«Quo Vadis, Aida?»: Μια καθηλωτικη ταινία που φέρνει στο επίκεντρο τις μητέρες της Σρεμπρένιτσα

Γι’ αυτή την ταινία γίνεται πολύς λόγος τους τελευταίους μήνες στα Βαλκάνια μιας και ξυπνάει άγριες μνήμες, διχάζει πάλι κι ήθελα πολύ να τη δω για να έχω άποψη. Τα κατάφερα πριν λίγες νύχτες και γι’ αυτό σας γράφω σήμερα. Μα μας αφορά ένα τέτοιο θέμα; θ’ αναρωτηθείτε ίσως, αν δε γνωρίζετε ορισμένα γεγονότα. Ναι, μας αφορά είν’ η απάντηση και πολύ μάλιστα. Γιατί στην Σρεμπρένιτσα (Srebrenica) υψώθηκε κι η ελληνική σημαία. Ας τα πάρουμε όμως τα πράγματα απ’ την αρχή. Κεντρική ηρωίδα της ταινίας, που σκηνοθέτησε η Γιασμίλα Ζμπάνιτς (Jasmila Žbanić), είναι μια Βόσνια μεταφράστρια των Ηνωμένων Εθνών, η Aida (την υποδύεται η Jasna Djuricic) που προσπαθεί να σώσει την οικογένειά της, δηλαδή τον άντρα της και τους δυο γιους της. Αναπαριστώνται στην ταινία, τα όσα διαδραματίστηκαν λοιπόν, στο στρατόπεδο του Ποτότσαρι (Potočari) που ήταν υπό τον έλεγχο των Ολλανδών κυανόκρανων, λίγο πριν κι αφού οι Σέρβοι κατέλαβαν την πόλη. Επικεφαλής εκεί ήταν ο Συνταγματάρχης Τόμας Κάρρεμανς (Colonel Thomas Karremans).

Ίσως κάποι@ έχετε δει ντοκιμαντέρ από ‘κεινη την εποχή κι άλλ@ όχι. Δε ξέρω φυσικά τι θυμάστε απ’ αυτά ακόμη κι όσ@ τα είδατε, αλλά εγώ θυμάμαι για παράδειγμα, σ’ ένα που προβλήθηκε απ’ το BBC 4 τον αυτάρεσκο Ράσκο Μλάντιτς (Rasko Mladić) να προσφέρει τσιγάρο στον εμφανώς αμήχανο και φοβισμένο Κάρρεμανς, παίζοντας μαζί του το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι, λέγοντας του ειρωνικά και μ’ όλη την αίσθηση της υπέροχης του «Μη φοβάσαι, δε θα ‘ναι το τελευταίο σου!» Υπήρχαν κάμερες τότε κι έχουν καταγραφεί τα γεγονότα. Δε μιλάμε δηλαδή για εικασίες κι έχει σημασία αυτό. Ούτε το ανακαλώ για να δικαιολογήσω τον Κάρρεμανς, που ένα πιόνι ήταν κι αυτός, αλλά για να καταλάβετε πόσο περίπλοκη ήταν η κατάσταση. Μου το θύμισε όλη η ταινία μάλιστα, αυτό ειδικά το ντοκιμαντέρ αλλά υπάρχουν κι άλλα που μπορείτε να δείτε αν ψάξετε. Κι η σκηνοθέτης επικεντρώνεται στο πώς τα βίωσε αυτά τα γεγονότα μια γυναίκα, μια μητέρα κι είναι σα να αντιπροσωπεύει όλες τις γυναίκες της Σρεμπρένιτσα το απολύτως βασισμένο σε αληθινά περιστατικά, σενάριο της.

Στην Σρεμπρένιτσα, στο Ποτότσαρι για την ακρίβεια, είχαν εγκλωβιστεί χιλιάδες πρόσφυγες και τα Ηνωμένα Έθνη δεν κατάφεραν να τους προστατέψουν παρά τις υποσχέσεις που τους είχαν δοθεί. Κάποι@ είχαν καταφύγει σκόπιμα και ηθελημένα εκεί. Δεν ήταν λίγ@. Από μια στιγμή και μετά όμως, οι πόρτες του στρατοπέδου έκλεισαν καθώς ειπώθηκε ότι δε χωρούσε άλλους ο χώρος (η μόνη εξαίρεση που θα γινόταν ήταν για γυναίκες με μωρά), κι έμειναν χιλιάδες απέξω (κι άλλοι τόσοι άντρες κατέφυγαν στα γύρω βουνά), ενώ οι υπεύθυνοι ένιπταν τας χείρας τους. Κι έχει σημασία να θυμόμαστε όχι μόνο ποιοι έκαναν κάτι, αλλά και ποιοι δεν έκαναν τίποτα. Ποιοι αποδείχτηκαν κατώτεροι των περιστάσεων κι έχουν σοβαρότατες ευθύνες. Κι είναι φανερό ότι την ενδιαφέρει την σκηνοθέτιδα πολύ, να το δείξει κι αυτό.

Στην περιοχή πάντως τότε βρισκόταν κι Έλληνες εθελοντές (;), παραστρατιωτικοί δηλαδή ακροδεξιοί εθνικιστές (δεν είναι δική μου εικασία, υπάρχουν φωτογραφίες όπου φαίνεται να χαιρετούν ναζιστικά, κάποιοι δήλωσαν και περήφανα μέλη της Χρυσής Αυγής), που πολεμούσαν στο πλευρό των Σερβοβόσνιων. Δεν υπάρχει καμία αναφορά γι’ αυτούς στην ταινία (κάποιοι αγνοούνται ακόμη, ένας τους έγραψε βιβλίο, κτλ), αλλά σίγουρα οι κάτοικοι των Βαλκανίων δε ξεχνούν την εποχή που κυριάρχησε στην Ελλάδα η ιδέα «Σύνορα με την Σερβία» κι ο Ράντοβαν Κάρατζιτς (Radovan Karadžić) δήλωνε «Έχουμε το Θεό και τους Έλληνες!». Μου το δείχνει αυτό σχεδόν πάντα όταν ταξιδεύω η θερμή υποδοχή των Σέρβων κι η αυθόρμητη στιγμιαία μόνο, ευτυχώς, επιφύλαξη αντίστοιχα, των Βόσνιων απέναντι μου, καθαρά λόγω εθνικότητας.

