Geel: η πόλη όπου οικογένειες “υιοθετούν” ψυχικά πάσχοντες – Ένα κοινοτικό σύστημα φροντίδας που επιβιώνει αιώνες – Μέρος ΙΙΙ

.

Geel R

.

Είχαμε πει λοιπόν στην προηγούμενη ανάρτηση (που μπορείτε να βρείτε εδώ) για το θέμα, ότι θα δούμε στη συνέχεια με ποια κριτήρια γίνεται η επιλογή συμμετοχής σ’ αυτό το πρόγραμμα και πόσα χρήματα λαμβάνουν οι ανάδοχες οικογένειες.

Γιατί ναι, οι οικογένειες πληρώνονται για να τους φροντίζουν. Σκεφτήκατε ίσως αμέσως αμέσως πως αυτό το δεδομένο «χαλάει» την ωραία εικόνα; Για να δούμε μαζί αν είναι έτσι. Το ποσό λοιπόν που παίρνουν είναι 600 ευρώ το μήνα όπως διάβασα κάπου ή μεγαλύτερο, δηλαδή 40 ευρώ τη μέρα όπως αναφέρεται κάπου αλλού.

Θα το βρίσκατε άραγε αρκετό εσείς για να γίνετε ανάδοχοι ενός εντελώς άγνωστου ανθρώπου με ψυχιατρική εμπειρία; Θα αναλαμβάνατε μια τέτοια ευθύνη; Μακάρι, αλλά νομίζω πως λίγες, λίγοι θα ήσασταν θετικές, θετικοί σε κάτι τέτοιο και πιστέψτε με θα ήθελα να είναι αλλιώς.

Άλλωστε έχει δοκιμαστεί και στη χώρα μας πιλοτικά πριν χρόνια κάτι ανάλογο και μάλιστα δις. Αρχικά το 1989 κι αργότερα το 1998, απ’ την Ψυχιατρική Κλινική του Παν/μίου Αθηνών.  Είχαν σχεδιαστεί δέκα θέσεις και δεν θα έπρεπε όσες οικογένειες επιλεγούν να έχουν σχέση πρώτου βαθμού με τους ψυχικά πάσχοντες. Την όλη διαδικασία επέβλεπε η ΜΑΟ (Μονάδα  Ανάδοχων Οικογενειών).

Χωρίς να το αναλύσω εκτενώς, θα γράψω ότι συμπληρώθηκαν οι μισές (!) μόνο θέσεις, η ανταπόκριση ήταν ελάχιστη παρά τη γενική απεύθυνση και σχεδόν όλοι όσοι προτάθηκαν ήταν συγγενείς πρώτου ή δεύτερου βαθμού.

Χωράει συζήτηση όλο το εγχείρημα, αλλά θα γράψω ότι δεν πήγε κι άσχημα σε γενικές γραμμές. Βέβαια μπαίνω στον πειρασμό να σκεφτώ ότι αν κάνεις «ασφαλείς» επιλογές, καλά αποτελέσματα θα έχεις και το σχόλιο μου δεν αφορά μόνο το συγκεκριμένο πιλοτικό πρόγραμμα και το τονίζω και θα το δείτε και παρακάτω, αλλά κάθε πρόγραμμα που έχει ανάγκη ν’ αποδείξει την επιτυχία του για να συνεχιστεί, να χρηματοδοτηθεί, να δικαιώσει τους εμπνευστές του κτλ.

Έτσι κι αλλιώς το 2004 η αναδοχή έληξε, άρα όπως καταλαβαίνετε για κάποιους η επιστροφή σε δομές ήταν μονόδρομος. Κι αυτό αποτελεί αρνητικό σημείο ακόμη κι αν αφορά ένα μόνο άτομο κατά τη γνώμη μου, όπως τουλάχιστον διάβασα, εφόσον θεωρώ πως η αυτονόμηση θα πρέπει να επιδιώκεται. Κι η υποστήριξη κατ’ οίκον όταν είναι απαραίτητο.

