Βιβλιοπαρουσίαση στο «Στέγαστρο» με τη συμμετοχή μελών της Πρωτοβουλίας ‘Ψ’ : «Δρομοκαΐτειο. Λέρος. Δαφνί» του Θόδωρου Μεγαλοοικονόμου

«Η ψυχιατρική μεταρρύθμιση και το σύστημα. Διαπερνώντας οχυρώσεις, χτίζοντας νέα εναλλακτικά παραδείγματα»: Άρθρο μου στην «Εφημερίδα των Συντακτών» για το νέο βιβλίο του Θόδωρου Μεγαλοοικονόμου

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο(

Με τις ευχαριστίες μου για τη δημοσίευση της κριτικής μου σχετικά με το βιβλίο του Θόδωρου Μεγαλοοικονόμου, «Δρομοκαΐτειο. Λέρος. Δαφνί. Ο ένας τοίχος μετά τον άλλο», στο ένθετο «Νησίδες» της «Εφημερίδας των Συντακτών».

Το βιβλίο κυκλοφορεί απ’ τις «Εκδόσεις των Συναδέλφων» και ηλεκτρονικά το άρθρο μπορείτε να το διαβάσετε εδώ.

Ανακοίνωση της Πρωτοβουλίας ‘Ψ’ για το συμβάν ξυλοδαρμού ψυχικά πάσχοντα από αστυνομικούς, στο Δρομοκαΐτειο: «Φωνάζουν όλοι, φωνάζει κι ο κλέφτης»

Την Πέμπτη 10/11 πραγματοποιήθηκε συγκέντρωση διαμαρτυρίας στο Δρομοκαΐτειο με αφορμή το περιστατικό ξυλοδαρμού ψυχικά πάσχοντος από αστυνομικούς. Όπως αναφέρουμε και στην τελευταία μας ανακοίνωση «ένας ψυχικά πάσχων σε κατάσταση διέγερσης, που τον είχαν προσαγάγει για εξέταση με εισαγγελική εντολή, χτυπήθηκε αλύπητα από αστυνομικούς που βρίσκονταν σε απόλυτη θέση ισχύος». Το συμβάν έλαβε χώρα εντός του ψυχιατρικού νοσοκομείου και οι θεσμικοί φορείς του τήρησαν μια στάση σιωπής και αποστασιοποίησης, δηλώνοντας κυνικά ότι πρόκειται για «μικροεπεισοδιάκι» με ασθενή «που δεν είχαμε ακόμα παραλάβει».

Η συγκέντρωση είχε ως στόχο να κρατήσει το θέμα ανοικτό, να σπάσει τη σιωπή που συχνά πλακώνει τέτοια περιστατικά και να ενημερώσει τη διοίκηση του νοσοκομείου πως έξω από τους τοίχους του ψυχιατρείου υπάρχουν ενεργά πολιτικά υποκείμενα που βλέπουν, ακούνε, νοιάζονται και δε σιωπούν. Παράλληλα αποτέλεσε μια ευκαιρία να θυμηθούμε πως τέτοια ζητήματα διακινούν και κινητοποιούν σε μεγάλο εύρος κοινωνικές και πολιτικές ομάδες. Έτσι στη συγκέντρωση συμμετείχαν εκτός από τη συλλογικότητά μας που έκανε το αρχικό κάλεσμα, το σωματείο ληπτών υπηρεσιών ψυχικής υγείας «Αυτοεκπροσώπηση», σύλλογοι οικογενειών (ΣΟΨΥ Κορυδαλλού και ΣΟΨΥ Βορείων Προαστείων), η Κίνηση Οικογενειών και Φίλων για την Ψυχική Υγεία – ΚΟΦιΨΥ, οι συλλογικότητες Pasamontaña (Κορυδαλλός) και Παπουτσάδικο (Χαϊδάρι), η Ανοιχτή Λαϊκή Συνέλευση Περιστερίου, άνθρωποι από την Κοινότητα των Κατειλημμένων Προσφυγικών και από τη συνέλευση Solidarity with migrants, σύντροφοι και συντρόφισσες, φίλες και φίλοι μας. Κατά τη διάρκεια της κινητοποίησης, τριμελής αντιπροσωπεία των συγκεντρωμένων συναντήθηκε με τη Διοίκηση του Δρομοκαϊτείου. Ακολουθεί μια σύντομη ενημέρωση σε σχέση με το τι μάθαμε από αυτή τη συνάντηση, στην οποία παρόντες ήταν ο πρόεδρος του Δρομοκαϊτείου Αντώνιος Χλωρός, ο αναπληρωτής διοικητής Ευάγγελος Κονταξάκης, ο αντιπρόεδρος, ψυχίατρος, Θεόδωρος Καρατζάς και ο διευθυντής διοικητικής υπηρεσίας Μανώλης Οικονομάκης.

