Κατασκευάζοντας τον επικίνδυνο ασθενή*

.

*Αναδημοσίευση από εδώ.

.

Υπάρχουν μικρές ιστορίες που εκτυλίσσονται μαζί με τις μεγάλες, ιστορίες που περνάνε στα κρυφά ή τις σκεπάζει η σιωπή μπροστά στον εκκωφαντικό θόρυβο των μεγάλων αφηγήσεων. Κι όμως οι μεν δεν μπορούν να ειδωθούν ξέχωρα από τις δε. Την τελευταία οκταετία ο ψυχιατρικός θεσμός συνιστά έναν από τους κατεξοχήν τόπους όπου χιλιάδες μικρές αφηγήσεις αντανακλούν την ευρύτερη κυρίαρχη αφήγηση, αυτή της βαθιάς οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής κρίσης. Επιλέγοντας μια ιστορία από τις χιλιάδες θα επιδιώξουμε να διερευνήσουμε τη “σειρά συμβάντων της καριέρας ενός ασθενή”, να παρουσιάσουμε γεγονότα που αναδεικνύουν πώς προοδευτικά ένα πρόσωπο που χρειάζεται κάποιου τύπου βοήθεια, ένας άνθρωπος που αντιμετωπίζεται αρχικά ως ένα υποκείμενο το οποίο ο ψυχίατρος έχει αποστολή να θεραπεύσει μετασχηματίζεται και προσαρμόζεται σε μια κατάσταση ως “αντικείμενο της βίας”.

Ο Δ. νοσηλεύεται από το 2010 στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής έχοντας με βάση το άρθρο 69 του ποινικού κώδικα κριθεί ως ακαταλόγιστος για το θάνατο του θείου του. Από την ηλικία των τριών ετών έχει διαγνωστεί με κροταφική επιληψία και θεωρείται “φαρμακοεξαρτημένος”. Στο σπίτι από την παιδική του ηλικία υπάρχουν στιγμές έντασης και διαπληκτισμών. Ο Δ. περιγράφεται από τους γονείς του ως ένα απρόβλεπτο παιδί που κάποιες φορές συγκρούεται μαζί τους “όπως όλα τα παιδιά”. Η επιθετικότητά του περιορίζεται προς τα μέλη του στενού οικογενειακού του κύκλου με εκρήξεις θυμού και σπανιότερα βίας. Οι περιστασιακές του φυγές δε συνοδεύονται από επεισόδια βίας.

Η νοσηλεία του ξεκινάει σε ένα τμήμα του Ψ.ΝΑ χωρίς η παραμονή του σε αυτό να διαφοροποιείται από τους υπόλοιπους ασθενείς που νοσηλεύονται με βάση το άρθρο 69 και διάγει μια μάλλον “φυσιολογική” νοσηλεία, κατά τη διάρκεια της οποίας συμπεριλαμβάνονται και έξοδοι από το Ψ.Ν.Α. για το σπίτι του. Προοδευτικά για λόγους που δε γνωρίζουμε αν ποτέ διερευνήθηκαν επαρκώς ξεκινάει μια αντιπαράθεση μεταξύ γονιών και μέρους του προσωπικού του νοσοκομείου. Από τη μια καταγγελίες για βία προς τον γιο και απαξιωτική συμπεριφορά από τους γιατρούς και από την άλλη διαμαρτυρίες για ελλιπή συνεργασία. Μέσα σε αυτό το σκηνικό ο Δ. εμφανίζεται όλο και πιο εκνευρισμένος, όλο και πιο “απρόβλεπτος”. Παρ’ όλα αυτά συνεχίζει να βγαίνει έξω μόνος του και σε καμία έξοδό του δεν αναφέρεται βίαιο συμβάν. Συμμετέχει σε εργοθεραπευτικές συνεδρίες και διατηρεί μια καλή σχέση με τη θεράπουσα ψυχίατρο. Μια μέρα βρίσκεται από τους γονείς του χτυπημένος ενώ το προσωπικό ισχυρίζεται ότι “τα έκανε μόνος του”. Μπαίνει σε απομόνωση σε ένα δωμάτιο όπου του παρέχονται κάποιες υποτυπώδεις ανέσεις. Συχνά περιορίζεται στο κρεβάτι του (μηχανική καθήλωση με ιμάντες). Παράλληλα, σε μια αδιανόητη κίνηση δύο ψυχίατροι ζητούν τον εγκλεισμό των γονέων σε ψυχιατρική κλινική. Πράγματι το Νοέμβριο του 2013 οι γονείς του μεταφέρονται συνοδεία περιπολικών για ψυχιατρική εκτίμηση με το ερώτημα αν χρήζουν νοσηλείας και κρίνεται ότι δε συντρέχει τέτοιος λόγος.

Προοδευτικά γύρω από τον Δ. η ιδρυματική λογική ξεδιπλώνει την απόλυτη ισχύ της. Η όποια ευελιξία απαιτείται στη συνάντηση με το λεγόμενο “δύσκολο περιστατικό” εκμηδενίζεται. Οι απαντήσεις δίνονται μηχανικά σχεδόν αυτοματοποιημένα. Το ψυχιατρείο αναγάγεται σε ένα χώρο τεράστιας αντιπαράθεσης. Κάθε συμβάν διαβάζεται μονόδρομα, αποδιδόμενο ευθέως σε ψυχοπαθολογικά μοτίβα άλλοτε του ασθενούς και άλλοτε της οικογένειάς του, η οποία και αυτή με τη σειρά της θα αντιδράσει δημιουργώντας ένα φαύλο κύκλο όπου είναι αδύνατο να διακριθεί μια αρχή, ίσως γιατί απλούστατα δεν υπάρχει. Ο κύκλος της βίας είναι έτοιμος να πυροδοτηθεί ανά πάσα στιγμή. Αρκεί ένα τυχαίο συμβάν, μια ασυνήθης κατάσταση που κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες θα πυροδοτήσει αλυσιδωτές αντιδράσεις. Κι αυτό το τυχαίο συμβάν δεν ήταν άλλο από τη φωτιά που ξέσπασε στο Ψ.Ν.Α. και οδήγησε στο φρικτό θάνατο τριών ανθρώπων από ασφυξία, όλων δεμένων στα κρεβάτια τους, γιατί προφανώς ανήκαν στην κατηγορία των “δύσκολων περιστατικών”.

Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτοί οι τρεις θάνατοι έρχονται να προστεθούν σε μια αλυσίδα θανάτων: έξι θάνατοι νοσηλευομένων στο Δαφνί από τον Ιούνιο του 2014 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2015. Σε μια μόλις χρονιά το ψυχιατρικό κατάστημα «μέτρησε» μια αυτοκτονία, μια ανθρωποκτονία σε βάρος δεμένου ασθενούς από άλλο ασθενή, τον τριπλό θάνατο από την πυρκαγιά, αλλά και έναν θάνατο ασθενούς που αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει, εν συνεχεία το έσκασε και βρέθηκε τελικά νεκρός έξω από το ψυχιατρείο. Τα περιστατικά αυτά σε συνδυασμό «με τις επανειλημμένες καταγγελίες προς την Ειδική Επιτροπή του Υπουργείου Υγείας για παραβίαση των δικαιωμάτων των νοσηλευομένων δικαιούται να υποστηριχθεί ότι το ΨΝΑ ως οργανισμός βρίσκεται σε κρίση», αναφέρει η έκθεση της, σε γενικές γραμμές άχρωμης, Ειδικής Επιτροπής Ελέγχου Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ατόμων με Ψυχικές Διαταραχές.

Προοδευτικά το όλο σκηνικό θυμίζει σύγκρουση, όπου ο καθένας χρησιμοποιεί όσα όπλα έχει διαθέσιμα: εισαγγελικές εντολές, εξώδικα, μηνύσεις και τιμωρητικά μέτρα όλα σε ένα γαϊτανάκι αναζήτησης και απόδοσης ευθυνών. Πιθανότατα ωθούμενη από την κατακραυγή για τους θανάτους η Διοίκηση του νοσοκομείου σπεύδει να πάρει θέση στην αντιπαράθεση που έχει ξεσπάσει ανάμεσα σε γονείς και μέρος του προσωπικού. Τα όποια θεραπευτικά πλάνα προοδευτικά μετασχηματίζονται σε φυλακτικά μέτρα επιτήρησης και περιορισμού. Στον Δ. επιβάλλονται περιοριστικά μέτρα. Χωρίς καμιά προοπτική, χωρίς κανένα πλάνο ο εγκλεισμός του Δ. εντείνεται. Παραμένει επί πάνω από δύο χρόνια σε απομόνωση, χωρίς καμιά δραστηριότητα ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης παρά το γεγονός ότι ο θεράπων ιατρός του θεωρεί την κλινική του κατάσταση του σχετικά σταθεροποιημένη. Αναφορές μιλάνε για απόπειρες αυτοκτονίας και αυτοκαταστροφής.

Ο πατέρας καταγγέλλει: «Τον έχουν σε πλήρη και παρατεταμένη απομόνωση επί 9μηνου περίπου, σε μπουντρούμι ολίγων τετραγωνικών μέτρων, χωρίς παράθυρο, με καγκελωτό φεγγίτη με σήτα, σιδερένια πόρτα με καγκελωτό παραθυράκι ολίγων εκατοστών. Του έχουν στερήσει όλα τα ανθρώπινα δικαιώματα του. Κάποιοι από αυτούς τον εξύβριζαν χυδαιότατα, τον απειλούσαν, τον χτυπούσαν αλύπητα με χέρια και πόδια στο σώμα και το χειρουργημένο κεφάλι του, τον έσερναν στο δάπεδο σαν αρνί σε σφαγείο, τον δέσμευαν στην κλίνη του και στα 4 άκρα. Ο γιος μου μόνος προσπαθούσε απεγνωσμένα αμυνόμενος να διαφύγει για να μην υποστεί τα βασανιστικά μαρτύρια των παρατεταμένων απομονώσεων, πολυήμερων δεσμεύσεων επί κλίνης στα 4 άκρα, σε μια περίπτωση τραυματισμένος στο κεφάλι για 11 συνεχόμενες ημέρες από τον νοσηλευτή Ν.Κ κατόπιν εντολής της Διευθύντριας Ψυχιατρικής Ε.Μ, αφαίρεσης όλων ανθρωπίνων δικαιωμάτων του”.

