Sonita Alizadeh: Μια νεαρή Αφγανή ακτιβίστρια που ραπάρει με κάθε κόστος

Υπήρξε μια στιγμή στη ζωή μου που μου προτάθηκε, όπως και σε μερικούς ακόμη ανθρώπους, να πάω στο Αφγανιστάν. Οι συγκυρίες δεν ήταν με το μέρος μου. Κι έτσι εγώ έμεινα στην Αθήνα κι η Ε., ο Γ. κι ο Γ. πήγαν. Η Ε. γύρισε φέρνοντας μου ένα αναμνηστικό, μας διηγήθηκε διάφορες ιστορίες για τις πίτες με τα παράξενα ..συστατικά που κερνάνε εκεί οι ντόπιοι, για τους φυλάρχους και την επιρροή τους ανά περιοχή και βέβαια μας έδειξε πολλές φωτογραφίες. Δεν ήταν απ’ αυτές που μπορώ να ξεχάσω, οι συγκεκριμένες. Οι λόγοι δεν έχουν σημασία. Αυτό που έχει νόημα να σας γράψω για να καταλάβετε προς τι αυτή η εισαγωγή, είναι πως επειδή δεν πήγα, από τότε διαβάζω σχεδόν ό,τι πέσει στα χέρια μου για τη χώρα, βλέπω σχετικά ντοκιμαντέρ κτλ.

Έτσι λοιπόν, ξέρετε τώρα, γιατί είδα κι αυτό που σας παρουσιάζω, πριν λίγες μέρες. Αλήθεια, μπορείτε να το διανοηθείτε πως υπάρχει ένα κορίτσι που κατάγεται απο ‘κει και ραπάρει, ξέροντας έστω λίγα πράγματα για τη θέση των γυναικών σ’ αυτή τη χώρα; Αν έχετε δει την ταινία «Η πέτρα της υπομονής» που βασίζεται στο ομότιτλο βιβλίο του Ατίκ Ραχίμι (μτφ: Ασπασία Σιγάλα, εκδόσεις “Ψυχογιός”, 2009) ή το είδατε στο θέατρο όταν το ανέβασε ο Γιώργος Νανούρης , σίγουρα θα δυσκολεύεστε να το πιστέψετε. Πολλά πράγματα έγραψε άλλωστε και στο δικό της βιβλίο η Όσνε Σέιρσταντ (δημοσιογράφος και συγγραφέας), που έχει τίτλο «Ο βιβλιοπώλης της Καμπούλ» (μτφ: Άννα Παπαφίγκου, εκδόσεις “Κριτική”, 2003.). Στο Αφγανιστάν φαίνεται πως τα κορίτσια δεν είναι αγαπημένα ούτε απ’ τους ίδιους τους τους γονείς. Όχι πως δεν θα υπάρχουν εξαιρέσεις, αλλά οι περισσότερες μαρτυρίες αυτό δείχνουν:

“Την περίοδο του αρραβώνα μας, δεν ήξερα τίποτα για τους άντρες. Δεν ήξερα τίποτα για τη ζωή του ζευγαριού. Τίποτα πέρα από τους γονείς μου. Και τι ωραίο παράδειγμα! Το μόνο που ενδιέφερε τον πατέρα μου ήταν τα ορτύκια του, τα ορτύκια του για τους αγώνες. Τον έβλεπα συχνά να φιλάει τα ορτύκια του, αλλά ποτέ τη μητέρα μου ή εμάς τα παιδιά του. Ήμασταν επτά. Επτά κορίτσια χωρίς στοργή”, γράφει για την ηρωίδα του ο Ατίκ Ραχίμι που προανέφερα.

Τα ορτύκια τυγχάνουν μεγάλης προσοχής καθώς οι ορτυκομαχίες που ήταν απαγορευμένες απ’ τους Ταλιμπάν για μια πενταετία, επιτράπηκαν ξανά κι  έτσι όπως γράφει η Όσνε Σέιρσταντ οι ενδιαφερόμενοι «μπορούν τώρα ν’ απολαύσουν και πάλι το πάθος τους, να παρακολουθούν δυο πουλιά να ραμφίζουν το ένα το άλλο μέχρι θανάτου». Όσο για τα κορίτσια, αυτά τα προσέχουν πολύ οι γονείς μόνο όταν φτάνουν, κατά τη γνώμη τους πάντα, σε ηλικία γάμου. Και τότε, σημασία έχει πόσα χρήματα θα φέρουν ως νύφες προς πώληση, ώστε να μπορούν με τη σειρά τους τα αδέρφια τους, οι άλλοι άντρες της οικογένειας, να παντρευτούν. Κι αυτό είναι που άρχισε να καταγγέλλει η Sonita ραπάροντας. Για να σας παραθέσω όμως ένα ακόμη απόσπασμα απ’ την «Πέτρα της υπομονής» για να πάρετε μια ιδέα:

“Η μητέρα σου, με το τεράστιο στήθος της, ήρθε στο σπίτι μας για να ζητήσει το χέρι της μικρότερης αδερφής μου. Δεν ήταν σειρά της να παντρευτεί. Ήταν η δική μου σειρά.Και η μητέρα σου απλώς απάντησε: Εντάξει, δεν πειράζει, θα είναι αυτή λοιπόν, δείχνοντας με το παχουλό της δάχτυλο προς την κατεύθυνσή μου ενώ σέρβιρα το τσάι. Πανικοβλήθηκα και μου ‘πεσε η τσαγιέρα”. Κρύβει το πρόσωπο μέσα στις παλάμες της. Από ντροπή, ή για να διώξει την εικόνα της πεθεράς της που πρέπει να την περιγελούσε εκείνη τη στιγμή.“Εσύ δεν έχεις ιδέα. Ο πατέρας μου, που αυτό περίμενε, δέχτηκε δίχως τον παραμικρό δισταγμό. Διόλου δεν τον ένοιαζε ότι ήσουν απών. Ποιος ήσουν πραγματικά; Κανείς δεν ήξερε. Για όλους εμάς δεν ήσουν παρά ένα όνομα ο Ήρωας. Κι όπως όλοι οι ήρωες, απών». 

Μικρή σημασία έχει λοιπόν ποιος είναι ο γαμπρός, πόσο ετών είναι ή ακόμη αν θα παρευρίσκεται στον γάμο, όπως ήδη διαβάσατε. Το θέμα είναι να δίνει το απαιτούμενο ποσό. Αν το δίνει, το παίρνει το κορίτσι. Και μια τέτοια «τύχη» περίμενε τη Sonita, που γινόταν τότε 15 ετών κι είχε ήδη γλυτώσει απ’ το γάμο στα 10 της. Η τιμή της είχε οριστεί στα 9.000 δολάρια κι η μητέρα της πήγε να της το ανακοινώσει. Γεννημένη στο Αφγανιστάν, η μικρή, κατέφυγε στο Ιράν όταν οι Ταλιμπάν σκότωσαν ένα απ’ τα αδέρφια της κι απείλησαν την οικογένειά της. Χωρίς επίσημα έγγραφα, χωρίς χαρτιά δηλαδή, μαζί με μία απ’ τις μικρές της αδερφές και την ανιψιά της βρέθηκε σ’ έναν καταυλισμό προσφύγων στην Τεχεράνη, όπου δούλευε ως καθαρίστρια και παράλληλα τη δίδασκε μια γυναίκα που τη συμπόνεσε καθώς δεν είχε το δικαίωμα να φοιτήσει σε σχολείο. Οι υπεύθυνες του καταυλισμού την βοήθησαν όσο μπορούσαν, αλλά δεν γίνεται να τραγουδάς δημόσια  στο Ιράν. Απλώς δεν γίνεται. Απαγορεύεται απ’ την κυβέρνηση, είναι παράνομο, με βάση τους θρησκευτικούς νόμους και είναι πράξη που διώκεται ποινικά. Είναι αδιανόητο κι ανήθικο για ένα κορίτσι. Πόσο μάλλον το να ραπάρεις… Με όσα σας έχω γράψει ήδη για τη χώρα αυτή εδώ κι εδώ, έχετε πια εικόνα, του πόσο δύσκολα είναι τα πράγματα.


