«H ελευθερία είναι θεραπευτική» : Και τότε και τώρα

To συγκεκριμένο περιοδικό (μπορείτε να το κατεβάσετε κι εσείς από εδώ), όπως και τον ομότιτλο ιστότοπο, τα συμβουλεύομαι συχνά. Κι έτσι όταν διάβασα τον πρόλογο αυτού του τεύχους, που μόλις κυκλοφόρησε (Ιούλιος 2019), και συμπεριλαμβάνει όσα ειπώθηκαν στη γειτονική χώρα κατά την εθνική διάσκεψη για την Ψυχική Υγεία, σκέφτηκα ότι άξιζε τον κόπο να τον μεταφράσω (αλλού κατά γράμμα κι αλλού πιο ελεύθερα) και να τον μοιραστώ μαζί σας. Ο Edgardo Reali, μας θυμίζει τι είναι βασικό στην επαφή μας με τους χρήστες των υπηρεσιών ψυχικής υγείας κι άλλα που θα καταλάβετε και μόν@ σας:

Αποφασίσαμε να ονομάσουμε αυτό το τεύχος «η ελευθερία είναι θεραπευτική», ανακτώντας το σύνθημα που ίσως αντιπροσωπεύει καλύτερα τις προσπάθειες εκείνων που έδωσαν και συνεχίζουν να δίνουν λόγο, αξιοπρέπεια, δικαιώματα, σε ανθρώπους που υποφέρουν από κάποια ψυχική δυσφορία.

Αυτοί οι άνθρωποι, πριν από την τεράστια δουλειά που έκανε ο Franco Basaglia, δεν θεωρούνταν άνθρωποι με τις επιθυμίες τους, τα πάθη τους και τα συναισθήματά τους, αλλά θεωρήθηκαν, λόγω της ψυχικής δυσφορίας, ως «εγκέφαλοι που έπρεπε να διορθωθούν» ή / και ως ένα κοινωνικό πρόβλημα που πρέπει να περιοριστεί για να αποφευχθούν προβλήματα.

Για αιώνες, ο φόβος των διαφορετικών, των περίεργων, των ασυνήθιστων, έχει οδηγήσει στο να θεωρηθεί ως θεραπεία απ’ τους θεσμούς ο αναγκαστικός περιορισμός των λεγόμενων «τρελών», πράγμα που τους αρνείται, στην πραγματικότητα, τη δυνατότητα να είναι άτομα, να έχουν μια βούληση, να είναι ο εαυτός τους.

Δυστυχώς, παρόλο που στην Ιταλία έχουν ξεπεραστεί τα άσυλα, το «κλείσιμο» απέναντι στην ψυχική δυσφορία εξακολουθεί να υπάρχει και μάλιστα τείνει να διαιωνίζεται μέσω νέων μορφών και τρόπων, μερικές φορές ακόμα πιο ύπουλων (δυσδιάκριτων) διότι είναι λιγότερο προφανείς, αλλά επηρεάζουν εξίσου τη ζωή των ανθρώπων.

Και συχνά, οι άνθρωποι αντιμετωπίζονται χωρίς μια πραγματική ακρόαση (χωρίς να υπάρχει κάποιος που να τους ακούσει πραγματικά): ως επί το πλείστον οι ειδικοί παρεμβαίνουν στο βιολογικό υπόστρωμα, κατευθείαν στον εγκέφαλο, ενώ οι «ζωντανές, βιωμένες» ιστορίες (εκείνων που έχουν μπροστά τους) περνούν σε δεύτερη μοίρα. Αν προηγουμένως, ο αποκλεισμός λάμβανε χώρα μέσω του ασύλου, τώρα περνά, γίνεται, μέσω της εγκατάλειψης, της μοναξιάς, της αδιαφορίας.

Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το άνοιγμα του ψυχιατρικού ιδρύματος, όπως έλεγε ο Franco Basaglia, «δεν είναι το ν’ ανοίγουμε μια πόρτα, αλλά το κεφάλι μας (το μυαλό μας) μπροστά σ’ “αυτόν” τον άρρωστο» που έχουμε ν’ αντιμετωπίσουμε. Και «αυτός» ο άρρωστος, είναι πάντα διαφορετικός: ο Luigi, ο Franco, ο Mario, και θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε ονοματίζοντας όλους τους 851.189 ανθρώπους που επί του παρόντος χρησιμοποιούν υπηρεσίες ψυχικής υγείας στην Ιταλία. Καθένας με τη δική του μοναδικότητα, που δεν μπορεί να περιοριστεί, να μειωθεί, σε μια διάγνωση.

Το να ανοίγουμε το μυαλό μας μπροστά στους «άρρωστους», σημαίνει να ξεχνάμε τις θεωρίες που έχουμε στο κεφάλι μας και ν’ ανακαλύπτουμε την ιστορία, τη βιογραφία του προσώπου που αντιμετωπίζουμε: το προνομιούχο μέρος, στο οποίο μπορούμε να εντοπίσουμε την προέλευση και την αίσθηση της ψυχικής αγωνίας .

Χωρίς αυτό το «άνοιγμα» προς τον άλλο, κάθε «εξειδικευμένη» θεραπεία γίνεται πολύ περιορισμένη, διότι δεν βοηθά το άτομο που φροντίζεται (που βρίσκεται σε θεραπεία, σε δομή ψυχικής υγείας) να βρει μια θετική αίσθηση και ορίζοντα ανοιχτό, ώστε να (μπορεί να) μοιραστεί την ύπαρξή του. Και δεν βοηθάει στην εξεύρεση συγκεκριμένων δυνατοτήτων ζωής, για (αυτό) το άτομο, στην κοινωνία.

Η φροντίδα για την ανασυγκρότηση αυτού του ορίζοντα (του ανοιχτού, που προαναφέρθηκε) γίνεται μέσω της Ψυχικής Υγείας, γιατί δίνει τη δυνατότητα επιστροφής σε μια κοινή, ομαλότητα / κανονικότητα.

Η ελευθερία είναι θεραπευτική, όταν συνδέεται με τη δυνατότητα να είσαστε πολίτες, δηλαδή να συμμετέχετε σε μια μεγαλύτερη ομάδα ανθρώπων με την οποία να μοιραζόσαστε δικαιώματα και υποχρεώσεις, μέσω των οποίων θα βρείτε μια συναισθηματικά ικανοποιητική συμφωνία, για μια πιθανή συνύπαρξη.

Και σε ένα πλαίσιο, τέτοιου τύπου, (θα μπορέσετε) να είστε σε θέση να κάνετε ξανά, επιλογές για τον εαυτό σας.

