ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ, ΣΤΕΙΡΩΣΗ, ΕΥΘΑΝΑΣΙΑ, ΕΞΟΝΤΩΣΗ: Από την χιτλερική Γερμανία στους σημερινούς νεοναζί απογόνους της – 3 Δεκέμβρη, «Τεχνόπολις» Δήμου Αθηναίων

 

ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ, ΣΤΕΙΡΩΣΗ, ΕΥΘΑΝΑΣΙΑ, ΕΞΟΝΤΩΣΗ

Από την χιτλερική Γερμανία στους σημερινούς νεοναζί απογόνους της

 

Πριν μόλις λίγα χρόνια, η «Πανελλαδική Συσπείρωση για την Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση» και τα «Τετράδια Ψυχιατρικής» είχαν οργανώσει μιαν εκδήλωση με άξονα την προβολή του ντοκιμαντέρ «Οι γιατροί του Τρίτου Ράϊχ», με σκοπό την ανάδειξη της σχέσης της Ψυχιατρικής με την Εξουσία, αυτήν της οποίας η ίδια είναι φορέας και αυτήν της οποίας λειτουργεί ως εντολοδόχος για την επιβολή της Δημόσιας Τάξης.

Οπως έχει δείξει η ιστορική εμπειρία, το κυρίαρχο ψυχιατρικό παράδειγμα δεν βρήκε καμιά δυσκολία (το αντίθετο μάλιστα) να συμπλεύσει, κάτω από συγκεκριμένες κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες, ακόμα και με τους ναζί και μάλιστα, να αναλάβει ιδιαίτερο ρόλο στον ορισμό της «ζωής που είναι ανάξια να ζει» και εν συνεχεία στην πρακτική της στείρωσης, της ευθανασίας και της μαζικής εξόντωσης εκατοντάδων χιλιάδων ψυχικά πασχόντων και αναπήρων στα γερμανικά ψυχιατρεία, ως ενός οικονομικού βάρους, ενός πληθυσμού ‘περιττών’ υπάρξεων που έπρεπε να φύγουν από τη μέση.

Σήμερα, αυτό που τότε φαινόταν σαν μια «αναδρομή στο παρελθόν», ορθώνεται ξανά ως μια πολύ υλική δυνατότητα ενός μέλλοντος, που απειλεί, με γοργούς ρυθμούς, να γίνει παρόν. Το νεοναζιστικό μόρφωμα της «Χρυσής Αυγής», που είδε φέτος τα ποσοστά και την επιρροή του να ανεβαίνουν αλματωδώς, αντανακλώντας (και επιχειρώντας να δώσει έκφραση και να εκμεταλλευτεί) τις πιο σκοτεινές και αδιέξοδες όψεις της διάρρηξης του κοινωνικού ιστού και της κονιορτοποίησης πλατειών κοινωνικών στρωμάτων από την κρίση και το μνημόνιο, δεν παρέλειψε, μετά τους μετανάστες, να βάλει στο στόχαστρο τους ψυχικά πάσχοντες και τους αναπήρους. Η ανάρτηση στην ιστοσελίδα τους κειμένων που προπαγανδίζουν την στείρωση και την ευθανασία των «ζωών που είναι ανάξιες να ζουν», μόνο τυχαία δεν είναι.

Είναι προφανές ότι, μετά τα πογκρόμ και τις δολοφονικές επιθέσεις κατά των μεταναστών, και παράλληλα προς αυτές, δεν θ΄ αργήσει (αν τους δοθεί το έδαφος) να έλθει και η σειρά των ψυχικά ασθενών και των αναπήρων, καθώς, μάλιστα, δεν έπαψαν ούτε στιγμή να προβάλλουν την «ορθότητα» του λόγου τους κατ΄ αντιπαράθεση προς τους «ψυχασθενείς», την ίδια στιγμή που το ρατσιστικό τους πρόσημο του «έλληνα» φαίνεται, πλέον, να προϋποθέτει τον περαιτέρω προσδιορισμό του ως «ψυχικά υγιούς», αλλιώς δεν θα είναι «έλληνας».

Οι πολιτικές του μνημονίου που βγάζουν εκτός κοινωνικού ιστού, ως ένα ανυπόφορο οικονομικά και περιττό κοινωνικά βάρος, τα πιο αδύναμα στρώματα (μετανάστες, ψυχικά ασθενείς αναπήρους, ηλικιωμένους κλπ) μιας κοινωνίας της οποίας η πλειονότητα μετατρέπεται με ταχείς ρυθμούς σε «πλεονάζοντες» και «περιττούς», έχουν ήδη βρει στη «Χρυσή Αυγή» τους πιο πρόθυμους εκτελεστές του εξοστρακισμού σ΄ έναν κυριολεκτικό Καιάδα.

Είναι αυτή η κοινωνική και πολιτική συνθήκη που έρχεται να συναντήσει ένα σύστημα Ψυχικής Υγείας σε κυριολεκτική κατάρρευση. Οι βασικές συνιστώσες της λογικής και των πρακτικών υπό τις οποίες λειτουργεί η κατεστημένη ψυχιατρική (αγκυλωμένη στα παραδοσιακά στερεότυπα της «ψυχικής νόσου» των εγχειριδίων, του «ανίατου», του «εκφυλισμού» και της «κατωτερότητας»), μπορεί, κάτω από συγκεκριμένες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες (όπως οι σημερινές), να μετατραπούν ξανά σε όχημα αποκλεισμού και εξόντωσης, κάτω από χίλιες δικαιολογίες.

Είναι γι’ αυτό που «Οι γιατροί του Γ΄ Ράϊχ» είναι τώρα επίκαιροι όσο ποτέ. Όχι σε μια λογική ενημερωτική και αναπόλησης του παρελθόντος, αλλά απόκτησης περαιτέρω εφοδίων για το άνοιγμα των νέων δρόμων που απαιτούνται σήμερα για το ξεπέρασμα της κατασταλτικής ψυχιατρικής προς μια χειραφετητική ψυχιατρική και για την συντριβή της νεοναζιστικής απειλής.

Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2012, ώρα 17.00-2100,

Τεχνόπολις’ Δήμου Αθηναίων, Αμφιθέατρο Αθήνα 9.84, Πειραιώς 100, Γκάζι.

 

Διοργάνωση:

-Πανελλαδική Συσπείρωση για την Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση

-Τετράδια Ψυχιατρικής

ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΤΟΥ ΜΝΗΜΟΝΙΟΥ* -Του Θ. Μεγαλοοικονόμου

*Το κείμενο παρουσιάστηκε στο διήμερο συνέδριο “Why change? Creativity and Innovation in Mental Health development”, 26-27/10/2012, που έγινε στα πλαίσια του «Trieste International School», 22-27/10/2012.

Θα προσπαθήσω σ΄ αυτή την παρέμβαση να δώσω μιαν εικόνα των συνεπειών από την «συνάντηση», τα τελευταία δύο χρόνια, ενός δυσλειτουργικού, νεοϊδρυματικού και ανέκαθεν υποχρηματοδοτημένου συστήματος ψυχικής υγείας, όπως είναι αυτό που διαμορφώθηκε στην Ελλάδα τα τελευταία 15 χρόνια, με μια πρωτοφανούς βάθους και έκτασης οικονομική κρίση που σαρώνει όλη την Ευρώπη, με τη Ελλάδα ν΄ αποτελεί (σ΄ αυτή τη φάση της διεθνούς κρίσης) την πιο κραυγαλέα και τραγική έκφρασή της. Θα επιχειρήσω να δω αυτή τη «συνάντηση» από τη σκοπιά και σε συνάρτηση με τις προσπάθειες για την λειτουργία, στην Αθήνα, μιας κοινοτικής υπηρεσίας ψυχικής υγείας που αποβλέπει σε μια ψυχιατρική «πέρα τα τείχη», σε κατεύθυνση ριζικά εναλλακτική από το επικρατούν ψυχιατρικό παράδειγμα.

Το νήμα σ΄ αυτή τη διαδρομή ξεδιπλώνεται και έχει σαν οδηγό του την διατύπωση του Franco Basaglia για τη σχέση ανάμεσα στο πάσχων υποκείμενο, τον θεραπευτικό θεσμό και το κοινωνικό σύστημα – μια διατύπωση αξεπέραστη ως προς τον διαλεκτικό (και όχι γραμμικό/αθροιστικό) χαρακτήρα της σύλληψής, καθώς μόνο κατ΄ αυτόν τον διαλεκτικά συνθετικό τρόπο μπορεί να ανοίγει το δρόμο σε μια πρακτική προς μιαν εναλλακτική/ανατρεπτική κατεύθυνση. Όπως τονίζει στο “Riabilitazione e controllo sociale”, το πρόβλημα κινείται σε τρία επίπεδα : το επίπεδο του ατόμου, του αρρώστου και της αρρώστιας του, το θεσμικό επίπεδο, τον θεραπευτικό, δηλαδή, θεσμό που ορίζει, κωδικοποιεί και αποφασίζει για τον τρόπο αντιμετώπισης της αρρώστιας και το δομικό/κοινωνικό επίπεδο, δηλαδή, την στρατηγικού χαρακτήρα δομική σημασία του θεσμού στο εσωτερικό του κοινωνικού συστήματος, του οποίου αποτελεί έκφραση. Τρία επίπεδα που κινούνται, σε συνάρτηση το ένα με το άλλο και με τρόπο ανταγωνιστικό – κινούνταν πάντα ανταγωνιστικά, αλλά ακόμα περισσότερο σήμερα. Το ίδρυμα/θεσμός, εκτός από την αντικειμενοποίηση και την πραγμοποίηση του υποκειμένου (και διαμέσου αυτών), επιτελεί, ταυτόχρονα, όπως τονίζει ο Basaglia, μια στρατηγικού χαρακτήρα λειτουργία διακρίσεων και αποκλεισμού, αποτελώντας έναν από τους βασικούς πυλώνες για την επιβολή και διατήρηση της κατεστημένης κοινωνικής τάξης.

Είναι αδύνατο να κατανοήσει κανείς σήμερα τις αντιφάσεις και τα αδιέξοδα της Ψυχιατρικής και του συστήματος υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας στην Ελλάδα, όπως, αντίστοιχα, σ΄ ολόκληρη την Ευρώπη, αγνοώντας την αφετηρία και υλική βάση αυτών των αντιφάσεων : δηλαδή, την διεθνή οικονομική κρίση, συνέπεια της οποίας είναι η ολοσχερής χρεωκοπία της ελληνικής οικονομίας και η δικτατορική επιβολή, από την τρόικα ΔΝΤ/ΕΕ/ΕΚΤ, του «μνημονίου», ενός κατ΄ ευφημισμόν ονομαζόμενου «προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής». Αυτή η κρίση βρίσκεται, την ίδια στιγμή, σε μια δομικού τύπου συνάρτηση με τις νέες ανάγκες του κυρίαρχου συστήματος διεθνώς, για μια «βιο-πολιτική του πληθυσμού» που μετατρέπεται, πλέον, σε «θανατο-πολιτική», όχημα της οποίας είναι μια «βιο-εξουσία», που, όλο και περισσότερο, βλέπει, πλέον, και ασκεί αυτό που ο Μισέλ Φουκώ χαρακτήριζε ως «χειραγώγηση των σωμάτων και την υπολογιστική διαχείριση της ζωής» υπό το πρίσμα του εξοστρακισμού από τη ζωή και της εξόντωσης.

Είναι αυτή η κατάσταση της οικονομικής κατάρρευσης που έρχεται να συναντήσει την ήδη από μακρού σοβούσα κρίση του συστήματος Ψυχικής Υγείας στην Ελλάδα. Την αποτυχία, δηλαδή, της ελληνικής «ψυχιατρικής μεταρρύθμισης», εδώ και πάνω από 25 χρόνια και του εθνικού της προγράμματος, εδώ και 10 χρόνια, του περίφημου ‘Ψυχαργώς’, που δεν κατάφερε επ΄ ουδενί να πάει πέρα από  τον ολοπαγή θεσμό, το ψυχιατρείο και τα όποια νεοϊδρυματικά αντίγραφά του.

