις η νοηματοδότηση των φωνών ήταν διαφορετική και βεβαίως δεν τους εμπόδιζε απ’ το να συνεχίσουν ο καθένας το έργο του.

Προφανώς το συγκεκριμένο βιβλίο στοχεύει να βοηθήσει ανθρώπους που βιώνουν τις φωνές τους, αντιθέτως απ’ τους παραπάνω όχι ως βοηθητικές και θετικές, αλλά ως αρνητικές. Ανθρώπους που τους αποδιοργανώνει αυτή η εμπειρία και τους δυσκολεύει στο ν’ ανταπεξέλθουν στις καθημερινές τους υποχρεώσεις, είτε έχουν πάρει είτε όχι τη διάγνωση της σχιζοφρένειας. Αλλά έγινε πολύς λόγος γι’ αυτή τη διάγνωση ήδη επειδή πραγματικά θεωρείται ένα είδος ταφόπλακας για τη ζωή κάποιου κι αυτή η αντίληψη είναι που πρέπει ν’ αλλάξει.

Ανήκω κι εγώ στη γενιά που εκπαιδεύτηκε με την αντίληψη πως δεν πρέπει να μιλούν οι πάσχοντες για τις φωνές τους, πως δεν πρέπει να συζητάμε μαζί τους γι’ αυτές γιατί έτσι «μπαίνουμε στην τρέλα τους» κι επιπλέον «τους κάνουμε κακό» αφού δεν είναι πραγματικές κι ας έβλεπα όπως και τόσοι άλλοι συνάδελφοι πως έβγαινε νόημα απ’ ότι έλεγαν αυτές οι φωνές. Πως συνδέονταν με την ιστορία του ανθρώπου που τις άκουγε. Χαίρομαι λοιπόν διπλά που βλέπω ν’ αλλάζει αυτή η αντίληψη μιας και πάντα είχε μέσα μου την αμφιβολία γι’ αυτό το θέσφατο.

Σήμερα πια γνωρίζουμε ότι «στο 70% των ‘ασθενών’ (των ανθρώπων που δυσκολεύονται να διαχειριστούν τις φωνές τους) οι φωνές σχετίζονται με τραύμα και καταστάσεις βιωμένης αβοηθητότητας.Στις τραυματικές καταστάσεις περιλαμβάνονται η σεξουαλική και σωματική κακοποίηση, η συναισθηματική παραμέληση, η παιδική βία και ο εκφοβισμός (bullying), τα υψηλά επίπεδα στρες (stress) και γενικά καταστάσεις που προκαλούν ανασφάλεια στην ευαίσθητη παιδική ηλικία» (σελ.38).

Το βιβλίο λοιπόν εστιάζει στο πως μπορούν τα άτομα με τέτοιες εμπειρίες που ακούν φωνές, να τις διαχειριστούν, όταν το κυρίαρχο ψυχιατρικό σύστημα, θα το ξαναγράψω, αποτυγχάνει σ’ αυτό παταγωδώς. Και πως αποδεικνύεται αυτή του η αποτυχία; Απ’ τα λόγια των ίδιων των ανθρώπων που ζήτησαν βοήθεια κι αντ’ αυτής έλαβαν φαρμακευτική αγωγή και παροτρύνθηκαν ν’ αποδεχτούν το ανίατο της κατάστασής τους. Για να διαβάσουμε μαζί τι έχουν γράψει μερικές-οι απ’ αυτούς, όπως η Jacqui Dillon:

«Μου είπαν πως είχα μια αρρώστια: ήμουν ψυχασθενής. Περίμεναν να γίνω ο παθητικός δέκτης της θεραπείας αυτής της διαταραχής και η φαρμακευτική αγωγή ήταν η μόνη επιλογή που υπήρχε για μένα. Μου είπαν τι να κάνω λέγοντάς μου αντικρουόμενα πράγματα -πως ο μόνος τρόπος για να γίνω καλύτερα ήταν να πάρω φάρμακα αλλά, ουσιαστικά, ούτως ή άλλως δεν θα γινόμουν ποτέ πραγματικά καλά. Κανένας ποτέ δεν με ρώτησε τι πίστευα πως θα βοηθούσε, καθώς ένιωθα πως τα είχα καταφέρει θαυμάσια μέχρι τότε. Αυτό που βίωνα δεν θεωρήθηκε ποτέ πως ήταν μια φυσική και ανθρώπινη αντίδραση σε πράγματα που είχαν συμβεί στη ζωή μου. Το γεγονός ότι άκουγα τις φωνές μου ήταν η απόδειξη της ασθένειάς μου, και το να θέλω να τις κρατήσω με σκοπό να καταλάβω περισσότερα για τον εαυτό μου θεωρήθηκε πως έδειχνε αντίσταση στην θεραπεία» (σελ. 208).

Και η Eleanor Longden (μπορείτε να την δείτε κι εδώ να μιλάει) μας δίνει τη δική της μαρτυρία:

«Η ψυχίατρος εξίσωσε το άκουσμα των φωνών με την τρέλα και μου έδωσε τη διάγνωση της σχιζοφρένειας. Μ’ αυτό εγώ έλαβα το μήνυμα πως ήμουν το παθητικό θύμα της παθολογίας. Δεν μ’ ενθάρρυνε να κάνω τίποτα που θα με βοηθήσει ενεργά. Θεραπεία σήμαινε φαρμακευτική θεραπεία. Ήταν απίστευτα αποκαρδιωτικό. Όλα υπονόμευαν την αυτό-εικόνα μου, ενισχύοντας όλες τις αμφιβολίες που είχα για τον εαυτό μου. Η καταστροφική επίπτωση βοήθησε ακριβώς στο να κάνει τις φωνές πιο δυνατές και πιο επιθετικές, γιατί άρχισα να τις φοβάμαι περισσότερο (…) Όλα αυτά συνέβησαν σε απίστευτα μικρό χρονικό διάστημα. Μπήκα σ’ αυτό το νοσοκομείο ως ταραγμένη, συγκεχυμένη, δυστυχισμένη 18χρονη και βγήκα σχιζοφρενής και ήμουν και καλή. Έφτασα στο να ενσαρκώνω το πως δείχνει και τι αίσθηση δίνει η ψύχωση» (σελ. 163-4).

Απ’ τα τραγικότερα πράγματα που διάβασα ήταν αυτό το απόσπασμα. Γιατί δείχνει πόσο άχρηστοι κι επικίνδυνοι επιπλέον μπορούν να φανούν αυτοί που θεωρούνται ειδικοί όταν ένα άτομο που πάσχει προσφεύγει σ’ αυτούς ως χρήστρια-ης υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Και λυπάμαι αφάνταστα γιατί εκεί έξω υπάρχουν ακόμη άτομα που σπούδασαν ψυχολογία και ψυχιατρική και σταθερά ψέγουν κι απαξιώνουν όσες κι όσους προβάλλουν κι άλλες λύσεις πέρα απ’ το μονόδρομο των ψυχοφαρμάκων. Και δεν βλέπουν πόσο ανήθικο είναι ν’ αποκρύπτεις τέτοιες πληροφορίες, ούτε καταλαβαίνουν πως δεν κάνουμε όλοι την ίδια «δουλειά», ακόμα κι αν είμαστε τύποις στον ίδιο επιστημονικό ας πούμε χώρο. Ίσως σήμερα τους γίνει πιο σαφές. Για να πάμε σε δύο ακόμη μαρτυρίες και πρώτα σ’ αυτήν της Antje Muller:

«Κανένας δεν με ρώτησε ποτέ τίποτα γι’ αυτές, παρ’ όλο που οι φωνές ήταν εκείνες που μου είχαν κάνει τη ζωή αβίωτη. Δηλαδή όλες οι συζητήσεις που είχα κάνει στο νοσοκομείο ήταν για πολλά πράγματα αλλά, κατά κάποιον τρόπο, δεν είχαν σχέση μ’ εμένα. Ήταν για πράγματα γύρω από μένα και γύρω από διάφορα θέματα που σχετίζονταν μ’ εμένα, αλλά όχι πραγματικά για μένα» (σελ.136)

