ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ‘Ψ’: Η ΚΑΤΑΣΤΡΑΤΗΓΗΣΗ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΚΑΙ Ο ΑΣΦΥΚΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΨΥΧΙΚΑ ΠΑΣΧΟΝΤΩΝ ΣΤΙΣ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΕΣ ΜΟΝΑΔΕΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙ ΠΙΟ ΜΕΓΑΛΟ ΚΙΝΔΥΝΟ ΠΑΡΑ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΟΡΟΝΟΪΟ

Αν και μέσα στον ορυμαγδό των κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών εξελίξεων εν μέσω της πανδημίας του Covid-19 (από τις ζοφερές επιπτώσεις στη ζωή της πλειονότητας, μέχρι τη Μόρια) ζητήματα όπως αυτό της λειτουργίας των υπηρεσιών ψυχικής υγείας και της περαιτέρω καταστρατήγησης των δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων περνούν ακόμα πιο πολύ στην αφάνεια και στο περιθώριο, ωστόσο, κάποια μέτρα που παίρνονται ως προστατευτικά, υποτίθεται, από τον κορονοϊό, δεν πρέπει να διαφύγουν της προσοχής.

Καθώς, μάλιστα, στην Υγεία γενικότερα, η υγειονομική κρίση αντιμετωπίστηκε με σχεδόν αποκλειστικά περιοριστικά, απαγορευτικά και αστυνομικά μέτρα και καθόλου με πολιτικές στοχευμένες στην ενδυνάμωση του δραματικά υποστελεχωμένου και υποχρηματοδοτημένου συστήματος Υγείας (με μαζικές προσλήψεις μόνιμου προσωπικού, έμφαση στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας και στα χωρίς κανένα περιορισμό και δωρεάν τεστ), στο σύστημα των υπηρεσιών ψυχικής υγείας, όπου τα δικαιώματα των ασθενών είναι πάντα υπό αμφισβήτηση και σε «καθεστώς εξαίρεσης», τα μέτρα που ήδη εφαρμόζονται και που διαρκώς γίνονται πιο ασφυκτικά, σηματοδοτούν την αντιμετώπιση των ψυχικά πασχόντων ως πολιτών «δευτέρας κατηγορίας».

Η πρόσφατα διορισμένη, και με γνωστό πολιτικό παρελθόν, υφυπουργός Υγείας, με αρμοδιότητα την ψυχική υγεία, Ζ. Ράπτη ανακοίνωσε (8/9), μια σειρά από «επικαιροποιημένα μέτρα», που πρέπει να τύχουν ιδιαίτερης προσοχής.

Για τα Κέντρα Ημέρας, τις Κινητές Μονάδες, τα Κέντρα Ψυχικής Υγείας και τα εξωτερικά ιατρεία των ψυχιατρικών τμημάτων προβλέπεται «αναστολή πραγματοποίησης των δια ζώσης ομαδικών δραστηριοτήτων, καθώς και όλων των εξωτερικών δράσεων».

Τέρμα, λοιπόν, οι ομαδικές συναντήσεις, όπου, αν τηρούνται τα συνήθη πια μέτρα (αποστάσεις, μάσκες), δεν υπάρχει τίποτα που να κάνει την κατάσταση πιο «επικίνδυνη» από οποιαδήποτε, με αυτούς τους όρους, ομαδική συνάθροιση.

Αλλά τέρμα και οι «εξωτερικές δράσεις», δηλαδή, βασικά οι κατ΄ οίκον επισκέψεις, στα έστω ελάχιστα ΚΨΥ που εξακολουθούσαν, και σε «κανονικούς καιρούς», να γίνονται ακόμα. Εξωτερική δράση είναι, λογικά, και αυτή των Κινητών Μονάδων. Δεν θα γίνονται τώρα πια ούτε οι, ούτως ή άλλως, αραιές επισκέψεις τους στα διάφορα νησιά και στην ηπειρωτική χώρα;

Και ναι μεν οι «ατομικές θεραπευτικές δράσεις» θα μπορούν να γίνονται «δια ζώσης», αλλά είναι εμφανέστατη η παρότρυνση να υποκαθίστανται από επικοινωνία μέσω skype, messenger, viber. Αυτή η εξ΄ αποστάσεως επικοινωνία αφορά και τους ενοίκους των στεγαστικών δομών (!) και γενικά τους «ευάλωτους» (αλλά και τη λειτουργία των ΚΟΙΣΠΕ). Μιλάμε, δηλαδή, για πλήρη υποβάθμιση των υπηρεσιών σε πρωτοβάθμιο και γενικά κοινοτικό επίπεδο, ακριβώς την εποχή που αυτές οι υπηρεσίες είναι περισσότερο από ποτέ αναγκαίες.

Ως προς τα δικαιώματα των ενοίκων των στεγαστικών δομών, είναι σαφέστατη η μεταχείρισή τους απλώς ως «νοσηλευόμενων του ιδρύματος» υπό καθεστώς φύλαξης και καθόλου ως κυριολεκτικά ενοίκων της δομής, με το αυτεξούσιο που αυτονόητα θάπρεπε να τους γίνεται σεβαστό και με όλη την αναγκαία στήριξη και συνοδεία. Ετσι διαιωνίζεται η «απαγόρευση των επισκέψεων κοινωνικού χαρακτήρα, εκτός από εξαιρέσεις υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις» – που ποιός θα τις κρίνει; Τι πιο αυτονόητο θα ήταν να γίνονται δεκτές οι επισκέψεις του καθενός, με μάσκα, αποστάσεις κλπ.

Αλλά ακόμα και η ατομική έξοδος του ενοίκου από τη δομή διατηρείται «στο μέτρο του δυνατού». Καταλαβαίνει κανείς ποιος ορίζει αυτό το «μέτρο του δυνατού», που πολύ εύκολα, για πολλούς/ές, τους περισσότερους/ες, όπως γνωρίζουμε πολύ καλά, έχει γίνει αδύνατο. ΄Άλλωστε, ακόμα και η χρήση του κινητού, που αναφέρεται ως επιτρεπτή στα «επικαιροποιημένα μέτρα», ξέρουμε πόσο είναι στην κρίση του κάθε έχοντος, εν προκειμένω, την εξουσία να το στερήσει και να το απαγορεύσει, πάντα υποτίθεται, για «θεραπευτικούς λόγους».

Και είναι ενδιαφέρον για την εγκληματική ασχετοσύνη όσων έλαβαν αυτά τα μέτρα ότι ορίζουν πως, «σε κάθε περίπτωση υπόνοιας νόσησης, πρώτα γίνεται αξιολόγηση από τον ιατρό της μονάδας και στη συνέχεια επικοινωνία για αναφορά στον ΕΟΔΥ…». Όταν ο ιατρός της μονάδας είναι, φυσικά, ψυχίατρος, ο οποίος, ως επί το πλείστον, μπορεί να περνάει από τη μονάδα και μια φορά το μήνα και ότι ο ΕΟΔΥ που έχουν κατασκευάσει, κάνει ό,τι μπορεί για να ξεφορτώνεται την κάθε ύποπτη περίπτωση στην όποια, ιεραρχημένη, «ατομική ευθύνη».

Είναι ενδιαφέρον ότι, σε διαδικτυακή του ανάρτηση, ο πρόεδρος του δικτύου των ΜΚΟ ψυχικής υγείας «ΑΡΓΩ», Μ. Θεοδωρουλάκης δηλώνει ότι «τα μέτρα που υιοθετήθηκαν είναι σχεδόν αυτούσιες οι προτάσεις της ομοσπονδίας ΑΡΓΩ». Τι άλλο θα περίμενε κανείς από τους παρατρεχάμενους της όποιας εκάστοτε κυβέρνησης..