Αυτό άρα είναι και το πιο κατάλληλο σημείο για να υπογραμμίσω μια βασική διαφορά: Το να μετακινείται το άτομο με ψυχιατρική εμπειρία σε κάποια οικογένεια και να ζει εκεί για χρόνια, είναι σαφώς διαφορετικό απ’ το να το υποστηρίζεται από μια οικογένεια ή μια δομή στην τελική, σε δικό του χώρο και σαφώς το δεύτερο θεωρώ σωστότερο.

Για να επιστρέψω πάντως και στα προηγούμενα, ας γράψω καταληκτικά πως δεν μ’ ενοχλεί η οικονομική διάσταση του ζητήματος, για τον ίδιο λόγο που δεν μ’ ενοχλεί να πληρώνονται οι «μητέρες» των παιδικών χωριών SOS (για να καταλάβετε την αναλογία), επειδή πιστεύω ότι από μόνο του το οικονομικό κίνητρο, όπως ίσως κι εσείς αντιλαμβάνεστε, δεν είναι αρκετό. Χρειάζεται και μια ανάλογη κουλτούρα που στo Geel υπάρχει ιστορικά όπως είδαμε.

Δεν μπορούσε για παράδειγμα, εκτός όλων των άλλων που ήδη αναφέρθηκαν, να γίνει ανάδοχη η κάθε οικογένεια στην πόλη όσο κι αν το ήθελε, ακόμη κι αν παραδοσιακά φρόντιζε ψυχικά ασθενείς. Χρειαζόταν από ένα σημείο και μετά, να έχει μια πιστοποίηση.

Και την έπαιρνε μόνο αν κανένα μέλος της δεν είχε ποτέ νομικό ή ηθικό πρόβλημα (εφόσον δηλαδή δεν συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο τέτοιο που να εναντιωνόταν στον ηθικό κώδικα της εποχής). Έτσι η πιστοποίηση αναδοχής έγινε λόγος υπερηφάνειας και έδειχνε ανάλογη κοινωνική θέση.

Έτσι και σήμερα υπάρχει παρόμοια διαδικασία. Οι ειδικοί «ταιριάζουν» τους πάσχοντες με τις κατάλληλες οικογένειες κι υπάρχουν ομοίως κριτήρια επιλογής και για το ποια άτομα μπορούν να ενταχτούν σ’ αυτές. Κι επιλέγονται εκείνα που έχουν ξεπεράσει την οξεία φάση της όποιας διαταραχής, που δεν είναι επιθετικά, δεν έχουν ιστορικό σεξουαλικού αδικήματος η άλλου σοβαρού ποινικού κ.ο.κ.

Να άλλο ένα σημείο αμφιλεγόμενο από ηθικής άποψης. Προσωπικά θεωρώ ότι έτσι φτιάχνεται μια  τρόπον τινά τεχνητή θεραπευτική κοινότητα, καθώς αποκλείονται οι «δύσκολες περιπτώσεις» για τις οποίες τελικά το ψυχιατρείο είναι η μόνη λύση και δεν τους δίνεται καμιά άλλη ευκαιρία. Κι όπως έγραφα και σε προηγούμενη ανάρτηση το θέμα είναι να γίνονται παντού δεκτά όλα τα άτομα με ψυχιατρική εμπειρία όχι σε ειδικά διαμορφωμένες κοινότητες. Αλλά…

Δεν προσπαθώ σαφώς να μειώσω τα θετικά του εγχειρήματος που είναι πάμπολλα με κανένα τρόπο, αλλά ούτε θέλω και ν’ αποσιωπήσω ζητήματα που εμένα με προβληματίζουν.

Στις διακοπές πάντως, να το αναφέρω κι αυτό, δίνεται η δυνατότητα να επιστρέψουν οι ωφελούμενοι για λίγο στο ψυχιατρικό νοσοκομείο της περιοχής που τους ενέταξε απ’ την αρχή στο πρόγραμμα για να “ξεκουραστεί” η οικογένεια, αλλά αυτό συνήθως δεν γίνεται και σπάνια χωρίζονται απ’ αυτήν. Δεν το θεωρεί πρέπον η κοινωνία.

