«Η ψυχιατρική μεταρρύθμιση και το σύστημα. Διαπερνώντας οχυρώσεις, χτίζοντας νέα εναλλακτικά παραδείγματα»: Άρθρο μου στην «Εφημερίδα των Συντακτών» για το νέο βιβλίο του Θόδωρου Μεγαλοοικονόμου

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο(

Με τις ευχαριστίες μου για τη δημοσίευση της κριτικής μου σχετικά με το βιβλίο του Θόδωρου Μεγαλοοικονόμου, «Δρομοκαΐτειο. Λέρος. Δαφνί. Ο ένας τοίχος μετά τον άλλο», στην «Εφημερίδα των Συντακτών».

Το βιβλίο κυκλοφορεί απ’ τις «Εκδόσεις των Συναδέλφων» και ηλεκτρονικά το άρθρο μπορείτε να το διαβάσετε εδώ.

Παρουσίαση του βιβλίου του Θόδωρου Μεγαλοοικονόμου: «Δρομοκαΐτειο – Λέρος – Δαφνί» / Παρασκευή 4/11/2022 στο κτίριο του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων

Παρουσίαση βιβλίου: «Δρομοκαΐτειο. Λέρος. Δαφνί – Ο ένας τοίχος μετά τον άλλο» του Θόδωρου Μεγαλοοικονόμου

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Το βιβλίο που σήμερα παρουσιάζεται εδώ, κυκλοφόρησε στις 20 Σεπτεμβρίου απ’ τις «Εκδόσεις των Συναδέλφων», είναι το τρίτο του συγγραφέα και αποτελείται από μια σειρά κειμένων που διαρθρώνεται γύρω από συγκεκριμένους θεματικούς άξονες. «Τα κείμενα που παρατίθενται με σχεδόν χρονολογική σειρά», όπως αναφέρει ο Θόδωρος Μεγαλοοικονόμου στον πρόλογο του βιβλίου «αντανακλούν μια σειρά από αναζητήσεις και εγχειρήματα, αποτελώντας ταυτόχρονα ένα αποτύπωμα της πορείας που ακολούθησε όλα αυτά τα χρόνια αυτό που ονομάστηκε «ψυχιατρική μεταρρύθμιση» και τους προβληματισμούς, τις αγκυλώσεις, τους φραγμούς και τις παλινδρομικές τάσεις που αναδύονταν σε κάθε στάδιο αυτής της πορείας, το ζήτημα των κατασταλτικών ψυχιατρικών πρακτικών, της νομοθεσίας, τις πολυδιάστατες παραμέτρους της ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης, του εγχειρήματος στο Δαφνί για μια ανοιχτή, μη κατασταλτική και κοινοτικά βασισμένη λειτουργία. Επιπλέον, θίγονται και ζητήματα, όπως η επικινδυνότητα, η τοξικοεξάρτηση, η αστεγία, η μετανάστευση και η προσφυγιά, τα οποία ως κοινωνικές αντιλήψεις, αιτίες κι αποτελέσματα, βρίσκονται στον πυρήνα της κοινωνικής ρίζας του ψυχικού πόνου».

Η υποκειμενικότητα των εννοιολογικών ορισμών είναι ένα ζήτημα που επανέρχεται σε πολλά κεφάλαια του βιβλίου. Γιατί βέβαια, δεν εννοούμε ούτε όλοι οι ειδικοί, ούτε όλοι οι άνθρωποι συνακόλουθα, το ίδιο πράγμα όταν κάνουμε λόγο για θεραπεία. Θεραπεία, επίσης, με ποιους όρους, κάτω από ποιες συνθήκες, σε ποιους χώρους και με τι είδους πρακτικές; Η κουλτούρα κι η ιδεολογία όλων μας καθορίζει τις διαφορετικές απαντήσεις που δίνουμε κι η ερμηνεία, η νοηματοδότηση, καθορίζει τη στάση μας εντός κι εκτός των ψυχιατρικών θεσμών.

