Δερματοστιξία, τσαμπουκάδες, τατουάζ: Συμβολισμοί και νοήματα στην υποκουλτούρα της φυλακής – Μέρος ΙV

*Συνέχεια από το Μέρος ΙII που μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

update: 6/1/2018

O Danzig Baldaev λοιπόν γεννήθηκε στο Ulan-Ude και μεγάλωσε σε ορφανοτροφείο που φιλοξενούσε παιδιά πολιτικών κρατουμένων, αφού ο πατέρας του κατηγορήθηκε ως εχθρός του λαού. Όταν ενηλικιώθηκε και μετά τη θητεία του στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, διατάχτηκε να δουλέψει ως δεσμοφύλακας στο Kresty, μια διαβόητη φυλακή του Leningrad και το διάστημα 1948-1986 πέρασε κι από πολλές άλλες φυλακές. Εκείνος συγκέντρωσε και και διέσωσε όλα αυτά τα σχέδια των τατουάζ, για τους συμβολισμούς των οποίων έγινε ήδη λόγος.

Η KGB επωφελήθηκε σαφώς, καθώς χρησιμοποίησε τη δουλειά του για να συλλέξει πληροφορίες για τις διάφορες κάστες των κρατουμένων και να κατανοήσει καλύτερα τους μυστικούς τους κώδικες.O ίδιος, όπως αναφέρει άρθρο της εφημερίδας The Guardian είχε κάπου σημειώσει για το θέμα τα εξής: «They realised the value of being able to establish the facts about a convict or criminal: his date and place of birth, the crimes he had committed, the camps where he had served time, and even his psychological profile«

Η συνεισφορά του όπως καταλαβαίνετε, προς αυτή την κατεύθυνση, αν και δεν ήταν υποστηρικτής του καθεστώτος, όπως είχε πει σε συνεντεύξεις της η σύζυγος του, ήταν έστω και άθελά του, πολύτιμη. Κατάφερε να απεικονίσει περισσότερα από 3000 σχέδια, τα αρχειοθέτησε και τα εμπλούτισε με σχετικές πληροφορίες. Κληροδότησε έτσι όμως και σε μας, ένα πλούσιο αρχειακό υλικό, που μελετούν ως σήμερα διάφοροι επιστημονικοί κλάδοι. Και κατέγραψε το τέλος μια εποχής.

Γιατί το έκανε; Όσοι μελέτησαν το αρχείο του και συνέλεξαν πληροφορίες για τη ζωή του, αναφέρουν πως είχε χάσει περίπου 58 μέλη της οικογένειας του. Κατέληξαν απ’ τα βασανιστήρια και την καταπίεση που ασκούσαν τότε οι Σοβιετικοί. Ήθελε λένε λοιπόν, καταγράφοντας τέτοιες σκηνές (ειδικά αυτές απ’ τα gulag), να δώσει μια τρόπον τινά ηθική απάντηση στις ακρότητες που διαπράχτηκαν εκείνη την περίοδο.

.

baldaev_jpg_380x380_q95
Danzig Baldaev
.

Κι όταν εκείνος πέθανε το 2005, οι Damon Murray και Stephen Sorrell, αγόρασαν το αρχείο του απ’ τη χήρα του, το εμπλούτισαν με τις φωτογραφίες των εγκλείστων που έβγαλε ο Sergei Vasiliev μεταξύ 1989 και 1993 στις φυλακές των Chelyabinsk, Nizhny Tagil, Perm και St. Petersburg κι έτσι κυκλοφορούν πια τρία σχετικά βιβλία, με τον τίτλο  Russian Criminal Tattoo Vol I, II kai III απ’ τον εκδοτικό τους οίκο FUEL Designs.

Αναφέρεται εκεί πως για τον Baldaev, “τα τατουάζ ήταν η πύλη του σε ένα μυστικό κόσμο στον οποίο ενήργησε ως εθνογράφος, καταγράφοντας τις τελετουργίες μιας κλειστής κοινωνίας“. Κι αυτή η πληροφορία έχει κι άλλες αναγνώσεις, αν σκεφτεί κανείς πως ο πατέρας του ήταν όντως λαογράφος-εθνογράφος.

Όσοι θέλετε να μάθετε περισσότερα, αξίζει να δείτε τη συνέντευξη του Vasiliev σ’ αυτή τη σειρά των video (υποτιτλισμένη ολόκληρη στ’ αγγλικά), που περιγράφει πως αντιδρούσαν τότε οι άντρες κι οι γυναίκες στη διάρκεια των φωτογραφήσεων αυτών, πως ήταν η κατάσταση στις φυλακές, ποιες κάστες υπήρχαν κτλ.

Ειδικός πάντως στην εικονογραφία των τατουάζ εκείνης της εποχής, ήταν ο Arkady Bronnikov, που εργάστηκε αρχικά ως επιθεωρητής της Αστυνομίας κι αργότερα διατέλεσε καθηγητής Εγκληματολογίας στην Ακαδημία του Perm (Perm Faculty of the Academy of the Ministry of Internal Affairs). Για πάνω από τριάντα χρόνια, μέχρι το 1991 δηλαδή, είχε συγκεντρώσει χιλιάδες φωτογραφίες και βοήθησε έτσι στην εξιχνίαση εκατοντάδων εγκλημάτων, στην αναγνώριση πτωμάτων κτλ. Στην εγκυκλοπαίδεια λοιπόν και συγκεκριμένα στον τόμο Russian Criminal Tattoo Police Files που μπορείτε να δείτε εδώ, περιλαμβάνεται και το δικό του φωτογραφικό αρχείο.

Σ’ αυτό το σημείο θεωρώ πως απ’ αυτήν την τόσο ιδιαίτερη εικονογραφία των εγκλείστων στις φυλακές της πρώην ΕΣΣΔ  για την οποία έγραψα τόσα, είναι ώρα να περάσω σε μια άλλη κατηγορία εξίσου ενδιαφέρουσα, για την οποία οπωσδήποτε έχουν γραφτεί λιγότερα στη χώρα μας: στα τατουάζ που φέρουν τα μέλη της Γιάκουζα, της Ιαπωνικής μαφίας.

Η Ιαπωνία βέβαια, ως χώρα έχει μια μακρά παράδοση στα irezumihorimono). Πήλινα αγαλματίδια που δείχνουν ανθρώπους με τατουάζ έχουν χρονολογηθεί περίπου στο 5000 π.Χ. κι υπάρχουν ανάλογες αναφορές και σ’ ένα κινέζικο χρονικό του 3ου αι. π.Χ., το Wei Chih. Ωστόσο δεν συμφωνούν όλοι οι αρχαιολόγοι πως αυτά τα στοιχεία αφορούν γηγενείς. Φαίνεται όμως πως υπήρξε μια στροφή και μετέπειτα άρχισαν να χρησιμοποιούνται ως τρόπος σήμανσης ατόμων που για διάφορους λόγους χαρακτηρίζονταν ως κακοποιοί. Αυτή η τακτική διήρκεσε χίλια χρόνια περίπου.

