Παρουσίαση βιβλίου: «Le nuvole di Picasso.Una bambina nella storia del manicomio liberato» – Ο Franco Basaglia και η ψυχιατρική του μεταρρύθμιση μέσα απ’ τα μάτια της κόρης του

.

alberta-basaglia

.

Το μόνο που ήξερα μέχρι πρόσφατα για τα παιδιά του Franco Basaglia ήταν τα ονόματά τους: Alberta και Enrico. Κι είναι λογικό μιας και στη χώρα μας το ενδιαφέρον μόνιμα είναι στραμμένο σε κείνον και λίγοι ακόμη κι απ’ τον ψ χώρο, γνωρίζουν ακριβώς τον ισότιμο και μεγάλο ρόλο που έπαιξε η σύζυγός του Franca Oncaro στο έργο του. Ίσως κάποια στιγμή αναφερθούμε περισσότερο σε κείνη. Εντωμεταξύ όμως θα μας απασχολήσει η κόρη τους που έγραψε αυτό το βιβλίο με τη βοήθεια της Gulietta Raccanelli.

Η Alberta Basaglia είναι ψυχολόγος σε υπηρεσία του Δήμου της Βενετίας κι ασχολείται απ’ το 1980 με θέματα που αφορούν την καταπολέμηση της βίας με βάση το φύλο και όλες τις μορφές διακρίσεων. Αναμενόμενο αν σκεφτεί κανείς πως μεγάλωσε σ’ ένα σπίτι όπου οι διακρίσεις δεν είχαν καμία θέση. Και φροντίζει να το τονίσει αυτό: η επανάσταση του Basaglia ξεκίνησε απ’ το σπίτι του. Ένα σπίτι στο οποίο δεν υπήρχε τηλεόραση,  αλλά άκουγαν πολλή μουσική. Κλασσική, όπως και τραγούδια διαμαρτυρίας.

Τα παιδικά της χρόνια περιγράφει λοιπόν μέσα απ’ αυτό το βιβλίο, τη σχέση με τον πατέρα της και φυσικά το πως βίωσε ως μικρό κοριτσάκι την ψυχιατρική μεταρρύθμιση που εκείνος επιχειρούσε τη δεκαετία του ’60 στην Ιταλία. Κι υπήρξε ένα κορίτσι που αντιμετώπιζε σοβαρές δυσκολίες καθημερινά καθώς γεννήθηκε με μια σπάνια ασθένεια που έπληξε την όρασή της. Για να βλέπει καλύτερα συχνά έγερνε το κεφάλι και χρησιμοποιούσε μεγενθυτικό φακό για να διαβάζει. Ο πατέρας της της δίδαξε πως μπορεί να ζήσει κάποιος με πολλούς τρόπους κι εκείνη κατάφερε να το εφαρμόσει στην πράξη και να υπερκεράσει τα πολλαπλά εμπόδια.

Σίγουρα δεν ήταν εύκολο. Γιατί εκτός απ’ ό,τι βίωνε, ζούσε κι όλο τον αναβρασμό που έφερναν οι ιδέες του Basaglia. Ανεπιθύμητος απ’ τον πανεπιστημιακό κόσμο μιας κι ενδιαφερόταν περισσότερο για τους Γερμανούς φιλοσόφους παρά για τους πρωτεργάτες της Ψυχιατρικής και περισσότερο για τον άρρωστο παρά για την ασθένεια, την τρέλα, στέλνεται στην Gorizia, “στην εξορία” κατά την κόρη του. Κι αναστατώνεται μ’ ότι βρίσκει εκεί: αλυσίδες, κλουβιά, ζουρλομανδύες κτλ.

Δεν δέχεται επομένως να μείνει με την οικογένειά του στο διαμέρισμα που δικαιούνταν ως διευθυντής εντός των τειχών του ψυχιατρείου και διαλέγει τον τελευταίο όροφο ενός ευρύχωρου palazzo για να στεγαστούν. Αυτό το σπίτι με τα μεγάλα φωτεινά παράθυρα, το περιγράφει εκτενώς η Alberta στο έβδομο κεφάλαιο του βιβλίου της. Από ‘κει περνούσαν καθημερινά πάρα πολλοί άνθρωποι. Άσημοι και διάσημοι, “τρελοί” και “κανονικοί”. “Δεν φοβάσαι τους τρελούς;” την ρωτούσαν συχνά ως παιδί ή άλλοτε τους ενδιέφερε να μάθουν “τι είπε ο πατέρας σου γι’ αυτό το θέμα;”

.

.