Κι ως τώρα, η αλήθεια είναι ότι «ως θεραπεία» στα ψυχιατρεία «εννοείται η εφαρμογή ενός συστήματος εννοιών και πρακτικών που εξασφαλίζει ότι οι πραγματικοί ή οι εν δυνάμει παρεκκλίνοντες θα παραμένουν εντός των λεγόμενων «θεσμοποιημένων ορισμών της πραγματικότητας», της «κανονικότητας» που αποδέχεται και επιβάλλει η εκάστοτε επικρατούσα κοινωνική Τάξη. Σ’ αυτό τον ορισμό είναι προεξάρχουσα η παράμετρος της «συμμόρφωσης», που στο πεδίο της Ψυχιατρικής αποτελεί διαχρονικά βασική και ενίοτε μάλιστα τη μοναδική συνιστώσα της θεραπευτικής της πρακτικής».

Τι σημαίνει αυτό στην πράξη; Το εξηγεί ο Μεγαλοοικονόμου και παραθέτω την περιγραφή για όσα άτομα διαβάζετε αυτήν την ανάρτηση, αλλά δε γνωρίζετε πως λειτουργεί το σύστημα: «Ας πάρουμε την ιδιαίτερη περίπτωση μιας ψυχιατρικής μονάδας που καλείται ν’ αντιμετωπίσει έναν άνθρωπο με μια οξεία ψυχική διαταραχή. Ο ψυχικά πάσχων φτάνει στο νοσοκομείο, φορώντας χειροπέδες με τη συνοδεία της αστυνομίας, ύστερα από μια κάποιου βαθμού βίαιη σύλληψη στη βάση της εισαγγελικής παραγγελίας. Ύστερα από μια όχι ιδιαίτερα θερμή υποδοχή και συνέντευξη/εξέταση (ανακριτική, βιαστική, διεκπαιρεωτική, απειλητική, ενίοτε ειρωνική κ.ο.κ) στα επείγοντα, μεταφέρεται σ’ ένα τμήμα, όπου, αφού πιθανόν ψαχτεί και του αφαιρεθούν μερικά προσωπικά και θεωρούμενα από το σύστημα ως εν δυνάμει επικίνδυνα αντικείμενα (αναπτήρας, σπίρτα, ζώνη, κινητό κ.λ.π.), αντιλαμβάνεται ότι οι πόρτες του τμήματος είναι κλειδωμένες και η όποια ελευθερία κίνησης προς τα έξω απαγορευμένη. Βρίσκεται, λοιπόν, πλέον εγκλωβισμένος/η μέσα σ’ έναν χώρο, όπου η καθημερινότητα είναι προγραμματισμένη στη βάση συγκεκριμένων ωραρίων για το φαγητό, τον ύπνο, την υποχρεωτική — ενίοτε χωρίς καμιά ενημέρωση, διάλογο ή διαπραγμάτευση— λήψη της φαρμακευτικής αγωγής. Μάλιστα, όλοι αυτοί οι κανόνες και το κλείδωμα έχουν εφαρμογή ακόμη και σε όσους νοσηλεύονται εκούσια, που και αυτοί όχι σπάνια βρίσκονται μηχανικά καθηλωμένοι.

Και είναι ν’ αναρωτηθεί κανείς στα σοβαρά γιατί μέσα σε μια τέτοια καταχρηστική αντιμετώπιση και ιδρυματική βία ο ψυχικά πάσχων μπορεί να αντιδρά έντονα και με δεδομένη την προηγηθείσα και αντίστοιχα καταχρηστική και βίαιη -χωρίς καμιά κατανόηση βιωμάτων, επιθυμιών και αναγκών – αντιμετώπιση του από το οικογενειακό, το κοινωνικό και το εργασιακό περιβάλλον; Είναι δυνατόν να θεωρηθεί γραμμικά ως σύμπτωμα τρέλας η αντίδραση ενός προσώπου, που είναι ήδη σε κατάσταση κρίσης, με θυμό, με ουρλιαχτά, με απειλές, με κλωτσιές στην κλειδωμένη πόρτα, με την προσπάθεια να σπάσει τα τζάμια του παραθύρου, με την άρνηση να πάρει φάρμακα που του δίνονται υποχρεωτικά;