Η κατάσταση άλλαξε για λίγο και πάλι όμως αργότερα συγκεκριμένα  μετά την περίοδο Εdo (1603-1868 μ. Χ) ξαναχρησιμοποιήθηκαν τα τατουάζ όχι ως διακοσμητικά στοιχεία ή για τελετουργικούς σκοπούς, αλλά ως στίγματα εγκληματιών (τα έφεραν στο μέτωπό τους ή στα χέρια κι οι αρχές κρατούσαν έτσι ένα είδος εγκληματικών αρχείων –  εδώ μπορείτε να διαβάσετε ένα σχετικό άρθρο). Ειδικά μάλιστα τα ζωηρόχρωμα irezumi, το 18ο αι., συνδέθηκαν σύμφωνα με κάποιους μελετητές, και με τις λεγόμενες κατώτερες τάξεις της χώρας (εργάτες, αγρότες κτλ) κι έτσι κατά κάποιο τρόπο συνειρμικά δυστυχώς με τους εκτός νόμου ανθρώπους. Άλλοι πάλι υποστηρίζουν πως οι πλούσιοι έμποροι που δεν μπορούσαν να δείξουν αλλιώς την ευμάρειά τους τα έκαναν, αλλά πιο βέβαιο είναι ότι τα έφεραν οι πυροσβέστες για προστασία. Πάντως απαγορεύτηκαν κατά την περίοδο Meiji, καταργήθηκαν το 1872 και νομιμοποιήθηκαν πάλι απ’ τις δυνάμεις κατοχής, το 1948.Βέβαια μέσω των ναυτικών που τα έφεραν είχαν γίνει ήδη γνωστά σε όλο τον κόσμο.

Το στίγμα όμως και η σύνδεση τους με τον κόσμο της παρανομίας είναι ισχυρά ακόμα στην Ιαπωνία. Εξαιτίας της σύνδεσης αυτής με την Yakuza,  πολύ πρόσφατα μάλιστα, το 2012 ο δήμαρχος της Osaka, Toru Hashimoto, ενθάρρυνε τους επιχειρηματίες να εκδιώξουν όσους εργαζόμενους τους είχαν τατουάζ αν δεν τα αφαιρούσαν ‘οικειοθελώς’. Είναι μάλλον συνηθισμένο δε, το ν’ απαγορευτεί η είσοδος σε δημόσια λουτρά, πισίνες κτλ ακόμα και σήμερα, σε κάποιον, εξαιτίας των τατουάζ του (αν πάλι τα έχει κάπως καλύψει και δεν φαίνονται έστω, σε μερικούς χώρους μπορεί να καταφέρει να μπει).

Οι Oyabun, οι αρχηγοί της Yakuza,  πληρώνουν για τα τατουάζ  όλων των μελών (kobun), τα οποία αντίθετα με τα αντίστοιχα  των εγκλείστων στη Δύση, έχουν πολλά και ζωηρά χρώματα (κυριαρχεί συνήθως όμως το κόκκινο και το μαύρο και σε μικρότερες ποσότητες το κίτρινο και το πράσινο). Τα ολόσωμα δε παραδοσιακά (tebori), είναι απ’ τα πιο ακριβά (10.000-25.000 yen την ώρα), τα πιο χρονοβόρα (κυριολεκτικά χρειάζονται χρόνια για να ολοκληρωθούν κι οι συνεδρίες μπορεί να κρατήσουν τρεις ώρες η κάθε μία) κι απ’ τα πιο επώδυνα («σαν να σε κόβουν αλλεπάλληλες σπασμένες λεπίδες ξυριστικής μηχανής»). Παρ’ όλα αυτά, επιλέγονται ακριβώς γι’ αυτούς τους λόγους: για να δείξουν την σκληρότητα και την ανθεκτικότητά όσων τα κάνουν. Και βεβαίως την αφοσίωσή τους στη Yakuza.

Απ’ τα πιο συνηθισμένα σχέδια των εκεί μαφιόζων, που οπωσδήποτε πρέπει να είναι μεγάλα σε μέγεθος, είναι ένας δράκος (παραδοσιακό σύμβολο δύναμης) που παλεύει με μια τίγρη. Επιλέγουν κυρίως περίπλοκα μοτίβα, με μυθολογικά τέρατα (Tengu, δηλαδή φαντάσματα και Oni, δαίμονες ή πλάσματα που μοιάζουν με τρολ), με πολεμιστές, με εικόνες απ’ την εποχή των Shogun (π.χ. εταίρων) κ.α. Δεν θα περιμένατε ίσως τόσο σκληροί άντρες ν’ απεικονίζουν στο κορμί τους λουλουδάκια, ψάρια και πεταλούδες, κι όμως συμβαίνει. Γιατί; Επειδή για παράδειγμα, στις κηδείες ο κόσμος στην Ιαπωνία πηγαίνει χρυσάνθεμα για τους νεκρούς. Αν σκοτωθούν λοιπόν κάπου απόμερα («σαν το σκυλί, σ’ ένα βουνό», όπως λέει κάποιος) και το σώμα τους δεν βρεθεί για να ταφεί, θα έχουν τουλάχιστον πάνω τους έστω και ζωγραφισμένα τα λουλούδια. Είναι προετοιμασμένοι για το θάνατό τους δηλαδή. Και τα άνθη κερασιάς επιλέγονται επίσης, απ’ τα μέλη της Yakuza. Συμβολίζουν τη ζωή των γκάνγκστερς, τη μικρή της διάρκεια. Κάτι σαν το «ζήσε γρήγορα, πέθανε νέος».

Οι πεταλούδες επίσης, είναι απ’ τα δημοφιλή τους μοτίβα. Στη Δύση είναι απ’ τα σχέδια που μάλλον θα έβλεπε κανείς σε σώματα γυναικών, αλλά εκεί το νόημα είναι εντελώς διαφορετικό: «θ’ ανοίξω τα φτερά μου ακόμα κι αν πρόκειται να πάω στο διάολο». Κι ο κυπρίνος (koi), απεικονίζεται συχνά στα σώματά τους. Πρόκειται για παραδοσιακό σύμβολο αρρενωπότητας, ανδρισμού.

