Berggrasse 19: Στο γραφείο του Freud στη Βιέννη – Sigmund Freud Museum (Μέρος Γ’)

Xειρόγραφη επιστολή του Freud (1922)

Απ’ ότι φάνηκε ήταν γραφτό ν΄ αργώ να συμπληρώσω αυτή τη σειρά των αναρτήσεων, για τον μεγάλο Βιεννέζο ψυχαναλυτή. Αστειεύομαι φυσικά αφού στην πραγματικότητα συμβαίνει να δίνω προτεραιότητα σε θέματα επικαιρότητας και λογικά μένουν πίσω τα υπόλοιπα. Δεν έχει και τόση σημασία όμως, αφού ήρθε επιτέλους η ώρα να ολοκληρωθεί. Και για ν’ «αποζημιώσω» όσες, όσους περίμεναν και με ρωτούσαν, αναθεώρησα όλες τις σχετικές αναρτήσεις που τον αφορούν κι έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς εδώ. Θα τις βρείτε επομένως εμπλουτισμένες με νέα στοιχεία αν επιλέξετε τις ετικέτες με τ’ όνομά του.

Αγαλματίδια και άλλα διακοσμητικά αντικείμενα απ’ το γραφείο του Freud

Για να σας διευκολύνω όμως, να εξηγήσω πως αν τώρα επισκέπτεστε το blog για πρώτη φορά, εδώ κι εδώ θα βρείτε το Α’ και Β’ Μέρος, αντίστοιχα, που αναφέρονται ειδικά στο Μουσείο της Βιέννης. Σ’ αυτά υπάρχουν διαδικαστικές πληροφορίες που θα σας φανούν χρήσιμες, όταν με το καλό ταξιδέψετε κι εσείς σ’ αυτή την πόλη και θελήσετε να δείτε με τα ίδια σας τα μάτια όσα περιγράφω και βέβαια θα μάθετε έτσι κι αλλιώς, είτε πάτε είτε όχι, αρκετά ιστορικά στοιχεία για το ίδιο το κτήριο και το πως περνούσε το χρόνο του σ’ αυτό ο Freud επί 47 συναπτά έτη. Συμβουλεύτηκα αυτό το πολύ εμπεριστατωμένο κι αναλυτικό άρθρο μάλιστα συμπληρωματικά, για να μπορέσω να σας δώσω μια πλήρη εικόνα των δραστηριοτήτων του κι αξίζει να το διαβάσετε κι εσείς για να δείτε ποια άλλα σημεία της Βιέννης έχουν συνδεθεί με την ιστορία του πατέρα της ψυχανάλυσης, εκτός απ’ το κτήριο της οδού Berggrasse 19. Υπάρχει άλλωστε κι η επιλογή της ειδικής ξενάγησης γι’ αυτό το σκοπό.

Στο κέντρο ο Freud με την κόρη του Sophie , φωτογραφημένοι περίπου το 1912.

Όπως σας είχα εξηγήσει δεχόταν τους ασθενείς του εκεί, έγραφε τα επιστημονικά του βιβλία, συζητούσε με τους συναδέλφους και τους μαθητές του στις περίφημες συναντήσεις της Τετάρτης, αλλά ζούσε και με την οικογένειά του σ’ αυτό το μέρος. Κινούνταν σε δύο συνεχόμενα, ευρύχωρα διαμερίσματα 12 δωματίων (ας μην ξεχνάμε πως μαζί τους έμενε κι η κουνιάδα του, Minna Barnays, την οποία έπαιρνε συχνά στα ταξίδια του), που σήμερα αντιστοιχούν στα διαμερίσματα 5 και 6 (το δεύτερο μετά το 1908 το χρησιμοποιούσε για τα ιατρικά του ραντεβού). Ώσπου οι Ναζί κατέλαβαν την εξουσία προσαρτώντας βίαια την Αυστρία στη Γερμανία. Οι οχλήσεις τους ήταν συνεχείς (διαβάστε κι εδώ περισσότερα), η κόρη του κλήθηκε στη Γκεστάπο, τα μετρητά του είχαν κατασχεθεί (σε μια μόνο έφοδό τους στο σπίτι του αφαίρεσαν ένα ποσό που αντιστοιχούσε σε 840 δολάρια τότε κι όπως έχει γραφτεί ο ίδιος σχολίασε ειρωνικά «ποτέ δε έχω πάρει τόσα πολλά για μια μόνο επίσκεψη»), ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν δεσμευμένος, τα βιβλία του καίγονταν κι εκείνος σε ηλικία πια 82 ετών, το 1938, με τη βοήθεια της Μαρίας Βοναπάρτη, που κατέβαλλε για λογαριασμό του το χρηματικό ποσό που απαίτησαν εκείνοι για να του επιτρέψουν ν’ αναχωρήσει και τη μεσολάβηση του Προέδρου Roosevelt , έφυγε για την Αγγλία με την οικογένειά του. Σταμάτησαν πρώτα στο Παρίσι όπου και τη συνάντησε κι υπάρχουν κοινές φωτογραφίες τους από κείνη την εποχή.

Ο Freud σε ηλικία 79 ετών (πάνω αριστερά). Πρωτότυπες εκδόσεις των βιβλίων του (κάτω δεξιά).