Επειδή η πόλη του Geel είναι πολύ περήφανη γι’ αυτή της την «ιδιαιτερότητα», για το ότι φιλοξενεί ψυχικά πάσχοντες, και σκηνές που κάπου αλλού θα οδηγούσαν την αστυνομία στην πόρτα κάποιου, στο συγκεκριμένο μέρος περνούν απαρατήρητες.

Ακόμη και η γλώσσα έχει αλλάξει με τρόπο τέτοιο ώστε όταν μιλούν οι ντόπιοι για τα άτομα με ψυχιατρική εμπειρία, να αποφεύγουν να χρησιμοποιούν κάθε αρνητικό, στιγματιστικό όρο. Αναφέρονται σε κείνους ως «φιλοξενούμενους», «οικότροφους» ή «διαφορετικούς», όπως εξηγούσε σε άρθρο της εφημερίδας The Independent, ο ιστορικός και συγγραφέας Mike Jay και μην σας φαίνεται καθόλου λίγο αυτό. Οι εκκεντρικές συμπεριφορές εκεί αφήνουν αδιάφορο το σύνολο του πληθυσμού που δεν αντιμετωπίζει τους ψυχικά πάσχοντες ως επικίνδυνους.

Μπορεί να μην έχουν όλοι βέβαια στο Geel, την εξαιρετική τύχη του Jefkae που όπως σας εξήγησα στο πρώτο μέρος αυτού του κειμένου (το οποίο μπορείτε να βρείτε εδώ) φροντίζεται απ’ την Maria ακόμη, ωστόσο εξασφαλίζεται τουλάχιστον μια κατά το δυνατόν “καλή και κανονική” ζωή γι’ αυτούς. Επομένως μέχρι να υπάρξουν κι άλλα στοιχεία, μπορώ παρά να πω ότι μοιάζει αρκετά ικανοποιητικό αυτό το μοντέλο.

Αυτός προφανώς είναι κι ο λόγος που αντιγράφεται αιώνες τώρα. Νέα προβλήματα όμως αναδύονται με το πέρασμα του χρόνου και ίσως να μην μπορέσει να επιβιώσει, καθώς πολλές οικογένειες πια μετακινούνται σε μεγαλύτερες πόλεις, εγκαταλείπουν τις αγροτικές εργασίες, έχουν άλλες ασχολίες κτλ.

Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους. Στη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου στο Geel ζούσαν με οικογένειες 3.736 άνθρωποι με ψυχιατρική εμπειρία, το 2006 μόνο 460 και σήμερα όπως ήδη ανέφερα, 205. Ακόμα πιο δυσοίωνο είναι το γεγονός ότι κανένα απ’ τα παιδιά ή τα εγγόνια των αναδόχων, δεν ακολουθεί το παράδειγμά τους.

Το OPZ (Psychiatric Care Centre) πιστεύει πως αν το ποσό που δίνεται αυξηθεί, θα προσελκυστούν νέες οικογένειες. Για να δούμε… Έτσι κι αλλιώς θα το παρακολουθώ το θέμα κι αν γίνει, θα σας πω. Εντωμεταξύ ίσως μιλήσουμε σύντομα και για κάτι ανάλογο που συμβαίνει στην Ιταλία, αλλά και για τη νέα προσπάθεια που γίνεται στη χώρα μας.

Τον επίλογο όμως θα τον αφήσω στον ιστορικό και συγγραφέα, Mike Jay, που μου θύμισαν τα λόγια του αυτά που τόνιζε ο αείμνηστος Γιώργος Γιαννουλόπουλος.

Είπε λοιπόν ο κύριος Jay, ότι περιμένουμε η φροντίδα της ψυχικής υγείας να μην αποτελεί πρόβλημα δικό μας, αλλά να είναι θέμα των γιατρών και των ψυχιάτρων. Ενώ, μας αφορά όλους.-

.

.

