Εντυπώσεις από ένα ιδιαίτερο Μουσείο της Timisoara: Museul Consumatorului Comunist

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Αυτό που πρέπει να γράψω πρώτα, είναι ότι απ’ την πόλη της Timisoara, ξεκίνησε η επανάσταση του 1989 στη Ρουμανία. Σήμερα βέβαια το ήσυχο ιστορικό της κέντρο, με την πιο όμορφη, όπως φημολογείται, πλατεία της χώρας, δε θυμίζει καθόλου τις ταραχώδεις εκείνες μέρες.

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Ο κόσμος τότε, πολύ οργισμένος απ’ όσα είχαν προηγηθεί σε πολιτικό επίπεδο, συγκεντρωνόταν έξω απ’ τον ορθόδοξο καθεδρικό ναό, δίπλα στον ειδυλλιακό ποταμό Bega, στην πλατεία Victoriei.

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Αφού όμως τα γεγονότα εκείνης της εποχής, περιγράφονται σ’ αυτό το ντοκιμαντέρ, που μπορείτε να παρακολουθήσετε κι εσείς απ’την ErtFlix και θα είναι διαθέσιμο ως τις 6/10/2022, δε θα εξηγήσω λοιπόν τίποτα άλλο. Άλλωστε με όσα έγραψα φωτίζονται στην ουσία και οι λόγοι της επίσκεψης μου στο συγκεκριμένο μουσείο.

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Ήθελα, ομολογώ, να επισκεφτώ κι εκείνο της Επανάστασης, όμως δεν κατέστη εφικτό. Ίσως την επόμενη φορά που θα βρεθώ στη συγκεκριμένη χώρα να γίνει κι αυτό. Προς το παρόν, μοιράζομαι μαζί σας την διαδικτυακή του διεύθυνση και προχωρώ στο θέμα μας.

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Ο χώρος ονομάζεται Κομμουνιστικό Μουσείο Καταναλωτών , και το σύνθημα της τοποθεσίας είναι απλό: «Αγαπητοί σύντροφοι, επισκεφτείτε το παρελθόν σας!». Στον αύλειο χώρο τον οποίο βλέπετε στις φωτογραφίες, φιλοξενεί πλήθος χρηστικών αντικειμένων της κομμουνιστικής εποχής.

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Ο κάτω χώρος είναι διαμορφωμένος όπως τα δωμάτια ενός σπιτιού, πρόκειται για ρεπλίκα διαμερίσματος (υπάρχει δηλαδή κουζίνα, καθιστικό κτλ), και στον πάνω χώρο, μπορείτε να πιείτε τον καφέ ή το ποτό σας.

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Υπάρχουν πάμπολλα βιβλία (εδώ αφήστε με, ήθελα να πω, βλέποντας τις μεγάλες βιβλιοθήκες, αλλά δε γινόταν), βινύλια φυσικά και διάφορα αντικείμενα, παντού.

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Τα περισσότερα έχουν κατασκευαστεί τη δεκαετία του ’70 και του ’80, όπως μου εξήγησε η πολύ πρόθυμη κι ευγενική υπεύθυνη που συνάντησα εκεί (τα άτομα εναλλάσσονται), με την οποία συζητήσαμε κι άλλα θέματα μιας κι ήταν ενήμερη για τις φωτιές στη Θάσο. Με τη σειρά μου τόνισα τη βοήθεια των Ρουμάνων πυροσβεστών που μας συνέτρεξαν πέρυσι, γιατί πρέπει να τα λέμε κι αυτά.

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Κάδρα, πίνακες, σημαίες, ρολόγια, ραδιόφωνα, πέδιλα του σκι, αφίσες εκδηλώσεων, μπιμπελό, καρέκλες, κ.α., μας δίνουν μια εικόνα της ζωής των ανθρώπων που τα χρησιμοποιούσαν τότε.

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Άβακες, υδρόγειες σφαίρες, κούκλες, αυτοκινητάκια, τρενάκια, αναγνωστικά, ο Μίκυ Μάους βέβαια, πλαστικά γουρουνάκια κουμπαράδες, επιτραπέζια, ξυλόφωνα, επιβεβαίωσαν αυτό που μου είπε η υπεύθυνη: «κάποια αντικείμενα θα σας είναι οικεία». Ναι, φυσικά… Πώς αλλιώς;

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Ο ονειρικός τόπος της παιδικής ηλικίας, μ’ έκανε να παραμείνω λοιπόν, λίγο περισσότερο στα δωμάτια με τα παιχνίδια. Όχι όσο ήθελα, είπαμε, αλλά έστω. Σκέφτηκα μάλιστα και συγκεκριμένα πρόσωπα που θα τους άρεσε να εξερευνήσουν κάθε τι…

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Στην κουζίνα υπάρχουν πέρα απ’ τα αναμενόμενα και πολλά μπουκάλια με οινοπνευματώδη της εποχής, εννοείται σλιβοβίτσα, κρασιά, μπύρες κ.α. Οι δε ετικέτες ορισμένων από αυτά, είναι το κάτι άλλο. Αν πάτε, με το καλό, θα καταλάβετε.

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Κι επειδή ολοκληρώνεται η ανάρτηση σιγά σιγά, να γράψω και τα τυπικά. Για το Μουσείο, που φαντάζομαι καταλάβετε ήδη ότι δεν είναι τυπικό, δεν πληρώνετε εισιτήριο, αλλά αφήνετε όποια εισφορά θέλετε (έτσι συντηρείται ο χώρος). Άνοιξε για πρώτη φορά με πρωτοβουλία του Ovidiu Mihăiţă, στις 16 Μαΐου 2015, όπως μπορείτε να διαβάσετε εδώ κι εγώ σίγουρα αν ξαναβρεθώ στην πόλη, θα φροντίσω να έχω περισσότερο χρόνο στη διάθεσή μου ώστε να το εξερευνήσω όπως θέλω…

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

*Όλες οι φωτογραφίες της ανάρτησης τραβήχτηκαν από μένα στις 13/7/2022 κι ήδη έχουν ανέβει, μαζί με΄ άλλες, στον προσωπικό λογαριασμό που διατηρώ στο Instagram.