Παλιότερα λοιπόν τα τατουάζ ήταν υποχρεωτικά για όσους σχετίζονταν με τέτοιου είδους παράνομες δραστηριότητες, αλλά τώρα πια επειδή τα κάνουν κι άνθρωποι που απλώς τα θεωρούν μόδα, έχουν αλλάξει κάπως τα πράγματα (εδώ μπορείτε να δείτε ένα σύντομο σχετικό απόσπασμα υποτιτλισμένο στ’ αγγλικά). Εξακολουθούν να τα χτυπούν όμως αυτοί που θέλουν ν’ αποδείξουν όσα ήδη ανέφερα. Και συμβαίνει και γυναίκες που σχετίζονται με την εκεί μαφία, να φέρουν ολόσωμα τατουάζ (κουστούμια, όπως συνηθίζεται να λέγονται – στο Medical Pathology Museum του Πανεπιστημίου του  Tokyo μάλιστα, όπως ίσως θα προσέξατε στο ντοκιμαντέρ του History Channel, διατηρούνται 105 τατουάζ, μερικά εκ των οποίων είναι ολόσωμα, παραδοσιακά).

Μεγάλο ενδιαφέρον έχει η ιστορία της Shoko Tendo, έτσι όπως καταγράφεται στο βιβλίο «Yakuza moon: Memoirs of a Gangster’s Daughter» (περισσότερες πληροφορίες εδώ κι εδώ), η οποία ήταν κόρη ενός ισχυρού αφεντικού της ιαπωνικής μαφίας. Στην πλάτη της απεικονίζεται η Jigoku Dayu, διαβόητη εταίρα της εποχής Muromachi και κάθε εκατοστό του σώματος της απ’ την κορυφή ως τα νύχια καλύπτεται από διάφορα σχέδια.

Αλλά πως να μην θυμηθεί κάποιος όταν αναφέρεται σε όλα αυτά τον Junichiro Tanizaki, τον σπουδαίο αυτό Ιάπωνα συγγραφέα και το σχετικό διήγημά του «Τhe tatto» (ή «The tattooer» σε άλλες μεταφράσεις)

Αυτό που είναι ασύμβατο πάντως, είναι να είναι κάποιος ενταγμένος στη Yakuza και να θέλει ταυτόχρονα να γίνει horishi (tattoo artist) στα tebori. Καθώς οι κανόνες είναι αυστηροί και συγκεκριμένοι σ’ αυτούς τους δύο ‘τρόπους’ ζωής, οφείλει όποιος διχάζεται να διαλέξει και να παρακαλέσει τον αρχηγό (oyabun), να του επιτρέψει την αποχώρηση. Σε κάποια μέλη της μαφίας, επιτράπηκε όντως ν’ αποχωρήσουν αφού δεσμεύτηκαν πως θ’ ασχοληθούν με την τέχνη των τατουάζ. Όχι βέβαια χωρίς κόστος. Αν μη τι άλλο, έπρεπε να κόψουν μερικά δάχτυλα.

Όλο αυτό το διάστημα που έψαχνα το θέμα, ανακάλυψα μεταξύ άλλων πως σε διάφορα μέρη της Ευρώπης (κι όχι μόνο στην Ιαπωνία), σε μουσεία όπως το Berlin Medizinhistorisches Museum, το Muséum national d ’ Histoire naturelle στο Παρίσι, το Science Museum του Λονδίνου κ.α,  υπάρχουν σε συλλογές με Ανθρώπινα Υπολλείματα (Human Remains),  τατουάζ που αφαιρέθηκαν στο παρελθόν από στρατιώτες, αλλά κι από φυλακισμένους.

Και στη χώρα μας όμως, στο Εγκληματολογικό Μουσείο, υπάρχουν ανάλογα εκθέματα. Ψηφιακά θα δείτε εδώ αρκετές φωτογραφίες με σχέδια και κάποιες πληροφορίες. Φυσικά δεν υπάρχουν ονόματα, που να γνωστοποιούν σε ποιους ανήκαν για ευνόητους λόγους. Φρικιαστικό από κάθε άποψη. 

H Gemma Angel, πάντως, μπόρεσε να μελετήσει ενδελεχώς αυτά της συλλογής «Wellcome» (του Science Museum που στεγάζεται στο Λονδίνο) κι έχει δημιουργήσει την  παρουσίαση που μπορείτε να δείτε εδώ. Υπάρχει επεξήγηση για κάθε φωτογραφία κι αν δεν σας απωθεί το  θέαμα, θα μάθετε πολλά. Συμπληρωματικά, ίσως σας ενδιαφέρει να διαβάσετε σε ένα άλλο δικό της άρθρο, το πως αντιμετωπίστηκαν οι πρώτοι άνθρωποι που έφτασαν ως αιχμάλωτοι στην Ευρώπη και είχαν τατουάζ. Kαι στην Ελλάδα άλλωστε παρόμοιες ήταν οι αντιδράσεις όπως διάβασα πρόσφατα στο άρθρο του Τάσου Κ. Κοντογιαννίδη με τίτλο: «Ο πρώτος Έλληνας που στιγμάτισε το κορμί του» (δημοσιεύτηκε στις 7/6/2014 στην εφημερίδα Real News).

Τι γίνεται όμως, όταν οι κρατούμενοι (και οι γενικώς ασχολούμενοι με παράνομες δραστηριότητες) θέλουν να ‘σβήσουν’ τα τατουάζ που κάποτε επέλεξαν για να κοσμήσουν το σώμα τους; Τι γίνεται επίσης, όταν επιβάλλεται να το κάνουν; Αν κάποιος απερίσκεπτα έφερε τατουάζ που τον έδειχνε ιεραρχικά ανώτερο απ’ ότι ήταν στον υπόκοσμο, ειδικά στις φυλακές της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, εξαναγκαζόταν στο ‘σβήσιμο’ με κάθε τρόπο. Φυσικά, οι περισσότεροι,  δεν έχουν την επιλογή του λέιζερ. Ειδικά αν παραμένουν έγκλειστοι. Παλιότερα, σύμφωνα με τον Ηλία Πετρόπουλο, προσπαθούσαν να τα αφαιρέσουν με γάλα συκιάς ή ξυνό, αλλά έμενε ένα είδος ασπριδερής σκιάς στο σημείο. Πιο δραστικά μέτρα είναι το να γδαρθεί το δέρμα, να καεί, να τριφτεί με γυαλόχαρτο κτλ. Αυτές είναι οι πιο διαδεδομένες μέθοδοι σήμερα. Όσο πιο μεγάλη επιφάνεια καταλαμβάνει στο σώμα του κρατούμενου το σχέδιο, τόσο μεγαλύτερο το πρόβλημα και το ρίσκο όσον αφορά την υγεία του.

Σ’ αυτό το σημείο, λίγο πριν το τέλος, θα παραθέσω ένα σχόλιο, που δεν είναι δικό μου, αλλά με βρίσκει απόλυτα σύμφωνη:»Η επιμονή της ίδιας πρακτικής μέσα από διαφορετικές κουλτούρες και χρονικές περιόδους, που παρουσιάζεται μέσα από διαφορετικά ρεύματα και ιστορικά παραδείγματα, είναι εκπληκτική» γράφει ο Eero Wahlstedt. Μπορεί κανείς να διαφωνήσει μαζί του;

Επί της ουσίας όμως δεν τελειώνουμε εδώ. Θα υπάρξουν ενημερώσεις, μιας κι εσκεμμένα, λόγω του τεράστιου όγκου των πληροφοριών που βρήκα, άφησα απ’ έξω κάποια ζητήματα (θα προσέξατε αν μη τι άλλο πως απουσιάζουν οι ψυχολογικές ερμηνείες κι ελάχιστα πράγματα ανέφερα για τους εγκληματολογικούς διαξιφισμούς επί του θέματος).