Και της Audrey Reid:

«Μέσα σε μια βδομάδα είχα δύο συναντήσεις και ενώ την Τρίτη μου είπαν ότι έχω μανιοκατάθλιψη, την Πέμπτη μου είπαν ότι ήταν σχιζοφρένεια. Τι να τα κάνεις αυτά; Είναι τελείως αλλόκοτα λόγια που δεν σημαίνουν τίποτα. Πως μαθαίνεις να τ’ αντιμετωπίζεις ή τι να κάνεις μ’ αυτό; Δεν μπορώ ούτε να συλλαβίσω τη λέξη σχιζοφρένεια. Τι υποτίθεται ότι πρέπει να κάνεις με όλες αυτές τις αλλόκοτες διαγνώσεις; Και όλα όσα σου προσφέρουν είναι μόνο φάρμακα» (σελ.140-1).

Αμφιβάλλει κανείς πλέον πως το σύστημα αποτυγχάνει ν’ ανταποκριθεί στις ανάγκες αυτών των ανθρώπων; Και φυσικά όταν αναφέρομαι στο σύστημα, δεν εννοώ μόνο το ψυχιατρικό. Δεν είναι μόνο θέμα ορισμένων «συναδέλφων» το ότι αντι-επιστημονικά και αντι-δεοντολογικά δρουν διαχειριζόμενοι έτσι την ‘τρέλα’. Θα έπρεπε να είναι όλων μας. Το είχα εντάξει και στο παρελθόν σε ανάρτηση αυτό που τονίζει με κάθε ευκαιρία ο Ron Coleman, αλλά έχει νόημα να το θυμηθούμε πάλι, ακριβώς σ’ αυτό το σημείο: «Στην κουλτούρα των Αβορίγινων», λοιπόν «όταν κάποιος τρελαίνεται, όλη η φυλή συγκεντρώνεται να συζητήσει τι έκανε η φυλή και προκάλεσε την τρέλα του ατόμου. Μπορείς να το φανταστείς αυτό στην κουλτούρα μας; Νομίζω πως όχι» (σελ.301).

Δυστυχώς θα έλεγα, όχι. Κατηγορηματικά όχι, γιατί στην κουλτούρα μας κοιτάμε το δέντρο και χάνουμε το δάσος. Δεν συνδέσουμε το ατομικό με το συλλογικό και το πολιτικό όπως θα έπρεπε. Κι αν κάποιος παίρνει τη διάγνωση της κατάθλιψης για παράδειγμα μετά από μακροχρόνια ανεργία, δεν σκεφτόμαστε πως αυτές οι ακραίες οικονομικές συνθήκες που οδηγούν στην φτωχοποίηση και την επακόλουθη συναισθηματική κατάρρευση είναι που πρέπει να’ αλλάξουν, αλλά του χορηγούνται αφειδώς και «γενναιόδωρα» ψυχοφάρμακα. Το σύστημα έχει κάνει τη «δουλειά» του κι έχει τελειώσει μαζί του. Όπως και με πολλές άλλες «περιπτώσεις».

Αν κάτι μ’ αρέσει λοιπόν σ’ αυτό το βιβλίο είναι πως το υπογράφουν άνθρωποι με διαφορετικές αντιλήψεις απ’ τις επικρατούσες στην κυρίαρχη ψυχιατρική. Άνθρωποι που συνδέουν το ατομικό με το συλλογικό, μιας και στις απανταχού ομάδες των «Hearing Voices» (εδώ κι εδώ πληροφορίες για τις ελληνικές ομάδες) βοηθήθηκαν όσες-οι κατέθεσαν την εμπειρία τους. Άνθρωποι που καταλαβαίνουν πως οι πολιτικές επιλογές πρέπει ν’ αλλάξουν.