Tara Mountain, Bajina Bašta, Užice : Τόποι ονείρου στη Σερβία…

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Πριν αρχίσει η πανδημία, βρισκόμουν πάλι στη Σερβία, όπου και πέρασα τα τελευταία «ελεύθερα» Χριστούγεννα. Βλέποντας την πιο αγαπημένη μου εκπομπή στην ελληνική τηλεόραση, το Balkan Express δηλαδή, να έχει ταξιδέψει πρόσφατα σ’ αυτά τα μέρη, νοστάλγησα πολλά. Σκέφτηκα λοιπόν, να μοιραστώ μαζί σας λίγες φωτογραφίες* από ‘κει και τις ποιητικές μου σημειώσεις, που δημοσιεύτηκαν με τον τίτλο Κι η μουσική μαζί σου… στο blog του Dream City Radio, μιας και τις τυπικές πληροφορίες, θα τις μάθετε παρακολουθώντας τα σχετικά επεισόδια. Η πρώτη που βλέπετε παραπάνω κι όσες ακολουθούν είναι απ’ το Tara Mountain για το οποίο έγραψα το ακόλουθο κείμενο μ’ αυτή τη μουσική υπόκρουση. Το «Black Snow» των Snowgoons δηλαδή.

Να μείνω εδώ… Στη σιωπή του δάσους και τις αφαιρέσεις του χιονιού. Μακριά απ’ τα περιττά και τ’ ανούσια. Ούτε σχήματα, ούτε χρώματα, σου λέω. Μακριά απ’ τις φλύαρες παρουσίες και τις υστερόβουλες συναναστροφές…

Να βλέπω μόνο τα ποιήματα τ’ ουρανού και ν’ ακούω τις ιστορίες της γης. Να μη χάσω την εναπομείνασα αθωότητά μου…

Μικρό το κουβάρι του μαύρου μέσα μου… Ξεφεύγει απ’ το έρεβος που συναντώ. Δεν καίει στάχτες. Λαμπερές οι φλόγες του. Καθάριες… Που να καταλάβεις; Πολλά πριόνια μες τις σκέψεις σου κι ούτε ελάφι με μάτια υγρά, ακίνητο.

Αυτές οι δύο, τώρα, με το ηλιοβασίλεμα παραπάνω, τραβήχτηκαν λίγο έξω απ’ το Čačak (εδώ το αντίστοιχο επεισόδιο). Το δε πολυφωτογραφημένο σπιτάκι του Δρίνου βρίσκεται στην Bajina Bašta κι αν θυμάμαι σωστά είναι το 11ο στην πραγματικότητα, από τότε που φτιάχτηκε το αρχικό. Οι πλημμύρες του ποταμού, παίζουν το ρόλο τους. Περισσότερα για την περιοχή, σ’ αυτό το επεισόδιο κι οι ταξιδιώτικες μου σημειώσεις, στη συνέχεια…

Απ’ το Kragujevac ως το Užice… Στο δρόμο και ψηλά στη γέφυρα. Στις γειτονιές με τα γκράφιτι και τα εργοστάσια. Στα τούνελ και στο χιονισμένο δάσος. Στο Δρίνο και στο Δυτικό Μοράβα. Στην πράσινη λίμνη και στην κινηματογραφική ομίχλη. Τραγούδια απ’ την Αθήνα, μαζί μου… Μα τις σιωπές μου δεν ακούς.

Παίρνουν τις σκέψεις μου οι άνεμοι. Τις μουσκεύει το σιγανό ψιχάλισμα. Κιτρινισμένες εφημερίδες σε παλιά περίπτερα, πες. Με κοιτάζουν με θλίψη οι ηλικιωμένοι που ξεμουδιάζουν στις όχθες του Đetinja κι ένα-δυο επισκέπτες απ’ τα μπαλκόνια του Ηοtel Zlatibor με χαιρετούν μ’ ενθουσιασμό. Τα μεθυσμένα αγόρια παρατηρούν τη μπλούζα μου με περιέργεια.

Η προτομή του Τέσλα μοιάζει να καταλαβαίνει κι η ιδιοκτήτρια του ανθοπωλείου “Anemona” μου χαμογελάει. Ο έγχρωμος μάγος στον τοίχο με αγνοεί κι ο Miroslav μου μιλάει ελληνικά. Στα παράθυρα των σοσιαλιστικών κτιρίων που μυρίζουν παρελθόν, γράφω στη γκρίζα σκόνη ό,τι δεν πρόκειται να σου πω. Και μπαίνω στο σταματημένο τρένο. Μένω φεύγοντας…

Το Užice είναι μια μικρή πόλη, στην οποία αισθάνθηκα κάτι παραπάνω από άνετα για πολλούς λόγους κι έγραψα το κείμενο που διαβάσατε μόλις με αφορμή το τραγούδι των Rationalistas: “Τα μάτια λένε την αλήθεια” . Το επεισόδιο απ’ το οποίο μπορείτε να πληροφορηθείτε κι άλλα, είναι αυτό. Ελπίζω έστω νοερά να ταξιδέψατε και μαζί μου κι αυτή η ανάρτηση είναι ο τρόπος μου για να σας ευχηθώ τι άλλο; Καλές γιορτές. Με υγεία… Κι ό,τι ακόμη επιθυμείτε.-

*Όλες οι φωτογραφίες της ανάρτησης τραβήχτηκαν από μένα και κάποιες εξ’ αυτών έχουν ανέβει στον προσωπικό λογαριασμό που διατηρώ στο Instagram.