Αυτό το όραμα δεν αντιτίθεται στην επιστημονική άποψη της ψυχικής δυσφορίας, αλλά την κατανοεί και την ξεπερνά, εισάγοντας την σε ένα πλαίσιο νοήματος κατά μία έννοια, ευρύτερο (και συγκεκριμένο) : τη ζωή των ανθρώπων στο δικό τους κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο.
Και σε αυτό το πλαίσιο, οι δυνατότητες περίθαλψης και αποκατάστασης είναι ολοκληρωμένες και αποτελεσματικές.

Από την άλλη πλευρά, είμαστε κοινωνικά όντα και η ελευθερία μας είναι αλληλοεξαρτώμενη, αλληλένδετη, δηλαδή η δημιουργία και η οικοδόμηση της στηρίζεται στη σχέση μας με τους άλλους.

Όταν είμαστε άρρωστοι και είμαστε πολύ εύθραυστοι ή δεν έχουμε τη διαύγεια για να κατανοήσουμε και ν’ αντιμετωπίσουμε ένα πρόβλημα, η ελευθερία μας εξαρτάται από την ικανότητα και την προθυμία των άλλων να μας βοηθήσουν να δώσουμε νόημα σε αυτό που συμβαίνει.

Είναι ένα κουραστικό πράγμα (μια κουραστική κατάσταση) και διαρκεί πολύ χρονικά, αλλά είναι η βάση, η πολύ συχνά ξεχασμένη, για οποιαδήποτε θεραπευτική πράξη”.

.

.

Ιταλία: Εθνική εκστρατεία κατά των καθηλώσεων συνεχίζει να προωθεί το Φόρουμ Ψυχικής Υγείας

Μες τις διάφορες εξελίξεις που τρέχουν στη γειτονική χώρα τα τελευταία χρόνια, είναι κι αυτή η εθνική εκστρατεία κατά των μηχανικών καθηλώσεων που συνεχίζει να προωθεί το Φόρουμ Ψυχικής Υγείας (Forum Salute Mentale), για την οποία κρίνω σκόπιμο να σας γράψω δυο λόγια, αφού και στην Ελλάδα πολλάκις έχει γίνει λόγος για το θέμα απ’ την «Πρωτοβουλία ‘Ψ’ » όσο και παλιότερα απ’ την «Πανελλαδική Συσπείρωση για την Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση«.

Πρόκειται για μια πρακτική που φοβίζει, πονάει και ταπεινώνει τους χρήστες υπηρεσιών ψυχικής υγείας, άντρες και γυναίκες, ηλικιωμένους και παιδιά και μάλιστα σε στιγμές που είναι ιδιαιτέρως ευάλωτοι. Αλλά συνακόλουθα επηρεάζει και τους επαγγελματίες του χώρου αφού διαρρηγνύει την θεραπευτική σχέση και μετατρέπει το νοσηλευτικό προσωπικό, τους γιατρούς κ.α., σε σκληρούς φύλακες.

Οι μηχανικές καθηλώσεις είναι η απόδειξη για το πόσο η εικόνα του επικίνδυνου, ανίατου κι ακατανόητου «τρελού» παραμένει ακόμα ισχυρή κι αποτελεί προσχηματικά τη δικαιολογία για τον έλεγχο και τον περιορισμό των πασχόντων. Η κυρίαρχη ψυχιατρική κάνει λόγο λοιπόν για «προστατευτικό κλινοστατισμό», αλλά δεν υπάρχει ίχνος προστασίας και σαφώς καμιά θεραπεία με τέτοιες πρακτικές.

.

.


Αναφέρονται φυσικά οι συντάκτες των κειμένων που θα βρείτε εδώ (και των οποίων οι θέσεις σε ελεύθερη μετάφραση εξηγούνται από μένα), στην πολύκροτη υπόθεση του Francesco Mastrogiovanni (για την οποία έχω γράψει αυτή την ανάρτηση), του αναρχικού δασκάλου ο οποίος πέθανε μετά από καθήλωση 4 ημερών στην ψυχιατρική κλινική του Valo della Lucania.

Αλλά και σε κείνην του πλανόδιου οπωροπώλη Giuseppe Casu, που πέθανε μετά από μια βδομάδα όντας καθηλωμένος στο νοσοκομείο «Santissima Trinita» στο Cagliari. Φυσικά δεν υπήρξαν μόνο εκείνοι θύματα, αλλά και πολλοί άλλοι τα ονόματα των οποίων δεν μάθαμε ποτέ και δεν μαθαίνουμε και σήμερα. Έτυχε απλώς οι δικές τους ιστορίες να δουν το φως της δημοσιότητας.

Γι’ αυτό το θέμα λοιπόν δεν πρέπει να σταματήσουμε να μιλάμε ούτε στην Ελλάδα. Μια υπογραφή μπορεί να μην σας φαίνεται αρκετή, είναι όμως τουλάχιστον μια ένδειξη αντίστασης, σε μια εποχή συμμόρφωσης κι υποταγής στην οποία έχω ν’ αντιτάξω μερικά «όχι». Ελπίζω κι εσείς. –

«ΟΙ ΚΗΠΟΙ ΤΟΥ ΑΒΕΛ» – Ντοκιμαντέρ με ελληνικούς υπότιτλους

.

.

 

«ΟΙ ΚΗΠΟΙ ΤΟΥ ΑΒΕΛ» – Ντοκιμαντέρ (1969- Σκηνοθεσία: Σ. Ζάβολι , παραγωγής της Ιταλικής τηλεόρασης) με θέμα το κίνημα της Ιταλικής Δημοκρατικής Ψυχιατρικής κι ειδικότερα την αλλαγή που συντελέστηκε αρχικά στο ψυχιατρείο της Γκορίτσια (Β. Ιταλία) από ομάδα θεραπευτών με επικεφαλής τον Φράνκο Μπαζάλια στις αρχές της δεκαετίας του ’60.

Η παρέμβαση στο ψυχιατρείο της Γκορίτσια ήταν η πρώτη εμπειρία προς την κατεύθυνση κατάργησης των ψυχιατρείων και αντικατάστασης τους από ένα ολοκληρωμένο δίκτυο υπηρεσιών ψυχικής υγείας στην κοινότητα. 

 

Αργότερα, μετά το κλείσιμο και του ψυχιατρείου της Τεργέστης, το 1978, ψηφίστηκε στην Ιταλία ο νόμος 180/78 για την ψυχική υγεία. 

Με το νόμο αυτό θεσπίστηκε ένα ριζικά εναλλακτικό σύστημα υπηρεσιών ψυχικής υγείας (χωρίς ψυχιατρεία) με επίκεντρο τα Κέντρα Ψυχικής Υγείας.