Η πινακίδα με τ’ όνομά του και τις ώρες επισκεπτηρίου (3-4 δεχόταν τυπικά αλλά έβλεπε καθημερινά ασθενείς περίπου επί οκταώρου) αφαιρέθηκε ακολούθως απ’ τους Ναζί και στο σπίτι που είχε εγκαταλείψει, στο δεύτερο όροφο, κυμάτιζε για ένα μεγάλο διάστημα η σβάστικα. Το πενταώροφο κτήριο απ’ το οποίο έφυγε τότε, είχε ανεγερθεί πριν από 140 και πλέον χρόνια, η πόρτα του είναι ίδια εδώ και περίπου 70 χρόνια κι εγκαινιάστηκε τελικά ως δικό του Μουσείο το 1971, με τη βοήθεια της Anna Freud, της νεότερης κόρης του. Ήταν εκείνη που παραχώρησε γι’ αυτό το σκοπό 60 εκθέματα απ’ την αρχαιολογική συλλογή του πατέρα της. Μπορεί σ’ αυτό το χώρο να μην βρίσκεται το περίφημο ντιβάνι του (μεταφέρθηκε στην Αγγλία όταν εκείνος μετακόμισε στο χώρο που επίσης έγινε Μουσείο), αλλά υπάρχει ολόκληρο το σαλόνι αναμονής με τα τότε έπιπλά του, οι πρώτες, αυθεντικές εκδόσεις των έργων του (το πρώτο του βιβλίο το»Die Traumdeutung» αξίζει ν’ αναφέρω ότι αν και τυπώθηκε σε μόλις 600 αντίτυπα χρειάστηκε να περάσουν 7 χρόνια για να πουληθούν όλα), χειρόγραφες επιστολές του και πλήθος άλλων προσωπικών του αντικειμένων. Φεύγοντας μπορείτε να πάρετε ό,τι αναμνηστικό θέλετε απ’ το πολύ μοντέρνο κι ενημερωμένο πωλητήριο για το οποίο σας έγραψα στην αρχή, πριν συνεχίσετε τη βόλτα σας στην Ringstrasse, έναν απ’ τους δρόμους όπου βάδιζε σχεδόν καθημερινά γιατί εκεί βρισκόταν και το αγαπημένο του Cafe Landtmann, σ’ αυτή την πόλη που δεν του άρεσε μεν όπως έλεγε, αλλά απρόθυμα εγκατέλειψε δε.-

Το σαλόνι αναμονής του Freud με τα αυθεντικά έπιπλά.

.

.

*Όλες οι φωτογραφίες της ανάρτησης τραβήχτηκαν από μένα, τον Ιούλιο του 2018 κι έχουν δημοσιευτεί ήδη φυσικά, στο αντίστοιχο άλμπουμ στο flickr.

.

Berggrasse 19: Στο γραφείο του Freud στη Βιέννη – Sigmund Freud Museum (Μέρος Β’)

Φωτογραφία N.118: Sigmund Freud – Martha Bernays (Wandsbek, 1885) / Φωτογραφία N. 120: η αναγγελία του γάμου τους (14/9/1886)

Άργησα πολύ είν’ η αλήθεια να σας γράψω τη συνέχεια αυτής της επίσκεψης, αλλά να που ήρθε η ώρα. Για να θυμηθούμε λοιπόν μαζί, που είχαμε μείνει… Εκεί που έμπαινα στον κυρίως χώρο του Μουσείου, στο κτήριο όπου έζησε κι εργάστηκε ο Freud απ’ το 1891 ως το 1938. Τότε, στις 4 Ιουνίου συγκεκριμένα του 1938, αναγκάστηκε εξαιτίας των Ναζί να το αφήσει και να μεταναστεύσει αρχικά στη Γαλλία με τη βοήθεια της Μαρίας Βοναπάρτη και κατόπιν στην Αγγλία.

Φωτογραφία Ν. 111: Αφιέρωση του Jean-Marti Charcot στον Freud απ’ τη Salpêtrière (Collected Papers, Vol 3, Paris, 1887) / Φωτογραφία N. 110: Ο Charcot και η σύζυγός του μπροστά στο σπίτι τους

Συμπτωματικά, τώρα που σας γράφω, ο συγκεκριμένος χώρος είναι κλειστός λόγω ανακαίνισης (απ’ την 1η του Μάρτη) και δεν θα είναι προσβάσιμος ως το Μάιο του 2020. Καλό θα είναι να το έχετε υπόψη σας αν ταξιδέψετε στη Βιέννη. Θα μπορέσετε πάντως να δείτε αρκετά απ’ τα εκθέματά του σε δύο μέρη που γειτνιάζουν με το Μουσείο, δηλαδή στην Berggasse 13 ( που είναι η τοποθεσία Ι) υπάρχουν πρωτότυπα αντικείμενα, ταινίες και φωτογραφίες και σε ένα πρώην καφέ στο νούμερο 19 της Liechtensteinstrasse ( όπου βρίσκεται η τοποθεσία ΙΙ), έχει διαμορφωθεί ένα καλά εξοπλισμένο βιβλιοπωλείο που λειτουργεί σαν πωλητήριο αναμνηστικών κι εκεί οργανώνονται εκδηλώσεις μικρότερης κλίμακας για τον πατέρα της ψυχανάλυσης.