Σ’ αυτή τη φάση τη βοήθησε πολύ η Rokhsareh Ghaemmaghami που γύριζε το ντοκιμαντέρ αυτό επί 3 χρόνια, αφού η μητέρα της Sonita, αν και με τον ίδιο τρόπο είχε παντρευτεί, δεν έδειχνε συμπόνοια για την κόρη της παρά τις συνεχείς προσπάθειες που έκαναν οι γυναίκες του καταυλισμού προσφύγων, να την μεταπείσουν. «Έτσι είναι η παράδοσή μας» έλεγε. Κι αναγκάστηκε να δράσει η Ghaemmaghami που βρήκε τη Sonita μέσω ενός ξαδέρφου της, προοδευτικού άντρα, κοινωνικού λειτουργού, που πίστευε πως η μικρή έχει ενδιαφέρον. Η μητέρα εισέπραξε 2000 δολάρια απ’ τη σκηνοθέτρια με την υπόσχεση ν’ αφήσει ήσυχη για 6 μήνες την κόρη της κι αναχώρησε. Να που μερικές φορές αντί να είναι κάποια, κάποιος απλός παρατηρητής, μπορεί να επέμβει, να πάρει θέση και ν’ αλλάξει τη ροή των γεγονότων.

Η σκηνοθέτρια έστειλε το video clip της Sonita στο εξωτερικό και το κορίτσι κέρδισε όχι μόνο βραβεία, αλλά και μεγάλη προσοχή. Ήρθε μια σημαντική πρόταση για υποτροφία στη Γιούτα των ΗΠΑ, και αν ήθελε να την εκμεταλλευτεί έπρεπε να κινηθεί γρήγορα. Έπρεπε να φύγει για να μπορέσει να γλυτώσει απ’ τη μοίρα που την περίμενε, για να κάνει τα όνειρά της πραγματικότητα, να δει το άστρο της στη μουσική ν’ ανατέλλει. Έπρεπε ν’ απελαθεί δηλαδή απ’ το Ιράν για να επιστρέψει στο Αφγανιστάν, να προσπαθήσει να πάρει πιστοποιητικό γέννησης στην επικίνδυνη ακόμη Καμπούλ, να καταθέσει τα χαρτιά της για διαβατήριο και να εύχεται να σταθεί τυχερή.

Στο τραγούδι της «Brides for Sale» λέει:  «Φωνάζω για να αντισταθμίσω τη διάρκεια της σιωπής των γυναικών». Κι είναι πολύχρονη αυτή η σιωπή. Στο βιβλίο της Όσνε Σέιρσταντ μαθαίνουμε ότι: «Ελάχιστες γυναίκες στην Καμπούλ έχουν βγάλει την μπούρκα την πρώτη ελεύθερη άνοιξη, και οι περισσότερες δεν γνωρίζουν ότι οι προγιαγιάδες τους, οι Αφγανές γυναίκες του προηγούμενου αιώνα δεν γνώριζαν αυτό το ένδυμα. Η μπούρκα καθιερώθηκε την εποχή της βασιλείας του Χαμπιμπουλάχ, από το 1901 μέχρι το 1919. Υποχρέωσε τις 200 γυναίκες που αποτελούσαν το χαρέμι του να φοράνε την μπούρκα για να μην προκαλούν άλλους άντρες με τα όμορφα πρόσωπά τους, όταν βρίσκονταν έξω από τις πόρτες του χαρεμιού. Αυτά τα πέπλα που κάλυπταν τα πρόσωπα του  χαρεμιού ήταν φτιαγμένα από μετάξι και είχαν πάνω τους όμορφα κεντήματα. Οι πριγκίπισσες του Χαμπιμπουλάχ φορούσαν μπούρκες κεντημένες με χρυσή κλωστή. Μ’ αυτό τον τρόπο η μπούρκα καθιερώθηκε ως ένδυμα της αστικής τάξης, για να προστατεύει τις γυναίκες από τα βλέμματα του λαού. Στη δεκαετία του ‘50 το έθιμο είχε διαδοθεί σ’ όλη τη χώρα, αλλά η χρήση του κυριαρχούσε στους πλούσιους». Έκτοτε όλες σχεδόν  φορούν μπούρκα. Δεν έχουν άλλη επιλογή. Κι όμως κάποτε το Αφγανιστάν ήταν εντελώς διαφορετικό. Μπορείτε για παράδειγμα να το φανταστείτε ως τον προορισμό χίπυς; Κι όμως ήταν. Τα γράφει αυτά στο βιβλίο της η Όσνε  Σέιρσταντ.