Επίσης, παρά τα διάφορα προβλήματα που δημιουργούν ακόμα και στον λεγόμενο γενικό πληθυσμό, έχω δει πως αποτελούν μια πολύ καλή λύση για τους ανθρώπους με σοβαρά δερματικά προβλήματα, ουλές από εγχειρήσεις, εκ γενετής σημάδια ή μεγάλης έκτασης εγκαύματα, τα οποία επιλέγουν να «κρύψουν» μ’ ένα τατουάζ για αισθητικούς λόγους και φτιάχνει έτσι η ψυχολογία τους. Είχα πρόσφατα μια τέτοια συζήτηση με φίλο γιατρό και θέλω να το σημειώσω, για να είμαστε δίκαιες/οι δηλαδή…

Έβαλα  εντούτοις πολλούς συνδέσμους για να δείτε και μόνοι σας πράγματα κι άφησα για το τέλος μια ενδιαφέρουσα έκθεση για τα τατουάζ μες το χρόνο (εδώ λεπτομέρειες), που ξεκίνησε πριν λίγο καιρό στο Παρίσι. Αξίζει να δείτε φωτογραφίες και κείμενα, μιας κι είναι δύσκολο για όλους μας να θαυμάσουμε από κοντά τα εκθέματα. Φυσικά όποιοι επιλέξετε να ξαναδιαβάσετε τις αναρτήσεις στο μέλλον,  θα διαπιστώνετε πως νέα πράγματα, μικρές ή μεγάλες προσθήκες θα υπάρχουν. Και πάντα να βλέπετε και που σας παραπέμπω. Δεν θα χάσετε το χρόνο σας, σας το υπόσχομαι.

Ευχαριστώ τέλος, όσους φίλους και όσες φίλες  έστειλαν υλικό και συμμετείχαν τόσο ένθερμα κι ελπίζω να έκανα τις καλύτερες δυνατόν επιλογές, βάση των ενδιαφερόντων σας. Να είστε καλά!

.
.
.
.
.

Δερματοστιξία, τσαμπουκάδες, τατουάζ: Συμβολισμοί και νοήματα στην υποκουλτούρα της φυλακής – Μέρος ΙΙΙ

 update: 29/3/2016

*Συνέχεια από το Μέρος ΙΙ, που μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Προφανώς οι τρόποι που περιγράφει ο Ηλίας Πετρόπουλος, έχουν μετεξελιχτεί πια. Τα τατουάζ των φυλακών όμως, παραμένουν πάντα αυτοσχέδια και διάφορα υλικά χρησιμοποιούνται, για να επιτευχθούν οι απεικονίσεις που ενδιαφέρουν τους έγκλειστους. Προτιμούνται σαφώς αυτά που μπορούν να βρεθούν πιο εύκολα.

Έτσι, οδοντόβουρτσες, στυλό διαρκείας, ξυριστικές μηχανές, πλαστικό, γρανάζια, χορδές κιθάρας, αγκάθια ψαριών, φυτών, μεταμορφώνονται σε μηχανές και βελόνες. Ούρα, σαμπουάν, φούμο, καμένες σόλες παπουτσιών, κάρβουνο, χυμός σταφυλιού, λάδι ανακατεμένο με άλλα υλικά, υγρά μπαταρίας, μετατρέπονται σε μελάνι. Τα διαφορετικά χρώματα (μπλε, πράσινο, κόκκινο) προκύπτουν απ’ τις επιμέρους προσμείξεις, αν και το μαύρο τείνει πια να είναι το πιο διαδεδομένο.

Στο παρελθόν, κατά τον 19ο και 20ο αιώνα, είχε χρησιμοποιηθεί και κιννάβαρι, cinnabar, ορυκτός υδράργυρος -παρά την τοξικότητα του που ήταν γνωστή-, για να βγει το κόκκινο χρώμα στα σχέδια (εδώ μάλιστα υπάρχει ένα ενδιαφέρον σχετικό άρθρο), ενώ πριν αιώνες οι ώχρες, η κιμωλία, ο μπλε ισάτης, το φυτό urukú έδιναν τις αποχρώσεις που επιθυμούσαν, όσοι ήθελαν να διακοσμήσουν το σώμα τους με ποικίλα σχέδια (στο βιβλίο «Skin:A Natural History« υπάρχουν αυτές οι πληροφορίες και πολλές ακόμα, εξίσου ενδιαφέρουσες, για τον τρόπο που οι άνθρωποι χρησιμοποιούμε το δέρμα μας) Οι μολύνσεις ήταν συχνές και οι θάνατοι όχι σπάνιοι.

«Τα τατουάζ των καταδίκων», γράφει ο προαναφερόμενος συγγραφέας «παρουσιάζουν μια κλειστή θεματολογία: καρδιές (μαχαιρωμένες, λαβωμένες, με φυλλοκάρδια, με γυναικεία ονόματα, με άχ-βαχ), άγκυρες, σταυροί, στιλέτα, γκόμενες (…) Στις απάνθρωπες Νέες Φυλακές της Θεσσαλονίκης εγνώρισα έναν κατάδικο που είχε στο πέος του έναν τσαμπουκά που απεικόνιζε ένα φίδι με τα αρχικά ΑΠ (=Αστυνομία Πόλεων). Ο ίδιος είχε στη γλώσσα του ζωγραφισμένα ψάρια (δηλαδή ότι, είναι εχέμυθος)».

Σήμερα όμως, στις ελληνικές φυλακές η θεματολογία είναι ευρύτερη. Ας μην ξεχνάμε πως αρκετοί αλλοδαποί συνωστίζονται πλέον με Έλληνες εγκλείστους κι ο επηρεασμός είναι αναπόφευκτος. Δυστυχώς δεν μπόρεσα προς το παρόν, να βρω κάποια σχετική έρευνα, για να σας την παρουσιάσω. Θυμάμαι ωστόσο, από διηγήσεις Γεωργιανών κρατουμένων (πριν μερικά χρόνια που συζητήσαμε το θέμα), πως η πιο διαδεδομένη μέθοδος ανάμεσα τους, αφορούσε στη χρήση καμένου και τροποποιημένου στυλού διαρκείας ή ξυριστικής μηχανής. Η μπίλια του στυλού έβγαινε και χρησιμοποιούνταν για τη δημιουργία του σχεδίου. Η δική τους θεματολογία βέβαια, σχετιζόταν με τον τόπο καταγωγής τους.