«Quo Vadis, Aida?»: Μια καθηλωτικη ταινία που φέρνει στο επίκεντρο τις μητέρες της Σρεμπρένιτσα

Γι’ αυτή την ταινία γίνεται πολύς λόγος τους τελευταίους μήνες στα Βαλκάνια μιας και ξυπνάει άγριες μνήμες, διχάζει πάλι κι ήθελα πολύ να τη δω για να έχω άποψη. Τα κατάφερα πριν λίγες νύχτες και γι’ αυτό σας γράφω σήμερα. Μα μας αφορά ένα τέτοιο θέμα; θ’ αναρωτηθείτε ίσως, αν δε γνωρίζετε ορισμένα γεγονότα. Ναι, μας αφορά είν’ η απάντηση και πολύ μάλιστα. Γιατί στην Σρεμπρένιτσα (Srebrenica) υψώθηκε κι η ελληνική σημαία. Ας τα πάρουμε όμως τα πράγματα απ’ την αρχή. Κεντρική ηρωίδα της ταινίας, που σκηνοθέτησε η Γιασμίλα Ζμπάνιτς (Jasmila Žbanić), είναι μια Βόσνια μεταφράστρια των Ηνωμένων Εθνών, η Aida (την υποδύεται η Jasna Djuricic) που προσπαθεί να σώσει την οικογένειά της, δηλαδή τον άντρα της και τους δυο γιους της. Αναπαριστώνται στην ταινία, τα όσα διαδραματίστηκαν λοιπόν, στο στρατόπεδο του Ποτότσαρι (Potočari) που ήταν υπό τον έλεγχο των Ολλανδών κυανόκρανων, λίγο πριν κι αφού οι Σέρβοι κατέλαβαν την πόλη. Επικεφαλής εκεί ήταν ο Συνταγματάρχης Τόμας Κάρρεμανς (Colonel Thomas Karremans).

Ίσως κάποι@ έχετε δει ντοκιμαντέρ από ‘κεινη την εποχή κι άλλ@ όχι. Δε ξέρω φυσικά τι θυμάστε απ’ αυτά ακόμη κι όσ@ τα είδατε, αλλά εγώ θυμάμαι για παράδειγμα, σ’ ένα που προβλήθηκε απ’ το BBC 4 τον αυτάρεσκο Ράσκο Μλάντιτς (Rasko Mladić) να προσφέρει τσιγάρο στον εμφανώς αμήχανο και φοβισμένο Κάρρεμανς, παίζοντας μαζί του το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι, λέγοντας του ειρωνικά και μ’ όλη την αίσθηση της υπέροχης του «Μη φοβάσαι, δε θα ‘ναι το τελευταίο σου!» Υπήρχαν κάμερες τότε κι έχουν καταγραφεί τα γεγονότα. Δε μιλάμε δηλαδή για εικασίες κι έχει σημασία αυτό. Ούτε το ανακαλώ για να δικαιολογήσω τον Κάρρεμανς, που ένα πιόνι ήταν κι αυτός, αλλά για να καταλάβετε πόσο περίπλοκη ήταν η κατάσταση. Μου το θύμισε όλη η ταινία μάλιστα, αυτό ειδικά το ντοκιμαντέρ αλλά υπάρχουν κι άλλα που μπορείτε να δείτε αν ψάξετε. Κι η σκηνοθέτης επικεντρώνεται στο πώς τα βίωσε αυτά τα γεγονότα μια γυναίκα, μια μητέρα κι είναι σα να αντιπροσωπεύει όλες τις γυναίκες της Σρεμπρένιτσα το απολύτως βασισμένο σε αληθινά περιστατικά, σενάριο της.

Στην Σρεμπρένιτσα, στο Ποτότσαρι για την ακρίβεια, είχαν εγκλωβιστεί χιλιάδες πρόσφυγες και τα Ηνωμένα Έθνη δεν κατάφεραν να τους προστατέψουν παρά τις υποσχέσεις που τους είχαν δοθεί. Κάποι@ είχαν καταφύγει σκόπιμα και ηθελημένα εκεί. Δεν ήταν λίγ@. Από μια στιγμή και μετά όμως, οι πόρτες του στρατοπέδου έκλεισαν καθώς ειπώθηκε ότι δε χωρούσε άλλους ο χώρος (η μόνη εξαίρεση που θα γινόταν ήταν για γυναίκες με μωρά), κι έμειναν χιλιάδες απέξω (κι άλλοι τόσοι άντρες κατέφυγαν στα γύρω βουνά), ενώ οι υπεύθυνοι ένιπταν τας χείρας τους. Κι έχει σημασία να θυμόμαστε όχι μόνο ποιοι έκαναν κάτι, αλλά και ποιοι δεν έκαναν τίποτα. Ποιοι αποδείχτηκαν κατώτεροι των περιστάσεων κι έχουν σοβαρότατες ευθύνες. Κι είναι φανερό ότι την ενδιαφέρει την σκηνοθέτιδα πολύ, να το δείξει κι αυτό.

Στην περιοχή πάντως τότε βρισκόταν κι Έλληνες εθελοντές (;), παραστρατιωτικοί δηλαδή ακροδεξιοί εθνικιστές (δεν είναι δική μου εικασία, υπάρχουν φωτογραφίες όπου φαίνεται να χαιρετούν ναζιστικά, κάποιοι δήλωσαν και περήφανα μέλη της Χρυσής Αυγής), που πολεμούσαν στο πλευρό των Σερβοβόσνιων. Δεν υπάρχει καμία αναφορά γι’ αυτούς στην ταινία (κάποιοι αγνοούνται ακόμη, ένας τους έγραψε βιβλίο, κτλ), αλλά σίγουρα οι κάτοικοι των Βαλκανίων δε ξεχνούν την εποχή που κυριάρχησε στην Ελλάδα η ιδέα «Σύνορα με την Σερβία» κι ο Ράντοβαν Κάρατζιτς (Radovan Karadžić) δήλωνε «Έχουμε το Θεό και τους Έλληνες!». Μου το δείχνει αυτό σχεδόν πάντα όταν ταξιδεύω η θερμή υποδοχή των Σέρβων κι η αυθόρμητη στιγμιαία μόνο, ευτυχώς, επιφύλαξη αντίστοιχα, των Βόσνιων απέναντι μου, καθαρά λόγω εθνικότητας.