Το ντοκιμαντέρ* «Οι Κήποι του Άβελ» προβλήθηκε πρώτη φορά με ελληνικούς υπότιτλους στην Εκδήλωση για τα 40 χρόνια από το Νόμο Μπαζάλια, που διοργάνωσε η Πρωτοβουλία για ένα Πολύμορφο Κίνημα για την Ψυχική Υγεία στις 5 Οκτώβρη 2018, στην αίθουσα του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων (την μετάφραση στα ελληνικά έκανε ο Στ. Γαλάρας, ειδικευόμενος ψυχίατρος).

 

 

 

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

.

.

.

.

Γυναίκες στα άσυλα της φασιστικής Ιταλίας : Με το πρόσχημα της παραφροσύνης προς συμμόρφωση κι υποταγή – Το νέο βιβλίο της Annacarla Valeriano

.

Μαλακάρνε

.

Σαράντα χρόνια μετά τον νόμο του Basaglia, ο οποίος επικύρωσε το κλείσιμο των ψυχιατρικών νοσοκομείων, οι ιστορίες και τα πρόσωπα χιλιάδων γυναικών που οι ζωές τους καταστράφηκαν  εκεί μέσα, επανεμφανίζονται.

.

Κι αυτό χάρη στο βιβλίο της  Annacarla Valeriano (εκδόσεις Donzelli), που δείχνει τι βίωσαν οι έγκλειστες γυναίκες  κατά τη διάρκεια των ετών του φασιστικού καθεστώτος στη γειτονική χώρα. Κι όχι μόνο εκεί, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς.

.

Το ψυχιατρικό ίδρυμα παραλάμβανε ανέκαθεν το «malacarne», το «κακό κρέας», το «κακό υλικό»,  που αποτελούσαν όλοι εκείνοι που δεν μπορούσαν να ενταχθούν στις νόρμες.

.

Οι υποτιθέμενες ανωμαλίες της θηλυκότητας λοιπόν «θεραπεύονταν» με εγκλεισμό και πειθαρχία, με σκοπό να απελευθερώσουν τάχα τις γυναίκες που παρέκκλιναν από όλες εκείνες τις δραστηριότητες που ερχόταν σε σύγκρουση με τους αυστηρούς κανόνες της  κάθε κοινότητας.

.

Το άσυλο, το ψυχιατρείο, χρησιμοποιήθηκε για την ιατρική υποτίθεται διάγνωση των ανθρώπινων «σφαλμάτων» κι η ψυχιατρική έγινε όργανο σωφρονισμού κι υποταγής στο εκάστοτε καθεστώς.

.

Φυσικό ήταν λοιπόν ότι θα κατέληγαν σε μια ψυχιατρική κλινική, όλες εκείνες που είχαν απομακρυνθεί απ’ τις επιταγές της φασιστικής Ιταλίας. Όλες εκείνες που διεκδικούσαν το δικαίωμα να διαχειρίζονται ελεύθερα την σεξουαλικότητά τους, όλες εκείνες  για τις οποίες ο μητρικός ρόλος δεν ήταν ο μοναδικός σκοπός της ζωής τους, όλες εκείνες που παράκουσαν τους πατεράδες τους, όλες εκείνες που ντύνονταν άσεμνα, όλες εκείνες που ήταν αντάρτισσες.. που.. που…

.

Αλλά όχι μόνο. Στα ψυχιατρεία κατέληγαν και τα κορίτσια  που είχαν πέσει θύματα βιασμού. όσα κακοποιούνταν, όσα ήταν άστεγα αλλά κι οι σύζυγοι κι οι μητέρες που συγκλονισμένες απ’ τον πόλεμο, δεν μπορούσαν να ξεπεράσουν τις απώλειες που παράγονται από αυτό το τραυματικό συμβάν.

.

mostra-donne-in-manicomio

.

Σε αυτό το βιβλίο (για το οποίο μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα εδώ κι εδώ όπως έκανα κι εγώ και σας μεταφράζω σήμερα βασικά σημεία των εν λόγω άρθρων), τα μονοπάτια αυτών των χαμένων υπάρξεων τελικά ανασυντίθενται, μέσα από τη σοφή χρήση ενός πολύ πλούσιου αρχειακού υλικού: φωτογραφίες, ημερολόγια, επιστολές, ιατρικές εκθέσεις, ιατρικά αρχεία κτλ.

.

Και φαίνεται ο τρόπος που ερμηνευόταν η θηλυκότητα από την περιγραφή των φορέων που εμπλέκονταν στην παθολογικοποίησή της κι όσα ξαναδιαβάζουμε σήμερα, έχουν σκοπό να μας βοηθήσουν να εντοπίσουμε το σύνολο των προκαταλήψεων και των εκτροπών που χρησιμοποιούνταν ώστε να οριστεί η «γυναικεία απόκλιση» και να γίνει αντικείμενο «θεραπείας».

.

Χρησιμοποιούνται γι’ αυτό το λόγο λοιπόν στοιχεία απ’ τις έγκλειστες στο Sant’ Antonio Abate, στο ψυχιατρικό νοσοκομείο στο Τέραμο, που χρονολογούνται απ’ την τελευταία δεκαετία του 19ου μέχρι το 1950. Το «μονοπάτι αποκλεισμού» που αναδύεται είναι πολύ ιδιαίτερο. Ένα «μονοπάτι» που ξεκινά, φυσικά, πολύ πριν από την πορεία προς την Ρώμη του Μουσολίνι, αλλά – όπως θα δούμε – φτάνει στο αποκορύφωμά της στις επόμενες δεκαετίες όπου εκείνος άρχει.

.

Σαφώς έπαιξε τον ρόλο της κι η ευγονική. Αλλά η συγγραφέας τονίζει πως οι απόψεις περί ευγονικής στην Ιταλία – σε αντίθεση με ό, τι θα μπορούσε κανείς να πιστέψει – δεν ήταν καθόλου σε αρμονία με αυτές της Βόρειας Ευρώπης: η πρόληψη, η υγιεινή κι η ηθική ανάκαμψη θα παραταχθούν στα όρια της επιστημονικής συζήτησης στη γειτονική χώρα και θα αποτρέψουν κατά τη γνώμη της, τις «υπερβολές» στις οποίες υπέπεσε η Γερμανία.

.

Τότε ήρθε όμως, ο Μεγάλος Πόλεμος. Γυναίκες είχαν εισαχθεί στα ψυχιατρεία μεταξύ 1915 και 1918 ,  για αιτίες  που φάνηκε «να έχουν άμεση σχέση με αυτό το τραύμα». Αν κοιτάξετε τα ιατρικά αρχεία είναι εύκολο να καταλάβετε πως συναισθήματα  όπως συγκίνηση, φόβος, απόρριψη που δεν εκφράζονταν, που δεν ήταν διαχειρίσιμα από κείνες είχαν μετουσιωθεί σε ένα ανείπωτο μαρτύριο: πρόσωπα με κατάθλιψη, παγωμένα, σε μια κατάσταση μεταξύ οργής και απάθειας.

.