Τα Σαββατοκύριακα πήγαιναν οικογενειακώς στη Βενετία. Ως παιδί εκείνη κάτι χάνει μ’ αυτές τις μετακινήσεις απ’ τη ζωή των συμμαθητριών και συμμαθητών της, απ’ τα παιχνίδια τους, αλλά κερδίζει άλλα απ’ την επαφή για παράδειγμα με τον ξάδερφο Vittorio και τη γιαγιά της Cecilia. Aπο κείνη έμαθε κυρίως πως ο πατέρας της βρέθηκε στη φυλακή για ένα μήνα, όταν ήταν νεαρός. Ανέβηκε στη στέγη για να διαφύγει απ’ τους φασίστες που τον κυνηγούσαν το ’44 κι η γιαγιά της που φοβήθηκε μην πέσει, φώναξε αυθόρμητα με αποτέλεσμα να προδώσει τη θέση του και να τον συλλάβουν. Εκείνος δεν μιλούσε γι’ αυτά. Δεν ήθελε να φανεί η ζωή του σαν αγιογραφία.

Ούτε η Alberta έγραψε αγιογραφία όμως. Αναφέρει τις δυσκολίες που είχε το να μεγαλώνουν δύο παιδιά μες σ’ αυτή την οικογένεια η οποία είχε στρατευτεί σ’ έναν τόσο υψηλό στόχο: της αποασυλοποίησης και της κοινωνικής επανένταξης των ψυχικά πασχόντων. Νομίζω όλοι μας καταλαβαίνουμε πως όταν κάποιος ρίχνει σε  έναν συγκεκριμένο τομέα το βάρος του φυσικά διαφοροποιούνται και ιεραρχούνται διαφορετικά οι προτεραιότητές του. Γι’ αυτό δεν κρίνω σκόπιμο ν’ αναφερθώ εκτενέστερα σ’ αυτές τις λεπτομέρειες. Άλλωστε όλα θα τα μάθετε μόνο αν διαβάσετε το βιβλίο και θέλω να πιστεύω πως το τελευταίο που σας ενδιαφέρει είναι να κοιτάξετε τη ζωή του Basaglia απ’ την κλειδαρότρυπα. Η κόρη του εξάλλου έγραψε την αλήθεια μεν αλλά κι ένα πολύ τρυφερό βιβλίο δε.

Θα περίμενε κανείς πως με μια τέτοια βαριά σκιά, όπως τη δική του εκείνη θ’ ακολουθούσε διαφορετική πορεία. Όταν την ρώτησαν όμως, απάντησε πως δεν ένιωσε την ανάγκη να “σκοτώσει” τον πατέρα της (οι ψυχαναλυτικής κατεύθυνσης συνάδελφοι θα καταλάβουν καλύτερα τι εννοώ εδώ). Δεν πρόλαβε άλλωστε να τον ζήσει πολύ. Εκείνος πέθανε πριν καν η Αlberta συμπληρώσει τα εικοσιτέσσερά της χρόνια. Θυμάται βέβαια πως ήταν αρκούντως γοητευτικός, μονίμως αεικίνητος, ένα είδος Βασιλιά Αρθρούρου με μεγάλη αυλή (κάποτε όπως διηγήθηκε έφερε σπίτι τους για δείπνο σαράντα άτομα ), ένα είδος ροκ σταρ.

Περισσότερο απ’ όλα αυτά όμως ήταν ο άνθρωπος, ο επιστήμονας που έδειξε με την ψυχιατρική του μεταρρύθμιση πως το αδύνατο μπορεί να γίνει δυνατό. Και βοήθησε και την κόρη του να το καταλάβει. Σύμφωνα με την ιατρική θα έπρεπε να είναι τυφλή. Κι όμως βλέπει. Ίσως όχι σαν τους περισσότερους από εμάς, αλλά βλέπει. Τι περισσότερο θα μπορούσε να της δωρίσει;

Για να γράψω αυτή την ανάρτηση συμβουλεύτηκα τις πηγές που θα δέιτε παρακάτω κι όσες/οι θέλετε και γνωρίζετε ιταλικά μπορείτε να διαβάσετε κάποια αποσπάσματα του μόλις 91 σελίδων βιβλίου που κυκλοφορεί απ’ τον εκδοτικό οίκο Feltrinelli (2014) εδώ. Πήρε τον τίτλο του απ’ τον τρόπο με τον οποίο σχολίασε κάποτε ο Basaglia μια παιδική ζωγραφιά της κόρης του και όσα της είπε. Πόσο όμορφο…

Καλή σας ανάγνωση.

.

.

.

Πηγές:

.

.

.

Πρόσφυγες και Ψυχική Υγεία : Τα αόρατα, υποτιμημένα τραύματα / Η Ιταλική εμπειρία και μερικές σκέψεις για την Ελλάδα

.

0020-177-800-600-80
Χαρακτικό της Βάσως Κατράκη

.

Πανελλήνια Ημέρα Προσφύγων σήμερα και παρά το ότι ποτέ δεν τους κατάλαβα αυτούς τους “εορτασμούς” δράττομαι της ευκαιρίας να σας μεταφέρω μερικά πράγματα που διάβασα σ’ αυτό το Ιταλικό άρθρο της Eleonora Camilli  και αφορούν την ψυχική υγεία των προσφύγων και τα “αόρατά τους τραύματα”. Δεν κάνω μετάφραση λέξη προς λέξη, αλλά περισσότερο μια ελεύθερη και περιληπτική απόδοση του κειμένου για λόγους οικονομίας χρόνου, χωρίς όμως να παραλείπω κάτι ουσιαστικό, όπως θα διαπιστώσετε όσες κι όσοι διαβάσετε το πρωτότυπο.