Έχει σημασία να γράψω μερικά πράγματα όμως και για τη γυναίκα που γύριζε αυτό το βραβευμένο στο φημισμένο Φεστιβάλ του Sundance ντοκιμαντέρ, μιας κι είναι Ιρανή και πρόσφατα έγραψα πολλά για τα προβλήματα των ανθρώπων που ασχολούνται με τη συγγραφή βιβλίων, με καλλιτεχνικές δραστηριότητες γενικότερα εκεί. Εξηγεί σε συνέντευξή της που μπορείτε να βρείτε εδώ (κι από ‘κει δανείστηκα και τη φωτογραφία της Sonita που βλέπετε στην κορυφή) πως και στη χώρα της σε κάποιες αγροτικές περιοχές γίνονται τέτοιοι καταναγκαστικοί γάμοι, αλλά όχι στην έκταση που συμβαίνει στο Αφγανιστάν. Κι αναφέρεται σε μια θρυλική μορφή για την οποία κι εγώ έγραψα στην ανάρτησή μου, για κείνη πού γύρισε το 1960 ένα σπουδαίο φιλμ, το πρώτο Ιρανικό ντοκιμαντέρ που γυρίστηκε ποτέ από γυναίκα, τη συγγραφέα και σκηνοθέτρια, Forough Farrokhzad. Ο τίλος του ήταν «The House Is Black» (1962). Είδατε που όταν κάποιες ανοίγουν το δρόμο, ακολουθούν κι άλλες; Αυτό κρατάω για το τέλος. Αυτό… Κι αν αναρωτιέστε τι έγινε στη συνέχεια η Sonita κι αν τα κατάφερε να ξεφύγει, δείτε το ντοκιμαντέρ για να μάθετε.

.

Advertisements

Τι σημαίνει να είσαι συγγραφέας στο Ιράν – “Λογοκρίνοντας μια ιρανική ερωτική ιστορία”: παρουσίαση του βιβλίου του Σαχριάν Μαντανιπούρ / Μέρος ΙΙ

Άλλαξε κάτι άραγε από τότε που κυκλοφόρησε το συγκεκριμένο βιβλίο; Ή τα πράγματα εξακολουθούν να είναι πολύ δύσκολα για τους Ιρανούς συγγραφείς που θέλουν στα κείμενά τους να υπάρχει και μια ερωτική ιστορία; Αυτό αναρωτιόμουν στο τέλος της προηγούμενης σχετικής ανάρτησης, που μπορείτε να βρείτε εδώ. Γιατί είναι κι αυτός ένας λόγος που τώρα αποφάσισα να σας το παρουσιάσω: η χρονική απόσταση, δηλαδή.

Και πώς βλέπουν άραγε οι Ιρανοί τους συγγραφείς; Ποια η γνώμη τους για κείνους; Για ν’ αρχίσουμε απ’ αυτό το σημείο και να δούμε μαζί τι γράφει ο συγγραφέας Σαχριάν Μαντανιπούρ:

Στο Ιράν, όταν κάποιος με ρωτούσε τι δουλειά κάνω και απαντούσα ότι είμαι συγγραφέας, με ξαναρωτούσε αμέσως: “Εννοώ ποια είναι η πραγματική σου δουλειά; Τι κάνεις για να ζήσεις;” Διότι, αντίθετα από τον κύριο Πετρόβιτς και τους ανωτέρους του, το ενενήντα εννέα τοις εκατό των Ιρανών, δεν θεωρούν τη λογοτεχνία σοβαρή δουλειά”.

Αν πω βέβαια ότι δεν μου θύμισε τίποτα αυτή η παράγραφος, ειδικά οι πρώτες γραμμές, σε σχέση και με τα δικά μας στην Ελλάδα, ψέματα θα είναι. Οι λόγοι όμως είναι διαφορετικοί. Γιατί στο Ιράν όχι μόνο δεν την θεωρούν σοβαρή δουλειά τη λογοτεχνία, αλλά έχουν και τη χείριστη γνώμη για τους συγγραφείς και ποιητές. Πώς και γιατί διαμορφώθηκε αυτή η κατάσταση; Να η εξήγηση:

Για να έχουν οι Ιρανοί μια απασχόληση στον ελεύθερο χρόνο τους, η κυβέρνηση επένδυσε και συνεχίζει να επενδύει σε τηλεοπτικά προγράμματα και σίριαλ, τα οποία παρουσιάζουν συνήθως τους συγγραφείς, τους ποιητές και τους διανοούμενους ως λαπάδες, ανίκανους, ανήθικους, απατεώνες και ναρκομανείς -όπως ακριβώς παρουσιάζουν μονίμως τους δυτικούς κατασκόπους ως καλοντυμένους με γραβάτα”.

