ΝΕΡΟ ΣΤΟ ΜΥΛΟ ΤΟΥ «ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΥ ΨΥΧΙΚΑ ΑΣΘΕΝΗ» ΡΙΧΝΕΙ ΤΟ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΤΑ «ΜΕΤΡΑ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ» ΤΩΝ «ΑΚΑΤΑΛΟΓΙΣΤΩΝ»

.

*Αναδημοσίευση από εδώ.

.

Το δρόμο προς ψήφιση από τη Βουλή έχει πάρει το σχέδιο νόμου που τιτλοφορείται «Μέτρα θεραπείας ατόμων που απαλλάσσονται από την ποινή λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής», μέσα σ΄ ένα, όπως, πλέον, έχει γίνει κανόνας, «νομοσχέδιο σκούπα».

Πέρα από μια κάποια φραστική επεξεργασία, η μόνη αλλαγή, σε σχέση με τη μορφή με την οποία αυτό το σχέδιο νόμου είχε δημοσιευτεί και αναρτηθεί πριν δέκα περίπου μήνες, είναι αυτή που αφορά τη δυνατότητα, που προβλεπόταν, να μπορεί να γίνεται στείρωση και λοβοτομή σε ασθενείς που θα ήταν ικανοί να δώσουν «ελεύθερη συναίνεση κατόπιν ενημέρωσης». Τώρα αυτή η φράση σβήστηκε και απλώς αναφέρεται ότι στείρωση και λοβοτομή, καθώς και όποια άλλη θεραπεία προκαλεί μη αναστρέψιμες καταστάσεις στην υγεία του ασθενούς, απαγορεύονται. Βέβαια παραμένει το γεγονός ότι, ακόμα κι΄ αν σβήστηκε (λόγω της κριτικής που ήδη είχε διατυπωθεί, καθώς και της περαιτέρω κατακραυγής που ήταν αναμενόμενη), παραμένει, κατ΄ αρχήν, το γεγονός ότι «γράφτηκε». Κι΄ ακόμα ότι, μια σειρά από «θεραπείες», όπως το ηλεκτροσόκ και η καθημερινή αλόγιστη χορήγηση ψυχοφαρμάκων σε υψηλές δοσολογίες (πολύ πέραν των αναγραφομένων ανωτάτων ορίων) δεν φαίνεται να εμπίπτουν σ΄ αυτό που λεκτικά αναφέρεται ως «και άλλες ανάλογες επεμβάσεις ή θεραπείες οι οποίες προκαλούν μη αναστρέψιμες καταστάσεις», οι οποίες «απαγορεύονται».

Όπως είχαμε ήδη επισημάνει, το νομοσχέδιο εισάγει κάποιες διατάξεις που επιτρέπουν πράγματα αυτονόητα για την θεραπεία, τα οποία μέχρι τώρα απαγορεύονταν, όπως οι θεραπευτικές άδειες, η διαμονή σε εξωνοσοκομειακή στεγαστική δομή, ή ακόμα και η κατ΄ οίκον με παρακολούθηση από υπηρεσία ψυχικής υγείας. Πράγματα που, ωστόσο, ιδιαίτερα τα δυο πρώτα, ήδη γίνονταν από τους θεράποντες – και άδειες δίνονταν και αρκετοί από τους ασθενείς με το καθεστώς του αρ. 69 ΠΚ διέμεναν, εδώ και χρόνια, σε οικοτροφεία.

Χωρίς να υποτιμάει κανείς το γεγονός ότι αυτά τώρα θα γίνονται νόμιμα (χωρίς, δηλαδή, να επικρέμαται η απειλή δίωξης για «παράβαση καθήκοντος»), ωστόσο οι διατάξεις αυτές μετατρέπονται σε προπέτασμα καπνού για την θεσμοθέτηση του «ειδικού τμήματος ψυχιατρείου ή γενικού νοσοκομείου», ενός περίκλειστου τμήματος γι΄ αυτούς που κρίνονται ως οι πιο «επικίνδυνοι». Ως ενός ψυχιατρο-σωφρονιστικού θεσμού («δικαστικού ψυχιατρείου») που, ενώ η σύστασή του (στελέχωση, τρόπος λειτουργίας κλπ) θα γίνει με προεδρικό διάταγμα ύστερα από πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Υγείας, θα ανήκει στο δημόσιο, ψυχιατρείο ή γενικό νοσοκομείο – θα αποτελεί τμήμα του. Δηλαδή, παρά το «ειδικό» καθεστώς του, θα είναι μέρος της συνολικής δομής και λειτουργίας του ιδρύματος – οι άδειες, πχ, των εκεί νοσηλευόμενων/κρατούμενων ασθενών θα υπογράφονται, όπως αναφέρεται, και από τον Διοικητή της μονάδας, δηλαδή του ψυχιατρείου (ή του γενικού νοσοκομείου). Πράγμα που σημαίνει ότι, εκτός από ένας άκρως αντιθεραπευτικός (ως εκ της σύστασής του) χώρος για τους ασθενείς του αρ. 69 ΠΚ, θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί, στο μέλλον, όσες διαβεβαιώσεις και αν δοθούν, και για τους θεωρούμενους (και κατασκευαζόμενους) ως «δύσκολους» ασθενείς του ψυχιατρείου, ή γενικά τους «ανεπιθύμητους» νοσηλευόμενους στα «κανονικά» ψυχιατρικά τμήματα (γιατί, όπως πάντα, «δεν θα μπορεί να γίνει αλλιώς»).

Προφανώς, η σύσταση των «ειδικών» τμημάτων «εντός» ή «εκτός» του ψυχιατρείου δεν αλλάζει σε τίποτα την ουσία του ζητήματος. Απλώς το «εντός» κάνει πιο εύκολη την ανεύρεση άδειων χώρων στα συρρικνωμένα ψυχιατρεία για την χρησιμοποίησή τους για τον εγκλεισμό των «ακαταλόγιστων», καθώς και την διασταλτική χρησιμοποίησή τους και για «άλλους επικίνδυνους». Υπάρχουν, άλλωστε, διεθνή παραδείγματα, τα οποία, ως συνήθως εισάγονται και αντιγράφονται, όπως, πχ, αυτό της Μ. Βρετανίας, όπου τα «ειδικά» ψυχιατρεία χρησιμοποιούνται εδώ και χρόνια για τον εγκλεισμό των πάσης φύσης «επικίνδυνων», χωρίς να έχουν διαπράξει παραβατική πράξη.

Να θυμίσουμε, εν προκειμένω, ότι ένα αντίστοιχο τμήμα στο ΨΝΑ, ένα τμήμα/ αποθήκη των «ακαταλόγιστων», χωρίς την όποια θεσμική συγκρότηση, είχε κλείσει το 1987 μετά από κινητοποίηση γιατρών και προσωπικού εξαιτίας των άθλιων συνθηκών και των απερίγραπτα κατασταλτικών πρακτικών που ασκούνταν στους εκεί έγκλειστους. Τώρα, τριάντα χρόνια μετά, αναβιώνει κάτι ανάλογο, αλλά με θεσμική συγκρότηση (!).

Γιατί αυτό που κάνει αυτό το σχέδιο νόμου δεν είναι παρά να θεσμοθετεί, με καθυστέρηση δεκαετιών, το «δικαστικό ψυχιατρείο» (κάτι που δεν είχε προλάβει, ή καταφέρει, να εισαχθεί σ΄ αυτή τη χώρα), όταν αυτό έχει μπει σε κρίση και αμφισβήτηση σε πολλές χώρες, καθώς η εκ της συστάσεώς του λειτουργία και αποστολή του ως ενός ακραιφνώς φυλακτικού ιδρύματος, από τη μια, έχει δείξει τον άκρως αντιθεραπευτικό του χαρακτήρα, ενώ, από την άλλη, η κατασταλτική του λειτουργία έχει πάρει ακραίες μορφές : μια λειτουργία «προστατευτικού φρουρίου» των κατεστημένων κοινωνικών σχέσεων απέναντι στην ποικίλης προέλευσης κοινωνική «επικινδυνότητα», στη θέση των καταργημένων ή συρρικνωμένων ψυχιατρείων.

Ανακυκλώνοντας την φυλακτική/κατασταλτική λειτουργία πίσω από μια επίπλαστη, εκσυγχρονιστικού χαρακτήρα αφήγηση, το «μέτρο ασφαλείας» (ή φύλαξης) μετονομάζεται σε «μέτρο θεραπείας». Ο ίδιος ο όρος «μέτρο» ακυρώνει την θεραπευτική λογική, η οποία δεν μπορεί να είναι «μέτρο». Αυτό φαίνεται και από την πρόβλεψη ότι για όσους έχουν διαπράξει κακούργημα το «μέτρο» μπορεί να διαρκεί μέχρι πέντε χρόνια (όριο που, όπως αναφέρεται, μπορεί ν’ ανανεώνεται ξανά και ξανά), ενώ για όσους έχουν διαπράξει πλημμέλημα, μέχρι τα δυο χρόνια. Ανεξάρτητα αν προβλέπεται ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να γίνει άρση του «μέτρου», αν και όταν κριθεί ότι δεν συντρέχουν, πλέον, οι λόγοι επιβολής του (αυτό, άλλωστε, υπάρχει και στις προβλέψεις του μέχρι τώρα ισχύοντος νόμου), το ίδιο το γεγονός ότι εισάγεται μια διαβάθμιση της παραβατικής πράξης και της αντίστοιχης ανώτατης διάρκειας του «μέτρου» για άτομο που, ωστόσο, έχει κριθεί «ακαταλόγιστο» – και που έχει, επομένως, ανάγκη θεραπείας και όχι κράτησης – δείχνει πώς η έννοια της ποινής εισάγεται πλαγίως σ΄ αυτό που πλασάρεται ως θεραπεία. Γιατί, φυσικά, δεν υπάρχει μια γραμμική αντιστοίχηση της σοβαρότητας της πράξης και της «βαρύτητας της νόσου». Η έννοια «θεραπεία» αναφέρεται στη «νόσο» και όχι στην παραβατική πράξη. Μια «σοβαρή νόσος» μπορεί να έχει οδηγήσει σε μια πλημμεληματική πράξη και μια πιο «ήπια» νόσος» (ή μια «σοβαρή νόσος» που ακολουθείται από ταχεία ανάρρωση) σε μια κακουργηματική πράξη. Όπως έχει δείξει η εμπειρία, τα όποια διφορούμενα αυτού του είδους δεν κάνουν άλλο από το να τροφοδοτούν πιο πολύ τους αυτοματισμούς του εσαεί παρατεινόμενου εγκλεισμού παρά την άρση του.