Πηγές:

-‘Care BnB’- the town where mentally ill people lodge with locals

The Legend and Lessons of Geel, Belgium: A 1500-Year-Old Legend, a 21st-Century Model

Henck P. J. G. van Bilsen, Lessons to be learned from the oldest community psychiatric service in the world: Geel in Belgium

For Centuries, A Small Town Has Embraced Strangers With Mental Illness

Saint Dymphna

The city where residents have been taking mentally ill people into their homes for hundreds of years

Eugeen Roosens, Lieve Van De Walle, Oliver W. Sacks, Geel Revisited after Centuries of Rehabilitation, Paperback, 2007

Περιοδικό «Ψυχιατρική», Τεύχος 16 (σελ. 217-225), 2005

.

.

.

.

Geel: η πόλη όπου οικογένειες “υιοθετούν” ψυχικά πάσχοντες – Ένα κοινοτικό σύστημα φροντίδας που επιβιώνει αιώνες – Μέρος ΙΙ

.

.

Για να επιστρέψουμε όμως στο Βέλγιο, πάλι εμείς νοερά και να δούμε κάποιες ακόμη παραμέτρους που αφορούν το μοντέλο του Geel. Όπως σας έγραψα λοιπόν στο τέλος της προηγούμενης ανάρτησης δεν ήταν πάντα όλα ρόδινα εκεί. Για παράδειγμα, στέλνονταν στη συγκεκριμένη πόλη οι ανεπιθύμητοι «τρελοί» όχι μόνο από άλλες περιοχές του κράτους, αλλά κι από ξένες χώρες. Υπήρχαν Άγγλοι, Γάλλοι ακόμη και Ρώσοι και Ισπανοί παλιότερα.

Κι αυτό είναι από μόνο του ένα προβληματικό σημείο. Γιατί το ζήτημα δεν είναι να γίνει αποδεκτό ένα άτομο με ψυχιατρική εμπειρία σε μια ειδικά ας πούμε, διαμορφωμένη θεραπευτική κοινότητα, εξοστρακιζόμενο όντας απ’ τη δική του, αλλά να έχει θέση και ρόλο σε κάθε κοινότητα. Ακόμα κι έτσι όμως άραγε πετύχαινε πάντα αυτό το «πείραμα» εκεί; Σε ποσοστό 80% λένε τα στοιχεία, όσον αφορά το παρελθόν. Και σήμερα;

Ένας απ’ τους ειδικούς που μίλησαν στον Guardian, ο Dr Celen είπε ότι σε λίγες περιπτώσεις αποτυγχάνει η μετάβαση των ψυχικά πασχόντων. Συνήθως πάει πολύ καλά, με αποτέλεσμα οι άνθρωποι να φιλοξενούνται απ’ τις ανάδοχες οικογένειες για δεκαετίες ή και μέχρι το τέλος της ζωής τους.

Μια μελέτη μάλιστα που έγινε, έδειξε ότι σε διάστημα πέντε χρόνων απ’ τις 17 οικογένειες μόνο οι 2 διέκοψαν την αναδοχή. Τα άτομα με ψυχιατρική εμπειρία που υιοθετούνται από ανάδοχες οικογένειες τείνουν να παίρνουν λιγότερα φάρμακα και να έχουν λιγότερες κρίσεις (οξέα επεισόδια), εύρημα εξαιρετικά σημαντικό εννοείται.

Βεβαίως δεν πρόκειται για κάποιο μαγικό πρόγραμμα, για μια θαυματουργή θεραπεία. Η έμφαση δίνεται στο να βρίσκεται ο άνθρωπος που πάσχει στο σωστό μέρος, να είναι μέλος μιας οικογένειας, μιας κοινότητας κ.ο.κ. Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά ο ψυχολόγος του OPΖ, Wilfried Bogaerts το ζήτημα είναι να έχουν μια ζωή όσο το δυνατόν πιο “κανονική” οι ωφελούμενοι.

Εφόσον μπορούν κάνουν λοιπόν συνηθισμένα πράγματα ως μέλη της οικογένειας (θα το δείτε και στο video άλλωστε) όπως το να βγάλουν βόλτα το κατοικίδιο του σπιτιού, ή να ψωνίσουν ή να ετοιμάσουν το τραπέζι. Δεν πιέζονται όμως να ανακάμψουν, να βελτιωθούν κτλ μέσα σε προκαθορισμένα από πρωτόκολλα όρια, που δεν λαμβάνουν υπόψη τις ατομικές ιδιαιτερότητες, μόνο και μόνο για να πιστοποιηθεί η αποτελεσματικότητα του εγχειρήματος  κι αυτό είναι θετικό στοιχείο.