Η ακινησία, η αδυναμία να εκπληρώσουν τους ρόλους τους, να φροντίζουν τα παιδιά  τους  «για να συνεχιστεί η ζωή» – γράφει η Άννα Bravo- όλα δείχνουν πως αυτές οι γυναίκες δεν είναι πλέον οι ίδιοι άνθρωποι που άφησαν πίσω οι άνδρες την ημέρα της στρατολόγησης τους. 

.

donne-manicomio2

.

Μέσα απ’ τα έγγραφα φωτογραφίζεται ένα γυναικείος μικρόκοσμος που διακόπηκε απ’ την εμπειρία του πολέμου, ανεπανόρθωτα. Μέσα απ’ την άρνηση του ίδιου του σώματος, την προσωπικότητας, την ύπαρξής τους στον κόσμο, αποτυπώνεται το αίσθημα της αποκοπής που βιώνουν από ένα σύμπαν αξιών και συνηθειών στο οποίο καμιά τους δεν θα επέστρεφε πια. 

.

Κι όταν ο πόλεμος τελείωσε, μια σύγχρονη χώρα άρχισε να γεννιέται. Μια «χώρα σύγχρονη» στην οποία μεγάλες αστικές περιοχές μπορούσαν πλέον να φιλοξενήσουν οικογένειες, οι υποδομές τους αναβαθμίζονταν κι ένα σύστημα με προσχηματικό σκοπό να βοηθήσει τους «τρελούς» και τις «τρελές» αναπτύχτηκε, αλλά στην ουσία χρησιμοποιήθηκε ”κυρίως για τη διατήρηση της δημόσιας τάξης και την προστασία της ηθικής», μιας κοινωνίας στην οποία οι διαφορετικοί εξοστρακίζονταν και τα σκάνδαλα έπρεπε να αποκλειστούν.

.

Στα χρόνια του φασισμού η κατάσταση επιδεινώθηκε καθώς επεκτάθηκαν τα όρια  της περιθωριοποίησης και της απόκλισης. Είναι σε αυτή την ιστορική φάση που «εκείνες οι γυναίκες οι οποίες αποκλίνουν από τα φασιστικά ιδανικά για τη σύζυγο και τη μητέρα, αυτές που μεθούν και προκαλούν με τη συμπεριφορά τους, με η γοητεία τους, με τη φυσική τους ανεπάρκεια» στοχοποιούνται καθώς αποτελούν κίνδυνο «για τη βιολογική και ηθική κληρονομιά του κράτους».

.

Σ’ αυτές τις «ανωμαλίες και τη μειωμένη θηλυκότητα» πέφτει το ψυχιατρικό βλέμμα. Σ’ εκείνες που «δεν εκτελούν τα καθήκοντά τους και οι οποίες αποδεικνύονται  ανίκανες». Το καθεστώς του Μουσολίνι προσπαθεί προπαγανδίζοντας ποικιλοτρόπως να δώσει μια νέα ταυτότητα σε αυτά τα περιθωριακά υποκείμενα «που βρίσκονται σε αντίθεση με το υγιές μέρος της κοινωνίας».

.

Το νοσοκομείο για τους «ψυχικά ασθενείς», γίνεται στο σενάριο αυτό, ο τόπος όπου εκτός απ’ την άσκηση ελέγχου, θα εγκλείονται και οι «ανώμαλες». Γίνεται «ένα από τα μέρη όπου θα εφαρμοστεί μια πολιτική επιτήρησης που ακυρώνει τα ατομικά δικαιώματα στο όνομα της δημόσιας τάξης» υπογραμμίζει η συγγραφέας. .

.

Στο ψυχιατρικό ίδρυμα παραδίδονται «οι γυναίκες που αρνούνται να προσαρμόσουν τον τρόπο ζωής τους στα ιδανικά που προτάσσει ο φασισμός και για το λόγο αυτό, θα πρέπει να εκπαιδευτούν εκ νέου μέσω της πειθαρχίας στο άσυλο ώστε να επαναφέρουν τη συμπεριφορά τους μέσα στα πλαίσια μιας βιολογικά και κοινωνικά κατασκευασμένης κανονικότητας».

.

Κι όταν ο φασισμός έπεσε; Μια περίοδος εξίσου ζοφερή ακολούθησε. Η Annacarla Valeriano φέρνει στο φως πολλές ανησυχητικές περιπτώσεις. Νέες που νοσηλεύονταν επειδή αντιμίλησαν στο θείο ή τη μητέρα τους, κοπέλες που λόγω της «συνεχούς διαμάχης» με το συγγενικό τους περιβάλλον, λόγω του μη-ελέγχου των ορμών τους (όπως η Margherita που «γνωρίσαμε» απ’ τον Basaglia),  δηλώνονταν απ’ τον οικογενειακό τους γιατρό ως πάσχουσες από «υστερία υψηλού βαθμού».

.

I-fiori-del-male-1

.

Η συνειδητοποίηση ήρθε μόνο τη δεκαετία του εξήντα. Πρώτα με το βιβλίο της Lieta Harrison «Le svergognate» (εκδόσεις Novissima) και στη συνέχεια, με μια σειρά άρθρων του Angelo Del Boca, που αργότερα συγκεντρώθηκαν στο βιβλίο «Manicomi come lager»  (Edizioni dell’Albero). Υπό το πρίσμα αυτών των αποκαλύψεων της δεκαετίας του εξήντα ο τότε σοσιαλιστής υπουργός Υγείας, Luigi Mariotti, άρχισε μια εκστρατεία καταγγελίας των ψυχιατρικών νοσοκομείων, τα οποία είχε χαρακτηρίσει ως «Δαντικούς λάκκους».

.

Τα άσυλα ήταν γεμάτα με «υγιείς γυναίκες που αντιμετωπίζονται σαν τρελές μόνο και μόνο για τιμωρία». Οι γυναίκες κρατούνταν επειδή διέθεταν ταμπεραμέντο, μια «πεισματάρικη κι επαναστατική ιδιοσυγκρασία» όπως σημειώνονταν στους ιατρικούς τους φακέλλους, επειδή «συχνά έβγαιναν αδικαιολόγητα από το σπίτι», επειδή είχαν «παράτυπες ερωτικές σχέσεις», επειδή μερικές φορές είχαν ξοδέψει ανέμελα.

.

Αναγράφεται χαρακτηριστικά σε φάκελο έγκλειστης πως κατασπατάλησε «τα χρήματα που της έδωσε ο σύζυγός της σε περιττές αγορές», αλλά οι γιατροί είχαν διαπιστώσει ότι  αυτή η «διανοητική ανεπάρκεια» είχε συμβεί αφού  εκείνη»ξυλοκοπήθηκε επανειλημμένα στο κεφάλι με ένα ραβδί από τον άντρα της κι έφερε  πολλαπλούς μώλωπες στο κεφάλι».