Πώς να πω ότι δεν έχουν δίκιο; Κι όμως, στο Σαράγεβο (Sarajevo), στου οποίου την πολιορκία έλαβαν επίσης μέρος Έλληνες, διάλεξα να μείνω σε μουσουλμανική συνοικία κι οι άνθρωποι ήταν ευγενικότατοι και φιλικότατοι το διάστημα που παρέμεινα εκεί, παρά το ότι φυσικά δεν αποκλείω το γεγονός του να έκαναν και δεύτερες σκέψεις. Τα αφηγήματα βλέπετε, καλά κρατούν. Την έχω δει αρκετά θα έλεγα τη Βοσνία (υπάρχουν αναρτήσεις σχετικές εδώ) λοιπόν κι έχω μια ιδέα, όπως κι ενδιαφέρον για όσα συμβαίνουν ευρύτερα στα Βαλκάνια. Στην Σρεμπρένιτσα πάντως, ακόμη δεν έχω πάει κι ας είναι στα σχέδια μου. Ξέρω ότι κυριαρχούν στο τοπίο τα νεκροταφεία. Και στο Σαράγεβο άλλωστε γεμάτοι είναι οι λόφοι, είναι παρόντες παντού οι νεκροί. Αναρτημένα τα ονόματά τους έξω από πολλά κτίρια, τα σημάδια απ’ τις σφαίρες στους τοίχους ακόμη εκεί, ακόμη κι ειδικές ξεναγήσεις στα μέρη που σχετίζονται με τον πόλεμο γίνονται (ας όψεται η μόδα του war tour).

Σας τα γράφω αυτά, για να έχετε μια εικόνα της κατάστασης σήμερα. Ναι, είναι κι η Νεκροπολιτική στη μέση και φυσικά δεν το ξεχνάω, αλλά για την ώρα, ας μείνουμε στα της ταινίας. Αναπαριστώντας λοιπόν τα γεγονότα, η σκηνοθέτιδα, Jasmila Žbanić, δείχνει τον ηθοποιό που υποδύεται το Μλάντιτς να δίνει εντολή στους στρατιώτες του να μοιράσουν ψωμί, σοκολάτες και αναψυκτικά στους πρόσφυγες που βρισκόταν έξω απ’ τις πύλες του στρατοπέδου στο Ποτότσαρι και να τους διαβεβαιώνει ο ίδιος, ότι θα τους διαθέσει τα μέσα για να φύγουν. Τους ζητούσε να μη φοβούνται καθόλου. Έτσι ακριβώς έγινε όντως τότε. Αυτό καταγράφηκε και στις κάμερες, αλλά ότι ακολούθησε ήταν ο διαχωρισμός αντρών και γυναικών κι ακολούθως δυστυχώς η σφαγή. Ο Κάρρεμανς αποχώρησε χαμογελαστός κι ανακουφισμένος παίρνοντας τα δώρα που του πρόσφερε ο Μλάντιτς, οι κυανόκρανοι είχαν επιδοθεί σε χορούς, οι κάμερες ήταν πάντα εκεί κι οι εκτελέσεις είχαν αρχίσει. Το είπαν κάποιες γυναίκες στον Κάρρεμανς πριν φύγει, πως στρατιώτες του Σερβοβοσνιακού στρατού σκότωναν άντρες εν ψυχρώ, αλλά δεν τις πίστεψε, όπως παραδέχτηκε αργότερα.

Αυτά είναι τα γεγονότα λοιπόν, αλλά οι γενικεύσεις δεν μ’ άρεσαν ποτέ. Για μένα είναι αδιαμφισβήτητα, αλλά δεν ενστερνίζομαι κιόλας την άποψη ότι οι Σέρβοι ήταν οι μακελάρηδες των Βαλκανίων, γιατί δεν χωράνε κάποιοι άλλοι σ’ αυτό το αφήγημα. Ποιοι; Απλούστατα οι άλλοι Σέρβοι που διαδήλωναν στο Βελιγράδι εναντίον του πολέμου, οι Σέρβοι που βοήθησαν τους μουσουλμάνους γείτονες τους να διαφύγουν κι όσ@ έστελναν κρυφά τρόφιμα στο Σαράγεβο όσο διαρκούσε η πολιορκία. Οι Σέρβοι επίσης που διώχθηκαν κι εκτελέστηκαν σ’ άλλες περιοχές της πρώην Γιουγκοσλαβίας, όπως το Κοσσυφοπέδιο, που είδαν τα σπίτια τους να καταστρέφονται, τις εκκλησίες τους να καίγονται κι έχασαν για πάντα δικούς τους. Αλλά κάπως έτσι, άνθρωποι που συμβίωναν ειρηνικά για χρόνια, που ερωτεύονταν και παντρεύονταν (γεγονός είναι κι οι πάμπολλοι μεικτοί γάμοι), χωρίς να τους απασχολεί το διαφορετικό τους θρήσκευμα, βρέθηκαν απέναντι ν’ αλληλοσκοτώνονται. Γιατί έτσι είναι οι πόλεμοι κι οι Μεγάλες Ιδέες είναι που μακελεύουν. Πάντα χρειάζονται βέβαια κι οι αποδιοπομπαίοι τράγοι κι αν δεν υπάρχουν, τους κατασκευάζουν, δε χάθηκε ο κόσμος. Το έχω κι αυτό υπόψη.

Στην Σρεμπρένιτσα, επίσης όμως, εκτός απ’ τους Ολλανδούς και τους Έλληνες, έχει σημασία να θυμόμαστε πως ήταν κι οι Κροάτες κι έπαιξαν κι αυτοί το ρόλο τους. Άσχημα παιχνίδια βέβαια, μιας κι αναφέρομαι στους Κροάτες (τους οποίους υποστήριζαν πολύ οι Γερμανοί), μήπως δεν παίχτηκαν απ’ την άλλη και σε βάρος τους, κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Βούκοβαρ (Vukovar); Πώς να μην το μετρήσουμε κι αυτό; Όπως και τις πεποιθήσεις που υπήρχαν και υπάρχουν ότι έπρεπε να θυσιαστεί το Βούκοβαρ για να κερδηθεί η διεθνής συμπάθεια; Καταλαβαίνετε τώρα πόσο δύσκολες είναι οι απόλυτες κρίσεις; Η Αμερική έκανε γενικώς τις κινήσεις της στην σκακιέρα των Βαλκανίων κι η ..πολιτισμένη Ευρώπη, παρακολουθούσε απ’ τις οθόνες της… Αμφιβάλλει κανείς ότι βόλευε πολλούς (ναι και την Ελλάδα), ο διαμελισμός της Γιουγκοσλαβίας; Για όλους αυτούς τους λόγους, δε βλέπω την εικόνα ασπρόμαυρη. Αυτή είναι λοιπόν, η δική μου γνώμη.