Το «μέτρο θεραπείας» προβλέπεται να μπορεί να εκτελεστεί, εκτός από το «ειδικό τμήμα», σε κανονικό τμήμα ψυχιατρείου ή γενικού νοσοκομείου, ή, μέσω της υποχρεωτικής θεραπείας, από Κέντρο Ψυχικής Υγείας, ή με παρακολούθηση από εξωτερικά ιατρεία ψυχιατρείου ή γενικού νοσοκομείου, σε μια λογική «διαβαθμισμένης επικινδυνότητας». Το ερώτημα, εν προκειμένω, είναι γιατί θα πρέπει να τελείται το «μέτρο θεραπείας» σε κανονικό ψυχιατρικό τμήμα πέραν του χρόνου μιας κανονικής νοσηλείας, που απαιτείται για την θεραπεία του ασθενή; Γιατί θα πρέπει να παραμείνει ένας «ακαταλόγιστος» για απροσδιόριστη περίοδο χρόνου (πολύ πέραν του αναγκαίου για την θεραπεία/ανάρρωση, μέχρι να αποφασιστεί η άρση του «μέτρου θεραπείας») σ΄ ένα ψυχιατρικό τμήμα που αποστολή του είναι η νοσηλεία και θεραπεία και όχι η υλοποίηση του όποιου «μέτρου θεραπείας» (ασφαλείας) – όπως, δηλαδή, έχει καταντήσει να γίνεται σήμερα;

Στην περιγραφή του «μέτρου» που αφορά την υποχρεωτική θεραπεία δεν αναφέρεται η αναγραφόμενη σε άλλη παράγραφο δυνατότητα διαμονής σε εξωνοσοκομειακή στεγαστική δομή, ενώ η απλή αναφορά σε παρακολούθηση από εξωτερικά ιατρεία, Κέντρα Ψυχικής Υγείας ή από τις Κινητές Μονάδες (ως επί το πλείστον των ΜΚΟ) ανά την επικράτεια είναι έωλη, καθώς τα εξωτερικά ιατρεία, αδυνατούν, εκ της φύσης τους, να προσφέρουν την κατάλληλη, ολοκληρωμένη φροντίδα, τα ΚΨΥ είναι ελάχιστα, υποστελεχωμένα και λειτουργούν σαν εξωτερικά ιατρεία, ενώ η κάλυψη που παρέχουν οι κινητές Μονάδες των ΜΚΟ είναι ως επί το πλείστον επιδερμική, αναξιόπιστη και αυτοαναφορική, χωρίς ουσιαστική διασύνδεση με το σύστημα των υπηρεσιών.

Τα πιο σκληρά και «κλειστού» χαρακτήρα μέτρα μπορεί μεν να αντικαθίστανται από τα πιο «ανοικτά», αλλά οι όροι και οι διαδικασίες έγκεινται στην υποκειμενική κρίση του εκάστοτε ψυχιάτρου, με την «επικινδυνότητα», αν και αποφεύγεται, για λόγους «βιτρίνας», ν΄ αναφερθεί λεκτικά, να αποτελεί τον κατευθυντήριο άξονα της όποιας απόφασης για την επιβολή του όποιου «μέτρου», καθώς «το δικαστήριο διατάσσει το κατάλληλο για την θεραπεία του ‘μέτρο’, εφόσον κρίνει ότι, εξαιτίας της κατάστασής του, υπάρχει κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης κίνδυνος, αν αφεθεί ελεύθερος, να τελέσει και άλλα τουλάχιστον ανάλογης βαρύτητας εγκλήματα». Αυτή η πιθανότητα διάπραξης «και άλλων τουλάχιστον ανάλογης βαρύτητας εγκλημάτων» διατρέχει όλο το νομοσχέδιο και ιδιαίτερα στις διατάξεις που αφορούν την δυνατότητα που δίδεται για αντικατάσταση ενός «κλειστού» με ένα άλλο πιο «ανοικτό» μέτρο. Πώς αλλιώς, όμως, ορίζουν τα διάφορα σχετικά εγχειρίδια την «επικινδυνότητα», αν όχι ως την «πιθανότητα διάπραξης» μιας εγκληματικής πράξης; Μια πιθανότητα, βέβαια, που πάντα αφορά το άτομο και όχι μια «κατάσταση», μια συνθήκη, στη βάση μιας κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Το αιώνιο ερώτημα των δικαστών, όταν τους ζητείται να αρθεί το άρθρο 69 για κάποιον ασθενή, είναι πάντα : «Κι΄ αν το ξανακάνει; Μπορείτε να εγγυηθείτε γι΄ αυτό;… Θα παίρνει τα φάρμακά του;» κοκ. Μάλιστα, ένα από τα συνήθη ερωτήματα των δικαστών για να δεχτούν το αίτημα άρσης του αρ. 69 ΠΚ είναι αν ο ασθενής έχει οικογένεια, περνάει, στο παρόν νομοσχέδιο, σαν ένας από τους ρυθμιστικούς παράγοντες στην εξέταση του αιτήματος για «αντικατάσταση ή άρση των θεραπευτικών μέτρων», δηλαδή, «η ύπαρξη κατάλληλου υποστηρικτικού ή άλλου περιβάλλοντος». Επιβεβαιώνοντας για μιαν ακόμη φορά ότι, αν δεν υπάρχει οικογένεια, άλλα κοινωνικά στηρίγματα δεν παρέχονται και δεν προβλέπονται. Με αποτέλεσμα να δυσκολεύει η άρση, ή ακόμα και η αντικατάσταση του πιο «κλειστού» με το πιο «ανοικτό μέτρο».

Μια σειρά από προβλέψεις του νομοσχεδίου έρχονται να επιβεβαιώσουν τον κατασταλτικό χαρακτήρα των ρυθμίσεων που εισάγονται με το περιτύλιγμα ενός επίπλαστου θεραπευτικού προσανατολισμού. Για πρώτη φορά σε νόμο του κράτους καθαγιάζεται η χρήση της απομόνωσης και των μηχανικών καθηλώσεων, βάρβαρων και τραυματικών μέσων καταστολής της ψυχοκινητικής ανησυχίας (ή και απλώς της μη υπακοής και συμμόρφωσης στην πειθαρχία του ιδρύματος) λόγω αναπάντητων αναγκών και βάναυσης μεταχείρισης μέσα από τις διαδοχικές αναπομπές και απορρίψεις από τους ποικίλους κοινωνικούς θεσμούς. Η επίκληση των όποιων πρωτοκόλλων είναι απλώς ένα ακόμα πρόσχημα καθώς είναι παγκοίνως γνωστό ότι η όποια απόφαση για μηχανική καθήλωση δεν στηρίζεται ποτέ σε κάποιο πρωτόκολλο (που χρησιμοποιείται απλώς ως πρόσχημα και άλλοθι), αλλά στην υποκειμενική κρίση του εκάστοτε ψυχιάτρου, ή και νοσηλευτή. Με τραγικές και θανατηφόρες συνέπειες στη ζωή των ασθενών, των οποίων η αιτία θανάτου, δηλαδή η καθήλωση, αποκρύπτεται και αποδίδεται σε άλλους λόγους.

Κι΄ ακόμα, η στελέχωση του «ειδικού τμήματος», πέραν του ιατρικού, του νοσηλευτικού κλπ προσωπικού, και με φύλακες – κανονική φυλακή δηλαδή-αλλά και με διοικητικούς υπαλλήλους, που σημαίνει ότι ο μικρός αριθμός κλινών (χωρίς να τον προσδιορίζουν) που επαγγέλλονται για το «ειδικό τμήμα», μπορεί να καταλήξει να έχει απροσδιόριστα μεγάλες διαστάσεις, όπως και ο αριθμός των «ειδικών τμημάτων» ανά τη χώρα, που, επίσης, δεν προσδιορίζεται.

Ανακυκλώνοντας και παγιώνοντας την κατασταλτική διαχείριση, το νομοσχέδιο δεν τολμάει, φυσικά, ν΄ αγγίξει την ουσία του ζητήματος των λεγόμενων «ακαταλόγιστων»: ν΄ αμφισβητήσει, δηλαδή, την ίδια την έννοια του «ακαταλόγιστου» ως μορφή απο-υποκειμενοποίησης και πραγμοποίησης του ψυχικά πάσχοντος δράστη, στη λογική που η κυρίαρχη ψυχιατρική απονοηματοδοτεί τον λόγο του ψυχικά πάσχοντα και αποϊστορικοποιεί την ύπαρξή του, μετατρέποντας τον όποιο λόγο και πράξη του σε συμπτώματα, σε αφηρημένα σημεία και διαγνωστικές κατηγορίες.

Αμφισβήτηση του «ακαταλόγιστου» θα συνεπαγόταν τη περαιτέρω αμφισβήτηση, σε θεσμικό επίπεδο, των κατεστημένων νομικών/ποινικών ρυθμίσεων, προς μια ριζικά εναλλακτική προσέγγιση (την μόνη που μπορεί ν΄ αλλάξει την υπάρχουσα κατάσταση αντί να την ανακυκλώνει). Μέσω της θεσμοθέτησης, πχ, του μερικού καταλογισμού (με όλα τα ελαφρυντικά που, μεταξύ άλλων, παρέχει η «ψυχική νόσος» και η ουσιαστική διερεύνηση των κοινωνικά αλληλεπιδραστικών συνθηκών, εντός των οποίων προέκυψε το συμβάν) και της επιβολής εναλλακτικών ποινών, εκτός φυλακής, καθώς και της παροχής της αναγκαίας θεραπείας, για όσο χρόνο χρειαστεί, σε κατάλληλη θεραπευτική μονάδα, ή κατ΄ οίκον. Με ταυτόχρονη την όποια αναγκαία ψυχοκοινωνική στήριξη του ατόμου για επανένταξη στον κοινωνικό ιστό.