Τη σύνδεση με όλα αυτά θεωρώ πως την τονίζουν τα λόγια μιας πρώην χρήστριας υπηρεσιών ψυχικής υγείας και νυν ψυχολόγου, της Helen: «Αυτή η προπαγάνδα άγνοιας (ενν: γύρω απ’ το βίωμα των φωνών) μπόρεσε ν’ ανθίσει λόγω της έλλειψης ηθικών αρχών (π.χ. τέθηκε το κέρδος πάνω από τον άνθρωπο), διεφθαρμένων οικονομικών, πολιτικών και επιστημονικών συμφερόντων και λόγω έλλειψης διαλόγου με τους Ειδικούς μέσω Εμπειρίας. Οι υπάρχοντες τρόποι εργασίας είναι αντιδεοντολογικοί, στηρίζονται στον στιγματισμό, στην προκατάληψη και στην άγνοια κι είναι άκρως επιβλαβείς σε πολλούς Επιζήσαντες του τραύματος και της κακοποίησης που γίνονται ασθενείς στο σύστημα» (σελ. 204).

Και σ’ αυτό θέλω να σταθούμε, λίγο πριν το τέλος. Αν κάποιος έχει το δικαίωμα να διαχειριστεί την ‘τρέλα’ του και να γνωρίζει γι’ αυτήν, είναι όποια-ος πάσχει. Φυσικά και είναι απαραίτητο και ζητούμενο να είμαστε κοντά του αν μας χρειάζεται κι εμείς οι ‘ειδικοί’, αλλά να μην ξεχνάμε αυτό που υπογραμμίζει ο Ron Coleman:

«Το κλειδί για την ανάρρωση είναι η κυριότητα, η ανάληψη της ευθύνης και της κυριότητας των εμπειριών μας. Οι γιατροί δεν μπορούν να έχουν την κυριότητα των εμπειριών μας. Οι ψυχολόγοι δεν μπορούν να έχουν την κυριότητα των εμπειριών μας. Ομοίως δεν μπορούν ούτε οι νοσηλευτές, οι κοινωνικοί λειτουργοί, οι εθελοντές, οι εργοθεραπευτές, οι ψυχοθεραπευτές, οι φροντιστές και οι φίλοι. Ακόμα και οι εραστές και οι ερωμένες μας δεν μπορούν να έχουν την κυριότητα. Πρέπει να την έχουμε εμείς. Μόνο μέσα από την κυριότητα της τρέλας μας μπορούμε ν’ αναρρώσουμε από την τρέλα. Το ταξίδι μέσα από την τρέλα είναι ουσιαστικά ένα ατομικό ταξίδι. Μπορούμε να μοιραστούμε με άλλους μόνο ένα μέρος από το ταξίδι μας. Το μεγαλύτερο μέρος είναι δικό μας και μοναχικό» (σελ. 302).

Για όσες κι όσους λοιπόν το ταξίδι είναι δύσκολο και χρειάζονται βοήθεια για να διαχειριστούν τις φωνές τους, αλλά και για όσες-ους θέλουν ν’ αποδειχτούν χρήσιμοι συν-ταξιδιώτες, δηλαδή τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας, ενδείκνυται αυτό το βιβλίο. Αναλύει πως μπορεί όποια-ος έχει τέτοιες εμπειρίες να κατανοήσει τι εκφράζουν οι φωνές, να τις αποδεχτεί, ν’ αλλάξει τη σχέση της-του μαζί τους αν δεν γίνεται να τις εξαλείψει και ν’ αποκτήσει εντέλει έλεγχο της ζωής της-του. Είναι ένα βιβλίο που μεταγγίζει ελπίδα κι είμαι βέβαιη πως θ’ αποδειχτεί βοηθητικό για όσες-ους το επιλέξουν. Κυκλοφορεί στα ελληνικά απ’ τις εκδόσεις «Νησίδες» και την μετάφρασή του έχουν κάνει ο Στέφανος Βασάκος κι ο Λυκούργος Καρατζαφέρης.-

.

.

.