Ενδιαφέρον είναι πάντως το γεγονός, πως ενώ παλιότερα, ‘παραδοσιακά’ τατουάζ στη χώρα μας, έφεραν μικρά κοριτσάκια, αξιοσέβαστες ηλικιωμένες γυναίκες, θρησκευόμενοι άντρες κτλ (και αυτά απεικόνιζαν κυρίως σταυρουδάκια γι’ αυτό τα έλεγαν και σταυροτυπώματα, ελιές, κυπαρίσσια, λουλούδια, κύκλους κτλ), από ένα σημείο και πέρα, συνδέθηκαν αναπόσταστα με την κουλτούρα του υποκόσμου (και κυρίως της φυλακής). Αν κάποιος από σας ενδιαφέρεται να μάθει περισσότερα,  μπορεί να διαβάσει εδώ μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ανάρτηση για τα τατουάζ των Βλάχων, στην οποία όμως αναφέρονται και οι συμβολισμοί πολλών άλλων πολιτισμών.

Στις μέρες μας, ωστόσο, τα τατουάζ, τόσο στην Ελλάδα όσο και στις άλλες χώρες, είναι πλέον μόδα (καλλιτεχνικό τατουάζ). Αλλά διαχρονικά συνδέθηκαν με δύο συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες: με τους φυλακισμένους και τους ναυτικούς. Στους δεύτερους δημιουργούσαν έναν νοητό δεσμό, μια ταύτιση με την ομάδα (των ναυτικών γενικότερα), τα μέλη της οποίας ασκούσαν ένα τόσο σκληρό επάγγελμα (σε μερικές περιπτώσεις πτώματα σε ναυάγια αναγνωρίστηκαν μόνο απ’ τα τατουάζ τους). Υπάρχει μάλιστα μια εξαιρετική περιγραφή απ’ το Φώτη Κόντογλου, στο μικρό διήγημα «Ο Καπετάν Γρίτσας«, για το πως γινόταν η ανάλια σ’ έναν ήρωά του, τον Καπετάν Νικόλα ( όπως γράφει χαρακτηριστικά:»πλουμίδια κεντημένα απάνου στο πετσί του») με μπαρούτι και λιβάνι.

Το ίδιο εντέλει έγινε και με τους φυλακισμένους: τα τατουάζ ενισχύουν το δεσμό της έσω-ομάδας (συμβάλλουν στην σταθεροποίηση της ταυτότητας της ομάδας), αυξάνουν τη συνοχή, διαχωρίζουν τα μέλη απ’ τους εκτός ομάδας, δηλώνουν την προσωπική δέσμευση των μελών και κυρίως εκφράζουν την ιδεολογία του κλειστού αυτού κύκλου στον οποίο ανήκουν.

Ο Eero Wahlstedt, ειδικά για όσους ανήκουν σε συμμορία και φέρουν όμοια τατουάζ υπογραμμίζει και μια άλλη χρησιμότητα:.»Το τατουάζ επιτρέπει σε κάθε μέλος να συνδέσει τον εαυτό του εμφανώς με τη συμμορία, και έτσι να στηρίζεται στην ομάδα του για προστασία και να προστατεύεται επίσης από αυθαίρετες επιθετικές πράξεις τρίτων, ακόμα κι αν τα άλλα μέλη της ομάδας δεν είναι παρόντα«. Γιατί τ’ αντίποινα είναι δεδομένα και το σκέφτεται κανείς διπλά πριν επιτεθεί σε μέλος συμμορίας.  Η θεματολογία δηλαδή που επιλέγεται όσον αφορά αυτούς τους κρατούμενους, σχετίζεται και με την επιβίωση τους. Τους κάνει ταυτόχρονα στόχο άλλων, αντίπαλων συμμοριών, αλλά αυτό εντάσσεται στο ρίσκο των επικίνδυνων ‘παιχνιδιών’ που παίζουν με τις ζωές τους. Οπωσδήποτε όμως εκφράζει και τα εγκληματικά τους ‘κατορθώματα’. Δείχνει σε τι είναι σπεσιαλίστες.

Σε κάποια μέρη του κόσμου βέβαια, όπως θα δούμε, τα τατουάζ έχουν φτάσει σε ύψιστο βαθμό συμβολισμού. Το γιατί όμως, συνέβη αυτό, θα το αναλύσουμε στη συνέχεια. Τα περισσότερα στοιχεία αφορούν αυτά των Ρώσων εγκλείστων, αλλά ιδιαιτέρως περίπλοκα είναι και εκείνα που φέρουν όσοι ανήκουν στην Γιαπωνέζικη μαφία (Γιάκουζα). Αντιθέτως, οι Σικελοί μαφιόζοι δεν συνδέθηκαν ποτέ με τα τατουάζ. Οι λόγοι είναι πολλοί και σχετίζονται ιστορικά με την ανάδυση αυτής της μαφίας, αλλά αρκεί να αναφέρουμε έναν για να γίνει κατανοητή η διαφοροποίηση: είχαν πάντοτε ισχυρές σχέσεις με την κοινωνία. Δεν ήθελαν να διαφοροποιηθούν απ’ αυτήν.

.

12x16" photo prints
Φωτογραφία του Sergei Vasiliev (υπάρχει στο βιβλίο του Danzig Baldaev)

.

Πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας πάντως, πως κάποια σύμβολα ερμηνεύονται διαφορετικά, ανάλογα με το που τα συναντάμε και ποιας εθνικότητας άτομα τα φέρουν. Για παράδειγμα η σβάστικα σε συμμορίες της Αμερικής, σημαίνει ακριβώς την πίστη στην υπεροχή της λευκής φυλής. Στην πρώην ΕΣΣΔ όμως, συμβολίζει κάτι διαφορετικό. Πρόκειται για ένα είδος πολιτικού χλευασμού, για μια τρόπον τινά πολιτική δήλωση: καλύτερα ναζιστής παρά κομμουνιστής, είναι περίπου το νόημα της. Ακόμα και στις φυλακές του ίδιου κράτους, της Ρωσίας κυρίως, τα ίδια σύμβολα μπορεί να έχουν διαφορετικά νοήματα. Έτσι σε κάποιες περιπτώσεις η σβάστικα συμβολίζει επίσης τα ισόβια δεσμά, δηλώνει πως το άτομο δεν ενδιαφέρεται για κανέναν και σε κάποιες άλλες περιπτώσεις τη φέρουν αυτοί οι κρατούμενοι, που όντως η νοοτροπία τους διέπεται απ’ τον αντισημιτισμό.