Κι όμως είναι σ’ αυτό το σημείο και ύστερα από όλα αυτά, που ο ψυχιατρικός θεσμός οδηγείται μέσα από έναν εγγενή ιδρυματικό αυτοματισμό στην έσχατη και καθοριστική πράξη βίας: το δέσιμο αυτού του προσώπου πάνω στο κρεβάτι». Το δέσιμο αυτό με ιμάντες, είναι που ονομάζεται μηχανική καθήλωση (λέγεται και «προστατευτικός κλινοστατισμός») κι η διάρκεια της (δεν προσδιορίζεται σαφώς η έναρξη και η λήξη) ποικίλει σε σημείο τέτοιο που η πλειοψηφία των πασχόντων ν’ αναγκάζεται να ικανοποιεί τις όποιες φυσικές της ανάγκες στο κρεβάτι (ούρηση κτλ). Μιλάμε δηλαδή για πλήρη κατάργηση κάθε έννοιας αξιοπρέπειας του ατόμου, για μια πρακτική που διαρρηγνύει την θεραπευτική σχέση και μετατρέπει το νοσηλευτικό προσωπικό, τους γιατρούς, σε σκληρούς φύλακες.

Δε μοιάζει και πολύ «θεραπευτικό» το όλο πλαίσιο, έτσι; Κι όπως τονίζει ο συγγραφέας: «Το βασανιστήριο θεωρείται ως μια μέθοδος φυσικής και ψυχολογικής καταπίεσης που ασκείται με σκοπό την τιμωρία ή και την απόσταση ομολογίας και/ή πληροφοριών. Και πολλές φορές συνοδεύεται από τη χρήση ειδικών οργάνων/εργαλείων με σκοπό την επιβολή τιμωρίας μέσω της άσκησης σωματικού πόνου. Πολλές από αυτές τις ορολογίες και τους ορισμούς που χρησιμοποιούνται σε αυτό το πεδίο παραπέμπουν στις πρακτικές της μηχανικής καθήλωσης στις ψυχιατρικές υπηρεσίες και σε όλα τα προνοιακά ιδρύματα τύπου Λεχαινών, Σκαραμαγκά κ.λ.π.

Το γεγονός ότι η μηχανική καθήλωση ισοδυναμεί με βασανιστήριο δεν μπορεί παρά να αναγνωρίζεται και να δηλώνεται ανοιχτά». Οποιαδήποτε αντίδραση λοιπόν, στη βία του ιδρύματος εκλαμβάνεται ως σύμπτωμα της τρέλας: «Ο ψυχικά πάσχων, ο τρελός, είναι βίαιος γιατί είναι άρρωστος. Αυτό σκεφτόμαστε συνήθως και αυτή είναι η γραμμή σκέψης του κυρίαρχου ψυχιατρικού παραδείγματος. Αν όμως, αντίθετα, η βία του είναι μονάχα μια απάντηση στη βία του ιδρύματος; Αν η βία του έγκλειστου στο ψυχιατρείο, το ίδιο όπως και στις ψυχιατρικές κλινικές των γενικών νοσοκομείων, είναι ένας τρόπος εξέγερσης απέναντι στο θεσμό που τον εξευτελίζει, τον απονεκρώνει, που μεταλλάσσει το άρρωστο σώμα του σε σώμα του ιδρύματος;». Σαν ένα πράγμα ακόμη δηλαδή, κι όχι σαν υποκείμενο. Αυτή η αντικειμενοποίηση που συμβαίνει από καταβολής ίδρυσης των ασύλων (την ιστορία των οποίων, θα μάθετε σ’ αυτό το βιβλίο), προφανώς κι είναι πλήρως αντιθεραπευτική.

