Δερματοστιξία, τσαμπουκάδες, τατουάζ: Συμβολισμοί και νοήματα στην υποκουλτούρα της φυλακής – Μέρος Ι

.

western-shaft-tomb-tattoo

.

Σε χώρους κλειστής διαβίωσης όπως οι φυλακές, αναπτύσσονται συμπεριφορές και παγιώνονται συνήθειες, που συγκροτούν τελικά την ιδιάζουσα κουλτούρα των ανθρώπων που τους απαρτίζουν και τους χαρακτηρίζουν.

Τέτοιο δείγμα αποτελούν οπωσδήποτε, τα τατουάζ, οι τσαμπουκάδες της φυλακής, που χτυπούν ή κεντούν όπως συνηθίζουμε να λέμε, οι κρατούμενοι σε όλα σχεδόν τα σημεία του κορμιού τους Πρόκειται για ένα είδος σήμανσης ταυτότητας, διαφορετικότητας,  μια πολιτιστική κωδικοποίηση ατόμων που θεωρούν πως εντάσσονται σε συγκεκριμένες ομάδες (π.χ. ποινικοί κρατούμενοι) και υπο-ομάδες (πχ. μέλη συμμοριών).

Στη δεύτερη περίπτωση τα τατουάζ, πέραν της δήλωσης πίστης στην υπό-ομάδα, αποτελούν σημαίνοντα προς τους έξω για την ένταξη του φέροντος σ’ αυτήν, αναπαριστούν συχνά το σύνολο της εγκληματικής του δραστηριότητας (είναι δηλαδή ένα είδος βιογραφικού), το βαθμό, τη θέση που έχει στην υπο-ομάδα κτλ.

Η δερματοστιξία, έχει τις ρίζες της στους πρωτόγονους λαούς και συναντάται στους περισσότερους πολιτισμούς (εδώ μπορείτε να διαβάσετε ένα ενδιαφέρον σχετικό άρθρο). Τα τατουάζ σ’ αυτές τις περιπτώσεις χρησιμοποιήθηκαν ως μέσα προστασίας, ως τρόποι θεραπείας, ως μαγικά σύμβολα, ως ένδειξη ευγενικής-αριστοκρατικής καταγωγής κτλ.

Στην αρχαία Ελλάδα φαίνεται πως τα τατουάζ διαδόθηκαν απ’ την Περσία τον 6ο αιώνα, όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος και οι Ρωμαίοι με τη σειρά τους τα υιοθέτησαν απ’ τους Έλληνες. Χρησιμοποιήθηκαν για να στιγματίζονται οι εγκληματίες και οι δούλοι, ώστε ακόμα κι αν διέφευγαν να μπορούσαν εύκολα να εντοπιστούν.

Σύμφωνα επίσης με το άρθρο του Archaeology, απ’ όπου άντλησα τις πληροφορίες αυτές, οι Αθηναίοι στιγμάτισαν τους ηττημένους Σαμιώτες με ένα τατουάζ κουκουβάγιας (το έμβλημα της θεάς Αθηνάς) κι οι Σαμιώτες με τη σειρά τους όταν νίκησαν ‘σημάδεψαν’ τους αιχμαλώτους τους με ένα Σαμιακό πολεμικό πλοίο (Σάμαινα).

Αλλά στη Θράκη, πάντα κατά τον Ηρόδοτο,  η δερματοστιξία είχε άλλο νόημα καθώς σηματοδοτούσε την ευγενική καταγωγή.

.

thracian-tattoos

.

Πολλοί αρχαίοι Έλληνες και Ρωμαίοι ιστορικοί, αναφέρονται στην τιμωρητική χρήση των τατουάζ. Στην αρχαία Ρώμη μάλιστα φαίνεται πως τέτοια ‘στίγματα’ έφεραν στρατιώτες και λεγεωνάριοι επίσης. Ο Καλιγούλας στιγμάτιζε και τους μονομάχους, για να είναι σαφές πως αποτελούν δημόσια περιουσία κτλ.

Ήταν διαδεδομένο μάλιστα, να στιγματίζονται τα πρόσωπα, όσων θεωρούνταν για κάποιο λόγο αποδιοπομπαίοι τράγοι, πράγμα που απαγόρεψε ο Μέγας Κωνσταντίνος το 325 μ. Χ.

Έτσι η δερματοστιξία περιορίστηκε στο σώμα, μέχρι το 787 μ.Χ. που ο Πάπας Αδριανός την απαγόρεψε γενικώς (κι όλοι οι διάδοχοι του επίσης, έκτοτε), με αποτέλεσμα τα τατουάζ σχεδόν να ‘εξαφανιστούν’  στο χριστιανικό κόσμο, μέχρι το 19ο αιώνα.