Υπάρχει θα έλεγα, μια γενική παραδοχή για κάποια απ’ αυτά, αλλά όχι για όλα. Οι νεκροκεφαλές συμβολίζουν συνήθως τον αριθμό των ανθρωποκτονιών (το ίδιο και οι σταγόνες αίματος πάνω σε ξίφος), οι καθεδρικοί με τους τρούλους τα έτη της ποινής, οι επωμίδες την υψηλή διαβάθμιση του μέλους στον εγκληματικό υπόκοσμο, οι σπασμένες χειροπέδες τις αποδράσεις, τα οκτάγωνα αστέρια στα γόνατα πως το άτομο δεν γονατίζει σε καμιά εξουσία, οι καμπάνες στα πόδια δείχνουν ότι ο έγκλειστος εξέτισε την ποινή του στο ακέραιο («στο κουδούνι»), η γάτα είναι σύμβολο των κλεφτών, οι πειρατές επίσης συμβολίζουν τις κλοπές, το στιλέτο-μαχαίρι σημαίνει πως ο κρατούμενος εκτελεί κατά παραγγελία δολοφονίες, ο ιστός αράχνης την εμπλοκή με τα ναρκωτικά κτλ.

Ακόμα και το σημείο του σώματος όμως, στο οποίο απεικονίζεται κάτι, οδηγεί σε διαφορετική ερμηνεία. Για παράδειγμα τα μάτια χαμηλά στην κοιλιά δηλώνουν πως ο έγκλειστος τα βλέπει όλα (ή ότι είναι ομοφυλόφιλος και το δηλώνει περίτρανα), αλλά το ίδιο σύμβολο στα οπίσθια, δηλώνει πως ο κρατούμενος είναι σεξουαλικά διαθέσιμος για όλους και σ’ αυτές τις περιπτώσεις το τατουάζ γίνεται διά της βίας. Χρησιμοποιούνται δηλαδή τιμωρητικά και μες τις φυλακές, απ’ τους ίδιους τους έγκλειστους που θέλουν για κάποιο λόγο να στιγματίσουν έναν συγκρατούμενό τους. Στέλνουν μ’ αυτού του είδους τις απεικονίσεις ένα ισχυρό μήνυμα, για το τι θα συμβεί σ’ όποιον παραβιάσει τον κώδικα της φυλακής.

Οι κάστες στη φυλακή επίσης, είναι μια πραγματικότητα. Στη Ρωσία για παράδειγμα, υπήρχαν οι Vory-v-zakone ( οι κλέφτες) που ήταν και η μεγαλύτερη κατηγορία εγκλείστων και που βαρύνονταν με πολλαπλές εγκληματικές πράξεις κι ακολουθούσαν oι Muzhiks. Οι πρώτοι συνήθως είχαν τατουάζ με τον Χριστό στον Σταυρό. Η ζωή τους επρόκειτο να έχει τραγικό τέλος και έδειχναν μ’ αυτόν τον τρόπο, πως το γνώριζαν. Τα τατουάζ με την Παναγία βρεφοκρατούσα σήμαιναν πως το άτομο από μικρή ηλικία είχε μπει στο δρόμο της παρανομίας.

Στις δεκαετίες μεταξύ 1920 και 1950 πάλι, οι πιο σκληροί κρατούμενοι ήταν οι blatnye (αλλεπάλληλες καταδίκες για ποικίλες εγκληματικές πράξεις) κι ακολουθούσαν οι vory-v- zakone (οι thieves-in-law που προανέφερα). Στη χειρότερη μοίρα και στο έλεος όλων, ήταν οι προδότες, όσοι συνεργάστηκαν με το σύστημα, που τους στιγμάτιζαν με τη λέξη cyka (=σκύλα),  αλλά αργότερα άλλαξαν ξανά κι αυτές οι ισορροπίες.

Από τις αρχές του 1930 πάντως σύμφωνα με τον Danzig Baldaev, σχεδόν όλοι οι κρατούμενοι άρχισαν να καλύπτονται με τατουάζ, ενώ προηγουμένως το έκανε περίπου το 25% αυτών. Σε κείνη την χρονική περίοδο, τη δεκαετία του ’30 δηλαδή, ήταν σαν να έγινε σαφές πως η επιστροφή στην κοινωνία, αποκλείεται κι έτσι η μόνη ‘σταδιοδρομία’ είναι η εγκληματική καριέρα.

Οι λόγοι σχετίζονταν με την πολιτικό-οικονομική κατάσταση (πόλεμοι, λιμοί, πολιτικές αλλαγές) που οδήγησε στο δρόμο μεταξύ άλλων και εκατομμύρια παιδιά (από τη δεκαετία του ’20 είχαν μείνει άστεγα και ορφανά περίπου 2,5 εκατομμύρια), τα οποία ασχολήθηκαν με παράνομες δραστηριότητες για να επιβιώσουν) κι έχουν αναλυθεί εκτενώς απ’ τους Ρώσους εγκληματολόγους. Αν σας ενδιαφέρει περισσότερο το θέμα, μπορείτε ν’ αναζητήσετε σχετικές εργασίες, στις οποίες εξηγείται και η perekovka, η προσπάθεια αναμόρφωσης των αποκλινόντων και πως οι ίδιοι αντέδρασαν σ’ αυτήν. Οι ποινικοί κρατούμενοι επίσης, ήθελαν οπωσδήποτε να ξεχωρίζουν απ’ τους πολιτικούς και τα τατουάζ ήταν ένας τρόπος.

Κι η πρακτική αυτή συνεχίστηκε για κάποιες δεκαετίες. Σήμερα πάντως, η τάση είναι να μην κάνουν πια τόσα τατουάζ οι κρατούμενοι αυτών των φυλακών, επειδή αντιλήφτηκαν τα μειονεκτήματα, επειδή έσπασε η ομοιογένεια κάποιων ομάδων με την εισροή νέων κρατουμένων, επειδή η επικοινωνία πλέον γίνεται με τα σύγχρονα μέσα, επειδή με τα χρήματα πια αγοράζονται όλα (ακόμα και η αυστηρή ιεραρχία που δηλωνόταν παλιά μέσω αυτών των απεικονίσεων) κι έτσι μειώθηκε η αξία τους ως αξιόπιστων σημαινόντων κ.α. Στην εργασία του Eero Wahlstedt, αναλύονται διεξοδικά οι λόγοι. 

Όσοι-ες ενδιαφέρεστε να μάθετε περισσότερα αξίζει να δείτε το ντοκιμαντέρ που ακολουθεί. Διάλεξα αυτό από άλλα παρόμοια κι εξίσου κατατοπιστικά, επειδή μιλούν οι ίδιοι οι έγκλειστοι σε όλη τη διάρκεια του (μεταξύ αυτών και κάποιες γυναίκες), ακούγονται τραγούδια της φυλακής, εξηγούν οι πιο ηλικιωμένοι κρατούμενοι γιατί παλιά έκαναν τατουάζ στο στήθος τους το Λένιν και τους άλλους ηγέτες τους, υπάρχει σ’ αυτό αρχειακό υλικό με τατουάζ προηγούμενων δεκαετιών, δείχνουν στη πράξη τους δρόμους, το πως δηλαδή επικοινωνούν μεταξύ τους (οι δρόμοι είναι διαδομένη συνήθεια επικοινωνίας αλλά και μεταφοράς μικροαντικειμένων στις φυλακές) κ.α. Το ντοκιμαντέρ είναι ρώσικο, αλλά υπάρχουν αγγλικοί υπότιτλοι. Θεωρώ πως δεν θα δυσκολευτείτε να καταλάβετε. Οι εικόνες μιλούν από μόνες τους.