Μεγάλο ρόλο φυσικά έπαιξε κι ο ίδιος ο Μλάντιτς, που ξεκάθαρα μιλούσε για εκδίκηση εναντίον των μουσουλμάνων. Αλλά και τον τρόπο που απευθυνόταν στους στρατιώτες του να δείτε απ’ τα ντοκιμαντέρ που ανέφερα στην αρχή, όλο και κάτι θα καταλάβετε. Η διαφθορά της εξουσίας, η προσωπικότητα κι ο χαρακτήρας του, ίσως όλα να συνέβαλαν. Σε λίγες μέρες, δηλαδή στις 8 Ιουνίου θ’ ακουστεί η τελική ετυμηγορία της δίκης του. Η Ιστορία θα τον κρίνει. Αρκετές απ’ τις μητέρες όμως που έχασαν τα παιδιά τους δε ζουν πια για να δικαιωθούν. Κάποιες δεν τα βρήκαν ποτέ για να τα θάψουν, άλλες τα βρήκαν κομματιασμένα, οι περισσότερες ζουν με τις φωτογραφίες τους μόνο για συντροφιά και όταν ανακαλύπτονται ομαδικοί τάφοι καλούνται να δουν, κάθε φορά, αν αναγνωρίζουν τους δικούς τους απ’ ό,τι απέμεινε απ’ αυτούς. Εδώ μπορείτε να διαβάσετε τι βίωσαν και βιώνουν, αλλά και τι πέτυχαν ως τώρα κι εγώ μεταφράζω ένα μικρό μόνο απόσπασμα:

«Οι γυναίκες έχουν κερδίσει ισχυρή φήμη για την εκστρατεία τους για την αλήθεια (campaign of truth-telling). Συμμετείχαν σε υποθέσεις εναντίον των Ηνωμένων Εθνών και των Κάτω Χωρών για φερόμενη αμέλεια από τα ολλανδικά στρατεύματα του ΟΗΕ, που επέτρεψαν να σκοτωθούν οι Βόσνιοι. Έπεισαν επίσης το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να εγκρίνει ψήφισμα που να καλεί όλες τις χώρες της ΕΕ να σηματοδοτήσουν την 11η Ιουλίου ως την ημέρα μνήμης της γενοκτονίας της Σρεμπρένιτσα».

Μιας και με αφορμή την ταινία πάντως, εξηγώ όλα αυτά, και δε θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, ν’ αναφερθώ και σ’ αυτό το βιβλίο της Ρούζα Φωτιάδη (Ruža Fotiadis) που τιτλοφορείται «Traditional Friends and Orthodox Brothers” – Greek-Serbian Friendship in the 1990s between Discourse and Praxis» (Göttingen: Wallstein-Verlag, 2014). Καταγράφει πολλούς σταθμούς της σχέσης των δύο χωρών και θα σας βοηθήσει αν θέλετε να ξέρετε περισσότερα. Σε πρόσφατο αφιέρωμα της Frankfurter Allgemeine Zeitung που υπάρχει κι εδώ στα ελληνικά, σχολιάστηκε πάντως μία παράλειψή του από Γερμανό δημοσιογράφο: «(…)το 1941, η υπό σερβικό έλεγχο Γιουγκοσλαβία, προκειμένου να συμμετάσχει στον άξονα Γερμανίας-Ιταλίας-Ιαπωνίας, είχε ζητήσει από τον Χίτλερ γραπτή διαβεβαίωση ότι θα προσαρτήσει τη Θεσσαλονίκη…» Αυτό, για να έχετε πλήρη εικόνα.

Και να που φτάνει στο τέλος της κι αυτή η μεγάλη ανάρτηση που εσκεμμένα δε θέλησα να σπάσω σε μικρότερα μέρη… Τι γνώμη έχω λοιπόν για την ταινία; Δεν είναι φανερό; Την προτείνω ανεπιφύλακτα. Την βρήκα καθηλωτική, βαθιά συγκινητική (με λιτά μέσα μάλιστα το πετυχαίνει αυτό) κι αφυπνιστική για όσ@ δε γνωρίζουν τι συντελέστηκε τότε στην Σρεμπρένιτσα. Καταλαβαίνω γιατί βραβεύτηκε. Να τη δείτε. Κλείνοντας πάντως, να θυμίσω κι αυτή τη λεπτομέρεια για τις συναδέλφισσες και τους συναδέλφους του χώρου της ψυχικής υγείας: ο Ράντοβαν Κάρατζιτς ήταν ψυχίατρος. Και ποιητής δυστυχώς, αλλά θα σταθώ στην πρώτη του ιδιότητα. Κρυβόταν λοιπόν απ’ το 1996, ασκούσε όμως το επάγγελμά του κανονικά, ως Δόκτωρ Ντράγκαν Ντάμπιτς και παρίστανε μάλιστα το σύγχρονο γκουρού μέχρι το 2008 που συνελήφθη. Στο βιβλίο του Γιώργου Στάμκου «Άγνωστη Σερβία» θα βρείτε ένα ολόκληρο κεφάλαιο γι’ αυτόν με όλες τις λεπτομέρειες απ’ τη δράση του προπολεμικά και μεταπολεμικά ως «ειδικού» κι ένα ακόμη για το «βρυκόλακα» Μιλόσεβιτς. Είναι κι αυτά πολύ διαφωτιστικά.-

Ο Ρωμαίος κι η Ιουλιέτα του Σαράγεβο

Bosko Brkic και Admira Ismic (Source: The Journal for Multi-media History, Albany.edu)

Όσο ταξιδεύουμε μαθαίνουμε και διάφορες ιστορίες. Άλλες ανήκουν στην σφαίρα του μύθου κι άλλες είναι αληθινές. Μια τέτοια ιστορία, απ’ αυτές που ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία θυμήθηκα, βλέποντας πρόσφατα την ακόλουθη παράσταση χορού απ’ το Teatro Massimo για το Ρωμαίο και την Ιουλιέτα του Σαράγεβο. Έτσι τους χαρακτηρίζει από τότε ο κόσμος, μιας και το ζευγάρι είχε τραγικό τέλος. Η παράσταση μου έδωσε την αφορμή να σας γράψω μερικά πράγματα και να σας δώσω συνδέσμους απ’ όπου μπορείτε να βρείτε κι επιπλέον πληροφορίες.