Συναντούνται όμως, στις φυλακές της Ευρώπης, στους εκεί έγκλειστους. Όπως αναφέρει ο Michel Foucault  στο βιβλίο του «Επιτήρηση και τιμωρία-Η γέννηση της φυλακής»:

“Χαραγμένα πάνω τους είναι τα εμβλήματά τους -είτε μια λαιμητόμος χαραγμένη στον αριστερό βραχίονα, είτε πάνω στο στήθος τους, ένα ξίφος που χώνεται βαθιά σε ματωμένη καρδιά…”

Κατά τα μέσα του 19ου αιώνα δε, σε μια ποινική υπόθεση στην Γερμανία,  για πρώτη φορά γίνεται η ‘επίσημη’ σύνδεση των τατουάζ με την εγκληματολογική δραστηριότητα. Τίθεται τότε κατά τη διάρκεια της δίκης το ερώτημα αν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί (ως μέσο θετικής ταυτοποίησης), το συγκεκριμένο τατουάζ του φερόμενου εκείνη την εποχή ως δράστη, για να εξασφαλιστεί η καταδίκη του.

«Η υπόθεση«, όπως σχολιάζει ο Eero Wahlstedt στην ενδιαφέρουσα εργασία του που συμβουλεύτηκα, «ήταν λιγότερο σημαντική από τις συνέπειές της, καθώς οδήγησε σε μια ευρύτερη μελέτη και καταγραφή των τατουάζ με σκοπό τη διάκριση των «εργατικών τάξεων» απ’ τις «επικίνδυνες τάξεις«. Η υπόθεση είναι ότι αυτοί που έχουν τατουάζ ήταν πιο αντικοινωνικοί και επικίνδυνοι (Caplan,1997: 106-9)». 

Ο Ιταλός εγκληματολόγος Cesare Lobroso, με τη σειρά του πίστευε πως ήταν θέμα χαρακτήρα, προδιάθεσης. Δηλαδή πως o ίδιος καταναγκασμός που οδηγεί κάποιον να εκγληματίσει, τον οδηγεί και να στο σημαδεύει κατά τέτοιον τρόπο, το σώμα του.

Θα δούμε στη συνέχεια, κι άλλες σχετικές αναφορές, αλλά εντωμεταξύ ας ρίξουμε μια ματιά στο τι συνέβαινε στη χώρα μας. Η συνήθεια αυτή έφτασε και στην Ελλάδα λοιπόν κι έτσι κατά την επίσκεψη του στις φυλακές του Ναυπλίου (η σχετική ανάρτηση εδώ), στα τέλη του 1800, ο λογοτέχνης Ανδρέας Καρκαβίτσας, γίνεται μάρτυρας μιας τέτοιας σκηνής και την καταγράφει:

“Ο ένας ήταν γονατιστός κ’ είχε ολόγυμνο το κορμί εμπρός ‘; την πόρτα και οι άλλοι δύο εστέκοντο σκυμμένοι επάνω του. Εστοχάσθην ότι ήταν λαβωμένος και τον επεριπιούντο. Επλησίασα να ιδώ. Τι να ιδώ; Ανατρίχιασα όλος. Και οι δύο με ψιλά βελόνια εις τα χέρια τους εκέντουν το κορμί του γονατισμένου μέχρι αφαιμάξεως. Από τον σβέρκο, αμέσως κάτω από τα μαλλιά άρχιζε ένα ογκώδες κεφάλι φοβερού φιδιού, με ανοικτό στόμα και γλώσσα έξω βγαλμένη κατακόκκινη. Το φίδι κατέβαινε εις την ραχοκοκκαλιά, έπειτα έκλινε κάτ’ από τη ζερβιά μασχάλη, έβγαινε μπρος εις το στήθος και κατ’ από το δεξιό βυζί και την μασχάλην εγύριζε πάλι εις την ράχη. Φοβερό ήταν το σώμα του ερπετού, ολόπλουμο με χίλιες δυο φολίδες και μύρια χρώματα που ασπρογάλιαζαν επάνω εις το δέρμα σαν τ’ αληθινού φιδιού.

-Θα κάμετε πολύ ακόμη ερώτησα τον ένα.

-Θα το φτάσουμε κάτου ‘ς τη φτέρνα.

-Και δε σε πονεί; ερώτησα εκείνον

-Τσ’ μου έκαμε μ’ επώδυνον όμως έκφρασιν.

Η παλληκαριά του δεν άφινε να ομολογήση τους πόνους του. Η καρδιά του όμως ή καλλίτερα το τομάρι του το ήξερε”.

 

.

(συνεχίζεται εδώ)

.

.

.

.

.

.