Καταλάβαμε πολύ καλά πως η παρουσία μας, όπως και κείμενα που έχουν βγει και κυρίως από την ΟΕΝΓΕ, τους έχουν θορυβήσει. Εικάζουμε πως μέσα από τα ασυλικά τείχη μοιάζει να κρατούνται καλά φυλαγμένα «μυστικά» και κάθε κίνηση που έρχεται να «σηκώσει το χαλάκι» να δημιουργεί ανησυχία. Δεν μπορούμε να εξηγήσουμε αλλιώς το γιατί έδειξαν όλοι τους τόσο θορυβημένοι. Όλη η θεσμική τετράδα φώναζε, διέκοπτε ο ένας τον άλλο, μιλούσαν ακατάπαυστα φλυαρώντας, απειλώντας, αλλά ουσιαστικά σιωπώντας. Ενώ μας ζήτησαν να τους ενημερώσουμε για το λόγο της κινητοποίησης (δήθεν δεν ήξεραν), ποτέ δεν μας άφησαν να ολοκληρώσουμε μία πρόταση.

Μάθαμε πως είναι αντιδεοντολογικό να καταγγέλλει κανείς τη σιωπή και έτσι ένας από τους εκπροσώπους μας, που ήταν γιατρός, απειλήθηκε με καταγγελία στον Ιατρικό Σύλλογο (!). Όλα όσα αναφέρονται στο κείμενο που τους δώσαμε θεωρήθηκαν συκοφαντίες και ψεύδη που επισύρουν μηνύσεις. Ο Διοικητής προτίμησε να μην μιλήσει από το θεσμικό του ρόλο αλλά από τη μακρόχρονη θητεία ως εισαγγελέας, απειλώντας κι αυτός με μηνύσεις που επιφέρουν αποζημιώσεις 250.000 ευρώ (!).

Μάθαμε ακόμη πως ο πρόεδρος, όταν μίλησε με τη δημοσιογράφο «δεν ήξερε, δε γνώριζε, μόλις είχε έρθει… πως αυτά έγιναν πριν την παραλαβή του ασθενή … πως είναι όπως αν είχε γίνει σε άλλο μέρος», σε άλλο χρόνο, σε άλλο κόσμο. Μάθαμε δηλαδή πως άνθρωποι που βρίσκονται σε θέση ισχύος «είναι στον κόσμο τους». Ακόμα κι όταν προς το τέλος ψιθύρισαν πως «εμείς δε θέλουμε την αστυνομική βία», σιώπησαν όταν τους ζητήσαμε να το δηλώσουν ανοικτά από τον θεσμικό τους ρόλο. Μας κοίταγαν στα μάτια και μας κουνούσαν το δάκτυλο όταν μας απειλούσαν, αλλά όταν χρειάστηκε να πάρουν ανοικτά θέση χαμήλωσαν το βλέμμα.

Ακούσαμε να επικαλούνται τον αγώνα τους για τα δικαιώματα των ασθενών, μέχρι και δάφνες από τον αγώνα τους στο Πολυτεχνείο (!) επικαλέστηκαν – και κάπου εκεί η λογική τερμάτισε. Εμείς δεν ξέρουμε τη διαδρομή του καθενός στους «αγώνες και στις διεκδικήσεις», ούτε έχουμε σκοπό να «αδικήσουμε». Μάθαμε όμως, για άλλη μια φορά, πως δεν αρκεί να λες τι έχεις κάνει στη χούντα, αλλά και να παίρνεις την ευθύνη που σου αναλογεί όταν η αστυνομική βία και η βαρβαρότητα είναι έξω από την πόρτα σου.

Για να μην πολυλογούμε… Αυτοί που μας απειλούν με μηνύσεις για συκοφαντία και με καταγγελίες, ας θυμηθούν να απαντήσουν κάποια ερωτήματα:

Θέλουμε να ξέρουμε αν οι συστάσεις (με αρ. Α.Π. Φ. 6691/ΑΣ 582/24-07-2018 έγγραφο της Μόνιμης Ελληνικής Αντιπροσωπείας στο Συμβούλιο της Ευρώπης) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων και της Απάνθρωπης ή Ταπεινωτικής Μεταχείρισης ή Τιμωρίας, είναι συκοφαντικές. Περιμένουμε να μας πουν τι έκαναν σε σχέση με τους «ισχυρισμούς για άσκηση βίας σε καθηλωμένους ασθενείς», για την «υπερβολική χρήση φαρμακευτικών σκευασμάτων και αφετέρου πολύ περιορισμένη προσφορά ψυχοκοινωνικών δραστηριοτήτων», τη «χρήση υψηλών δόσεων, ενδομυϊκών αντιψυχωτικών ενέσεων κατά τις πρώτες ημέρες μετά την εισαγωγή των ασθενών στο Νοσοκομείο», με «τη μεγάλη χρονική διάρκεια εφαρμογής των μέτρων περιορισμού» και τους «ακατάλληλους τρόπους εφαρμογής και ελλιπή καταγραφή της χρήσης τους», με την «περιορισμένη χρονικά πρόσβαση των ασθενών σε τηλεφωνήματα». Κι όλα αυτά είναι μόνο όσα είδε η επιτροπή στη σύντομη και, από όσο γνωρίζουμε, ανακοινωμένη επίσκεψή της. Είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε πως τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα και πως 4 χρόνια μετά τις συστάσεις οι συνθήκες έχουν επιδεινωθεί.

Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε αν ο κ. Καρατζάς που απειλεί με καταγγελίες στον Ιατρικό Σύλλογο γνωρίζει πως στον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας (Ν 3418/2005, άρθρο 28) αναφέρεται πως «ο ψυχίατρος οφείλει να ενημερώνεται, να εκπαιδεύεται και να επιμορφώνεται τακτικά σε θέματα που αφορούν τόσο τις εξελίξεις της επιστήμης του, όσο και την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και των θεμελιωδών ελευθεριών των ανθρώπων που πάσχουν από ψυχικές διαταραχές, καθώς και στην αποφυγή και τον έλεγχο της βίας». Ποιες ενέργειες έχουν γίνει από την πλευρά του, τόσο σε σχέση με τα όσα καταγράφονται παραπάνω, όσο και σε σχέση με το συγκεκριμένο συμβάν αστυνομικής βίας; Οι αναφορές στο Πολυτεχνείο, πέρα από το γραφική σημειολογία τους, όταν υπάρχουν καταγγελίες για καθηλώσεις που διαρκούν μέρες μοιάζουν τουλάχιστον υποκριτικές.

Επίσης, είναι άραγε θεσμικά και κοινωνικά «δεοντολογικό», ο κ. πρόεδρος να συνεχίζει να επικαλείται πως όλα αυτά έγιναν κάπου μακριά, «πέρα από τη δικαιοδοσία του»; Αφού ακούσαμε κηρύγματα περί δεοντολογίας, τι γνώμη έχουν για την εκφρασμένη σε δημοσιογράφο θέση του προέδρου ότι «ο ασθενής που έρχεται εδώ κατ’ εντολή εισαγγελέα για κάποια βίαιη πράξη, μπορεί να σκότωσε τη μητέρα του, δεν τον περιμένουμε με λουλούδια…». Τέτοιες νοοτροπίες γεννούν τον κοινωνικό αποκλεισμό και το στίγμα.

Τέλος, θέλουμε να κλείσουμε με ένα ακόμα μάλλον ρητορικό ερώτημα που προκύπτει από τη διαπίστωση πως όταν ο Διοικητικός Διευθυντής (που βέβαια στις αρχικές δηλώσεις του μιλούσε για ένα «μικροεπεισοδιάκι»), ίσως η μοναδική νηφάλια φωνή από τους «οικοδεσπότες» μας, έστρεψε τη συζήτηση στο «συμβάν που πραγματικά έγινε» και προς τιμήν του το αξιολόγησε επιτέλους ως «σοβαρό», ακούστηκαν φωνές που εξέφραζαν την «καταδίκη της βίας»: Μέσα στα γραφεία σας μιλάτε για καταδίκη της βίας. Θα βρείτε το θάρρος να μιλήστε ανοικτά και δημόσια;

Φύγαμε με ανάμεικτα συναισθήματα. Είχαμε από τη μία ταραχή, γιατί είδαμε το θεσμικό πρόσωπο της βίας (συγκαλυμμένες απειλές, φωνές και μισόλογα) και από την άλλη το χαμόγελο από τη λαϊκή παροιμία «φωνάζουν όλοι, φωνάζει κι ο κλέφτης». Τους υποσχόμαστε να τους κρατάμε ενήμερους για τις δράσεις μας. Συνεχίζουμε να περιμένουμε από την αρμόδια Επιτροπή Ελέγχου και Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ατόμων με Ψυχικές Διαταραχές να πάρει θέση σχετικά με το συμβάν. Συνεχίζουμε να καλούμε σε διαρκές νοιάξιμο και εγρήγορση για τη βία που δημιουργεί σιωπή, για τον κοινωνικό αποκλεισμό που βαθαίνει κάθε φορά που τα συμβάντα δε μας αφορούν γιατί «δεν είναι στη δικαιοδοσία μας».

Πρέπει όμως να κρατήσουμε κάτι σημαντικό, ως ενεργά υποκείμενα του ταξικού πολέμου που διεξάγεται σε κάθε τομέα της κοινωνικής μας ζωής: Έχουμε δύναμη και μπορούμε να διεκδικούμε με αξιώσεις χωρίς να κάνουμε εκπτώσεις στο λόγο, τις πρακτικές μας, στην υπεράσπιση της αξιοπρέπειας. Είτε αυτό λέγεται μισθός, είτε συνθήκες εργασίας, είτε κοινωνικές δομές όπως η υγεία. Λίγες συλλογικότητες, αποδείξαμε ότι μπορούμε να ταράξουμε τα αφασιακά λιμνάζοντα νερά της φαρμακοκαταστολής, των καθηλώσεων και της βίας.