Προφανώς λοιπόν και δεν παρέχεται κανένα εξατομικευμένο θεραπευτικό πρόγραμμα ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης και η μόνη θεραπεία του είναι φαρμακευτική. Παράλληλα η Διοίκηση προτιμά να παίξει το ρόλο της απαντώντας με εξώδικα προς του γονείς για τη μη τήρηση του επισκεπτηρίου, για τη μη συνεργασία τους κοκ. Αντί να αποτελέσει το θεματοφύλακα των κατοχυρωμένων ανθρωπίνων δικαιωμάτων του Δ. και της λειτουργίας μιας πολυκλαδικής θεραπευτικής ομάδας, με στόχο μια παρέμβαση όχι προς αλλά μαζί με τον άμεσα ενδιαφερόμενο και τους γονείς, προσλαμβάνει ειδικό φυλακτικό προσωπικό (security). Όμως θα επισημάνουμε και πάλι πως κανένα εξατομικευμένο θεραπευτικό πρόγραμμα ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης δεν μπορεί να είναι πλάνο φύλαξης. Αν στο νόημα της φύλαξης εμπεριέχεται επιτήρηση και όχι φροντίδα, νοιάξιμο και άνοιγμα σε μια διεργασία χειραφέτησης, το Ψ.Ν.Α θα παραμμένει ένας όλο και πιο κατασταλτικός οργανισμός. Γιατί θα συμφωνήσουμε ότι υπάρχει ανάγκη φύλαξης: όχι όμως με το νόημα της επιτήρησης και του ελέγχου του Δ. αλλά δια-φύλαξης της ανθρωπιάς και της χειραφετητικής διαδικασίας τόσο για το Δ. όσο και για όλους τους εμπλεκόμενους.

Για άλλη μια φορά όλοι μιλάνε για τον “επικίνδυνο” Δ.. Αγνοώντας τις δεκάδες φωτιές που ανάβουν στο Ψ.Ν.Α. κάθε χρόνο για πολλούς και διαφορετικούς λόγους (πχ από ξεχασμένα τσιγάρα σε στρώματα κρεβατιών), απαλείφοντας κάθε δυνατότητα να διαβαστούν τα πολλαπλά επίπεδα του “τυχαίου συμβάντος”, Σωματείο εργαζομένων, ψυχίατροι και Διοίκηση αναγάγουν για άλλη μια φορά τη συζήτηση στο πρόσωπο του ασθενούς και την “επικινδυνότητα”.

Πώς όμως μπορεί κανείς να μιλήσει για την κρίση, τη δυσκολία, την “ακραία” συμπεριφορά ενός ανθρώπου αν δε μιλήσει παράλληλα για την κρίση, τη δυσκολία και την “ακραία” συμπεριφορά του συστήματος που το εμπεριέχει; Πώς είναι δυνατό να αναπτυχθεί οποιαδήποτε θεραπευτική σχέση όταν η βία κυριαρχεί, η διάχυτη επιθετικότητα μετασχηματίζεται σε μέτρα επιτήρησης κι όταν οι θεράποντες ιατροί ζητούν τον εγκλεισμό των γονέων του ασθενή; Πώς είναι δυνατόν ένα σύστημα να είναι θεραπευτικό όταν δεν μπορεί να ακούσει τη δυσκολία παρά απαντά με θυμό και βία; Πώς μια συμπεριφορά που στο σπίτι ήταν επιθετική και απρόβλεπτη αλλά διαχειρίσιμη καταλήγει επικίνδυνη και τελικά μη διαχειρίσιμη με τον ασθενή να παραμένει για μεγάλο διάστημα δεμένος στο κρεβάτι του; Παίζει ρόλο για αυτή την κατάληξη το ιδρυματικό και φυλακτικό περιβάλλον και η απουσία στοιχειώδους εκπαίδευσης αποκλιμάκωσης των κρίσεων και μη βίαιης επικοινωνίας; Μήπως αν δεν υπήρχε η διάδραση με την οικογένεια ο Δ δεν θα είχε αναχθεί σε «επικίνδυνο», καθώς θα είχαν εφαρμοστεί πάνω του, και δια βίου, οι συνήθεις κατασταλτικές πρακτικές χωρίς κανένας να διαμαρτύρεται και να τις αμφισβητεί;

Ούτε οι ψυχίατροι ούτε το περιβάλλον του μπορεί να θεωρηθούν υπεύθυνοι για την “επικινδυνότητα”. Η μόνη ευθύνη που αναγνωρίζεται είναι αυτή του ασθενούς και της ασθένειας του που δοκιμάζει τα όρια των βιολογικών και κατασταλτικών δυνατοτήτων του συστήματος καθώς η αρρώστια δε τιθασεύεται, δε δαμάζεται και ο άρρωστος δε συνεργάζεται. Βαθμιαία ένα πρόσωπο που μπορούσε να ζει σε μια γειτονιά με τις όποιες ιδιαίτερες ανάγκες και δυσκολίες αντιμετώπιζε, μεταμορφώνεται σε ένα τέρας: «Εγώ προσωπικά τον φοβάμαι και αύριο που εφημερεύω το σκέφτομαι με τρόμο», αναφέρει η Σ.Χ. ψυχίατρος. Κι είναι αυτός ο φόβος που χτίζει προοδευτικά τον ένα τοίχο μετά τον άλλο, που αντικαθιστά την “ευθύνη για” με την “ευθύνη σε».

Γνωρίζουμε ότι το ψυχιατρείο, από καταβολής του τόπος εγκλεισμού και αποσιώπησης, αποτέλεσε και αποτελεί ένα χώρο εκμηδένισης του νοήματος, μια “no man’s land”, ένα χώρο που εξωθήθηκε ο “Άλλος”, ο ξένος, αυτός που αποκλίνει προκειμένου να διαφυλαχτεί η κοινωνική τάξη και ασφάλεια, καθώς οι όποιες θεραπευτικές προεκτάσεις που ενδεχομένως το προσωπικό ενστερνίζεται ή επιδιώκει αλλοιώνονται και εκμηδενίζονται μπροστά στη θεσμικό του χαρακτήρα, που περιλαμβάνει τη δυνατότητα περιχαράκωσης σε κλειστούς χώρους και την εφαρμογή ειδικών καθεστώτων. Για εμάς είναι σαφές πως τα όσα εκτυλίσσονται εντός των τοίχων του ιδρύματος απηχούν τις αντιφάσεις και τα όρια ενός συστήματος που δεν μπορεί να διαγνώσει παρά μόνο ψυχιατρικές ετικέτες , διερευνώντας και παράλληλα κατασκευάζοντας “επικίνδυνους” ασθενείς καθώς η θεραπευτική συνάντηση είναι αδύνατο να επιτευχθεί αν δεν αρθούν τα δεσμά που δένουν εργαζόμενους και κυρίως ασθενείς (τους τελευταίους και με μηχανικά δεσμά) σε μια λογική “τεχνικής βίας”. Φαίνεται όμως πως κατασκευάζοντας «επικίνδυνους ασθενείς» κατασκευάζεται και ο χώρος για τη δημιουργία νέων κατασταλτικών θεσμών, ειδικών χώρων αποκλεισμού και επιτήρησης, θεσμών που στο πνεύμα της εποχής συγκροτούν απαντήσεις ελέγχου και όχι ελευθερίας, εγκλεισμού και όχι χειραφέτησης. Αν θέλουμε να μιλάμε για θεραπεία δεν μπορούμε να μιλάμε παρά για ελευθερία που θα προασπίζει τα δικαιώματα κάθε ανθρώπου που έχει βρεθεί σε ψυχική δυσφορία, δηλαδή εν δυνάμει του καθενός από εμάς.

.

 

25/10/2017

.

ΔΙΚΤΥΟ ‘Ψ’  ΓΙΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

Παρέμβαση για τα Δικαιώματα στην Ψυχική Υγεία

.

.

.

.

.

Advertisements

Οι εντυπώσεις του ποιητή Κώστα Βάρναλη απ’ το Δαφνί – Παρουσίαση του βιβλίου: “Αληθινοί Άνθρωποι”

.

Το Θωρηχτό Χουντ.

Μέρος ΙΙΙ (συνέχεια από εδώ)

.

Ας πάμε λοιπόν στο “Θωρηχτό Χουντ”, τον ενδιαφέρων “τύπο” του Ψυχιατρείου, για τον οποίο σας έκανα ήδη λόγο απ’ την προηγούμενη ανάρτηση. Ο άνθρωπος αυτός, ο Γιάννης Κ., ένας μικροκαμωμένος μελαχροινός με μαύρα αστραφτερά μάτια που δεν είχε φτάσει ακόμα τα τριάντα, ήταν “ο πιο χαριτωμένος απ’ όλους τους αρρώστους” όπως γράφει ο Βάρναλης*:

.

Έχει κάτου από τη γλώσσα του, πέντε μικρά χρωματιστά πετραδάκια: γαλάζια, κόκκινα, άσπρα, σαν εκείνα τα γυάλινα χρωματιστά πετραδάκια, που βάζουνε στα ψεύτικα δαχτυλίδια. Αυτά τα πετραδάκια είναι οι πέντε του αισθήσεις. Το καθένα απ’ αυτά αντιπροσωπεύει και μιαν αίσθηση. Άμα χάσει το πετραδάκι της όρασης, τυφλώνεται, άμα χάσει της ακοής, κουφαίνεται. Γι’ αυτό τα ΄χει μέρα-νύχτα μέσα στο στόμα του. Και μ’ αυτά κοιμάται.

-Τι είσαι Γιάννη; τον ξαναρωτά ο γιατρός.

-Εγώ είμαι χώμα, είμαι και ηλεχτρισμός, είμαι και ψάρι. Εσύ είσαι ελιά ή δεν είσαι, σε παρακαλώ;

-Γιατί σε φέραν εδώ;

-Εμένα δε με φέρνουνε. Εγώ είμαι το ‘θωρηχτό Χουντ’. Είμαι σίδερο. Υπήρξα Ηρακλής, Όμηρος, Χριστός (…)

-Μια λες, πως είσαι χώμα, μια λες, πως είσαι ψάρι, μια λες, πως είσαι βαπόρι -τι είναι αυτά; του παρατηρεί ο γιατρός

-Κάθε άνθρωπος μετατρέπεται αμέσως. Μη σου φαίνεται παράδοξο. Αυτή τη δύναμη την έχω εγώ μονάχα.

-Γιατί εσύ μονάχα;

-Γιατί με λένε Γιάννη, δε με λένε Πέτρο! (…)

-Είσαι παντρεμένος, Γιάννη;

-Γυναίκα θα πει μηχανή, θα πει κυπαρρίσι. Όταν έκλεψα τη γυναίκα μου, την πήρα μέσα στο σώμα μου. Την έχω τώρα μέσα μου, όπως εσύ είσαι στο σπίτι σου, όπως μια αρρώστια είναι μέσα σου. Η γυναίκα είναι μια ασθένεια… νύχτας”.

.