Την προηγούμενη δεκαετία, στη βάση αυτού του προγράμματος, έκλεισαν, υποτίθεται, τα τέσσερα μικρότερα ψυχιατρεία, καθώς και το παιδοψυχιατρικό νοσοκομείο και συρρικνώθηκαν τα τρία μεγαλύτερα. (Η Λέρος μένει πάντα εκτός των όποιων υπολογισμών: με 300 ακόμα εν ζωή χρήστες/νοσηλευόμενους, εξακολουθεί να υπάρχει). Όμως, αυτή η διαδικασία δενσυνοδεύτηκε από την δημιουργία κοινοτικών υπηρεσιών, ολοκληρωμένων και εναλλακτικών στο ψυχιατρείο και στο παραδοσιακό «κύκλωμα του ελέγχου». Και πώς να υπάρξουν κοινοτικές υπηρεσίες όταν στην Ελλάδα, εν έτει 2012, εξακολουθεί να μην υπάρχει τομεοποίηση των υπηρεσιών ψυχικής υγείας;

Η ελληνική ‘ψυχιατρική μεταρρύθμιση’, σε αντιδιαστολή με αυτό που ορίζουμε ως Αποιδρυματοποίηση (deinstitutionalization), αποτέλεσε μια διασπορά των θραυσμάτων του κατακερματισμένου ασύλου (transinstitutionalization) στην κοινότητα, με την μετεγκατάσταση των ασθενών από τις πτέρυγες χρόνιας παραμονής στα ψυχιατρεία σε στεγαστικές μονάδες του δημοσίου, ή ιδιωτικών «μη κερδοσκοπικών» εταιρειών, χωρίς το σύστημα, οι δομές και η λειτουργία του, οι πρακτικές και η κουλτούρα του ν΄ αλλάζουν. Με συνθήκες, σε αρκετές από αυτές τις εξωνοσοκομειακές δομές,παρόμοιες με αυτές στα ψυχιατρεία, με μηχανικές καθηλώσεις, κλειδωμένες πόρτες και συχνά με την επιτήρηση από κάμερες.

Καθώς το ‘κλείσιμο’ (των μικρότερων) ή η συρρίκνωση των (μεγαλύτερων) ψυχιατρείων δεν συνοδεύτηκε από την δημιουργία ολοκληρωμένων κοινοτικών υπηρεσιών, το κενό που δημιουργήθηκε, αποτέλεσε ένα πρόσφορο έδαφος για μια πραγματική άνθηση των ιδιωτικών ψυχιατρικών κλινικών σε διάφορες περιοχές της χώρας. Σε πολλές από αυτές υπάρχουν πληροφορίες ότι ασκούνται εξαιρετικά βίαιες μέθοδοι καταστολής των εγκλείστων.

Την ίδια στιγμή, ωστόσο, ακόμα και τα ψυχιατρεία που ‘έκλεισαν’, δεν καταργήθηκαν ως οργανισμοί, αλλά ούτε και ως χώροι νοσηλείας, με την έννοια ότι, στα περισσότερα από αυτά (με μόνη εξαίρεση αυτό των Χανίων) παρέμειναν οι κλίνες ‘οξείας νοσηλείας’ (στο ΨΝ Τρίπολης και χρόνιας παραμονής).

Επομένως, το ‘πρόβλημα του ψυχιατρείου’, παρά την όποια φιλολογία περί κλεισίματος και τα όποια προγράμματα, ποτέ δεν ξεπεράστηκε στην ουσία του, ως κουλτούρα, πρακτική και τρόπος οργάνωσης των υπηρεσιών ψυχικής υγείας και ως θεσμός-φορέας μιας κοινωνικής ανάθεσης για την διατήρηση της κατεστημένης Κοινωνικής Τάξης.

Μια άλλη παράμετρος ήταν ο ρόλος του λεγόμενου ιδιωτικού ‘μη κερδοσκοπικού’ τομέα στην Ελλάδα, που λειτούργησε με κρατική χρηματοδότηση, περισσότερο ως παρα-κυβερνητική παρά ως ‘μη κυβερνητική’ δραστηριότητα, συμβάλλοντας στην ιδιωτικοποίηση της ψυχικής υγείας (μέσω της ιδιωτικοποίησης και της επισφάλειας των εργασιακών σχέσεων του προσωπικού τους), αλλά και στην αναπαραγωγή του κατακερματισμού και της παράλληλης και αποκομμένης (σε αντίθεση προς την εναλλακτική) δραστηριότητας σε σχέση με το υπάρχον ιδρυματικό σύστημα των υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας. Λειτούργησαν πιο πολύ στην κατεύθυνση της απορρόφησης κονδυλίων και πολύ λιγότερο (έως και καθόλου) της ανάληψης της ευθύνης για απάντηση στις ανάγκες του πληθυσμού μιας ορισμένης περιοχής (χωρίς να επικεντρώνουν, δηλαδή, στην συμμετοχή τους σε κοινές δράσεις και σε συνέργειες, στη λογική του ‘τομέα ευθύνης’, αλλά έχοντας ως σημείο αναφοράς πρωτίστως τις ανάγκες και επιδιώξεις της εκάστοτε εταιρείας).

Πολλοί στο χώρο των ΜΚΟ δεν έπαψαν να χρησιμοποιούν κατά κόρον τη νέα μεταρρυθμιστική «επιστημονική ιδεολογία» (ενάντια στο ψυχιατρείο, στροφή στην κοινότητα κλπ, ακόμα και τις ιδέες του Basaglia) και διαμέσου γενικόλογων διακηρύξεων για μεταρρυθμίσεις, όπως έλεγε ο ίδιος ο Basaglia, να την χρησιμοποιούν ως «συγκάλυψη της ακινησίας και της ακαμψίας» του θεσμού και των πρακτικών τους, με αποτέλεσμα οι νεωτεριστικές ιδέες, με την μυστικοποίηση που υφίσταται ο πραγματικά εναλλακτικός τους χαρακτήρας, το επιστημονικό άνοιγμα που εισάγουν, να μετατρέπονται σε «δήθεν μεταρρυθμιστικές ιδέες», δηλαδή, να προσαρμόζονται και ν΄ αποτελούν το άλλοθι της διατήρησης, στην αρχική του κατάσταση, του θεσμού που υποτίθεται ότι ήθελαν να μετασχηματίσουν.

Είναι μέσα σ΄ αυτή την κατάσταση, την προηγούμενη δεκαετία, του συστήματος της Ψυχικής Υγείας στην Ελλάδα και σε μια διαδικασία της έμπρακτης αμφισβήτησής της, που έγινε δυνατό να ευοδωθεί μια προσπάθεια (που είχε ξεκινήσει ήδη από τις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας) για μιαν ουσιαστική στροφή στην κοινότητα. Το ΚΨΥ Αγίων Αναργύρων άρχισε να λειτουργεί, ως αποκεντρωμένη μονάδα του ΨΝΑ, το Νοέμβριο του 2006.

Η ίδρυση και λειτουργία του ΚΨΥ ήρθε ως μια στιγμή στο συνεχές μιας διαδικασίας  Αποιδρυματοποίησης στο εσωτερικό του ΨΝΑ, πρώτα με το κλείσιμο μιας πτέρυγας χρόνιας παραμονής (μέσω της μετάβασης των εγκλείστων σε ξενώνες, οικοτροφεία και προστατευόμενα διαμερίσματα) και εν συνεχεία, με την έναρξη λειτουργίας, από τον Αύγουστο του 2004, της μονάδας εισαγωγών του 9ου ΨΤ.

Βασικό στοιχείο της θεραπευτικής προσέγγισης, ήδη από την αρχή, ήταν η αποδόμηση, στην πράξη, του εγκλεισμού, κατ΄ αρχήν στις πιο ορατές και περιοριστικές μορφές του, όπως είναι οι κλειδωμένες πόρτες και οι μηχανικές καθηλώσεις και απομονώσεις.

Μέσα σ΄ αυτή τη συγκυρία έγινε, εν συνεχεία, δυνατό, ένα μικρό, σχετικά, κτίριο, που ήταν έτοιμο να λειτουργήσει, από τη δική μας θεραπευτική ομάδα, ως οικοτροφείο, ν΄ αλλάξει χρήση (το 2006) και να λειτουργήσει ως ΚΨΥ.

Τρεις ήταν οι βασικές παράμετροι, που ήταν οι εκ των ουκ άνευ, αλληλεξαρτώμενες μεταξύ τους, προϋποθέσεις για την ίδρυση και λειτουργία από τη δική μας θεραπευτική ομάδα αυτού του ΚΨΥ.

Πρώτον, ότι θα ήταν διασυνδεδεμένο λειτουργικά με την νοσοκομειακή μας μονάδα νοσηλείας μέσα στο ΨΝΑ (9ο ΨΤΕ). Ότι, δηλαδή, δεν θα αναπαρήγαγε το γνωστό μοντέλο οργάνωσης ‘κοινοτικών’ μονάδων τύπου ‘εξωτερικού ιατρείου’, που διαιωνίζουν την ανάγκη (και λειτουργούν στην υπηρεσία) του ψυχιατρείου (και της νοσοκομειακής νοσηλείας) αντί για την υπέρβασή τους. Το ζητούμενο, εν προκειμένω, επρόκειτο να είναι η εναλλακτική απάντηση, πρωτίστως, στο πλήρες φάσμα των αναγκών του πληθυσμού (μιας ορισμένης περιοχής).

Δεύτερον, ότι θα λειτουργούσαμε σε τομεοποιημένη βάση – μέσα συνθήκες που δεν εφαρμόζεται καμιά τομεοποίηση στην περιοχή της Αθήνα (όπως, επίσης, πρακτικά και σε όλη τη χώρα). Εγινε δυνατό να γίνει αποδεκτό και να καθιερωθεί στο ΨΝΑ ότι όλοι όσοι εισάγονται στο ΨΝΑ και είναι κάτοικοι μιας συγκεκριμένης περιοχής (τομέας ευθύνης), να νοσηλεύονται στο δικό μας τμήμα εισαγωγών (το 9ο), έτσι ώστε, εν συνεχεία, να μπορούν να παρακολουθούνται και να στηρίζονται από το ΚΨΥ. Αυτό σημαίνει ότι η πρώτη γνωριμία του ΚΨΥ με τα περισσότερα από τα λεγόμενα πιο ‘δύσκολα’ περιστατικά γίνεται μέσω της νοσηλείας, εκούσιας ή ακούσιας, στο ψυχιατρείο.

Τρίτον, ότι αυτή η λειτουργία θα διεξαγόταν από την ίδια θεραπευτική ομάδα που, μέχρι την ίδρυση του ΚΨΥ, λειτουργούσε στο εσωτερικό του ψυχιατρείου. Η συντριπτική πλειοψηφία όσων εργάζονται στο ΚΨΥ είναι προσωπικό του ψυχιατρείου που μετακινήθηκε εκεί, σε μια λογική «μετατροπής των (ανθρώπινων) πόρων». Είναι οι ίδιοι λειτουργοί, ψυχίατροι, νοσηλευτές, ψυχολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί, εργοθεραπευτές κλπ, που πριν λειτουργούσαν «μέσα», στον ορίζοντα του «κλειστού», ολοπαγούς ιδρύματος, οι οποίοι τώρα μετακινήθηκαν «έξω», στο ΚΨΥ – άλλοι αποκλειστικά και άλλοι μοιράζοντας το χρόνο τους μεταξύ τμήματος νοσοκομειακής νοσηλείας και ΚΨΥ (αλλά και των στεγαστικών δομών). Η ίδια, λοιπόν, θεραπευτική ομάδα «μέσα» και «έξω». Για τη συνέχεια της θεραπευτικής δουλειάς κατά τη διάρκεια και μετά τη νοσοκομειακή νοσηλεία.

Όπως ήταν προγραμματισμένο από τα επίσημα πλάνα και όπως είναι η συνήθεια στην Ελλάδα, μαζί με το ΚΨΥ ενηλίκων δημιουργήθηκε (στον ίδιο οργανισμό) και ένα ιατροπαιδαγωγικό τμήμα, το οποίο στελεχώθηκε με προσλήψεις προσωπικού, εξαιρετικά αδύναμο, ακόμα, από την άποψη του αριθμού του προσωπικού.

Η λειτουργία του ΚΨΥ, μέχρι τώρα, είναι 12 ώρες την ημέρα, από Δευτέρα έως Παρασκευή. Ένας λόγος είναι η αριθμητική ανεπάρκεια του προσωπικού. Το σχέδιο είναι οι ημέρες λειτουργίας να αυξηθούν στις 6 και αργότερα στις 7 και η ημερήσια λειτουργία του να φτάσει τις 24 ώρες και, επίσης, να αποκτήσει κλίνες νοσηλείας.

Γίνεται προσπάθεια το ΚΨΥ ν΄ αποτελεί ένα χώρο «συνάντησης και επικοινωνίας», που προσφέρει υπηρεσίες, διενεργεί παρεμβάσεις και υλοποιεί προγράμματα, τόσο για τους χρήστες, όσο και για τις οικογένειές τους. Τα θεραπευτικά προγράμματα υλοποιούνται τόσο με τις επισκέψεις των χρηστών στο ΚΨΥ, όσο και με επισκέψεις των λειτουργών στα σπίτια.