Φωτογραφία Ν. 143 (κάτω): Sigmund Freud and Wilhelm Fliess (Berlin, αρχές του 1890) / Φωτογραφία Ν. 140: Ο Dr Josef Breuer (1842-1925) με τη σύζυγό του Mathilde / Φωτογραφία Ν. 144: Ο Freud σε ηλικία 35 ετών (1891)

Με αφορμή αυτές τις πληροφορίες να σας πω ότι υπάρχουν πράγματι πάμπολλες φωτογραφίες του ίδιου, της οικογένειάς του, ανθρώπων με τους οποίους ερχόταν σε επαφή και επεξηγηματικά καρτελάκια παντού, αν δεν επιλέξετε την μετάφραση στ’ αγγλικά απ’ τα ακουστικά που μπορείτε να προμηθευτείτε στην είσοδο, μαζί με το δωρεάν guidebook, που θα επιστρέψετε βέβαια στο τέλος. Το δε πωλητήριο που είδα εγώ, ήταν απ’ τα πιο καλά εξοπλισμένα κι αυτό που θαύμασα κυρίως ήταν τα πάμπολλα βιβλία που διέθετε σε διάφορες γλώσσες. Κανονικά στο τέλος αυτής της σειράς των αναρτήσεων θα σας τα έγραφα αυτά, αλλά αφού μου δίνεται η ευκαιρία, σας το αναφέρω.

Φωτογραφία Ν. 179: Τα παιδιά του Freud πριν το1895. Η Anna δεν είχε γεννηθεί ακόμη.

47 χρόνια λοιπόν έζησε στο νούμερο 19 της Berggasse, ο Freud , στην 9η συνοικία δηλαδή της Βιέννης, από το 1891 ως το 1938 όπως ανέφερα ήδη και δεχόταν ασθενείς για περισσότερες από 8 ώρες καθημερινά. Το πενταώροφο κτήριο στο οποίο διέμεναν κι άλλοι ενοικιαστές (εκεί έζησε και ο Viktor Adler, ο ιδρυτής του Αυστριακού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, μεταξύ 1881 και 1889) στέγαζε και διάφορα καταστήματα.

Φωτογραφία Ν. 201: Lou Andreas Salomé (1861-1937), / Φωτογραφία Ν. 202: Anna Freud (γύρω στα 1912) / Φωτογραφία N. 207:Ο Freud και οι γιοί του Ernst και Martin (1916) / Φωτογραφία Ν. 203: το δημοφιλές εστιατόριο «Konstantinhügel», που βρισκόταν στο Prater της Βιέννης, όπου και γιορτάστηκε η έκδοση του βιβλίου «Τοτέμ και ταμπού» (το οποίο βλέπετε στα κάτω ακριβώς ράφια)

Μέχρι το 1908, ο Freud χρησιμοποιούσε τα τρία δωμάτια στο ισόγειο ως γραφείο του και πραγματοποιούσε επίσης τις διάσημες συναντήσεις της Τετάρτης με συναδέλφους και μαθητές του. Αργότερα έβλεπε τους ασθενείς του στο διαμέρισμα του στον δεύτερο όροφο. Μάλιστα, ο Ψυχαναλυτικός Σύλλογος της Βιέννης, ο οποίος αναδύθηκε απ’ αυτές τις συναντήσεις της Τετάρτης, βρισκόταν σε ένα κτήριο του ίδιου δρόμου (στην Berggasse, στο νούμερο 7) που όμως δεν υπάρχει πλέον.

(συνεχίζεται εδώ)

.

*Οι φωτογραφίες τραβήχτηκαν από μένα κι έχουν ανέβει στο flickr.

.

Αυστριακή Πινακοθήκη: Österreichische Galerie Belvedere – Vincent Van Gogh, Theodor Friedl, Édouard Manet, Pierre-Auguste Renoir κ.α. (Μέρος Ε’)

Σας έγραφα εδώ λοιπόν πως αυτό που μ’ έκανε ν’ αποφασίσω να επισκεφτώ το Belvedere κι όχι κάποια άλλα Μουσεία της Βιέννης, ήταν το ότι δεν ήθελα να χάσω την ευκαιρία να θαυμάσω από κοντά ένα έργο του Vincent Van Gogh που εκτίθεται εκεί. Οπωσδήποτε ήταν ο πιο καθοριστικός παράγοντας, ο πίνακας δηλαδή με τίτλο Plain of Auvers (1890). Φυσικά πολύς κόσμος συνωστιζόταν γύρω του κι η δυσκολία να τον φωτογραφήσω ήταν μεγάλη, αλλά έκανα ό,τι καλύτερο μπόρεσα κι έτσι τον βλέπετε παρακάτω.

Vincent Van Gogh, Plain of Auvers (1890)

Γενικά, κανένα σχεδόν έργο δεν ήταν εύκολο να φωτογραφηθεί σ’ αυτό το Μουσείο, λόγω του κόσμου, των αντανακλάσεων απ’ τα φώτα, τα παράθυρα κτλ, αλλά άξιζε η προσπάθεια. Και στην πορεία αποδείχτηκε πως σωστά μ’ οδήγησε σ’ αυτό το χώρο το ένστικτό μου. Γιατί είδα πίνακες εκεί από καλλιτέχνες κι έργα γλυπτών που χρόνια τώρα ξεχωρίζω και με συγκινούν. Όπως για παράδειγμα αυτό του Theodor Friedl.