Πώς να πω ότι δεν έχουν δίκιο; Κι όμως, στο Σαράγεβο (Sarajevo), στου οποίου την πολιορκία έλαβαν επίσης μέρος Έλληνες, διάλεξα να μείνω σε μουσουλμανική συνοικία κι οι άνθρωποι ήταν ευγενικότατοι και φιλικότατοι το διάστημα που παρέμεινα εκεί, παρά το ότι φυσικά δεν αποκλείω το γεγονός του να έκαναν και δεύτερες σκέψεις. Τα αφηγήματα βλέπετε, καλά κρατούν. Την έχω δει αρκετά θα έλεγα τη Βοσνία (υπάρχουν αναρτήσεις σχετικές εδώ) λοιπόν κι έχω μια ιδέα, όπως κι ενδιαφέρον για όσα συμβαίνουν ευρύτερα στα Βαλκάνια. Στην Σρεμπρένιτσα πάντως, ακόμη δεν έχω πάει κι ας είναι στα σχέδια μου. Ξέρω ότι κυριαρχούν στο τοπίο τα νεκροταφεία. Και στο Σαράγεβο άλλωστε γεμάτοι είναι οι λόφοι, είναι παρόντες παντού οι νεκροί. Αναρτημένα τα ονόματά τους έξω από πολλά κτίρια, τα σημάδια απ’ τις σφαίρες στους τοίχους ακόμη εκεί, ακόμη κι ειδικές ξεναγήσεις στα μέρη που σχετίζονται με τον πόλεμο γίνονται (ας όψεται η μόδα του war tour).

Σας τα γράφω αυτά, για να έχετε μια εικόνα της κατάστασης σήμερα. Ναι, είναι κι η Νεκροπολιτική στη μέση και φυσικά δεν το ξεχνάω, αλλά για την ώρα, ας μείνουμε στα της ταινίας. Αναπαριστώντας λοιπόν τα γεγονότα, η σκηνοθέτιδα, Jasmila Žbanić, δείχνει τον ηθοποιό που υποδύεται το Μλάντιτς να δίνει εντολή στους στρατιώτες του να μοιράσουν ψωμί, σοκολάτες και αναψυκτικά στους πρόσφυγες που βρισκόταν έξω απ’ τις πύλες του στρατοπέδου στο Ποτότσαρι και να τους διαβεβαιώνει ο ίδιος, ότι θα τους διαθέσει τα μέσα για να φύγουν. Τους ζητούσε να μη φοβούνται καθόλου. Έτσι ακριβώς έγινε όντως τότε. Αυτό καταγράφηκε και στις κάμερες, αλλά ότι ακολούθησε ήταν ο διαχωρισμός αντρών και γυναικών κι ακολούθως δυστυχώς η σφαγή. Ο Κάρρεμανς αποχώρησε χαμογελαστός κι ανακουφισμένος παίρνοντας τα δώρα που του πρόσφερε ο Μλάντιτς, οι κυανόκρανοι είχαν επιδοθεί σε χορούς, οι κάμερες ήταν πάντα εκεί κι οι εκτελέσεις είχαν αρχίσει. Το είπαν κάποιες γυναίκες στον Κάρρεμανς πριν φύγει, πως στρατιώτες του Σερβοβοσνιακού στρατού σκότωναν άντρες εν ψυχρώ, αλλά δεν τις πίστεψε, όπως παραδέχτηκε αργότερα.

Αυτά είναι τα γεγονότα λοιπόν, αλλά οι γενικεύσεις δεν μ’ άρεσαν ποτέ. Για μένα είναι αδιαμφισβήτητα, αλλά δεν ενστερνίζομαι κιόλας την άποψη ότι οι Σέρβοι ήταν οι μακελάρηδες των Βαλκανίων, γιατί δεν χωράνε κάποιοι άλλοι σ’ αυτό το αφήγημα. Ποιοι; Απλούστατα οι άλλοι Σέρβοι που διαδήλωναν στο Βελιγράδι εναντίον του πολέμου, οι Σέρβοι που βοήθησαν τους μουσουλμάνους γείτονες τους να διαφύγουν κι όσ@ έστελναν κρυφά τρόφιμα στο Σαράγεβο όσο διαρκούσε η πολιορκία. Οι Σέρβοι επίσης που διώχθηκαν κι εκτελέστηκαν σ’ άλλες περιοχές της πρώην Γιουγκοσλαβίας, όπως το Κοσσυφοπέδιο, που είδαν τα σπίτια τους να καταστρέφονται, τις εκκλησίες τους να καίγονται κι έχασαν για πάντα δικούς τους. Αλλά κάπως έτσι, άνθρωποι που συμβίωναν ειρηνικά για χρόνια, που ερωτεύονταν και παντρεύονταν (γεγονός είναι κι οι πάμπολλοι μεικτοί γάμοι), χωρίς να τους απασχολεί το διαφορετικό τους θρήσκευμα, βρέθηκαν απέναντι ν’ αλληλοσκοτώνονται. Γιατί έτσι είναι οι πόλεμοι κι οι Μεγάλες Ιδέες είναι που μακελεύουν. Πάντα χρειάζονται βέβαια κι οι αποδιοπομπαίοι τράγοι κι αν δεν υπάρχουν, τους κατασκευάζουν, δε χάθηκε ο κόσμος. Το έχω κι αυτό υπόψη.