Εκείνος λοιπόν ήταν 15 χρονών κι εκείνη 16, όταν συναντήθηκαν σ’ ένα πρωτοχρονιάτικο πάρτι. Ο Σέρβος ορθόδοξος Bosko Brkic και η Βόσνια μουσουλμάνα Admira Ismic, ερωτεύτηκαν αμέσως ο ένας τον άλλο κι οι οικογένειες τους δεν είχαν καμία αντίρρηση γι’ αυτό το δεσμό. Οι μικτοί γάμοι άλλωστε συνηθίζονται στα Βαλκάνια (κι ας τους ανέκοψε η φρίκη του πολέμου). Ήταν μαζί για 9 χρόνια, ώσπου τους σκότωσαν στις 19 Μαΐου του 1993, στη γέφυρα Vrbanja. Σε ηλικία 25 ετών τότε κι οι δυο, προσπάθησαν να φύγουν απ’ την πόλη και τη χώρα, όπου το αίμα έρεε συνεχώς. Το σημείο όμως εκείνο ήταν κατά κάποιο τρόπο no man’s land και δρούσαν ανενόχλητοι οι ελεύθεροι σκοπευτές. Οι σφαίρες τους έγραψαν το τέλος της ιστορίας αυτών των ανθρώπων που άφησαν την τελευταία τους πνοή αγκαλιασμενοι. Οι αντιμαχόμενες πλευρές άρχισαν ν’ αλληλοκατηγορούνται για το γεγονός κι η δολοφονία τους προκάλεσε παγκόσμια συγκίνηση.

Παρακολουθώντας το ντοκιμαντέρ που υπάρχει εδώ και διαθέτει αγγλικούς υπότιτλους, θα μάθετε τα πάντα για ‘κεινους (πόσο διαφορετικοί χαρακτήρες ήταν, τι είπαν οι δικοί τους άνθρωποι, θα δείτε τα γράμματα που αντάλλαξαν κτλ), και κάποια στιγμή που δε θα γράφω από κινητό τα πάντα, ίσως ενημερώσω ξανά την ανάρτηση, γιατί καταλαβαίνω τη δυσκολία κάποιων σας με τις ξένες γλώσσες. Τι πρέπει να κρατήσουμε απ’ αυτή την ιστορία, ας το σκεφτεί η καθεμία, το καθένα, ο καθένας σας… Για μένα το μήνυμά της είναι ξεκάθαρο.

*Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από εδώ.

Balkan Gothic: Το νέο βιβλίο του Γιώργου Στάμκου, μόλις κυκλοφόρησε

Με χαρά πληροφορήθηκα χθες, ότι μόλις κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο του Γιώργου Στάμκου, που βλέπετε εδώ και το περιμέναμε κάποι@ καιρό τώρα.

Ο πολύ γνωστός κι αγαπητός, συγγραφέας και δημοσιογράφος, δεκαετίες τώρα γυρίζει τα Βαλκάνια και μας ενημερώνει ενδελεχώς τόσο για τις κοινωνικό-πολιτικές εξελίξεις, όσο και για κάθε πτυχή της ζωής των ανθρώπων που ζουν εκεί.

Προσωπικά, συμβουλεύομαι συχνά τις δημοσιεύσεις του (θα το ‘χετε διαπιστώσει όσ@ παρακολουθείτε σταθερά αυτό το blog) και παρακολουθώ τα εξίσου ενδιαφέροντα group στο Facebook, στα οποία είναι διαχειριστής.

Έχει γενικά φανατικό κοινό, που εκτιμάει τη βαθύτατη γνώση του γι’ αυτόν τον γεωπολιτικό χώρο, που βρίσκω κι εγώ συναρπαστικό. Δεν έχω υπόψη μου άλλες «γειτονιές» τόσο ιδιαίτερες, όσο αυτή των Βαλκανίων. Είτε γράφουμε γι’ αυτές λοιπόν, είτε τις σεργιανάμε, είτε θέλουμε απλώς να γνωρίζουμε τι συμβαίνει εκεί, έχουμε λόγους να διαβάζουμε όσα δημοσιεύει ο Γιώργος Στάμκος.

Αυτή τη φορά, στο νέο του βιβλίο, να που μας ταξιδεύει: «Αυτό είναι ένα έντυπο ταξίδι στα άγνωστα και αλλοκοσμικά Βαλκάνια. Από τα στοιχειωμένα σαξονικά κάστρα της Τρανσυλβανίας, μέχρι τα «νεκροταφεία βρικολάκων» στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας (Βουλγαρία), κι από τα παράξενα νεκρικά έθιμα των Βλάχων της ανατολικής Σερβίας, μέχρι τις αινιγματικές βογομιλικές νεκροπόλεις της Βοσνίας, το μυστήριο είναι παντού στα Βαλκάνια».

Περισσότερες πληροφορίες για τα περιεχόμενα του βιβλίου και λεπτομέρειες για το πώς μπορείτε να το αποκτήσετε θα βρείτε στο ακόλουθο link:

https://zenithmag.wordpress.com/balkangothic/

Καλή επιτυχία εύχομαι κι εγώ από καρδιάς στον συγγραφέα του και φυσικά όταν το διαβάσω, θ’ ακολουθήσει εδώ παρουσίαση.-

Damir Imamović: Η Φωνή του σεβντά της Βοσνίας

Όταν θέλω να αισθανθώ όπως όταν περπατούσα στο Sarajevo, τον ακούω και βλέπω αυτό το video clip που με γυρίζει στους λόφους και στους δρόμους της μαρτυρικής πόλης. Αυτός είναι ο λόγος που σας γράφω σήμερα για ‘κείνον. Για να ταξιδέψετε μαζί μου, τώρα που ποικίλοι αποκλεισμοί μας κάνουν δυσκολότερα τα ταξίδια και να μάθετε περισσότερα για τον συγκεκριμένο καλλιτέχνη που είναι σχεδόν άγνωστος στην Ελλάδα, αν κι έχει εμφανιστεί σε συναυλίες στο Μεξικό, την Ινδία, τις ΗΠΑ, την Ιαπωνία, την Κίνα και φυσικά σε πάμπολλες βαλκανικές κι ευρωπαϊκές χώρες και βραβεύεται συνεχώς.