Αν δεν είναι σε θέση επομένως και το χρόνιο πρόβλημά τους τους εμποδίζει απ’ αυτές τις δραστηριότητες γίνεται το καλύτερο δυνατόν για τον καθένα ξεχωριστά. Τα παιδιά που ζουν στο Geel μαθαίνουν να μεγαλώνουν μαζί τους και να μην τους φοβούνται, πράγμα που στο παρελθόν προκάλεσε τον αποτροπιασμό πολλών Αμερικανών ψυχιάτρων που θεωρούσαν «τρελούς» τους γονείς που τα άφηναν κοντά τους.

Πολλή καλή δεν φαίνεται αυτή η εικόνα; Όπως το δει κανείς. Ορισμένοι ειδικοί ας πούμε, υποστηρίζουν πως έτσι οι άνθρωποι αυτοί μένουν παρατημένοι με την έννοια ότι δεν είναι παραγωγικοί (να και η καπιταλιστική πινελιά), ή δεν εξελίσσονται, δεν ανακάμπτουν στην τελική (ο όρος ανάκαμψη, recovery, μάλλον ερμηνεύεται λανθασμένα εν προκειμένω), εφόσον δεν υποβάλλονται σε εντατική θεραπεία.

Και τέλος πάντων υποστηρίζουν  άλλοι, φροντίζονται, αλλά υπό ένα καθεστώς χριστιανικής καλοσύνης. Αυτό το τελευταίο δεν μ’ απασχολεί καν να το σχολιάσω αφού απ’ το 1797, μετά τη Γαλλική εισβολή, έκλεισε το κεφάλαιο φροντίδας απ’ τους κληρικούς.

Μέχρι το 1850 ο Δήμος είχε την εποπτεία κι ακολούθως ανέλαβε ό,τι είχαν ξεκινήσει οι ίδιοι οι κάτοικοι, το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Το 1948 το πρόγραμμα οικογενειακής φροντίδας τέθηκε υπό την εποπτεία του Υπουργείου Δημόσιας Υγείας και Πρόνοιας. Επί του παρόντος, εμπίπτει στη διοίκηση της Φλαμανδικής Κυβέρνησης.

Πρέπει να αναφέρω όμως ότι υπάρχουν και φωνές που λένε ότι δεν έχει ερευνηθεί επαρκώς το συγκεκριμένο μοντέλο. Πιο συγκεκριμένα ο καθηγητής Sir Graham Thornicroft στο King’s College του Λονδίνου επισημαίνει ότι δεν γνωρίζουμε τα ποσοστά επανεισδοχής, τα ποσοστά ικανοποίησης, την ποιότητα ζωής, πράγματα που κανονικά θα ήθελε να έχουν αξιολογηθεί για άτομα με μακροπρόθεσμες ανάγκες.

Ενώ όμως εκπονήθηκε ένα 10ετές πρόγραμμα μελέτης στη δεκαετία του 1960, δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Μέλος του ήταν κι ο Jackie Goldstein, ομότιμος καθηγητής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Samford, ο οποίος συνέχισε μόνος του την έρευνα και όπως υποστήριξε το 2005, η ζωή των ατόμων που φιλοξενούνται από ανάδοχες οικογένειες είναι αρκετά σταθερή και το 1/3 εξ’ αυτών έμενε μαζί τους για πάνω από 50 χρόνια.