 .

Σχεδόν πάντοτε, η διάγνωση της «πολύ περίεργης συμπεριφοράς χωρίς αμφιβολία λόγω διανοητικής ανισορροπίας» (ή κάτι παρόμοιο) αρκούσε για να κλειδώσει πολλές απ’ τις γυναίκες αυτές σε ψυχιατρεία.

.

Στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα, κάποιες νεαρές είχαν υποχρεωθεί να νοσηλευτούν λόγω του ότι το έσκασαν απ’ το σπίτι και τη δουλειά τους , επειδή είχαν ..κάπως χτενισμένα «τα μακρυά μαλλιά τους» ή γιατί είχαν πάει  σε συγκεκριμένα μέρη «για να κάνουν έρωτα».

.

Κάτι τέτοιο συνεχίστηκε για χρόνια και χρόνια.  Τυπικά μέχρι τις 13 Μαΐου 1978, όταν εγκρίθηκε ο λεγόμενος νόμος Basaglia. Αλλά ουσιαστικά… Έχουμε ακόμη δρόμο.

.

.

.

*ΟΙ φωτογραφίες είναι απ’ την έκθεση «I fiori del male. Donne in manicomio nel regime fascista» που ολοκληρώθηκε πριν λίγες μέρες στη Ρώμη, στο Casa della Memoria e della Storia. Μπορείτε να δείτε κι άλλες εδώ καθώς κι ένα σχετικό video.

.

.

.

.

.

«87 ore»: ο αργός θάνατος ενός καθηλωμένου ψυχικά πάσχοντα – Η ταινία της Costanza Quatriglio για την υπόθεση Mastrogiovanni που ακόμα απασχολεί την επικαιρότητα

.

 

87 ORE

.

Δεν ξέρω πόσες-οι είχατε διαβάσει το 2009 για την υπόθεση του Ιταλού αναρχικού δασκάλου Francesco Mastrogiovanni ή έστω αν κάποιες-οι τη θυμάστε κι έτσι θα σας γράψω μερικά πράγματα γι’ αυτήν. Γιατί θα μπορούσε κάλλιστα ν’ αφορά κι οποιονδήποτε άνθρωπο στη χώρα μας μεταφέρεται για ακούσια νοσηλεία σε ψυχιατρικό νοσοκομείο και καθηλώνεται.

.

«87 ore» λοιπόν τιτλοφορείται η ταινία, επειδή τόσες ήταν οι ώρες που καταγραφόταν το μαρτύριο του Mastrogiovanni από κάμερες παρακολούθησης στο ψυχιατρικό τμήμα ενός δημόσιου νοσοκομείου, στο San Luca του Vallo della Lucania, της γειτονικής Ιταλίας, όπου και νοσηλευόταν.

.

Η Costanza Quatriglio αποφάσισε να κάνει αυτή την ταινία, για τον άνθρωπο που καθηλώθηκε χωρίς κανένα λόγο (θα δείτε σοκαριστικές σκηνές στα αυθεντικά video παρακάτω και θα διαπιστώσετε πως αυτό συνέβη όσο κοιμόταν – το προσωπικό ισχυρίζεται πως προηγουμένως αρνήθηκε να υποβληθεί σε εξέταση ούρων), που «ξεχάστηκε» σ’ ένα κρεββάτι χωρίς νερό και φαγητό, γυμνώθηκε και πέθανε ενώ το νοσηλευτικό κι ιατρικό προσωπικό πηγαινοερχόταν γύρω του και καταγραφόταν διαρκώς η εικόνά του.

.

.

Το ντοκιμαντέρ βέβαια βγήκε το 2015, αλλά αφενός πρόσφατα κατάφερα να το δω κι αφετέρου για μένα οι καθηλώσεις είναι ένα θέμα που θα έπρεπε διαρκώς να είναι στην επικαιρότητα και να μας απασχολούν (το φρόντιζε αυτό τόσο η «Πανελλαδική Συσπείρωση για την Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση» όσο και τώρα η «Πρωτοβουλία ‘Ψ’» και το Hearing Voices Aθήνας), επομένως έκρινα σκόπιμο έστω σήμερα να κάνω αυτή την ανάρτηση, στην οποία σαφώς και προσθέτω νέα στοιχεία.

.

Φυσικά δεν ήταν αυτός ο μόνος άνθρωπος που πέθανε κάτω από τέτοιες συνθήκες. Αλλά η ιδιαιτερότητα της περίπτωσης έγκειται στο ότι το υλικό που κατέγραψαν οι κάμερες έφτασε στα χέρια των συγγενών του και παρά την προσπάθεια απόκρυψης που έγινε απ’ τους γιατρούς οι οποίοι εμφάνισαν το θάνατό του Mastrogiovanni ως πνευμονικό οίδημα, ο εισαγγελέας Renato Martuscelli  απήγγειλε κατηγορίες σε 6 εξ’ αυτών καθώς και σε 12 νοσοκόμους (και στη συνέχεια θα δούμε τι έγινε μ’ αυτό το ζήτημα). Σε πολλές άλλες περιπτώσεις δυστυχώς δεν μαθεύονται οι αληθινές αιτίες ανάλογων θανάτων, ποτέ.

.

.

Συντρέχει βέβαια κι ένας ακόμη λόγος, αφού δράττοντας την ευκαιρία θα σας γράψω κι άλλα πράγματα για κείνον που θεωρώ πως έχει νόημα να γνωρίζουμε, αλλά πριν ας επιστρέψουμε στο συγκεκριμένο ντοκιμαντέρ και στα λόγια  της σκηνοθέτιδας που ξεχώρισα απ’ αυτή τη συνέντευξη που έδωσε εδώ, σε ελεύθερη δική μου μετάφραση-απόδοση:

.

«Υπάρχει μόνο το σώμα του Mastrogiovanni, το πρόσωπο δεν υπάρχει για εκείνους που εργάζονται γύρω του. Και για εκείνους που καθαρίζουν το δωμάτιο…  είναι σαν να μην είχε βρεθεί ποτέ εκεί. Η μέγιστη ορατότητα μέσω της κάμερας αντιστοιχεί εδώ στο μέγιστο της αορατότητας.

.

Εδώ όλα ανατίθενται σε μηχανισμούς (ενν: τις κάμερες), δεν υπάρχει ανθρώπινη σχέση. Όλα γίνονται ψυχρά, μακρινά, απάνθρωπα. Αυτή είναι η απάντηση που έδωσα για την αιτία του συμβάντος. Με άλλα λόγια, είναι ένας κόσμος που καθορίζεται απ’ την έλλειψη ευαισθησίας. (Αυτός ο άνθρωπος) θεωρήθηκε ως ένα πράγμα, ένα σώμα, στερημένο από κάθε αξιοπρέπεια. Όχι μόνο όσοι βλέπουν το βίντεο αλλά και όλοι οι άλλοι σ’ αυτό το δωμάτιο είναι σαν τα ρομπότ που κινούνται μηχανικά μαζί με ένα απλό σώμα.