Είναι, μάλιστα, χαρακτηριστικό του κλίματος που έχει δημιουργηθεί στο χώρο της ψυχικής υγείας ότι, μια από τις πιο παλιές, «ιστορικές», ΜΚΟ ψυχικής υγείας απαιτεί, προκειμένου να επισκεφθούν ασθενή σε ψυχιατρείο, τον οποίο είχε αποφασιστεί να τον πάρουν σε δομή τους, απλώς για να (ξανα)συζητήσουν μαζί του (όχι ακόμα να τον πάρουν στη δομή), να κάνει τεστ. Χωρίς, φυσικά, να αναρωτιούνται αν πρώτα αυτοί, στη βάση αυτής τους της λογικής, θάπρεπε να κάνουν τεστ, που πάνε απ΄ έξω ως επισκέπτες. Αλλά επειδή «ο ψυχικά ασθενής είναι ψυχικά ασθενής», άρα είναι και πιο «επικίνδυνος» για τα πάντα.

Και μέσα σ΄ αυτό το κλίμα ανεξέλεγκτης καταστρατήγησης των δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων, με αφορμή και τον κορονοϊό, είχαμε και μια παρέμβαση βουλευτών της πρώην κυβέρνησης και νυν αντιπολίτευσης, με ερώτηση στη Βουλή, υποτίθεται για την «προστασία ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά την ακούσια ψυχιατρική νοσηλεία» (μια προστασία που δεν φρόντισαν ποτέ, στη πράξη και όχι στα λόγια, όσο ήταν κυβέρνηση). Και ζητούσαν να ψηφιστεί το «έργο ζωής» που δεν πρόλαβαν να ψηφίσουν τότε λόγω των εκλογών και που άφησε που πολλούς από τους συντάκτες του απαρηγόρητους: το νομοσχέδιο για την ακούσια νοσηλεία, βασικό στοιχείο του οποίου είναι η εισαγωγή και στην Ελλάδα της νεοφιλελεύθερης κοπής «ακούσιας θεραπείας στην κοινότητα». Είναι σαφές ότι κυβέρνηση και αντιπολίτευση, ως προς τα κατασταλτικά μέτρα σε πολλούς τομείς, πέρα από τις όποιες προσχηματικές, λεκτικές διαμάχες, βαδίζουν στον ίδιο δρόμο.

Απ΄ όλα αυτά δεν θα μπορούσε να λείψει η Ελληνική Ψυχιατρική Εταιρεία (ΕΨΕ) που, φέρνοντας βαρέως την προ δύο ετών ακύρωση της δυνατότητας να γίνονται ακούσιες νοσηλείες σε ιδιωτικές κλινικές, ετοίμασαν πρόταση προς την παρούσα κυβέρνηση (που, φυσικά, δεν θα πει όχι), με την οποία επαναφέρεται η δυνατότητα ακούσιων νοσηλειών σε ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές – ακόμα πιο ανεξέλεγκτα από πριν.

Όλα αυτά αναδεικνύουν, εν μέσω μάλιστα της πανδημίας και της με κάθε τρόπο αξιοποίησής της για τα πιο αντιδραστικά μέτρα σε όλα τα πεδία, μια πολύ σκοτεινή ατμόσφαιρα που διαμορφώνεται στο χώρο της ψυχικής υγείας. Και όχι μόνο στην Ελλάδα.

Κάποιοι καλοθελητές θα μπορούσαν να πιαστούν για την ανάγκη της λήψης των οριζόντιων περιοριστικών μέτρων, πχ, από τα συμβάντα στην Αγγλία, όπου, σύμφωνα με δημοσίευμα του Independent (8/5/20), οι άνωθεν εντολές για τη λήψη μέτρων στις ψυχιατρικές μονάδες δόθηκαν όταν διαπιστώθηκε ότι οι θάνατοι στα ψυχιατρεία είχαν διπλασιαστεί σε σχέση με το 2019. Υπήρξαν 106 θάνατοι στα ψυχιατρικά νοσοκομεία μεταξύ 1 Μάρτη και 1 Μάη, σε σύγκριση με τους 51 την ίδια περίοδο το 2019. Οι 54 από αυτούς τους θανάτους οφείλονταν σε επιβεβαιωμένες μολύνσεις από τον κορονοϊό. Δεν πρέπει, ωστόσο, να παραβλέπεται η πολύ σημαντική επισήμανση της Care Quality Commission (CQC) ότι ο κίνδυνος για εξάπλωση του κορονοϊού και τους θανάτους από αυτόν, αφορά, πρωτίστως στα ψυχιατρικά νοσοκομεία «μέσης» και «υψηλής ασφαλείας» (που είναι, δηλαδή, από πολύ έως τελείως κλειστά, καθώς ο υποχρεωτικός συγχρωτισμός μπορεί να είναι πολύ πιο επικίνδυνος), αλλά (καθόλου τυχαίο) και σε ασθενείς που είναι στο καθεστώς της «υποχρεωτικής ψυχιατρικής θεραπείας στην κοινότητα».

Και φυσικά, η άλλη πλευρά της κατάστασης που καταγγέλθηκε στην Αγγλία (αλλά, προφανώς, αυτό που καταγγέλθηκε, δεν ισχύει μόνο για εκεί) που είναι η έμμεση επίπτωση του Covid-19 στην αύξηση της χρήσης των μηχανικών καθηλώσεων, του κλεισίματος σε δωμάτια απομόνωσης, της καταχρηστικής φαρμακευτικής δοσολογίας και των αυτοπροκαλούμενων θανάτων.

Άλλωστε, η βία κατά των ψυχικά πασχόντων καλά κρατεί, μέσα και έξω από τα ιδρύματα, με πιο ενδεικτική τη δολοφονική βία που ακούν οι αμερικάνοι αστυνομικοί όχι μόνο κατά του κάθε Τζωρτζ Φλόιντ, αλλά και κατά των ψυχικά πασχόντων καθώς, σύμφωνα με την Washington Post, «από τις αρχές του 2015, τουλάχιστον 1.254 άνθρωποι με ψυχικές και διανοητικές νόσους έχουν πέσει νεκροί από σφαίρες οργάνων της τάξης… πολύ συχνά με ρατσιστικά κίνητρα».

Εν κατακλείδι, το ότι δεν υπήρξαν θάνατοι από τον Covid-19 μέχρι τώρα στις ψυχιατρικές μονάδες στην Ελλάδα, δεν οφείλεται στα όποια μέτρα πάρθηκαν (ή δεν πάρθηκαν, όπως, πχ, της ενίσχυσης του συστήματος Υγείας), αλλά από τη συνολικότερη διαδρομή του κορονοϊού σ΄ αυτή τη χώρα, όπως και σε άλλες, με απρόβλεπτο, όμως, το μέλλον, καθώς ήδη άρχισαν και εδώ οι θάνατοι στα γηροκομεία κλπ.

Τα όποια μέτρα για την προστασία από την πανδημία, εν προκειμένω στο χώρο στης ψυχικής υγείας, δεν πρέπει επ΄ ουδενί να γίνει δεκτό να λαμβάνονται στη βάση της καταστρατήγησης των δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων. Υπάρχουν τρόποι προστασίας από τον Covid-19, που σέβονται τα δικαιώματα, την υποκειμενικότητα και το αυτεξούσιο των ψυχικά πασχόντων. Όπως απέδειξε και η πανδημία διεθνώς, είναι τα ποικίλων ειδών ιδρύματα που ευνοούν τους θανάτους.