Προσωπικά και χωρίς πάμπολλα δεδομένα και «αποδείξεις» μου φαίνεται ότι δεν είναι και δύσκολο να φανταστούμε το πως θα ζούσαν οι ωφελούμενοι σ’ ένα ίδρυμα ή μόνοι τους με σποραδική φροντίδα και να το αντιπαραθέσουμε με τη ζωή τους σε οικογένειες, μες την κοινότητα, όπου ανακτούν την χαμένη -στο κυρίαρχο σύστημα υγείας- ταυτότητά τους. Δεν πρόκειται για αυταπόδεικτη διαφορά στην ποιότητα ζωής για παράδειγμα;

Επιμένω βέβαια πως το άτομο με ψυχιατρική εμπειρία, στη δική του κοινότητα είναι το ζητούμενο να έχει θέση. Δεν υπάρχουν όμως πολλές εναλλακτικές επιλογές θεραπείας, πέρα απ’ αυτές της κυρίαρχης ψυχιατρικής κι έτσι υπ’ αυτό το πρίσμα το μοντέλο του Geel, όντως δείχνει αξιοζήλευτο.

Πρέπει να λάβουμε υπόψη πάντως κι άλλες ακόμη παραμέτρους πριν καταλήξουμε σε οριστικά συμπεράσματα και θα το κάνουμε στην επόμενη ανάρτηση, όπου και θα δούμε με ποια κριτήρια γίνεται η επιλογή συμμετοχής σ’ αυτό και πόσα χρήματα λαμβάνουν οι ανάδοχες οικογένειες.

.

(Συνεχίζεται)

.

.

.

.

.

.

Geel: η πόλη όπου οικογένειες “υιοθετούν” ψυχικά πάσχοντες – Ένα κοινοτικό σύστημα φροντίδας που επιβιώνει αιώνες – Μέρος Ι

.

St-Dymphna_church

.

Ίσως να έχετε ακούσει πως υπάρχει μια μικρή πόλη στο Βέλγιο, κοντά στην Αμβέρσα, το Geel, όπου εδώ και επτακόσια χρόνια οικογένειες “υιοθετούν” άτομα με μαθησιακές δυσκολίες, με αυτισμό, ψυχικά πάσχοντες κ.ο.κ. Αν πάλι δεν το ξέρατε, το μαθαίνετε τώρα.

Ο λόγος που θα ασχοληθώ μ’ αυτό το θέμα είναι επειδή παρόμοιες προσπάθειες για αναδοχή έγιναν στο πρόσφατο παρελθόν, αλλά γίνονται και σήμερα, κι έχει νόημα μια σύνδεση εν προκειμένω, μια χρονική αναδρομή ας πούμε.

Σ’ ένα άρθρο του Guardian λοιπόν που δημοσιεύτηκε φέτος, περιγράφεται η πρώτη συνάντηση μιας 7χρονης μαθήτριας, της Marias, στην κατεχόμενη απ’ τους Ναζί πόλη μ’ έναν εντελώς ξένο, πολύ φοβισμένο 18χρονο, τον Jefkae ο οποίος καθόταν στην κουζίνα του σπιτιού τους. Το κοριτσάκι είχε μόλις γυρίσει απ’ το σχολείο κι η χρονιά ήταν το 1942.

Ο νεαρός είχε γεννηθεί στο γαλλόφωνο τμήμα του Βελγίου, είχε μαθησιακές δυσκολίες και δεν ήξερε ούτε μία ολλανδική λέξη, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να επικοινωνήσει ούτε με την μικρή, ούτε με τους γονείς της βέβαια, που με τη σειρά τους δεν γνώριζαν γαλλικά.

Παρά τα προβλήματα όμως επικοινωνίας με την αγροτική αυτή οικογένεια, σιγά-σιγά τα εμπόδια ξεπεράστηκαν και η 82χρονη πια Μαρία, με τον σύζυγό της πλέον, φροντίζουν ακόμη τον Jefkae, που ζει μαζί τους, είναι οικότροφος. Πλησίαζε τα 94 όταν τους επισκέφτηκαν οι δημοσιογράφοι κι η οικογένεια τού είχε παραγγείλει τούρτα, είχε προσκληθεί κόσμος, ένα πάρτι γενεθλίων ετοιμαζόταν.

Οι γονείς της Marias τότε δεν αποφάσισαν λόγω του πολέμου και της φτώχειας μόνο να τον αναλάβουν έναντι χρηματικής αμοιβής, αλλά κι επειδή υπήρχε ήδη μια τέτοια παράδοση αιώνων, στα μέρη τους.