11/11/2022

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

Πρωτοβουλία ‘Ψ’: «Δρομοκαΐτειο: Όταν αστυνομική και ψυχιατρική βία συμπορεύονται για να καλύψουν τα νώτα τους»

Είναι δεκάδες τα περιστατικά αστυνομικής και ψυχιατρικής βίας που δημοσιοποιούνται μετά από καταγγελίες και πολλαπλάσια αυτά που παραμένουν στο σκοτάδι της καθημερινής “κανονικότητας” των θεσμών της βίας.

Μέσα στην περιρρέουσα δυσώδη ατμόσφαιρα των τελευταίων ημερών με τα γεγονότα των πολλαπλών και επαναλαμβανόμενων βιασμών και κακοποιήσεων ανθρώπων ευάλωτων, από άτομα με «κοινωνικό status» σε ρόλους κακοποιητών, έρχεται να προστεθεί ακόμη ένα, που για κανέναν λόγο δεν πρέπει να διαφύγει της προσοχής μέσα στο πλήθος των διαρκών “αποκαλύψεων” για μια σκληρή πραγματικότητα που βιώνεται αθόρυβα από χιλιάδες ανθρώπους που ζουν σα να πορεύονται σε ναρκοπέδιο, μέχρι να “εκπυρσοκροτηθεί μια νάρκη”… Είναι στο Δρομοκαΐτειο αυτή τη φορά που στο σώμα ενός ανθρώπου περιθωριοποιημένου, ταλαιπωρημένου και σε αγωνία από την ψυχική ένταση και τη χρήση ουσιών, ασκήθηκε μια απροκάλυπτη αστυνομική βία με μάρτυρες όλους τους παρευρισκόμενους στην εφημερία. Σύμφωνα με τα γεγονότα που καταγγέλθηκαν στο ThePressProject, ένας ψυχικά πάσχων σε κατάσταση διέγερσης, που τον είχαν προσαγάγει για εξέταση με εισαγγελική εντολή, χτυπήθηκε αλύπητα από αστυνομικούς που βρίσκονταν σε απόλυτη θέση ισχύος.

Το εξοργιστικό, εκτός από αυτό καθεαυτό το γεγονός, είναι ότι το περιστατικό αυτό, παρότι σοβαρό, περιβλήθηκε από σιωπή. Μια σιωπή που όσοι/ες έχουν εμπειρία από τους ψυχιατρικούς χώρους, μπορούν να “διαβάσουν”. Σιωπή, από ντροπή και φόβο ίσως, για την περίπτωση όσων ήταν μάρτυρες, και δεν αισθάνθηκαν αρκετά δυνατοί για να το καταγγείλουν, συμπεριλαμβανομένου ίσως και του ίδιου το θύματος. Από αδιαφορία ή εξοικείωση με τη βία για κάποιους άλλους. Από κυνισμό και σκληρότητα για άλλους, που μπορεί ακόμη και να υποστηρίζουν ότι “καλώς έπραξαν” οι κακοποιητές αστυνομικοί. Σιωπή λόγω ενοχής και πρόθεσης συγκάλυψης για τους θύτες. Αυτά μπορούμε να τα υποθέσουμε.

Γιατί υπάρχουν και αυτά για τα οποία είμαστε σίγουροι/ες και τα οποία μας εξοργίζουν ακόμη περισσότερο.Πρόκειται για τη στάση σιωπής, ή και τη δημόσια τοποθέτηση θεσμών και προσώπων που ο ρόλος τους υποτίθεται ότι είναι η διαρκής προσπάθεια για διασφάλιση των όρων για θεραπευτικές παρεμβάσεις με αξιοπρεπή μεταχείριση των ψυχικά πασχόντων και σεβασμό στο πρόσωπο τους. Και φυσικά, η προστασία των δικαιωμάτων τους.

Μας εξοργίζουν οι δηλώσεις του προέδρου του Δρομοκαϊτείου Α. Χλωρού που, χωρίς να έχει καν γνώση των γεγονότων (όπως ό ίδιος ανέφερε στο Τ.Ρ.Ρ.), έσπευσε όχι μόνο να δικαιολογήσει, αλλά και να ενθαρρύνει με τις δηλώσεις του την αστυνομική βία και αυθαιρεσία και να στιγματίσει, για άλλη μια φορά, τους ψυχικά πάσχοντες ρίχνοντας την ευθύνη στο θύμα. Δηλώσεις που δεν διαφέρουν και πολύ από ανάλογες προκλητικές και κυνικές δημόσιες τοποθετήσεις του γνωστού και μη εξαιρετέου μπατσοσυνδικαλιστή Μπαλάσκα, ή του κυνηγού κεφαλών προσφύγων Μηταράκη. Έτσι, σα να ήταν βγαλμένοι όλοι από την ίδια μήτρα, μάθαμε δια στόματος του προέδρου του Δρομοκαϊτείου, ότι “Δεν τους περιμένουμε με τριαντάφυλλα”, ότι “μπορεί και να έχουν σκοτώσει τη μάνα τους”, ή ότι οι αστυνομικοί “κάνουν κουμάντο” μέχρι να γίνει εισαγωγή και έχουν δικαίωμα να ασκούν βία όσο και όποτε αυτοί κρίνουν, κλπ, κλπ.