Την εποχή εκείνη, ας το διευκρινίσω δεν θεωρούνταν αντιδεοντολογικό το πείραγμα, το “κούρντισμα” όπως λεγόταν τότε, των γιατρών προς τους ασθενείς τους. Υπάρχουν και στο βιβλίο λοιπόν, τέτοιοι καταγεγραμμένοι διάλογοι σαν αυτόν που ήδη διαβάσατε, όπου κυριαρχούν η θυμηδία και το περιπαικτικό ύφος.

.

Σώζονται παρομοίως χάρη στον Βάρναλη, αντιγραφές από ιατρικές φόρμες (“αναμνηστικά” τα έλεγαν τότε) που περιείχαν ερωτήσεις των γιατρών προς τους πάσχοντες (“τι είναι αρετή;”, “τι είναι Θεός;” κ.α.) και μας δίνουν μια σαφή εικόνα για το που βρισκόταν η επιστήμη της ψυχιατρικής στα 1938 και τι ερευνούσε. Να ένα παράδειγμα απ’ το φάκελο του κ. Λ.:

.

-Τι είναι τηλέφωνο;

-Τηλέφωνο είναι ένα… τηλέφωνο, το οποίον πουλάνε και τα καταστήματα της οδού Σταδίου, το οποίον το βάζεις στο σπίτι σου, το οποίον περνά ένας τεχνίτης ένα σύρμα… μοιάζει σα φεγγάρι ή μοιάζει σαν τον άνθρωπο και αποδίδει την ακουστικήν πράξιν, το άκουσμα δηλ. Να ομιλήσεις και ν’ ακούσεις”.

.

Ρώμος Φιλύρας

.

Εκτός όμως απ’ τις επισκέψεις αυτές στο Δαφνί, ο Κώστας Βάρναλης πήγε και στο Δρομοκαΐτειο, το 1938. Για να δει τον Ρώμο Φιλύρα, που βρισκόταν έγκλειστος εκεί. Είχε προηγηθεί το εξής επεισόδιο, που ο σπουδαίος ποιητής μας περιγράφει:

.

Ξαφνικά μας παρουσιάστηκε στην οδό Σταδίου ως βασιλιάς Ρωμανός Β’ κι αρραβωνιαστικός της πριγκιπέσσας Ισλάνδας της Ιταλίας. Τότε τον παραλάβανε οι μισοβάρβαροι δανδήδες του Ζαχαράτου. Τον βάζανε στη μέση και γελούσαν εις βάρος της μεγαλύτερης λυρικής συνείδησης του καιρού μας”.

.

Όσοι επισκέπτεστε συχνά αυτό το ιστολόγιο, θα ξέρετε πως για τον Ρώμο Φιλύρα έχω γράψει κι άλλες αναρτήσεις (μπορείτε να τις δείτε εδώ, εδώ κι εδώ), μιας κι είναι απ’ τους λογοτέχνες που εκτιμώ απεριόριστα το έργο τους. Διάβασα λοιπόν με μεγάλο ενδιαφέρον όσα μας καταμαρτυρά ο Βάρναλης γι’ αυτή την επίσκεψη, για την οποία αρχικά δυσφόρησε ο Φιλύρας:

.

Μόλις μας είδε κατσούφιασε. Κι όμως είμαστε τόσο φίλοι κ’ είχαμε τόσα χρόνια να ιδωθούμε! Σούφρωσε τα φρύδια του, άρχισε να διορθώνει νευρικά τα γυαλιά του στη μύτη και δεν μπορούσε να κρύψει τη δυσφορία του. Μα του πέρασε.

Κάθησε στο τραπέζι, έβαλε στη φούχτα του μπροστά στο στόμα κι άρχισε να μας μιλάει. Μιλάει γρήγορα, μειδιά συχνά ειρωνικά και κάπου κάπου χαχανίζει σαρκαστικά (…)

-Έμαθα πως γράφεις πολύ εδώ.
-Εγώ δε γράφω… κει που θα γράφω κουταμάρες… Αν είμουνα καλά… αρρώστησα, βλέπεις. Μα και συ, όταν έπινες στην Πλάκα, δεν είσουνα καλύτερα. Είχες σκοτεινάδες… Αν είχα ανάγκη να ζήσω, θα έγραφα κανένα άρθρο...”

.

Σχέδιο ψυχικά πάσχοντα

.

Τη συνέχεια της συνομιλίας τους θα την διαβάσετε στο βιβλίο. Κι είναι νομίζω η κατάλληλη στιγμή να σας εξηγήσω πως και το πρώτο μέρος του, στο οποίο εσκεμμένα δεν αναφέρθηκα, αυτό που φέρει δηλαδή τον υπότιτλο “Ζωντανοί άνθρωποι” είναι εξίσου ενδιαφέρον, αφού περιέχει περιγραφές, αναμνήσεις, διαλόγους, πληροφορίες για μεγάλους λογοτέχνες μας όπως ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο Κωνσταντίνος Καβάφης, ο Λορέντζος Μαβίλης, ο Ιωάννης Κονδυλάκης (για τον οποίο αν σας ενδιαφέρει να μάθετε περισσότερα, υπάρχουν εδώ, εδώ κι εδώ κάποιες σχετικές αναρτήσεις) κ.α.

.

Για όλους αυτούς τους λόγους, αξίζει να έχετε στη βιβλιοθήκη σας ένα τέτοιο βιβλίο (πρωτοεκδόθηκε το 1939). Όσο για τον ίδιο τον Κώστα Βάρναλη, σας προτείνω να δείτε το αφιέρωμα που υπάρχει εδώ (για να καταλάβετε και ποια γεγονότα τον οδήγησαν στη δημοσιογραφία), εδώ θα βρείτε συγκεντρωμένα τα ποιήματα του κι εδώ τα βιβλία του που κυκλοφορούν απ’ τις εκδόσεις «Κέδρος».

.

Επιτρέψτε μου να κλείσω αυτό τον κύκλο των τριών αναρτήσεων, με ένα ποίημα του Ρώμου Φιλύρα που το εμπιστεύτηκε στο Βάρναλη μαζί με κάποια άλλα, εκείνη τη μέρα και το θεωρώ συγκλονιστικό:

.

Τα δάκρυα των πραγμάτων

.

Τα δάκρυα των πραγμάτων, βιργιλική μια εικόνα,

του σεντουκιού τα δάκρυα, τα δάκρυα του κομμού,

τα δάκρυα των κοκκάλων στις νύχτες του Αιώνα,

τα δάκρυα των ονείρων και του παραδαρμού.

.

Τα δάκρυα του μπουφέ μας, το ξύλο του που τρώει

νυχτόημερο σαράκι και τρίζουν του οι αρμοί,

της ταμπακέρας θρήνοι, που στήνουν μοιρολόι

στα βάθη των κρυμμένων γιαγιάδων οι καημοί.

.

Τα δάκρυα της ζωής μας, του πένθους μας, του πόνου,

τα δάκρυα του παρκέτου, σταγμοί της οροφής,

δάκρυα της υδρορροής στο πέρασμα του Χρόνου

κ’ οι κοπετοί κ’ οι στόνοι μιας θλίψης μας κρυφής.

.

Και της βροχής τα δάκρυα στα τζάμια στους φεγγίτες

μονότονα σα χτύποι παλιού ξυπνητηριού

μουδιάζουν τα τριδόνια και του βραχνά τους πνίχτες

σ’ άκρατα μεσανύχτια σιωπή κοιμητηριού!

.

Καλή σας ανάγνωση.

.

.

*Τα πνευματικά δικαιώματα των έργων του ποιητή ανήκουν στην κόρη του, Ευγενία Βάρναλη και στις εκδόσεις «Κέδρος«.

.

.

.

.

.

Οι εντυπώσεις του ποιητή Κώστα Βάρναλη απ’ το Δαφνί – Παρουσίαση του βιβλίου: “Αληθινοί Άνθρωποι”

.

Δαφνί τότε-a

.

Μέρος ΙΙ (συνέχεια από εδώ)

Οι παρατηρήσεις φυσικά του Κώστα Βάρναλη* απ’ το Ψυχιατρείο του Δαφνιού, δεν περιορίζονταν στη χωροταξία και στην ανθρωπογεωγραφία. Έκανε λόγο, μεταξύ άλλων και για τις διαφορές της εκδήλωσης των ψυχικών διαταραχών στα δύο φύλα, που παρατίθενται παρακάτω κι όσοι διαβάσετε το βιβλίο, πράγμα που σας συνιστώ, θα διαπιστώσετε πόσο ενδελεχείς ήταν αυτές:

Η μεγαλομανία είναι συχνότερη στους άντρες και σπανιότερη στις γυναίκες. Ενώ εκεί μέσα υπάρχουνε πλήθος βασιλιάδων και δισεκατομμυριούχοι, είναι πολύ λίγες οι πριγκίπισσες της Αγγλίας! Οι γυναίκες πάσχουνε κυρίως από μελαγχολία κ’ ερωτικό παραλήρημα. Έχουν όμως ζωηρά αναπτυγμένο το συμπαθητικό συναίσθημα και το μητρικό φίλτρο. Μερικές απ’ αυτές αφοσιώνονται στα μικρά άρρωστα παιδιά’ τ’ ανασταίνουνε με στοργή και τ’ αγαπούνε σα δικά τους.

Οι ερωτομανείς όμως γυναίκες είναι πιο ξετσίπωτες από τους άντρες και στα λόγια και στις χειρονομίες (…) Φαίνεται πως η κοινωνική καταπίεση απάνου στο ερωτικό ένστιχτο είναι πιο καταθλιπτική για τις γυναίκες παρά για τους άντρες. Όταν χαλάσει ο εσωτερικός ρυθμός των γυναικών κι αδρανήσει αυτή η πίεση, τότε το απωθημένο ερωτικό ένστιχτο αναπηδάει με δύναμη από το υποσηνειδητό τους και βγαίνει ασυγκράτητο στα φόρα με όλη του τη φυσική ειλικρίνεια”.

Γυναίκες του ψυχιατρείου-a

Είναι αξιοσημείωτο επίσης και συνεπές με την πολιτική του στάση, την ιδεολογία του (κάποιοι θα έλεγαν και με το ενδιαφέρον του για το λούμπεν προλεταριάτο), πως εστίασε στον ρόλο της κοινωνικό-οικονομικής τάξης των πασχόντων, όσο και στο μορφωτικό τους υπόβαθρο:

Δεν είναι μονάχα η διαφορά του φύλου, που κάνει να εκδηλώνεται διαφορετικά η τρέλα στον άντρα και στη γυναίκα. Παίζει σπουδαίο ρόλο και η κοινωνική και οικονομική κατάσταση του τρελού, καθώς και η μόρφωση του. Οι φτωχοί είναι και στην αρρώστια τους φτωχοί, μίζεροι, κακομοίρηδες και μισούνε τον κόσμο. Στρατηγός θα γίνει ο λοχίας, μεγαλοτραπεζίτης κ’ εκατομμυριούχος ο ψιλικατζής, συγγραφέας όποιος ξέρει λίγα ή πολλά γράμματα. Βασιλιάδες όμως, πρωθυπουργοί και θεοί μπορεί να γίνουν όλοι. Γιατί αυτές οι έννοιες είναι κοινές σε όλους τους ανθρώπους: αποτελούνε για όλους τις άφταστες κορφές της κοσμικής και της υπερκόσμιας ζωής”.