Έχω γράψει ήδη αυτό το κείμενο στο φιλόξενο Dream City με αφορμή το τραγούδι του «Sarajevo», για την πρωτεύουσα της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης κι έτσι δε χρειάζεται να προσθέσω ούτε λέξη παραπάνω σήμερα. Ελπίζω κάποτε βέβαια, να μπορέσω να σας γράψω όλα όσα θέλω.

Έτσι, η ανάρτηση θ’ αφιερωθεί στο Damir, που γεννήθηκε σε οικογένεια με μεγάλη μουσική παράδοση. Τόσο ο πατέρας του Nedžad Imamović (που ήταν μπασίστας, παραγωγός, τραγουδιστής και συγγραφέας), όσο κι ο παππούς του Zaim Imamović (που υπήρξε θρυλικός μουσικός και παραδοσιακός λαϊκός τραγουδιστής, διάσημος μάλιστα τη δεκαετία του 1940 και 1960), ασχολήθηκαν επαγγελματικά με τη μουσική κι έχουν τη δική τους σημαντικότατη πορεία.

O Damir λοιπόν, συνεχίζει με το δικό του τρόπο την οικογενειακή παράδοση (άρχισε να παίζει κιθάρα απ’ τα 15 του, το 2006 ηχογράφησε τον πρώτο του δίσκο) κι έχει καταφέρει να γίνει γνωστός κι έξω απ’ τα σύνορα της χώρας του (πρόσφατα διάβαζα στο site των Serajevo Times γι’ αυτή του την πρωτιά).

Σπούδασε φιλοσοφία, γράφει μουσική για το θέατρο και τον κινηματογράφο επίσης, κι ασχολείται κυρίως με το σεβντά (έπαιξε ρόλο στη συγκεκριμένη επιλογή η φιλία του με το συγγραφέα Farah Tahirbegović, τραγουδιστή του συγκροτήματος «Dertum»), ένα μουσικό είδος που όσο να πείτε το ξέρουμε κι εμείς (θ’ ακούσετε άλλωστε τα όργανα που χρησιμοποιεί και θα διαπιστώσετε τις «συγγένειες») και για το οποίο έγραψε αυτό το βιβλίο: Sevdah, the first history of the genre (Vrijeme, 2016). Για το ίδιο είδος γυρίστηκε και το ντοκιμαντέρ της Marina Andree-Škop που μπορείτε να δείτε παρακάτω. Το 2015 μάλιστα, επιμελήθηκε την έκθεση πολυμέσων «Sevdah, the art of freedom”» στην Εθνική Πινακοθήκη της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης.

Μου αρέσει το ότι συνεργάζεται με δύο καλλιτέχνες απ’ το Βελιγράδι, τον Ivan Mihajlović και την Ivana Djurić, κι έναν απ’ το Ζάγκρεμπ, τον Nenad Kovačić, δείχνοντας μ’ αυτό το κουαρτέτο στην πράξη πως τα εθνικά σύνορα δεν είναι παρά γραμμές στο χάρτη, πως πρέπει να σπάσουν οι πολιτισμικές προκαταλήψεις. Δεν είναι απ’ τους καλλιτέχνες που αρκούνται στα λόγια κι αυτό το μετράω. Δεν του αρέσουν οι ευκολίες και έχει πάρει ανάλογα ρίσκα στην καριέρα του.

Γράφει ερωτικά τραγούδια, γιατί τον ενδιαφέρει όπως μπορείτε να διαβάσετε εδώ, να δείξει στον κόσμο ότι η Βοσνία και ολόκληρη η περιοχή των Βαλκανίων δεν πρέπει να χαρακτηρίζονται (λόγω του) πολέμου και (του) εγκλήματος, αλλά ως οι τόποι όπου γεννήθηκαν μερικά από τα πιο εμβληματικά τραγούδια αγάπης του κόσμου και δημιουργούνται ακόμη.

Έχει εδώ έναν ιστότοπο απ’ τον οποίο μπορείτε να μάθετε κι άλλα αν ενδιαφέρεστε (έχει φροντίσει ώστε τα άρθρα να εμφανίζονται και στα αγγλικά) κι εγώ θα κλείσω την ανάρτηση με τα δικά του λόγια για το σεβντά:

«It is a sister music to Fado, Tango, Blues or Rembetiko and any other genre of music that was formed out of meetings of different worlds of music, languages, mindsets. It is a specific blend of music and lyrics connected to the notion of sevdah (the Turkish everyday word for «love» and an Arabic word for the Greek «melancholy»). Therefore, sevdah is a meeting of the worlds. It contains echos of epic singers, travelling ashiks (Ottoman era “minstrels”), romantic songs and ballads about forbidden love. It is quite sad, especially for the most of Western ears. For us who were raised with it, it has endless shades of sadness. Some of those shades do not even sound sad to us any more».