Στην Σρεμπρένιτσα, επίσης όμως, εκτός απ’ τους Ολλανδούς και τους Έλληνες, έχει σημασία να θυμόμαστε πως ήταν κι οι Κροάτες κι έπαιξαν κι αυτοί το ρόλο τους. Άσχημα παιχνίδια βέβαια, μιας κι αναφέρομαι στους Κροάτες (τους οποίους υποστήριζαν πολύ οι Γερμανοί), μήπως δεν παίχτηκαν απ’ την άλλη και σε βάρος τους, κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Βούκοβαρ (Vukovar); Πώς να μην το μετρήσουμε κι αυτό; Όπως και τις πεποιθήσεις που υπήρχαν και υπάρχουν ότι έπρεπε να θυσιαστεί το Βούκοβαρ για να κερδηθεί η διεθνής συμπάθεια; Καταλαβαίνετε τώρα πόσο δύσκολες είναι οι απόλυτες κρίσεις; Η Αμερική έκανε γενικώς τις κινήσεις της στην σκακιέρα των Βαλκανίων κι η ..πολιτισμένη Ευρώπη, παρακολουθούσε απ’ τις οθόνες της… Αμφιβάλλει κανείς ότι βόλευε πολλούς (ναι και την Ελλάδα), ο διαμελισμός της Γιουγκοσλαβίας; Για όλους αυτούς τους λόγους, δε βλέπω την εικόνα ασπρόμαυρη. Αυτή είναι λοιπόν, η δική μου γνώμη.

Μεγάλο ρόλο φυσικά έπαιξε κι ο ίδιος ο Μλάντιτς, που ξεκάθαρα μιλούσε για εκδίκηση εναντίον των μουσουλμάνων. Αλλά και τον τρόπο που απευθυνόταν στους στρατιώτες του να δείτε απ’ τα ντοκιμαντέρ που ανέφερα στην αρχή, όλο και κάτι θα καταλάβετε. Η διαφθορά της εξουσίας, η προσωπικότητα κι ο χαρακτήρας του, ίσως όλα να συνέβαλαν. Σε λίγες μέρες, δηλαδή στις 8 Ιουνίου θ’ ακουστεί η τελική ετυμηγορία της δίκης του. Η Ιστορία θα τον κρίνει. Αρκετές απ’ τις μητέρες όμως που έχασαν τα παιδιά τους δε ζουν πια για να δικαιωθούν. Κάποιες δεν τα βρήκαν ποτέ για να τα θάψουν, άλλες τα βρήκαν κομματιασμένα, οι περισσότερες ζουν με τις φωτογραφίες τους μόνο για συντροφιά και όταν ανακαλύπτονται ομαδικοί τάφοι καλούνται να δουν, κάθε φορά, αν αναγνωρίζουν τους δικούς τους απ’ ό,τι απέμεινε απ’ αυτούς. Εδώ μπορείτε να διαβάσετε τι βίωσαν και βιώνουν, αλλά και τι πέτυχαν ως τώρα κι εγώ μεταφράζω ένα μικρό μόνο απόσπασμα:

«Οι γυναίκες έχουν κερδίσει ισχυρή φήμη για την εκστρατεία τους για την αλήθεια (campaign of truth-telling). Συμμετείχαν σε υποθέσεις εναντίον των Ηνωμένων Εθνών και των Κάτω Χωρών για φερόμενη αμέλεια από τα ολλανδικά στρατεύματα του ΟΗΕ, που επέτρεψαν να σκοτωθούν οι Βόσνιοι. Έπεισαν επίσης το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να εγκρίνει ψήφισμα που να καλεί όλες τις χώρες της ΕΕ να σηματοδοτήσουν την 11η Ιουλίου ως την ημέρα μνήμης της γενοκτονίας της Σρεμπρένιτσα».

Μιας και με αφορμή την ταινία πάντως, εξηγώ όλα αυτά, και δε θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, ν’ αναφερθώ και σ’ αυτό το βιβλίο της Ρούζα Φωτιάδη (Ruža Fotiadis) που τιτλοφορείται «Traditional Friends and Orthodox Brothers” – Greek-Serbian Friendship in the 1990s between Discourse and Praxis» (Göttingen: Wallstein-Verlag, 2014). Καταγράφει πολλούς σταθμούς της σχέσης των δύο χωρών και θα σας βοηθήσει αν θέλετε να ξέρετε περισσότερα. Σε πρόσφατο αφιέρωμα της Frankfurter Allgemeine Zeitung που υπάρχει κι εδώ στα ελληνικά, σχολιάστηκε πάντως μία παράλειψή του από Γερμανό δημοσιογράφο: «(…)το 1941, η υπό σερβικό έλεγχο Γιουγκοσλαβία, προκειμένου να συμμετάσχει στον άξονα Γερμανίας-Ιταλίας-Ιαπωνίας, είχε ζητήσει από τον Χίτλερ γραπτή διαβεβαίωση ότι θα προσαρτήσει τη Θεσσαλονίκη…» Αυτό, για να έχετε πλήρη εικόνα.