Κι αφού παρατηρούσε, σχολίαζε, εξηγούσε, έκανε εντέλει και μια σύντομη ιστορική αναδρομή στον τρόπο που η κοινωνία μας αντιμετώπισε αυτούς τους “πρωτόγονους του πολιτισμού”. Εκθείαζε ιδιαιτέρως το έργο του γιατρού Philippe Pinel στη Γαλλία, τον οποίο χαρακτήριζε σαν έναν “από τους μεγαλύτερους ευεργέτες της ανθρωπότητας”, κατέγραψε ευλαβικά την φαρμακοθεραπεία όχι μόνο των ψυχικά πασχόντων, αλλά και των ουσιοεξαρτημένων που συνάντησε τότε κι υπογράμμισε προειδοποιητικά ακολούθως:

Οι αρρώστιες των τρελών δεν είναι κάτι που λείπει από τους γνωστικούς. Πόσοι δεν είναι οι μελαγχολικοί, οι παράξενοι, οι ερωτομανείς, οι καταδιωκόμενοι κ’ οι μεγαλομανείς στην κοινωνία των γνωστικών! Η διαφορά ανάμεσα στους τρελούς και στους γνωστικούς δεν είναι διαφορά ποιού, είναι διαφορά βαθμού. ‘Ψυχοπάθεια είναι η υπέρμετρος ανάπτυξις των ψυχικών ανωμαλιών’ λεν οι γιατροί.

Αν λοιπόν ανάμεσα στη μεγαλοφυία και στην τρέλα η διαφορά είναι μια τρίχα μονάχα, τότε ρωτάς τι χρειάζεται ο μαντρότοιχος του ψυχιατρείου. Ο μαντρότοιχος αυτός δεν κάνει άλλη δουλειά, παρά να χωρίζει τον ‘υπέρμετρο’ κ΄ επικίνδυνο βαθμό της τρέλας από τον κατώτερο και τον ακίνδυνο”.

.

Δελαπατρίδης-a

.

Χάρη σε κείνον, διασώζονται πια στη μνήμη μας πολλοί ‘τύποι’, ιδιαίτεροι άνθρωποι, που ζούσαν πίσω απ’ αυτό τον μαντρότοιχο. “Τύποι” για τους οποίους ο Κώστας Φιλανδριανός έγραψε στο δικό του βιβλίο:

«Πάρα πολλοί απ’ αυτούς, περίφημοι “τύποι” της εποχής, φημισμένοι ανά το Πανελλήνιο, (ο Γιάννης ο Θεός, -ο Ηλίας της Επιμελείας, -ο Δελαπατρίδης, -ο Βδελόπουλος, – Ο Ανδρέας ο Ουρανοβάμων, – η Βασίλισσα του Σαββά, – Ο Θανάσης ο Απλός, – ο Μικρό Μεγάλο Παστρεύει, -ο Γιάννης το Υπερντρέτνωτ, – ο Δαίδαλος κλπ, ελάχιστο δείγμα μιας ατέλειωτης σειράς), καθένας με τη χάρι του και τα …καμώματα του, συμπλήρωναν την εκτός τόπου και χρόνου αίσθηση, με την οποία ζούσε το αλλόκοτο εκείνο πλήθος… Πόσοι ανεπανάληπτοι “τύποι”… (Αλήθεια τι έγιναν τώρα οι “τύποι”;) Σήμερα δεν βλέπομε τέτοια πράγματα. Ο οδοστρωτήρας των ψυχοφαρμάκων ισοπέδωσε τις ψυχικές αρρώστιες, εξαφάνισε τις πηγαίες συμπτωματολογίες, μετέτρεψε τους αρρώστους σε απλά ομοιόμορφα νούμερα..

Ο Βάρναλης τους περιέγραψε με σπουδή, κατέγραψε σχεδόν αυτολεξεί όσα του είπαν και διέσωσε πολλά κείμενα τους. Ο Λόγος των αποκλεισμένων εκείνης της εποχής, φτάνει σήμερα σε μας, χάρη στις ανταποκρίσεις του σπουδαίου ποιητή. Θεώρησε απαραίτητο δε, να εξηγήσει τις προθέσεις του:

Απ’ αυτά τα γραμμένα ντοκουμέντα θα δημοσιέψουμε μερικά. Έχουνε πολύ ψυχολογικό ενδιαφέρο. Προ παντός είναι αυτούσια κι αυθεντικά στοιχεία της διανοητικής και της συναισθηματικής ζωής των αρρώστων. Ενώ οι προφορικές τους κουβέντες, όσο να πεις, παθαίνουν στη μετακόμιση τους από το στόμα του αρρώστου στο χαρτί πολλές… αβαρίες”.

Και παρακάτω, ξανάγραψε για το ίδιο θέμα:

Να, τώρα και μερικά ακόμα γραφτά κείμενα τροφίμων του Ψυχιατρείου. Δεν έχουν όλα λογοτεχνική αξία. Έχουν όμως ψυχολογική. Κι αυτός είναι ο σκοπός μας: να γνωρίσουμε τον εσωτερικό κόσμο των αρρώστων, όχι όπως τον βλέπουμε εμείς, αλλ΄όπως εκδηλώνεται από τους ίδιους μέσα σε αδιάψευστα κείμενα. Γιατί, αν ‘τα χείλη ιερέως δεν ψεύδονται’, πολύ περισσότερο δεν ψεύδονται τα χείλη, το μολύβι κ’ η βελόνα των ψυχοπαθών.

Είναι αξιοπερίεργο, πως ενώ πολλοί άντρες γράφουνε πεζά και ποιητικά έργα, καμιά γυναίκα δεν κάνει φιλολογία. Η εξήγηση, πως οι γυναίκες είναι αμόρφωτες, δε στέκει. Γιατί κ’ οι άντρες, που γράφουν, δεν είναι περισσότερο μορφωμένοι. Σημειώνουμε το φαινόμενο και προχωρούμε”.

.

.

Φυσικά έκανε λόγο για τον Δελαπατρίδη (οι στίχοι του οποίου όπως υποστήριζε “δεν είναι χειρότεροι από πολλούς της καθαρευουσιάνικης σχολής”) που τον συνάντησε αρκετά εξαθλιωμένο (εδώ μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα για τον Τηλέμαχο Νταλάκα -αυτό ήταν το αληθινό του όνομα), τον “Αντρέα τον Ουρανοβάμων”, το “Θωρηχτό Χουντ”, τον “Θανάση τον απλό”, τη “Ζαζά την κουρελού” και άλλους. Σε ορισμένους αφιέρωσε ολόκληρα κεφάλαια (ανταποκρίσεις τότε για την εφημερίδα του) και άλλους τους περιέγραψε συνοπτικά.

Υπάρχουν σχετικά σκίτσα επίσης από έργα των ψυχικά πασχόντων, που φιλοτέχνησε ο Ευθ. Παπαδημητρίου. Κι ιστορίες για το κάθε πρόσωπο, για τον κάθε ‘τύπο’ του Δαφνιού. Πολλές ιστορίες.

Προσωπικά με γοήτευσε ο Λόγος του ανθρώπου που ήταν γνωστός ως “Θωρηχτό Χουντ”, για τον οποίο θα σας γράψω λίγα λόγια στην επόμενη ανάρτηση, με την οποία και θα ολοκληρωθεί η παρουσίαση του βιβλίου.

(συνεχίζεται εδώ)

.

.

.

*Τα πνευματικά δικαιώματα των έργων του ποιητή ανήκουν στην κόρη του, Ευγενία Βάρναλη και στις εκδόσεις «Κέδρος«.

.

.

.

.

.

Οι εντυπώσεις του ποιητή Κώστα Βάρναλη απ’ το Δαφνί – Παρουσίαση του βιβλίου: “Αληθινοί Άνθρωποι”

.

ΒΑΡΝΑΛΗΣ

.

Μέρος Ι

.

Σήμερα, με ιδιαίτερη χαρά, θα σας παρουσιάσω ένα βιβλίο (ειδικότερα το δεύτερο μέρος του) που θεωρώ ανεκτίμητη πηγή πληροφοριών για όποιον ενδιαφέρεται για την ιστορία του ΨΝΑ, για τις αντιλήψεις εκείνης της εποχής σχετικά με τις ψυχικές διαταραχές, για τη θεραπευτική αντιμετώπιση, αλλά και για πολλούς άλλους λόγους. Στην πορεία, θα καταλάβετε περισσότερα.

.

Στο παρελθόν λοιπόν, κάπου είχα διαβάσει για τις επισκέψεις του ποιητή Κώστα Βάρναλη* στο Δαφνί κι όταν μελετούσα τα όσα κατέγραψε ο αείμνηστος Κώστας Φιλανδριανός στο βιβλίο του, για να κάνω τις αναρτήσεις που μπορείτε να τις δείτε εδώ, εδώ, εδώ κι εδώ, διαπίστωσα πως αναφερόταν ξανά τ’ όνομά του. Στο Διαδίκτυο υπήρχαν λίγα, διάσπαρτα στοιχεία κι έτσι αποφάσισα να ψάξω περισσότερο το θέμα και να συγκεντρώσω ο,τι σχετικό.

Ας ξεκινήσω κατ’ αρχήν με όσα ο Φιλανδριανός έγραφε για τις επισκέψεις του ποιητή στο χώρο του ψυχιατρείου:

.

Μία από τις πιο εμπεριστατωμένες δημοσιογραφικές έρευνες (ενν: για το Δαφνί), έγινε απ’ την ημερήσια εφημερίδα “Πρωΐα” κατά το 1938. Ο συνεργάτης τότε, ποιητής Κώστας Βάρναλης, ερχόταν πάνω από ένα μήνα καθημερινά στο Νοσοκομείο, με συνοδεία πάντα σκιτσογράφου ή φωτογράφου. Στο διάστημα τούτο, έλαβε την ευκαιρία να γνωρίση από κοντά τη ζωή του Ψυχιατρείου και να μελετήση με άνεση τους αρρώστους, καταναλώνοντας συνεχώς ολόκληρη την ημέρα του μέσα σ’ αυτό. Οι εντυπώσεις του δημοσιεύονταν κάθε μέρα, μαζί με τα σχετικά σκίτσα και συχνά με κρίσεις και συμπεράσματά του. Πολύ αργότερα, τα ουσιαστικότερα μέρη της έρευνας ενοποιήθηκαν σε βιβλίο με τον τίτλο “ΑΛΗΘΙΝΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ” (“Μια φανταστική Πολιτεία), με τον οποίο μπορεί και σήμερα να τη βρη κανεί, ενσωματωμένη στα “Άπαντα” του ποιητή”.