Και τι μπορεί να γίνει για ν’ αλλάξει η κατάσταση; Χρειάζεται μια κίνηση μετασχηματισμού όπου «η πρωτοβουλία πρέπει να είναι «από τα κάτω». Η Αποϊδρυματοποίηση είναι μια κινηματικού τύπου διαδικασία, που, εκτός από τις εξωτερικές συμμαχίες με κοινωνικούς φορείς, προϋποθέτει κινητοποίηση μέσα στο ίδιο το άσυλο. Οι ψυχίατροι πρέπει να παίξουν ηγετικό ρόλο στο ξετύλιγμα μιας τέτοιας διαδικασίας, βοηθώντας ν’ αναδειχθεί και ο πρωταγωνιστικός ρόλος του νοσηλευτικού προσωπικού: πρωταγωνιστικός ρόλος σημαίνει μετάβαση από τη φυλακτική λειτουργία και το ιδρυματικό καθηκοντολόγιο σε μια θεραπευτική λειτουργία. Συστατικό στοιχείο αυτής της λειτουργίας είναι η διαμεσολάβηση του λειτουργού ανάμεσα στον άνθρωπο που πάσχει και την κοινωνία με στόχο τον σχεδιασμό και την εκτύλιξη από τον πάσχοντα μιας ζωής με νόημα, με αναγνωρισμένα και με υλική υπόσταση δικαιώματα».

Κι επεξηγεί ακριβώς ο συγγραφέας και ποιες ακόμη προϋποθέσεις χρειάζονται: «Για να έχει ο ίδιος ο ψυχίατρος κίνητρο για την Αποϊδρυματοποίηση, πρέπει πρώτα ν’ αποϊδρυματοποιήσει τη δική του θεωρία και πράξη, ν’ αναγνωρίσει και ν’ αμφισβητήσει τη βία και την παθογόνο δράση του ιδρύματος, να μη βλέπει την ψυχική διαταραχή με τη στενή κλινική έννοια, αλλά να μπορεί να δει το κοινωνικό μέλλον του ατόμου. Αν δεχτούμε ότι μια πραγματική θεραπευτική σχέση είναι πριν απ’ όλα μια σχέση ισοτιμίας, είναι φανερό γιατί ψυχιατρικό ίδρυμα και θεραπευτική πράξη είναι πράγματα ασυμβίβαστα».

Για να φτάσουμε όμως στους επιθυμητούς κι επιτακτικούς μετασχηματισμούς, φυσικά το προσωπικό πρέπει να είναι επαρκέστατο, φυσικά τα κριτήρια του μετασχηματισμού δεν μπορεί να είναι οικονομοτεχνοκρατικά (ας μη ξεχνάμε ότι ζούμε και στην εποχή των μάνατζερ) και χρειάζονται κι άλλες, πολλές αλλαγές γιατί δυστυχώς «αυτό που εξακολουθούμε να συναντάμε είναι από τη μία, η οχύρωση πίσω από μια άκαμπτη αντίληψη και άσκηση του ρόλου και από την άλλη, η ισοπεδωτική κατάργηση των ρόλων, στην λογική μιας τεχνοκρατικής διαχείρισης και μείωσης του κόστους: πιέσεις και εκβιασμοί από θεσμικές ιεραρχίες και ιδιοκτήτες ιδιωτικών «μη κερδοσκοπικών» εταιριών, ανταγωνισμοί για ανακατανομή και κατάληψη θέσεων εξουσίας και προνομίων στο αναδιαμορφούμενο θεσμικό σύστημα, ιατροκεντρισμός, ιδεολογική ακαμψία και σύγχυση, «συνδικαλιστικές» πρακτικές συντεχνιακού τύπου, που συνδέουν τη διατήρηση προνομιακών θέσεων και «πελατείας» με τη διατήρηση του «παλιού», έστω και αν αυτό το παλιό είναι η κουστωδιακή πρακτική».

Παρ’ όλα αυτά, πάρα τις τόσες αντιξοότητες, ελπιδοφόρα εναλλακτικά παραδείγματα υπήρξαν και αν διαβάσετε τις καταστατικές αρχές του 9ου ΨΤΕ που λειτούργησε στο ΨΝΑ, με «πόρτες ανοιχτές» χωρίς περιοριστικά μέτρα, θα καταλάβετε πως όλα αυτά που προαναφέρθηκαν, εφαρμόζονται στην πράξη, όταν υπάρχει κι η δέουσα βούληση, με συνεχή, εννοείται, προσπάθεια. Και θα σας γίνει ξεκάθαρο επίσης, το γιατί χρειάζεται η τομεοποίηση, η διασύνδεση των υπηρεσιών.