Το 2011 υπήρξαν 5.476 επισκέψεις ενηλίκων χρηστών στο ΚΨΥ και 1588 επισκέψεις κατ΄ οίκον.

Τα αποτελέσματα της δουλειάς του ΚΨΥ είναι περισσότερο ορατά στην ποιότητα των θεραπευτικών απαντήσεων παρά στα καθαυτό ποσοτικά στοιχεία και αυτό έχει να κάνει με γενικότερες αντιφάσεις μέσα στο σύστημα υπηρεσιών σε μια μεγαλούπολη, όπου τα πάντα εξακολουθούν να λειτουργούν με τον «παλιό τρόπο». Για παράδειγμα, η οργάνωση της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (Primary Health Care) είναι πρωτόγονη, κατακερματισμένη και υποχρηματοδοτημένη (πολύ περισσότερο σήμερα λόγω των περικοπών), χωρίς καμιά διασύνδεση μεταξύ Υγείας και Ψυχικής Υγείας σε οποιοδήποτε επίπεδο. Ετσι, όλα τα αιτήματα, ακόμα και το πιο ήπιο και στοιχειώδες πρόβλημα, που θα μπορούσε ν΄ αντιμετωπιστεί, πχ, στο επίπεδο ενός γενικού γιατρού (με την συμβουλευτική πλαισίωσή του, όπου χρειάζεται, από την υπηρεσία ψυχικής υγείας), πλημμυρίζουν το ΚΨΥ, σε αναζήτηση ενός ψυχιάτρου, ή, πιο συχνά ενός ψυχολόγου. (Στην αλματώδη αύξηση των αιτημάτων προς το ΚΨΥ έχει, ιδιαίτερα τον τελευταίο χρόνο, συμβάλει και το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης). Από την άλλη, η στάση των κυρίαρχων ιεραρχιών στο ΨΝΑ απέναντι στο ΚΨΥ είναι ότι, απλώς, το «ανέχονται» (όταν δεν το υπονομεύουν, όπως στην περίπτωση του κτιριακού προβλήματος, αλλά και άλλων).

Τα προβλήματα, εξ΄ αιτίας αυτού, στην λειτουργία του είναι πολύ μεγάλα και γίνονται ακόμα μεγαλύτερα

-από τον εξαιρετικά μεγάλο τομέα ευθύνης (κοντά στις 450.000 κατοίκους, πράγμα που δημιουργεί ένα τεράστιο φορτίο, το οποίο συχνά είναι εξαιρετικά δύσκολο να «σηκωθεί» από μια ομάδα που ο αριθμός των μελών της δεν είναι επαρκής ούτε για την ολοκληρωμένη κάλυψη των αναγκών ενός πληθυσμού 100.000 κατοίκων – που είναι το μέγεθος του τομέα ευθύνης που επιδιώκουμε),

-την υποστελέχωση,

-την έλλειψη μέσων και πόρων για την καθημερινή δουλειά, αλλά και

-της κατάλληλης κτιριακής υποδομής κλπ.

Ένα από τα πιο ορατά αποτελέσματα της 6χρονης περίπου δουλειάς του ΚΨΥ ήταν η δραστική μείωση των ακούσιων νοσηλειών των ασθενών που είχαν ήδη αναληφθεί από το ΚΨΥ – από το 55%, που είναι κατά μέσον όρο η αναλογία των ακούσιων εισαγωγών επί του συνόλου των εισαγωγών πανελλαδικά (και στο ΨΝΑ), στο 27% το 2011. Πρέπει, επίσης, να ληφθεί υπόψιν ότι έχει μειωθεί δραστικά και το ποσοστό των λεγόμενων “dropouts”. Ακόμα και αν ένας ασθενής, που έχει αναληφθεί από το ΚΨΥ, τύχει μια φορά να νοσηλευθεί, για διάφορους λόγους, σε ένα άλλο νοσοκομείο, προσπαθούμε να τον/την μεταφέρουμε με την δική του/της συναίνεση στο δικό μας τμήμα εισαγωγών. Αντίθετα μ΄ αυτό, συμβαίνει πολύ συχνά, εξαιτίας του τρόπου λειτουργίας του υπάρχοντος συστήματος υπηρεσιών, ιδιαίτερα στην Αθήνα, ένας ασθενής να εισάγεται σε διαφορετικό νοσοκομείο κάθε φορά που χρειάζεται να νοσηλευθεί. Είχαμε μια πολύ μικρή μείωση του ποσοστού των επανεισαγωγών (από 36.7% πριν την λειτουργία του ΚΨΥ, στο 34.3% μετά από πέντε χρόνια), αλλά, όπως λέχθηκε ανωτέρω, οι περισσότερες είναι εκούσιες.

Είναι, λοιπόν, εν μέσω αυτής της προσπάθειας, στο εσωτερικό του περιγραφέντος ανωτέρω νεο-ιδρυματικού μοντέλου σε εθνική κλίμακα, το οποίο ήταν ήδη σε κρίση, που ήλθε να επιδράσει η σημερινή οικονομική κρίση.

Μια πρώτη προϋπόθεση (αναγκαία, αν και όχι επαρκής από μόνη της) για να γίνει κατανοητό το που οδηγείται ο ψυχιατρικός θεσμός, είναι η κατανόηση του ίδιου του βάθους της κρίσης :

-το ιλιγγιώδες χρέος που είναι πέραν πάσης δυνατότητας διαχείρισης (από όλες τις πλευρές χαρακτηρισμένο ως «μη βιώσιμο» και που διαρκώς αυξάνει, μεταξύ άλλων και μέσω και της καταβολής των δόσεων αποπληρωμής του),

-η αντίληψη της κρίσης στη Ελλάδα ως μέρους μιας ευρωπαϊκής και παγκόσμιας, χωρίς κανένα ιστορικό προηγούμενο, κρίσης,

-η προοπτική πολλών δεκαετιών με διαδοχικά ‘μνημόνια’, το περιεχόμενο των οποίων πρόκειται να κινείται, σε όλο και μεγαλύτερες δόσεις, στη γραμμή της τριπλής αποδόμησης, της αγοράς εργασίας (πλήρης ελαστικοποίηση και απορρύθμιση), του δημόσιου (με τις απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων, την ιδιωτικοποίηση και το ξεπούλημα των πάντων) και του κράτους πρόνοιας (όποιου τέλος πάντων υπήρχε σ΄ αυτή τη χώρα, επιδομάτων, συντάξεων κοκ).

Με την ανεργία να φτάνει το 2012, επισήμως, το 24% (στην πραγματικότητα, πάνω από 30%), με μια κοινωνία σε γενικευμένη πτώχευση, με την πλειονότητα να αδυνατεί ν΄ αναπαράγει την κοινωνική της ύπαρξη και με μόνη διάκριση, εντός της κοινωνίας, μεταξύ αυτών που είναι τελείως εκτός εργασίας και του όποιου εισοδήματος και αυτών που εξακολουθούν να εργάζονται με μισθό που δε τους φτάνει να ζήσουν. Αρκεί μόνο να σκεφτεί κανείς ότι ένας στους τρείς στην Ελλάδα είναι ανασφάλιστος και δεν μπορεί να προμηθεύεται τα φάρμακά του, ενώ και οι περισσότεροι από αυτούς που έχουν ασφάλιση αδυνατούν πλέον να καταβάλουν την όλο και μεγαλύτερη συμμετοχή τους στην αγορά των φαρμάκων, στις εργαστηριακές εξετάσεις και στη νοσηλεία τους, πράγμα που, εν τέλει, τους καθιστά στην ουσία και αυτούς ανασφάλιστους. Το σύστημα Υγείας και τα ασφαλιστικά ταμεία είναι σε πλήρη κατάρρευση, οι συντάξεις και τα επιδόματα αναπηρίας μειώνονται σε τρομακτικά ποσοστά (σε μια επιχείρηση πραγματικής γενοκτονίας της τρίτης ηλικίας και των ατόμων με αναπηρία και ψυχιατρικά προβλήματα) – και το ίδιο δραστικά έχουν μειωθεί, μειώνονται διαρκώς και πρόκειται να μειωθούν κι΄ άλλο, οι μισθοί στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα. Στα πλαίσια, μάλιστα, της πολιτικής για δραστική μείωση του Δημόσιου τομέα, υπολογίζεται ότι, μέχρι το 2016, με μόνη την αποχώρηση των συνταξιοδοτούμενων χωρίς να υπάρξει αντικατάστασή τους (λόγω ισχύος του κανόνα ‘1πρόσληψη προς 5 ή 10 αποχωρήσεις’), αναμένεται ότι οι εργαζόμενοι στον τομέα της Υγείας (συμπεριλαμβανομένης της Ψυχικής Υγείας) θα μειωθούν συνολικά κατά περίπου 13.000.

Η χώρα ολόκληρη μετατρέπεται σε Ειδική Οικονομική Ζώνη, με πλήρως ελαστικοποιημένες εργασιακές σχέσεις, με την κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, με επαναφορά της εβδομάδας των 6 εργάσιμων ημερών και των 13 ωρών ημερήσιας εργασίας και με διαρκή πίεση ο κατώτατος μισθός να πέσει περαιτέρω από τα 586 ευρώ (από 750 πριν δυο χρόνια), σε επίπεδα κάτω από τα 300 ευρώ, προκειμένου να υπάρξουν κερδοφόρες επενδύσεις – πάνω στο πτώμα ενός ολόκληρου λαού.

Θα πρέπει να υπογραμμίσω σ΄ αυτό το σημείο κάτι που θεωρώ ως μια πολύ σοβαρή και συνάμα απειλητική συνέπεια της απότομης διάρρηξης και κατάρρευσης του κοινωνικού ιστού στην Ελλάδα, σε όλα του τα επίπεδα και τις διαστάσεις, όπως τουλάχιστον αυτός υπήρχε μέχρι πριν δυο-τρία χρόνια : κατάρρευση ενός κοινωνικού ιστού που εμφανίστηκε μεν απότομα, αλλά του οποίου τα θεμέλια έτριζαν και οι ρωγμές του είχαν αρχίσει να εμφανίζονται εδώ και αρκετά χρόνια – για όποιον, τουλάχιστον, «ήθελε» να τις δει. Η εκτεταμένη πτωχοποίηση, η κυριολεκτική κονιορτοποίηση των μικροαστικών στρωμάτων και η καταστροφή της εργατικής τάξης, η απόγνωση και η έλλειψη προοπτικής για ένα ορατό μέλλον, ιδιαίτερα για τους νέους, μαζί με την έλλειψη, προς το παρόν, μιας δημιουργικής, ελπιδοφόρας και πραγματικά εναλλακτικής πολιτικής λύσης, δημιούργησαν το έδαφος για την εμφάνιση και την ισχυροποίηση ενός Ναζιστικού κόμματος (της «Χρυσής Αυγής»), βαθύτατα ρατσιστικού και δολοφονικού, το οποίο, από ποσοστά μικρότερα του 1% στα οποία κυμαινόταν η εκλογική του δύναμη τα προηγούμενα χρόνια, γνώρισε μιαν αλματώδη άνοδο στις φετινές εκλογές, φτάνοντας κοντά στο 7% και υπολογίζεται τώρα, στις διάφορες σφυγμομετρήσεις, σε πάνω από 12%. Αυτό το κόμμα, όπως οι πρόγονοί του στη ναζιστική Γερμανία της δεκαετίας του 30, είναι, μεταξύ άλλων, και υπέρ της στείρωσης και της ευθανασίας των ψυχικά πασχόντων, των πασχόντων από διάφορες μορφές αναπηρίας κλπ. Μια από τις πιο πρόσφατες πρωτοβουλίες τους (εκτός από τα καθημερινά μαχαιρώματα μεταναστών) ήταν η προσπάθειά τους να διώξουν από τους βρεφονηπιακούς και παιδικούς σταθμούς τα παιδιά των μεταναστών, καθώς, σύμφωνα με το ναζιστικό τους μυαλό, και οι σταθμοί αυτοί (όπως κάθε τι στην Ελλάδα) θα πρέπει να είναι μόνο γα καθαρόαιμους «Ελληνες»…!!! Το ίδιο επιχείρησαν και για τους φοιτητές στα Πανεπιστήμια.

