Παρουσίαση βιβλίου: «Φρόυντ» των René Major και Chantal Talagrand

.

Φρόιντ.jpg

.

Ένα ακόμη βιβλίο για τον Freud παρουσιάζω σήμερα εδώ. Ένα βιβλίο που μπορεί να θεωρηθεί και αντίλογος σε κείνο της Εύας Βαισλάιβερ (περισσότερα για το οποίο μπορείτε να διαβάσετε σ’ αυτή την ανάρτηση) και για όσα ισχυρίζεται για κείνον ως άνθρωπο. Το γιατί θα το καταλάβετε στην πορεία.

.

Ας γράψω αρχικά όμως, πως το δικό μου κίνητρο για να σας το παρουσιάσω έχει να κάνει με το γεγονός πως ασχολείται με την πολιτική πλευρά της ψυχανάλυσης και τις θέσεις που εξέφρασε κατά καιρούς ο ιδρυτής της για τα κομβικά γεγονότα της εποχής του.

.

Δεν είχα χρόνο να το διαβάσω απ’ το πρωτότυπο κι έτσι βρήκα το βιβλίο στα ελληνικά (εκδόσεις «Κασταλία», 2007) σε μετάφραση της Ελένης Κουκούλη και της Άννας Πίγκου, που ομολογουμένως έχουν κάνει θαυμάσια δουλειά με την απόδοση του κειμένου. Για να δούμε λοιπόν μαζί ένα απόσπασμα απ’ τον πρόλογο:

.

«(…) Ο Μισέλ Φουκώ, στο βιβλίο του Η δίψα της γνώσης απέτισε στον Φρόυντ τον εξής φόρο τιμής: «Περιποιεί πολιτική τιμή στην ψυχανάλυση ή τουλάχιστον σε ό,τι συνεκτικό υπάρχει σ’ αυτήν- το ότι υποπτεύθηκε τι θα μπορούσε να είναι αθεράπευτα παραγωγικό σε αυτούς τους μηχανισμούς εξουσίας, που ισχυρίζονταν ότι μπορούσαν να ελέγχουν και να διαχειρίζονται την καθημερινότητα της σεξουαλικότητας […] Η ψυχανάλυση βρέθηκε ανέκαθεν -επί της ουσίας και εκτός από κάποιες εξαιρέσεις-σε θεωρητική και πρακτική αντιπαράθεση με τον φασισμό».

.

Ήδη στο συνέδριο που είχε οργανώσει ο Φερέντσι στη Βουδαπέστη το 1918 με θέμα τις νευρώσεις του πολέμου, ο Freud είχε δείξει πως το θέμα των διαφόρων «θεραπειών» που εφαρμόζονταν τότε του φαινόταν ύποπτο κι είχε απορρίψει αυτή τη μορφή κέρδους. Δεν ήταν αυτό μια πολιτική στάση; Επιπροσθέτως είχε τολμήσει να θίξει ένα θέμα με ταξικές τρόπον τινά προεκτάσεις:

.

«Κάποτε θ’ αφυπνιστεί η συνείδηση της κοινωνίας λέει σ’ αυτό το συνέδριο. Κάποτε θ’ αναγκαστεί ν’ αναγνωρίσει ότι ο φτωχός έχει εξίσου δικαίωμα στην ψυχική βοήθεια, όπως και στη σωματική, ότι οι νευρώσεις δεν απειλούν λιγότερο την υγεία του λαού απ’ όσο η φυματίωση… Μπορεί να χρειαστεί καιρός, ώσπου το κράτος να αισθανθεί ότι αυτό το καθήκον επείγει… Κάποτε, όμως, θα πρέπει να φτάσει ως εκεί».

.

Εκείνη την περίοδο άλλωστε, το 1919, είχε εμπιστευτεί στον Έρνεστ Τζόουνς, τον ιδρυτή της ψυχανάλυσης στη Μεγάλη Βρετανία και επίσημο βιογράφο του, πως είχε «κατά το ήμισυ ασπαστεί τον μπολσεβικισμό«. Στο βιβλίο φυσικά αναφέρονται πλείστα ακόμη παραδείγματα για όσα έγραφε σε άλλους ψυχαναλυτές αλλά και σε φίλους του, για τον πόλεμο και ποικίλα αποσπάσματα που τεκμηριώνουν πως τον αδικούν όσες/οι ισχυρίζονται πως δεν είχε ασχοληθεί ιδιαιτέρως με τα πολιτικά ζητήματα. Προσωπικά ξεχώρισα ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα:

.

«Δεν είμαστε αναρχικοί επειδή είμαστε έτοιμοι ν’ αναγνωρίσουμε ότι είναι εξ΄ορισμού αδύνατο να έχουν οι νόμοι και οι διαταγές ιερό κι απαραβίαστο χαρακτήρα, ότι είναι συχνά ανεπαρκείς στο περιεχόμενό τους κι ικανοί να προσβάλλουν το αίσθημά μας για δικαιοσύνη, ή ότι δεν θα καταστούν τέτοιοι, μετά από κάποιο διάστημα. Μπροστά στη χοντροκοπιά των ατόμων που κυβερνούν την κοινωνία, δεν έχουμε συχνά άλλο τρόπο για να διορθώσουμε αυτούς τους νόμους, από το να τους παραβιάσουμε χωρίς δεύτερη σκέψη«.