Πηγές:

-Damir Imamović

Sarajevo Times

The Huffington Post

Sevdalinka

World music central

Višegrad – Andrićgrad: Βόλτα στο Γεφύρι του Δρίνου και στις καινούριες γειτονιές του – Mέρος ΙΙ

Μονάχα μια φορά το χρόνο το γεφύρι πλημμύριζε φως πέρα ως πέρα. Αυτό γινόταν στις 18 Αυγούστου το βράδυ, κάθε χρόνο, στα γενέθλια του αυτοκράτορα Φραγκίσκου Ιωσήφ. Οι αρχές στόλιζαν από την παραμονή το γεφύρι με γιρλάντες από φύλλα και λουλούδια και σειρές από μικρά πεύκα, και με το που σκοτείνιαζε, άναβαν όλα τα φανάρια και μια ολόκληρη σειρά από μικρά φωτάκια που φώτιζαν τον κόσμο όλο. Τα μικρά διάσπαρτα φωτάκια, εκατοντάδες κονσερβοκούτια γεμισμένα με λίπος και στεαρίνη, έφεγγαν πάνω στα πεζούλια του γεφυριού. Φωτιζόταν το μεγαλύτερο μέρος του, ενώ οι άκρες κι οι κολώνες που το στηρίζουν ήταν στο σκοτάδι, κι έτσι το φωτεινό κομμάτι του γεφυριού φαινόταν ξεκομμένο και μετέωρο στο κενό. Οι γιορτές όμως τελειώνουν γρήγορα και τα φώτα σβήνουν. Την άλλη μέρα κιόλας το γεφύρι είναι πάλι ίδιο, όπως και τις καθημερινές…

Ίβο Άντριτς

(απόσπασμα απ’ το μυθιστόρημα «Το γεφύρι του Δρίνου», μτφ: Χρήστος Γκουβής, εκδ: «Καστανιώτη», 1997)

Višegrad, Ιούλιος του 2018 (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Ακόμα τις καθημερινές είναι όμορφο αυτό το γεφύρι. Και τις μέρες και τις νύχτες που φωτίζεται με σύγχρονους πια τρόπους. Και το χειμώνα με τις μολυβένιες συννεφιές και το καλοκαίρι που οι αχτίδες του ήλιου υπογραμμίζουν κάθε χρώμα. Περισσότερο απ’ όλα όμως, το κυρίαρχο πράσινο. Οι τουρίστες πηγαίνουν για βαρκάδα στο ποτάμι, ανεβαίνουν στο κάστρο ή κάνουν βόλτα με το τρένο, οι ντόπιοι κατεβαίνουν για ψάρεμα ή για να ταξιδέψουν τις σκέψεις τους στα κρυστάλλινα νερά του Δρίνου, περπατώντας το.

Višegrad , Το ιστορικό γεφύρι του ποταμού Δρίνου, Ιούλιος του 2018 (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Οι ταξιδιώτες που γνωρίζουν την ιστορία του τόπου, ψάχνουν να δουν από κοντά το μικρό σπίτι του Ίβο Άντριτς, το μνημείο που του έφτιαξε ο γλύπτης Ljupko Antunovic απ’ το Sarajevo και ζητούν πληροφορίες στο Πολιτιστικό Κέντρο σχετικά με το πως μπορούν να δουν την «σχολική τάξη του Ίβο Άντριτς» (δηλαδή ένα χώρο διακοσμημένο όπως συνηθιζόταν να είναι τα Δημοτικά Σχολεία στις αρχές του 19ου αιώνα, αφιερωμένο σε κείνον, όπου υπάρχουν και φωτογραφίες του). Περιττό να γράψω πως αν δεν έχετε διαβάσει το σπουδαίο βιβλίο του, αξίζει να βάλετε στόχο τώρα να το κάνετε. Όλα όσα έγραψε έχουν μεγάλο ενδιαφέρον, φυσικά, αλλά για ευνόητους λόγους σήμερα στο προσκήνιο είναι «Το γεφύρι του Δρίνου».

Višegrad , Γενική άποψη της πόλης, όπου φαίνεται στα δεξιά κι η ορθόδοξη σερβική εκκλησία της Παρθένου Μαρίας, Δεκέμβρης του 2019 (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Το Višegrad των σχεδόν 12 χιλιάδων κατοίκων (οι 5.862 εξ’ αυτών κατοικούν στο κέντρο κι οι υπόλοιποι στην ευρύτερη περιοχή), σύμφωνα με την υπογραφή του 2013, έχει πια στην συντριπτική του πλειοψηφία χριστιανικό πληθυσμό (γι’ αυτό άλλωστε κι αποτελεί τμήμα της Σερβικής Δημοκρατίας όπου τελευταία πληθαίνουν οι συζητήσεις περί απόσχισης ) κι ας μη λείπουν τα τζαμιά απ’ το τοπίο. Η ορθόδοξη σερβική εκκλησία της Παρθένου Μαρίας είναι ένα πολύ όμορφο, λευκό κτίριο, χτισμένο απ’ το 1884 που φαίνεται κι απ’ το Δρίνο. Στο Μοναστήρι της ιστορικής πόλης του Dobrun (γνωστό κι ως Kruševo) δεν πήγα, αλλά αν σας ενδιαφέρει να έχετε υπόψη την ύπαρξή του. Για τα spa και τι λοιπές ανέσεις που δεν άπτονται των ενδιαφερόντων μου, δε μπορώ να σας διαφωτίσω, αλλά θα βρείτε πληροφορίες εύκολα αν ψάξετε. Πιο χρήσιμο ίσως πάντως είναι να σας προτείνω να περάσετε απ’ το Visegrad House, όπου θα βρείτε λογής λογής τοπικά παραδοσιακά προϊόντα.

Andrićgrad, μνημείο Ivo Andrić, Δεκέμβρης 2019 (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Ο μεγαλύτερος όγκος των τουριστών πάντως είναι βέβαιο ότι πηγαίνει πια στο Andrićgrad, μια πόλη μες την πόλη, σχεδιασμένη απ’ τον Emir Kusturica κι αφιερωμένη στον Ίβο Άντριτς (υπάρχει κι αντίστοιχο ινστιτούτο), που βρίσκεται πολύ κοντά στο κέντρο του Višegrad. Κι ο λόγος που έφτασε ως εδώ η διήγησή μου και τώρα σας γράφω γι’ αυτήν, είναι η αμηχανία που μου προκαλεί. Πρόκειται για ένα πολύ μεγάλο project τελειωμένο θεωρητικά, αλλά όχι πλήρως μάλλον ακόμη (άκουσα τουλάχιστον δύο ξεναγούς διαφορετικών γκρουπ να «απολογούνται» για κτίρια που δεν έχουν ολοκληρωθεί). Διαθέτει ξενοδοχεία, εστιατόρια, κινηματογράφους, γκαλερί, βιβλιοπωλείο, εκκλησία κ.α. Έχει πολύ ενδιαφέρουσες γωνιές, οπωσδήποτε (γράφει κι ο Γιώργος Στάμκος στο βιβλίο του περισσότερα γι’ αυτό).