Επανερχόμενος στο κύριο θέμα, ύστερα από αυτή την κρίσιμη, όπως την θεωρώ, παρένθεση, θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι, οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν, μετά την είσοδο της χώρας σε καθεστώς επιτήρησης από ΔΝΤ/ΕΕ/ΕΚΤ, έχουν οδηγήσει αυτό που ήταν ως τώρα, στην Ψυχική Υγεία, μια κατάσταση ‘στασιμότητας’ και ‘τέλματος’, σε μια διαδικασία πραγματικής κατεδάφισης του όλου συστήματος – όχι πια η συντήρηση του εξωραϊσμένου νεο-ιδρυματισμού, αλλά, κυριολεκτικά, η κατεδάφιση. Όχι μόνο η δημιουργία κοινοτικών υπηρεσιών, που είναι το ζητούμενο στην Ελλάδα, τίθεται, πλέον, εκτός ουσιαστικής συζήτησης, αλλά και οι νεο-ιδρυματικές δομές, ξενώνες, οικοτροφεία κοκ, με την δημιουργία των οποίων ταυτίστηκε η ελληνική ‘ψυχιατρική μεταρρύθμιση’, μπαίνουν σε άμεσο κίνδυνο να κλείσουν (ήδη μερικά έκλεισαν), να συγχωνευθούν κοκ, για πλείστους λόγους (έλλειψης προσωπικού, περικοπών κλπ). Το γεγονός ότι, πολύ πριν ξεσπάσει η τωρινή κρίση, οι δομές του ιδιωτικού, ‘μη κερδοσκοπικού’ τομέα δεν έπαιρναν παρά δραστικά μειωμένη και με μεγάλες ασυνέχειες την επιχορήγηση που τους όφειλε το κράτος (και το προσωπικό έμενε απλήρωτο για μήνες, ενώ το επίπεδο φροντίδας των ενοίκων ανάλογα υποβαθμιζόταν), δεν ήταν παρά το προοίμιο της σημερινής κατάστασης.

Είναι, άλλωστε, γι΄ αυτό το λόγο που, ήδη, από τα μέσα της δεκαετίας που πέρασε, και πολύ πριν ξεσπάσει η σημερινή κρίση, η τότε κυβέρνηση και οι επιτελείς της επί θεμάτων ψυχικής υγείας είχαν αρχίσει να καταστρώνουν σχέδια αντιμετώπισης της κρίσης στο όλο σύστημα, αφενός, με την ακύρωση της δημιουργίας κοινοτικών υπηρεσιών ψυχικής υγείας (ιδιαίτερα ΚΨΥ), χρησιμοποιώντας ως άλλοθι την ‘διασύνδεση’ (στην πραγματικότητα, συγχώνευση, που ισοδυναμούσε με σύνθλιψη) των όποιων κοινοτικών δραστηριοτήτων στην γενική Υγεία (στα Κέντρα Υγείας, όπου υπάρχουν), υπό μορφήν εξωτερικών ιατρείων (για μιαν ακόμη φορά, η ακύρωση μέσω της μυστικοποίησης – και χρησιμοποίησής της για διαμετρικά αντίθετους στόχους – μιας, κατά τα άλλα, σωστής ιδέας) και, αφετέρου, με τη στροφή στις «ειδικές», δηλαδή, κλειστές, κατασταλτικού χαρακτήρα δομές, ακόμα και μέσα στην κοινότητα, για τον έλεγχο των λεγόμενων «δύσκολων περιστατικών», σε μια λογική διαχείρισης και ελέγχου της «επικινδυνότητας».

Αυτά τα σχέδια, με τον ακατέργαστο, πρωτόγονο χαρακτήρα της συγκρότησης και διατύπωσής τους, έμειναν, για ποικίλους λόγους, στα χαρτιά – περιμένοντας, κατά κάποιον τρόπο, το ξέσπασμα, που από τότε εγκυμονούνταν, αυτής της κατακλυσμιαίας κρίσης, για να πάρουν μια πιο ραφινάτη μορφή, με φράσεις και σχήματα δανεισμένα από τα πάλαι ποτέ θέσφατα της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης, στο κείμενο μιας ‘επιτροπής σοφών’ του Υπουργείου Υγείας (που λειτούργησε από τις αρχές του 2011 μέχρι τον Απρίλιο του 2012, λίγο πριν τις φετινές εκλογές) για την «αναθεώρηση» του προγράμματος «Ψυχαργώς». Διαμέσου αυτής της «αναθεώρησης» επιχειρείται μια ριζική παλινδρόμηση, στην κατεύθυνση της περαιτέρω ιδιωτικοποίησης των υπηρεσιών και, ταυτόχρονα, της κατασταλτικής διαχείρισης αυτού που κατασκευάζεται, για μιαν ακόμη φορά, ως ‘κοινωνική επικινδυνότητα’ του ψυχικά πάσχοντος και της ψυχικής αρρώστιας.

Τα άμεσα «μεταρρυθμιστικά» μέτρα που προτείνονται μπαίνουν κάτω από τον τίτλο «σχέδιο εκτάκτου ανάγκης» (στην πραγματικότητα, περικοπών και προσαρμογής στο μνημόνιο). Ανάμεσα στις βασικές προτάσεις είναι η αλλαγή του νόμου που προβλέπει ότι τα Κέντρα Ψυχικής Υγείας μπορούν να είναι μόνο δημόσια, έτσι ώστε να μπορούν να ιδρύονται και από ΜΚΟ. Προτείνεται, επίσης, η ίδρυση μονάδων ψυχιατρικής νοσηλείας με το ‘μίνιμουμ του προσωπικού’ (χωρίς να καταλαβαίνει κανείς τι εννοείται μ΄ αυτό το ‘μίνιμουμ’), καθώς και η ίδρυση δημόσιων ΚΨΥ και ψυχιατρικών κλινικών στα γενικά νοσοκομεία μέσω της απλής, διαχειριστικής μεταφοράς προσωπικού από τα ψυχιατρεία, στη λογική της αποδόμησής τους, αντί της Αποϊδρυματοποίησής τους (άγνωστης λέξης για τους συντάκτες του κειμένου).

Την ίδια στιγμή που επαναφέρεται, για πολλοστή φορά, η συζήτηση για την υποτιθέμενη «κατάργηση των ψυχιατρείων», προτείνεται, σε άλλο σημείο του κειμένου, η διατήρηση «ενός ή δυο» από αυτά, για την μετατροπή τους σε «ψυχιατροδικαστικά ψυχιατρεία», με την μεταφορά του Βρετανικού μοντέλου των High, Medium και Low Security ψυχιατρείων για τον εγκλεισμό των «ακαταλογίστων», αλλά και των υπηρεσιών για «ειδικούς πληθυσμούς», μεταξύ των οποίων και αυτοί οι οποίοι ταξινομούνται με την διάγνωση της «Επικίνδυνης Σοβαρής Διαταραχής Προσωπικότητας» (DSPD). Προτείνεται, μάλιστα, να υπάρχει η δυνατότητα τέτοιες υπηρεσίες και «ειδικές δομές» να μπορούν ν΄ αναπτύσσουν και ιδιώτες.

Η ιδέα που διαπερνά αυτή τη νέα προτεινόμενη πολιτική για την ψυχική υγεία, ως η εξ αποκαλύψεως αλήθεια που εξηγεί τα μέχρι τώρα δεινά της «μεταρρύθμισης», αλλά που, στην πραγματικότητα, της εκσυγχρονίζει τον χαρακτήρα σε αντιστοιχία με τις ανάγκες της νέας βιο-πολιτικής, της εποχής του μνημονίου, συνοψίζεται στην ακόλουθη παράγραφο:

«Η ψυχιατρική μεταρρύθμιση και αποασυλοποίηση στην Ελλάδα δεν θα μπορέσει ποτέ να εφαρμοστεί με επιτυχία χωρίς την ύπαρξη ενός πλέγματος ασφάλειας (υπογρ. δική μας) για την έγκαιρη και αποτελεσματική αντιμετώπιση της παραβατικότητας που σχετίζεται με την ψυχική διαταραχή. Τέτοιες υπηρεσίες θα ενισχύσουν το αίσθημα ασφάλειας (υπογρ. δική μας) της κοινωνίας και δρουν αποφασιστικά στην μείωση του κοινωνικού αποκλεισμού και του στιγματισμού της ψυχικής διαταραχής».

Αυτή η «οικοδόμηση» ενός συστήματος υπηρεσιών στην λογική της ασφάλειας (ως παρακλάδι ενός, απλώς επιτελικού, ‘κράτους ασφάλειας’security state – όπως το προορίζουν) και όχι της θεραπείας, της φροντίδας και των δικαιωμάτων, είναι και η πεμπτουσία της ψυχιατρικής του ‘μνημονίου’.

Η αναφορά στο «κλείσιμο των ψυχιατρείων» στην Ελλάδα (όπως και σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες), ήταν, συνήθως, μια, λίγο ως πολύ, ασαφής και αόριστη, ή και απλώς φραστική, αναφορά, περισσότερο ως έκφραση ενός ευσεβούς πόθου, παρά ως ενός συγκεκριμένου μετασχηματισμού της επικρατούσας ψυχιατρικής κουλτούρας και πρακτικής και του αντίστοιχου σχεδιασμού των συγκεκριμένων βημάτων μια βαθμιαίας μετάβασης που οδηγεί από το ψυχιατρικό ίδρυμα σε ένα εναλλακτικό, ολοκληρωμένο και κοινοτικά εδραιωμένο σύστημα υπηρεσιών ψυχικής υγείας.

Υπήρχαν πάντα οι απόψεις, πλειοψηφούσες στην Ελλάδα (και γερά ριζωμένες στις πανεπιστημιακές σχολές), που έβλεπαν με μεγάλο σκεπτικισμό ακόμα και την απλή αναφορά στο «κλείσιμο των ψυχιατρείων» και προτιμούσαν την «εξανθρωπισμένη» διατήρησή τους, συμπληρωματικά προς έναν, άλλοτε άλλο, αστερισμό κοινοτικών υπηρεσιών. Ολες οι επίσημες «σχολές» της ψυχιατρικής (βιολογικής κατεύθυνσης, ψυχαναλυτικής όλων των αποχρώσεων, συστημικής κλπ) δεν έπαψαν ούτε στιγμή να έχουν ως σημείο αναφοράς το ψυχιατρείο, άλλοτε ως ένα «αναγκαίο κακό» για «κάποια περιστατικά» και άλλοτε ως το χώρο όπου «η ψύχωση μπορεί να βρει το χώρο της» – ένα χώρο που, ωστόσο, διαμορφώνει και δομεί, μέσα από τους δικούς του κώδικες (της επικινδυνότητας, σε συνάρτηση με την περίκλειστη, απροσωποποιημένη, μαζική και προγραμματισμένη από μιαν ‘άνωθεν αυθεντία’ ζωή των νοσηλευομένων), την ίδια την κλινική σκέψη. Στην κάθοδο από τις θεωρητικές αφηγήσεις της αυτοεπιβεβαίωσης του «ειδικού» στην συγκεκριμένη πραγματικότητα των πολύπλοκων αναγκών του πάσχοντος υποκειμένου, όλες αυτές οι ‘διαφορετικές προσεγγίσεις’ λειτουργούν, εν τέλει, μονοδιάστατα και απλοποιητικά, ανάγοντας αυτή την πολυπλοκότητα (ιδιαίτερα, μάλιστα, σε καταστάσεις κρίσης) σε σημεία και συμπτώματα και συνυφαίνονται, πανομοιότυπα, με τις πάγιες ιδρυματικές πρακτικές, του φαρμάκου (ως, συνήθως, μονόδρομου), της κλειδωμένης πόρτας, της μηχανικής καθήλωσης και της απομόνωσης, αλλά, όλο και πιο συχνά, και του ηλεκτροσόκ.

Ο δρόμος προς ένα ριζικά και ολοκληρωμένα μετασχηματισμένο σύστημα ψυχικής υγείας, πέρα, δηλαδή, από τις λογικές, τις πρακτικές και τις δομές του εγκλεισμού, της απλής διαχείρισης και της θεραπευτικής εγκατάλειψης, φαίνεται ότι, στην πραγματικότητα είναι, όχι απλώς πολύ μακρύς, αλλά μάλλον ασύμβατος με τις ανάγκες του συγκεκριμένου κοινωνικοοικονομικού συστήματος, ιδιαίτερα σ΄ αυτή την περίοδο της πιο βαθιάς και καταστροφικής κρίσης στην ιστορία του.