Theodor Friedl – Cupid and Psyche (around 1890)

Υπάρχουν επίσης σημαντικότατοι πίνακες του Claude Monet, του Édouard Manet, tου Edgar Degas, του Pierre Auguste Renoir, του Edvard Munch, του Koloman (Kolo) Moser, του Ernst Ludwing Kirchner, του Maximilian Oppenheimer κ.α., καθώς και γλυπτά του Auguste Rodin αλλά και το γλυπτό του Έλληνα Joannis Avramidis (standing figure, around 1960). Όπως καταλαβαίνετε πολλές ώρες θα μπορούσε να «ξοδέψει» κάποια, κάποιος στο Βelvedere, θαυμάζοντας, παρατηρώντας κ.ο.κ.


Édouard Manet ( Lady in a fur, 1880) – Pierre-Auguste Renoir (After the Bath, 1876)

Κατάφερα επίσης να δω εκεί ένα έργο έστω του Friedensreich Hundertwasser, στον οποίο έχω μεγάλη αδυναμία αλλά δεν επιτρεπόταν να το φωτογραφήσουμε. Έτσι παραθέτω μόνο τη φωτογραφία που έχω την άδεια να βάλω εδώ κι ελπίζω την επόμενη φορά που θα βρεθώ σ’ αυτή την πόλη να μπορέσω να επισκεφτώ και το δικό του Μουσείο.

Φωτογραφία του Friedensreich Hundertwasser μπροστά στο έργο του που φιλοξενείται στο Belvedere

Να αναφέρω κλείνοντας πια αυτή τη σειρά των αναρτήσεων, ότι όλα όσα φωτογράφησα το διάστημα που βρέθηκα στο Μουσείο, μπορείτε να τα δείτε στο flickr, στο album που υπάρχει εδώ. Σας συνιστώ βέβαια έστω και απ’ τον υπολογιστή σας να τα παρατηρήσετε τα έργα που υπάρχουν εκεί και να περιηγηθείτε στο κτηριακό συγκρότημα του οποίου το site είναι αυτό. Και μακάρι, σας το εύχομαι ειλικρινά, να έχετε την ευκαιρία στο μέλλον να τα δείτε όλα κι από κοντά.-

.

*Όλες οι φωτογραφίες της ανάρτησης τραβήχτηκαν από μένα κι έχουν ανέβει στο flickr.


Αυστριακή Πινακοθήκη: Österreichische Galerie Belvedere – Oskar Kokoschka (Μέρος Δ’)

Την προηγούμενη φορά, σας υποσχέθηκα σ’ αυτή την ανάρτηση, πως θα σας γράψω περισσότερα για τον Oskar Kokoschka και να που ήρθε η ώρα. Αν έχετε δει βέβαια την ταινία «Η νύφη του ανέμου» (2001) την οποία σκηνοθέτησε ο Bruce Beresford θα ξέρετε ήδη δύο σημαντικά στοιχεία για τη ζωή του: ότι δηλαδή η σχέση του με την μεγαλύτερή του Alma Mahler (που υπήρξε κόρη του ζωγράφου Emil Schindler, σύζυγος του γνωστού συνθέτη και φίλη του Klimt) ήταν θυελλώδης κι ότι ήταν πολύ εξαρτημένος απ’ τη μητέρα του. Αν πάλι δεν έχετε δει την ταινία, σήμερα τα μαθαίνετε όλα.

Oskar Kokoschka, The Bride of the Wind (1914)

Το έργο του «The tempest» ή «The Bride of the Wind» (απ’ αυτό η ταινία πήρε τον τίτλο της) που ζωγράφισε στα 1914 όντας πολύ ερωτευμένος μαζί της -και δεν είναι το μόνο που την απεικονίζει-, είναι απ’ αυτά που αν και ήθελα πάρα πολύ να το δω, δεν βρίσκεται στο Βelvedere (κι ας έχει το Μουσείο μια σημαντική συλλογή έργων του Kokoschka ), αλλά στη Βασιλεία (στο Kunstmuseum ). Διασώθηκε αφού είχε χαρακτηριστεί ως εκφυλισμένο απ’ τους Ναζί (που έδειξαν ιδιαίτερο μένος απέναντι στις δημιουργίες κι αυτού του καλλιτέχνη). Tο χαρακτήρισαν «σκουπίδι», το συμπεριέλαβαν στις «Schandausstellungen» (εκθέσεις προορισμένες να εμπνεύσουν την αηδία) όπου και διατέθηκε προς πώληση (ευτυχώς) μαζί με άλλους πίνακες.

Έχει γραφτεί μάλιστα απ’ τον Elias Canetti στο βιβλίο του «Party in the Blitz:the English years» πως είχαν κάνει αίτηση τότε τόσο ο Χίτλερ όσο κι ο Kokoschka στη Βιεννέζικη Ακαδημία. Ο πρώτος απορρίφθηκε ενώ ο δεύτερος εισήχθη κι ίσως αυτός να ήταν ο λόγος για την απαξίωση του καθεστώτος απέναντί του. Δεν είμαι σε θέση να ξέρω αν ευσταθεί ο ισχυρισμός κι αν όντως αισθανόταν μια κάποια περίεργη ενοχή για όσα έγιναν μετέπειτα απ’ τον Χίτλερ, o ζωγράφος. Οπωσδήποτε όμως προσθέτει κάτι στο μύθο του Kokoschka κι αυτό το ενδεχόμενο.