 .

(…) Η εξάλειψη του ατόμου, αντί της ασθένειας, έγινε από τους Ναζί. Η περίπτωση του Mastrogiovanni μας έβαλε μπροστά σε μια δραματική αποτυχία της φροντίδας.

Είναι η αποτυχία του ανθρώπου…»

.

.

Και πως να μη νιώθει έτσι; Προφανώς κι είναι η αποτυχία του ανθρώπινου είδους όλο αυτό. Και βάζει όλες-ους μας θέλω να πιστεύω σε προβληματισμό, μ’ όσα θίγει. Γιατί μετά βαΐων και κλάδων χαιρετίστηκε από την κυρίαρχη ψυχιατρική μεταξύ άλλων κι η διαρκής παρακολούθηση των ψυχικά πασχόντων κι ιδού το αποτέλεσμα. Κι όχι δεν μπορούμε να πούμε πως μία «περίπτωση» ήταν μόνο. Όχι.

.

Δεν αρκεί να «παρακολουθείς» κάποια-ον κατά αυτόν τον τρόπο, αν δε χτίζεις σχέση μαζί του κι αν δεν τον φροντίζεις αληθινά κι ουσιαστικά. Για ποια «περίθαλψη» να μιλήσουμε; Μιλούν οι πολύ σκληρές (σας το τονίζω) εικόνες μόνες τους. Κι όποια-ος ξέρει ιταλικά θα καταλάβει και τα σχόλια που στην ουσία επισημαίνουν το πόσες φορές αδιαφόρησαν όσες-οι βρισκόταν γύρω του. Αυτοί ακριβώς που είχαν την ηθική, νομική, επιστημονική υποχρέωση να τον θεραπεύσουν.

.

.

Το δελτίο τύπου της RAI 3 που προέβαλλε το ντοκιμαντέρ το 2015 έγραφε σε ελεύθερη μετάφραση, τα εξής: «Ένα μοναδικό ντοκιμαντέρ στο είδος του… » και συνέχιζε: «Μπορεί να ρίξει φως σ’ όσα συμβαίνουν στα ψυχιατρεία και να ανοίξει μια σοβαρή συζήτηση σχετικά με τη νόμιμη χρήση της καθήλωσης στις ψυχιατρικές πτέρυγες των νοσοκομείων και για την ολοένα και πιο αρνητική έκβαση της υποχρεωτικής θεραπείας για την υγεία«.

.

Προσωπικά δεν αισθάνομαι καμία ανάγκη να προσθέσω την ανούσια γνώμη μου για την ταινία που είχε την υποστήριξη της Διεθνούς Αμνηστίας. Μου αρκεί να σας μεταφέρω όλα αυτά, μου αρκεί που κρατάει έτσι η δημιουργός της ανοιχτή τη συζήτηση για το θέμα. Και πριν πάμε παρακάτω θέλω να προσθέσω πως οι συγγενείς του  Mastrogiovanni έχουν φτιάξει εδώ και χρόνια αυτό το site για κείνον. Τους είχαν αποτρέψει τότε να τον επισκεφτούν όσο νοσηλευόταν.

.

Χάρη στην καμπάνια τους «Diamo Voce a Franco» («Ας δώσουμε Φωνή στον Φράνκο») που έγινε μέσω της «L’ espresso» ώστε να μην ξεχαστεί το τι του συνέβη και να έχει μια κάποια χρησιμότητα τρόπον τινά ο θάνατός του, η καθήλωση δεν εφαρμόζεται πια στο συγκεκριμένο νοσοκομείο, όπου πέθανε, όπως γράφουν.

.

DiamoVoceaFranco6per3

.

Μην βιαστείτε όμως να βγάλετε συμπεράσματα. Θα δούμε μαζί τι γίνεται μ’ αυτή την ιστορία. Το site που σας προανέφερα βέβαια, να ξέρετε, έχει να ενημερωθεί απ’ το 2016. Απ’ το 2009 επίσης γραφόταν για κείνον συνεχώς άρθρα στο ιταλικό περιοδικό «A rivista anarchica». Προσθέτω την πληροφορία αυτή μιας κι όσο έψαχνα στo google την υπόθεσή του, είδα πως αν εξαιρέσω το indymedia, όλες οι άλλες ελληνικές πηγές (που εμφανίζονται βέβαια, γιατί για τις υπόλοιπες δεν μπορώ να γνωρίζω) αλλά και κάποιες ιταλικές τον αναφέρουν μόνο ως δάσκαλο δημοτικού σχολείου, αφαιρώντας του την ιδιότητα του αναρχικού.

.

Και δεν ήταν απλά ένας αναρχικός. Είχε εμπλακεί στην πολύκροτη υπόθεση του Giovanni Marini, του αναρχικού συγγραφέα και ποιητή, είχε προφυλακιστεί κι ακολούθως αθωωθεί. Ο Mastrogiovanni μάλιστα ήταν που μαχαιρώθηκε απ’ τον φασίστα Carlo Falvella κι αναγκάστηκε ο Marini να επέμβει ώστε να τον βοηθήσει με τα γνωστά αποτελέσματα. Το αναφέρω γιατί όταν λέμε μια ιστορία ή την γράφουμε, πρέπει να τη λέμε ολόκληρη (στα σχόλια θα μάθετε περισσότερα). Κάθε στοιχείο έχει το ειδικό του βάρος.

.

Όπως ας πούμε το ότι ο ίδιος ο Mastrogiovanni είχε πει μες το ασθενοφόρο που τον μετέφερε για ακούσια νοσηλεία: «Μη με πάτε στο Vallo γιατί εκεί θα με σκοτώσουν». Οι Δικηγόροι χωρίς Σύνορα της Ιταλίας το υπογράμμιζαν στο κείμενό τους που δημοσιεύτηκε στις 10 Απριλίου του 2017 (θα το βρείτε εδώ) όπου έκαναν λόγο για το ενδεχόμενο μιας προαποφασισμένης πολιτικής βεντέτας εκ μέρους της άκρας δεξιάς και κατήγγειλαν τις μεθοδεύσεις που όλ’ αυτά τα χρόνια γίνονται ώστε να πέσουν στα «μαλακά» οι υπεύθυνοι. Έγινε προσπάθεια ν’ απαλλαχτούν εντελώς, καταδικάστηκαν σε 5-6 χρόνια παύση κι ακολούθως με εφέσεις, κωλυσιεργίες κ.α. σε 1 χρόνο και 2 μήνες οι νοσηλεύτριες-ες και σε 2 οι γιατροί. Είχε προταθεί μάλιστα να επιστρέψουν σε κείνη τη φάση στα καθήκοντά τους.