Σήμερα, όχι μόνο φαίνεται ως αδιανόητο το να προσδοκά κανείς πολιτικές «από τα πάνω» και πρακτικές για το «κλείσιμο του ψυχιατρείου» με την ως άνω έννοια της υπέρβασής του, αλλά και η ίδια η αναφορά της λέξης «κλείσιμο», αφενός, σηματοδοτεί εκείνη την παράδοση του «κλεισίματος» που είναι γνωστή ως Απονοσοκομειοποίηση και αφετέρου, συνδέεται με τις πολιτικές των περικοπών και της αποδόμησης του δημόσιου συστήματος της Υγείας, αποκτώντας ακόμα πιο απειλητικά και επικίνδυνα χαρακτηριστικά.

Μέχρι πριν από λίγο καιρό ήταν οι γνωστές ως «ιδρυματικές αντιστάσεις» και «ακαμψίες» (η ιδρυματική κουλτούρα και πρακτική), που, σε όλα τα επίπεδα, αντιστρατεύονταν τις όποιες διαδικασίες Αποιδρυματοποίησης – αντιστάσεις των οποίων η υπέρβαση (και όχι η απλή εξάλειψη) ήταν τρόπος ύπαρξης και νοήματος των πρακτικών μιας πραγματικής διαδικασίας Αποιδρυματοποίησης. Σ΄ αυτές τις παραδοσιακές αντιστάσεις έρχονται σήμερα να προστεθούν:

-Πρώτον, το γεγονός ότι, το σώμα των ψυχιάτρων (στην συντριπτική του πλειονότητα), μπροστά στον πολλαπλασιασμό και στην αύξηση της πολυπλοκότητας των αναγκών του ψυχικά πάσχοντος, και με όλο και λιγότερους πόρους και μέσα στην διάθεσή του, στο βαθμό που παραμένει προσκολλημένο στην παραδοσιακή κουλτούρα και στα θέσφατα του κυρίαρχου «ψυχιατρικού παραδείγματος», θα τείνει όλο και περισσότερο να ταυτίζεται και να ενεργεί σύμφωνα με πιο ιδρυματικές, ελεγκτικές, κατασταλτικές και απορριπτικές πλευρές αυτού του «παραδείγματος» (για να θυμηθούμε και πάλι τον Basaglia, ξανά πίσω «από την ανοχή στην βία»).

-Δεύτερον, η βαθιά εργασιακή ανασφάλεια, εν μέσω καθημερινών πολιτικών δηλώσεων και μέτρων προς άμεση εφαρμογή για δραστική συρρίκνωση του δημόσιου τομέα. Κάθε νοσηλευτής, κάθε εργαζόμενος του νοσοκομείου, τρέμει ότι αυτός θα είναι ο «επόμενος». Ετσι, χρησιμοποιούν το νοσοκομείο σαν ένα μέσο «άμυνας», το ίδρυμα ως ένα φαντασιακό «οχυρό», από το οποίο θα είναι πιο δύσκολο να τους διώξουν απ΄ ό,τι από μια κοινοτική μονάδα, στεγαστική ή άλλη. Κάθε αλλαγή, κάθε κίνηση πέρα από την «παρούσα κατάσταση των πραγμάτων» (όσο κι΄ αν αυτή η κατάσταση γίνεται όλο και πιο ανυπόφορη) εγείρει αμέσως υποψίες. Σύνθημα των περισσότερων συνδικαλιστών τείνει να γίνει το «μέσα είμαστε πιο ασφαλείς».

-Τρίτον, η νεοφιλελεύθερη πολιτική των εντολοδόχων της τρόικας, οι οποίοι έχουν ανάγει την όποια πολιτική, στην ψυχική υγεία όπως παντού, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για παραδοσιακά συντηρητικής, ή ψευδεπίγραφα «καινοτόμου» και «εκσυγχρονιστικής» κατεύθυνσης, σε μια στυγνή λογιστική των περικοπών.

Σήμερα, στην εποχή του μνημονίου, έννοιες και λογικές της λεγόμενης Οικονομίας της Υγείας, όπως του «κόστους – αποτελέσματος», της «επάρκειας», της «αποτελεσματικότητας», της «εξοικονόμησης πόρων» κοκ, γίνονται εύκολα το όχημα της χωρίς φραγμούς εμπορευματοποίησης και ιδιωτικοποίησης ενός κατ΄ εξοχήν «δημόσιου αγαθού», που είναι η Υγεία.

Ακόμα και το επιχείρημα, που χρησιμοποιήθηκε στο παρελθόν και στην Ελλάδα, ότι ένα σύστημα βασισμένο στην κοινότητα κοστίζει πολύ λιγότερο απ΄ ό,τι ένα νοσοκομειοκεντρικό σύστημα (το οποίο είναι σωστό και τεκμηριωμένο από την διεθνή εμπειρία, στο βαθμό που το κοινοτικό σύστημα εφαρμόζεται σωστά και οργανώνεται την λογική μιας πραγματικά εναλλακτικής και ολοκληρωμένης απάντησης στην ολότητα των αναγκών του προσώπου), τώρα χρησιμοποιείται ανοιχτά ως ένα άλλοθι για περικοπές. Αν αρχίσεις μια συζήτηση σχετικά, πχ, με την «μετατροπή των πόρων», αμέσως μεταφράζεται και εφαρμόζεται ως περικοπές.

Είναι πιθανόν, μάλιστα, μέσα σ΄ αυτές τις συνθήκες και καθώς καταρρέει το όλο σαθρό και στρεβλό οικοδόμημα του πάλαι ποτέ «Ψυχαργώς», τόσο στον ιδιωτικό «μη κερδοσκοπικό» τομέα, όσο και στον δημόσιο (οι στεγαστικές δομές του οποίου, από πολλές πλευρές, εκτιμώνται ως «πολλές», «ακριβές», «αναποτελεσματικές» και «έχουσες ανάγκη αξιολόγησης» – με την έννοια που εννοούν την «αξιολόγηση» οι εντεταλμένοι των δραστικών οικονομικών περικοπών), ότι αυτοί που μετά χαράς θα έκλειναν τα ψυχιατρεία, με τη ρηγκανική λογική, πετώντας τους ασθενείς στο δρόμο, ίσως τώρα τα χρειαστούν για να ξαναβάλουν μέσα αυτούς που τα προηγούμενα χρόνια είχαν μεταστεγάσει σε στεγαστικές δομές και όχι μόνο (αν συνυπολογίσουμε και κάποιες από τις δομές της Πρόνοιας).

Είναι χαρακτηριστικό το συμβάν με το κλείσιμο, πέρσι, δυο οικοτροφείων ενός παλιού ΝΠΙΔ (ΕΚΕΨΥΕ). Τα οικοτροφεία είχαν ενοίκους από την Λέρο (μαζί με άλλους που προστέθηκαν εν συνεχεία). Τους περισσότερους από τους ενοίκους τους, τους διέσπειραν σε άλλα οικοτροφεία άλλων ΜΚΟ, ενώ 4 από αυτούς, ηλικιωμένοι, γύρισαν πίσω στο Δαφνί, στο γηροψυχιατρικό τμήμα (ένα υπερσυνωστισμένο τμήμα με πάνω από 80 υπέργηρους τροφίμους). Δυο από αυτούς, ένας άνδρας και μια γυναίκα, και οι δυο πάνω από 80 ετών, ήταν στις αρχές της δεκαετίας του 70 στο Δαφνί, απ΄ όπου στάλθηκαν, με τις μαζικές, τότε, μεταφορές στην Λέρο. Από εκεί έφυγαν το 1991, όταν μεταφέρθηκαν σε οικοτροφείο της εν λόγω ΜΚΟ στην Αθήνα (Αιγάλεω), μέσω του προγράμματος μεταρρύθμισης του ΚΘΛ, μέρος του οποίου ήταν η μεταφορά επιλεγμένων τροφίμων από την Λέρο σε οικοτροφεία ΜΚΟ στην ηπειρωτική Ελλάδα. Από πέρσι, λοιπόν, έχουν επανέλθει στο ψυχιατρείο απ΄ όπου ξεκίνησε η περιπέτεια τους – σ΄ ένα τμήμα αντίστοιχης αθλιότητας με το Δαφνί της εποχής που έγινε η μεταφορά τους στη Λέρο πριν 40 χρόνια. Συμβολικό της περιπέτειας της ελληνικής ψυχιατρικής μεταρρύθμισης, που γυρίζει σε προ της Λέρου καταστάσεις, αυτές

που κυοφορούν και κατασκευάζουν τη «Λέρο» της κάθε εποχής.

Το συμπέρασμα είναι ότι, κάθε συμβιβασμός με την αμυντική ατμόσφαιρα που καλεί για «το κλείσιμό μας μέσα στο νοσοκομείο», κάθε ιδέα να βγει εκτός συζήτησης και εκτός των προτεραιοτήτων μας το «πρόβλημα του ψυχιατρείου» (δηλαδή, το κλείσιμό του με την έννοια της Αποϊδρυματοποίησης), σημαίνει, ειδικά σ΄ αυτή την εποχή, συμβιβασμό με την λογική και τις πρακτικές μιας Ψυχιατρικής ολοένα και πιο κατασταλτικής – σημαίνει εγκλωβισμό στις συνθήκες και τους όρους που καθιστούν αυτή την διαδικασία «αναπόφευκτη» και «φυσιολογική». Γιατί, το να πάμε «πέρα από» το ψυχιατρείο δεν είναι το να βγούμε έξω από ένα κτίριο, από ένα νοσοκομείο, αλλά ένας μετασχηματισμός των σχέσεων (που είναι σχέσεις εξουσίας) στην κατεύθυνση της ισοτιμίας, στη βάση και μόνο του οποίου μπορεί να υπάρξει μια πραγματικά θεραπευτική σχέση μεταξύ θεραπευτών και θεραπευομένων. Η στιγμή που είναι πραγματικά θεραπευτική μέσα στο ψυχιατρείο είναι αυτή η στιγμή που αμφισβητεί την λογική της λειτουργίας του, τις εξουσίες και τις ιεραρχίες που το διέπουν, την επικινδυνότητα και ό,τι αυτή συνεπάγεται από οργανωτικής πλευράς και από πλευράς δήθεν «πρόληψής» της κοκ.

Θεωρώ ότι σήμερα, περισσότερο από ποτέ, η συνδυασμένη κινητοποίηση χρηστών, οικογενειών και λειτουργών πάνω σε μιαν ευρύτερη κοινωνική βάση, έτσι ώστε η Ψυχική Υγεία να γίνει επιδίωξη και διεκδίκηση ενός κοινωνικού κινήματος, έχει μια κρίσιμη σημασία. Γνωρίζουμε ότι, πολύ πριν ξεσπάσει αυτή η κρίση, ήδη από την περίοδο της λεγόμενης ‘οικονομικής άνθησης’ του καπιταλισμού, οποιαδήποτε πραγματική και βαθιά μεταρρύθμιση στην Ψυχική Υγεία, όπως αυτή, για παράδειγμα, που ήλθε ως αποτέλεσμα του κινήματος που ενέπνευσε και στο οποίο ηγήθηκε ο Franco Basaglia στην Ιταλία (με τον νόμο 180/78 κλπ), ήταν στενά συνδεδεμένη με κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες και κινήματα, εν προκειμένω, τα ριζοσπαστικά κινήματα της δεκαετίας του 60 και 70. Τα μαθήματα από αυτή την περίοδο, αν και είναι ριζικά διαφορετική από την σημερινή, είναι, ωστόσο, τελείως επίκαιρα.

Κλείνοντας, δυο παραθέσεις από τον Fr. Basaglia.

«Αν η αμοιβαιότητα της σχέσης ανάμεσα στο χώρο της θεραπείας και την εξωτερική κοινωνία δεν είναι δεδομένη, δεν θα είμαστε ποτέ σίγουροι ότι οι τοίχοι, τα κάγκελα, η βία, δεν θα επιστρέψουν να επαναπροταθούν, ακόμα και κάτω από διαφορετικές μορφές, επιβεβαιώνοντας την αδυναμία μιας πραγματικής αποκατάστασης». (Εισαγωγή στο “Morire di classe”).

Κι΄ ακόμα: «Η κατάσταση του ψυχιάτρου είναι στην κοινωνία μας πιο φανερή απ΄ό,τι σε άλλες, με την έννοια ότι η άμεση επαφή με την ορατή συνθήκη της βίας, των καταχρήσεων και των αυθαιρεσιών, απαιτεί τη βία ενάντια στο σύστημα που τις παράγει και τις επιτρέπει: ή γινόμαστε συνένοχοι ή αντιδρούμε και το καταστρέφουμε».(Εισαγωγή στο “Listituzione negata”).