Ο συγκεκριμένος πίνακας πάντως που προανέφερα («The Tempest»), είναι ένα απ’ τα αριστουργήματα της παγκόσμιας τέχνης και δείχνει όλο το πάθος και την ένταση με την οποία τον ζωγράφιζε εκείνος. Μια ένταση που χαρακτηρίζει κι άλλα απ’ τα έργα του. Όπως τον «Τίγρη» για παράδειγμα που δεν επιτρεπόταν να φωτογραφίσουμε στην Αυστριακή Πινακοθήκη, αλλά σας τον παραθέτω απ’ τον κατάλογο του Μουσείου. Αισθάνεσαι την απειλή κοιτώντας τον ακόμη κι απ’ τη φωτογραφία. Που να τον δείτε και μπροστά σας.

Oskar Kokoschka, The Tiger (1926)

Γενικά πολλά απ’ τα έργα του Kokoschka δεν σου προκαλούν ακριβώς ευχάριστα συναισθήματα (δεν υπονοώ σε καμία περίπτωση πως θα έπρεπε) όπως οι γυναίκες του Klimt για παράδειγμα, μήτε δείχνουν πρόσωπα και κορμιά βασανισμένα ή ξέχειλα από ερωτισμό και σεξουαλικότητα σαν αυτούς του Schiele. Αν εξαιρέσουμε τουλάχιστον κάποια απ’ αυτά που αφορούν την Άλμα Μάλερ. Της οποίας -να σημειώσω για την ιστορία-, πως και τον πατριό της είχε απεικονίσει σ’ ένα εξαιρετικό πορτρέτο. Ήταν, ο επίσης ζωγράφος Carl Moll, στο σπίτι του οποίου γνωρίστηκαν οι δυό τους και ο πίνακας αυτός, υπάρχει στο Belvedere, μαζί με έργα του τελευταίου.

Είναι όμως πίνακες γεμάτοι συμβολισμούς, αλληγορίες κι έχουν ψυχολογικό βάθος. Κάποιους τους διακρίνει επιπλέον μια παραδοξότητα που εμένα τουλάχιστον μ’ ενδιαφέρει ομοίως πολύ. Άλλοι πάλι σαν την τοπιογραφία του «The port of Pague» (1936) που επίσης υπάρχει στο Μουσείο, σε κάνουν να σκεφτείς την προσωπική του ιστορία και την εξορία του σ’ αυτό τον τόπο. Τη μοναξιά που πρέπει να ένιωθε μέχρι να συναντήσει τη γυναίκα που ερωτεύτηκε εκεί, την Olda Palkovská, την οποία μετέπειτα παντρεύτηκε στο Λονδίνο.

Κι όσο για την ένταση που προανέφερα φαίνεται τόσο στις πινελιές του όσο και στον τρόπο που χρησιμοποίησε το χρώμα. Αλλού το έκρυβε (όπως το κόκκινο στο «The tempest») κι αλλού το αναδείκνυε. Είναι σαφές νομίζω σε όποια-ον κοιτάξει για λίγο έναν πίνακά του, όπως αυτός που βλέπετε ακριβώς παρακάτω.

Oskar Kokoschka,  The power of music (1918)

Ίσως ο στόχος του να ήταν να προκαλεί και με τα έργα του, όπως προκάλεσε την συντηρητική βιεννέζικη κοινωνία ξυρίζοντας κάποτε το κεφάλι του, όπως όταν κυκλοφορούσε με την κούκλα-ομοίωμα της πρώην πια ερωμένης του Άλμας Μάλερ σε χορούς και δεξιώσεις ή ίσως πάλι όλ’ αυτά να ήταν μια απόρροια της εσωτερικής του έντασης, του τρόπου που είχε βρει για να διαχειρίζεται τον ψυχισμό του.

Αν διαβάσετε συνεντεύξεις του πάντως θ’ ανακαλύψετε κι άλλα στοιχεία για κείνον: τον θαυμασμό που είχε για την ελληνική τέχνη, το πόσο συνέδεε το έργο του με τις φροϋδικές θεωρίες και τον εξπρεσιονισμό γενικότερα με τον πατέρα της ψυχανάλυσης, την πολιτική πλευρά της τέχνης του, το ότι έγραψε και θεατρικά έργα κ.α. Ήταν ένας πολυσχιδής καλλιτέχνης που αν δεν τον γνωρίζατε, αξίζει να τον «μάθετε». Αν βρεθείτε δε στη Βιέννη μπορείτε να συμπληρώσετε τις γνώσεις σας με μια επίσκεψη στην Albertina όπου υπάρχει η μεγαλύτερη συλλογή δημιουργιών του. Κι εγώ την επόμενη φορά θα σας γράψω για μερικούς ακόμη εξίσου σπουδαίους καλλιτέχνες, που τα έργα τους είδα στο Belvedere.

 

 

 

(Συνεχίζεται εδώ)

.

 

*Η φωτογραφία του έργου «The tempest» είναι από εδώ. Οι άλλες τραβήχτηκαν από μένα.

.

.

Berggrasse 19: Στο γραφείο του Freud στη Βιέννη – Sigmund Freud Museum (Μέρος Α’)

Ελάχιστους δρόμους έχω υπόψη μου στη Βιέννη. Κι αυτούς κυρίως απ’ τις λογοτεχνικές τους αναφορές. Υπάρχει ωστόσο και μια οδός της οποίας θυμάμαι και τον αριθμό του κτηρίου και δεν είναι άλλη απ’ την Berggrasse. Κι ο λόγος είναι απλός. Επειδή στο νούμερο 19 βρισκόταν κάποτε το γραφείο του Sigmund Freud και σήμερα στεγάζεται το Μουσείο που φέρει τ’ όνομά του.