Andrićgrad, η θέα του δρόμου Mlada Bosna απ’ τον πρώτο όροφο του Cafe Goya, Δεκέμβρης 2019 (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Παρ’ όλα αυτά, δεν κρύβω κιόλας, πως όσο λάτρεψα το χαριτωμένο φολκλόρ στο Küstendorf (δηλαδή στο «χωριό του Εμίρ Κουστουρίτσα για το οποίο σας έχω γράψει τις εντυπώσεις μου εδώ), τόσο αποστασιοποιήθηκα στο Andrićgrad, μετά από αρκετές βόλτες. Κάθισα λοιπόν με την ησυχία μου στο Cafe Goya, που σίγουρα μου άρεσε πολύ, προσπαθώντας ν’ αποφύγω τους σωματοφύλακες που συνωστίζονταν εκεί γύρω, μιας κι επίσημοι απ’ την κυβέρνηση είχαν μόλις φτάσει στη Σερβική Πρεσβεία κι ύστερα επέστρεψα στο Višegrad. Παρά το ότι με αγγίζει πολύ η ενωτική (ας την χαρακτηρίσω έτσι) φιλοσοφία του Kusturica, οι λόγοι δημιουργίας αυτού του μέρους δηλαδή όπου έγινε προσπάθεια να συνδυαστούν στυλ διαφορετικών εποχών, για τα δικά μου γούστα είναι πολύ τουριστικό . Δεν λέει τίποτα όμως αυτό. Εσείς να πάτε, αν έχετε την ευκαιρία (δείτε εδώ κι άλλες φωτογραφίες). Γιατί καλύτερα γενικώς, είναι να ‘χει ο καθένας μας δική του γνώμη.

Andrićgrad, Η ορθόδοξη Εκκλησία, Δεκέμβρης 2019 (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Κλείνοντας την ανάρτηση πάντως, θα σας εξομολογηθώ ότι φεύγοντας απ’ το Višegrad τον περασμένο Δεκέμβρη, με θυμάμαι να περνάω έξω απ’ το Πολιτιστικό Κέντρο, (όπου στεγάζεται η Βιβλιοθήκη «Ivo Andric» η οποία διαθέτει περισσότερα από 40.000 βιβλία, εκτίθενται έργα τέχνης στην τοπική Πινακοθήκη, γίνονται ποικίλες εκδηλώσεις) και να παρατηρώ το παλιό, αποσυρμένο τρένο. Καθώς έβλεπα με την άκρη του ματιού μου την φωτεινή επιγραφή «Ι love Visegrad» ν’ αναβοσβήνει, μοιραία αναρωτήθηκα αν θα με φέρει ξανά ο δρόμος, στα ίδια μέρη. –

Višegrad , Η θέα της πόλης από μακριά κι ο ποταμός Δρίνος, Ιούλιος του 2018 (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

*Όλες οι φωτογραφίες τραβήχτηκαν από μένα το 2018 και το 2019 κι έχουν ανέβει ήδη στους προσωπικούς λογαριασμούς που διατηρώ σε flickr και instagram, αντίστοιχα.

ΠΗΓΕΣ:

-https://visegradturizam.com/ci/atrakcije/spomen-ucionica-ive-andrica/

-http://www.atrium-see.eu/index.php?option=com_k2&view=item&id=171:cultural-center-in-visegrad&Itemid=157

-https://www.andricgrad.com/

-http://www.andricevinstitut.org/

-https://www.theguardian.com/world/2012/oct/11/serb-director-emir-kusturica-visegrad-andricgrad

-http://thesrpskatimes.com/andricgrad-the-clash-of-cultures-at-the-bridge-in-visegrad-photo-video/

Višegrad – Andrićgrad: Βόλτα στο Γεφύρι του Δρίνου και στις καινούριες γειτονιές του – Mέρος Ι

Ο μαστρ-Αντόνιγε έφερε από τη Δαλματία περίφημους τεχνίτες σχοινάδες και καπάρωσε όλη την παραγωγή λιναριού απ’ όλες τις γειτονικές περιοχές. Οι τεχνίτες αυτοί έστριβαν μέσα σε ειδικές παράγκες το λινάρι κι έφτιαχναν χοντρά σκοινιά, πολύ γερά. Οι Έλληνες μαραγκοί πάλι, με σχέδια δικά του και του Τοσούν εφέντη, έφτιαχναν ξύλινους γερανούς με τροχαλίες, τους έβαζαν πάνω σε σχεδίες και μ’ εκείνα τα χοντρόσκοινα σήκωναν και τα πιο βαριά αγκωνάρια και τα πήγαιναν δίπλα στις κολόνες που ξεφύτρωναν στη σειρά μέσα από την κοίτη του ποταμού. Για να μεταφερθεί ένα τέτοιο αγκωνάρι από την όχθη στη θέση του, στα θεμέλια του γεφυριού έπαιρνε και τέσσερις μέρες…

Ίβο Άντριτς

(απόσπασμα απ’ το μυθιστόρημα «Το γεφύρι του Δρίνου», μτφ: Χρήστος Γκουβής, εκδ: «Καστανιώτη», 1997)

.

Το περίφημο γεφύρι του Δρίνου στο Višegrad

Σήμερα μας παίρνει μερικά λεπτά να το περπατήσουμε απ’ άκρη σ’ άκρη. Το Γεφύρι του Δρίνου, εννοώ, των 197,5 μέτρων με τις κομψές καμάρες. Αυτό που ξεκίνησε να κατασκευάζεται το 1571 κι ολοκληρώθηκε το 1577, αυτό για το οποίο ο Ίβο Άντριτς (Ivo Andrić) έγραψε το συναρπαστικό ομότιτλο βιβλίο του το 1945 και που η UNESCO περιέλαβε στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς του 2007. Αλλά πόσο χρόνο χρειάστηκε για να φτιαχτεί και πόσες λαχτάρες έζησαν τότε οι τεχνίτες του, στο Višegrad (της σημερινής ανατολικής Βοσνίας, που βρίσκεται στην επικράτεια της Σερβικής Δημοκρατίας: άλλο «μπέρδεμα» κι αυτό), είχε σκεφτεί άραγε κάποια/ος/ο μας πριν διαβάσει τις σχεδόν 500 σελίδες του μεγάλου λογοτέχνη;