Μια παράδοση που κρατάει απ’ την εποχή του Chaucer, επιβίωσε και εξελίχθηκε σε ένα τμήμα του συστήματος κρατικής υγειονομικής περίθαλψης της Φλάνδρας. Έτσι αυτή τη στιγμή, 205 άτομα, ζουν στο Geel ως οικότροφοι.

Οι οικογένειες στις οποίες διαμένουν, επιβλέπονται από ειδικούς και μια ομάδα νοσηλευτών και νοσηλευτριών είναι έτοιμη να παρέμβει ώστε να διαχειριστεί τις όποιες κρίσεις αναδύονται ή και να χορηγήσει φαρμακευτική αγωγή. Συχνότατα προτιμάται όμως η ψυχοεκπαίδευση και οι ανάδοχοι μαθαίνουν πως να συμπεριφέρονται και να στηρίζουν τους πάσχοντες μέχρι να επιλυθεί το όποιο πρόβλημα προκύπτει μεταξύ των δύο συμβαλλόμενων μερών.

Πώς ξεκίνησε όμως όλο αυτό; Στην πόλη υπάρχει μια εκκλησία, μεταξύ άλλων, αυτή της Saint Dymphna, στην οποία αποτείνονταν απ’ τον 13ο αιώνα οι άνθρωποι, περιμένοντας ένα θαύμα για τις βαριές τους ασθένειες. Η αγία θεωρείται προστάτιδα των ψυχικά πασχόντων και κατά συνέπεια των ψυχιάτρων και των ψυχολόγων, καθώς και τον θυμάτων αιμομιξίας.

Κι αυτό επειδή σύμφωνα με τον θρύλο, ήταν μια Ιρλανδή πριγκίπισσα του 7ου αιώνα που κυνηγημένη απ’ τον τρελό πατέρα της -ο οποίος αφού πέθανε η γυναίκα του επιθύμησε ερωτικά την κόρη του που της έμοιαζε-, κατέφυγε στο Βέλγιο, κι έχτισε έναν ξενώνα για αναξιοπαθούντες, ψυχικά πάσχοντες κ.ο.κ., στην φροντίδα των οποίων αφιερώθηκε.

Αλλά εξαιτίας των νομισμάτων που χρησιμοποίησε απ’ τα πλούτη της γι’ αυτό το σκοπό, ο πατέρας της μπόρεσε να βρει τα ίχνη της, πήγε στην πόλη Geel και προσπάθησε να την πείσει να επιστρέψει στην Ιρλανδία μαζί του. Εκείνη αρνήθηκε και αντιστάθηκε κι έτσι πάνω στην οργή του την σκότωσε αποκεφαλίζοντάς την με το σπαθί του.

Στην αρχή η 15χρονη τότε μαζί με τον επίσης δολοφονημένο κληρικό που την προστάτευε, θάφτηκαν σε μια σπηλιά της περιοχής, αλλά αργότερα τα οστά της μεταφέρθηκαν σε ποιο κατάλληλο μέρος μέσα σε μια ασημένια λειψανοθήκη, αφού στη μνήμη της χτίστηκε μια εκκλησία. Η πρώτη όμως αυτή εκκλησία κάηκε κι έτσι βλέπετε στη φωτογραφία τη δεύτερη, που χτίστηκε το 1532 και θεμελιώθηκε εκεί όπου πιστεύεται πως αρχικά απόθεσαν το νεκρό της σώμα. Σύντομα άρχισαν τα θαύματα κι επιληπτικοί θεραπεύτηκαν, κατά την παράδοση.

Οι προσκυνητές λοιπόν συνέρρεαν για να τους θεραπεύσει η μάρτυρας κι έπρεπε κάπου να μείνουν, μιας και τα ταξίδια τότε δεν ήταν εύκολα. Όταν ο ξενώνας που είχε χτίσει η εκκλησία γέμιζε, άρχισαν να τους παραχωρούν χώρο διάφορες οικογένειες. Ενίοτε με αντάλλαγμα εργασία, για τη φιλοξενία τους. Κι αυτό ήταν.