Ξαφνιάστηκα είν’ η αλήθεια διαπιστώνοντας πόσο μικρός είναι αυτός ο δρόμος (φανταζομουν πως θα έβλεπα μια λεωφόρο), σ’ αντίθεση με το μεγάλο όνομα του πατέρα της ψυχανάλυσης, εκείνο το πρωί του Ιούλη που στην πόλη έκανε πολλή ζέστη κι ο ουρανός ήταν καταγάλανος, σαν να μην είχε βρέξει την προηγούμενη νύχτα μόλις. Ήμουν προετοιμασμένη μάλιστα για μεγάλη αναμονή, μιας και γνωρίζω πόσος κόσμος επισκέπτεται αυτό το χώρο και βλέποντας ήδη αρκετούς ανθρώπους να περιμένουν υπομονετικά στα παγκάκια απ’ έξω, δεν πτοήθηκα αλλά σκέφτηκα πως θ’ απολαύσω τη μέρα ώσπου να μπω. 

Τελικά όμως δεν χρειάστηκε να περιμένω πολύ. Μέχρι να βγάλω τις φωτογραφίες που βλέπετε, προσπαθώντας να μην φαίνονται οι άνθρωποι που βρίσκονταν εκεί και να διαβάσω τι έλεγαν οι επιγραφές στα γερμανικά, μου άνοιξαν να μπω. Προσπαθούν οι υπεύθυνοι να μην υπάρχει συνωστισμός για να βλέπουν όσες, όσοι είναι εκείνη τη στιγμή το χώρο με την άνεσή τους και πολύ καλά κάνουν. Άρχισα λοιπόν ν’ ανεβαίνω τη σκάλα, αυτήν με το σκούρο καφέ ξύλο, και θέλοντας και μη, αναρωτήθηκα τι να σκεφτόταν τότε κι εκείνος όταν έμπαινε αλλά κι όταν έβγαινε απ’ αυτό το χώρο, όπου έζησε κι εργάστηκε απ’ το 1891 ως το 1938.


Τους ασθενείς που τον περίμεναν ίσως, τη σύζυγό του Μάρθα, τα παιδιά,τις θεωρίες που κατέκλυζαν το μυαλό του, τους συναδέλφους του; Έχω γράψει αυτή κι αυτή κι αυτή την ανάρτηση για κείνον κι αποσπάσματά τους ερχόταν στο νου μου. Πληροφορίες σκόρπιες αλλά και πολύ συγκεκριμένες απ’ την άλλη. Το βλέμμα μου περιπλανιόταν στα μεγάλα παράθυρα που έβλεπαν σε κήπο κι ήταν τόσο παράξενη αυτή η εικόνα εκείνης της στιγμής,  το τόσο φως, ενώ τα βήματά μου με οδηγούσαν πίσω στο χρόνο. Στη Βιέννη της δικής του εποχής. Εκείνης της εποχής που της ταίριαζε το σκούρο ξύλο. Της τόσο συντηρητικής που τη σκανδάλιζε με τα γραπτά του και τις ομιλίες του.

Και κάπως έτσι έφτασα μπροστά στην είσοδο και χαμογέλασα βλέποντας το κουδούνι με τ’ όνομά του. Να που μερικές πόρτες τις περνάει κάποια, κάποιος στη ζωή του. Έρχεται η στιγμή. Κι όταν εκείνος θα έφτανε θα έβγαζε το καπέλο του κι ίσως να είναι αυτό που βλέπετε παραπάνω, αυτό που σε τόσες δικές του φωτογραφίες φοράει. Θα κρεμούσε το πανωφόρι του (θυμήθηκα ότι ο βιογράφος του Έρνεστ Τζόουνς είχε αφηγηθεί πως δεν απέκτησε ποτέ περισσότερα από τρία κουστούμια και τρία ζευγάρια παπούτσια στη ζωή του), το μπαστούνι  του, θ’ άφηνε την ομπρέλα του πιθανόν, απαραίτητη σ’ αυτή την πόλη με τον κυκλοθυμικό καιρό και με την βαριά του τσάντα στο χέρι, θα κατευθυνόταν προς το γραφείο του. Το ντιβάνι του κι οι ασθενείς του τον περίμεναν. Τι συνέβαινε μετά, θα το μάθετε την επόμενη φορά.

.

(Συνεχίζεται εδώ)

.

.

*Οι φωτογραφίες τραβήχτηκαν από μένα κι έχουν ανέβει στο flickr.

.

.

Αυστριακή Πινακοθήκη: Österreichische Galerie Belvedere – Egon Schiele (Μέρος Γ’)

Egon Schiele – Death and the Maiden (1915)

Στο Belvedere λοιπόν όπως σας έλεγα στο δεύτερο μέρος του αφιερώματος που θα βρείτε εδώ, μπορείτε να δείτε όχι μόνο τη μεγαλύτερη συλλογή έργων του Κlimt όπως ήδη σας έχω αναφέρει, αλλά και μεγάλες συλλογές έργων των Egon Schiele και Oskar Kokoschka.