Η στροφή στην κοινότητα, στην κατ΄ οίκον φροντίδα, στη διαπροσωπική επικοινωνία, στην ολόπλευρη στήριξη, είναι ο μόνος δρόμος.

Καλούμε όλες και όλους σ΄ έναν διαρκή αγώνα για υπεράσπιση των δικαιωμάτων όλων μας, μέσα και έξω από το μονάδες ψυχικής υγείας. Είναι τώρα που η «αντίσταση στο υπάρχον» είναι όσο ποτέ πριν αναγκαία, όσο ποτέ πιο απαραίτητη προϋπόθεση για την ίδια τη ζωή, για μια ζωή με αξιοπρέπεια.

14/9/2020

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ‘Ψ’ : ΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΟ ΠΟΥ ΑΠΟΜΕΝΕΙ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΟΤΑΝ ΨΥΧΙΑΤΡΟΙ ΚΑΙ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΔΟΥΛΕΥΟΥΝΕ ΜΑΖΙ ( ; )

Ένα περιστατικό πρωτοφανούς κακοποιητικής αντιμετώπισης ψυχικά ασθενούς στο ΨΝΑ ήλθε σε γνώση της Πρωτοβουλίας ‘Ψ’ – ένα περιστατικό που, αν γίνει αποδεκτό ως μια «κανονικότητα» στην άσκηση της ψυχιατρικής και δεν πάρει την δέουσα απάντηση, θα σηματοδοτεί την (επαν)είσοδο της ψυχιατρικής στην «εποχή των τεράτων».

Ένας ασθενής που νοσηλευόταν στο 9ο ΨΤΕ και ο οποίος ήταν για πάρα πολλά χρόνια ένοικος στεγαστικής δομής του ΨΝΑ, βρέθηκε, από τη νέα διεύθυνση του τμήματος, ότι είχε στον κλινικό του φάκελο ένα χαρτί, από το 2011, που ανέφερε ότι, λόγω τελεσθέντων αδικημάτων, να ειδοποιηθεί η αστυνομία σε περίπτωση εξιτηρίου. Το «αδίκημα», όπως έγινε αργότερα γνωστό, ήταν η «εξύβριση και αντίσταση λόγω και έργω», για το οποίο είχε καταδικαστεί, ερήμην, σε ολιγόμηνη ποινή φυλάκισης. Ένα τέτοιο «αδίκημα», προφανώς σε χρόνο πολύ προ της ερήμην καταδίκης του, μπορεί κανείς να το φανταστεί και ως μια από τις συνήθεις ποινικές κατασκευές των αστυνομικών οργάνων (που τις ζούμε καθημερινά), ιδιαίτερα όταν συναντούν στο δρόμο ένα ψυχικά πάσχοντα (αν και, πλέον, όχι μόνο). Καθώς ο εν λόγω ασθενής ήταν από μακρού ένοικος εξωνοσοκομειακής στεγαστικής δομής του ΨΝΑ (και έτσι, λόγω της ισχύουσας νομοθεσίας για όλες τις σχετικές δημόσιες δομές, είχε το καθεστώς του νοσηλευόμενου), η ποινή παρέμενε σε εσαεί εκκρεμότητα για την υλοποίησή της αν και όταν κάποια στιγμή θα έπαιρνε εξιτήριο. Το τελευταίο διάστημα βρισκόταν σε ενδονοσοκομειακή νοσηλεία, η οποία γινόταν κατά διαστήματα λόγω των υποτροπών και των εκάστοτε δυσκολιών της προσαρμογής/συναλλαγής του στο κοινωνικό περιβάλλον.

Η νέα διεύθυνση του 9ου ΨΤΕ του ΨΝΑ, σε μια λογική κυριολεκτικού ξεφορτώματος των περιστατικών με τις πιο πολύπλοκες ανάγκες (και έτσι, πιο πολύπλοκων θεραπευτικών απαιτήσεων), αντί να ασχοληθεί και να επικεντρώσει στην οργάνωση των όποιων αναγκαίων θεραπευτικών απαντήσεων, επιλέγει να ειδοποιήσει την αστυνομία ότι θα του κάνει εξιτήριο και συνεννοείται μαζί της να πάνε τον παραλάβουν. Πράγματι, πριν μια εβδομάδα, έγινε το πρωτοφανές να πάει η αστυνομία να συλλάβει τον ασθενή μέσα στο ίδιο το τμήμα όπου νοσηλευόταν, καθώς του είχε ήδη βγει το εξιτήριο, ώστε να μπορεί να γίνει η «παραλαβή».

Εχουμε, δηλαδή, την έκδοση εξιτηρίου όχι γιατί ο ασθενής ήταν «καλά» στην υγεία του, αλλά για να παραδοθεί στην αστυνομία, παρόλο που «δεν ήταν καλά» στη υγεία του, δεν είχε αναρρώσει. Αν είχε αναρρώσει, γιατί να μην επιστρέψει στη στεγαστική δομή όπου έμενε για χρόνια; Αν και είναι πολλοί που, μολονότι έχουν αναρρώσει, έχουν, ωστόσο, ανάγκη ψυχοκοινωνικής στήριξης και στέγασης και, παρ΄ όλα αυτά, πετιούνται στο δρόμο.

Γίνεται, λοιπόν, εν προκειμένω, ένα εξιτήριο που ισοδυναμεί με το πέταγμα στο δρόμο και, ταυτόχρονα, ειδοποιείται η αστυνομία να τον συλλάβει, βάζοντας, με τον πιο ανάγλυφο και ανενδοίαστο τρόπο, την ψυχιατρική να λειτουργεί ως αυτό από το οποίο διακήρυσσε ότι, δήθεν, προσπαθούσε ν΄ αποδεσμευτεί, προκειμένου να είναι πρωτίστως θεραπευτική (και όχι πρωτίστως φυλακτική και ελεγκτική): δηλαδή, του κανονικού κολαούζου του «νόμου και της τάξης», της αστυνομίας.

Ο ασθενής μεταφέρθηκε απευθείας στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων Κορυδαλλού (ΨΚΚ) χωρίς να έχει προηγηθεί η διαδικασία που απαιτείται ώστε κάποιος να μεταφερθεί εκεί. Απλώς, από το ένα ψυχιατρείο στο άλλο. Σαν ένας σάκος προς μεταφορά. Υπήρξε το κριτήριο ότι ο ασθενής «έγινε καλά» (ότι δεν είχε πια ανάγκη νοσηλείας, ούτε ψυχοκοινωνικής στήριξης, στεγαστικής δομής κλπ) ώστε να βγει έξω και, ως παρεπόμενο, να εκτίσει και την ποινή του, ή λειτούργησαν τελείως αντιδεοντολογικά με το να κάνουν εξιτήριο σ΄ έναν ασθενή που «δεν ήταν καλά» και χρειαζόταν περαιτέρω θεραπευτική αντιμετώπιση, προκειμένου να ξεφορτωθούν κάποιον με τον οποίο δεν ήθελαν (ενώ έπρεπε να ήταν το καθήκον τους) ν΄ ασχοληθούν; . Αν ήταν «καλά» και γι΄ αυτό πήρε εξιτήριο, γιατί να μη μεταφερθεί σε κανονικό κελί και τον πήγαν στο ΨΚΚ; Αλλά, όπως έγινε γνωστό και από το ΨΚΚ, δεν θεωρούν, και αυτοί, ότι θα τον κρατήσουν μόνιμα εκεί καθώς, ενόψει ενδεχόμενων διαδικασιών για το «ακαταλόγιστο» σε σχέση με το προ ετών «αδίκημά» του, είναι πολύ πιθανό να τον επιστρέψουν στο ΨΝΑ (!)