Και να που φτάνει στο τέλος της κι αυτή η μεγάλη ανάρτηση που εσκεμμένα δε θέλησα να σπάσω σε μικρότερα μέρη… Τι γνώμη έχω λοιπόν για την ταινία; Δεν είναι φανερό; Την προτείνω ανεπιφύλακτα. Την βρήκα καθηλωτική, βαθιά συγκινητική (με λιτά μέσα μάλιστα το πετυχαίνει αυτό) κι αφυπνιστική για όσ@ δε γνωρίζουν τι συντελέστηκε τότε στην Σρεμπρένιτσα. Καταλαβαίνω γιατί βραβεύτηκε. Να τη δείτε. Κλείνοντας πάντως, να θυμίσω κι αυτή τη λεπτομέρεια για τις συναδέλφισσες και τους συναδέλφους του χώρου της ψυχικής υγείας: ο Ράντοβαν Κάρατζιτς ήταν ψυχίατρος. Και ποιητής δυστυχώς, αλλά θα σταθώ στην πρώτη του ιδιότητα. Κρυβόταν λοιπόν απ’ το 1996, ασκούσε όμως το επάγγελμά του κανονικά, ως Δόκτωρ Ντράγκαν Ντάμπιτς και παρίστανε μάλιστα το σύγχρονο γκουρού μέχρι το 2008 που συνελήφθη. Στο βιβλίο του Γιώργου Στάμκου «Άγνωστη Σερβία» θα βρείτε ένα ολόκληρο κεφάλαιο γι’ αυτόν με όλες τις λεπτομέρειες απ’ τη δράση του προπολεμικά και μεταπολεμικά ως «ειδικού» κι ένα ακόμη για το «βρυκόλακα» Μιλόσεβιτς. Είναι κι αυτά πολύ διαφωτιστικά.-

Montenegro: Στιγμές κι εικόνες…

Podgorica, Γέφυρα της Χιλιετίας, Ιούλης 2019 (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Με καινούριο φεγγάρι βρέθηκα εκεί για πρώτη φορά. Αφού είχα δει ένα υπέροχο ηλιοβασίλεμα, περνώντας αυτή τη γέφυρα σκέφτηκα τους πρώτους στίχους απ’ το ποίημα Podgorica που το ολοκλήρωσα στην περιοχή Block 4 και δημοσιεύτηκε λίγο αργότερα στο fanzine της «Λοκομοτίβας». Γιατί σας τα γράφω όλα αυτά; Γιατί σήμερα το Μαυροβούνιο (Montenegro) συμπληρώνει 15 χρόνια ανεξαρτησίας κι ενώ έχει ξεπεράσει ορισμένα προβλήματα, ταλανίζεται ακόμη από διάφορα άλλα. Φυσικά τα μεγαλύτερα είναι τα οικονομικά, αλλά υπάρχουν και πολιτικά και θρησκευτικά, όπως μπορείτε να διαβάσετε εδώ. Oι εκλογές του 2020 έβγαλαν εκτός την πολιτική παρέα που κυβερνούσε για πάνω από 30 χρόνια τη χώρα, ωστόσο μαγικές λύσεις δεν υπάρχουν αλλά αντίθετα, ζητήματα που διχάζουν ακόμη τους κατοίκους του. Οι σχέσεις με την Σερβία, είναι ένα απ’ αυτά, για πολλούς λόγους.

Podgorica, Block 4, Ιούλης 2019 (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Δεν είναι όμως, για να πω την αλήθεια, η μόνη αφορμή που γράφω την ανάρτηση η σημερινή επέτειος. Γράφω και για τη χώρα, σ’ ένα ανέκδοτο ακόμη μυθιστόρημα κι επιστρέφω πίσω νοερά, θυμάμαι τις μέρες και τις νύχτες μου εκεί… Κι είπα να μοιραστώ κάποιες αναμνήσεις μου μαζί σας. Γιατί οι άνθρωποι παντού ήταν απίστευτα φιλόξενοι και δε μπορώ να ξεχάσω ότι στη διάρκεια της πρώτης μου επίσκεψης και χωρίς να ξέρω τότε καθόλου τη γλώσσα (τώρα πια κάποιες φράσεις για να συνεννοούμαι τις έμαθα), χάθηκα προσπαθώντας να βρω το δρόμο για ένα απ’ τα πιο ψηλά σημεία της περιοχής απ’ όπου φαίνεται όλη η πόλη και φυσικά η θέα είναι φανταστική. Επιστρατεύτηκε μια ολόκληρη γειτονιά λοιπόν, ξεπάρκαρε το αυτοκίνητό του ένας άνθρωπος με προτροπή της γυναίκας του και μας οδήγησε με την παρέα μου μέχρι εκεί. Συνέβη άλλες δυο φορές άνθρωποι να παρατήσουν τον καφέ τους, να πληρώσουν βιαστικά, για να έρθουν μαζί μας να μας δείξουν ό,τι ψάχναμε. Κι εντάξει, αυτά δεν είναι απ’ τα περιστατικά που ξεχνιούνται.

Budva, Montenegro, Ιούλης 2019 (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Η ζωή βέβαια στην πρωτεύουσα κινείται με διαφορετικούς ρυθμούς σε σχέση με τα τουριστικά παράλια της καταπράσινης αυτής χώρας. Ανάλογα διαφέρουν οι μισθοί και οι τιμές των προϊόντων, αλλά σε σχέση με την Ελλάδα, φυσικά όλα είναι πολύ φθηνότερα. Στη Budva άκουσα λοιπόν ελληνικά κι είδα γκρουπ απ’ τη Βόρεια Ελλάδα κυρίως. Μα τι έγινε; αναρωτήθηκα…Δεν είπαμε ότι σαν τη Χαλκιδική δεν έχει; Προτίμησα πάντως να κρατήσω το καλοπροαίρετο αστείο για τον εαυτό μου και συνέχισα να μιλάω αγγλικά κάνοντας τις βόλτες μου κι αράζοντας σ’ ένα μπαράκι που λάτρεψα, με φωτογραφίες του Χεμινγουέι. Υπάρχει και ένα αξιόλογο αν και μικρό Μουσείο, που αξίζει να δείτε και φιλοξενεί μάλιστα κι ελληνικά αγγεία. Αν κι Ιούλιος, υπήρχε σχετική ησυχία στους δρόμους κι αυτό μου άρεσε πολύ (δεν είμαι άνθρωπος που περνάω καλά μες το συνωστισμό, σε καμία περίπτωση). Αντίθετα στο Kotor για το οποίο ξεκινήσαμε τις επόμενες μέρες, γινόταν το αδιαχώρητο και μετά από 25 λεπτά παραμονής στο κλειστοφοβικό τούνελ της εισόδου, βλέποντας τις απίστευτες ουρές των αυτοκινήτων που προσπαθούσαν να μπουν στην πόλη χωρίς επιτυχία, συμφωνήσαμε ομόφωνα να εγκαταλείψουμε την προσπάθεια. Ήταν όμως πολύ ωραία η διαδρομή ως εκεί (θέλει απίστευτη προσοχή ο φιδογυριστός δρόμος), κι ίσως κάποια στιγμή επιστρέψω. Σίγουρο το θεωρώ δηλαδή, αλλά μιας και δε θέλω να κάνω σχέδια…