Προφανώς, μια τέτοια συζήτηση, ιδιαίτερα όταν αναφέρεται στις προθέσεις και τις πολιτικές επιδιώξεις των κρατούντων στην Ελλάδα και διεθνώς, φαίνεται να είναι «εκτός εποχής». Μιας εποχής οικονομικής κρίσης, μαζικής φτωχοποίησης, ραγδαίας ιδιωτικοποίησης των πάντων, κατάρρευσης του «κράτους πρόνοιας» και μετατόπισης των κυρίαρχων θεσμών προς πολιτικές μιας όλο και πιο κατασταλτικής διαχείρισης των όποιων κοινωνικών αντιστάσεων προκαλεί η παρούσα κρίση. Άλλωστε, για την παρούσα κυβέρνηση, το νομοσχέδιο αυτό, του οποίου διάφοροι καλοθελητές σπεύδουν να σερβίρουν τα «θετικά» στοιχεία, δεν είναι παρά ένα αναγκαίο, γι΄ αυτούς, βήμα στην πορεία για το κλείσιμο/κατάργηση των εναπομεινάντων ψυχιατρείων, κλείσιμο για το οποίο έχουν πάρει διορία από τις Βρυξέλες μέχρι το 2020 – μια διαχειριστική κίνηση, προετοιμασία προς αυτή την κατεύθυνση.

Δεν παύει, ωστόσο, η αναζήτηση, η επεξεργασία και η διεκδίκηση των ριζικά εναλλακτικών προσεγγίσεων, των μόνων που μπορεί να έχουν έναν πραγματικά χειραφετητικό χαρακτήρα, ν΄ αποτελούν τον μόνο τρόπο μέσα από τον οποίο μπορεί ν΄ ανοίξουν δρόμοι, καταστάσεις, ανατροπές, όπου θα μπορέσουν να βρουν πραγματικό χώρο έκφρασης, αλλά και ουσιαστικές, υλικές απαντήσεις οι πολύπλοκες και μέχρι τώρα αναπάντητες ανάγκες των ατόμων με ψυχιατρική εμπειρία (αλλά και όλων των ραγδαία φτωχοποιούμενων κοινωνικών στρωμάτων) ενάντια στη στοχοποίησή τους ως των «επικίνδυνων» ομάδων, για τα οποίες το μόνο που επιφυλάσσεται είναι η καταστολή, τα «ειδικά» τμήματα κλπ.

 17/12/2017

 

 

 ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

 

.

.

.

.

.

.

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗΣ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ: Σχετικά με την επικινδυνότητα της τρομολαγνείας του ΣΥΝΟΨΥΝΟ

.

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗΣ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗΣ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ

ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΙ ΑΣΘΕΝΕΙΣ Ή ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΣΥΝΤΕΧΝΙΕΣ;

.

Και εκεί που η Ψυχική Υγεία, οι ψυχιατρικές μονάδες, τα ψυχιατρεία, μετά τον θάνατο από πυρκαγιά, τον περασμένο Σεπτέμβρη στο Δαφνί, τριών μηχανικά καθηλωμένων ασθενών, είχαν απομακρυνθεί από το προσκήνιο της επικαιρότητας – με τις πάγιες αντιφάσεις τους και τα αδιέξοδά τους να κοχλάζουν, όπως πάντα, πίσω από τα τείχη και τις κλειδωμένες πόρτες – ήλθε ο ΣΥΝΟΨΥΝΟ (Σύλλογος Νοσηλευτών Ψυχιατρικών Νοσοκομείων) με νέα ανακοίνωσή του ξανά για τους «90 επικίνδυνους ασθενείς που έχουν διαπράξει σοβαρά εγκλήματα κατά της ανθρώπινης ζωής και άλλες βαρύτατες πράξεις και το προσωπικό του Νοσοκομείου βρίσκεται σε διαρκή κίνδυνο ζωής», να φέρει ξανά το ζήτημα της (κατασκευασμένης) «επικινδυνότητας του ψυχικά ασθενή» σε πρώτο πλάνο και να παίξει το συνήθη ρόλο του στη διασπορά τρόμου. Βρίσκοντας, φυσικά, την αναμενόμενη υποδοχή και την συνακόλουθη υπερπροβολή από το σύνολο των καθεστωτικών ΜΜΕ, πάντα διψασμένων να «σορτάρουν» πάνω σε μια τρομολαγνεία που κάποιοι «συνδικαλιστές» τους προσφέρουν σε έτοιμο πιάτο.

Για μιαν ακόμη φορά, ο ΣΥΝΟΨΥΝΟ, ένας σύλλογος τυπικά συντεχνιακός, χωρίς ίχνος κινηματικής δράσης, καλλιεργεί το στιγματιστικό στερεότυπο της «επικινδυνότητας» στο πεδίο της ψυχικής υγείας, επικεντρώνοντας στους νοσηλευόμενους με το άρθρο 69 ΠΚ. Αυτούς, δηλαδή, που, βάσει του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου, έχουν κριθεί ως «ακαταλόγιστοι» λόγω της ψυχικής τους διαταραχής και γι΄ αυτό διατάσσεται ο εγκλεισμός τους, μέχρι την επιβεβαίωση της ανάρρωσής τους και της αποδοχής από το δικαστήριο της εξάλειψης της «επικινδυνότητας» τους (νοούμενης, αναγωγιστικά, ως ατομικής ιδιότητας και όχι στην κοινωνική/σχεσιακή της διάσταση).

Είναι, ωστόσο, γνωστό ότι οι περισσότεροι από αυτούς τους «επικίνδυνους για την δημόσια ασφάλεια που έχουν διαπράξει αξιόποινες πράξεις και δη ανθρωποκτονίες», παίρνουν εξιτήριο μετά από μιαν άλλοτε άλλη περίοδο χρόνου.

Ότι τα εξιτήρια θα ήταν πολύ περισσότερα αν δεν υπήρχε αυτός ο εγγενής συντηρητισμός του κυρίαρχου δικαστικού και ψυχιατρικού θεσμού, με προπορευόμενο, εν προκειμένω, τον δικαστικό, καθώς είναι επανειλημμένες οι απορρίψεις από την εκάστοτε δικαστική έδρα των εκθέσεων/εισηγήσεων των θεραπόντων ψυχιάτρων για άρση του άρθρου 69 και την χορήγηση εξιτηρίου.

Ότι οι ασθενείς του άρθρου 69, πλην ελαχίστων, συγκριτικά, εξαιρέσεων, είναι οι πιο «ήσυχοι ασθενείς», στα τμήματα όπου νοσηλεύονται.

Ότι τουλάχιστον 20 από τους 90 «επικίνδυνους» του ΨΝΑ, διαμένουν σε εξωνοσοκομειακές στεγαστικές δομές, μέσα στην κοινότητα, με θύρες επισήμως ανοικτές και κυκλοφορούν ελεύθερα, χωρίς να έχει αρθεί το άρθρο 69.

Ότι ο θάνατος, τον περασμένο Σεπτέμβρη, των τριών ασθενών από πυρκαγιά, που εν τέλει αποδόθηκε στον γνωστό «επικίνδυνο ασθενή», δεν οφειλόταν στη φωτιά καθαυτή, κάτι που συμβαίνει πολύ συχνά στο ψυχιατρείο (κάποιος να βάλει σ΄ ένα τμήμα φωτιά), αλλά στο γεγονός ότι οι τρεις ασθενείς ήταν μηχανικά καθηλωμένοι και ότι, επιπλέον, δεν υπήρξε ετοιμότητα παρέμβασης για την διάσωσή τους.

Τα μέτρα που ζητάει ο ΣΥΝΟΨΥΝΟ είναι υπέρ της περαιτέρω κατασταλτικής λειτουργίας του ψυχιατρείου, υπέρ των ειδικών θαλάμων απομόνωσης και άλλων περιοριστικών μέτρων, επικαλούμενος τον «διαρκή κίνδυνο για την ίδια τη ζωή του προσωπικού». Ενα ψυχιατρείο, δηλαδή, ως φρούριο και ενσάρκωση της «επικινδυνότητας», με ό,τι αυτό σημαίνει για την καταστολή που αναμένει, αλλά και για το κοινωνικό στίγμα που συνοδεύει, τον όποιο ψυχικά πάσχοντα καταφεύγει (ή «τον καταφεύγουν») στις υπηρεσίες του.

Αλλά και η επαναφορά του πάγιου αιτήματος της κυρίαρχης ψυχιατρικής και νοσηλευτικών συντεχνιών που την υπηρετούν, για το άνοιγμα «δικαστικού ψυχιατρείου», ενός θεσμού πλήρως αποτυχημένου διεθνώς.

Και όλα αυτά γιατί το ΨΝΑ δεν ανανέωσε τη σύμβαση με εταιρεία φύλαξης η οποία διέθετε δυο σεκιουριτάδες ανά βάρδια για την φύλαξη του συγκεκριμένου «επικίνδυνου ασθενή», μέτρο που επιβλήθηκε μετά την πυρκαγιά του Σεπτέμβρη. Κανείς δεν μιλάει για την έλλειψη του όποιου θεραπευτικού πλάνου για τον εν λόγω ασθενή, όπως και για πολλούς άλλους (και όχι μόνο του άρθρου 69 ΠΚ), την αδυναμία/ανικανότητα ν΄ αναπτυχθεί μια θεραπευτική προσέγγιση στην δυσκολία που τον διακρίνει. Κανείς δεν μιλάει για την έλλειψη της στοιχειώδους εκπαίδευσης του προσωπικού των ψυχιατρείων και όλων των ψυχιατρικών μονάδων στις διαδικασίες/τεχνικές «αποκλιμάκωσης», για το πώς η ίδια η λειτουργία των μονάδων αυτών, η κουλτούρα και η πρακτική που τις διέπει, παράγει και/ή επιδεινώνει την «επικινδυνότητα», ή καλλίτερα, τις «επικίνδυνες καταστάσεις». Φυσικά, καταλυτικό ρόλο σε όλα αυτά παίζει και η δραματική έλλειψη του προσωπικού, η αποψίλωση του ΨΝΑ και όλων των μονάδων από νοσηλευτές/τριες, πρωτίστως, αλλά και από ψυχιάτρους και από όλες τις άλλες ειδικότητες. Ωστόσο, ο κατασταλτικός χαρακτήρας της κουλτούρας και των ασκούμενων πρακτικών προϋπήρχε της έλλειψης προσωπικού – είναι στο DNA του κυρίαρχου ψυχιατρικού παραδείγματος.