Ο Μεγαλοοικονόμου εξετάζει ακόμη το αν υπήρξε ψυχιατρική μεταρρύθμιση στη χώρα μας, μέσα από μια τεκμηριωμένη ιστορική αναδρομή, αναδεικνύει τις προβληματικές διαστάσεις εννοιών όπως το «ακαταλόγιστο» κι η «επικινδυνότητα», αναλύει το τι θα πρέπει να επιδιώκουμε όταν κάνουμε λόγο για «κοινωνική επανένταξη» και ολοκληρώνει το βιβλίο του μ’ ένα επίμετρο για την κληρονομιά του Φράνκο Μπαζάλια.

Σίγουρα, περισσότερα ζητήματα, απ’ όσα θίχτηκαν εδώ, θα συζητηθούν όταν αυτό το τόσο σπουδαίο βιβλίο αρχίζει να παρουσιάζεται. Εγώ πάντως κράτησα αντί επιλόγου αυτήν την παράγραφο: «για τα ζητήματα που έχουν να κάνουν με τη μεταχείριση και τα δικαιώματα των ψυχικά πασχόντων, δεν πρέπει να βασίζεται κανείς τόσο στην εξέλιξη της επιστήμης σχετικά με το πρόβλημα της ψυχικής νόσου, όσο στη συμπερίληψη και τη συν-κινητοποίηση όλων των κοινωνικών και πολιτικών υποκειμένων για τη διεκδίκηση αυτών των δικαιωμάτων και της γενικότερης χειραφέτησης, όπως άλλωστε έχει γίνει μέχρι τώρα στην ιστορία της εξέλιξης της κουλτούρας και των ιδρυμάτων της ψυχιατρικής» ._

Μόλις κυκλοφόρησε απ’ τις «Εκδόσεις των Συναδέλφων» το νέο βιβλίο του Θόδωρου Μεγαλοοικονόμου

«Η Ψυχική υγεία σήμερα στην καπιταλιστική κατάσταση κατάθλιψης και στον γενικευμένο κοινωνικό και ατομικό τεμαχισμό»: στον Βοτανικό Κήπο Πετρούπολης με τη συμμετοχή μελών της Πρωτοβουλίας ‘Ψ’

Παρουσίαση βιβλίου: «Πανελλαδική Συσπείρωση για την Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση – Ανιχνεύοντας διαδρομές κινηματικής αντίστασης στην κυρίαρχη ψυχιατρική»

«Όχι μόνο τα άτομα με σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας και πολύπλοκες ανάγκες, αλλά μια ολοένα διευρυνόμενη πλειονότητα του πληθυσμού βρίσκει όλο και πιο στενό -αφόρητα περιορισμένο- τον κοινωνικό χώρο στον οποίο την εξαναγκάζουν να ζήσει. Υπάρξεις ακρωτηριασμένες, που νιώθουν να καταπιέζονται και να βιάζονται, μέχρι και να απονεκρώνονται στις πιο μύχιες πλευρές της υπόστασής τους. Κανόνες, ρυθμίσεις, ταμπού, απαγορεύσεις, καταπίεση. Διακρίσεις ταξικές, εκπαιδευτική ανισότητα και αποκλεισμός, διακρίσεις φυλής, φύλου, ρόλων, ταπεινώσεις διαφόρων ειδών, ανεργία κι επισφαλής εργασία, ακραία υλική στέρηση. Αυτά είναι τα συστατικά της κατεστημένης νόρμας για τους πολλούς και, πρωτίστως, για τη σημερινή νεολαία (την πρώτη «νέα γενιά» μεταπολεμικά που, όπως επισημάνθηκε, πρόκειται να ζήσει «χειρότερα από τους γονιούς της»). Από εδώ και πηγάζει η πέτρα που θρυμματίζει και η φωτιά που καίει την κατεστημένη Κοινωνική Τάξη και τις υλικές και συμβολικές της εκφράσεις…» (24/12/2008)