Όσες, όσοι μάλιστα έχετε διαβάσει το βιβλίο του Μάριο Βάργκας Λιόσα με τίτλο «Τα τετράδια του Δον Ριγοβέρτο», θα παρατηρήσετε πιστεύω με μεγαλύτερο ενδιαφέρον τους πίνακες του πρώτου. Το βιβλίο αυτό συγκεντρώνει πολλές πληροφορίες που τον αφορούν, αφού με έναν ευρηματικό τρόπο ο καλλιτέχνης πρωταγωνιστεί σ’ αυτό.

Egon Schiele – Mutter mit zwei Kindern III.

Ομολογώ όμως πως εγώ βρίσκω ενδιαφέροντα και συγκινητικά άλλα έργα του κι όχι εκείνα που χαρακτηρίζονταν ήδη απ’ την εποχή του πορνογραφικά και για τα οποία ο ίδιος έγραψε στο ημερολόγιό του: «Δεν αρνούμαι πως έχω κάνει σχέδια κι υδατογραφίες ερωτικής φύσης. Αλλά είναι πάντα έργα τέχνης. Δεν υπάρχουν καλλιτέχνες που έχουν κάνει ερωτικές ζωγραφιές;» Παρ’ όλα αυτά, να διευκρινίσω πως με βρίσκει μάλλον σύμφωνη η γνώμη του Jonathan Jones που έγραψε σε άρθρο του στην εφημερίδα Guardian: «Ο Schiele .. είναι ένας φεμινιστής που θέτει τις γυναίκες στο κέντρο της τέχνης. Είναι ένας εραστής, όχι κάποιος που τις μισεί…». Έτσι τον αντιλαμβάνομαι κι εγώ και θεωρώ πως τον αδικεί μάλιστα η όλο και πιο αυξανόμενη προσοχή του κοινού (που φτάνει στα όρια της ηδονοβλεπτικής περιέργειας), μόνο επί των συγκεκριμένων έργων.

Τα έργα, τα οποία, όπως ήταν αναμενόμενο, έτυχαν τότε γενικής κατακραυγής απ’ το σύνολο σχεδόν της συντηρητικής Βιεννέζικης κοινωνίας (που είχαν βαλθεί ως φαίνεται κι άλλοι, σαν τον Freud, να σκανδαλίσουν), θεωρήθηκαν εκφυλισμένα. Καθώς ο καλλιτέχνης ζωγράφιζε  και παιδιά που θεωρούνταν παραβατικά, χωρίς ή με ελάχιστα ρούχα, σε προκλητικές πόζες, βρέθηκε στη φυλακή μετά από μια παράξενη κατηγορία για απαγωγή κι αποπλάνηση για την οποία αθωώθηκε μεν, αφού είχε εκτίσει 24 μέρες έγκλειστος, αλλά με την αυστηρή οδηγία να μην εκθέτει πλέον σε χώρους που μπορεί να είναι προσβάσιμοι από ανηλίκους. Φαίνεται πως αυτό το γεγονός, τον επιβάρυνε πολύ ψυχικά κι ήταν φυσικό να συμβεί.

Egon Schiele – Publisher Eduard Kosmack (1910)

Αυτά που μου τράβηξαν εμένα την προσοχή λοιπόν, στην Αυστριακή Πινακοθήκη, δεν απεικόνιζαν γυμνά σώματα, κοριτσιών, γυναικών ή αντρών. Τα τόσο βασανισμένα, συχνά, δάχτυλα των μορφών που απεικόνισε στους πίνακές του με γοήτευσαν, τα ταλαιπωρημένα, επιμηκυμένα, πληγωμένα, γδαρμένα άκρα.  Τα γεμάτα ένταση, πυρετώδη μάτια, μαγνήτισαν το δικό μου βλέμμα κι όσο για την ερημιά των σπιτιών του, των πόλεων χωρίς φόντο, απ’ όπου οι άνθρωποι απουσιάζουν, δε γίνεται να μη σε κάνουν ν’ αναρωτηθείς για τον ψυχισμό του. 

Αν όμως δεν γνωρίζετε πολλά για τη σύντομη και πολυτάραχη ζωή του ανθρώπου που ήταν πολύ κοντά με τον Klimt  (φίλος και προστατευόμενός του) κι έφυγε απ’ τη ζωή τόσο νέος (στα 28 του χρόνια), αξίζει να σας γράψω κάποια στοιχεία, μιας και φέτος τον Οκτώβριο συμπληρώθηκαν 100 χρόνια απ’ το θάνατό του  (πέθανε με λίγους μήνες διαφορά απ’ τον μέντορά του). Έτσι στη Βιέννη κι άλλα Μουσεία, εκτός απ’ το Belvedere, έκαναν αφιερώματα στο έργο του. Μερικά όπως αυτό , της Albertina, από πέρυσι μάλιστα και θα δείτε στο σύνδεσμο πλήθος έργων του.

Egon Schiele – The family (Crouching House, 1918)

Θα παραλείψω πάντως τα τυπικά βιογραφικά στοιχεία που μπορείτε να βρείτε κι αλλού και θα σταθώ σε κάποια που θεωρώ πως έχουν μεγαλύτερη σημασία και καθόρισαν το έργο του. Ως παιδί λοιπόν, συνήθιζε να ζωγραφίζει βαγόνια κι ατμομηχανές στη μικρή παραδουνάβια πόλη, κοντά στην Βιέννη όπου και μεγάλωσε, επειδή ο πατέρας του ήταν υπάλληλος των Σιδηροδρόμων κι είχε εύκολη πρόσβαση σε τέτοιους «καμβάδες».