Η ψυχιατρική πρακτική που οδήγησε σε αυτό το συμβάν δεν είναι παρά μια ακραία έκφραση μιας παγιωμένης, τα τελευταία χρόνια, ψυχιατρικής «θεωρίας και πράξης» να πετάνε στο δρόμο αυτούς που δεν θέλουν να περιθάλψουν γιατί έχουν πολύπλοκες ανάγκες, οι οποίες απαιτούν πολύπλοκες προσεγγίσεις και δεν είναι «διαχειρίσιμοι» ούτε μέσω του κυρίαρχου κατασταλτικού μονόδρομου του ψυχοφαρμάκου. Είναι τη δική της αδυναμία και ανικανότητα που φορτώνει η κυρίαρχη ψυχιατρική στον ασθενή, τον οποίο κατασκευάζει ως «ανίατο», ως μη επιδεχόμενο «βελτίωσης». Γιατί αυτή η ψυχιατρική δεν ξεπέρασε ποτέ τον δικό της «διπολισμό» ανάμεσα, από τη μια, σε μια έννοια «θεραπείας», η οποία ανάγεται στο «να κρατάμε τους πάντες μέσα στην επικρατούσα κοινωνική τάξη και στους ορισμούς που αυτή δίνει για το πραγματικό και το κανονικό», και, από την άλλη, στην εκμηδένιση, η οποία αποσκοπεί στην «απόρριψη, στον εξοβελισμό και, εν τέλει, στην εξόντωση οποιουδήποτε είναι (ή ωθείται) εκτός αυτής της τάξης».

Και ξέρουμε πού αυτή η λογική και πρακτική της απόρριψης έχει οδηγήσει, σ΄ όλη τη διαδρομή του 20ου αιώνα – την μοίρα των ψυχικά πασχόντων με την αντιμετώπισή τους ως «ζωές ανάξιες να ζουν», όταν διαμορφώνονταν οι ευνοϊκές προς την εξόντωση κοινωνικοπολιτικές συνθήκες.

Τι διαφέρει η τρέχουσα κουλτούρα και η πρακτική (στο 9ο ΨΤΕ και παντού αλλού) της «απαλλαγής» από τους «πλεονάζοντες χρόνιους ασθενείς» (που η ίδια η ψυχιατρική, όπως συλλαμβάνεται και ασκείται, δημιούργησε) από την εξορία, στη δεκαετία του 50 και μετά, ασθενών, από το Δαφνί και αλλού, για τη Λέρο – πάντα με τη υπογραφή των ψυχιάτρων;

Σήμερα, ένα μεγάλο μέρος των αστέγων της πόλης είναι άτομα με σοβαρά προβλήματα, μεταξύ άλλων, και ψυχικής υγείας, άτομα που η κυρίαρχη ψυχιατρική τα έχει απορρίψει από την όποια παροχή θεραπευτικής και αποκαταστασιακής φροντίδας. Λειτουργώντας στη βάση των νεοφιλελεύθερης κοπής πρακτικών που, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνουν την λογιστικού χαρακτήρα μείωση των ημερών νοσηλείας, απλώς για την μείωση του κόστους (στη βάση των ΚΕΝ – Κλειστών Ενοποιημένων Νοσηλίων, κλπ), με το πέταγμα των ασθενών στο δρόμο, χωρίς καμιά μέριμνα για μετανοσοκομειακή φροντίδα, ψυχοκοινωνική αποκατάσταση, στέγαση κλπ.

Η παράδοση του προαναφερόμενου ασθενή από το 9ο ΨΤΕ στην αστυνομία είναι μέρος αυτής της λογικής, η οποία, μάλιστα, εκφράστηκε ανάγλυφα με την πρώτη πράξη της ανάληψης του τμήματος από το νέο διευθυντή του, που ήταν το κλείδωμα της πόρτας – μιας πόρτας ανοιχτής για 16 χρόνια, από τη μέρα της ίδρυσης και λειτουργίας του τμήματος. Αλλά, όπως έχει λεχθεί, «κλειστές πόρτες, κλειστά μυαλά» και, όλα όσα ακολούθησαν, αυτονόητα.

Ως Πρωτοβουλία ‘Ψ’ δεν θ΄ αφήσουμε αυτό το συμβάν να περάσει στα σιωπηλά. Εκτός από την ενημέρωση όλων των αρμόδιων φορέων, σωματείων σχετικών με την ψυχική υγεία, κοινωνικών συλλογικοτήτων, θα το κοινοποιήσουμε και σε θεσμικούς φορείς, όπως ο Συνήγορος του Πολίτη, η Επιτροπή Προστασίας των Δικαιωμάτων Ατόμων με Προβλήματα Ψυχικής Υγείας, και ακόμα, και σε αρμόδιους διεθνείς οργανισμούς και Επιτροπές Δικαιωμάτων.

Και, παράλληλα με όλα αυτά, απαιτούμε την άμεση επιστροφή του εν λόγω ασθενή στη στεγαστική δομή στην οποία κατοικούσε, με όλη την αναγκαία ψυχοκοινωνική στήριξη του ίδιου και της στεγαστικής δομής συνολικά.

Για την βάναυση καταπάτηση των όποιων απαράγραπτων δικαιωμάτων του, με τις όποιες συνέπειες αυτή είχε στην ψυχική του υγεία, καθώς και για τα όποια ζητήματα που σχετίζονται με την τήρηση της επαγγελματικής δεοντολογίας προκύψουν, θα υπάρξει, στο βαθμό που καταστεί αναγκαίο, η δέουσα νομική παρέμβαση.

3/6/2020

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

Ανακοίνωση της Πρωτοβουλίας ‘Ψ’: Οι κυνηγοί των λέξεων και η διάσωση της αξιοπρέπειας της ψυχιατρικής κοινότητας στις μέρες της πανδημίας

.

Δεν αποτελούν έκπληξη, οι με ταχύτατα αντανακλαστικά «αντιδράσεις» του ΣΥΝΟΨΥΝΟ, του Συλλόγου εργαζομένων του Δαφνιού και της ΕΨΕ*, όσον αφορά στους περιορισμούς που επιβάλλονται σε ψυχιατρικές κλινικές γενικών και ειδικών νοσοκομείων, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19, όπως αναφέρεται σε σχετικό άρθρο/δημοσίευμα μέλους της Ειδικής Επιτροπής Ελέγχου Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ατόμων με Ψυχικές Διαταραχές. Θα μπορούσε κανείς να τις αποδώσει και στην απουσία μιας νηφάλιας , και εστιασμένης στον νοσηλευόμενο γενικής πολιτικής , ή στον φόβο, που στοχευμένα ταξιδεύει σε κάθε γωνιά του σώματός μας, αν αυτή δεν ήταν η μόνιμη γραμμή άμυνας όταν, για οποιοδήποτε λόγο, ταράζονται τα λιμνάζοντα ύδατα της ψυχιατρικής κοινότητας.


Κι όπως σε όλες τις σχετικές ανακοινώσεις τους, έτσι και σε αυτές, κυρίαρχα επιχειρήματα, συνήθως, είναι η επίκληση «καταστάσεων εκτάκτου ανάγκης», είτε λόγω «επικινδυνότητας» είτε λόγω “προστασίας του καλού των ασθενών”. Η επένδυση του ρόλου των επαγγελματιών με ιδιότητες ήρωα που “πολεμά σε επικίνδυνες συνθήκες” (στην προκειμένη και με τον «αόρατο κίνδυνο» του ιού, επιπλέον), θα μπορούσε να είναι πειστικό επιχείρημα, για την “ιερή” αγανάκτηση που εκφράζεται, ειδικά τώρα που οι υγειονομικοί καλούνται να είναι στην πρώτη γραμμή, αν δεν ήταν “copy paste” της κεντρικής ιδέας ανακοινώσεων του παρελθόντος που εκδίδονται για να καταγγελθούν οι καταγγέλλοντες τις συνθήκες , εγκλεισμού και περιορισμών, που επικρατούν , τόσο σε ψυχιατρικά νοσοκομεία, όσο και σε ψυχιατρικές κλινικές γενικών νοσοκομείων και σε πολλές εξωνοσοκομειακές δομές.