 

27/10/2012

Θ. Μεγαλοοικονόμου

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΩΝ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗΣ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ -Κείμενο του Θ. Μεγαλοοικονόμου

.

.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΩΝ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗΣ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ

(ΚΑΙ ΚΑΠΟΙΕΣ ΜΝΗΜΕΣ ΠΟΥ ΑΝΑΚΑΛΕΙ Η ΑΜΥΓΔΑΛΕΖΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΛΕΡΟΥ)

Οι πρώτες φωτογραφίες από την Αμυγδαλέζα, με τους έγκλειστους μετανάστες πίσω από τα συρματοπλέγματα, αποτυπώνουν με τον πιο ανάγλυφο τρόπο τη νέα πραγματικότητα που έχει ήδη διαμορφωθεί. Τηρουμένων των αναλογιών και αν αφαιρέσει κανείς τις πορτοκαλιές στολές, οι φωτογραφίες αυτές δεν απέχουν πολύ, ως εικόνα, από τις αντίστοιχες από ‘μακρινό’ Γκουαντάναμο και από όλα τα στρατόπεδα συγκέντρωσης παντού σ΄ όλο τον κόσμο, που μέχρι τώρα, τις τελευταίες δεκαετίες, ήταν γνωστά σ΄ αυτή τη χώρα απλώς ως ‘ειδήσεις’ και φωτογραφίες από ‘κάπου αλλού’. Αυτό το ‘αλλού’ τώρα είναι ‘εδώ’.

Η Αμυγδαλέζα, το πρώτο από τα δεκάδες στρατόπεδα που ετοιμάζονται για τους μετανάστες και τους διαφόρων ειδών ανεπιθύμητους αυτού του κοινωνικού συστήματος, δείχνει ότι το στρατόπεδο συγκέντρωσης δεν είναι κάτι που ανήκει στην ιστορία, μια ανωμαλία ενός μακρινού παρελθόντος, αλλά, όπως λέει ο Giorgio Agamben, «η κρυφή μήτρα και νόμος του πολιτικού χώρου εντός του οποίου εξακολουθούμε να ζούμε… την οποία πρέπει να μάθουμε ν΄ αναγνωρίζουμε διαμέσου όλων των μεταμορφώσεών της, στις ‘zones d’ attente’ των αεροδρομίων μας, όπως και σε ορισμένες περιφέρεις των πόλεών μας»(1).

Εχουμε να κάνουμε μ΄ ένα συστατικό στοιχείο του καπιταλισμού, ήδη από τον 19ου αιώνα, που πήρε εκρηκτικές διαστάσεις στη χιτλερική Γερμανία στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο ως εργαλείο μιας πρωτοφανούς στην ιστορία συστηματικής γενοκτονίας και που, πλέον, αποτελεί κυρίαρχη μορφή της ύπαρξής του. Με την επέκταση, δηλαδή, παγκοσμίως, σε όλο και μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού μιας ‘κατάστασης εξαίρεσης’, αναστολής, δηλαδή, των θεμελιωδών δικαιωμάτων και του όποιου Δικαίου, έτσι ώστε να τίθενται ‘υπό φύλαξη’ άτομα ανεξαρτήτως οποιασδήποτε ‘επιλήψιμης διαγωγής’, αποκλειστικά και μόνο για ν΄ αποτραπεί ένας ‘κίνδυνος για την ασφάλεια του κράτους’-ένας κίνδυνος που τον προσδιορίζει ως τέτοιο ο εκάστοτε κυρίαρχος (2).

Μέσα σ΄ αυτή την εποχή της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, αυτής που περιγράφεται ως η κατ΄ εξοχήν ιστορική περίοδος της ‘ελεύθερης, διαμέσου των όποιων συνόρων, κίνησης και κυκλοφορίας κεφαλαίων, αγαθών, πληροφοριών και ανθρώπων’, κάποιοι συγκεκριμένοι άνθρωποι, τα εκατομμύρια των ‘απόκληρων της παγκοσμιοποίησης’, οφείλουν (ως αποτέλεσμα ακριβώς της λειτουργίας αυτής της ‘ελευθερίας κίνησης του κεφαλαίου’) να ‘παραμένουν στη θέση τους’, ή, η όποια μετακίνησή τους, να γίνεται υπό όρους. Είναι η κίνηση, αυτό το εγγενές γνώρισμα της ανθρώπινης ύπαρξης, και όχι η ακινησία, που κατασκευάζεται ως κίνδυνος και αντιμετωπίζεται ως απειλή για την κανονικότητα της κατεστημένης Κοινωνικής Τάξης, καθώς «αποσταθεροποιεί την όποια προβλέψιμη σχέση ανάμεσα στην ταυτότητα, στην κοινότητα και στον τόπο»(3). Είναι ο πρόσφυγας και ο μετανάστης που ενσαρκώνουν αυτή την διάρρηξη και αποδόμηση της σχέσης μεταξύ τους, των θεμελιωδών κατηγοριών του έθνους- κράτους (έδαφος, τάξη και γέννηση, σύμφωνα με τον Agamben), θέτοντας στην ημερήσια διάταξη τις νέες μορφές της βιοπολιτικής της εξουσίας, που ως κύρια αποστολή έχουν, μεταξύ άλλων, την ρύθμιση και τον έλεγχο της μετακίνησης διαμέσου των συνόρων και, εν γένει, της όποιας κίνησης εκτός ‘ασφαλούς’ πρόβλεψης και προδιαγραφών, αλλά, επίσης, και όλων των ‘ενδιάμεσων τόπων’ και ταυτοτήτων που αυτή προκαλεί. Συστατικό στοιχείο αυτής της νέας βιοπολιτικής είναι η αντιμετώπιση όλων αυτών των ‘εκτός τόπου’, μέσα σε ‘ενδιάμεσους τόπους’ (οι προαναφερθείσες ζώνες αναμονής στα αεροδρόμια, γήπεδα, διαφόρων ειδών ‘κέντρα κράτησης’ ή ‘υποδοχής’ κοκ) διαμέσου της κυριαρχίας του Νόμου, που συνίσταται ακριβώς στην άρση της όποιας εφαρμογής των προβλέψεων του Νόμου για θεμελιώδη δικαιώματα και τα ονομαζόμενα ‘δικαιώματα του πολίτη’ – μέσα, δηλαδή, από μια ‘κατάσταση εξαίρεσης’.

Όπως στο παρελθόν, έτσι και σήμερα (πολύ περισσότερο σήμερα, σ΄ αυτή την χωρίς προηγούμενο κρίση του παγκόσμιου καπιταλισμού), η ‘κατάσταση εξαίρεσης’ παύει σύντομα να έχει ένα προσωρινό χαρακτήρα, ν΄ αναφέρεται, δηλαδή, σ΄ αυτή ή την άλλη προσωρινή και εξωτερική κατάσταση και γίνεται τρόπος ύπαρξης του συστήματος, ταυτίζεται με τον κανόναTο στρατόπεδο, όπως λέει ο Agamben, είναι ο χώρος που ανοίγεται όταν η κατάσταση εξαίρεσης αρχίζει να καθίσταται ο κανόνας»(4). Η πρόσκαιρη αναστολή του Δικαίου, με την επίκληση ενός εξωτερικού κινδύνου, «αποκτά τώρα μια μόνιμη χωρική δομή, η οποία, όμως, ως τέτοια παραμένει σταθερά εκτός κανονικής τάξης»(5). Κοινωνική Τάξη γίνεται, πλέον, η ίδια η κατάσταση εξαίρεσης.

Το στρατόπεδο είναι, λοιπόν, η χωρική δομή όπου η ‘κατάσταση εξαίρεσης’ ενσαρκώνεται ως κανονικότητα. Στρατόπεδο έχουμε μπροστά μας είτε πρόκειται για την Αμυγδαλέζα, είτε για τους χώρους περιορισμού και διαχείρισης των τοξικομανών, είτε για την πέραν των όποιων θεμελιωδών δικαιωμάτων διαχείριση οποιασδήποτε ομάδας του πληθυσμού και ανεξαρτήτως του πόσο σοβαρά είναι, ανάλογα με τη συγκυρία και τους συσχετισμούς, τα εγκλήματα που διαπράττονται (ενάντια σ΄ αυτές που έχουν προσδιοριστεί από την κυρίαρχη εξουσία ως ‘ζωές ανάξιες να ζουν’) από τον, υπό την όποια μετεκλογική σύνθεση, εντεταλμένο πολιτικό σχηματισμό της εξουσίας για την εφαρμογή του μνημονίου. Για στρατόπεδο πρόκειται όποια και αν είναι η ονομασία (‘κέντρα κράτησης’, ή ‘υποδοχής’ κοκ) και όποια κι΄ αν είναι η ιδιαιτερότητα μιας τέτοιας χωρικής δομής, εντός της οποίας ‘όλα είναι δυνατά’ να γίνουν πάνω στη ‘γυμνή ζωή’, στον στερημένο από κάθε δικαίωμα άνθρωπο.

Είναι χαρακτηριστικά για την ιστορική συνέχεια της στρατοπεδικής αντιμετώπισης των κοινωνικών αντιφάσεων και της ταξικής πάλης σ΄ αυτή τη χώρα, τα επιχειρήματα που κινητοποίησε ο Χρυσοχοϊδης και όλο το μνημονιακό σύμπλεγμα της εξουσίας (ΝΔ κλπ) για να πείσουν τις τοπικές κοινωνίες σε διάφορες περιοχές προκειμένου ν΄ αποδεχτούν την δημιουργία στρατοπέδων συγκέντρωσης μεταναστών στους κόλπους τους. «Στόχος είναι η ενδυνάμωση της τοπικής κοινωνίας, με την δημιουργία θέσεων εργασίας…. σε λίγο καιρό οι δήμαρχοι που τώρα είναι αρνητικοί στα κέντρα κράτησης θα μας παρακαλούν να τα φτιάξουμε στην περιοχή τους» (εφημ ΤΑ ΝΕΑ, 21/3/2012) . «Πρέπει να εξουδετερώσουμε την βόμβα, η οποία βρίσκεται στα θεμέλια της ελληνικής κοινωνίας, τη βόμβα του μεταναστευτικού, αντιμετωπίζοντας άμεσα το πρόβλημα», δήλωνε ο Χρυσοχοϊδης λίγο πριν δώσει την εντολή για ν΄ αρχίσει η μαζική (προεκλογική, μεν, αλλά θα έχει και συνέχεια) σκούπα και μεταφερθούν ο πρώτοι μετανάστες στην Αμυγδαλέζα. Λίγες μέρες αργότερα ο ομογάλακτος του Χρυσοχοίδη τροϊκανός υπουργός υγείας Λοβέρδος ανακάλυπτε την ‘υγειονομική βόμβα’ στα θύματα του trafficking και της τοξικοεξάρτησης που είναι φορείς του AIDS, ηγούμενος σε μια πρωτοφανή εκστρατεία διαπόμπευσης του θύματος για να συγκαλύψει τον θύτη που είναι αυτός ο ίδιος και το σύστημα που εκπροσωπεί – αλλά και επιβεβαιώνοντας την ανάλυση του Michel Foucault για τον υγειονομικό θεσμό, βασισμένο πάνω στο δίπολο ‘υγεία – αρρώστια’ ως αλληλοαποκλειόμενων αντιθέτων, ως μια από τις κυρίες μορφές κοινωνικού ελέγχου της σύγχρονης βιοεξουσίας.

Για όλες αυτές τις ‘βόμβες’ το σύστημα δεν έχει άλλη απάντηση από την αντιμετώπισή τους μέσω μιας κατάστασης εξαίρεσης και το στρατόπεδο.

Το πρώτο που θα είχε να υπενθυμίσει κανείς εν προκειμένω είναι ότι, πριν τον Χίτλερ, τα πρώτα στρατόπεδα στη Γερμανία είχαν δημιουργηθεί από τους Σοσιαλδημοκράτες. Αρχικά το 1923, όταν έκλεισαν σ΄ ένα στρατόπεδο χιλιάδες μέλη του τότε γερμανικού κομμουνιστικού κόμματος και, εν συνεχεία, ένα άλλο στρατόπεδο συγκέντρωσης για ‘αλλοδαπούς’, που φιλοξενούσε ως επί το πλείστον εβραίους (το πρώτο στρατόπεδο εγκλεισμού για εβραίους στον 20ο αιώνα, πριν την εγκαθίδρυση των εθνικοσοσιαλιστών στην εξουσία). Όπως και τότε, έτσι και σήμερα, είναι οι κρατούσες δυνάμεις της πάλαι ποτέ ‘κοινοβουλευτικής δημοκρατίας’ που ανοίγουν στον δρόμο σε ναζιστικά μορφώματα, όπως η ‘Χρυσή Αυγή’, λειτουργώντας σε μια κατεύθυνση της οποίας οι ναζί είναι απλώς οι αυθεντικοί εκφραστές.