.

Βάρναλης-δημοσιογραφική ταυτότητα

.

Και συνέχιζε, δείχνοντας απερίφραστα με τα λόγια του, την εκτίμηση του για τον τρόπο που έφερε σε πέρας την δημοσιογραφική του αποστολή, ο ποιητής:

Ο,τι πάντως εντυπωσίασε, όσους είχαν τότε την ευκαιρία να τον παρακολουθήσουν στο έργο του, ήταν η ικανότητά του να δίνη λιτά, με λίγες αδρές γραμμές, τις πιο ακριβείς και τέλειες περιγραφές των αρρώστων και της κατάστασης τους και προ παντός το εκπληκτικό αισθητήριο του, που τον οδηγούσε στο να βλέπη σε βάθος και να ξεχωρίζη πράγματα, τα οποία μόνο έμπειρη Ψυχιατρική σκέψη θα μπορούσε να συλλάβη.

Η έρευνα απέβλεπε σε άλλους στόχους και με τη λογοτεχνική δομή της έπαιρνε διαφορετικό χαρακτήρα, ωστόσο έδινε παραστατική εικόνα της ζωής του Ψυχιατρείου, αλλά και του έργου που γινόταν εκεί και τούτο, ήταν την εποχή εκείνη αποστομωτική απάντηση στους επικριτές του”.

Είναι ευχής έργον που διασώθηκαν αυτές οι πληροφορίες και μπορούμε κι εμείς σήμερα να έχουμε μια εμπεριστατωμένη εικόνα μεταξύ άλλων και για τον τρόπο που δούλεψε το θέμα του ο Βάρναλης. Γιατί όμως ονόμασε το βιβλίο του έτσι; Ο ίδιος εξηγεί:

«Οι «Αληθινοί άνθρωποι» είναι κι αυτοί πορτραίτα ζωντανών ανθρώπων, αλλ’ από τον κόσμο των ψυχοπαθών. Τους ονομάζω ‘αληθινούς’, γιατί σχεδόν όλοι τους είναι ειλικρινείς και κανένας τους δεν υποκρίνεται το ρόλο του«.

.

Ο υπότιτλος του δεύτερου μέρους του βιβλίου είναι: «Μια φανταστική πολιτεία-Ο κόσμος του πνευματικού σκοταδιού» και προφανώς ο Φιλανδριανός τον δανείστηκε μεταγενέστερα και τιτλοφόρησε το δικό του έργο: «Δημόσιο Ψυχιατρείο Αθηνών-Το Δαφνί ..μια φανταστική πολιτεία«, αν και δεν το αναφέρει κάπου.

.

Δημόσιο Ψυχιατρείο Αθηνών-Κ. Φιλανδριανός

.

Το αντίτυπο της έκδοσης του Βάρναλη που έχω εγώ στα χέρια μου πάντως έχει τον γενικό τίτλο «Άνθρωποι«, κυκλοφόρησε το 1990 απ’ τις εκδόσεις «Κέδρος» και πλαισιώνεται με σχέδια του Ευθ. Παπαδημητρίου. Όπως και στην περίπτωση του βιβλίου του Φιλανδριανού, έτσι και τώρα, τηρώ κατά το δυνατόν τη σύνταξη κι ορθογραφία του πρωτότυπου κειμένου.

Η εκτίμηση των δύο ανδρών προφανώς ήταν αμοιβαία, γιατί κι ο ποιητής χωρίς να αναφέρει το όνομα του Φιλανδριανού, εκφράζεται θετικότατα για τον Διευθυντή του Ψυχιατρείου. Εξαίρει επίσης το έργο των γιατρών και των νοσηλευτών που τον συνόδευαν και τον διευκόλυναν στο έργο του:

«Έξω στη μισοβάρβαρη κοινωνία των γνωστικών, οι τρελοί υποφέρανε και υποφέρουν ακόμα και σήμερα τα πάνδεινα. Τους έχουνε μπαίγνιο. Τους χτυπάνε, τους πετροβολάνε, τους ερεθίζουν οι γνωστικοί, για να γελάνε. Απ’ το αποκαρδιωτικό, το σαδιστικό θέαμα, μας απαλλάξανε τα ψυχιατρεία (…) Όχι σπάνια οι τρελοί δαγκάνουν ή ξεσκίζουν με τα νύχια τους ή πάνε να πνίξουν τους νοσοκόμους’ μα οι νοσοκόμοι δεν επιτρέπεται να ‘εκδικούνται’. Οι τρελοί, όπως είπαμε, είναι άρρωστοι, που δεν έχουν ευθύνη για τις πράξεις τους. Επίσης έχει καταργηθεί ο ζουρλομανδύας, γιατί εμποδίζει τις κινήσεις των αρρώστων και τους στεναχωρεί. Για τους επικίνδυνους και σε κείνους που βρίσκονται σε παροξυσμό της μανίας τους, εφαρμόζεται το μέτρο της ‘καθήλωσης’. τους δένουν τα χέρια στα σίδερα του κρεβατιού με ειδικούς ιμάντες ή τους δένουν το ένα πόδι στον τοίχο μέσα σε απομονωτήρια (…) Μέσα στο ψυχιατρείο οι άρρωστοι γλυτώνουν πρώτα πρώτα από τα μαρτύρια των γνωστικών. Ύστερα τρώνε καλά, ντύνουνται καλά, κοιμούνται σε κανονικές ώρες, έχουν καθαριότητα και αναπνέουν τον καθαρό αέρα του βουνού και των πεύκων«.

 Και περιγράφει τα όσα αντίκρισε στο Δαφνί, πιο συγκεκριμένα, παρακάτω:

.

«Λίγοι θα ξέρουνε, πως το Δημόσιο Ψυχιατρείο αποτελεί μιαν ολάκερη πολιτεία με δυο χιλιάδες ψυχομέτρι. Πολιτεία με βασιλιάδες, με πρωθυπουργούς, με μεγάλους συγγραφείς και δισεκατομμυριούχους! Στην πολιτεία αυτή δεν υπάρχει Λόγος, δεν υπάρχει Συνείδηση, δεν υπάρχει Χρόνος, δεν υπάρχει τόπος. Κι όταν υπάρχουν ως ένα βαθμό, το περιεχόμενο κ’ η λειτουργία τους είναι πολύ διαφορετικά εκεί μέσα απ’ ο,τι είναι έξω (…) Πάμε επίτηδες απόγεμα, γιατί οι άρρωστοι κυκλοφορούνε λεύτερα στις αυλές. Έτσι θα μπορέσουμε να τους ιδούμε και να κουβεντιάσουμε μαζί τους. Το πρωί, άμα δυναμώσει ο ήλιος τους κλειούνε στα διαμερίσματα τους, γιατί ο ήλιος τους πειράζει. Δεν υπάρχουν υπόστεγα στην αυλή (…) Άλλοι ανεβοκατεβαίνουνε για δουλειές, άλλοι στέκονται όρθιοι κι άλλοι κατάχαμα ακουμπώντας τη ράχη στον τοίχο (…) φορούν αμπέχωνα και πανταλόνι από γκρίζα ερέα ή από λινό χακί. Πολλοί είναι μονάχα με το πουκάμισο. Λιγοστοί φορούνε στο κεφάλι τους ένα δίκωχο πηλήκιο από την ίδια γκρίζα αρέα (…) Μερικοί κουβαλάνε μέρα-νύχτα στην τσέπη του αμπέχωνου, ή στην πίσω τσέπη του πανταλονιού το τενεκεδένιο κύπελο του νερού και του τσαγιού, πλακουτσωμένο από τις δύο μεριές, για να χωράει καλύτερα. Νομίζεις πως βρίσκεσαι μάλλον σε στρατώνα μετά τα βραδινά γυμνάσια παρά σε ψυχιατρείο«.

.

.

(συνεχίζεται εδώ)

.

.

*Τα πνευματικά δικαιώματα των έργων του ποιητή, ανήκουν στην κόρη του, Ευγενία Βάρναλη και στις εκδόσεις «Κέδρος«. 

**Η φωτογραφία της δημοσιογραφικής ταυτότητας του Κώστα Βάρναλη, είναι απ’ το αφιέρωμα της εφημερίδας «Ριζοσπάστης» στον μεγάλο ποιητή, που μπορείτε να δείτε εδώ.

.

.

.

Παρουσίαση βιβλίου: “Δημόσιο Ψυχιατρείο Αθηνών-Το Δαφνί ..μια φανταστική πολιτεία” του Κώστα Φιλανδριανού -Μέρος ΙΙI

.

ΨΝΑ-άποψη

.

*Το Μέρος Ι μπορείτε να το διαβάσετε εδώ και το Μέρος ΙΙ εδώ. Στα αποσπάσματα διατηρείται η ορθογραφία και γραμματική σύνταξη του πρωτότυπου κειμένου.

.

.

Πόλεμος λοιπόν, όπως είδαμε στο Μέρος ΙΙ της παρουσίασης του βιβλίου κι όλοι έκαναν όνειρα για τις καλύτερες μέρες που πίστευαν ότι θα ερχόταν. Η Απελευθέρωση όμως δεν έφερε την λύτρωση που ο κόσμος περίμενε. Νέα δείνα προέκυψαν:

.

“Επικράτησε κατά την περίοδο εκείνη μεγάλη αταξία, έγιναν πολλές αυθαιρεσίες, παρανομίες, ακόμη και βιαιότητες κι’ έτσι πέρασαν οι πρώτοι μήνες με συνεχώς ογκούμενη την απειλή και αυξανόμενες τις ανησυχίες, μέχρι που φτάσαμε στη σύγκρουση του Δεκέμβρη. Στο διάστημα αυτό, οι παραπάνω ανωμαλίες και αναταραχές είχαν φυσικά σοβαρό αντίκτυπο στη λειτουργία του Νοσοκομείου, αλλ΄οπωσδήποτε κατόρθωνε τούτο να στέκη και ν’ ανταποκρίνεται με κάποιο τρόπο στον προορισμό του (…) Από την πρώτη μέρα της σύγκρουσης, τη Διοίκηση του Νοσοκομείου ανέλαβε ένα Συμβούλιο της Αριστεράς, που αντιπροσωπευόταν κυρίως από τη διοικούσα Επιτροπή(…) Πρόεδρος της ήταν ο τεχνίτης Ανδρέας Αλυγιζάκης (ανήκε στο Κομμουνιστικό κόμμα, ήταν δε σώφρων κι’ έντιμος άνθρωπος),ένας-δύο υπάληλοι μέλη της, τη δυναμική της δε πλευρά αποτελούσαν οι φυματικοί, που είχαν και την πλειοψηφεία σ’ αυτήν”.