Μας εξοργίζει ακόμη και η θεσμική σιωπή της αρμόδιας Επιτροπής Ελέγχου και Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ατόμων με Ψυχικές Διαταραχές, που αγνοεί επιδεικτικά τα γεγονότα που καταγγέλθηκαν και που θα έπρεπε να έχει ήδη παρέμβει για να διερευνήσει επίσημα το περιστατικό. (Από ποιον περιμένουν άραγε να το πράξει;)

Μας εξοργίζει η ομοψυχία των αστυνομικών στην άσκηση βίας. “Δύο βαράνε και δέκα κοιτάζουν αλλά δεν βλέπουν τίποτα”. Δεν τρέφουμε, όμως, αυταπάτες. Δεν περιμένουμε από κανέναν φασιστουπουργό Πλεύρη να “τραβήξει το αυτί” του Προέδρου του Δρομοκαϊτείου, από κανέναν Θεοδωρικάκο να παίξει με τις ΕΔΕ του, από καμιά Επιτροπή να πράξει το ελάχιστο. Δεν περιμένουμε πια, μέσα στον ορυμαγδό γεγονότων καθημερινής βίας, τα ΜΜΕ, πλην ελαχίστων όπως το T.P.P, να σταθούν ουσιαστικά πλάι στα θύματα. Να διερευνήσουν και ν’ αναδείξουν με ευαισθησία και επιμονή κάθε περιστατικό αστυνομικής ή ψυχιατρικής βίας τους καταγγέλλεται.

Είμαστε εδώ για να γίνουμε η φωνή όχι μόνο του συγκεκριμένου ανθρώπου, αλλά και κάθε γνωστού ή αγνώστου που, ενώ μετρά στο σώμα του και στην ψυχή του τα σημάδια της ψυχιατρικής και αστυνομικής βίας, αντιμετωπίζεται ωσάν να μην ασκήθηκε ποτέ αυτή, ή σαν να μην υπήρξε ποτέ ο ίδιος ως πρόσωπο που του ασκήθηκε ακραία βία.

Καλούμε όλες και όλους σε άμεση δράση όχι μόνο για την ανάδειξη (και) αυτού του συμβάντος ασύδοτης αστυνομικής βίας, αλλά και σε κινητοποίηση ενάντια στη βία των κυρίαρχων ψυχιατρικών θεσμών, εν προκειμένω στο Δρομοκαΐτειο.

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

Παρουσίαση του βιβλίου του Θόδωρου Μεγαλοοικονόμου: «Δρομοκαΐτειο – Λέρος – Δαφνί» / Παρασκευή 4/11/2022 στο κτίριο του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων

Παρουσίαση βιβλίου: «Δρομοκαΐτειο. Λέρος. Δαφνί – Ο ένας τοίχος μετά τον άλλο» του Θόδωρου Μεγαλοοικονόμου

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Το βιβλίο που σήμερα παρουσιάζεται εδώ, κυκλοφόρησε στις 20 Σεπτεμβρίου απ’ τις «Εκδόσεις των Συναδέλφων», είναι το τρίτο του συγγραφέα και αποτελείται από μια σειρά κειμένων που διαρθρώνεται γύρω από συγκεκριμένους θεματικούς άξονες. «Τα κείμενα που παρατίθενται με σχεδόν χρονολογική σειρά», όπως αναφέρει ο Θόδωρος Μεγαλοοικονόμου στον πρόλογο του βιβλίου «αντανακλούν μια σειρά από αναζητήσεις και εγχειρήματα, αποτελώντας ταυτόχρονα ένα αποτύπωμα της πορείας που ακολούθησε όλα αυτά τα χρόνια αυτό που ονομάστηκε «ψυχιατρική μεταρρύθμιση» και τους προβληματισμούς, τις αγκυλώσεις, τους φραγμούς και τις παλινδρομικές τάσεις που αναδύονταν σε κάθε στάδιο αυτής της πορείας, το ζήτημα των κατασταλτικών ψυχιατρικών πρακτικών, της νομοθεσίας, τις πολυδιάστατες παραμέτρους της ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης, του εγχειρήματος στο Δαφνί για μια ανοιχτή, μη κατασταλτική και κοινοτικά βασισμένη λειτουργία. Επιπλέον, θίγονται και ζητήματα, όπως η επικινδυνότητα, η τοξικοεξάρτηση, η αστεγία, η μετανάστευση και η προσφυγιά, τα οποία ως κοινωνικές αντιλήψεις, αιτίες κι αποτελέσματα, βρίσκονται στον πυρήνα της κοινωνικής ρίζας του ψυχικού πόνου».