Ο κόλπος του Kotor, Montenegro, Ιούλης 2019 (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Και κάπως έτσι φτάνω στο τέλος αυτής της ανάρτησης. Και κρατάω πολλά ακόμη στο νου μου, πέρα απ’ όσα μπόρεσα να μοιραστώ εδώ μαζί σας. Αν και σχετικά προσωπική η ανάρτηση και με κάποιες χρηστικές πληροφορίες, δεν είναι σε καμιά περίπτωση τουριστική. Θεωρώ τον εαυτό μου άλλωστε ταξιδιώτισσα κι έτσι ξαναγύρισα στην Podgorica, έμεινα, αλλά δεν έβγαλα τότε παρά ελάχιστες φωτογραφίες κι έτσι δεν βλέπετε εδώ τα πιο γνωστά σημεία της πόλης, αλλά εκείνα που με ενέπνευσαν και συνδέονται με τα κείμενά μου. Ήθελα να τη ζήσω όπως οι κάτοικοί της και πάντα, μα πάντα, αφήνω κάτι για να δω και στο μέλλον, όπου κι αν πηγαίνω. Είχαν πολύ ενδιαφέρουσα βιβλιοθήκη στο σπίτι που με φιλοξενούσαν και σκεφτόμουν πόσο ωραία θα ήταν αν μπορούσα να διαβάσω μερικές απ’ τις ιστορίες των συγγραφέων. Ευσεβείς πόθοι… Αλλά και πάλι, ποιος ξέρει; Ίσως κάποτε… Προς το παρόν άλλωστε έχω να γράψω και το βιβλίο για το οποίο σας έκανα ήδη λόγο.

Ο κόλπος του Kotor, Montenegro, Ιούλης 2019 (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

*Όλες οι φωτογραφίες τραβήχτηκαν από μένα κι έχουν ανέβει στον προσωπικό λογαριασμό που διατηρώ στο Instagram.

Απ’ το Βελιγράδι στο Λονδίνο: Μια μπάντα με Ρομά κορίτσια τραγουδά για τη γυναικεία ενδυνάμωση – Ενάντια στα στερεότυπα, τις διακρίσεις και τη μάστιγα του παιδικών γάμων

Όσα θα γράψω σήμερα, τα διάβασα σ’ αυτό το άρθρο, της Dragana Jovanovic, χτες κι αφού μ’ ενδιαφέρουν τέτοια θέματα (δείτε κι αυτήν την ανάρτηση για την Αφγανή ράπερ και θα καταλάβετε), στην ουσία μια σχετικά ελεύθερη μετάφραση κάνω εδώ σήμερα (βάζοντας σε παρενθέσεις τις λέξεις που χρησιμοποιώ για την καλύτερη απόδοση του νοήματος), έχοντας στο νου μου την όμορφη οικογένεια της Ειρήνης στο Ζεφύρι και το πόσο μας αγκάλιασαν κάποτε οι δικοί της:

«Μέσω της μουσικής», λοιπόν «ένα συγκρότημα κοριτσιών Ρομά στη Σερβία πολεμά ενάντια στα στερεότυπα, τις διακρίσεις και τη μάστιγα των παιδικών γάμων.

Μέχρι την ηλικία των 17 ετών, η Zlata Ristic είχε έναν άντρα και ένα παιδί. Το 2020, σε ηλικία 26 ετών, εμφανιζόταν στην κύρια σκηνή στο Royal Festival Hall του Λονδίνου, ραπάροντας ενάντια στην πρακτική των παιδικών γάμων.

Είναι μόνο μια πτήση δυόμισι ωρών απ’ τον τόπο καταγωγής της Ristic στο Βελιγράδι προς το Λονδίνο, αλλά το να εμφανίζεται στο Women of the World Festival και στο BBC Woman’s Hour (μοιάζει να) είναι ένας (άλλος) κόσμος, μακριά, από τη ζωή που αντιμετωπίζουν οι περισσότερες γυναίκες Ρομά στη Σερβία.

Η Ristic λέει ότι έκανε «λάθος» να παντρευτεί τόσο μικρή. Τώρα, ως μέλος του 12μελούς κοριτσιού Ρομά Pretty Loud, αγωνίζεται με μέσο το τραγούδι ενάντια στην παράδοση που αναγκάζει ανήλικες Ρομά να παντρευτούν και τραγουδά για τη σημασία της εκπαίδευσης.

«Κανείς δεν με ανάγκασε να το κάνω. Ήταν η δική μου επιλογή, αλλά έκανα λάθος. Γι ‘αυτό στοχεύουμε να ενθαρρύνουμε άλλα νεαρά κορίτσια να μην αφήσουν τους γονείς τους να κανονίσουν έναν γάμο που δεν θέλουν. Ταυτόχρονα, τα υποστηρίζουμε (ώστε) να αποκτούν μια νέα προοπτική για τη ζωή».

Η μπάντα Pretty Loud αναπτύχτηκε μέσα από καλλιτεχνικά εργαστήρια που έγιναν το 2014 για παιδιά και νέους Ρομά στη Σερβία και διοργανώνονται από το Ίδρυμα GRUBB με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο, και GRUBB σημαίνει Gypsy Roma Urban Balkan Beats.