.

Όσο διοικούσε το Συμβούλιο αυτό πάρθηκαν διάφορα μέτρα, που άλλα έτυχαν της αποδοχής του προσωπικού κι άλλα όχι, όπως εξηγεί ο συγγραφέας:

.

“Έγινε π.χ. δεκτή κι εφαρμόστηκε μια απόφαση, να δοθή από το Νοσοκομείο 1/2 οκά ζάχαρη για κάθε παιδί της περιοχής του Χαϊδαρίου. (είχε σημειωθεί εκεί μεγάλη έλλειψη). -Έκαμαν ενέργειες και πήραν μέτρα για να καταπολεμήσουν τη φθειρίαση που αναπτύχθηκε τότε ανάμεσα στους αρρώστους. -Επειδή έλλειψαν τα Καύσιμα, έκαμαν συνεργεία από Προσωπικό και αρρώστους και τα’ στελναν στις γύρω περιοχές, (Σκαραμαγκά κτλ) για να μαζεύουν ξύλα. -Αντιμετώπισαν το επισιτιστικό πρόβλημα στέλνοντας υπαλλήλους στον Ασπρόπυργο, την Ελευσίνα και άλλα χωριά για την προμήθεια τροφίμων (…)Τέλος, πήραν και διάφορες άλλες αποφάσεις, μερικές από τις οποίες είχαν κομματικό χαρακτήρα, για τούτο και συνάντησαν αντίδραση από ένα μεγάλο μέρος του Προσωπικού που δεν συμπαθούσε την παράταξη των διοικούντων, όπως λ.χ. οι ακόλουθες: Άδειασαν το 1ο περίπτερο από αρρώστους και βάλθηκαν να το ετοιμάσουν για να γίνη Νοσοκομείο Περίθαλψης Τραυματιών του αντάρτικου στρατού. Σε άλλη περίπτωση πήραν απόφαση να επιστρατεύσουν το Προσωπικό, να οργανώσουν μονάδες και να τις κατεβάσουν στην πόλη για ενίσχυση των μαχόμενων ανταρτών. Αυτές οι δύο αποφάσεις δεν πραγματοποιήθηκαν, η τελευταία μάλιστα έγινε αιτία να σκορπίση το Προσωπικό, πολλά μέλη του οποίου το’ σκασαν με φανερό κίνδυνο. (…) Γεγονός ωστόσο είναι και ομολογείται από όλους, ότι στο διάστημα της μεσοβασιλείας, που άσκησαν τη Διοίκηση του Νοσοκομείου το Συμβούλιο και οι Επιτροπές, παρά τον φανατισμό που επικρατούσε τότε γενικά, δεν έγιναν ακρότητες ή εγκλήματα, δεν έλαβαν χώρα σοβαρές διώξεις αντιθέτων και καταβλήθηκε προσπάθεια για την κατά το δυνατό ομαλή συνέχιση της λειτουργίας του Ιδρύματος. Η Επιτροπή (…) στάθηκε γενικά μετριοπαθής, παρά τις πιέσεις που σε πολλές περιπτώσεις είχε, από σκληρούς και φανατισμένους εξωνοσοκομειακούς παράγοντες”.

.

Και πως εξελίχτηκαν τα πράγματα στη συνέχεια; Οπωσδήποτε όλο το 1945 καταναλώθηκε σε λήψεις μέτρων, ανακρίσεις και πολύς χρόνος μετά απ’ αυτό απαιτήθηκε ώσπου να βρη το δρόμο του το Ίδρυμα”. Τα κτήρια και οι εγκαταστάσεις είχαν υποστεί μεγάλες ζημιές, τα μέσα και τα υλικά ήταν πενιχρά, το προσωπικό ανεπαρκές, ανεκπαίδευτο και άπειρο. Χαρακτηριστικά αναφέρει ο Φιλανδριανός: “Προ παντός έλειψαν οι ψυχίατροι, από τους οποίους λίγο λίγο απογυμνώθηκε σχεδόν το Νοσοκομείο. Αρκεί ν’ αναφερθή πως για μια περίοδο από το 1947 μέχρι και το 1949, την υπεύθυνη ψυχιατρική εργασία όλου του Ιδρύματος την έκαναν τρεις (!) ψυχίατροι μόνο (…) Τα τρία τμήματα που λειτούργησαν τότε κάτω από τη διεύθυνση τους, είχαν πάνω από 600 αρρώστους το καθένα και εξυπηρετούσαν μια τεράστια κίνηση”.

.

Παρά τις μεγάλες αυτές δυσκολίες όμως, προσπαθούσε το επιστημονικό προσωπικό ν’ ανταποκρίνεται στο έργο του, να παρακολουθεί τις εξελίξεις και να εφαρμόζει ακόμα-ακόμα και τις νέες θεραπευτικές μεθόδους της εποχής:

.

Αργότερα από το τέλος του 1945 περίπου, η Επιστημονική κίνηση άρχισε πάλι ν’ αναζωογονήται όλο και περισσότερο. Τότε εγκαινιάστηκε η εφαρμογή της σπασμοθεραπείας με Electroshock, που σύντομα παραμέρισε και τελικά κατάργησε το Cardiazol. Την ίδια εποχή, μια καινοτομία οφειλόμενη στην έμπνευση του πορτογάλου γιατρού ΜΟΝΙΖ, έμπνευση που την επιβεβαίωσε με πειράματα, είχε μεγάλη απήχηση και εφαρμόστηκε σε μεγάλη κλίμακα. Ήταν η θεραπεία των ψυχικών νοσημάτων και ιδιαίτερα της Σχιζοφρένειας με χειρουργική επέμβαση στον Εγκέφαλο, με τη Λευκοτομή όπως ονομάστηκε, επειδή μ’ αυτή γινόταν τομή στη λευκή ουσία του εγκεφάλου. Εφαρμογή της μεθόδου έγινε τότε και σε μας, στο Ψυχιατρείο, σε μεγάλη έκταση και επί αρκετά χρόνια. Την εποπτεία της όλης Εργασίας-Μελέτης, είχε ο Καθηγητής Κωνστ. Κωνσταντινίδης, τις δε επεμβάσεις έκανε ο χειρουργός Β. Στρουσόπουλος. Ο τελευταίος αφού προηγουμένως εσπούδασε με προσοχή κι έκαμε πολλή άσκηση στην τεχνική, απόκτησε μεγάλη ικανότητα κι’ εκτελούσε τις επεμβάσεις με εξαιρετική επιτυχία. Ούτε ένα ατύχημα σημειώθηκε κατά τη μακρά και σε μεγάλο αριθμό αρρώστων εφαρμογή της. Πάνω στο θέμα αυτό ο Κωνσταντινίδης έκαμε πολλές επανειλημμένα ανακοινώσεις και δημοσίευσε πολλές εργασίες με τα συμπεράσματα και τις απόψεις του”.

.

ΨΝΑ-Χειρουργείο

.

Από τα τέλη του 1945 πάντως, νέο πρόβλημα δημιουργήθηκε με τις αυξήσεις των εισαγωγών.Τις αιτίες μας τις αναλύει ο Φιλανδριανός:

.

“Στην απότομη αυτή συμφόρηση συντέλεσαν οι παρακάτω λόγοι: 1. Μπορούμε να πούμε, πως γενικά σημειώθηκε αύξηση της νοσηρότητας, (δικαιολογημένα), μετά τα συγκλονιστικά χρόνια που έζησε ο Ελληνικός Λαός, εξ’ αιτίας της τρομοκρατίας, των διώξεων, εξοριών, φυλακίσεων κτλ. 2. Με Κυβερνητική απόφαση, ανατέθηκε στο ψυχιατρείο η ψυχιατρική νοσηλεία και παρατήρηση για γνωματεύσεις (καθορισμού ανικανότητας), όσων από τους υπηρετούντες στις Ένοπλες Δυνάμεις και τα Σώματα Ασφαλείας, παρουσίαζαν ψυχικές ανωμαλίες και διαταραχές. Συστήθηκε μάλιστα γι’ αυτούς ιδιαίτερη Κλινική, δυνάμεως 50 κρεββατιών (έφτασε σ’ εποχή τα 70) η οποία ενσωματώθηκε στη Β’ ψυχιατρική Κλινική του Κ. Φιλανδριανού, όπου και λειτούργησε πάνω από 10 χρόνια (…) 3. Άλλη κατηγορία που μεγάλωνε τη συμφόρηση, ήταν οι στρατευόμενοι πολίτες, που υπήρχαν λόγοι να κριθούν καθώς και πολλοί εξόριστοι, φυλακισμένοι, υπόδικοι ή κατάδικοι, για τους οποίους έπρεπε να ξεκαθαριστή αν ήταν πραγματικά άρρωστοι ή υποκριτές (…) 4. Ο σοβαρότερος τέλος λόγος, ήταν η οικονομική εξαθλίωση που επικρατούσε τότε στη Χώρα, λόγω της οποίας το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού δεν είχε την ευχέρεια να πληρώνη νοσήλεια, δεν ήταν στο μεγαλύτερο ποσοστό ασφαλισμένο, και δεν μπορούσε να καταφύγη σε Κλινικές ή άλλου είδους δαπανηρή περίθαλψη».

.

Ο οικονομικός παράγοντας όπως ήταν φυσικό, έπαιζε τον πρώτο ρόλο σε κάθε τι:

.

«Οι περιορισμένες (ανύπαρκτες) οικονομικές δυνατότητες, δεν άφιναν περιθώρια για επανορθώσεις και αναδιοργανώσεις. (Μα πως να γίνη και σκέψη ακόμα γι’ αυτά, τη στιγμή που ο ελληνικός Λαός περίμενε να επιζήση από τις αποστολές της ξένης βοήθειας και να καλύψη τη γύμνια του με τα δέματα από το εξωτερικό!…)  Η πενιχρή ενίσχυση του κράτους για πρόχειρες βελτιώσεις και συντήρηση ήταν βέβαια κάποια βοήθεια, αλλά περισσότερο όμως συντέλεσαν η πίστη και αφοσίωση εκείνων που πίστεψαν σ’ αυτό το σκοπό κι’ εργάστηκαν για την επιτυχία του. Έτσι παρά τις αντιξοότητες και τις ανυπέρβλητες δυσκολίες, με την πάροδο των χρόνων σημειώθηκε πρόοδος και βελτίωση σε όλους τους τομείς και τούτο αποτελεί ένα λόγο παραπάνω για να εκτιμηθεί το γενόμενο έργο, που δεν θα’ ταν υπερβολή αν το χαρακτήριζε κανείς σαν αξιοθαύμαστο επίτευγμα. Το επαναλαμβάνομε για πολλοστή φορά για τους μεμψίμοιρους.