Ο Ivo Andrić σε τοιχογραφία στο Višegrad (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Εγώ τουλάχιστον αυτό σκεφτόμουν όσο το διέσχιζα με την ησυχία μου παρά το τσουχτερό κρύο, τον περασμένο Δεκέμβρη. Παρόμοιες σκέψεις έκανα και τον Ιούλη του 2018 που πάλι βρέθηκα στην πόλη κι έβλεπα ερχόμενη απ’ το Sarajevo απ’ την μια πλευρά του δρόμου τις σημαίες της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης κι απ’ την άλλη αυτές της Σερβικής Δημοκρατίας. Την περίπλοκη αυτή πολιτική κατάσταση δεν θα σας την αναλύσω τώρα εγώ, αλλά αν διαβάσετε αυτά που υπάρχουν εδώ γραμμένα, θα καταλάβετε. Σημασία έχει πως το γεφύρι ενώνει τις δυο όχθες του ποταμού, που κάποτε οι ταξιδιώτες τον περνούσαν μόνο με βάρκα. Κι αν φούσκωνε ο Δρίνος έπρεπε να περιμένουν πολύ και βέβαια να διανυκτερεύσουν στην περιοχή. Και κάποιος αποφάσισε να τους λύσει το πρόβλημα.

Το άγαλμα του Mehmed Paša Sokolović στο Višegrad (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Δεν ήταν άλλος απ’ τον τότε Μεγάλο Βεζύρη, τον Mehmed Paša Sokolović, το άγαλμα του οποίου βλέπετε στην παραπάνω φωτογραφία. Κοιτάζει προς το μέρος του γεφυριού και πώς αλλιώς να τον παρίσταναν; Δικαιούται να το καμαρώνει έστω κι έτσι. Εκείνος έδωσε την εντολή στον αρχιτέκτονα Koca Mimar Sinan να το σχεδιάσει επειδή ήθελε να αποτίσει μ’ αυτό τον τρόπο φόρο τιμής στην πατρίδα του καθώς γεννήθηκε στο χωριό Sokolovići κοντά στο Rudo το 1505 ή το 1506, σε ορθόδοξη οικογένεια, αλλά λόγω του «Devsirme («η συμβολή στο αίμα» όπως λεγόταν, το παιδομάζωμα όπως το γνωρίζουμε εμείς) κατέληξε αξιωματικός του οθωμανικού στρατού και έγινε πολύ ισχυρός. Ο σκοπός του ήταν να βοηθηθεί, μ’ αυτό το έργο, η ανάπτυξη του εμπορίου της περιοχής και ν’ αποτελέσει το γεφύρι σύμβολο ευημερίας. Στο κέντρο υπάρχουν δύο αναθηματικές πλάκες (αυτές της ακόλουθης φωτογραφίας) που θα δείτε κι εσείς, όταν με το καλό πάτε. Είναι από λευκό μάρμαρο και περιλαμβάνουν στίχους του ποιητή Nihadi στα αραβικά (εδώ η μετάφραση), για τον κατασκευαστή και το έτος κατασκευής της γέφυρας.

Το κέντρο του γεφυριού με τις λευκές μαρμάρινες πλάκες στα αραβικά (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Το γεφύρι βέβαια αφού ολοκληρώθηκε, χρειάστηκε ν’ ανακαινιστεί πολλές φορές μετέπειτα. Δηλαδή το 1664, 1875, 1911, 1940 και τη διετία 1950-52. Τρεις από τις έντεκα καμάρες του καταστράφηκαν κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και πέντε υπέστησαν βλάβη κατά τη διάρκεια του Β Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά οι ζημιές στη συνέχεια αποκαταστάθηκαν. Πολλές αιματηρές συγκρούσεις βέβαια διαδραματίστηκαν κοντά του και γύρω του στη διάρκεια του πολέμου της Γιουγκοσλαβίας κι αρκετοί άνθρωποι ένθεν και ένθεν -ακόμη και μικρά παιδιά λένε κάποιες πηγές- πυροβολήθηκαν, σφαγιάστηκαν ή ρίχτηκαν στο ποτάμι απ’ τις καμάρες του, τότε.

To φράγμα της Bajina Bašta όπως φαίνεται απ’ το εθνικό πάρκο της Σερβίας, Tara (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Στις 19 Απριλίου του 2010 συμφωνήθηκε νέα ανακαίνιση της γέφυρας και το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς, όταν τα νερά της λίμνης Perućac κατέβηκαν αρκετά, λόγω των εργασιών συντήρησης στο φράγμα της Bajina Bašta βρέθηκαν τα πρώτα λείψανα στα νερά του Δρίνου σ΄αυτό το σημείο. Ως το φθινόπωρο μετρήθηκαν περίπου 400. Ελάχιστοι νεκροί ήταν απ’ τον Α’ και Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η συντριπτική πλειοψηφία είναι θύματα, όπως πιστεύεται, του πολέμου του Κοσσυφοπεδίου. Είναι απ’ τα γεγονότα που δεν θα ‘θελα να γνωρίζω ομολογώ, που τα σκέφτομαι αναπόφευκτα όταν είμαι εκεί και βλέπω τους ντόπιους να προσπαθούν να συνεχίσουν τη ζωή τους. Βγάζοντας φωτογραφίες, προσέχοντας τα γκράφιτι των ερωτευμένων (υπάρχουν και τέτοια ευτυχώς), αντιχαιρετώντας τους περαστικούς και σχεδιάζοντας στο νου μου τα κεφάλαια του βιβλίου που γράφω γι’ αυτά τα μέρη, κάνω κι εγώ τη δική μου προσπάθεια να ξεχάσω κι αφήνω την ομορφιά του τοπίου να με παρασύρει. Γιατί δεν έχω άλλο αντίδοτο απ’ αυτό, στη φρίκη.

Η τεχνητή λίμνη Perućac, αποτελεί το φυσικό σύνορο μεταξύ Σερβίας και Βοσνίας-Ερζεγοβίνης (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

.

(συνεχίζεται)

.

.

*Όλες οι φωτογραφίες τραβήχτηκαν από μένα το 2018 και το 2019 κι έχουν ανέβει στους λογαριασμούς μου στο flickr και στο instagram. Όσο για τις πηγές που χρησιμοποίησα, θα τις βρείτε στο τέλος της επόμενης ανάρτησης.

.

.