Το ερώτημα είναι γιατί;
Τι είναι αυτό που θορύβησε τόσο; (αφού λίγο πολύ αυτά είναι γνωστά, όπως οι ίδιοι οι σύλλογοι παραδέχονται). Γιατί , το συγκεκριμένο κείμενο, αποτέλεσε, σε τόσο μεγάλο βαθμό, απειλή ώστε να ψάχνουν “λέξη – λέξη” να βρουν “Το Σφάλμα», “Την Λέξη», “Την Φωτογραφία» από όπου, η κρεμασμένη από τα μαλλιά της, εδώ και χρόνια, αξιοπρέπεια της Ψυχιατρικής κοινότητας ψάχνει να διασωθεί;


Αναζητώντας τι;
Μα τι άλλο από έναν “εξωτερικό εχθρό”, που επιβουλεύεται την αδιατάρακτη λειτουργία του ψυχιατρικού συστήματος, που «δουλεύει ρολόι», όταν τα στόματα μένουν κλειστά, και τώρα μάλιστα και με “μάσκες προστασίας”.
Έναν «εξωτερικό εχθρό», που δεν έκανε τίποτα άλλο από το να καθρεφτίσει την αγωνία αρκετών ανθρώπων, νοσηλευομένων και εργαζόμενων που έχουν περιγράψει τις εμπειρίες τους από πολλά διαφορετικά πλαίσια ψυχιατρικής νοσηλείας.


Έσπευσαν λοιπόν, κατά το γνωστό «όποιος έχει την μύγα …», να αντιδράσουν ο σύλλογος εργαζομένων του ΨΝΑ και ο ΣΥΝΟΨΥΝΟ, (Σύλλογος Ψυχιατρικών Νοσηλευτών) , όπου τα κύρια ζητήματα στα οποία τοποθετείται, παραδοσιακά ως σήμερα, είναι για το τι » καθήκοντα ΔΕΝ έχουν οι ψυχιατρικοί νοσηλευτές», διαχωρίζοντας ταυτόχρονα, σε πολλές περιπτώσεις, τη θέση τους από όλους τους άλλους συναδέλφους τους, και στο πόσο “επικίνδυνοι είναι οι ψυχικά πάσχοντες”.Για να καταλήξουμε σε αυτούς που πραγματικά παίρνουν τις αποφάσεις στις διάφορες κλινικές, δηλαδή στους ψυχιάτρους (υπό την αιγίδα, πάντα, της επιστημονικής τους εταιρίας ΕΨΕ) και στις διευθύνσεις των κλινικών.


Θα ήταν εξαντλητικό να ασχοληθούμε λεπτομερώς με κάθε μια από αυτές τις αιτιάσεις που αναφέρονται στα κείμενα* τους. Θα μείνουμε στην ουσία την οποία εμμέσως παραδέχονται και οι ίδιοι.


Στις περισσότερες ψυχιατρικές κλινικές, για να μην πούμε με βεβαιότητα σε όλες, η καταπάτηση δικαιωμάτων αποτελεί δομικό στοιχείο της ίδιας της λειτουργίας τους σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορούν πια να διακρίνουν τι σημαίνει καταπάτηση ανθρώπινου δικαιώματος, καθώς θεωρείται καθημερινή “ιατρική πρακτική για το καλό του ασθενή που δεν γνωρίζει ποιο είναι το καλό του” .

.

Πως λοιπόν να μην θεωρούν δεδομένα «ως μέτρα προστασίας»…
Το ότι σε πολλές κλινικές δεν δίνεται το κινητό τηλέφωνο ούτε για λίγη ώρα μέσα στη μέρα, και το ότι δεν επιτρέπονται ντελίβερι (άλλοτε ως γενική απαγόρευση και άλλοτε ανά κλινική).
Το ότι για κάποιους ασθενείς διατάσσεται περιορισμός επί κλίνης , περισσότερο από πριν για να μην κυκλοφορούν πολύ , «για το καλό τους φυσικά”, και που ίσως θα τους συναντούσαμε δεμένους και μπροστά σε τηλεοράσεις για να ψυχαγωγούνται ενόσω περιορίζονται .
Το ότι ασθενείς, που είναι πιο υπευθυνοποιημένοι, και θα μπορούσαν να μετακινηθούν με το αντίστοιχο έγγραφο ή SMS (με την ένδειξη πχ SUPERMARKET ή Τράπεζα ), όπως όλοι μας, απαγορεύεται να το κάνουν;


Δεν καταλαβαίνουμε πως όλα αυτά, μαζί με τις κλειστές, παραδοσιακά, πόρτες και τις περαιτέρω απαγορεύσεις, προστατεύουν με οποιοδήποτε τρόπο τους νοσηλευόμενους, τους φιλοξενούμενους σε δομές και τους εργαζόμενους.
Όταν, π.χ , είναι γνωστό ότι η μαζική διαχείριση των αναγκών, σε συνθήκες στρατωνισμού, με καθαρά πρακτικούς όρους, δεν είναι μόνο ψυχολογικά επιβαρυντική αλλά και επικίνδυνη κατάσταση ως προς την πιθανότητα γρήγορης μετάδοσης της οποιαδήποτε μολυσματικής ασθένειας και ιού. Πολύ περισσότερο από την όποια μετακίνηση σε ανοιχτούς χώρους, προαύλια κλπ. Και ας θυμίσουμε τις συνθήκες, μαζικής διαχείρισης των αναγκών, που κατά κανόνα επικρατούν σε όλους αυτούς τους χώρους, για όσους προκλητικά τις “αγνοούν”.


Χώροι κλειστοί (για αποφυγή αποδράσεων κλπ), κοινόχρηστα σαλόνια και τραπεζαρίες, που συχνά δεν αερίζονται καλά. Πόσιμο νερό από κοινόχρηστους ψύκτες.
Χώροι ατομικής υγιεινής, κοινόχρηστοι, όπου ακόμη και σφουγγάρια μπορεί να είναι εκτεθειμένα για κοινή χρήση από τον οποιοδήποτε νοσηλευόμενο “μπερδευτεί” (ενόσω είναι σε σύγχυση ή καταστολή).
Καμία ειδική φροντίδα για εκπαίδευση στην ατομική φροντίδα και προστασία για τους ασθενείς καθώς και άμεση πρόσβαση σε είδη ατομικής υγιεινής (πχ συχνό πλύσιμο χεριών, απολυμαντικά, αναλώσιμα χαρτικά κλπ). Κοινόχρηστα τηλέφωνα όπου οι ασθενείς, στερημένοι από το προσωπικό τους κινητό, συνωστίζονται γύρω από αυτά για το ποιος θα πρωτομιλήσει.
Ασθενείς κατεσταλμένοι και περιορισμένοι επί κλίνης, που μπορεί να παραμένουν χωρίς επαρκή φροντίδα όσον αφορά την ατομική τους υγιεινή εξαιτίας του ότι αδυνατούν να αυτοεξυπηρετηθούν, να βοηθηθούν από συγγενείς (ενώ στα γενικά νοσοκομεία επιτρέπεται η παρουσία τους, υπό όρους , ακόμη και τώρα) ή γιατί το προσωπικό δεν είναι επαρκές.