Το βιβλίο για το οποίο θα γίνει λόγος σήμερα εδώ, κυκλοφορεί απ’ τις εκδόσεις «Αλφειός», παρουσιάστηκε το περασμένο καλοκαίρι στον κήπο του Σ.Ε.Α. (Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων) κι αποτελεί ουσιαστικά μια συλλογή κειμένων, που καλύπτουν χρονικά περίπου 15 χρόνια κι αποτυπώνουν την πορεία και τη δράση της Πανελλαδικής Συσπείρωσης για την Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση. Κάποια απ’ τα κείμενα, έχουν δημοσιευτεί και σ’ αυτό το blog, με την συγκεκριμένη ετικέτα, αλλά σαφώς είναι απείρως διαφορετικό το να τα διαβάζω ως σύνολο πια. Ορθώς συμπεριλαμβάνονται επίσης και κάποια κείμενα που αφορούν μέλη της συγκεκριμένης συλλογικότητας καθώς και συμβάντα άκρως χαρακτηριστικά του χαρακτήρα που είχε πάρει η λεγόμενη «μεταρρύθμιση». Το ίδιο ισχύει και για την αναδημοσίευση κειμένων απ’ τον ημερήσιο Τύπο, σχετικών τοποθετήσεων συνδικάτων, συλλόγων κ.α.

Η Πανελλαδική Συσπείρωση για την Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση, είχε συγκροτηθεί ως επώνυμη κινηματική συλλογικότητα, στο χώρο της ψυχικής υγείας, από το 2005 και τους στόχους που είχε, μπορείτε να τους διαβάσετε εδώ (περισσότερα στοιχεία, φυσικά υπάρχουν στην εισαγωγή του βιβλίου), όπου κι αναφέρεται τι συνέβαινε σ’ εκείνη τη χρονική συγκυρία. Μοιάζει αποκαρδιωτικό το γεγονός ότι λίγα πράγματα έχουν αλλάξει από τότε στο χώρο της ψυχικής υγείας, αλλά είναι σημαντικό να μετράμε και τις μικρές νίκες που επιτεύχθηκαν με πραγματικά πολύ μεγάλο αγώνα. Κι απ’ αυτές να παίρνουμε τη δύναμη που χρειάζεται, για αναστοχασμό, επαναπροσδιορισμό των στόχων και νέους αγώνες.

Μεγάλος αγώνας για παράδειγμα δόθηκε ώστε να μην περικοπούν οι συντάξεις των ψυχικά πασχόντων και δεν έλειψε τότε κι η στοχοποίηση εργαζομένων όπως ο Αχιλλέας Βασιλικόπουλος, που στάθηκε εξαρχής αντίθετος κι απολύθηκε (σε άλλες περιπτώσεις, προβλήματα στο εργασιακό τους πλαίσιο αντιμετώπισαν η Δώρα Κουτσανέλλου, η Στέλλα Γαλιανού, αλλά κι ο Γιώργος Ευθυμίου, που κι αυτός απολύθηκε). Και για τις μηχανικές καθηλώσεις επίσης, υπήρξε κινητοποίηση, καμπάνια κτλ. Τα κακώς κείμενα των ΜΚΟ, θίχτηκαν σε πολλές ανακοινώσεις κι εξίσου απασχόλησε την Πανελλαδική Συσπείρωση για την Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση και το «Ψυχαργώς».

Η δίκη του Χρήστου Χρονόπουλου (που ακόμη παρακολουθεί η Πρωτοβουλία για ένα Πολύμορφο Κίνημα στην Ψυχική Υγεία καθώς από το 2013 η Πανελλαδική Συσπείρωση για την Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση αποτελεί μέρος της), οι προθέσεις για την ίδρυση δικαστικών ψυχιατρείων εκ μέρους της πολιτείας, το νομοσχέδιο για την υποχρεωτική θεραπεία στην κοινότητα, ο θάνατος ασθενή μετά από προσαγωγή του απ’ την Αστυνομία στο ψυχιατρείο, οι θάνατοι, άλλων καθηλωμένων ασθενών κ.α., συγκαταλέγονται επίσης στα θέματα των καταγγελιών, που άλλοτε οδήγησαν σε διαδηλώσεις κι άλλοτε σε άσκηση συνεχών πιέσεων ώστε ν’ απασχολήσουν ευρύτερα την κοινωνία αλλά και να υπάρξουν αναχώματα κι αντιστάσεις είτε στους εκάστοτε κυβερνητικούς σχεδιασμούς, που είχαν αλλότριους στόχους απ’ τους προβαλλόμενους, είτε επειδή στους στόχους της συλλογικότητας ήταν μια κοινοτικά βασισμένη, χειραφετητική ψυχική υγεία κι αυτό συνεχίζει να επιδιώκει κι η Πρωτοβουλία ‘Ψ’.