Το GRUBB, που ιδρύθηκε το 2006, προωθεί την εκπαίδευση σε μια κοινότητα Ρομά που ζει στο περιθώριο της σερβικής κοινωνίας, βυθίζεται στη φτώχεια και (βιώνει) συστηματικά διακρίσεις στην εκπαίδευση, την υγειονομική περίθαλψη και την απασχόληση.

Οι γυναίκες Ρομά έχουν ακόμη πιο δύσκολη ζωή. Σύμφωνα με έρευνα των Ηνωμένων Εθνών, κατά μέσο όρο 9 στις 10 νεαρές γυναίκες Ρομά στα Δυτικά Βαλκάνια δεν έχουν εκπαίδευση, απασχόληση ή κατάρτιση. Τα 2/3 αυτών, δεν ελέγχουν τα χρήματά τους.

Στη Σερβία, κάθε εξάχρονο παιδί Ρομά βρίσκεται εκτός του εκπαιδευτικού συστήματος, ενώ σύμφωνα με μια μελέτη της UNICEF του 2019, το 16% των κοριτσιών Ρομά παντρεύονται πριν φτάσουν στην ηλικία των 15. (Ενώ) μόλις πάνω από τα μισά (κορίτσια) είναι παντρεμένα μέχρι την ηλικία των 18 στο 6% μεταξύ των μη Ρομά γυναικών γυναικών της Σερβία.

Στα Δυτικά Βαλκάνια, η Σερβία κατέχει τη δεύτερη θέση όσον αφορά το ποσοστό των παιδικών γάμων, (βρίσκεται δηλαδή στη λίστα) μετά από την Αλβανία…»

Και κάπου εδώ θα σταματήσω για να διαβάσετε και το πρωτότυπο άρθρο της Dragana Jovanovic και θα πω μόνο πως υπάρχουν και πολλοί προοδευτικοί γονείς Ρομά (τέτοιοι ήταν κάποιοι που γνωρίσαμε στο Ζεφύρι, όπως ανέφερα στην αρχή), που δεν πιέζουν τις κόρες τους να παντρευτούν, δε φέρνουν εμπόδια στην επιθυμία τους να δουλέψουν και καταλαβαίνουν την αξία της μόρφωσης. Εύχομαι να γίνονται περισσότεροι, όσο περνούν τα χρόνια.

Ο Ρωμαίος κι η Ιουλιέτα του Σαράγεβο

Bosko Brkic και Admira Ismic (Source: The Journal for Multi-media History, Albany.edu)

Όσο ταξιδεύουμε μαθαίνουμε και διάφορες ιστορίες. Άλλες ανήκουν στην σφαίρα του μύθου κι άλλες είναι αληθινές. Μια τέτοια ιστορία, απ’ αυτές που ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία θυμήθηκα, βλέποντας πρόσφατα την ακόλουθη παράσταση χορού απ’ το Teatro Massimo για το Ρωμαίο και την Ιουλιέτα του Σαράγεβο. Έτσι τους χαρακτηρίζει από τότε ο κόσμος, μιας και το ζευγάρι είχε τραγικό τέλος. Η παράσταση μου έδωσε την αφορμή να σας γράψω μερικά πράγματα και να σας δώσω συνδέσμους απ’ όπου μπορείτε να βρείτε κι επιπλέον πληροφορίες.

Εκείνος λοιπόν ήταν 15 χρονών κι εκείνη 16, όταν συναντήθηκαν σ’ ένα πρωτοχρονιάτικο πάρτι. Ο Σέρβος ορθόδοξος Bosko Brkic και η Βόσνια μουσουλμάνα Admira Ismic, ερωτεύτηκαν αμέσως ο ένας τον άλλο κι οι οικογένειες τους δεν είχαν καμία αντίρρηση γι’ αυτό το δεσμό. Οι μικτοί γάμοι άλλωστε συνηθίζονται στα Βαλκάνια (κι ας τους ανέκοψε η φρίκη του πολέμου). Ήταν μαζί για 9 χρόνια, ώσπου τους σκότωσαν στις 19 Μαΐου του 1993, στη γέφυρα Vrbanja. Σε ηλικία 25 ετών τότε κι οι δυο, προσπάθησαν να φύγουν απ’ την πόλη και τη χώρα, όπου το αίμα έρεε συνεχώς. Το σημείο όμως εκείνο ήταν κατά κάποιο τρόπο no man’s land και δρούσαν ανενόχλητοι οι ελεύθεροι σκοπευτές. Οι σφαίρες τους έγραψαν το τέλος της ιστορίας αυτών των ανθρώπων που άφησαν την τελευταία τους πνοή αγκαλιασμένοι. Οι αντιμαχόμενες πλευρές άρχισαν ν’ αλληλοκατηγορούνται για το γεγονός κι η δολοφονία τους προκάλεσε παγκόσμια συγκίνηση.

Παρακολουθώντας το ντοκιμαντέρ που υπάρχει εδώ και διαθέτει αγγλικούς υπότιτλους, θα μάθετε τα πάντα για ‘κείνους (πόσο διαφορετικοί χαρακτήρες ήταν, τι είπαν οι δικοί τους άνθρωποι, θα δείτε τα γράμματα που αντάλλαξαν κτλ), και κάποια στιγμή που δε θα γράφω από κινητό τα πάντα, ίσως ενημερώσω ξανά την ανάρτηση, γιατί καταλαβαίνω τη δυσκολία κάποιων σας με τις ξένες γλώσσες. Τι πρέπει να κρατήσουμε απ’ αυτή την ιστορία, ας το σκεφτεί η καθεμία, το καθένα, ο καθένας σας… Για μένα το μήνυμά της είναι ξεκάθαρο.

*Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από εδώ.