Τα παραδείγματα είναι ατελείωτα, και υπάρχουν παντού , για το πως τα δήθεν μέτρα προστασίας που λαμβάνονται δεν προστατεύουν τελικά κανένα, ούτε ασθενείς, ούτε εργαζόμενους. Και ανάλογες συνθήκες, και πολύ χειρότερες, ισχύουν και στις ιδιωτικές κλινικές , όπου, πρόσφατα, εμφανίστηκαν δεκάδες κρούσματα.
Για αυτό, και η υποκριτική αναζήτηση του «σε ποιους αναφέρεται το κείμενο καταγγελίας», σε μία απάντηση οδηγεί: “να κοιταχτούν όσοι αποφασίζουν και επικροτούν τέτοιους περιορισμούς στον καθρέφτη”.


Και στο ερώτημα, αν θα μπορούσε τα πράγματα να είναι διαφορετικά, η απάντηση είναι ναι! Θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, αρκεί όλοι όσοι αισθάνονται προσβεβλημένοι από την ανάδειξη της πραγματικότητας, να έμπαιναν σε μία ειλικρινή συζήτηση προς αυτή την κατεύθυνση, αντί, ωσάν “υπερήφανοι καβαλάρηδες του Κορωνοϊού”, να επιθεωρούν το ταχύτατο χτίσιμο νέων “Τειχών”, σαν έτοιμοι από καιρό. Και αυτός είναι ο πραγματικός κίνδυνος, γιατί τα Τείχη εύκολα χτίζονται, δύσκολα γκρεμίζονται. Και ενάντια σε αυτό τον κίνδυνο πολεμάμε και θα συνεχίσουμε να πολεμάμε…

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ



*Δείτε σχετικά:
http://synopsyno.blogspot.com/2020/04/08042020.html 

http://sylogosdafni.blogspot.com/2020/04/8-2020.html

https://psych.gr/deltio-typoy-tis-ellinikis-psychiatrikis-etaireias-gia-tis-synthikes-nosileias-sta-psychiatrika-nosokomeia-en-meso-pandimias/

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ ‘Ψ’ : ΜΙΑ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΕΚΦΡΑΣΗΣ» ΤΗΣ «ΕΙΔΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΛΕΓΧΟΥ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΑΤΟΜΩΝ ΜΕ ΨΥΧΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ»

Στα μέσα Απριλίου 2019 η Πρωτοβουλία ‘Ψ’ είχε εκδώσει μιαν ανακοίνωση/καταγγελία για την παρέμβαση της Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρείας (ΕΨΕ) στο Υπουργείο Υγείας υπέρ του αιτήματος των κλινικαρχών για συνέχιση των ακούσιων νοσηλειών σε ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές, που είχαν ανασταλεί με παρέμβαση της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, ύστερα από σχετική έκθεση της Ειδικής Επιτροπής Ελέγχου Προστασίας των Δικαιωμάτων Ατόμων με Ψυχικές Διαταραχές (Ειδική Επιτροπή) μετά από επιτόπια έρευνά της, κατόπιν καταγγελιών, σε «γνωστή» ιδιωτική κλινική, καθώς και υπέρ της δυνατότητας να γίνονται μηχανικές καθηλώσεις ακόμα και εκουσίως νοσηλευόμενων ασθενών (στις ιδιωτικές κλινικές και παντού).

Η Ειδική Επιτροπή κατάφερε να βγάλει μιαν ανακοίνωση απαντητική στην καταγγελία μας, μετά από επτά (7) ολόκληρους μήνες, στην οποία αναφέρει ότι «διερεύνησε την αναφορά» μας και «δεν διαπίστωσε παραβίαση των δικαιωμάτων των ατόμων ψυχικές διαταραχές». Και προσθέτει ότι «οι φορείς, εν προκειμένω η Ελληνική Ψυχιατρική Εταιρεία, δύναται να διατυπώνει τις απόψεις της βάσει της συνταγματικά κατοχυρωμένης ελευθερίας της έκφρασης».

Το να βγαίνει, λοιπόν, ένα «επιστημονικό σώμα», όπως η ΕΨΕ, που στις γραμμές του εντάσσονται όλοι αυτοί που ασκούν την ψυχιατρική πρακτική και να τάσσεται υπέρ της μηχανικής καθήλωσης – και μάλιστα ακόμα και εκουσίως νοσηλευομένων – είναι, κατά την Ειδική Επιτροπή, απλώς «ελευθερία έκφρασης». Σαν κάτι που απλώς αιωρείται στη σφαίρα αφηρημένων ιδεών χωρίς άμεσο πρακτικό αντίκρισμα, χωρίς ν΄αποτελεί μια πρακτική ιδέα, μια κουλτούρα που καθοδηγεί την καθημερινή πράξη των επαγγελματιών στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα.

Να σημειώσουμε εν προκειμένω ότι κάτι αντίστοιχο θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς και για τις ρατσιστικού χαρακτήρα ιδέες και αφορισμούς, αλλά, έστω και προσχηματικά (λόγω των επικρατουσών πολιτικοκοινωνικών συνθηκών) οι «ιδέες» αυτές που, από τη φύση τους, παρακινούν σε βία (κατά προσφύγων και μεταναστών κλπ), προβλέπεται να μπορούν να διώκονται ποινικά.

Το να παρεμβαίνει το κύριο σώμα της ψυχιατρικής κοινότητας στο Υπουργείο Υγείας υπέρ των μηχανικών καθηλώσεων ακόμα και εκουσίως νοσηλευόμενων ασθενών δεν σηματοδοτεί παρότρυνση σε άσκηση βίας και καταστρατήγηση βασικών δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων; Δεν είναι, δηλαδή, σκανδαλώδες ότι η ασυδοσία και η «κατάσταση εξαίρεσης» μέσω της οποίας η κυρίαρχη ψυχιατρική αντιμετωπίζει τους ψυχικά πάσχοντες, αυτή που κρύβεται πίσω από τα ποικίλων ειδών προσχηματικά πρωτόκολλα, γίνεται, και επίσημα, ο «κανόνας»;

Η τοποθέτηση υπέρ της συνέχισης των ακούσιων νοσηλειών σε ιδιωτικές κλινικές και υπέρ των μηχανικών καθηλώσεων ακόμα και των εκουσίως νοσηλευομένων δεν είναι ένα ακαδημαϊκό ζήτημα. ΄Έχει σχέση με τα διαπλεκόμενα συμφέροντα πολλών εκ των μελών της ΕΨΕ, συνυφασμένων με την ανεμπόδιστη λειτουργία ως συγκοινωνούντων δοχείων του πανεπιστήμιου, του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα, από τη μια και υπέρ της κατοχύρωσης της ατιμωρησίας της όποιας ψυχιατρικής κατασταλτικής ασυδοσίας, από την άλλη. Η Ειδική Επιτροπή χάνει έτσι πλήρως την όποια αξιοπιστία της όταν θεωρεί ως απλή «ελευθερία έκφρασης» την επίσημη θέση της ΕΨΕ υπέρ της ορθότητας πρακτικών που καταστρατηγούν βασικά (και συνταγματικά κατοχυρωμένα) δικαιώματα, αθωώνοντάς την με το ελαφρυντικό της «ελεύθερης έκφρασης». Γιατί δεν μπορείς, από τη μια, να λες ότι παρεμβαίνεις σ΄αυτή ή στην άλλη περίπτωση καταστρατήγησης δικαιωμάτων και, από την άλλη, να έχεις ήδη καθαγιάσει το ανεμπόδιστο της καταστρατήγησής τους.   

30/11/2019

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

ΜΙΑ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΨΕ

.