Στα τόσα κείμενα όμως, θίχτηκαν κι άλλα διαχρονικά ζητήματα όπως για παράδειγμα, η διαπλοκή των φαρμακοβιομηχανιών με το κυρίαρχο ψυχιατρικό σύστημα: «Το ζήτημα είναι: μπορούμε να σκεφτούμε, να «νιώσουμε» τον εγκλωβισμό μας στη φαρμακολτούρα,μέσα στην οποία ποδηγετούν την ψυχιατρική (όπως ολόκληρη την ιατρική) οι πολυεθνικές του φαρμάκου; Το γεγονός, δηλαδή, ότι η χρήση των φαρμάκων από σημαντική βοήθεια στην θεραπεία, έχει μεταμορφωθεί σε πρωταρχική παρέμβαση, που υποβαθμίζει όλα τα υπόλοιπα σε μια καθαρά δορυφορική παρέμβαση, σε απλή υποστήριξη των ίδιων των φαρμακολογικών θεραπειών;» (20/9/2008). Και: «Θα εκφράσουμε απλώς την εξής «απορία»: μέσα στη νέα κατάσταση που έχει διαμορφωθεί, αυτήν την πρωτοφανούς οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, με το σύστημα ψυχικής υγείας (όπως και του ασφαλιστικού συστήματος και όλων των κοινωνικών θεσμών) σε κυριολεκτική κατάρρευση, δεν υπήρξε καμιά διερώτηση της επίσημης ψυχιατρικής πάνω στον εαυτό της, στον τρόπο που σκέπτεται και πράττει, για το σύστημα εντός του οποίου λειτουργεί όλα αυτά τα χρόνια, για τον εξουσιαστικό χαρακτήρα των πρακτικών της, για τις διαγνωστικές της κατηγοριοποιήσεις και τις θεραπευτικές της προσεγγίσεις, για τον ρόλο που έχει αναλάβει κι επιτελεί για τη διατήρηση της δημόσιας τάξης -και, στο πλαίσιο αυτό, για την εξάρτησή της από (και τη συνέργειά της με) το βιοφαρμακευτικό σύμπλεγμα;» (4/08/2013).

Φυσικά στις συλλογικές διεκδικήσεις, έπαιξαν ρόλο συγκεκριμένα πρόσωπα που αναφέρω στις ετικέτες αυτής της ανάρτησης, ακόμη κι αν δεν τα συμπεριέλαβα όλα. Δηλαδή, όσ@ υπέγραψαν συγκεκριμένα κείμενα, όπως οι: Κώστας Μπαϊρακτάρης, Θόδωρος Μεγαλοοικονόμου (που έχει κάνει την επιμέλεια του βιβλίου μαζί με το Λυκούργο Καρατζαφέρη και την Εύα Γεμενετζή), Κατερίνα Μάτσα, Γιώργος Αστρινάκης, Γιώργος Κοκκινάκος, Γιάννης Λουκάς. «Έφυγαν» όμως κι άνθρωποι που σημάδεψαν τη συλλογικότητα με διαφορετικό τρόπο, όπως ο Ευάγγελος Κρασούλης, που απ’ τα πρώτα κιόλας χρόνια δράσης της ήταν εκείνος που κατά κύριο λόγο δημιουργούσε με τα σκίτσα του και τα κολάζ, τις αφίσες της κι έργο δικό του κοσμεί το εξώφυλλο της παρούσας έκδοσης.