Ο ΣΥΝΟΨΥΝΟ, αν και αδρανής κινηματικά, δεν ήταν καθόλου αδρανής στην με κάθε μέσο διεκδίκηση της ιατρικοποίησης του ρόλου του νοσηλευτή, στη μετατροπή του σ΄ ένα φορέα επιστημονικοφανών, περιγεγραμμένων, αυτοαναφορικών και αποστειρωμένων δεξιοτήτων απέναντι στην αρρώστια ως αντικείμενο, αποκομμένο από το όλο της ύπαρξης του ψυχικά πάσχοντα και με επιλογή των στιγμών της επαφής και της σχέσης μ΄ αυτόν, αφήνοντας τις «δύσκολες» στιγμές (ακριβώς αυτές που τον πλημμυρίζουν και λόγω των οποίων φτάνει στο σημείο να νοσηλεύεται) στις διαδικασίες καταστολής, στο δέσιμο, στην απομόνωση, στον σεκιουριτά.

Καταλαβαίνει κανείς πού οδηγεί αυτή η αφηρημένη, κατασκευασμένη και συντεχνιακού χαρακτήρα αντίληψη για τον «καθημερινό κίνδυνο στη ζωή του προσωπικού». Εδώ να προστεθεί η υποβάθμιση και η υπονόμευση του θεραπευτικού (και πολύ συχνά αναντικατάστατου) ρόλου των άλλων βαθμίδων νοσηλευτικού προσωπικού (ΔΕ, ΥΕ), ακριβώς επειδή από τον ως άνω στεγνό και ιατρικοποιημένο ρόλο του νοσηλευτή υποβαθμίζεται/εξαλείφεται το κομβικό στοιχείο της «σχέσης μεταξύ προσώπων» που είναι (ή, θα έπρεπε να είναι) το θεμέλιο μιας θεραπευτικής σχέσης, πάνω στο οποίο, οι όποιες δεξιότητες αποχτούν νόημα και περιεχόμενο.

Και φυσικά, ο σεκιουριτάς δεν θα χρησιμοποιηθεί μόνο στον όποιο «επικίνδυνο ασθενή» του άρθρου 69, αλλά και απέναντι στον όποιο νοσηλευόμενο αντιδρά στις συνθήκες και στη νοσηλεία του καθεαυτή, στον ακούσιο και βίαιο χαρακτήρα της, στις κατασταλτικές πρακτικές που ασκούνται ως ο κανόνας. Οι «δύσκολες καταστάσεις» είναι πολύ πιο συχνές με αυτούς, τους «καθημερινούς ασθενείς», παρά με τους ασθενείς του άρθρου 69.

Η επικινδυνότητα συνίσταται ακριβώς σ΄ αυτές τις στάσεις, τις αντιλήψεις, τις πρακτικές. Επικίνδυνοι δεν είναι οι ψυχικά πάσχοντες, επικίνδυνη είναι η αντιμετώπισή τους από την κοινωνία και από το κυρίαρχο ψυχιατρικό σύστημα. Επικίνδυνη είναι, όπως έχει λεχθεί, «η αναπαραγωγή της επικινδυνότητας».

.

9/3/2016

.

ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ

.

.

.

.

.

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗΣ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ : Η ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ ΣΤΟΝ ΕΝΑ ΧΡΟΝΟ ΤΗΣ «ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ» (ή, «μια από τα ίδια», όπως και επί Δεξιάς)

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗΣ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ
ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ
Η ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ ΣΤΟΝ ΕΝΑ ΧΡΟΝΟ ΤΗΣ
«ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ»
(ή, «μια από τα ίδια», όπως και επί Δεξιάς)

.

Οι ζοφερές επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης και των διαδοχικών μνημονίων στην Ψυχική Υγεία δεν έχουν και δεν πρόκειται να έχουν ορατό τέλος.

.
Στην διάρκεια της χρονιάς που πέρασε, αυτό που ζήσαμε ήταν οι συνέπειες των προηγούμενων μνημονίων (κάτω από «αριστερή», πλέον, διαχείριση), που έγιναν όλο και πιο εμφανείς στην αποστράγγιση που προκάλεσαν των πάσης φύσης μονάδων και δομών ψυχικής υγείας από προσωπικό και οικονομικούς πόρους, συντελώντας στο να γίνονται, στην λειτουργία τους, όλο και πιο διαχειριστικές, κατασταλτικές και διεκπεραιωτικές, όλο και πιο ανίκανες να παρέχουν τις όποιες θεραπευτικές υπηρεσίες – πόσο μάλλον να τις παρέχουν με τους όρους (εγγενείς στην όποια έννοια του «θεραπευτικού») του σεβασμού της αξιοπρέπειας, των δικαιωμάτων και της ελευθερίας των ψυχικά πασχόντων.

.

Όλη αυτή την περίοδο, ούτε η «πρώτη», ούτε η «δεύτερη φορά αριστερά» έκανε τίποτα για να διορθώσει στο παραμικρό τα πράγματα, περιοριζόμενη, όπως σε όλα τα πεδία της διακυβέρνησης που ασκεί, στο να παρατηρεί παθητικά και άκρως διαχειριστικά τις εξελίξεις που, και στην Ψυχική Υγεία, οδήγησαν σε εκρηκτικές καταστάσεις. Και πώς να κάνει έστω και την παραμικρή «διορθωτική» κίνηση, τη στιγμή που λειτουργεί στη βάση της απαρέγκλιτης εφαρμογής των «συμφωνηθέντων» (επιβληθέντων), καθώς μάλιστα, η ίδια αυτή κυβέρνηση έχει υπογράψει το τρίτο και χειρότερο μνημόνιο, αυτό του καλοκαιριού, που μόλις τώρα έχει αρχίσει να τίθεται σε εφαρμογή, μη έχοντας προλάβει να δείξει τις ακόμα πιο καταστροφικές συνέπειές του και ενώ, προς επιβεβαίωση των ανωτέρω, σπεύδει υπάκουα ν΄ αποσύρει και το δήθεν «παράλληλό» της πρόγραμμα με ένα απλό νεύμα αποδοκιμασίας των «εταίρων».

.

Διάφορες επιτροπές στο Υπουργείο Υγείας με αντικείμενο την Ψυχική Υγεία δεν είναι, πλέον, ικανές ούτε για τις παραδοσιακές «ασκήσεις επί χάρτου» που διεξήγαγαν διαχρονικά όλες οι σχετικές επιτροπές, σπαταλώντας εργατοώρες σε αδιέξοδες, ανακυκλούμενες και προσχηματικές συζητήσεις που άφηναν πάντα την πραγματική κατάσταση αμετάβλητη-κάτι που ζήσαμε σ΄ όλη τη διάρκεια των τριάντα χρόνων ψυχιατρικής «μεταρρύθμισης».

.

Στον χώρο της Ψυχικής Υγείας, η αποσάθρωση των δημόσιων υπηρεσιών, που πειθήνια υλοποιεί η κυβέρνηση Σύριζα-Ανελ, αλληλεπιδρά, λειτουργώντας σε αντιστοιχία και συνέργια με το κυρίαρχο ψυχιατρικό παράδειγμα, το οποίο ποτέ δεν αμφισβητήθηκε, από τις πανεπιστημιακές έδρες μέχρι τις κλινικές των ψυχιατρείων και των γενικών νοσοκομείων και τα όποια ομοιώματα κοινοτικών υπηρεσιών λειτούργησαν, για όσο λειτούργησαν, διάσπαρτα, αυτοαναφορικά και κατακερματισμένα, χωρίς ποτέ να συναρθρώνονται και να λειτουργούν στην λογική ενός ολοκληρωμένου και τομεοποιημένου δικτύου υπηρεσιών.

.

Όχι μόνο δεν υπήρξε η παραμικρή αμφισβήτηση της κατασταλτικής ψυχιατρικής στη διάρκεια αυτού του χρόνου, αλλά, αντίθετα, υπήρξε η περαιτέρω επιβεβαίωσή της – με την ψυχιατρική κοινότητα (και αυτήν που πρόσκειται στον Σύριζα) να βαδίζει πάνω σ΄ ένα όλο και πιο ολισθηρό, λόγω των ακολουθούμενων πολιτικών, έδαφος – σε μια λογική αμυντική και όχι αναζήτησης εναλλακτικών λύσεων – προκειμένου να «αποτρέψει» το επερχόμενο «κακό» με τις ίδιες μεθόδους και πρακτικές, τις μόνες που διαχρονικά γνωρίζει και εφαρμόζει και οι οποίες δεν κάνουν άλλο από το να παράγουν και να επιδεινώνουν το «κακό».

.

Μετά τον θάνατο, τον περασμένο Μάιο, ενός καθηλωμένου ασθενή που προκλήθηκε από άλλον, επίσης καθηλωμένο, ασθενή, εισάγονται στο ΨΝΑ οι θάλαμοι απομόνωσης («λευκά κελιά»), με παρακολούθηση μέσα από κάμερες. Μετά το τραγικό συμβάν του Σεπτέμβρη, με τον θάνατο από αναθυμιάσεις, λόγω πυρκαγιάς, τριών καθηλωμένων ασθενών, η απάντηση είναι η περαιτέρω επιτάχυνση του «δικαστικού ψυχιατρείου», λόγω της υποτιθέμενης «επικινδυνότητας» του ασθενή που έβαλε τη φωτιά – μιας «επικινδυνότητας» απαλλακτικής της πραγματικής επικινδυνότητας που διέπει την λειτουργία του κυρίαρχου ψυχιατρικού συστήματος – και πίσω από την οποία οχυρώθηκαν αμυντικά οι πάντες. Η μηχανική καθήλωση, από κάτι ανέκαθεν αυτονόητο για την κυρίαρχη ψυχιατρική, γίνεται, πλέον, το σήμα κατατεθέν.

.

Και είναι χαρακτηριστικό ότι ο μόνος που βρέθηκε να φταίει, μετά την συνήθη τελετουργία των ανέκαθεν ανούσιων και επίπλαστων εξεταστικών διαδικασιών, ήταν ο «συνήθης ύποπτος», ο ασθενής που «έβαλε τη φωτιά», μια ενοχή κατασκευασμένη ως «αποκλειστική ενοχή του ατόμου» και, φυσικά η επανεπιβεβαίωση της «φοβερής» και «μοναδικής» στα χρονικά «επικινδυνότητάς» του (τέτοιας που να εξηγεί όλη την διαχρονική δυσλειτουργία του ΨΝΑ). Ευθύνες αποδόθηκαν, με τον συνήθη προσχηματικό τρόπο, όπως έχει δείξει η σχετική εμπειρία, και σε κάποιους με ιεραρχικά υπεύθυνες θέσεις, για κάποιες κατ΄ εφαπτομένην παραλείψεις, όχι, όμως, και κατ΄ ουδένα τρόπο, στο σύστημα που κρατάει εσαεί καθηλωμένους τους ασθενείς – οι οποίοι, αν δεν ήταν καθηλωμένοι, δεν θα πέθαιναν – ούτε στην παγιωμένη, ως αυτονόητη, πρακτική των αυθαίρετων διαδικασιών με τις οποίες εν γένει αποφασίζονται και γίνονται οι μηχανικές καθηλώσεις, αλλά ούτε και στο γεγονός καθεαυτό της χρησιμοποίησης αυτών των αντιθεραπευτικών και τραυματικού χαρακτήρα μεθόδων, που ισοδυναμούν με βασανιστήριο (και που, όχι σπάνια, αποτελούν άμεση αιτία θανάτου). Και η «αριστερή» ηγεσία του Υπουργείου Υγείας, που διαχειρίστηκε αυτή την διαδικασία, δεν μπορούσε παρά να καλύπτεται (και να καλύπτει) πλήρως από την όλη εξεταστική διεκπεραίωση του συμβάντος. Εν αναμονή πάντα του επόμενου….