.

Σ’ αυτό το έργο κλείνονται η περίθαλψη χιλιάδων δυστυχισμένων αρρώστων, η ίαση ενός μεγάλου αριθμού απ’ αυτούς, το ότι δόθηκε άσυλο και προστασία σ’ ένα σημαντικό αριθμό καταδιωκωμένων, η προσφορά ανακούφισης στην τόσο χειμαζόμενη τότε Ελληνική Κοινωνία και τέλος η συμπαράσταση και διέξοδο, που δόθηκαν στην Πολιτεία, για ν’ αντιμετωπίση τις κοσμοϊστορικές καταστάσεις της εποχής εκείνης.

.

Οπωσδήποτε πέρασαν σιγά-σιγά οι κακές μέρες, οι Κρατικές Υπηρεσίες μπήκαν από το 1950 λίγο λίγο σε μια τάξη και το Ψυχιατρείο άρχισε να παίρνη το δρόμο για την αποκατάσταση. Από τότε, προχώρησε με μεγάλα βήματα στην ολοκλήρωση του προορισμού του, όπως θα ιδούμε παρακάτω”.

.

.

.

.

(συνεχίζεται εδώ)

.

.

.

.

.

Παρουσίαση βιβλίου: “Δημόσιο Ψυχιατρείο Αθηνών-Το Δαφνί ..μια φανταστική πολιτεία” του Κώστα Φιλανδριανού -Μέρος ΙΙ

.

ΨΝΑ-Θάλαμος

.

*Το Μέρος Ι μπορείτε να το διαβάσετε εδώ. Στα αποσπάσματα διατηρείται η ορθογραφία και γραμματική σύνταξη του πρωτότυπου κειμένου.

.

Συνεχίζοντας ο Φιλανδριανός, αναφέρεται στα χρόνια της ακμής και παρακμής του Δαφνιού. Στην προπολεμική περίοδο δηλαδή και στα χρόνια που ακολούθησαν:

.

«Κι ενώ το Δαφνί έκανε την πορεία του στον ανηφορικό δρόμο προς την ολοκλήρωση του, με τόσες προσπάθειες και δυσκολίες, η συνύπαρξη της Αγίας Ελεούσας συνεχιζόταν, με τη διαφορά πως το πρώτο μεν ανέβαινε συνεχώς, η δεύτερη δε όλο και παραμεριζόταν κι’ έφθινε (…) Η κίνηση και ο αριθμός των αρρώστων μεγάλωναν στο Δαφνί, ενώ η Αγία Ελεούσα χρησίμευε για το παθητικό υλικό των ακαθάρτων, χρονίων και ανιάτων (…) 

Ως προς την καθαυτού Ψυχιατρική Θεραπευτική, εφαρμοζόταν ακόμη συμπτωματική κυρίως αγωγή και ακολουθούνταν οι γνωστές και σε χρήση τότε θεραπευτικές μέθοδοι. Το Ψυχιατρείο ήταν από τα πρώτα Ιδρύματα στην Ελλάδα που υιοθέτησε κι’ εφάρμοσε σ’ ευρύτερη κλίμακα από το 1936, τη Σπασμοθεραπεία με ενδοφλέβια ένεση Cardiazolη οποία λίγο πριν είχε επινοηθεί από τον VON MEDUNA της Βιέννης. Αργότερα, από το 1938 περίπου, ίσως και νωρίτερα, άρχισε να εφαρμόζεται, πρωτοπορειακά επίσης και η άλλη νέα θεραπεία με Ινσουλινικά κώματα, που σύντομα πήρε έκταση κι οργανώθηκε με τέλειο τρόπο, ώστε να εκτελήται lege artis και ν’ αποτελέση πρότυπο. Ιδιαίτερη σημασία είχε δοθή στην τήρηση και κανονική ενημέρωση των φύλλων νοσηλείας».

.

Πέρα απ’ την προσπάθεια που γινόταν σ’ επιστημονικό επίπεδο να εκσυγχρονιστεί το Ψυχιατρείο, όλες λίγο-πολύ οι υπηρεσίες εξελίσσονταν. Εκτενώς και δικαίως αναφέρεται ο συγγραφέας στις προσπάθειες του γεωπόνου Ε. Σαχινίδη και μας μεταφέρει μοναδικές εικόνες:

.

Ολόκληρο το Κτήμα φυτεύθηκε (από την Γεωπονική υπηρεσία με επικεφαλής τότε τον Ευθύμιο Σαχινίδη) και καλύφθηκε από εκλεκτές ράτσες οπωροφόρων, (μηλιές, ροδακινιές, κυδωνιές, βερυκοκκιές, αχλαδιές, βυσσινιές, κερασιές κ.α.), που με συνεχή επίβλεψη και περιποίηση πρόκοψαν πολύ γρήγορα. Προστατεύτηκαν με συρματόπλεκτη περίφραξη γύρω στο κτήμα και σε λίγα χρόνια δημιουργήθηκε εκεί ένα περίφημο άλσος, όλο αρώματα κι’ ομορφιά. Δυστυχώς, σε μια μεγάλη πυρκαϊά, το καλοκαίρι του 1942, καταστράφηκε ολότελα(…) Στα βορειοανατολικά του κτήματος, ψηλά προς το βουνό, διαμορφώθηκαν τέλειες εγκαταστάσεις χοιροστασίου, που πλουτίστηκαν με διαλεχτές ράτσες χοίρων. Αγοράστηκαν επίσης αγελάδες για τον ίδιο σκοπό. Η φροντίδα των ζώων γινόταν από κτηνοτρόφους αρρώστους, κάτω από την επίβλεψη και καθοδήγηση του Γεωπόνου. Η δουλειά αυτή πρόκοψε και για ένα σημαντικό διάστημα γινόταν τακτικά συσσίτια με κρέας από την παραγωγή μας (κυρίως χοιρινό). Αυτά όλα εξαφανίστηκαν κατά τον Πόλεμο και την Κατοχή”.

.

Προσλήφθηκε επιπλέον προσωπικό, άρχισαν οι εφημερίες, ξεκίνησε να συνεδριάζει το Επιστημονικό Συμβούλιο άρχισε να λειτουργεί μικροβιολογικό εργαστήριο, οδοντιατρείο, φαρμακείο, βελτιώθηκαν οι συνθήκες διαβίωσης χάρη στις υπηρεσίες Ύδρευσης και Ηλεκτροφωτισμού, το παλιό χειροκίνητο τηλέφωνο αντικαταστάθηκε με αυτόματο, ανακαινίστηκαν τα μαγειρεία, κτίστηκε Εκκλησία, λειτουργούσε ραφείο, ολοκληρώθηκαν νέες κτηριακές εγκαταστάσεις (μόνιμα περίπτερα), βελτιώθηκε η σίτιση, δόθηκε προσοχή στον ιματισμό των νοσηλευομένων κ.ο.κ. Υπήρχαν ωστόσο κι άλλα πράγματα που έπρεπε να διευθετηθούν:

.

«Και σήμανε η μεγάλη ώρα. Στις 21-2-34 δημοσιεύτηκε ο Νόμος 6077  “Περί οργανώσεως Δημοσίων Ψυχιατρείων”. Ο Νόμος αυτός αποτέλεσε σταθμό κι εγκαινίασε μια νέα περίοδο στην περαιτέρω ανάπτυξη και εξέλιξη του Δημοσίου Ψυχιατρείου Αθηνών (…)

.

ΨΝΑ-σιδηρουργείο

.

Δημιούργησε όμως και ανατροπές που δυσχέραναν το έργο του Δαφνιού:

.

«Ήταν νωρίς το 1936, (δεν θυμάμαι ακριβώς το μήνα), χειμώνας ακόμα, με κακοκαιρία και βροχές, όταν, όλως ξαφνικά κι’ απρόσμενα πήραμε μια μέρα επείγουσα διαταγή, που έλεγε ότι “το Παράρτημα Αγίας Ελεούσας” διαλύεται και ότι πρέπει αμέσως να γίνη μεταφορά των αρρώστων, του προσωπικού και όλου του υλικού στο Δαφνί (…) Αμέσως την επόμενη της διαταγής, φορτηγά, καμιόνια και άλλα μεταφορικά, άρχισαν να φορτώνουν και μέσα σε λίγα 24ωρα, οι άρρωστοι, (περί τους 200-250), το προσωπικό, ο εξοπλισμός, τα πάντα, μεταφέρθηκαν στο Δαφνί. (…) Εκ των ενόντων και σε ρεκόρ χρόνου, με παληοσανίδες, ξύλα, λαμαρίνες κι’ ο,τι άλλο πρόχειρο υλικό, κατασκευάστηκαν μερικά ισόγεια, άθλια παραπήγματα, που τοποθετήθηκαν στο χώρο του περιβόλου (…) Στα παραπήγματα αυτά βολεύτηκε όπως-όπως το μεγαλύτερο μέρος των αρρώστων που διακομίστηκαν, ενώ ένας μικρότερος αριθμός στριμώχτηκε, όσο γινόταν, εδώ κι’ εκεί, στις υπάρχουσες εγκαταστάσεις, σε διαδρόμους κι όπου ήταν δυνατό να βρεθή θέση..”

.

Μέχρι να επανέλθει πάλι το Δαφνί στην κανονική του λειτουργία πέρασε καιρός (πάνω-κάτω ένα χρόνο, ίσως και περισσότερο λειτουργούσαν αυτά τα παραπήγματα, μέχρι να δημιουργηθούν άλλοι μόνιμοι χώροι) κι ο συγγραφέας χαρακτηρίζει ως “πισωγύρισμα” και “ζημιά” αυτές τις αλλαγές που προέκυψαν απ’ την αιφνίδια διάλυση της Αγίας Ελεούσας. Το Δημόσιο Ψυχιατρείο Αθηνών πολλές φορές υπέστη τέτοια πισωγυρίσματα και εκεί που διαφαινόταν ότι όλες οι εκκρεμότητες τακτοποιούνται, νέα προβλήματα έρχονταν να προστεθούν.

.

«Η κατάκριση ωστόσο είναι εύκολη” όπως σωστά επισημαίνει ο Φιλανδριανός “Το δύσκολο είναι η κατανόηση, η αντικειμενικότητα και η δίκαιη κρίση. Όταν λείπουν τα τελευταία μπορεί να παρασυρθή κανείς και να υιοθετήσει χαρακτηρισμούς και ονομασίες, σαν αυτούς που συχνά ακούμε: “Αίσχος!” κτλ. Επί του προκειμένου, δεν παραγνωρίζονται η υστέρηση, τα παντοειδή ελαττώματα και τα σφάλματα του παρελθόντος, ούτε, (κατά μείζονα λόγο), χειροκροτούνται οι αθλιότητες του. Υποστηρίζεται μόνο, πως θα ήταν σωστό να γίνεται θεώρηση τους μ’ ένα δίκαιο μέτρο κρίσεως και προ παντός χωρίς προκαταληψη”.