Το δεύτερο στοιχείο, που αναφέρεται σε μιαν από τις προηγούμενες ελληνικές εμπειρίες, έχει να κάνει με το πώς, οι δηλώσεις αυτές του Χρυσοχοϊδη για τον ‘αναπτυξιακό’ χαρακτήρα των στρατοπέδων συγκέντρωσης ανακαλούν αντίστοιχες δηλώσεις προ 65 χρόνων των τότε κρατούντων, όταν οι τοπικοί Δωδεκανήσιοι πολιτικοί παράγοντες προσπαθούσαν να πείσουν (πράγμα που τελικά το κατάφεραν) την κεντρική εξουσία (κυβέρνηση ήταν η γνωστή ΕΡΕ) ότι οι εγκαταλειμμένοι ιταλικοί στρατώνες στη Λέρο ήταν ο καταλληλότερος τόπος για την μεταφορά/εξορία των συνωστισμένων στα υπόλοιπα ψυχιατρεία της χώρας ψυχικά ασθενών.

Μια ‘ψυχιατρική βόμβα’ είχε δημιουργηθεί στην μετεμφυλιοπολεμική Ελλάδα των αρχών της δεκαετίας του 50, με χιλιάδες ψυχικά ασθενείς στοιβαγμένους στα ψυχιατρεία (Δαφνί, Δρομοκαίτειο, ΨΝ Θεσσαλονίκης) και οι ιθύνοντες που την δημιούργησαν (πολιτική και ψυχιατρική εξουσία) έψαχναν απεγνωσμένα να βρουν τρόπους (εννοώντας, τόπους) αποσυμφόρησης αυτών των στοιβαγμένων στους τεράστιους θαλάμους των ασύλων.

Πολιτικοί που συνδέονταν με την περιοχή επιχειρηματολογούσαν υπέρ της δημιουργίας (μέσω του Δημοσίου) θέσεων εργασίας στα οικονομικά καθημαγμένα μετά την ιταλική κατοχή Δωδεκάνησα και η δημιουργία ενός μεγάλου δημόσιου ιδρύματος σ΄ ένα μικρό νησί φάνταζε ως μια ευκαιρία. Τίποτα πιο θελκτικό για την κεντρική εξουσία από μια τέτοια ‘φτηνή’ λύση προκειμένου έτσι να υλοποιήσει την απόφασή της να εξορίσει τους ‘αζήτητους’ κάπου, όπου ήδη υπήρχαν εγκαταστάσεις (όσο κι΄ αν αυτές ήταν άκρως ανεπαρκείς και ακατάλληλες) και, ταυτόχρονα, καμιά διαμαρτυρία (αντίθετα, ανακούφιση) από τους ψυχιάτρους που συνεργάστηκαν πλήρως για την αποπομπή αυτών που οι ίδιοι είχαν κατασκευάσει ως ‘ανίατους’.

Το ιδεολόγημα που προβλήθηκε ως άλλοθι και ως περιτύλιγμα του εξοστρακισμού ήταν ότι ‘λύνουμε ένα πρόβλημα’ (την ‘βόμβα’ του υπερσυνωστισμού) πηγαίνοντάς τους εκεί για ‘καλλίτερα’. Όχι σε ένα ψυχιατρείο, αλλά σε μια ‘αγροτική αποικία’, όπως την ονόμασαν, για την επανένταξη των ασθενών. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό. Από 650 που ήταν ο αρχικός αριθμός κλινών, βάσει του οργανισμού του νέου ιδρύματος, που άνοιξε τις πύλες του το 1958, έφτασε σύντομα τους 2750, με τους εγκλείστους να στοιβάζονται ακόμα χειρότερα απ΄ ό, τι εκεί απ΄ όπου τους μετέφεραν και συχνά να κοιμούνται ο ένας πάνω στον άλλο, στο ίδιο μέρος που έπρεπε να υπάρξει χώρος για να φάνε (και όχι μόνο). Μ΄ ένα ποσοστό θανάτων από τα πιο υψηλά διεθνώς (σε σχέση με τα αντίστοιχα στα άλλα ψυχιατρεία), από τους 4000 που συνολικά μεταφέρθηκαν στη Λέρο από τα άλλα ψυχιατρεία μέχρι το 1982 (όταν μπήκε φρένο στιςπεραιτέρω μεταφορές), το 1990 είχαν μείνει 1100.

Η τοπική οικονομία πράγματι άνθησε ως ιδρυματική οικονομία, ως θέσεις εργασίας για την πλειονότητα του πληθυσμού και ως προμήθειες για το ψυχιατρείο. Κράτος και κατεστημένη ψυχιατρική κατάφεραν να δέσουν (να παραμορφώσουν οικονομικά και ν΄ αλλοτριώσουν) μιαν ολόκληρη τοπική κοινωνία γύρω από ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης ειδικού τύπου, που κατέληξε να εκφράσει και να συμβολίσει σε ευρωπαϊκή κλίμακα, στα τέλη της δεκαετίας του 70 και σ΄ όλη την δεκαετία του 80, την πεμπτουσία του ιδρυματικού εξανδραποδισμού και εξόντωσης.

Το σύστημα αυτό δημιούργησε θέσεις εργασίας στο ίδρυμα, που ρόλος τους ήταν η επιτήρηση και η φύλαξη της ομάδας των εγκλείστων, ενώ ταυτόχρονα καλλιέργησε την ιδεολογική και συναισθηματική αποδοχή του ρόλου αφού, μέσω αυτού, κέρδιζε κανείς το ψωμί του. Ενός ρόλου που ανατέθηκε από την ψυχιατρική και το κράτος για μια διαχείριση των ασθενών ως αντικειμένων, που πρέπει να φυλαχτούν για να μη δραπετεύσουν, να συντηρηθούν βιολογικά και να πειθαρχήσουν.

Και αυτή ήταν μια επιπλέον ‘παρενέργεια’ της εξορίας των ψυχικά ασθενών στη Λέρο : ο εξαναγκασμός, δηλαδή, μιας μικρής αλλά ζωντανής κοινωνίας, στο δρόμο μιας δύσμορφης ‘ανάπτυξης’, σ΄ ένα δρόμο όπου, από γενιά σε γενιά, όλο το ζωντανό αίμα αυτής της κοινωνίας, νέοι που γίνονταν μεσήλικες, έφταναν να συνταξιοδοτούνται έχοντας περάσει μια ζωή στην υπηρεσία του ιδρύματος, φύλακες των «νεκρών ψυχών» (6).

Το τέλος μιας τοπικής ‘ανάπτυξης’ βασισμένης πάνω σ’ ένα ολοπαγές ίδρυμα (σ΄ ένα, εν τη ουσία, στρατόπεδο συγκέντρωσης ψυχικά ασθενών, τουλάχιστον μέχρι να ξεκινήσουν οι προσπάθειες της μεταρρύθμισης στην δεκαετία του 90) έχει φτάσει εδώ και καιρό, όταν το ίδρυμα, από ένα σημείο και πέρα, έγινε εμπόδιο (αντί διέξοδος) για το σύστημα. Η τοπική ‘ιδρυματική οικονομία’ πνέει τα λοίσθια καθώς μειώνεται με όλο και πιο ταχείς ρυθμούς ο αριθμός των εναπομεινάντων, υπέργηρων πλέον, ασθενών.

Η περίπτωση της Αμυγδαλέζας και των άλλων στρατοπέδων μεταναστών που ετοιμάζονται σε όλη τη χώρα μπορεί, φυσικά, μόνο κατ’ αναλογίαν να συγκριθεί με την εμπειρία της Λέρου. Τηρουμένων, ωστόσο, των αναλογιών, δεν θα έπρεπε να διαφύγει της προσοχής ο διαχρονικός χαρακτήρας της επιχειρηματολογίας της εξουσίας, επωφελούμενης και από την μαζική ανεργία και την οικονομική κατάρρευση των τοπικών κοινωνιών, για το πλασάρισμα εντός αυτών των διαφόρου μορφής στρατοπέδων συγκέντρωσης. Και τώρα, όπως και τότε: τρέξτε να επωφεληθείτε από τις θέσεις εργασίας φυλάκων (ιδιωτικών αστυνομικών κλπ) και προμηθευτών (catering, κλπ) για την συντήρηση των εγκλείστων. Βέβαια, το αντίτιμο τώρα δεν είναι «μια θέση στο δημόσιο», αλλά μια επισφαλής θέση εργασίας για μια μικρή κοινωνική ομάδα που θα αμείβεται με μισθούς επιβίωσης για την φύλαξη μια άλλης ομάδας με τα ίδια μ΄ αυτήν κοινωνικά και ταξικά χαρακτηριστικά – μέχρι που πιθανόν, ανάλογα με τις διαδρομές της συγκυρίας και τους συσχετισμούς και τις επιλογές της εξουσίας, να φτάσει και η σειρά αυτών που, ενώ ξεκίνησαν ως φύλακες και προμηθευτές, κατέληξαν ως κρατούμενοι σε κατάσταση εξαίρεσης, φυλασσόμενοι από κάποιους άλλους.

Ακόμα και η εικόνα από το εσωτερικό του άδειου στρατοπέδου, πριν την μεταφορά των πρώτων μεταναστών, που προβλήθηκε κατά κόρον από τα ΜΜΕ, τα κοντέινερ, δηλαδή, με τα τετράκλινα δωμάτια, με τα κλασσικά στρατοπεδικά διώροφα κρεβάτια, με το μικρό λουτρό παραδίπλα κλπ, σε μια προσπάθεια να δείξουν ότι όλα είναι ‘καθαρά’ (ωσάν για μια ‘υγειονομική ταφή της βόμβας’), δεν μπορεί να κρύψει αυτό που επιφυλάσσει το άμεσο μέλλον, που είναι ήδη παρόν στη λογική της εν λόγω χωρικής δομής και το οποίο, ούτως ή άλλως, σηματοδοτείται από τα συρματοπλέγματα : ένας καταυλισμός, όπως τόσοι άλλοι στο Μενίδι, με τα σπιτάκια από λαμαρίνα, όπου έμεναν για χρόνια σεισμοπαθείς, συχνά συνωστισμένοι (σε ορισμένες περιοχές, εκεί κοντά, τις οποίες ανέκαθεν οι κάτοικοι ονόμαζαν καταυλισμούς ή στρατόπεδα, μένουν ακόμα μερικές χιλιάδες), μετατρέπεται σε κανονικό στρατόπεδο με συρματοπλέγματα, με αναπόφευκτο το συνωστισμό σ΄ αυτά τα ήδη στενόχωρα τετράκλινα, καθώς το κράτος, με τις γνωστές από το παρελθόν (και το παρόν) πρακτικές του σε όλους τους χώρους εγκλεισμού, θα στοιβάζει όλο και περισσότερους, με την ανεξέλεγκτη βία και την αυθαιρεσία στην εσωτερική διαχείριση του στρατοπέδου. Αλλά τότε τα ΜΜΕ δεν θα επιτρέπεται να δείξουν εικόνες…

Εχει, επομένως, μεγάλη σημασία να γίνει αντιληπτό το γεγονός ότι το στρατόπεδο συγκέντρωσης είναι, αφενός, προϊόν μιας κοινωνικής οργάνωσης που τείνει όλο και περισσότερο να λειτουργεί σ΄ αυτή τη λογική και αφετέρου, μια δομή όπου η κατάσταση εξαίρεσης (που πάνω στην ανεξέλεγκτη δικαιοδοσία της ν΄ αποφασίζει επ΄ αυτής θεμελιώνεται η κυρίαρχη εξουσία) υλοποιείται ως κανόνας. Μόνο σ΄ αυτή τη βάση μπορεί να γίνει κατανοητό γιατί συνέβησαν όσα συνέβησαν στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, αλλά και όσα σήμερα προωθούν διάφορα αντίγραφα του Αϊχμαν, όπως οι Λοβέρδος, Χρυσοχοίδης, ή όποιοι τους διαδεχτούν μετεκλογικά.

Το στρατόπεδο συγκέντρωσης δεν είναι μια κοινωνική ‘ανωμαλία’, όπου απλά η ζωή των υπόλοιπων συνεχίζεται παραδίπλα, με μερικούς, μάλιστα, να επωφελούνται από την ύπαρξή του… και μετά ν΄ αναρωτιέται κανείς, ακόμα και σήμερα, πώς έγινε δυνατό να διαπραχτεί όλη αυτή η συστηματική εξόντωση και γενοκτονία κατά των εβραίων, των τσιγγάνων, των ψυχικά ασθενών, των κομμουνιστών κοκ.