Τόσο καλά. Κι έτσι, δεν θα εκπλαγείτε φαντάζομαι και πολύ μετά απ’ όλα αυτά, όταν διαβάσετε τι «υποδοχή» ετοίμαζαν αρκετοί θερμόαιμοι στον βραβευμένο εκείνη τη χρονιά για την ταινία του «Γεύση από κεράσι», Abbas Kiarostami, επειδή κατά τη διάρκεια της βράβευσής του χαιρετήθηκε διά χειραψίας και φίλησε στο μάγουλο μια πασίγνωστη γυναίκα ηθοποιό, με την οποία δεν είχε συγγενική σχέση πρώτου βαθμού και βεβαίως δεν ήταν συζυγός του. 

Και θα κατανοήσετε περισσότερο τι δυσκολίες έχει και το εγχείρημα της μετάφρασης εκεί, εμβληματικών βιβλίων όπως για παράδειγμα ο “Οδυσσέας”του Τζόϋς.Τι πιστεύετε; Κυκλοφόρησε άραγε; Θα το μάθετε διαβάζοντας το βιβλίο.

Όσο για το αν υπάρχουν γυναίκες συγγραφείς στο Ιράν, σε περίπτωση που αναρωτιέστε, η απάντηση είναι θετική. Υπάρχουν μερικές αποφασισμένες, ναι, που μένουν εκεί, γράφουν και πληρώνουν το ανάλογο κόστος. Θα φέρω ως παράδειγμα την σπουδαία Forugh Farrukhzad, της οποίας η ποίηση ήταν για δέκα και πλέον χρόνια απαγορευμένη απ’ την Ισλαμική Επανάσταση. Πέθανε μόλις στα 33 της χρόνια σ’ ένα περίεργο ατύχημα.

Η γυναίκα αυτή ήταν ήδη παντρεμένη στα 16 της και με το διαζύγιό της έχασε την επιμέλεια του γιου της, όντας στο επίκεντρο αρνητικών συζητήσεων και μεγάλης αποδοκιμασίας  για τις λογοτεχνικές αλλά και τις κινηματογραφικές της δραστηριότητές. Δεν περιορίστηκε βλέπετε στις σπουδές ..ραπτικής, έσπασε το αρχέτυπο της σιωπηλής κι υποτακτικής κόρης και συζύγου κι έκανε το «λάθος» να ζητάει την ανεξαρτησία κι απελευθέρωση των γυναικών σε μια τέτοια χώρα.

Γι’ αυτές λοιπόν, σαν την προαναφερόμενη, που άνοιξαν το δρόμο εκεί, μπορείτε  να διαβάσετε αυτό το βιβλίο της Farzaneh Milani. Η οποία μας εξηγεί ότι: «Από τη δεκαετία του 1930 έως τη δεκαετία του 1960, μόνο δώδεκα γυναίκες – σε σύγκριση με 270 άνδρες – δημοσίευσαν έργα μυθοπλασίας στο Ιράν«. Κι αυτό τα λέει όλα. Αξιοσημείωτη είναι η περίπτωση της Shahrnush Parsipur, που φυλακίστηκε, πάλεψε με την κατάθλιψη και έχει ένα έργο ομολογουμένως σημαντικότατο να επιδείξει.

Υπάρχουν βέβαια κι άλλες που έχουν καταγωγή απ’ τη συγκεκριμένη χώρα, αλλά ζουν και εκδίδουν στην Αμερική, τον Καναδά, την Γαλλία, όπου σαφώς δεν έχουν ν’ αντιμετωπίσουν τα προβλήματα που αναφέρουμε. Κι αυτές, που δεν έχουν σκληρές ιστορίες ν’ ανακαλέσουν αφού δεν δοκιμάστηκε ποτέ η πένα τους στα πάτρια εδάφη, είναι οι περισσότερες.

Αλλά κι οι άντρες που είναι πιο γνωστοί διεθνώς όπως π.χ. ο συνιδρυτής του Συνδέσμου Συγγραφέων του Ιράν, Reza Baraheni,  αντιμετώπισαν εννοείται διώξεις.  Ο ίδιος  όχι μόνο φυλακίστηκε, βασανίστηκε αλλά και τον είχαν στην απομόνωση για 104 μέρες, όπως έχει δηλώσει. Αυτό σημαίνει να είναι κάποιος συγγραφέας στο Ιράν, όπως μας έδειξε ήδη άλλωστε ο Σαχριάν Μαντανιπούρ.