Και βέβαια πρέπει να σας ενημερώσω πως όσα γνωρίζουμε για τα τατουάζ των Ρώσων εγκλείστων προηγούμενων δεκαετιών, αναφέρονται κυρίως στα βιβλία του Danzig Baldaev, για τα οποία θα γίνει λόγος στην επόμενη και τελευταία ανάρτηση.

.

.

(συνεχίζεται εδώ)

.

.

.

.

Δερματοστιξία, τσαμπουκάδες, τατουάζ: Συμβολισμοί και νοήματα στην υποκουλτούρα της φυλακής – Μέρος ΙΙ

.

*Συνέχεια από το Μέρος Ι που μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

.

Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον πάντως από σημειολογικής πλευράς, το γεγονός πως ενώ κάποτε το εκάστοτε σύστημα επέβαλλε στους εγκλείστους βασανιστήρια και τους στιγμάτιζε με σκοπό την αναγνώριση και την κοινωνικό εξοστρακισμό τους, με τα τατουάζ, τους τσαμπουκάδες, επιλέγουν οι ίδιοι να υποβάλλουν τον εαυτό τους σε μεγάλο σωματικό πόνο και παίρνουν το ρίσκο ν’ αναγνωριστούν και να καταχωρηθούν ως ‘αντικοινωνικά άτομα’. Πρόκειται για συνειδητή κι εθελοντική επιλογή.

«Αν και αποτελεί σύμβολο στίγματος δεν προσπαθούν να το κρύψουν» σημειώνει ο Erving Goffman στο βιβλίο του «Άσυλα«, για το τατουάζ. Kι είναι πράγματι έτσι. Οι έγκλειστοι προβάλλουν από μια χρονική στιγμή κι έπειτα (ίσως καταλάβουμε παρακάτω το πότε), το έγκλημα τους και αρχίζουν να καμαρώνουν γι’ αυτό, απεικονίζοντας το (σαν σύμβολο κύρους πλέον) στο ίδιο τους το σώμα . Επιλέγουν μάλιστα στην εποχή μας, σημεία που δεν κρύβονται με τα ρούχα κι έχουν τατουάζ στα μπράτσα, στο στήθος, στην πλάτη, στην κοιλιά, στους μηρούς, στους γλουτούς, αλλά και στο πέος, τη γλώσσα, τα βλέφαρα, το πρόσωπο.

«Το τατουάζ λειτουργεί ως συνεχής υπενθύμιση του ποιος είναι ή ήταν ο φορέας του«, υπογραμμίζει, όμως, ο Goffman. Τόσο για τον εαυτό του, όσο και για τους γύρω του. Είναι ένα είδος ‘βιογραφικού’, ένα ποινικό μητρώο, σε κοινή θέα. Πράγμα που σημαίνει πως αν αλλάξουν τα πράγματα κι ο πρώην έγκλειστος θέλει ν’ απομακρυνθεί απ’ τον κόσμο της παρανομίας, αντιμετωπίζει έχοντας τέτοια τατουάζ, μια επιπρόσθετη και σημαντική δυσκολία. Αλλά ακόμα κι αν έχει την ‘ευκαιρία’ να συνεχίσει την εγκληματική δράση του, με την συστηματική καταγραφή που γίνεται πια εκ μέρους των αστυνομικών, κινδυνεύει ανά πάσα στγμή ν’ αναγνωριστεί από ένα τέτοιο χαρακτηριστικό ‘στίγμα’.

Γι’ αυτό παλιότερα οι κρατούμενοι, έκαναν ο,τι μπορούσαν για να τα κρύψουν. Ο Ηλίας Πετρόπουλος, στο βιβλίο του «Της φυλακής«, γράφει χαρακτηριστικά: «Τσαμπουκάς παναπεί τατουάζ. Η λέξη τσαμπουκάς ανήκει στη γλώσσα του υποκόσμου μας και είναι πολυσύμαντη. Εδώ δεν ενδιαφέρουν οι άλλες σημασίες της λέξεως (…) Οι τσαμπουκάδες είναι ανεξίτηλοι. Αυτό και μόνο απαγορεύει στους φυλακισμένους να κάνουν τσαμπουκάδες στο πρόσωπο, ή σε άλλα εμφανή σημεία του σώματος. Κι αυτό είναι μία απ’ τις αιτίες που οι μάγκες (και σχεδόν όλοι οι μάγκες έχουνε τσαμπουκάδες), φοράνε μακρυμάνικα πουκάμισα και αποφεύγουν τα μπάνια στη θάλασσα».

.

τατουαζ
Σχέδια παλιών τατουάζ απ’ το βιβλίο του Ηλία Πετρόπουλου «Της φυλακής»

.

Οι συνθήκες όμως άλλαξαν και πλέον τα τατουάζ γίνονται σε εμφανή μέρη του σώματος. Γιατί άραγε; Για ποιους λόγους, παρά τα μειονεκτήματα, το κόστος (ακόμα και στην υγεία τους), οι κρατούμενοι επιμένουν σ’ αυτή τη συνήθεια; Σκέφτονται άραγε τις μακροπρόθεσμες συνέπειες;

Στο απόσπασμα της προηγούμενης ανάρτησης, ο Καρκαβίτσας μέσα απ’ την περιγραφή του, μας δίνει μιαν προφανή  εξήγηση: για να δείξουν την παλληκαριά τους. Το κάνουν για να φανεί πως αντέχουν το σωματικό πόνο. Για τη μαγκιά, όπως περίπου γράφει ο Πετρόπουλος. Φυσικά αυτή δεν είναι η μόνη αιτία, ούτε και η εξήγηση τόσο απλή.

Τα τατουάζ γίνονται επίσης και για να σκοτώσουν την ώρα τους οι κρατούμενοι και για να αναπαραστήσουν πάνω τους κάτι που τους συνδέει με τον έξω κόσμο (εικόνες από αγαπημένα πρόσωπα, ρητά που εκφράζουν τις απόψεις τους για τη ζωή και την παρανομία, θρησκευτικά πιστεύω ακόμα-ακόμα κ.α.).