Η υποκειμενικότητα των εννοιολογικών ορισμών είναι ένα ζήτημα που επανέρχεται σε πολλά κεφάλαια του βιβλίου. Γιατί βέβαια, δεν εννοούμε ούτε όλοι οι ειδικοί, ούτε όλοι οι άνθρωποι συνακόλουθα, το ίδιο πράγμα όταν κάνουμε λόγο για θεραπεία. Θεραπεία, επίσης, με ποιους όρους, κάτω από ποιες συνθήκες, σε ποιους χώρους και με τι είδους πρακτικές; Η κουλτούρα κι η ιδεολογία όλων μας καθορίζει τις διαφορετικές απαντήσεις που δίνουμε κι η ερμηνεία, η νοηματοδότηση, καθορίζει τη στάση μας εντός κι εκτός των ψυχιατρικών θεσμών.

Κι ως τώρα, η αλήθεια είναι ότι «ως θεραπεία» στα ψυχιατρεία «εννοείται η εφαρμογή ενός συστήματος εννοιών και πρακτικών που εξασφαλίζει ότι οι πραγματικοί ή οι εν δυνάμει παρεκκλίνοντες θα παραμένουν εντός των λεγόμενων «θεσμοποιημένων ορισμών της πραγματικότητας», της «κανονικότητας» που αποδέχεται και επιβάλλει η εκάστοτε επικρατούσα κοινωνική Τάξη. Σ’ αυτό τον ορισμό είναι προεξάρχουσα η παράμετρος της «συμμόρφωσης», που στο πεδίο της Ψυχιατρικής αποτελεί διαχρονικά βασική και ενίοτε μάλιστα τη μοναδική συνιστώσα της θεραπευτικής της πρακτικής».

Τι σημαίνει αυτό στην πράξη; Το εξηγεί ο Μεγαλοοικονόμου και παραθέτω την περιγραφή για όσα άτομα διαβάζετε αυτήν την ανάρτηση, αλλά δε γνωρίζετε πως λειτουργεί το σύστημα: «Ας πάρουμε την ιδιαίτερη περίπτωση μιας ψυχιατρικής μονάδας που καλείται ν’ αντιμετωπίσει έναν άνθρωπο με μια οξεία ψυχική διαταραχή. Ο ψυχικά πάσχων φτάνει στο νοσοκομείο, φορώντας χειροπέδες με τη συνοδεία της αστυνομίας, ύστερα από μια κάποιου βαθμού βίαιη σύλληψη στη βάση της εισαγγελικής παραγγελίας. Ύστερα από μια όχι ιδιαίτερα θερμή υποδοχή και συνέντευξη/εξέταση (ανακριτική, βιαστική, διεκπαιρεωτική, απειλητική, ενίοτε ειρωνική κ.ο.κ) στα επείγοντα, μεταφέρεται σ’ ένα τμήμα, όπου, αφού πιθανόν ψαχτεί και του αφαιρεθούν μερικά προσωπικά και θεωρούμενα από το σύστημα ως εν δυνάμει επικίνδυνα αντικείμενα (αναπτήρας, σπίρτα, ζώνη, κινητό κ.λ.π.), αντιλαμβάνεται ότι οι πόρτες του τμήματος είναι κλειδωμένες και η όποια ελευθερία κίνησης προς τα έξω απαγορευμένη. Βρίσκεται, λοιπόν, πλέον εγκλωβισμένος/η μέσα σ’ έναν χώρο, όπου η καθημερινότητα είναι προγραμματισμένη στη βάση συγκεκριμένων ωραρίων για το φαγητό, τον ύπνο, την υποχρεωτική — ενίοτε χωρίς καμιά ενημέρωση, διάλογο ή διαπραγμάτευση— λήψη της φαρμακευτικής αγωγής. Μάλιστα, όλοι αυτοί οι κανόνες και το κλείδωμα έχουν εφαρμογή ακόμη και σε όσους νοσηλεύονται εκούσια, που και αυτοί όχι σπάνια βρίσκονται μηχανικά καθηλωμένοι.

Και είναι ν’ αναρωτηθεί κανείς στα σοβαρά γιατί μέσα σε μια τέτοια καταχρηστική αντιμετώπιση και ιδρυματική βία ο ψυχικά πάσχων μπορεί να αντιδρά έντονα και με δεδομένη την προηγηθείσα και αντίστοιχα καταχρηστική και βίαιη -χωρίς καμιά κατανόηση βιωμάτων, επιθυμιών και αναγκών – αντιμετώπιση του από το οικογενειακό, το κοινωνικό και το εργασιακό περιβάλλον; Είναι δυνατόν να θεωρηθεί γραμμικά ως σύμπτωμα τρέλας η αντίδραση ενός προσώπου, που είναι ήδη σε κατάσταση κρίσης, με θυμό, με ουρλιαχτά, με απειλές, με κλωτσιές στην κλειδωμένη πόρτα, με την προσπάθεια να σπάσει τα τζάμια του παραθύρου, με την άρνηση να πάρει φάρμακα που του δίνονται υποχρεωτικά;