Κι έχουν αλλάξει τελικά μερικά πράγματα από τότε που βγήκε το βιβλίο ή όχι; Δύσκολο ν’ απαντήσω μονολεκτικά. Έγιναν, ας γράψω, μικρές αλλαγές, αλλά όχι ρηξικέλευθα άλματα. Χρειάζεται ακόμη χρόνος, επιμονή και προσπάθεια. Ωστόσο η φωνή των γυναικών συγγραφέων δυνάμωσε μες σ’ αυτά τα τελευταία χρόνια και πλήθυναν κι οι άντρες συγγραφείς που συντάσσονται στο πλευρό τους.

Κι αυτό έχει τη σημασία του και την αξία του σ’ αυτή τη χώρα όπου το να αφαιρέσουν δημόσια γυναίκες τη μαντήλα τους ήταν (αξίζει ν’ ανατρέξουμε στα γεγονότα της 8ης Μαρτίου 1979) και είναι πράξη επαναστατική (κίνημα των Girls of Revolution Street). Εδώ θα δείτε τι έγινε πριν μερικούς μήνες κατά τη διάρκεια ενός τέτοιου επεισοδίου στους κόλπους αυτού του νέου κινήματος πολιτικής (και θρησκευτικής) ανυπακοής, στο οποίο συμμετείχαν και άντρες που τις υποστήριζαν ανεμίζοντας λευκά μαντήλια. Υπέρ τους ήταν κι ο συγγραφέας Hossein Vahdani .

Βέβαια τώρα οι συμμετέχουσες αντιμετωπίζουν ποινές φυλάκισης ως δέκα χρόνια για «διάπραξη αμαρτωλής πράξης» και «παραβίασης της δημόσιας σύνεσης», καθώς και για «ενθάρρυνση της ανηθικότητας ή της πορνείας» και μία απ’ τις πρωταίτιες, η Narges Hosseini βρίσκεται ήδη στη φυλακή. Η εγγύηση της έχει οριστεί στο ποσό των 135.000 δολαρίων. Ωστόσο φαίνεται πως κι εκείνη κι όλες οι άλλες, κατάφεραν να ταρακουνήσουν αυτή την απολύτως πατριαρχική κοινωνία.

Κι έτσι ο Πρόεδρος της χώρας Hassan Rouhani, αναγκάστηκε να δηλώσει πριν ένα μήνα σε σχόλιό του που απευθύνονταν σε σκληροπυρηνικούς ισλαμιστές : «Δεν μπορούμε να επιλέξουμε έναν τρόπο ζωής και να πούμε σε ανθρώπους που ανήκουν σε δύο μεταγενέστερες από μας γενιές  να ζήσουν έτσι» . Και συνέχισε: «Είναι αδύνατο … οι απόψεις της νέας γενιάς για τη ζωή και τον κόσμο είναι διαφορετικές από τις δικές μας«. Θετική είναι αυτή η εξέλιξη βέβαια, αλλά μένει να δούμε να εφαρμόζεται και στην πράξη.

Εντωμεταξύ ας ψάξουμε να βρούμε και να διαβάσουμε τα βιβλία αυτών των γενναίων συγγραφέων (σαν την Gulrux Ibrahim Irayi, που σε μια απ’ τις ιστορίες της τόλμησε ν’ αναφερθεί στο λιθοβολισμό των γυναικών και καταδικάστηκε να εκτίσει ποινή φυλάκισης 6 ετών), αυτών των τολμηρών αντρών που ζουν μια ζωή πολύ διαφορετική απ’ τη δική μας κι επικοινωνούν μαζί μας με τη γραφή τους. Δεν είναι το ελάχιστο που μπορούμε να κάνουμε, όσο ενημερώνουμε όσες, όσους δεν γνωρίζουν για το τι τους συμβαίνει;




Τι σημαίνει να είσαι συγγραφέας στο Ιράν – “Λογοκρίνοντας μια ιρανική ερωτική ιστορία”: παρουσίαση του βιβλίου του Σαχριάν Μαντανιπούρ / Μέρος Ι

.

«Ο Ντάρα λέει:

“Πιστεύω ότι οι ερωτευμένοι δεν χρειάζονται λόγια, γράμματα και συζητήσεις. Κοιτάζονται απλώς στα μάτια και διαβάζουν ο ένας τις σκέψεις του άλλου. Τόσο απλά”.