.

Δομημένη και λειτουργώντας πάνω σε λογικές που αντιμετωπίζουν την ψυχική αρρώστια ως «αντικείμενο», αποκομμένο από το βίωμα και την ιστορία του προσώπου στην κοινωνική του αλληλεπίδραση, ένα «αντικείμενο» με εγγενή τον, σε άλλοτε άλλο βαθμό, χαρακτήρα της «επικινδυνότητας» ως ατομικής ιδιότητας, προτάσσουν, πριν και σε βάρος της όποιας θεραπευτικής προσέγγισης, την φύλαξη : κλειδωμένη πόρτα, μηχανική καθήλωση, απομόνωση, προώθηση, με πρόταση της ίδιας της «Ειδικής Επιτροπής Ελέγχου Προστασίας Δικαιωμάτων των Ατόμων με Ψυχικές Διαταραχές», σε κάθε ψυχιατρικό τμήμα, μιας «πτέρυγας αυξημένης φροντίδας» για «διεγερτικούς και αυτοκτονικούς ασθενείς», σε μια λογική αντιμετώπισης της παταγώδους αποτυχίας των πρακτικών και των συστημάτων καταστολής με ακόμα μεγαλύτερη καταστολή, βία και απανθρωποποίηση. Όσο πιο πολύπλοκες οι ανάγκες του υποκειμένου, τόσο πιο μονόδρομη, απλοποιητική, ασφυκτικά στερητική της ελευθερίας και βάναυσα κατασταλτική η αντιμετώπιση.

.

Δεν είναι τυχαίο ότι στο ίδιο ψυχιατρείο, στο ΨΝΑ, που συνέβησαν οι διαδοχικοί τραγικοί θάνατοι (αυτοί που έγιναν γνωστοί) συνέβη και η αυθαίρετη αλλαγή χρήσης κτιρίου, αξίας 7.3 εκ. ευρώ, που παραδόθηκε, με 6ετή καθυστέρηση, για να λειτουργήσει ως ΚΨΥ, το οποίο, αντί για ΚΨΥ, χρησιμοποιήθηκε από την Διοίκηση του ΨΝΑ, με σύμφωνη γνώμη της ψυχιατρικής κοινότητας, ως χώρος μεταφοράς στεγαστικών δομών, των οποίων ξενοικιάστηκαν τα κτίρια όπου μέχρι τώρα στεγάζονταν, καθώς και για την μεταφορά των εξωτερικών ιατρείων του ψυχιατρείου. Πλήρης άρνηση, δηλαδή, για την όποια, έστω και προσχηματική, στροφή στην κοινότητα.

.

Την ίδια στιγμή, η συρρίκνωση των στεγαστικών δομών που έχει αρχίσει εδώ και τρία χρόνια, συνεχίστηκε και φέτος με το κλείσιμο, μεταξύ άλλων, και προστατευόμενων διαμερισμάτων και την διασπορά των ενοίκων τους αλλού, όπου υπήρχε κενή θέση, μειώνοντας δραστικά τον αριθμό των διατιθέμενων θέσεων ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης για λόγους περικοπών των σχετικών δαπανών. Παρόμοιο κίνδυνο αντιμετωπίζουν τα προστατευόμενα διαμερίσματα της οδού Αχαρνών 1, που υπάρχουν εδώ και πάνω από 20 χρόνια και τα οποία, ενώ υπάρχει πρόταση και δυνατότητα αξιοπρεπούς μεταστέγασης σε υπάρχον κατάλληλο κτίριο, η Διοίκηση του ΨΝΑ, εν γνώσει των αρμόδιων του Υπουργείου Υγείας, το ξενοικιάζει και σχεδιάζει την διασπορά τους όπου υπάρχει, ή δημιουργηθεί «κενός χώρος» μέσα από τον συνωστισμό των ενοίκων διαφόρων άλλων στεγαστικών δομών.

.

Αυτή η εκ των έσω κατάρρευση και εκβαρβαρισμός του συστήματος των υπηρεσιών συμβαδίζει με τις μηδέποτε εγκαταλειφθείσες επιδιώξεις (δεσμεύσεις προς την ΕΕ) για το βίαιο κλείσιμο των ψυχιατρείων – μόνο που επί Σύριζα, σε αντίθεση με την θορυβώδη, ολοταχή και μανιακόμορφη διαδικασία που ακολούθησε η προηγούμενη Διοίκηση του ΨΝΑ, παίρνει μια φαινομενικά πιο «ήπια» μορφή χωρίς ν΄ αλλάζει ουδόλως σε περιεχόμενο. Αλλωστε, είχαν δηλώσει ότι θα ζητούσαν, ούτως ή άλλως, αναβολή της εφαρμογής του συμφώνου Αντόρ -Λυκουρέντζου για ένα-δυο χρόνια. Τίποτε άλλο. Και έτσι ακριβώς συμβαίνει.

.

Ήδη, στην προαναφερθείσα έκθεση της «Επιτροπής Προστασίας Δικαιωμάτων» για το τραγικό συμβάν του Σεπτέμβρη στο ΨΝΑ, αναφέρεται η πρόταση για μεταφορά τεσσάρων κλινικών σε γενικά νοσοκομεία – πρόταση που υπάρχει και σε επίσημα έγγραφα των επιτροπών για την Ψυχική Υγεία του Υπουργείου, σε συνδυασμό με αντίστοιχες προτάσεις και διαδικασίες για το ΨΝΘ. Χωρίς να υπάρχει, έστω και κατ΄ ελάχιστον, η όποια πρόθεση για δημιουργία δικτύου κοινοτικών υπηρεσιών εναλλακτικών στον εγκλεισμό και στον μονόδρομο της ψυχιατρικής νοσηλείας, χωρίς να είναι ικανοί, όχι να σχεδιάσουν, αλλά ούτε καν να συλλάβουν τι σημαίνει και τι είναι τομεοποίηση. Το βίαιο κλείσιμο, λοιπόν, των ψυχιατρείων, «σε όλο του το μεγαλείο», και επί κυβερνήσεων της κατ΄ όνομα «Αριστεράς», όπως και επί Δεξιάς. Μέχρι και η κατάργηση της παρακράτησης των συντάξεων των ενοίκων των στεγαστικών δομών ψυχικής υγείας των περιθαλπόμενων σε προνοιακές δομές (που είχε θεσμοθετήσει ο Λοβέρδος σε συνεργασία με κάποιες γνωστές ΜΚΟ), μετατράπηκε σε φάρσα από την κυβέρνηση Σύριζα-Ανελ, καθώς είχε περιληφθεί στο «παράλληλο πρόγραμμα» που απεσύρθη ύστερα από απαίτηση των «εταίρων». Σημειωτέον ότι το σκέλος που αφορούσε τους ψυχικά πάσχοντες δεν είχε εφαρμοστεί ποτέ, καθώς είχε συναντήσει τις συνεχείς κινητοποιήσεις συλλογικοτήτων επαγγελματιών ψυχικής υγείας ατόμων με ψυχιατρική εμπειρία και συλλόγων οικογενειών ψυχικής υγείας. Στο σκέλος, όμως, που αφορούσε τις προνοιακές μονάδες και δομές, η παρακράτηση είχε ξεκινήσει κανονικά και εδώ πάνω από δυο χρόνια.

.

Η Ψυχική Υγεία δεινοπαθεί το ίδιο επί αριστερόστροφου νεοφιλελευθερισμού, όπως και επί του ακραιφνούς δεξιόστροφου. Η κατάσταση πρόκειται να επιδεινωθεί με ακόμα πιο γοργούς ρυθμούς στο άμεσα προσεχές μέλλον. Κάθε βήμα προς την προϊούσα αποδυνάμωση και την ενδόρρηξη των υπαρχόντων υπηρεσιών, είναι και βήμα προς την περαιτέρω κατασταλτική μετάλλαξη πρακτικών και δομών (δικαστικό ψυχιατρείο κλπ).

.

Αλλά και προς την περαιτέρω ιδιωτικοποίηση των υπηρεσιών ψυχικής υγείας, με κεντρικό, εν προκειμένω, τον ρόλο των κρατικοδίαιτων ΜΚΟ, οι οποίες, και ως «Δίκτυο Αργώ», προσφέρονται ανέκαθεν, όπως την εποχή του Λοβέρδου, έτσι και στην περίοδο του Σύριζα, να υπηρετούν, με το όποιο κόστος για τους «φιλοξενούμενους» και τους εργαζόμενους στις δομές τους, τις εκάστοτε κυβερνητικές πολιτικές, ανοικτές προς, ή και επιδιώκοντας, την όλο και πιο κερδοσκοπικού χαρακτήρα μετάλλαξή τους. Όπως για όλες τις προηγούμενες ηγεσίες του Υπουργείου Υγείας, έτσι και για την παρούσα, τα περίφημα «σκάνδαλα των ΜΚΟ ψυχικής υγείας», για μιαν ακόμα φορά, «δεν υπάρχουν».

.

Και δεν είναι άσχετη από την απλώς σε επίπεδο «αριστερής καρέκλας» λειτουργία της ηγεσίας του Υπουργείου Υγείας, η απαράδεκτη σιωπή και συνενοχή της στο νέο «σκάνδαλο της Λέρου», που δημιουργεί η κυβέρνηση Σύριζα-Ανελ. κατ΄ εντολήν της ΕΕ, με την παρεμπόδιση της λειτουργίας ανοικτού Κέντρου Υποδοχής προσφύγων και μεταναστών στο πρώην ΠΙΚΠΑ Λέρου και το ξανάνοιγμα του εκεί ψυχιατρείου ως κέντρου κράτησης (στρατοπέδου συγκέντρωσης) για τον εγκλεισμό, μετά τους ψυχικά ασθενείς και τους πολιτικούς εξόριστους, αυτή τη φορά, προσφύγων και μεταναστών.