.

Ανδρέας Καρκαβίτσας: «Οι φυλακές του Ναυπλίου»

.

30ed0f79-9d49-48d3-a3e1-9e7c72b17321_1

.

Ο Ανδρέας Καρκαβίτσας, είναι γνωστός σε όλους μας, σαν ένας από τους μεγάλους Έλληνες διηγηματογράφους (απ’ τους βασικούς εκπροσώπους του ηθογραφικού διηγήματος), που άφησαν πίσω τους πλούσιο λογοτεχνικό έργο (“Λόγια της πλώρης”, “Ο ζητιάνος” κ.α.).

Σ’ αυτή την ανάρτηση λοιπόν, όπως ήδη καταλάβατε απ’ τον τίτλο, θα μας απασχολήσει ένα γραπτό του με ιδιαίτερη σημασία μιας και καταγράφει την κατάσταση στις φυλακές του Ναυπλίου (εδώ θα βρείτε ένα πολύ ενδιαφέρον σχετικό άρθρο), στα τέλη του 1800.

Φυσικά, θεωρώ πως είναι ενδεικτικό για την κατάσταση των φυλακών γενικότερα στην Ελλάδα, εκείνη την εποχή. Άλλωστε, τα νατουραλιστικά στοιχεία στα διηγήματα του Καρκαβίτσα, δεν αμφισβητούνται.

Αι φυλακαί του Ναυπλίου”: αυτός είναι ο ακριβής τίτλος του έργου, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Εστία” (σελ. 241-245), στα 1892 και καταγράφει τις εντυπώσεις του Καρκαβίτσα από την πρώτη του περιοδεία στην Πελοπόννησο (1891-1892).

Στη διάρκεια της, επισκέφτηκε τις φυλακές: “Μιλτιάδης”, “Μπούρτζι”, “Άγιος Ανδρέας” και “Βουλευτικό”, συνομίλησε με τους εκεί κρατουμένους, τους δημίους, είδε τα κελιά τους, παρακολούθησε πως περνούσαν τον ελεύθερο χρόνο τους και ενδιαφέρθηκε γενικότερα, για τις συνθήκες κράτησης τους.

Συγκλονίστηκε δε, τόσο πολύ απ’ όσα είδε, που έγραψε (σελ. 27), χαρακτηριστικά:

.

“…Ο Χριστός, τρομώ και λέω, αν έμεν’ ένα ξάμηνο εκεί, βέβαια θα ξέχανε το “αγαπάτε αλλήλους”…”

 .

Με όσα ήρθαν πρόσφατα στο φως της δημοσιότητας για το Ψυχιατρείο και το Νοσοκομείο Κορυδαλλού, δεν είναι τυχαίο που διάλεξα να σας μεταφέρω το απόσπασμα που ακολουθεί. 

Σ’ αυτή την περίοδο λοιπόν, κατά την οποία οι δήμιοι στο Μπούρτζι αμείβονταν με το σημαντικότατο ποσό των 300 δραχμών το μήνα (συν 100 δραχμές για κάθε εκτέλεση), ο διορισμένος γιατρός για τους κρατούμενους, έπαιρνε μόνο 30 δραχμές:

“Είνε ένας γιατρός διωρισμένος να τους επισκέπτεται αλλά πότε τον βλέπουν; Κάν ποτέ! Μόνον με τριάντα δραχμές τον μήνα ποιος ημπορεί ν’ ανεβοκαταβαίνη το Παλαμήδι και μάλιστα αφού πρόκειται για φυλακισμένους!…”

Νοσοκομείο Κρατουμένων διέθετε η φυλακή του Αγίου Ανδρέα, αλλά σίγουρα δεν ήταν όπως το περίμενε ο συγγραφέας:

“Πρώτα εμπήκα μέσα εις το νοσοκομείο… Πέντε δυστυχισμένοι κατάδικοι ήσαν εκεί άρρωστοι (…) Εκάθοντο οι άμοιροι εκεί σε δύο ψηλές σανίδες καθένας, διπλωμένοι κουβάρι μέσα εις άπλυτα και μουχλιασμένα σκεπάσματα, απ’ ό,τι είχαν (…) Διότι μην ακούτε νοσοκομείο και νομίζετε ότι οι άρρωστοι έχουν και τα καλά του νοσοκομείου. Καθόλου. Μόνον τους βγάζουν από τα υγρά δώματα και τους μπάζουν εις ένα κάπως υποφερτό. Κατά τα  άλλα τα ίδια όπως και οι λοιποί (…) Τα γιατρικά παίρνουν απ’ το στρατιωτικό νοσοκομείον. Αλλ’ αν στείλη σήμερα συνταγήν ο γιατρός, τα φάρμακα θα φθάσουν εις τας φυλακάς τ’ ολιγώτερον έπειτ’ από είκοσι ‘μέρες, όταν ο άρρωστος ή θα είνε σηκωμένος ή θα κατάκοιται ‘ς το μνήμα”. 