Στη Σάρα αρέσει αυτό που είπε ο Ντάρα. Κι αυτή έτσι σκέφτεται. Σε όλα τα μέρη του κόσμου οι συγγραφείς εμπνέονται από τους ερωτευμένους και γράφουν αμέτρητες σαγηνευτικές ερωτικές ιστορίες, οι ίδιοι οι ερωτευμένοι όμως δεν έχουν ανάγκη από λόγια».

Shahrian Mandanipour

.

Το να γράψεις και να εκδώσεις μια ερωτική ιστορία στο Δυτικό κόσμο, είναι εξαιρετικά εύκολη υπόθεση. Ακόμα κι αν δε βρει ο φιλόδοξος συγγραφέας εκδότη, υπάρχει η δυνατότητα της αυτοέκδοσης, τα πάμπολλα ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά που δημοσιεύουν ανάλογα κείμενα, ακόμη και τα fanzines, τα blog κ.ο.κ. Έμπνευση να υπάρχει δηλαδή και βρίσκεται κι ο τρόπος να διαβαστεί η ιστορία.

Στις μουσουλμανικές χώρες όμως τα πράγματα δεν είναι καθόλου απλά (ήδη έχω αναφέρει εδώ κάποια πράγματα), για τους συγγραφείς και συνακόλουθα για τους εκδότες βέβαια, όπως εξηγεί ο συγγραφέας Σαχριάν Μαντανιπούρ (το υπέροχο βιβλίο του που παρουσιάζω σήμερα εδώ, κυκλοφόρησε το 2009, σε μετάφραση απ’ τα αγγλικά της Χίλντας Παπαδημητρίου, απ’ τις εκδόσεις «Πατάκη»).

Γιατί, πώς να γράψεις ερωτική ιστορία σε μια χώρα όπου “θεωρείται πολιτικό-θρησκευτικό δεδομένο ότι κάθε συνάντηση και συζήτηση ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα, οι οποίοι δεν είναι παντρεμένοι ή συγγενείς πρώτου βαθμού (mahram), αποτελεί προοίμιο θανάσιμου αμαρτήματος;

Που θα τους βάλεις να συναντηθούν εφόσον “οι άντρες κρατιούνται μακριά από τις γυναίκες στα σχολεία, στα εργοστάσια, στα γραφεία και στις γαμήλιες δεξιώσεις”; Ούτε λόγος φυσικά να βρεθούν σε κλειστό χώρο οι δυο τους. Ελπίζω ως τώρα να το είχατε καταλάβει αυτό…

Τι σκεφτήκατε; Ότι μπορούν να πουν πως είναι mahram κι έτσι λύνεται το πρόβλημα; Όχι, δεν μπορούν να το πουν. Το γιατί θα το μάθετε στο βιβλίο κι ως τότε κρατήστε στη σκέψη σας πως στους δρόμους κυκλοφορούν οι αστυνομικοί της Εκστρατείας Κατά της Κοινωνικής Διαφθοράς. Οπλισμένοι με Καλάσνικοφ, για να είμαι και πιο ακριβής.

Ας πούμε όμως ότι βρίσκει ένα τρόπο ο συγγραφέας και γίνεται η γνωριμία κι η συνάντηση. Πώς θα εξελιχτεί αυτή η ερωτική ιστορία; Χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Γιατί αν η σκηνή που θα περιγράψει δεν θεωρηθεί κόσμια θα βρεθεί αντιμέτωπος με σοβαρότατες συνέπειες.

Σκεφτείτε γι’ αρχή πως “εκείνοι που διατυπώνουν τέτοια προοίμια γραπτώς, και εξωθούν με αυτά τους αναγνώστες τους στην αμαρτία, εκτός της τιμωρίας που τους περιμένει στον άλλο κόσμο, αντιμετωπίζουν στον παρόντα κόσμο καταδίκες από τα ισλαμικά δικαστήρια, οι οποίες ξεκινούν από φυλακίσεις και μαστιγώσεις και φτάνουν μέχρι το θάνατο”.

Φράσεις ή λέξεις που μπορεί να θεωρηθούν ανήθικες, άσεμνες, που θέτουν σε κίνδυνο “τη δημόσια ηθική ή τις πανάρχαιες αξίες της κοινωνίας” και μπορεί να οδηγήσουν στην διαφθορά των νέων, εντοπίζονται απ’ τους λογοκριτές που ψάχνουν ενδελεχώς κάθε κείμενο.