.

Κι όσο για την κατάσταση στα Λεχαινά και στα άλλα παρόμοια ανά την επικράτεια προνοιακά ιδρύματα, με τα κλουβιά και τις απαράδεκτες συνθήκες μιας φροντίδας ωσάν ενός δια βίου βασανιστηρίου, η απάντηση είναι ότι «δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητά μας, αλλά σ΄ αυτήν του Υπουργείου Εργασίας», απ΄ όπου, ωστόσο, εκπορεύεται η ίδια αδιαφορία για μια διαιωνιζόμενη κοινωνική αθλιότητα, με διαχρονική ευθύνη όλων των κυβερνήσεων, για την οποία δεν υπάρχει η παραμικρή πρόθεση, ούτε από την κυβερνώσα «αριστερά», για την όποια παρέμβαση.

.

Είναι σαφές ότι, τα άτομα με ψυχιατρική εμπειρία, οι οικογένειές τους, οι εργαζόμενοι (όπως και οι άνεργοι) λειτουργοί ψυχικής υγείας δεν έχουν τίποτα να περιμένουν από μια κυβέρνηση που αποτελεί αριστερό δεκανίκι του κυρίαρχου συστήματος, από μια ηγεσία του Υπουργείου Υγείας που λειτουργεί σε συνέργια με την κυρίαρχη ψυχιατρική κοινότητα προς ακόμα πιο κατασταλτικές ψυχιατρικές πρακτικές. Η ανεξάρτητη, με χειραφετητικά προτάγματα και από κοινού κινητοποίηση των άμεσα ενδιαφερομένων, τόσο αυτών που λαμβάνουν, όσο και αυτών που παρέχουν υπηρεσίες ψυχικής υγείας, σε στενή συμμαχία με κοινωνικά κινήματα και στην κατεύθυνση της αμφισβήτησης του κυρίαρχου ψυχιατρικού παραδείγματος, είναι ο μόνος τρόπος, και δρόμος, για ν΄ ανοίξουν εστίες και κινήσεις, μέσα κι΄ έξω από τα όποια ιδρύματα και θεσμούς, ενάντια στην ψυχιατρική βαρβαρότητα και την νεοφιλελεύθερη αποδόμηση της Ψυχικής Υγείας.

.

28/12/2015

.

ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ

.

.

.

.

.

ΤΟ ΝΕΟ ΤΡΑΓΙΚΟ ΣΥΜΒΑΝ ΣΤΟ ΨΝΑ : ΠΡΟΪΟΝ, ΑΠΟ ΚΟΙΝΟΥ, ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΗΣ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΜΝΗΜΟΝΙΩΝ – ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗΣ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗΣΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ

.

.

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ
ΤΗΣ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗΣ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗΣΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ

ΤΟ ΝΕΟ ΤΡΑΓΙΚΟ ΣΥΜΒΑΝ ΣΤΟ ΨΝΑ : ΠΡΟΪΟΝ, ΑΠΟ ΚΟΙΝΟΥ, ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΗΣ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΜΝΗΜΟΝΙΩΝ

Το νέο, μέσα σε τέσσερις μήνες, τραγικό συμβάν στο ΨΝΑ-Δαφνί, με το θάνατο τριών μηχανικά καθηλωμένων ασθενών από αναθυμιάσεις λόγω πυρκαγιάς (που προκλήθηκε από μη εξακριβωμένη, μέχρι στιγμής, αιτία) ήλθε όχι μόνο να σηματοδοτήσει ξανά, με τον πιο εφιαλτικό τρόπο, την πλήρη διάλυση των υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας, αλλά και ν΄ αναδείξει, με τον πιο ανάγλυφο τρόπο, το ποιός, είναι ο πραγματικά επικίνδυνος : ο ψυχικά ασθενής ή το σύστημα που υποτίθεται ότι αναλαμβάνει την φροντίδα και θεραπεία του. Είναι όλο και πιο σαφές ότι αυτό που ισχύει (και ανέκαθεν ίσχυε, αλλά τώρα, λόγω της κρίσης, γίνεται «εκκωφαντικά ορατό») είναι το δεύτερο.

Για χρόνια οι ασθενείς αυτοί (του λεγόμενου «πρώην 7ου») είναι διαρκώς μηχανικά καθηλωμένοι, χωρίς κανένα θεραπευτικό πλάνο, με τους εφημερεύοντες γιατρούς να καλούνται απλώς να επικυρώσουν την ήδη γραπτή και διαρκώς ισχύουσα οδηγία – κάτι που οδήγησε, πριν λίγα χρόνια, σε άρνηση πολλών εκ των ειδικευόμενων γιατρών, που καλούνταν απλώς να υπογράψουν το «εντέλεσθαι», να εκφράσουν γραπτώς την άρνησή τους να συμμετέχουν σε αυτή την εγκληματική φαρσοκωμωδία. Αλλά ήταν ειδικευόμενοι … όχι ειδικευμένοι…

Και, φυσικά, υπήρξαν και συγκεκριμένες γραπτές προτάσεις για το πώς θα εισάγονταν, σ΄ αυτή την απάνθρωπη και απανθρωποποιητική αποθήκη, θεραπευτικές και αποκαταστασιακές διαδικασίες με στόχο το ξεπέρασμα/κατάργησή της και την μετάβαση των εγκλείστων σε εξωνοσοκομειακές στεγαστικές δομές – κάτι απόλυτα εφικτά, αλλά δαπανηρό (ο ιμάντας είναι πιο φτηνός) και, ταυτόχρονα, έξω από την επικρατούσα ψυχιατρική κουλτούρα και πρακτική στο ΨΝΑ – και όχι μόνο.

Και πριν προλάβει να υπάρξει η όποια αξιόπιστη έρευνα για τα αίτια της πυρκαγιάς, την ακριβή εστία της, για το τι ακριβώς έγινε, πόσος καπνός χρειάστηκε να μπει στο τμήμα για να γίνει αντιληπτός, και από ποιόν, πριν οδηγήσει στον θάνατο των ασθενών, γιατί δεν υπήρχαν αισθητήρες καπνού κλπ, κλπ, κλπ, άρχισαν να τροφοδοτούνται τα σενάρια τρόμου από τους ένθεν κακείθεν, γιατρούς, συνδικαλιστές, δημοσιογράφους, πολιτικούς, για τον «επικίνδυνο ψυχασθενή», για τους 90 του άρθρου 69 ΠΚ, που είναι στο ΨΝΑ (και σημειωτέον, οι 20 εξ΄ αυτών, αν και «επικίνδυνοι», διαμένουν σε ανοικτές σε εξωνοσοκομειακές στεγαστικές δομές!!!). Φυσικά, κανείς δεν μιλάει για τους υπόλοιπους, περίπου 400 νοσηλευόμενους του ΨΝΑ, που αντιμετωπίζονται με τους ίδιους κατασταλτικούς τρόπους, όπως οι «90», ως εξίσου «επικίνδυνοι», κλειδωμένοι, συχνά δεμένοι κλπ.

Ακόμα και η Ελληνική Ψυχιατρική Εταιρεία, σιγοντάροντας το καθεστώς που ευθύνεται για τον θάνατο αυτών των ασθενών (όπως και δεκάδων άλλων από πολλά χρόνια), χαρακτήρισε υποκριτές όσους τάσσονται ενάντια στη βάρβαρη πρακτική των μηχανικών καθηλώσεων, αν και ξέρει ότι μπορεί να υπάρξει Ψυχιατρική που μπορεί να ασκείται με «ανοικτές πόρτες και χωρίς μηχανικές καθηλώσεις» – αλλά όχι βέβαια η Ψυχιατρική που ασκείται από και υπό την αιγίδα της ΕΨΕ.

Κάποιοι καλοθελητές επαναφέρουν το ζήτημα του «ακέφαλου» (λόγω της προ ολίγων μηνών καθαίρεσης του  Π. Θεοδωράκη) της Διοίκησης του ΨΝΑ, λες και δεν ήταν ο Π. Θεοδωράκης που παρουσίασε την απαλλακτική των πάντων ΕΔΕ για τον θανάσιμο τραυματισμό (17/5/15) καθηλωμένου ασθενή από άλλο καθηλωμένο ασθενή που κατάφερε να λυθεί – και εδώ το σύστημα, οι πρακτικές του και η κουλτούρα του, δεν έφταιγε σε τίποτα. Λες και δεν ήταν αυτός που επί των ημερών του βούλιαξε σκόπιμα το ΨΝΑ, διαλύοντας συνειδητά την όποια θεραπευτική δραστηριότητα, ως πιστός τροϊκανός που το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν οι περικοπές των δαπανών και το βίαιο κλείσιμο του ψυχιατρείου. Ηταν αυτός που εφάρμοσε με ανάλγητο τρόπο την πολιτική της πλήρους αποδυνάμωσης από προσωπικό του ψυχιατρείου, πολύ κάτω από τα όρια όχι ασφαλούς, αλλά απλώς υποτυπώδους λειτουργίας.
Και ήταν αυτή την πολιτική που συνέχισε η «ακέφαλη» Διοίκηση του ΨΝΑ και το «αριστερό» Υπουργείο Υγείας, με όλες τις «επιτροπές» να σχεδιάζουν, ακόμα μια φορά επί χάρτου, το περιτύλιγμα μιας όλο και πιο βάρβαρης καθημερινότητας, στην οποία όλοι συμμετείχαν, σχεδιαστές και εκτελεστές.

Επικεντρώνουν όλοι και προβάλουν το ζήτημα των τραγικών ελλείψεων σε προσωπικό. Είναι σαφές ότι αυτό παίζει κομβικό ρόλο. Κάνει την κόπωση του εναπομείναντος προσωπικού να οδηγεί σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις. Ωστόσο, η ιδρυματική βία δεν γεννήθηκε τώρα – είναι ένα εγγενές, δομικό χαρακτηριστικό του ιδρύματος. Υπήρχε πάντα. Η επάρκεια του προσωπικού είναι μια εκ των ουκ άνευ προϋποθέσεων για μια θεραπευτική διαδικασία – είναι, ωστόσο, μια αναγκαία, αλλά όχι και επαρκής προϋπόθεση. Η βία υπήρχε και όταν το προσωπικό ήταν επαρκές. Είναι και ήταν ανέκαθεν ο τρόπος για την πειθαρχική, επαρκή και αποτελεσματική λειτουργία του ολοπαγούς ιδρύματος.