Κι όμως είναι σ’ αυτό το σημείο και ύστερα από όλα αυτά, που ο ψυχιατρικός θεσμός οδηγείται μέσα από έναν εγγενή ιδρυματικό αυτοματισμό στην έσχατη και καθοριστική πράξη βίας: το δέσιμο αυτού του προσώπου πάνω στο κρεβάτι». Το δέσιμο αυτό με ιμάντες, είναι που ονομάζεται μηχανική καθήλωση (λέγεται και «προστατευτικός κλινοστατισμός») κι η διάρκεια της (δεν προσδιορίζεται σαφώς η έναρξη και η λήξη) ποικίλει σε σημείο τέτοιο που η πλειοψηφία των πασχόντων ν’ αναγκάζεται να ικανοποιεί τις όποιες φυσικές της ανάγκες στο κρεβάτι (ούρηση κτλ). Μιλάμε δηλαδή για πλήρη κατάργηση κάθε έννοιας αξιοπρέπειας του ατόμου, για μια πρακτική που διαρρηγνύει την θεραπευτική σχέση και μετατρέπει το νοσηλευτικό προσωπικό, τους γιατρούς, σε σκληρούς φύλακες.

Δε μοιάζει και πολύ «θεραπευτικό» το όλο πλαίσιο, έτσι; Κι όπως τονίζει ο συγγραφέας: «Το βασανιστήριο θεωρείται ως μια μέθοδος φυσικής και ψυχολογικής καταπίεσης που ασκείται με σκοπό την τιμωρία ή και την απόσταση ομολογίας και/ή πληροφοριών. Και πολλές φορές συνοδεύεται από τη χρήση ειδικών οργάνων/εργαλείων με σκοπό την επιβολή τιμωρίας μέσω της άσκησης σωματικού πόνου. Πολλές από αυτές τις ορολογίες και τους ορισμούς που χρησιμοποιούνται σε αυτό το πεδίο παραπέμπουν στις πρακτικές της μηχανικής καθήλωσης στις ψυχιατρικές υπηρεσίες και σε όλα τα προνοιακά ιδρύματα τύπου Λεχαινών, Σκαραμαγκά κ.λ.π.

Το γεγονός ότι η μηχανική καθήλωση ισοδυναμεί με βασανιστήριο δεν μπορεί παρά να αναγνωρίζεται και να δηλώνεται ανοιχτά». Οποιαδήποτε αντίδραση λοιπόν, στη βία του ιδρύματος εκλαμβάνεται ως σύμπτωμα της τρέλας: «Ο ψυχικά πάσχων, ο τρελός, είναι βίαιος γιατί είναι άρρωστος. Αυτό σκεφτόμαστε συνήθως και αυτή είναι η γραμμή σκέψης του κυρίαρχου ψυχιατρικού παραδείγματος. Αν όμως, αντίθετα, η βία του είναι μονάχα μια απάντηση στη βία του ιδρύματος; Αν η βία του έγκλειστου στο ψυχιατρείο, το ίδιο όπως και στις ψυχιατρικές κλινικές των γενικών νοσοκομείων, είναι ένας τρόπος εξέγερσης απέναντι στο θεσμό που τον εξευτελίζει, τον απονεκρώνει, που μεταλλάσσει το άρρωστο σώμα του σε σώμα του ιδρύματος;». Σαν ένα πράγμα ακόμη δηλαδή, κι όχι σαν υποκείμενο. Αυτή η αντικειμενοποίηση που συμβαίνει από καταβολής ίδρυσης των ασύλων (την ιστορία των οποίων, θα μάθετε σ’ αυτό το βιβλίο), προφανώς κι είναι πλήρως αντιθεραπευτική.

Και τι μπορεί να γίνει για ν’ αλλάξει η κατάσταση; Χρειάζεται μια κίνηση μετασχηματισμού όπου «η πρωτοβουλία πρέπει να είναι «από τα κάτω». Η Αποϊδρυματοποίηση είναι μια κινηματικού τύπου διαδικασία, που, εκτός από τις εξωτερικές συμμαχίες με κοινωνικούς φορείς, προϋποθέτει κινητοποίηση μέσα στο ίδιο το άσυλο. Οι ψυχίατροι πρέπει να παίξουν ηγετικό ρόλο στο ξετύλιγμα μιας τέτοιας διαδικασίας, βοηθώντας ν’ αναδειχθεί και ο πρωταγωνιστικός ρόλος του νοσηλευτικού προσωπικού: πρωταγωνιστικός ρόλος σημαίνει μετάβαση από τη φυλακτική λειτουργία και το ιδρυματικό καθηκοντολόγιο σε μια θεραπευτική λειτουργία. Συστατικό στοιχείο αυτής της λειτουργίας είναι η διαμεσολάβηση του λειτουργού ανάμεσα στον άνθρωπο που πάσχει και την κοινωνία με στόχο τον σχεδιασμό και την εκτύλιξη από τον πάσχοντα μιας ζωής με νόημα, με αναγνωρισμένα και με υλική υπόσταση δικαιώματα».