.

Mastrogiovanni
-Δάσκαλε, τι μπορούμε να κάνουμε για σας;   -Να μη με ξεχάσετε!

.

Επισημαινόταν λοιπόν στο κείμενο πως τέτοιες μειώσεις των ποινών, για «εγκληματίες του λευκού κολάρου» (για να θυμηθούμε και τους εγκληματολογικούς όρους) δίνουν ένα είδος μηνύματος πως όλα μπορούν να συνεχίσουν να γίνονται όπως πριν: να καθηλώνονται δηλαδή οι πάσχοντες όχι για θεραπευτικούς λόγους ή επειδή είναι σε κρίση αλλά για τη διευκόλυνση των γιατρών και των νοσηλευτών, απάνθρωπα, κυνικά, εφόσον δεν υπάρχει έλεγχος,  τάχα λόγω της «έλλειψης προσωπικού» και έχοντας το βασικότερο τη βεβαιότητα όσοι διατάζουν τις καθηλώσεις πως θα μείνουν ατιμώρητοι, όπως είχε πει ο Francesco Rotondo.

.

Έγραφαν κι άλλα οι Ιταλοί Δικηγόροι χωρίς Σύνορα, αλλά δεν έχω τις απαραίτητες νομικές γνώσεις για να πλοηγηθώ μες σ’ αυτό τον κυκεώνα δικών, αναβολών, αποφάσεων, εφέσεων κτλ. Προσπάθησα λοιπόν να σας μεταφέρω τα βασικά στοιχεία και κρατήστε πως πέραν των άλλων, σημαντικότατων θεμάτων που έθιξαν, έκρουσαν και τον κώδωνα του κινδύνου σχετικά μ’ αυτό: αν οι υπεύθυνοι της συγκεκριμένης ιστορίας μείνουν ατιμώρητοι ή ξεφύγουν εύκολα, θ’ αποθαρρυνθούν στο μέλλον τα θύματα εγκατάλειψης και κακοποίησης μες το σύστημα υγείας να πάρουν τη νομική οδό.

.

Έψεγαν επίσης την Ιταλική κυβέρνηση που δεν έχει δημιουργήσει ακόμα Σώμα ελεγκτών Δημόσιας Υγείας, προειδοποιούσαν πως θ’ απευθυνθούν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και επέμεναν «πως δεν μπορεί να παραμένουν ατιμώρητες οι καταχρήσεις της Ψυχιατρικής που εξαναγκάζει κι επιβάλλει θεραπείες που έχουν αποδειχτεί καταστρεπτικές, βλαβερές πέρα από κάθε λογική αμφιβολία» κ.ο.κ. Γι’ αυτό άλλωστε επέλεξα να σας μεταφράσω αυτά τα σημεία όπως θα καταλαβαίνετε τώρα, που φυσικά και θα μπορούσαν να έχουν γραφτεί και για όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα.

.

tso radicali-2

.

Στη συνέχεια απ’ τους Ιταλούς Ριζοσπάστες προτάθηκε ένας νόμος που φέρει τ’ όνομα του Mastrogiovanni («legge Mastrogiovanni»), ώστε όποιος εισάγεται ακούσια αμέσως να μπορεί να έχει δικηγόρο (νομική συνδρομή) που θα ελέγχει κάθε διαδικασία σχετική με τη νοσηλεία του ούτως ώστε να διασφαλίζεται η μέγιστη διαφάνεια των συνθηκών φροντίδας εντός των ψυχιατρικών κλινικών, να απαγορεύεται η χρήση μηχανικής συγκράτησης (καθήλωσης δηλαδή), να επιτρέπεται η είσοδος συγγενών στα νοσοκομειακά δωμάτια κτλ.

.

O αντίλογος υπάρχει και υποστηρίζει πως γίνεται πολύς λόγος σ’ αυτή την πρόταση για τις ελευθερίες που πρέπει να έχει ο λήπτης/χρήστης υπηρεσιών ψυχικής υγείας, αλλά λίγος για το δικαίωμά του στη θεραπεία. Και το δικαίωμα του να νοσηλεύεται με αξιοπρέπεια και με κάθε σεβασμό, να το παραμερίσουμε; Κι η αξία της ανθρώπινης ζωής πόσο πια να εκπέσει; Κι η «κουβέντα» συνεχίζεται…Κι η καθεμία, ο καθένας από σας που διάβασε όλ’ αυτά, ας βγάλει τα συμπεράσματά του.

.

.

.

Παρουσίαση βιβλίου: «Le nuvole di Picasso.Una bambina nella storia del manicomio liberato» – Ο Franco Basaglia και η ψυχιατρική του μεταρρύθμιση μέσα απ’ τα μάτια της κόρης του

.

alberta-basaglia

.

Το μόνο που ήξερα μέχρι πρόσφατα για τα παιδιά του Franco Basaglia ήταν τα ονόματά τους: Alberta και Enrico. Κι είναι λογικό μιας και στη χώρα μας το ενδιαφέρον μόνιμα είναι στραμμένο σε κείνον και λίγοι ακόμη κι απ’ τον ψ χώρο, γνωρίζουν ακριβώς τον ισότιμο και μεγάλο ρόλο που έπαιξε η σύζυγός του Franca Oncaro στο έργο του. Ίσως κάποια στιγμή αναφερθούμε περισσότερο σε κείνη. Εντωμεταξύ όμως θα μας απασχολήσει η κόρη τους που έγραψε αυτό το βιβλίο με τη βοήθεια της Gulietta Raccanelli.

Η Alberta Basaglia είναι ψυχολόγος σε υπηρεσία του Δήμου της Βενετίας κι ασχολείται απ’ το 1980 με θέματα που αφορούν την καταπολέμηση της βίας με βάση το φύλο και όλες τις μορφές διακρίσεων. Αναμενόμενο αν σκεφτεί κανείς πως μεγάλωσε σ’ ένα σπίτι όπου οι διακρίσεις δεν είχαν καμία θέση. Και φροντίζει να το τονίσει αυτό: η επανάσταση του Basaglia ξεκίνησε απ’ το σπίτι του. Ένα σπίτι στο οποίο δεν υπήρχε τηλεόραση,  αλλά άκουγαν πολλή μουσική. Κλασσική, όπως και τραγούδια διαμαρτυρίας.