.

Στο βιβλίο θα βρείτε επίσης αναφορές και σχόλια για το κάψιμο των βιβλίων του απ’ τις ομάδες των SS, για τη σύλληψη της κόρης του Άννας απ’ τη Γκεστάπο, για την «επίσκεψη» των SA και τα χρήματα που πήραν απ’ το σπίτι του κ.α. Αν και το τελευταίο γεγονός που σας αναφέρω το αντιμετώπισε με χιούμορ, δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί απ’ ό,τι διάβασα το αν πράγματι είχε προσθέσει το ειρωνικό σχόλιο «Συνιστώ θερμά την Γκεστάπο στον οποιονδήποτε!», όταν υπέγραψε το έγγραφο που βεβαίωνε πως οι Γερμανικές αρχές τον είχαν μεταχειριστεί καλά.

.

Σας είχα γράψει όμως στην αρχή πως αυτό το βιβλίο θα μπορούσε να θεωρηθεί κι αντίλογος σε κείνο της Εύας Βαισλάιβερ κι ήρθε η ώρα να σας εξηγήσω γιατί. Υπάρχουν ουκ ολίγες αναφορές για τις καλές σχέσεις που είχε με γυναίκες ψυχαναλύτριες, για το πως τις ενθάρρυνε, σεβόταν τη γνώμη του κτλ.,Θεώρησε «σοβαρή ασυνέπεια«το ότι όταν ιδρύθηκε η Ψυχαναλυτική Εταιρεία της Βιέννης ο Ίζιντορ Ζάντγκερ αντιτάχτηκε στην είσοδο των γυναικών σ’ αυτήν κι έτσι με τη σειρά του εβαλε εναντίον τέτοιων θέσεων. Κι είναι κι αυτός ένας τρόπος για να αμφισβητηθεί ο μισογυνισμός του: «Σε πολλές ευκαιρίες, δεν θα παραλείψει να υπογραμμίσει πόσο πιο ικανές αποδεικνύονται συχνά οι γυναίκες αναλύτριες» όπως τονίζουν οι συγγραφείς «στην εξερεύνηση των γκρίζων ζωνών του παρελθόντος«.

.

Με τον ίδιο τρόπο στο βιβλίο παρουσιάζεται διαφορετικά τόσο η σχέση του με την κουνιάδα του Μίνα, όσο κι εκείνη με τον Βίλχελμ Φλις. Στάθηκα μάλιστα και σ’ ένα διάλογό του με τη Μαρία Βοναπάρτη, στην  οποία είπε: «Οι ιδιοφυΐες είναι ανυπόφοροι άνθρωποι. Η οικογένειά μου θα σας πει πόσο εύκολο είναι να ζει κανείς μαζί μου. Δεν είμαι λοιπόν ιδιοφυΐα«. Να ‘ταν άραγε έτσι; Ένας εύκολος άνθρωπος με λαμπρό μυαλό; Ή όχι και πολύ αφοσιωμένος παππούς, ιδιόρρυθμος πατέρας κι όλα όσα ισχυρίζεται η Εύα Βαισλάιβερ, επικαλούμενη αντίστοιχα άλλες πηγές και μαρτυρίες; Ίσως να μην το μάθουμε ποτέ.

.

Ολοκληρώνοντας την παρουσίαση θέλω να πω πως όσες/οι διαβάσουν το βιβλίο θα βρουν και πολλές ενδιαφέρουσες πληροφορίες για σημαντικά γεγονότα που αφορούν τις απαρχές και την εξέλιξη της ψυχανάλυσης, όπως για παράδειγμα την περίφημη ανάλυση της Άννας Ο. Φαίνεται όμως πως ο Έρνεστ Τζόουνς, στον οποίο ήδη αναφέρθηκα, πρόσθεσε διάφορα δικά του στοιχεία στην βιογραφία του Freud.

.

Γι’ αυτό καλύτερα με λόγια του πατέρα της ψυχανάλυσης να σας αφήσω σήμερα. Κι εκείνος, που ως νέος ένιωθε ειδικά στα τρένα, κλειστοφοβία, θ’ αναπαύεται αιώνια στην αχλή του μύθου του όσο εμείς θα ψάχνουμε στ’ απανταχού βιβλία που τον αφορούν μερικά θραύσματα της αλήθειας του:

.

«Το μέλλον θα δείξει αν η θεωρία περιέχει περισσότερη τρέλα απ’ ό,τι θα ήθελα ή αν η τρέλα περιέχει περισσότερη αλήθεια απ’ ό,τι σήμερα μερικοί είναι διατεθειμένοι να πιστέψουν«.

.

.

.

.

.

Advertisements