Τους παραλληλισμούς με τη σημερινή κατάσταση, αφήνω να τους κάνει ο καθένας από ‘σας, με τη σκέψη του.

Και με τα λόγια του συγγραφέα, τα τόσο ουσιαστικά, θα κλείσω αυτή την ανάρτηση (αποτελεί μέρος μιας μεγαλύτερης εργασίας μου, για το μάθημα «Σωφρονιστική» που δίδασκε ο καθηγητής Νομικής του Α.Π.Θ., Στέργιος Αλεξιάδης), χωρίς να σχολιάσω τίποτα άλλο. Θα καταλάβετε γιατί και πόσο δίκιο είχε ο Καρκαβίτσας.

Όσοι-ες ενδιαφέρεστε πάντως να μάθετε περισσότερα, αξίζει να διαβάσετε ολόκληρο το βιβλίο του (εδώ κι εδώ οι λεπτομέρειες για τις σχετικές εκδόσεις).

Καλή ανάγνωση.

..

Τι μαθήματα αυστηρής και ήμερης ζωής ημπορούν αν δώσουν εις τον έξω άνθρωπο αυτές οι φυλακές! Εκεί, όχι εις τα σχολεία, όχι εις τα μοναστήρια, μον’ εκεί διδάσκεται με μεγαλόφωνη σιωπή ο αληθινός λόγος του Θεού. Εκεί είνε η αληθινή του Σιλωάμ πηγή όπου βαφτίζεται η ψυχή και βγαίνει αγνή και απαλή και μεγαλόχαρη σαν από την πνοή του δημιουργού.

Στοχάζομαι πως τον μεγαλύτερο κακούργο αν αντί αν τον κλείσουν μέσα τον έπαιρναν μόνο και τον εγύριζαν εις αυτές τις άγριες σπηλιές και του έδειχναν εκείνα τα φοβερά κλειδιά και τον έκαναν να ακούση το θλιβερό στέναγμα των θυρών, να μυρισθή τη μούχλα, να αισθανθή την υγρασία, ν’ ακροασθή το άφωνο μίλημα που κάνουν τα ντουβάρια κ’ έπειτα του έλεγαν: “Να, εδώ θα σ’ εβάναμε να ζήσης δέκα, είκοσι χρόνια, όλη σου τη ζωή, δίχως φίλους κ’ εδικούς για να ξεπλύνης το κακό πώκαμες, μα σ’ αφίνομε. Γύρισε ‘ς το σπίτι σου και γένου καλός άνθρωπος” θα εγνώριζε ευθύς το ανόμημά του. Θα έφευγε με τα τέσσερα και θα επήγαινε με τη μοναχή φροντίδα πως να το ξεπλύνη. Μα, να μη μείνη μέσα εκεί ούτε μια βδομάδα, ούτ’ ένα ημερονύχτι για το Θεό!

Γιατί ξέρομε τι θα ειπή άνθρωπος.


Βάλε τον εις ένα φοβερό, πυκνοντυμένο θεοσκότεινο δάσος. Ρίξε τον σε μια σπηλιά με λύκους και λεοντάρια και τίγρεις. Χώσε τον μέσα ‘ς το απαισιώτερο νεκροταφείο. Αν τον αφίσης για μια στιγμή και τον πάρης πάλι, θα έχη σ’ όλη του τη ζωή την ανατριχίλα του δάσους επάνω του, τ’ άγρια οδοντοκοπήματα και τους μουγκρισμούς των θερίων ‘ς την ακοή του, την απελπιστική παγωνιά του νεκροταφείου ‘ς την ψυχή του και θα τρέμη μήπως πέση πάλι εκεί. Αν τον παρατήσης όμως για πολύ, σιγά σιγά θα συνηθίση το κορμί ‘ς την ανατριχίλα, η ακοή θα συνηθίση ‘ς τα οδοντοκοπήματα, η ψυχή θα παγώση περισσότερο, τα νεύρα θα γίνουν παλαμάρια, και άγριος θα ριχθή να κάψη το δάσος, να μανιώση τα θερία, για να τ’ ακούση αγριώτερα να μουγκρίζουν, ν’ ανοίξη τους τάφους και να παίξη με τα κόκκαλα των νεκρών κλωτσοσκούφι. Ούδε δάκρυα, ούδε στηθοκοπήματα, ούδε παρακλήσεις θα τον συγκινούν πλέον ουδέ φοβέρες…”

.

.

.

.

.