Τα παιδικά της χρόνια περιγράφει λοιπόν μέσα απ’ αυτό το βιβλίο, τη σχέση με τον πατέρα της και φυσικά το πως βίωσε ως μικρό κοριτσάκι την ψυχιατρική μεταρρύθμιση που εκείνος επιχειρούσε τη δεκαετία του ’60 στην Ιταλία. Κι υπήρξε ένα κορίτσι που αντιμετώπιζε σοβαρές δυσκολίες καθημερινά καθώς γεννήθηκε με μια σπάνια ασθένεια που έπληξε την όρασή της. Για να βλέπει καλύτερα συχνά έγερνε το κεφάλι και χρησιμοποιούσε μεγενθυτικό φακό για να διαβάζει. Ο πατέρας της της δίδαξε πως μπορεί να ζήσει κάποιος με πολλούς τρόπους κι εκείνη κατάφερε να το εφαρμόσει στην πράξη και να υπερκεράσει τα πολλαπλά εμπόδια.

Σίγουρα δεν ήταν εύκολο. Γιατί εκτός απ’ ό,τι βίωνε, ζούσε κι όλο τον αναβρασμό που έφερναν οι ιδέες του Basaglia. Ανεπιθύμητος απ’ τον πανεπιστημιακό κόσμο μιας κι ενδιαφερόταν περισσότερο για τους Γερμανούς φιλοσόφους παρά για τους πρωτεργάτες της Ψυχιατρικής και περισσότερο για τον άρρωστο παρά για την ασθένεια, την τρέλα, στέλνεται στην Gorizia, “στην εξορία” κατά την κόρη του. Κι αναστατώνεται μ’ ότι βρίσκει εκεί: αλυσίδες, κλουβιά, ζουρλομανδύες κτλ.

Δεν δέχεται επομένως να μείνει με την οικογένειά του στο διαμέρισμα που δικαιούνταν ως διευθυντής εντός των τειχών του ψυχιατρείου και διαλέγει τον τελευταίο όροφο ενός ευρύχωρου palazzo για να στεγαστούν. Αυτό το σπίτι με τα μεγάλα φωτεινά παράθυρα, το περιγράφει εκτενώς η Alberta στο έβδομο κεφάλαιο του βιβλίου της. Από ‘κει περνούσαν καθημερινά πάρα πολλοί άνθρωποι. Άσημοι και διάσημοι, “τρελοί” και “κανονικοί”. “Δεν φοβάσαι τους τρελούς;” την ρωτούσαν συχνά ως παιδί ή άλλοτε τους ενδιέφερε να μάθουν “τι είπε ο πατέρας σου γι’ αυτό το θέμα;”

.

.

Τα Σαββατοκύριακα πήγαιναν οικογενειακώς στη Βενετία. Ως παιδί εκείνη κάτι χάνει μ’ αυτές τις μετακινήσεις απ’ τη ζωή των συμμαθητριών και συμμαθητών της, απ’ τα παιχνίδια τους, αλλά κερδίζει άλλα απ’ την επαφή για παράδειγμα με τον ξάδερφο Vittorio και τη γιαγιά της Cecilia. Aπο κείνη έμαθε κυρίως πως ο πατέρας της βρέθηκε στη φυλακή για ένα μήνα, όταν ήταν νεαρός. Ανέβηκε στη στέγη για να διαφύγει απ’ τους φασίστες που τον κυνηγούσαν το ’44 κι η γιαγιά της που φοβήθηκε μην πέσει, φώναξε αυθόρμητα με αποτέλεσμα να προδώσει τη θέση του και να τον συλλάβουν. Εκείνος δεν μιλούσε γι’ αυτά. Δεν ήθελε να φανεί η ζωή του σαν αγιογραφία.

Ούτε η Alberta έγραψε αγιογραφία όμως. Αναφέρει τις δυσκολίες που είχε το να μεγαλώνουν δύο παιδιά μες σ’ αυτή την οικογένεια η οποία είχε στρατευτεί σ’ έναν τόσο υψηλό στόχο: της αποασυλοποίησης και της κοινωνικής επανένταξης των ψυχικά πασχόντων. Νομίζω όλοι μας καταλαβαίνουμε πως όταν κάποιος ρίχνει σε  έναν συγκεκριμένο τομέα το βάρος του φυσικά διαφοροποιούνται και ιεραρχούνται διαφορετικά οι προτεραιότητές του. Γι’ αυτό δεν κρίνω σκόπιμο ν’ αναφερθώ εκτενέστερα σ’ αυτές τις λεπτομέρειες. Άλλωστε όλα θα τα μάθετε μόνο αν διαβάσετε το βιβλίο και θέλω να πιστεύω πως το τελευταίο που σας ενδιαφέρει είναι να κοιτάξετε τη ζωή του Basaglia απ’ την κλειδαρότρυπα. Η κόρη του εξάλλου έγραψε την αλήθεια μεν αλλά κι ένα πολύ τρυφερό βιβλίο δε.

Θα περίμενε κανείς πως με μια τέτοια βαριά σκιά, όπως τη δική του εκείνη θ’ ακολουθούσε διαφορετική πορεία. Όταν την ρώτησαν όμως, απάντησε πως δεν ένιωσε την ανάγκη να “σκοτώσει” τον πατέρα της (οι ψυχαναλυτικής κατεύθυνσης συνάδελφοι θα καταλάβουν καλύτερα τι εννοώ εδώ). Δεν πρόλαβε άλλωστε να τον ζήσει πολύ. Εκείνος πέθανε πριν καν η Αlberta συμπληρώσει τα εικοσιτέσσερά της χρόνια. Θυμάται βέβαια πως ήταν αρκούντως γοητευτικός, μονίμως αεικίνητος, ένα είδος Βασιλιά Αρθρούρου με μεγάλη αυλή (κάποτε όπως διηγήθηκε έφερε σπίτι τους για δείπνο σαράντα άτομα ), ένα είδος ροκ σταρ.

Περισσότερο απ’ όλα αυτά όμως ήταν ο άνθρωπος, ο επιστήμονας που έδειξε με την ψυχιατρική του μεταρρύθμιση πως το αδύνατο μπορεί να γίνει δυνατό. Και βοήθησε και την κόρη του να το καταλάβει. Σύμφωνα με την ιατρική θα έπρεπε να είναι τυφλή. Κι όμως βλέπει. Ίσως όχι σαν τους περισσότερους από εμάς, αλλά βλέπει. Τι περισσότερο θα μπορούσε να της δωρίσει;

Για να γράψω αυτή την ανάρτηση συμβουλεύτηκα τις πηγές που θα δέιτε παρακάτω κι όσες/οι θέλετε και γνωρίζετε ιταλικά μπορείτε να διαβάσετε κάποια αποσπάσματα του μόλις 91 σελίδων βιβλίου που κυκλοφορεί απ’ τον εκδοτικό οίκο Feltrinelli (2014) εδώ. Πήρε τον τίτλο του απ’ τον τρόπο με τον οποίο σχολίασε κάποτε ο Basaglia μια παιδική ζωγραφιά της κόρης του και όσα της είπε. Πόσο όμορφο…

Καλή σας ανάγνωση.

.

.

.

Πηγές:

.

.

.