.

Οπωσδήποτε όμως, γράφει, υπάρχει και το κομμάτι της προσφοράς του Ιδρύματος στο κοινωνικό σύνολο:

.

Παραμερίζοντας την περίοδο του Άσυλου και κρίνοντας μόνο τη δεκαετία που λειτούργησε σαν Νοσηλευτικό, θα διαπιστώσωμε πως η συμβολή του στην αντιμετώπιση του ψυχιατρικού προβλήματος ήτανε μεγάλη και ότι τούτο στάθηκε πραγματικό καταφύγιο της δυστυχίας για ένα μεγάλο μέρος του Κοινωνικού συνόλου, τις δεινοπαθούσες δηλ. λαϊκές τάξεις. Μπορούμε να πούμε πως υποχρεώθηκε να πάρη απάνω του το μεγαλύτερο ποσοστό από την Ψυχιατρική κίνηση της χώρας κι’ αυτό δεν ήταν λίγο (…) Μα κι αν παρουσίασε αδυναμίες κι’ αν είχε ελλείψεις και ατέλειες, δεν ήταν από δικό του φταίξιμο, αλλά απ΄τις τόσο δυσμενείς προϋποθέσεις και προπαντός από τη συνεχή πίεση Πολιτείας και Κοινού, που το ανάγκαζαν να επωμίζεται βάρη πολύ μεγαλύτερα από όσα θα μπορούσε να σηκώση (όλο και περισσότεροι άρρωστοι, όλο και λιγότερα μέσα), έτσι που δεν του ‘μεναν ποτέ περιθώρια να μεριμνήση για το καθαυτό έργο του, για την πλήρωση δηλ. των κενών, την οργάνωση και τη βελτίωση του επιπέδου του”.

.

ΨΝΑ-γενική άποψη.

Με τον Πόλεμο άρχισε η παρακμή και η πτώση του Ψυχιατρείου. Αρχικά όλοι, όπως κι ο γενικός πληθυσμός, βρέθηκαν αντιμέτωποι με το φάσμα της Πείνας. Το συσσίτιο ήταν ίδιο για τους πάσχοντες και το προσωπικό: “Το πρωί ένα τσάι του βουνού, ή κάποιο άλλο χορταρικό με λίγη ζαχαρίνη, (μεγάλη υπόθεση ήταν κάπου-κάπου ένας ρεβυθοκαφές), το μεσημέρι τα συνηθισμένα τότε λαχανικά, ή όσπρια, μαγειρεμένα με… μηχανόλαδο, (εμείς το λέγαμε γράσο), το βράδυ κάτι ανάλογο, ένα κατασκεύασμα της εποχής, ή και… τίποτα”.

.

Παράλληλα όλοι είχαν να παλέψουν και με το κρύο: “Όταν δε με τον πρώιμο χειμώνα του 1941-42 ήρθαν το μεγάλο κρύο κι’ οι παγωνιές, (θέρμανση ούτε για ιδέα, ρουχισμός και μέσα με το χρόνο ελλιπέστερα), τα πράγματα πήραν δραματική μορφή. Το μεγαλύτερο μέρος των νοσηλευομένων παρουσίασε “οιδήματα της πείνας” κι’ οι θάνατοι ακολούθησαν κατά μάζες. Άνοιγαν το πρωί οι θάλαμοι και βρίσκονταν πολλοί άρρωστοι πεθαμένοι και ξυλιασμένοι στα κρεβάτια τους ή στο δάπεδο. Η μεταφορά πτωμάτων στο Νεκροτομείο δεν σταματούσε όλο το 24ωρο κι’ επειδή ο χώρος του ήταν ανεπαρκής, τα τοποθετούσαν εκεί κατά στιβάδες, όπως τις σαρδέλες, το ένα πάνω στο άλλο (…) Το χειμώνα εκείνο 1941-42 αποδεκατίστηκαν πολλοί άρρωστοι. Παρά το γεγονός ότι δεν είχαν ελαττωθεί οι είσοδοι (…) ο αριθμός των νοσηλευομένων συνεχώς έπεφτε και από 2000 περίπου που ήταν μέχρι τότε, έφτασε σε λίγους μήνες στους μισούς και λιγότερους. Πείνα και κρύο θέριζαν. Όσοι άρρωστοι κρατιόταν κάπως, είχαν αφηνιάσει (…) Οι αποδράσεις ήταν πολύ συνηθισμένες”.

.

Το Προσωπικό απ’ την πλευρά του είχε άλλα προβλήματα. Καθώς δεν υπήρχαν συγκοινωνίες, οι εργαζόμενοι πήγαιναν στο Δαφνί με τα πόδια και καταλαβαίνει κανείς πόσο τους εξουθένωνε αυτό, τα κτήρια του ψυχιατρείου ρήμαζαν και συνεχώς έπρεπε ν’ αντιμετωπίζουν καταστροφές κι ελλείψεις και κυρίως είχαν αρχίσει οι διώξεις και οι συλλήψεις από τις Αρχές Κατοχής που φυσικά έκαναν ελέγχους παντού.

.

Παρ’ όλα αυτά και την περίοδο του Πολέμου, παρά τις τραγικές συνθήκες που βίωναν τότε οι νοσηλευόμενοι εκεί και το προσωπικό, έκρυψαν και ανθρώπους που κινδύνευαν: “Δεν θα ήταν σωστό να παραλειφθή η συνδρομή του Νοσοκομείου στους διωκόμενους πατριώτες, πολλοί από τους οποίους βρήκαν εκεί άσυλο, αποκρύφτηκαν και προστατεύτηκαν με σοβαρότατο κίνδυνο. Θυμάμαι αόριστα τους Εβραίους.. Μπαρού και Δαυίδ.. (δεν είναι σίγουρο ότι αυτά ήταν τα πραγματικά ονόματα τους), καθώς και κάποιους άλλους, που ήταν διωκόμενοι και πέρασαν εκεί πολύ χρόνο καμουφλαρισμένοι σε αρρώστους..”

.

Ο συγγραφέας πάντως δεν προσπαθεί να εξωραΐσει την κατάσταση, αλλά να διατηρήσει ίσες αποστάσεις και να αποδώσει τα του Καίσαρος τω Καίσαρι, αναφορικά με όσα έλαβαν χώρα στο πολύπαθο ψυχιατρείο:

.

Το Προσωπικό στην ολότητά του κατέβαλε φιλότιμες προσπάθειες, είχε καρτερικότητα, ακόμα και αυταπάρνηση έδειξε σε μεγάλο μέρος του. Για τούτο, έγινε δυνατό να διατηρηθούν σε λειτουργία οι Υπηρεσίες του νοσοκομείου και να συνεχιστούν χωρίς διακοπή η παρακολούθηση και η νοσηλεία των αρρώστων, με πολλήν ατέλεια βέβαια και στο όριο του εφικτού κάτω από τέτοιες συνθήκες. Όμως έρχεται κάποια στιγμή που ο άνθρωπος αποκάνει και η αντοχή του κάμπτεται. Περισσότερο, που ο καθένας είχε τότε και το δικό του, προσωπικό ή οικογενειακό δράμα. Έτσι, πολλοί έφυγαν σ’ αναζήτηση τρόπου και μέσων βιοπορισμού, άλλοι παράτησαν τον αγώνα, έπεσαν στη μοιρολατρεία κι’ έγιναν αδιάφοροι κι’ άλλοι αναμίχτηκαν σε διαφόρων ειδών ενέργειες και καταστάσεις. Ίσως υπήρξαν και μερικοί, (δεν είχα προσωπικές διαπιστώσεις, αλλ’ αναφέρθηκαν), που στην αποκορύφωση του κακού και κάτω απ’ την άγρια πίεση του ενστίκτου, κύτταξαν να επιβιώσουν σε βάρος των αρρώστων και καταχράστηκαν (όταν μπόρεσαν), μέρος από το ελάχιστο εκείνο, που δινόταν για συντήρησή τους. Η απόγνωση δεν ξέρει ηθικούς φραγμούς κι’ εκεί έπαψε πια να υπάρχη νόμος. Ο σώζων εαυτόν.. Τόση σύγχυση βασίλευε άλλως τε, που ώρες ώρες ήταν ν’ αναρωτιέται κανείς; Υπήρχε το Προσωπικό για τη φροντίδα των αρρώστων, ή οι άρρωστοι αποτελούσαν το πρόσχημα για να διατηρηθή στη ζωή το Προσωπικό;”

.

Από τα μέσα του 1942 και με την κατακραυγή της Παγκόσμιας Κοινής γνώμης για το Ελληνικό Δράμα, την παρέμβαση του Ερυθρού Σταυρού κτλ, η κατάσταση άρχισε να βελτιώνεται ιδίως στον επισιτιστικό τομέα. Ο κόσμος μπορούσε τουλάχιστον τώρα να επιζήσει παρά τα τεράστια προβλήματα και τις ελλείψεις κι έτσι σιγά-σιγά άρχισε να αποκαθίσταται η ομαλότητα και στο ψυχιατρείο: λιγόστεψαν οι θάνατοι, οι υπηρεσίες βρήκαν τον ρυθμό τους κτλ. Η καλυτέρευση συνεχίστηκε το 1943, μετά την πτώση της κυβέρνησης Λογοθετόπουλου και τότε αρκετοί απ’ το προσωπικό επέστρεψαν στις θέσεις τους και ήρθαν και νέοι υπάλληλοι. Λίγο πριν την Απελευθέρωση:  «ο Γερμανός επικεφαλής της ομάδας που κατείχε το Ταστσόγλειο, θέλησε να εκβιάση το Μαρουλίδη (τον τότε Διοικητικό Διευθυντή), ζητώντας του ένα ποσόν, (δε θυμάμαι 100 ή 200 χρυσές λίρες), με απειλή πως αν δεν το ‘παιρνε, θα τίναζε στον αέρα το κτίριο…» Το ποσό αυτό δεν μπορούσε φυσικά να συγκεντρωθεί και να δοθεί κι ευτυχώς το μόνο που έγινε ήταν μιαν απόπειρα ανατινάξεως στο ένα από τα κτήρια των Σανατορίων που ήταν κενό, γιατί δεν είχε ολοκληρωθεί η κατάσκευή του. Πέρα απ’ τις υλικές ζημιές που έγιναν εκεί, δεν κινδύνεψε κανείς. Και σύντομα,  ήρθε η μέρα της Απελευθέρωσης που όλοι περίμεναν…

.

.

.

(συνεχίζεται εδώ)

.

.

.

.

.

.