Οι συγγραφείς τότε οφείλουν να λογοδοτήσουν κι είναι άγνωστο αν τελικά το τυπωμένο βιβλίο τους θα φτάσει ποτέ στα βιβλιοπωλεία. Γιατί και πώς έγινε η κατάσταση τόσο οριακή; Να τι μας εξηγεί ο συγγραφέας του βιβλίου:

Τα πρώτα χρόνια μετά την επανάσταση οι εκδότες ήταν υποχρεωμένοι να καταθέτουν τρία αντίτυπα των τυπωμένων βιβλίων τους στο Υπουργείο Πολιτισμού και Ισλαμικής Καθοδήγησης, για να τους δοθεί η άδεια να πάρουν τα βιβλία από το τυπογραφείο και να τα διανείμουν. Εντούτοις, όταν το Υπουργείο έκρινε ότι το βιβλίο ήταν ανήθικο, τα τυπωμένα αντίτυπα έμεναν φυλακισμένα στις σκοτεινές αποθήκες του τυπογραφείου και ο εκδότης τους, εκτός από τα έξοδα εκτύπωσης, αναγκαζόταν να πληρώσει και έξοδα αποθήκευσης ή να πολτοποιήσει τα βιβλία. Το σύστημα αυτό οδήγησε πολλούς εκδότες στο χείλος της χρεωκοπίας.

Τον τελευταίο καιρό, για να περιορίσουν το οικονομικό τους ρίσκο και για να μη μουχλιάζουν τα βιβλία στις αποθήκες περιμένοντας την άδεια εξόδου, οι Ιρανοί εκδότες, βάσει μιας ημιπροφορικής, ημιεπίσημης συμφωνίας, πριν από την εκτύπωση ενός βιβλίου προσκομίζουν στο Υπουργείο Πολιτισμού και Ισλαμικής Καθοδήγησης οικειοθελώς και με τα ίδια τους τα χέρια τρία αντίτυπα του χειρογράφου -το οποίο έχουν φροντίσει να εκτυπώσουν με το πιο σύγχρονο πρόγραμμα στοιχειοθεσίας και σελιδοποίησης – για να λάβουν άδεια εκτύπωσης του βιβλίου”.

Για να καταλάβετε για τι έκτασης δυσκολίες μιλάμε, σας παραθέτω ένα σχετικό απόσπασμα που αναφέρει ο συγγραφέας:

Πριν από χρόνια, στο μυθιστόρημα ενός φίλου, ένας πολεμιστής ξεμένει από βενζίνη σε έναν χωματόδρομο στην έρημο. Για χιλιόμετρα τριγύρω δεν υπάρχει ίχνος γυναίκας, ούτε καν μια χωριάτισσα. Τελικά ο οδηγός ενός φορτηγού σταματάει για να τον βοηθήσει… Η πρόταση που έχει υπογραμμίσει ο κύριος Πετρόβιτς για διαγραφή είναι η εξής: “Ο μοτοσικλετιστής βάζει έναν πλαστικό σωλήνα μέσα στο ρεζερβουάρ του φορτηγού και ρουφάει. Αμέσως μόλις αρχίζει να τρέχει η βενζίνη βάζει τον σωλήνα στο ρεζερβουάρ της μοτοσυκλέτας του…”

Αν δεν το υποθέσατε ήδη, η σκηνή αυτή θεωρήθηκε σεξουαλικά υπαινικτική. Δεν ήταν δυνατόν επομένως να εκδοθεί. Και κάπως έτσι γίνεται και συγγραφείς σ’ αυτή τη χώρα πεθαίνουν πριν προλάβουν να δουν τυπωμένο ένα βιβλίο τους κι υπάρχουν κι άλλοι που δεν το βλέπουν ποτέ.

Ή μήπως κάτι άλλαξε από τότε που κυκλοφόρησε το βιβλίο; Γιατί είναι κι αυτός ένας λόγος που τώρα αποφάσισα να σας το παρουσιάσω: η χρονική απόσταση, δηλαδή. Και πώς βλέπουν άραγε οι Ιρανοί τους συγγραφείς; Ποια η γνώμη τους για κείνους; Θα τα δούμε μαζί όλ’ αυτά, την επόμενη φορά.

.

.

(Συνεχίζεται εδώ)

.

.

*Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από εδώ.

.

.

.