Και πώς να ξεχάσουμε το Γιώργο Γιαννουλόπουλο, που έγραφε: «Στο εγγύς μέλλον οι ψυχιατρικές αρχές θα μπορούν να επεμβαίνουν σε κάθε σπίτι ενοχλητικού και να χορηγούν με τη βία ψυχοφάρμακα: σε περίπτωση άρνησης λήψης τους από φτωχά άτομα που οι πράξεις τους τώρα δεν είναι δηλωτικές ψυχικής διαταραχής αλλά στο μέλλον θα είναι. Και μάλιστα με την ανοχή του πληθυσμού, ο οποίος θα τα έχει αποδεχτεί ως συνηθισμένη πρακτική, ως κάτι το φυσιολογικό, όπως έχει αποδεχτεί πολλά άλλα, ένα είναι σίγουρο: Το μέλλον θα είναι πολύ άσχημο για όλους μας, ιδιαίτερα για όσους δεν έχουν ή δεν θα έχουν αποκτηνωθεί. Και η έσχατη βλακεία των μη προνομιούχων είναι το να εμπιστευτούν αυτούς οι οποίοι τους αντιμετωπίζουν σαν ζώα προς εκμετάλλευση, και η εκμετάλλευση έχει πολλά πρόσωπα. Το ίδιο και η ευγονική».

Η αλήθεια είναι ότι πάντα βρίσκεται κάποιος που παίρνει τη θέση του αποδιοπομπαίου τράγου, όταν προτάσσεται το συμφέρον της δημόσιας τάξης ή όταν τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά, όταν τα νούμερα «δεν βγαίνουν», όταν υπάρχει λόγος να στραφεί αλλού το ενδιαφέρον του κόσμου. Οι ψυχικά πάσχοντες, οι οροθετικές που διαπομπεύτηκαν, οι πρόσφυγες ακόμη ακόμη, αποτέλεσαν εύκολα θύματα: «Ποιος φταίει που υπάρχουν τεράστιες και ραγδαία επιδεινούμενες ελλείψεις νοσηλευτικού και ιατρικού προσωπικού στα νοσοκομεία, καθώς και για τη δραματική μείωση των αποδοχών του; Οι μετανάστες. Ποιος φταίει για τις τεράστιες ουρές και για τα ραντεβού που κλείνονται πολλούς μήνες μετά το αίτημα; Οι μετανάστες. Ποιος φταίει για τα ευρέως διαδεδομένα «φακελάκια»; Οι μετανάστες. Ποιος φταίει που πληρώνουμε για υπηρεσίες στα απογευματινά ιατρεία ή ακόμα και για τα 3 ευρώ; Οι μετανάστες…» (15/10/2010). Αναπόφευκτοι οι παραλληλισμοί με το σήμερα, έτσι; Κι αυτά κι άλλα παρόμοια συμβαίνουν γιατί: «Το ‘θεραπευτικό’ συγκροτείται από μια οικονομική λογική. Δεν είναι, φυσικά, κάτι καινούριο. Οι θεωρητικές κατασκευές και πολιτικές που συνδέουν την Υγεία με τις έννοιες του «κόστους-αποτελέσματος», της «επάρκειας», της «αποτελεσματικότητας», της «εξοικονόμησης πόρων» κ.ο.κ., έχουν, διεθνώς, μια μακρά διαδρομή…» (2/02/2012)

Πολλά είναι αυτά που θίγει λοιπόν, το συγκεκριμένο βιβλίο κι όχι μόνο τα της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης. Γι’ αυτό «μας αφορά όλους» (για να δανειστώ γι’ ακόμη μια φορά τον τίτλο αυτής της εισήγησης του Γιώργου Γιαννουλόπουλου). Κι επειδή χρονικά πλησιάζουμε στην επέτειο του Δεκέμβρη του 2008, μ’ ένα απόσπασμα του Φράνκο Μπαζάλια, από σχετικό κείμενο εκείνης της χρονιάς θα κλείσω αυτή την παρουσίαση, όπως την άρχισα δηλαδή, αφού πράγματι όλα συνδέονται κι έχει σημασία να το καταλάβουμε: «Από τη στιγμή που ένας έγκλειστος, ή πρώην έγκλειστος, δεν έχει ρούχα, δεν έχει σπίτι, δεν έχει εισόδημα, μιλάει για το πρόβλημα όλων: για το πρόβλημα των ρούχων, του σπιτιού, του εισοδήματος, που κανένας δεν έχει. Τότε, αυτή η πέτρα που πετάχτηκε για να καταγγείλει τις ελλείψεις στη συνθήκη του ιδρύματος, στην πραγματικότητα αποκαλύπτει τα κακώς κείμενα ολόκληρης της κοινωνίας». –