Όπως λέει ο Franco Basaglia, «…η μόνη υπευθυνότητα που το ίδρυμα αποδίδει στον ασθενή είναι η υπευθυνότητα για το ατύχημα, που σπεύδει να το καταλογίσει στον ασθενή και στην αρρώστια του, απορρίπτοντας οποιαδήποτε σύνδεση ή συμμετοχή στην τραγωδία. Ο ασθενής που έχει απογυμνωθεί από κάθε υπευθυνότητα στη διάρκεια της μακρόχρονης παραμονής του στο ψυχιατρείο, ξαφνικά βρίσκεται ολοκληρωτικά υπεύθυνος για τη μόνη ‘ελεύθερη’ πράξη του, που σχεδόν πάντα συμπίπτει με τον θάνατό του…» («Το πρόβλημα του συμβάντος»).

Η όποια προϋπόθεση «για κάτι» σχετίζεται με αυτό «το κάτι», αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του, αλλά δεν ταυτίζεται μαζί του. Η ίδια προϋπόθεση μπορεί να εξυπηρετήσει και διαμετρικά αντίθετους στόχους. Και εν προκειμένω, το ζήτημα της ψυχιατρικής κουλτούρας και πρακτικής, το «για ποια ψυχιατρική μιλάμε», παίζει τον πρωτεύοντα ρόλο, έστω και αν αυτός ο πρωτεύων ρόλος, για να μπορεί να λειτουργήσει, χρειάζεται επάρκεια κατάλληλα εκπαιδευμένου προσωπικού.

Το λεγόμενο «πρώην 7ο», οι ολημερίς και δια βίου καθηλωμένοι τρόφιμοι, δεν είναι προϊόν του μνημονίου και της κρίσης. Υπήρχε από πάντα, όπως και οι γνωστές αντίστοιχες συνθήκες σε όλα τα τμήματα και σε όλα τα ψυχιατρεία και τις ψυχιατρικές κλινικές των γενικών νοσοκομείων. Είναι προϊόν της κυρίαρχης Ψυχιατρικής. Αυτό που γίνεται τώρα, είναι ότι, με τα διαδοχικά μνημόνια, η ιδρυματική επάρκεια του κλειστού ολοπαγούς ιδρύματος έχει καταρρεύσει και το σύστημα εκρήγνυται, με τραγικές συνέπειες για τις ζωές των ασθενών – και αυτό αφορά και το ίδιο το προσωπικό (ιδιαίτερα το νοσηλευτικό), που μπορεί ανά πάσα στιγμή να πέσει θύμα της επικινδυνότητας, όχι του όποιου ψυχικά ασθενή, αλλά του ψυχιατρικού συστήματος εντός του οποίου είναι εντεταλμένο να λειτουργεί.

Δεν είναι τυχαίο για το τι συμφέροντα εξυπηρετούν οι κρατούντες της «ακέφαλης» Διοίκησης του ΨΝΑ, με την συνεργασία και την κάλυψη της «αριστερής» ηγεσίας του Υπουργείου, που ένα κτίριο (στο Γκάζι) το οποίο αγοράστηκε με 7.5 εκ. ευρώ (ΕΣΠΑ) για να λειτουργήσει ως ΚΨΥ (αυτό που στα χαρτιά λένε ότι θέλουν να κάνουν προκειμένου να γίνει το κοινοτικό δίκτυο των υπηρεσιών), αντί να το θέσουν σε λειτουργία ως ΚΨΥ, το μετατρέπουν σε στεγαστική δομή (ήδη μεταφέρθηκαν οι πρώτοι ασθενείς από άλλη δομή), με πιθανή φιλοξενία και των εξωτερικών ιατρείων, ακυρώνοντάς το ως ΚΨΥ – τη στιγμή, μάλιστα, που τα ΚΨΥ είναι ελάχιστα και σε κατάρρευση. Ενα σκάνδαλο που θα πληρωθεί ακριβά και με πρόστιμα, αλλά για το οποίο η υποτιθέμενη «αριστερά» του ΨΝΑ δεν είπε κουβέντα και μάλιστα συναίνεσε σε αυτό.

Το ιστορικό Δαφνί, μια ιστορία πόνου και οδύνης από τότε που ιδρύθηκε εδώ και 90 χρόνια, ζει πραγματικά το δικό του «ύστατο σήμερα». Κι΄ άλλα παρόμοια τραγικά γεγονότα θα φέρει η οξυνόμενη οικονομική και κοινωνική κρίση, σε συνδυασμό με την κυρίαρχη ψυχιατρική κουλτούρα, την ολοσχερή αδυναμία λειτουργίας, το «κλείσιμο» για το οποίο προειδοποιούσαμε και που δεν αφορά απλώς στο λουκέτο του Π. Θεοδωράκη, αλλά και στο «καθημερινό κλείσιμο», με την προϊούσα αποδυνάμωση από προσωπικό, την κόπωση, την απελπισία, το αδιέξοδο. Ένα «κλείσιμο» που συνέχισε, σφυρίζοντας αδιάφορα, η 7μηνη «αριστερή» διακυβέρνηση.

Μόνη λύση είναι το άνοιγμα δρόμων προς ένα κοινό μέτωπο των εργαζομένων, των ασθενών, των οικογενειών και των κοινωνικών κινημάτων για μιαν «άλλη» ψυχιατρική κουλτούρα και πρακτική, που θα σέβεται τον ψυχικά πάσχοντα ως υποκείμενο και ως ισότιμο συνομιλητή, στον κοινό αγώνα ενάντια στο σύστημα που παράγει την οδύνη και απεργάζεται την καταστροφή όλων.

Πρέπει να χυθεί άπλετο φως στο τι ακριβώς έγινε και πέθαναν από την πυρκαγιά οι τρεις ασθενείς, να μην κυριαρχήσει κανένας αποπροσανατολισμός από την αποκάλυψη των πραγματικών συμβάντων και των αιτιών γι΄ αυτά Να απαιτηθούν και να διεκδικηθούν μαζικές προσλήψεις προσωπικού, άνοιγμα του ψυχιατρείου στην κοινότητα, κατάργηση των κατασταλτικών μεθόδων, των μηχανικών καθηλώσεων και της κλειδωμένης πόρτας, απόρριψη των καμερών και των απομονώσεων, συνειδητοποιώντας ότι ο μόνος τρόπος για ν΄ αποφευχθούν άλλα χειρότερα είναι ο κοινός αγώνας για την αμοιβαία χειραφέτηση ασθενών και προσωπικού.

.

7 Σεπτεμβρίου 2015

.

ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ

.

.

.

.

.

Η Κοινωνική Κατασκευή της Επικινδυνότητας και οι Δομές «Υψίστης Ασφαλείας» – Σάββατο 4 Απριλίου 2015 στο Θέατρο «Εμπρός»

.

10420389_459359477551453_598287756709536392_n

.

Η εκδήλωση* για την «Επικινδυνότητα», που ήταν να γίνει στις 14/3/15, στην αίθουσα Δρακόπουλου του ΕΚΠΑ και ακυρώθηκε λόγω της αιφνιδιαστικής, απόφασης του Πρύτανη για κλείσιμο του Πανεπιστήμιου (για «λόγους ασφαλείας», λόγω της κατάληψης της Νομικής), θα γίνει το Σάββατο, 4/4/15, 10.00-17.00 στο ελεύθερο αυτοδιαχειριζόμενο θέατρο «Εμπρός».

.

νέο πρόγραμμα 4 Απρίλη

.

*Είχε προηγηθεί αυτό το κείμενο, το 2014:

.

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ
ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

23 Δεκεμβρίου 2014

Επικίνδυνος ποιος/α και για ποιον/αν;

Όλο και πιο συχνά σε πρωτοσέλιδα στις εφημερίδες, στα κεντρικά δελτία των ειδήσεων, στον πολιτικό και δικαστικό λόγο αρθρώνεται η λέξη ‘επικινδυνότητα’ και τα παράγωγα της. Την τελευταία διετία έχει επανέλθει πιο ηχηρά από ποτέ ένας λόγος που φαίνεται να στοχοποιεί ως εν δυνάμει επικίνδυνες διάφορες κοινωνικές ομάδες με το πρόσχημα ότι αποτελούν ‘δημόσιο κίνδυνο’. Ειδικότερα στο χώρο της ψυχικής υγείας έχει αναζωπυρωθεί μια συζήτηση που στοχεύει στο να επαναφέρει το ζήτημα του επικίνδυνου ‘ψυχασθενή’ ταυτοποιώντας ανθρώπους που φέρουν συγκεκριμένες διαγνώσεις ως ‘εν δυνάμει επικίνδυνους’. Με φόντο την κατάρρευση κάθε ίχνους κοινωνικής πρόνοιας και φροντίδας, παράλληλα με μια διαρκώς επιδεινούμενη εξαθλίωση των ζωών μας και απαξίωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας οικοδομείται ένα κράτος ασφάλειας. Όμως είναι πλέον γνωστό ότι στο νεοφιλελευθερισμό η ασφάλεια εξαγοράζεται με τη στέρηση της ελευθερίας μας και το προσφερόμενο από τους κρατικούς θεσμούς αίσθημα ασφάλειας εξαργυρώνεται με περιορισμό, εγκλεισμό και κοινωνικό αποκλεισμό.