*Αναδημοσίευση από εδώ.

.

Με αφορμή την πρόσφατη απάντηση της ΕΨΕ στο κείμενο που δημοσιεύσαμε με τίτλο «Κατασκευάζοντας τον επικίνδυνο ασθενή» αποφασίσαμε να επανέλθουμε προκειμένου να σχολιάσουμε την επιπολαιότητα με την οποία ένας θεσμικός φορέας σχολιάζει ζητήματα τόσο σημαντικά όπως ο (χρόνιος) εγκλεισμός ανθρώπων σε δημόσια ψυχιατρικά νοσοκομεία και να διευκρινίσουμε μερικά σημεία. Καταρχάς το γεγονός ότι το κείμενο αποδίδεται στο μέλος της συλλογικότητάς μας Θ. Μεγαλοοικονόμου δείχνει πως οι συντάκτες της απάντησης είτε δεν διάβασαν το κείμενο μέχρι το τέλος, όπου βρίσκεται και η υπογραφή του Δικτύου ‘Ψ’ για τα Δικαιώματα, είτε η προσπάθειά τους “να διαβάσουν πίσω από τις γραμμές” απέτυχε οικτρά, κάτι που γίνεται φανερό και από τον τρόπο με τον οποίο αποπειράθηκαν να αξιοποιήσουν το κείμενό μας.

Είναι γνωστό, τουλάχιστον για ένα σημαντικό αριθμό ανθρώπων με ψυχιατρική εμπειρία, πως οι έννοιες «δικαίωμα» και «νοσηλεία» είναι μάλλον ασύμβατες. Εξάλλου, όλα αυτά τα χρόνια, η όποια αναφορά στη «διασφάλιση των δικαιωμάτων των ψυχικά ασθενών» έχει καταλήξει να αποτελεί τον απαραίτητο “μαϊντανό” στους καταστατικούς σκοπούς των φορέων (Οργανισμών, Επιτροπών, Ενώσεων κ.ά), που δραστηριοποιούνται στο χώρο της ψυχικής υγείας. Κι ενώ το καταστατικό της ΕΨΕ μιλάει για «προάσπιση των δικαιωμάτων των ψυχικά ασθενών» φαίνεται πως, ειδικά για το Διοικητικό Συμβούλιο, δεν χρειάζεται να γίνει κανένα σχόλιο για, τουλάχιστον, τα πιο σημαντικά από τα γεγονότα που περιγράφονται στο κείμενό μας. Δεν δίνεται, λοιπόν, καμία απάντηση στο αν η ΕΨΕ δικαιολογεί, στις αναφερόμενες “ειδικές συνθήκες διαχείρισης των προβλημάτων του Χ.Δ.”, να περιλαμβάνεται και ο επί 25 μήνες εγκλεισμός και απομόνωσή του κι’ αν, τελικά, είναι “εύλογο και αναμενόμενο” να περιμένουμε τα ακόμα χειρότερα.

Αναρωτιόμαστε εύλογα αν η παρουσία στο Δ.Σ. του θεράποντος ψυχιάτρου του Χ.Δ, καθώς και ενός ακόμα ψυχιάτρου, επιμελητή στο τμήμα του οποίου διευθυντής είναι ο προαναφερόμενος θεράπων ψυχίατρος, δημιουργεί ζητήματα δεοντολογίας, ηθικά ζητήματα και εν τέλει «σύγκρουση συμφερόντων».

Εξάλλου η επιπολαιότητα με την οποία οι συντάκτες της απάντησης τεκμαίρουν την βαρύτητα μιας νόσου στη βάση μιας δικαστική απόφασης, σε συνδυασμό με το δόγμα περί ανίατης χρόνιας νόσου, μας κάνει να πιστεύουμε πως δεν είναι απίθανο να έχουμε στο μέλλον και ισόβιες απομονώσεις.

Από πού προκύπτει και ποια επιστημονική βάση έχει ο ισχυρισμός ότι αυτοί «που κρίθηκαν “ακαταλόγιστοι”…για μια ακραία πράξη όπως η ανθρωποκτονία είναι αυτοί που πάσχουν βαρύτερα, έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες υποτροπής, μεγαλύτερο κίνδυνο βίαιης συμπεριφοράς και απαιτούνται υψηλότεροι βαθμοί ασφαλείας»; Δεν γνωρίζουν οι συντάκτες της απάντησης ότι μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό των όσων έχουν διαπράξει εγκληματική πράξη, για την οποία κρίθηκαν «ακαταλόγιστοι», έχουν επαναλάβει, ή αποπειραθεί να επαναλάβουν παρόμοια πράξη μετά την έξοδο τους από το καθεστώς φύλαξης; Ότι για όλους αυτούς που παραμένουν για απροσδιόριστη περίοδο χρόνου σε καθεστώς φύλαξης, η αιτία δεν είναι η όποια «επικινδυνότητα» τους, αλλά η απουσία υποστηρικτικού πλαισίου και η άρνηση/αδυναμία των θεραπευτών (και του συστήματος των υπηρεσιών) για μια ολοκληρωμένη μετανοσοκομειακή φροντίδα;

Υπάρχει «ατομικό θεραπευτικό πρόγραμμα» για τον Χ.Δ, πέρα από τα φάρμακα, τις μηχανικές καθηλώσεις, την απομόνωση – και, προσφάτως, τον αραιό και ολιγόωρο προαυλισμό του με συνοδεία σεκιουριτάδων;

Είναι έστω και στοιχειωδώς θεραπευτική προσέγγιση αυτή που γίνεται με την συνομιλία, πχ, ψυχολόγου με τον Χ.Δ. μέσα από μια τρύπα πάνω στην κλειδωμένη πόρτα που τους χωρίζει;

Επίσης, αναρωτιόμαστε αν για την ΕΨΕ συνάδει, τουλάχιστον σύμφωνα με τον “επιστημονικό λόγο”, θεράποντες ιατροί να ζητούν με ένορκες καταθέσεις τους, από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών να κινηθεί σε βάρος των γονέων του ασθενούς Χ.Δ. η διαδικασία της ακούσιας νοσηλείας. Να ‘διδάσκει’, δηλαδή, η ψυχιατρική την ευρύτερη κοινωνία ότι, με όποιον διαφωνούμε τον «κλείνουμε μέσα».

Από την άλλη πάλι, μάλλον όλα αυτά μοιάζει απολύτως λογικό να εκφέρονται από τον θεσμικό φορέα της κυρίαρχης ψυχιατρικής αντίληψης, μιας και έννοιες όπως ‘θεραπευτική συμμαχία’, ‘προσωπική συνάντηση με τον πάσχοντα’, ‘συντροφική συνεργασία κατά την ανάπτυξη κοινών στόχων’, ‘αλληλεγγύη’, ‘αναγνώριση της προσωπικής ευθύνης της ασθένειας και της υγείας’, φαίνεται για τους συντάκτες της απάντησης της ΕΨΕ ότι “δεν συνάδουν με τον επιστημονικό λόγο” και αποτελούν “μυθιστορηματικού τύπου περιγραφές”.