Ζώντας σε συνθήκες περιορισμού και απομόνωσης, έχουν ανάγκη από μια παρηγοριά, από ένα είδος σύνδεσης με την πραγματικότητα, υπενθύμισης τρόπον τινά της ιστορίας τους και φαίνεται πως τα τατουάζ καλύπτουν και τέτοιες ανάγκες.

Τα τατουάζ γίνονται όμως για να δείξουν οι έγκλειστοι και την αποστροφή τους προς την κοινωνία, να κάνουν σαφές πως δεν θεωρούν τους εαυτούς τους, μέρος της. Γεμίζοντας το σώμα τους τατουάζ, είναι σαν να δηλώνουν πως σε καμιά κοινωνική επανένταξη δεν προσβλέπουν, πως δεν τους ενδιαφέρει να ‘επιστρέψουν’ σε μια τέτοια κοινωνία αναμορφωμένοι. Απορρίπτουν, απαξιώνουν, αμφισβητούν λοιπόν μ’ αυτά, τόσο την κοινωνία όσο και τη φυλακή (που υποτίθεται σωφρονίζει). Είναι ένα είδος δήλωσης.  Σαν να λένε: «ξέρουμε πως το παιχνίδι είναι στημένο, ξέρουμε πως δεν υπάρχει επιστροφή». Κι όμως, όπως θα δούμε παρακάτω, μερικές φορές κάνουν τα πάντα για ν’ ‘αναιρέσουν’ αυτή τους τη δήλωση, κάνουν τα πάντα για να σβήσουν τα τατουάζ.

.

mafia-tattoos-01

.

Στην εργασία βέβαια, του Eero Wahlstedt, που θα σας πρότεινα να διαβάσετε ολόκληρη, αναφέρονται εκτός απ’ αυτούς τους λόγους που διαβάσατε ήδη κι άλλοι. Με τα τατουάζ κυρίως, οι κρατούμενοι προσπαθούν να πάρουν, υποστηρίζει (αφού έχει συμβουλεύτηκε με τη σειρά του μελέτες κι άλλων ειδικών), τον έλεγχο των σωμάτων τους. Έναν έλεγχο που έχουν χάσει, αφού όλες τους οι δραστηριότητες, οι κινήσεις, οι ενασχολήσεις, διέπονται από κανονισμούς, χωροταξικές ρυθμίσεις, ωράρια κι αυστηρό ημερήσιο πρόγραμμα. Η ατομικότητα εξεγείρεται στην επιβαλλόμενη ομοιομορφία.

Επειδή, μέσω της συνεχούς επιτήρησης και της απομόνωσης, σύμφωνα με τον Michel Foucault, η φυλακή επιβάλλει μια ανακωδίκωση της ύπαρξης Σ’ αυτή την ανακωδίκωση φαίνεται πως αντιδρούν λοιπόν. Ίσως η χρονική στιγμή που η φυλακή άλλαξε, να ήταν η αφορμή ή η αιτία, για ν’ αλλάξει και η χρήση των τατουάζ.

Έμμεσα βέβαια μ’ αυτά οι έγκλειστοι, εκφράζουν και την περιφρόνηση τους προς το σωφρονιστικό σύστημα, καθώς τέτοιες ‘δραστηριότητες’, απαγορεύονται στη φυλακή ενώ παράλληλα αποκομίζουν οφέλη δείχνοντας σκληροί στον εγκληματικό υπόκοσμο (αυξάνουν το κύρος τους). Για μένα τουλάχιστον, αυτή η εξήγηση συνολικά, έχει βάση, σε σχέση με άλλες που καταγράφει ο Wahlstedt. Εσείς, αν ασχοληθείτε περισσότερο με το θέμα, θα βγάλετε τα δικά σας συμπεράσματα.

Τελικά όμως, όποιοι κι αν είναι οι λόγοι, κάποια στιγμή οι κρατούμενοι, ο καθένας ξεχωριστά ή σε μικρές ομάδες,  αποφασίζουν να χτυπήσουν τατουάζ.  Πως το κάνουν άραγε; Με πολλούς τρόπους, που θα τους δούμε στη συνέχεια. Ο Ηλίας Πετρόπουλος πάντως, στο βιβλίο του που προανέφερα, καταθέτει τις δικές του πληροφορίες και εξηγεί περαιτέρω:

Οι τσαμπουκάδες της φυλακής γίνονται από ερασιτέχνες που δουλεύουν συνήθως χωρίς αμοιβή. Πάντως αυτός που θα υποστεί την τέχνη τους δεν παραλείπει να δόσει ένα μικρό φιλοδώρημα (μερικά πακέτα τσιγάρα). Ο τρόπος εκτέλεσης του τσαμπουκά είναι σχετικά απλός. Ο τεχνίτης, αρχικά σχεδιάζει τον επιθυμητό τσαμπουκά με μελανί μολύβι (κόπιας) επάνω σε ένα κομμάτι χαρτί. Ύστερα βρέχει το σημείο του σώματος, όπου θα κεντήσει τον τσαμπουκά, και κολλάει εκεί το χαρτί. Όπως είναι επόμενο, το μολύβι ποτίζει και τότε το σχέδιο φαίνεται έντονα. Μετά ο τεχνίτης παίρνει τη βελόνα κι αρχίζει το κέντημα ακολουθώντας τις γραμμές του σχεδίου. Προηγουμένως ο τεχνίτης αφαιρεί το βρεγμένο χαρτί. Με το κέντημα η επιδερμίδα σχεδόν σκάβεται και το αίμα τρέχει άφθονο. Ωστόσο η στάμπα διακρίνεται. Ο τεχνίτης μαζί με το τσίμπημα κάνει και τον χρωματικό τόνο του σχεδίου, αφού βουτάει συνεχώς τη βελόνα στο χρώμα. Στο τέλος, για σιγουριά κάνει και μιαν επάλειψη με χρώμα. Πάνω στην γρατζουνισμένη στάμπα. Σε λίγες μέρες η πληγή πιάνει κουκούδι. Όταν απολεπιστεί το κουκούδι ο τσαμπουκάς είναι έτοιμος. Ως τότε ο κατάδικος δεν επιτρέπεται να πλύνει το μέρος όπου έγινε ο τσαμπουκάς.


Εκτός από τη μέθοδο της βελόνας έχουμε και την μέθοδο της σφραγίδας. Πρόκειται για μιαν άψυχη τυποποιημένη τεχνική εκτελέσεως τατουάζ. Σύμφωνα με τη μέθοδο της σφραγίδας, ο τεχνίτης χρησιμοποιεί μια μικρή-μικρή σανιδούλα όπου είναι μπηγμένες βελόνες που σφραγίζουν κάποιο σχέδιο (π.χ. Μια καρδιά). Η σχετική επέμβαση γίνεται με την πίεση της σφραγίδας πάνω στην επιδερμίδα. Επακολουθεί επάλειψη με χρώμα κτλ κτλ”.

.

.

(συνεχίζεται εδώ)

.

.

.

.