Ο ψυχίατρος Jacques-Joseph Moreau έγραψε το 1845 σχετικά με την «θεραπεία» που γινόταν εκεί ότι για τους κατοίκους στο Geel το να «θεραπεύουν» την τρέλα δεν σήμαινε τίποτα άλλο απ’ το να ζουν μαζί με τους ψυχικά πάσχοντες, να μοιράζονται με κείνους τις δουλειές τους, τις αποσπάσεις τους, καθετί. Και σημείωνε ότι σ’ αυτόν τον τόπο δεν είχαν χάσει οι «τρελοί» ολοκληρωτικά την αξιοπρέπειά τους (όπως γινόταν στα ιδρύματα της εποχής) ως λογικά, ανθρώπινα όντα.

Λίγο αργότερα, το 1862, ο επίσης Γάλλος γιατρός Dr. Louiseau περιέγραψε το εκπληκτικό φαινόμενο που είδε εκεί: 400 ψυχικά πάσχοντες περιφέρονταν ελεύθερα χωρίς οι κάτοικοι της πόλης να εκφράζουν κανέναν φόβο απέναντί τους.

Σήμερα ειδικοί αλλά και δημοσιογράφοι απ’ όλο τον κόσμο συρρέουν για να μελετήσουν το μοντέλο αυτό αποδοχής που ελαχιστοποιεί το στίγμα, την “ριζοσπαστική καλοσύνη” των κατοίκων που φροντίζουν ανθρώπους οι οποίοι αδυνατούν να μένουν μόνοι τους.

Απ’ τον 19ο αιώνα αυτή η παράδοση έχει ενταχτεί στο σύστημα υγείας, στο Psychiatric Care Centre (OPZ) όπως ονομάζεται κι οι ειδικοί όχι μόνο επιβλέπουν την ένταξη των ψυχικά πασχόντων σε ανάδοχες οικογένειες όπως ήδη σας ανέφερα, αλλά και παρακολουθούν όλη την εξέλιξη της πορείας τους σ’ αυτές.

Οι οικογένειες δεν ενημερώνονται ποτέ σχετικά με το ποια είναι η ακριβής διάγνωση που έχει πάρει ο άνθρωπος τον οποίο φροντίζουν, ωστόσο εφόσον θεωρηθεί απαραίτητο προετοιμάζονται σχετικά με το τι να περιμένουν π.χ. αν καπνίζει ή συνηθίζει να μένει άγρυπνος τα βράδια και να βηματίζει κτλ.

Σας θυμίζει κάτι αυτό; Έχετε διαβάσει ξανά για οικογένειες οι οποίες δέχονται ψυχικά πάσχοντες, εκείνοι εργάζονται μαζί τους, αλλά δεν ξέρουν τίποτα σχετικά με τη διάγνωσή τους, ώστε να ελαχιστοποιείται κατά το δυνατόν η προκατάληψη; 

Υπάρχει εδώ μιαν ανάρτηση για τις Θεραπευτικές Κατοικίες της Σουηδίας και αν ανατρέξετε σ’ αυτήν θα βρείτε πολλές ομοιότητες. Το επισημαίνω για να αρχίσουμε να κάνουμε και κάποιες συνδέσεις.

Όπως σας είπα και στην αρχή το συγκεκριμένο, κοινοτικό, μοντέλο φροντίδας έχει αντιγραφεί κατά κάποιον τρόπο σε διάφορες χώρες με ποικίλες παραλλαγές.

Μαγικές λύσεις όμως δεν υπάρχουν και όλα τα εγχειρήματα έχουν περιορισμούς και όρια. Θα δούμε μερικά απ’ αυτά σχετικά με το μοντέλο του Geel, όπου δεν ήταν και δεν είναι πάντα όλα ρόδινα, στην επόμενη ανάρτηση. Στο τέλος θα σας παραθέσω βέβαια και το σύνολο των πηγών που συμβουλεύτηκα.

(Συνεχίζεται εδώ)

.

.

*Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από εδώ.

.

.

.

.

.