Όταν, μάλιστα, βλέπει κανείς τον μετανάστη πίσω από τα συρματοπλέγματα στην Αμυγδαλέζα ως κάτι που, στην καλλίτερη περίπτωση, αισθάνεται ότι δεν τον αφορά (στις περιπτώσεις που δεν το επικροτεί ανοιχτά, τουλάχιστον σαν ‘αναγκαίο κακό’).

Χωρίς, κατά συνέπεια, να συνειδητοποιεί ότι το συρματόπλεγμα, η χωρική δομή εντός της οποίας η κατάσταση εξαίρεσης είναι κανόνας, είναι προϊόν λειτουργίας της βιοπολιτικής μιας εξουσίας εντός συγκεκριμένων κοινωνικών σχέσεων και συσχετισμών, σχέσεων των οποίων αποτελούμε όλοι μέρος – και τις αποδεχόμαστε, προσαρμοζόμενοι σ΄ αυτές, ή παλεύουμε για την ανατροπή τους.

Όπως λέει ο G. Agamben, αντί υποκριτικά ν΄ αναρωτιόμαστε πώς έγινε δυνατό να γίνουν οι φρικαλεότητες στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, «πιο έντιμο και κυρίως περισσότερο επωφελές θα ήταν να ερευνήσουμε με προσοχή διαμέσου ποιών δικαιϊκών διαδικασιών και ποιων πολιτικών μηχανισμών στάθηκε εφικτό ανθρώπινες υπάρξεις να στερηθούν τελείως τα δικαιώματα και τα προνόμιά τους, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να διαπράττεται εις βάρος τους οτιδήποτε χωρίς να προβάλλει πλέον ως έγκλημα (πράγματι στο σημείο αυτό τα πάντα είχαν καταστεί δυνατά)»(7).

Η σημερινή κατάσταση, στο βαθμό που το καπιταλιστικό σύστημα που την παράγει δεν ανατραπεί με το μόνο τρόπο που είναι δυνατόν, μέσα, δηλαδή, από την επαναστατική δράση της εργατικής τάξης και όλων των καταπιεσμένων στρωμάτων, των μεταναστών συμπεριλαμβανομένων, οδεύει με ταχείς ρυθμούς στο σημείο όπου και πάλι «τα πάντα θα έχουν καταστεί δυνατά»…

.

.

Αναφορές

  1. Giorgio Agamben : «Homo sacer. Κυρίαρχη εξουσία και γυμνή ζωή» (1995). Ελληνική έκδοση Scripta, 2005.
  2. οππ.
  3. Δήμητρα Μακρυνιώτη : Εισαγωγή στο Erving Goffman “H παραφροσύνη κατ΄ οίκον» 1969, ελληνική έκδοση, Αλεξάνδρεια, 2012 (μετάφραση της ιδίας).
  4. Giorgio Agamben, οππ.
  5. Οππ.
  6. Θ. Μεγαλοοικονόμου : «Ιστορία των παρεμβάσεων στο ΚΘ Λέρου». Εισαγωγικό κείμενο στο: Μαρία Μητροσύλλη κ.α «Μελέτη της Νομικής και Κοινωνικής Θέσης των ασθενών στο Κρατικό Θεραπευτήριο Λέρου», 1995.
  7. Giorgio Agamben, οππ.

.

.

5/5/2012

.

.

Θ. Μεγαλοοικονόμου

.

Ο ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΟΥ ΨΝΑ ΣΤΟ ΔΑΦΝΙ ΚΑΤΑΓΓΕΛΛΕΙ: «Ενας στους δύο σε μηχανική καθήλωση»*

.

.

*Αναδημοσίευση απ’ την εφημερίδα «Ελευθεροτυπία«. Άρθρο της Ελιζαμπέττας Καζαλόττι

.

Το φάντασμα της Λέρου περιπλανιέται ακόμη στο χώρο της ψυχικής υγείας… Και όσα ήλθαν πρόσφατα στο φως της δημοσιότητας για το «ίδρυμα της ντροπής» στα Λεχαινά δεν αποτελούν εξαίρεση, αφού στις ψυχιατρικές κλινικές των γενικών νοσοκομείων, στα ιδιωτικά ιδρύματα και κλινικές, ακόμη και στα γηροκομεία εφαρμόζονται πρακτικές, όπως είναι η μηχανική καθήλωση, που όχι μόνο πλήττουν την αξιοπρέπεια των ασθενών, αλλά θέτουν και σε σοβαρό κίνδυνο τη ζωή τους.

Σπασμένο πόδι έχει ο ασθενής στη φωτογραφία. Δεν ήταν βίαιος. Απλώς ζητούσε επίμονα, τα ρούχα του...

.

Σπασμένο πόδι έχει ο ασθενής στη φωτογραφία. Δεν ήταν βίαιος. Απλώς ζητούσε επίμονα, τα ρούχα του…

.

Το αποκάλυψε στην «Ε» ο ψυχίατρος διευθυντής του 9ου Ψυχιατρικού Τμήματος του ΨΝ Αττικής. Ο κύριος Θόδωρος Μεγαλοοικονόμου καταγγέλλει ότι σύμφωνα με έρευνες και ανακοινώσεις, οι οποίες συνήθως αποκρύπτονται εσκεμμένα, ένας στους δύο ασθενείς που εισάγονται με ακούσια νοσηλεία στα ελληνικά ψυχιατρεία υφίσταται μηχανική καθήλωση, η οποία μπορεί να διαρκέσει από μερικές ώρες μέχρι και πολλές ημέρες, ακόμη και μήνες.

Ακούσια νοσηλεία

Ο ψυχίατρος αναφέρθηκε επίσης στο γεγονός ότι περίπου το 60% των ασθενών στη χώρα νοσηλεύεται σε ψυχιατρεία με ακούσια νοσηλεία (το ποσοστό αυτό είναι από τα υψηλότερα στην Ευρώπη) και τόνισε ότι η πρακτική της μηχανικής καθήλωσης δεν μπορεί καθ’ ουδένα τρόπο να θεωρηθεί ιατρική πράξη, ενώ εφαρμόζεται συχνά σε ανθρώπους που απλώς εκδηλώνουν τον πανικό τους με ψυχοκινητική διέγερση.

«Παρόμοιοι ασθενείς», είπε χαρακτηριστικά, «που βρίσκονται σε δύσκολη φάση χρειάζονται απλώς ειδική αντιμετώπιση από εκπαιδευμένο ιατρικό προσωπικό και χρόνο για να κατανοηθούν και να αντιμετωπιστούν τα αίτια του πανικού τους».

Ο κ. Μεγαλοοικονόμου αναφέρθηκε και σε συγκεκριμένα παραδείγματα που αντικατοπτρίζουν την κατάντια του συστήματος στην Ελλάδα. «Πρόσφατο είναι ένα από τα εκατοντάδες παρόμοια περιστατικά που συναντάμε στο Δαφνί.

Αφορά νεαρή ασθενή που οδηγήθηκε στο ψυχιατρείο με εκούσια διαδικασία, με τη συγκατάθεσή της δηλαδή, αν και με μεγάλη αμφιθυμία. Ακριβώς στην είσοδο του ψυχιατρείου κατελήφθη από πανικό και άρχισε να φωνάζει. Πριν καν εξεταστεί από ψυχίατρο, ο εφημερεύων γιατρός έδωσε εντολή να τη δέσουν στα τέσσερα και να της χορηγήσουν ηρεμιστική ένεση.

Το αξιοσημείωτο είναι ότι όταν αργότερα εξετάστηκε, οι γιατροί έκριναν ότι μολονότι παρουσίαζε προβλήματα, δεν χρειαζόταν καν να νοσηλευτεί. Είναι ένα ακραίο παράδειγμα καθήλωσης ασθενούς που δεν είχε καν εξεταστεί». «Ωστόσο», διευκρίνισε ο ψυχίατρος, «πρόκειται για συνηθισμένη πρακτική που έχει ως αποτέλεσμα ασθενείς να παραμένουν δεμένοι για μεγάλο χρονικό διάστημα και να απειλείται ακόμη και η ζωή τους».

Επίσης πρόσφατη είναι, σύμφωνα πάντα με τις καταγγελίες του Θ. Μεγαλοοικονόμου, η περίπτωση ασθενούς του ιδίου ψυχιατρικού νοσοκομείου που έμοιαζε ανήσυχος και παρουσίαζε συμπτώματα στηθάγχης. Αντί να υποβληθεί σε εξετάσεις καθηλώθηκε, με αποτέλεσμα να υποστεί καρδιακό επεισόδιο, να καταλήξει… δεμένος στο κρεβάτι του και να αποκρύβουν τα αίτια του θανάτου του.

Οι πρακτικές αυτές, επισήμανε ο κ. Μεγαλοοικονόμου, ανήκουν στον χώρο της αυθαιρεσίας και αποδεικνύουν την ανεπάρκεια του όλου συστήματος στη χώρα. Έχουν επιπλέον σοβαρές συνέπειες στον ψυχισμό των ασθενών. Ο ασθενής ενσωματώνει την εμπειρία και κουβαλά μέσα του την απαξίωση που έχει νιώσει. Είναι πρακτικές που εφαρμόζονται πολλές φορές ακόμη και αυθαίρετα, απλώς με σκοπό να εμποδιστεί ο ασθενής να περιφέρεται από θάλαμο σε θάλαμο ή να εκφράσει τη δυσαρέσκειά του απέναντι στους νοσηλευτές.

Συγκλονιστική είναι και η μαρτυρία του 34χρονου ασκούμενου δικηγόρου Χ.Κ., που αποφάσισε να μιλήσει στην «Ε» για να καταγγείλει όσα βίωσε στο πετσί του ως τρόφιμος ψυχιατρείων.

«Έχω νοσηλευτεί τρεις φορές», είπε, «και με έχουν δέσει επανειλημμένα, ακόμη και για ημέρες ολόκληρες. Η καθήλωση στα ελληνικά ψυχιατρεία χρησιμοποιείται ως μέθοδος εξαναγκασμού… Σου λένε δηλαδή ότι αν δεν είσαι σωστός και δεν κάνεις αυτά που πρέπει, θα καθηλωθείς . Εμένα π.χ. μου φώναζαν «κάτσε καλά, αλλιώς θα σε δέσουμε». Υποτίθεται ότι η καθήλωση σε προστατεύει από το να βλάψεις τον εαυτό σου ή τους άλλους, χρησιμοποιείται όμως για διαφορετικούς σκοπούς».

Εμπειρίες από το ψυχιατρείο της Τρίπολης, όπου νοσηλεύτηκε πριν από τέσσερα χρόνια, μετέφερε επίσης ο Χ.Κ.: «Εκεί η κατάσταση είναι πολύ άσχημη. Μας έκαναν μπάνιο με λάστιχα, σε κάποιους χώρους νοσηλείας δεν υπήρχαν καν νοσηλευτές και η επαφή μου με την ψυχίατρο που κατέληξε στη διάγνωση της ασθένειάς μου και της θεραπείας είχε ολιγόλεπτη διάρκεια. Απαγόρευαν επίσης σε φίλους και συγγενείς να με επισκέπτονται».

«Αγριες καταστάσεις»

Ωστόσο, σύμφωνα με όσα τόνισε ο Χ.Κ., η μηχανική καθήλωση ως θεραπευτική μέθοδος εφαρμόζεται και στην Αθήνα σε νοσοκομεία όπως το «Δρομοκαΐτειο» και το «Σωτηρία», όπου τα δικαιώματα των ασθενών καταπατώνται αυθαίρετα. «Ειδικά στο «Δρομοκαΐτειο»», θυμήθηκε ο Χ.Κ. με αγανάκτηση, «επειδή διαμαρτυρήθηκα για την κατασταλτική λειτουργία των ψυχιατρείων στην Ελλάδα και παρατήρησα ότι υπάρχει ένας αυξημένος αριθμός ακούσιων νοσηλειών σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, θεώρησαν σωστό να με δέσουν». «Μιλάμε για άγριες καταστάσεις», πρόσθεσε. «Όταν είσαι καθηλωμένος, υποχρεούσαι ακόμη και να ουρήσεις στο πάτωμα, καθώς συχνά στον χώρο δεν υπάρχει επίβλεψη της νοσοκόμας. Εμένα με εξυπηρετούσαν πολλές φορές άλλοι ασθενείς…».

.

.

.