Τον έχασε όμως από σύφιλη στα 15 του χρόνια κι αυτό το γεγονός σημάδεψε «βαθιά την ανήσυχη ψυχή του Σίλε, του οποίου η σπαρακτική ευαισθησία θα ξεγυμνώσει το εύθραυστο του ανθρώπου μπροστά στα ιδεοληπτικά θέματα του θανάτου και της ενοχής», όπως γράφει χαρακτηριστικά ο σχετικός τόμος του ArtBook των εκδόσεων Electa. Ο καλλιτέχνης είχε δει ήδη βιώσει κι άλλους δύο θανάτους: μία απ’ τις αδερφές του πέθανε σε ηλικία 10 ετών κι ο αδερφός του επίσης, πριν δει το φως της μέρας. Ας λάβουμε υπόψη επίσης ότι ανδρώθηκε στην ​​Βιέννη που ήταν τότε η πρωτεύουσα της αυτοκτονίας»: οι Ludwig Boltzmann, Otto Mahler, Richard Gerstl, Georg Trakl ή Otto Weininger, είχαν βάλει τέλος στη ζωή τους.

Egon Schiele – Reinerbub, The Reiner boy (1910)

Στα 16 του έγινε δεκτός ως ο νεότερος μαθητής στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Βιέννης, αλλά ασφυκτιούσε στο περιβάλλον της κι έτσι πήγε να βρει το 1908, τον Gustav Klimt, για να του δείξει έργα του και να μάθει τη γνώμη του γι’ αυτά. Ο Klimt όχι μόνο τον ενθάρρυνε απ’ την πρώτη στιγμή, αλλά έμπρακτα του έδειξε πολλές φορές την εύνοιά του και τον στήριξε σε κάθε βήμα. Ο ένας επηρέασε τον άλλο με τον τρόπο του κι εδώ μπορείτε να διαβάσετε ένα πολύ κατατοπιστικό άρθρο για το πως φαίνεται αυτό στους πίνακες και των δυό τους. Ποιες είναι οι συγκλίσεις τους και ποιες οι αποκλίσεις τους δηλαδή.

Ακολούθησε η φυλάκισή του, μια τόσο τραυματική εμπειρία όπως ήδη θα καταλάβατε, ο γάμος του, η κατάταξή του 4 μέρες μετά στο στρατό, όπου πρόσεχε Ρώσους αιχμαλώτους κ.α.  Όλ’ αυτά όμως τέλειωσαν αιφνίδια κι ίσως την περίοδο που η ψυχολογία του άλλαζε (δείτε τον πίνακα που απεικονίζει την οικογένεια και θα καταλάβετε) . Τρεις μέρες πριν πεθάνει ο Egon Schiele, έχασε την έξι μηνών έγκυο σύζυγό του,  Edith Harms, από ισπανική γρίπη που εξαπλωνόταν ταχύτατα. Την είχε απεικονίσει κι εκείνη πολλές φορές στους πίνακές του, όπως και την επί χρόνια ερωμένη του, Wally Neuzil. Παντρεύτηκε την πρώτη όμως, γιατί θεωρούσε πως αυτό θα είναι πιο αποδεκτό απ’ το να παντρευτεί τη δεύτερη που πέθανε στα 23 της, ένα χρόνο πριν από κείνον. Για την πολύπλοκη σχέση τους μπορείτε να μάθετε εδώ περισσότερα.


Egon Schiele – Four Trees (Chestnut allee in autumn; Landscape with four trees, 1917)

Σήμερα το έργο του μελετάται, η φήμη του πια έχει τρόπον τινά αποκατασταθεί και συνεχώς αναδρομικές εκθέσεις για κείνον εγκαινιάζονται. Μέχρι τις 3 Φλεβάρη για παράδειγμα, αν βρεθείτε στο Λονδίνο θα μπορέσετε να δείτε αυτήν στη Royal Academy, που αφορά και τον Klimt. Ο Schiele αν και έζησε τόσο λίγο, βλέπετε πόσα σπουδαία έργα δημιούργησε. Κι αν ήταν καλλιτέχνης με αντιφάσεις, ικανός για το χαμερπές, όσο και για το υψηλό και το ωραίο, ταυτόχρονα, τι μ’ αυτό;

Τώρα  βέβαια που φτάσαμε στο τέλος δικαίως θ’ αναρωτηθείτε γιατί δεν υπάρχει λέξη εδώ  για τον άλλο καλλιτέχνη για τον οποίο σας έγραψα στην αρχή. Το αφήνω για την επόμενη φορά. Κι υπόσχομαι ότι δεν θ αναφερθώ μόνο σε κείνον.-

.

(Συνεχίζεται εδώ)

.

*Όλες οι φωτογραφίες της ανάρτησης τραβήχτηκαν από μένα, φέτος το καλοκαίρι στην Βιέννη. Έχουν ανέβει ήδη στο flickr και σ’ αυτό το άλμπουμ μπορείτε να δείτε κι άλλες. Όσες πηγές χρησιμοποίησα τέλος, θα τις βρείτε στους συνδέσμους.

.

.

.