Όμως, ακόμα κι΄ αν αξιοποιήσει κανείς την από ετών διακηρυγμένη επιστημονική θέση περί βιο-ψυχο-κοινωνικού μοντέλου, σε ποιο σημείο στην απάντηση της ΕΨΕ διακρίνει κανείς την παραμικρή νύξη περί ψυχο-κοινωνικών διαστάσεων; Ακόμα και σ’ αυτή την άκρως αμφιλεγόμενη σύγκριση των ψυχιατρικών διαταραχών με νόσους όπως ο σακχαρώδης διαβήτης και οι καρδιοπάθειες, πού έχει δει κανείς την παραμικρή νύξη, πχ, για ιατρογένεση;

Είναι δυνατόν η βία να αναπαραγάγει βία; Είναι δυνατόν, στη βάση ενός πιο διαλεκτικού τρόπου σκέψης, να δει κανείς πώς εργαζόμενος και νοσηλευόμενος αναπαράγουν την διάχυτη επιθετικότητα ενός βίαιου θεσμού; Και πάλι, όμως, αν μια τέτοια διάθεση υπήρχε, θα το είχαμε αντιληφθεί σε κάποιο από τα συνέδρια που κατά καιρούς διοργανώνει η ΕΨΕ, όπου, αντίθετα, κυριαρχούν οι βιτρίνες των φαρμακευτικών εταιρειών και η έμμεση προώθηση των νέων προϊόντων που αυτές λανσάρουν.

Αν τελικά θέλει κανείς να μιλήσει για ένα απαρτιωμένο βιο-ψυχο-κοινωνικό μοντέλο δεν μπορεί να μένει στα λόγια. Υπάρχει έγκριτη και σοβαρή βιβλιογραφία που αφορά τη μη βίαιη παρέμβαση στην κρίση, υπάρχουν δεκάδες παραδείγματα και μοντέλα αποκλιμάκωσης και μη βίαιης επικοινωνίας και φυσικά υπάρχουν και στον ελλαδικό χώρο παραδείγματα όπου δομές ελαχιστοποίησαν τη βία και επιδίωξαν να δημιουργήσουν ένα πραγματικά θεραπευτικό περιβάλλον, όπου το φάρμακο αποτέλεσε μέρος της πρακτικής της και όχι τη μόνη αντιμετώπιση. Τελικά, αυτό που γεννά το στίγμα είναι η αφαίρεση από έναν άνθρωπο της ιστορικότητάς του και η αναγωγή του σε μια σειρά συμπτωμάτων και συμπεριφορών που διαβάζονται μονόδρομα και γραμμικά.

Προτιμήσαμε στην ανακοίνωσή μας να θέσουμε ερωτήματα. Η ΕΨΕ, που ‘ξέρει’, έδωσε ‘απαντήσεις’. Θα υπενθυμίσουμε στην ΕΨΕ ότι μιλώντας περί επιστημονικού λόγου τα τελευταία χρόνια, όλο και πιο ανοικτά υποστηρίζεται η ανάγκη να εγκαταλειφθούν τα θέσφατα και η εικονολατρία και να προχωρήσει η επιστημονική σκέψη σε μια πιο συνθετική και απαρτιωτική προσέγγιση των φαινομένων. Αλλά αυτό θα σήμαινε, βεβαίως, και κάποιους επαναπροσδιορισμούς στη σχέση μας με την παντοδυναμία του φαρμάκου (και άρα των παραγωγών του) και των γενετικών ερμηνειών, όπως και σ’ έναν επαναπροσδιορισμό της δικής μας θέσης και αβεβαιότητας. Ίσως, όμως, μόνο αν αντιληφθούμε την αδυναμία μας θα μπορέσουμε να προσεγγίσουμε πραγματικά σαν άνθρωποι άλλα υποκείμενα που δυσφορούν, σε μια πραγματικά θεραπευτική συνάντηση. Αλλά αυτό, που σε αντίθεση με τα παραπάνω δεν γνωρίζουμε πού πιστοποιείται βιβλιογραφικά, μάλλον θα προϋπόθετε να κατεβούμε από τους θρόνους μας.

 6/12/2017

 

ΔΙΚΤΥΟ ‘Ψ’ ΓΙΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

.

.

.

.

.

.

ΓΙΑ ΠΟΙΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΜΙΛΑΜΕ;

.

*Αναδημοσίευση από εδώ.

.

Η αναφορά στη «διασφάλιση των δικαιωμάτων των ψυχικά ασθενών» έχει καταλήξει να αποτελεί τον απαραίτητο “μαϊντανό” στους καταστατικούς σκοπούς των φορέων (Οργανισμών, Επιτροπών, Ενώσεων κά), που δραστηριοποιούνται στο χώρο της ψυχικής υγείας.
.

Πρόσφατο παράδειγμα αποτελεί η ανακοίνωση – απάντηση του ΔΣ της ΕΨΕ (Ελληνική Ψυχιατρική Εταιρεία) σε δημοσίευμα -έρευνα του «Δικτύου Ψ για τα Δικαιώματα» σχετικά με τις συνθήκες νοσηλείας του ασθενούς Χ.Δ. στο 7ο Τμήμα του ΨΝΑ.

.

Πριν αναφερθούμε στα γεγονότα ας δούμε δυο στοιχεία που θεωρούμε σημαντικά:
α) το άρθρο 2 δ´ του καταστατικού της ΕΨΕ, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, που αφορά στους σκοπούς της ΕΨΕ, στο οποίο διαβάζουμε: «2. Σκοπός της Εταιρείας είναι […] δ) Η προάσπιση των δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων με κατ´ εξοχή γνώμονα το σεβασμό της προσωπικής του αξιοπρέπειας και των ατομικών τους δικαιωμάτων (τήρηση του απορρήτου, παρέμβαση υπέρ αυτών κλπ) […]»,
β) τη σύνθεση του ΔΣ της ΕΨΕ στο οποίο συμμετέχουν μεταξύ άλλων ο θεράπων ιατρός του ασθενούς Χ.Δ. και ένας ακόμη ιατρός επιμελητής στο Τμήμα του προαναφερόμενου ιατρού-διευθυντή.

.

Συγκεκριμένα, η έρευνα του «Δικτύου Ψ για τα Δικαιώματα» δημοσιεύθηκε στις 27-10-2917 στην Εφημερίδα των Συντακτών και αφορά τις συνθήκες νοσηλείας του ασθενούς Χ.Δ., ο οποίος, όπως προαναφέραμε, νοσηλεύεται στο 7ο Τμήμα του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής. Στην έρευνα αυτή, λοιπόν, περιγράφονται εκτός των άλλων και δύο σοβαρά γεγονότα τα οποία προσβάλλουν βάναυσα τα δικαιώματα των ψυχικά ασθενών.
– Το πρώτο, αφορά την απομόνωση του ασθενή Χ.Δ. για χρονικό διάστημα 25 μηνών.
– Το δεύτερο, αφορά το απαράδεκτο αίτημα δυο ψυχιάτρων του ΨΝΑ, οι οποίοι ζήτησαν, με ένορκες καταθέσεις τους, από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών να κινηθεί σε βάρος των γονέων του ασθενούς Χ.Δ. η διαδικασία της ακούσιας νοσηλείας.
Να επισημάνουμε ότι τα εν λόγω γεγονότα επιβεβαιώνονται και στην από 17-11-2017 Έκθεση της Ειδικής Επιτροπής Ελέγχου Προστασίας των Ψυχικά Ασθενών του ΥΥ.

 .
Όταν το ΔΣ της ΕΨΕ πληροφορήθηκε την ανωτέρω έρευνα, αφού παρέκαμψε τεχνιέντως, ως ανύπαρκτες, τις ανωτέρω σοβαρές παραβιάσεις των δικαιωμάτων του ασθενούς Χ.Δ. και της αξιοπρέπειας των γονέων του, εξέδωσε, υπό την προαναφερόμενη σύνθεσή του, την από 28-11-2017 ανακοίνωση η οποία «περί άλλων τυρβάζει», παραβιάζοντας κατάφορα, εκτός των άλλων, και τον καταστατικό σκοπό της ΕΨΕ.
 .
Feliz Navidad

2-12-2017

 

.

.

.

.