.
Ως πρωτοβουλία θέσαμε εξαρχής μια προοπτική συνάντησης των κοινωνικών κινημάτων και ορίσαμε ως κοινό τόπο την ψυχική υγεία. Πέρα από το γεγονός ότι πολλοί και πολλές από εμάς έχουμε άμεσα ή έμμεσα εμπλακεί με σχετικούς θεσμούς, πιστεύουμε ότι η υγεία και ειδικότερα η ψυχική μας υγεία δεν αφορά, ή τουλάχιστον δεν αφορά μόνο, τις γνώσεις κάποιου εξειδικευμένου επαγγελματία αλλά αποτελεί ένα μείζον κοινωνικό και πολιτικό ζήτημα. Σήμερα η ‘επικινδυνότητα’ ως έννοια και ως πλέγμα θεσμικών πρακτικών όχι μόνο δεν ‘εξασθενεί’ ως προς την τρέχουσα κοινωνική της σημασία και εφαρμογή, αλλά αντίθετα, παρ όλη τη συσσωρευμένη γνώση για τον πολύπλοκο, σφαιρικό της χαρακτήρα και τη σχεσιακή / κοινωνική της διάσταση τείνει να αντιμετωπίζεται ως σύμφυτη ιδιότητα του υποκειμένου (‘επικίνδυνοι άνθρωποι’, ‘επικίνδυνες ομάδες’) και μάλιστα, βιολογικά προσδιορισμένη. Για τη διαχείρισή της συζητιέται η ίδρυση ενός ειδικού ψυχιατρείου (δικαστικού ψυχιατρείου) ή σε άλλες περιπτώσεις η θέσπιση της υποχρεωτικής κατ’ οίκον νοσηλείας για ‘ασθενείς’ για τους  οποίους η ‘επικινδυνότητα’ τους  αξιολογείται αυξημένη. Όμως, καθώς σήμερα τα όρια ανάμεσα στον κοινωνικό αποκλεισμό και τον εγκλεισμό είναι πολύ λεπτά, όσο περισσότερο βαθαίνει ο αποκλεισμός, τόσο περισσότερο τα αποκλεισμένα άτομα κινδυνεύουν να καταλήγουν πιο συχνά (ή εκ νέου) στον εγκλεισμό.

.
Σήμερα, που πολλοί πανηγυρίζουν για το κλείσιμο των ψυχιατρείων, η αναζήτηση των σχεσιακών εκείνων διεργασιών που ενδέχεται να παράγουν έναν κίνδυνο τείνουν να αποσιωπούνται ενώ τα όρια του ψυχιατρικού ασύλου επεκτείνονται επικίνδυνα μέσα στην κοινότητα και γίνονται λιγότερο ευδιάκριτα. Γιατί σε αυτό ακριβώς το θόλωμα των ορίων ίσως να κρύβεται ένας από τους πολλούς κινδύνους της κυρίαρχης αφήγησης για την υγεία μας και την ασφάλειά μας. Προφανώς οι κίνδυνοι είναι πολλοί περισσότεροι, όπως και οι φόβοι που μας προκαλούν.  Οι οροθετικές γυναίκες τον Απρίλιο του 2012 παραμονές των εκλογών το ζήσανε και το ζούνε καθημερινά, το ίδιο και οι πρόσφυγες στα κέντρα κράτησης.
Στην ίδια λογική ευθυγραμμίζεται, κατά την άποψή μας, και η θέσπιση φυλακών τύπου γ, για τους κρατούμενους ‘ειδικής κατηγορίας και εξέχουσας επικινδυνότητας’, όπου οι κρατούμενοι θα βιώνουν μια φυλακή μέσα στη φυλακή.

.
Με αυτά κατά νου διοργανώνουμε δημόσια εκδήλωση με θέμα την ‘επικινδυνότητα’. Το πρόγραμμα της εκδήλωσης είναι υπό διαμόρφωση. Σας καλούμε να συμμετάσχετε στη συζήτηση είτε προσωπικά είτε συλλογικά, να συνεισφέρετε ιδέες και προτάσεις σε μια ζωντανή συζήτηση για μια κοινωνία χωρίς περιφράξεις και κοινωνικούς αποκλεισμούς.

.

.

.

.

Η κοινωνική κατασκευή της Επικινδυνότητας και οι δομές «υψίστης ασφαλείας» – Σάββατο 14 Μαρτίου 2015 στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

.

update 14/3/2015– ΕΠΕΙΓΟΝ-ΑΝΑΒΟΛΗ ΕΚΛΗΛΩΣΗΣ: Aναβάλλεται η σημερινή εκδήλωση για την Eπικινδυνότητα καθώς με απόφαση του Πρύτανη το κτήριο επί της οδού Πανεπιστημίου 30 θα μείνει κλειστό, λόγω της κατάληψης της Νομικής : «Γι΄ αυτό το λόγο, καλούμε όλους και όλες σε μια έκτακτη συνάντηση της Πρωτοβουλίας, σήμερα, στις 12 μ. στον ξενώνα «Σεμέλη», Φερών 38 (κοντά στην πλ. Βικτωρίας), προκειμένου να συζητήσουμε και ν΄ αποφασίσουμε για τις κινήσεις μας από εδώ και πέρα».

.

 

Η κοινωνική κατασκευή της επικινδυνότητας

.

.

Η κοινωνική κατασκευή της επικινδυνότητας2

.

.

Είχε προηγηθεί αυτό το κείμενο, το 2014:

.

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ
ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

23 Δεκεμβρίου 2014

Επικίνδυνος ποιος/α και για ποιον/αν;

Όλο και πιο συχνά σε πρωτοσέλιδα στις εφημερίδες, στα κεντρικά δελτία των ειδήσεων, στον πολιτικό και δικαστικό λόγο αρθρώνεται η λέξη ‘επικινδυνότητα’ και τα παράγωγα της. Την τελευταία διετία έχει επανέλθει πιο ηχηρά από ποτέ ένας λόγος που φαίνεται να στοχοποιεί ως εν δυνάμει επικίνδυνες διάφορες κοινωνικές ομάδες με το πρόσχημα ότι αποτελούν ‘δημόσιο κίνδυνο’. Ειδικότερα στο χώρο της ψυχικής υγείας έχει αναζωπυρωθεί μια συζήτηση που στοχεύει στο να επαναφέρει το ζήτημα του επικίνδυνου ‘ψυχασθενή’ ταυτοποιώντας ανθρώπους που φέρουν συγκεκριμένες διαγνώσεις ως ‘εν δυνάμει επικίνδυνους’. Με φόντο την κατάρρευση κάθε ίχνους κοινωνικής πρόνοιας και φροντίδας, παράλληλα με μια διαρκώς επιδεινούμενη εξαθλίωση των ζωών μας και απαξίωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας οικοδομείται ένα κράτος ασφάλειας. Όμως είναι πλέον γνωστό ότι στο νεοφιλελευθερισμό η ασφάλεια εξαγοράζεται με τη στέρηση της ελευθερίας μας και το προσφερόμενο από τους κρατικούς θεσμούς αίσθημα ασφάλειας εξαργυρώνεται με περιορισμό, εγκλεισμό και κοινωνικό αποκλεισμό.

.
Ως πρωτοβουλία θέσαμε εξαρχής μια προοπτική συνάντησης των κοινωνικών κινημάτων και ορίσαμε ως κοινό τόπο την ψυχική υγεία. Πέρα από το γεγονός ότι πολλοί και πολλές από εμάς έχουμε άμεσα ή έμμεσα εμπλακεί με σχετικούς θεσμούς, πιστεύουμε ότι η υγεία και ειδικότερα η ψυχική μας υγεία δεν αφορά, ή τουλάχιστον δεν αφορά μόνο, τις γνώσεις κάποιου εξειδικευμένου επαγγελματία αλλά αποτελεί ένα μείζον κοινωνικό και πολιτικό ζήτημα. Σήμερα η ‘επικινδυνότητα’ ως έννοια και ως πλέγμα θεσμικών πρακτικών όχι μόνο δεν ‘εξασθενεί’ ως προς την τρέχουσα κοινωνική της σημασία και εφαρμογή, αλλά αντίθετα, παρ όλη τη συσσωρευμένη γνώση για τον πολύπλοκο, σφαιρικό της χαρακτήρα και τη σχεσιακή / κοινωνική της διάσταση τείνει να αντιμετωπίζεται ως σύμφυτη ιδιότητα του υποκειμένου (‘επικίνδυνοι άνθρωποι’, ‘επικίνδυνες ομάδες’) και μάλιστα, βιολογικά προσδιορισμένη. Για τη διαχείρισή της συζητιέται η ίδρυση ενός ειδικού ψυχιατρείου (δικαστικού ψυχιατρείου) ή σε άλλες περιπτώσεις η θέσπιση της υποχρεωτικής κατ’ οίκον νοσηλείας για ‘ασθενείς’ για τους  οποίους η ‘επικινδυνότητα’ τους  αξιολογείται αυξημένη. Όμως, καθώς σήμερα τα όρια ανάμεσα στον κοινωνικό αποκλεισμό και τον εγκλεισμό είναι πολύ λεπτά, όσο περισσότερο βαθαίνει ο αποκλεισμός, τόσο περισσότερο τα αποκλεισμένα άτομα κινδυνεύουν να καταλήγουν πιο συχνά (ή εκ νέου) στον εγκλεισμό.

.
Σήμερα, που πολλοί πανηγυρίζουν για το κλείσιμο των ψυχιατρείων, η αναζήτηση των σχεσιακών εκείνων διεργασιών που ενδέχεται να παράγουν έναν κίνδυνο τείνουν να αποσιωπούνται ενώ τα όρια του ψυχιατρικού ασύλου επεκτείνονται επικίνδυνα μέσα στην κοινότητα και γίνονται λιγότερο ευδιάκριτα. Γιατί σε αυτό ακριβώς το θόλωμα των ορίων ίσως να κρύβεται ένας από τους πολλούς κινδύνους της κυρίαρχης αφήγησης για την υγεία μας και την ασφάλειά μας. Προφανώς οι κίνδυνοι είναι πολλοί περισσότεροι, όπως και οι φόβοι που μας προκαλούν.  Οι οροθετικές γυναίκες τον Απρίλιο του 2012 παραμονές των εκλογών το ζήσανε και το ζούνε καθημερινά, το ίδιο και οι πρόσφυγες στα κέντρα κράτησης.
Στην ίδια λογική ευθυγραμμίζεται, κατά την άποψή μας, και η θέσπιση φυλακών τύπου γ, για τους κρατούμενους ‘ειδικής κατηγορίας και εξέχουσας επικινδυνότητας’, όπου οι κρατούμενοι θα βιώνουν μια φυλακή μέσα στη φυλακή.

.
Με αυτά κατά νου διοργανώνουμε δημόσια εκδήλωση με θέμα την ‘επικινδυνότητα’. Το πρόγραμμα της εκδήλωσης είναι υπό διαμόρφωση. Σας καλούμε να συμμετάσχετε στη συζήτηση είτε προσωπικά είτε συλλογικά, να συνεισφέρετε ιδέες και προτάσεις σε μια ζωντανή συζήτηση για μια κοινωνία χωρίς περιφράξεις και κοινωνικούς αποκλεισμούς.

.

.

.

.

.