Κι επεξηγεί ακριβώς ο συγγραφέας και ποιες ακόμη προϋποθέσεις χρειάζονται: «Για να έχει ο ίδιος ο ψυχίατρος κίνητρο για την Αποϊδρυματοποίηση, πρέπει πρώτα ν’ αποϊδρυματοποιήσει τη δική του θεωρία και πράξη, ν’ αναγνωρίσει και ν’ αμφισβητήσει τη βία και την παθογόνο δράση του ιδρύματος, να μη βλέπει την ψυχική διαταραχή με τη στενή κλινική έννοια, αλλά να μπορεί να δει το κοινωνικό μέλλον του ατόμου. Αν δεχτούμε ότι μια πραγματική θεραπευτική σχέση είναι πριν απ’ όλα μια σχέση ισοτιμίας, είναι φανερό γιατί ψυχιατρικό ίδρυμα και θεραπευτική πράξη είναι πράγματα ασυμβίβαστα».

Για να φτάσουμε όμως στους επιθυμητούς κι επιτακτικούς μετασχηματισμούς, φυσικά το προσωπικό πρέπει να είναι επαρκέστατο, φυσικά τα κριτήρια του μετασχηματισμού δεν μπορεί να είναι οικονομοτεχνοκρατικά (ας μη ξεχνάμε ότι ζούμε και στην εποχή των μάνατζερ) και χρειάζονται κι άλλες, πολλές αλλαγές γιατί δυστυχώς «αυτό που εξακολουθούμε να συναντάμε είναι από τη μία, η οχύρωση πίσω από μια άκαμπτη αντίληψη και άσκηση του ρόλου και από την άλλη, η ισοπεδωτική κατάργηση των ρόλων, στην λογική μιας τεχνοκρατικής διαχείρισης και μείωσης του κόστους: πιέσεις και εκβιασμοί από θεσμικές ιεραρχίες και ιδιοκτήτες ιδιωτικών «μη κερδοσκοπικών» εταιριών, ανταγωνισμοί για ανακατανομή και κατάληψη θέσεων εξουσίας και προνομίων στο αναδιαμορφούμενο θεσμικό σύστημα, ιατροκεντρισμός, ιδεολογική ακαμψία και σύγχυση, «συνδικαλιστικές» πρακτικές συντεχνιακού τύπου, που συνδέουν τη διατήρηση προνομιακών θέσεων και «πελατείας» με τη διατήρηση του «παλιού», έστω και αν αυτό το παλιό είναι η κουστωδιακή πρακτική».

Παρ’ όλα αυτά, πάρα τις τόσες αντιξοότητες, ελπιδοφόρα εναλλακτικά παραδείγματα υπήρξαν και αν διαβάσετε τις καταστατικές αρχές του 9ου ΨΤΕ που λειτούργησε στο ΨΝΑ, με «πόρτες ανοιχτές» χωρίς περιοριστικά μέτρα, θα καταλάβετε πως όλα αυτά που προαναφέρθηκαν, εφαρμόζονται στην πράξη, όταν υπάρχει κι η δέουσα βούληση, με συνεχή, εννοείται, προσπάθεια. Και θα σας γίνει ξεκάθαρο επίσης, το γιατί χρειάζεται η τομεοποίηση, η διασύνδεση των υπηρεσιών.

Ο Μεγαλοοικονόμου εξετάζει ακόμη το αν υπήρξε ψυχιατρική μεταρρύθμιση στη χώρα μας, μέσα από μια τεκμηριωμένη ιστορική αναδρομή, αναδεικνύει τις προβληματικές διαστάσεις εννοιών όπως το «ακαταλόγιστο» κι η «επικινδυνότητα», αναλύει το τι θα πρέπει να επιδιώκουμε όταν κάνουμε λόγο για «κοινωνική επανένταξη» και ολοκληρώνει το βιβλίο του μ’ ένα επίμετρο για την κληρονομιά του Φράνκο Μπαζάλια.

Σίγουρα, περισσότερα ζητήματα, απ’ όσα θίχτηκαν εδώ, θα συζητηθούν όταν αυτό το τόσο σπουδαίο βιβλίο αρχίζει να παρουσιάζεται. Εγώ πάντως κράτησα αντί επιλόγου αυτήν την παράγραφο: «για τα ζητήματα που έχουν να κάνουν με τη μεταχείριση και τα δικαιώματα των ψυχικά πασχόντων, δεν πρέπει να βασίζεται κανείς τόσο στην εξέλιξη της επιστήμης σχετικά με το πρόβλημα της ψυχικής νόσου, όσο στη συμπερίληψη και τη συν-κινητοποίηση όλων των κοινωνικών και πολιτικών υποκειμένων για τη διεκδίκηση αυτών των δικαιωμάτων και της γενικότερης χειραφέτησης, όπως άλλωστε έχει γίνει μέχρι τώρα στην ιστορία της εξέλιξης της κουλτούρας και των ιδρυμάτων της ψυχιατρικής» ._