.

Εύκολα γίνεται λόγος λοιπόν, όπως αναφέρεται στο κείμενο, για τις μολυσματικές ασθένειες που μπορεί να έχουν οι πρόσφυγες όπως η ψώρα ή ο ιός Έμπολα (γνωρίζουμε κι εμείς άλλωστε εδώ στην Ελλάδα από τέτοιες αναφορές για “υγειονομική βόμβα” και λοιπές ξενοφοβικές τοποθετήσεις που πυροδοτούν παράλογους φόβους στον γενικό πληθυσμό κι εξυπηρετούν συγκεκριμένα συμφέροντα) παρά το ότι οι περισσότεροι απ’ αυτούς είναι υγιέστατοι, αλλά δεν συζητείται ευρέως το ζήτημα της ψυχολογικής τους επιβάρυνσης. Το πρόβλημα είναι υποτιμημένο, οι ειδικές υπηρεσίες είναι λίγες κι απευθύνονται συνήθως σε συγκεκριμένες κατηγορίες όπως είναι οι γυναίκες, οι ανήλικοι και τα θύματα εμπορίας.

.

Μπορεί επομένως η φυσική τους κατάσταση να είναι ως επί το πλείστον καλή, αλλά τα ψυχολογκά τους προβλήματα αυξάνονται εξαιτίας της βίας που έχουν βιώσει στην πατρίδα τους, του τραυματικού τους ταξιδιού προς τις χώρες υποδοχής και τους θανάτους μελών της οικογένειάς τους ή και συνταξιδιωτών τους. Υπολογίζεται πως ένας στους τρεις πρόσφυγες (το 32% για την ακρίβεια), σύμφωνα με τα στοιχεία της Istat για το 2013, παρουσιάζει κάποιο ψυχολογικό πρόβλημα. Παρόμοια είναι και τα στοιχεία που δίνουν οι Γιατροί χωρίς Σύνορα, από έρευνα πεδίου που έγινε στη Σικελία και βρέθηκε πως το 40% όσων πέρασαν (2.593 άνθρωποι συνολικά) απ’ το ιατρικό κέντρο στο λιμάνι της Augusta παρουσίαζε ψυχολογικές και γνωστικές διαταραχές.

.

Διαταραχή μετατραυματικού στρες (PTSD) σε ποσοστό 10.2%, κατάθλιψη σε ποσοστό 46.1% και διαταραχή γενικευμένου άγχους σε ποσοστό 39.6% ήταν οι κυριότερες εξ’ αυτών. Το 25.6% τέλος, εμφάνισε ψυχοσωματικές ασθένειες. Η Διευθύντρια δε του NIHMP (Istituto nazionale per la promozione della salute delle popolazioni migranti ed il contrasto delle malattie della povertà), Maria Concetta Mirisola, αναφέρει πως όσον αφορά την ψύχωση πολλές διεθνείς μελέτες δείχνουν αυξημένη συχνότητα μεταξύ των μεταναστών κι ο επιπολασμός των ψυχικών διαταραχών σε γενικές γραμμές είναι ψηλότερος στο γυναικείο πληθυσμό.

.

Απ’ τα στοιχεία του Ινστιτούτου αυτού που εδρεύει στη Ρώμη κι απευθύνεται σε πολλαπλώς επιβαρυμένα άτομα, φαίνεται πως το 2015 η διαταραχή μετατραυματικού στρες ήταν μακράν η πιο συχνή πάθηση (41,1 τοις εκατό), ακολουθούμενη από την κατάθλιψη (22,6 τοις εκατό), τις ψυχοσωματικές ασθένειες (5,65 τοις εκατό) και τη διαταραχή γενικευμένου άγχους (5,46 τοις εκατό). Πολύ λιγότερο συχνή ήταν η ψύχωση (3,9 τοις εκατό).

.

Με τη σειρά του, ο επικεφαλής των Γιατρών χωρίς Σύνορα στην Ιταλία, Stefano Di Carlo, λέει πως δεν είναι ασυνήθιστο να δουν οι πρόσφυγες στη διάρκεια των επικίνδυνων ταξιδιών τους προς τις χώρες υποδοχής θανάτους άλλων, αλλά εκτός αυτού έχουν υποστεί και βία στα κέντρα κράτησης σε χώρες όπως η Λιβύη εξηγεί κι αναφέρεται στην περίπτωση ενός αγοριού που το είχαν χτυπήσει στην πλάτη με σιδερένιο σωλήνα.

.

Και βεβαίως υπάρχει και το ζήτημα της απογοήτευσης που βιώνουν όσοι έφυγαν από χώρες όπως η Συρία έχοντας ένα εξαιρετικά υψηλό βιοτικό επίπεδο αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον και ζουν σε άθλιες συνθήκες στις χώρες υποδοχής κι αυτό είναι κάτι που το βλέπουμε και στην Ελλάδα με τη δημιουργία hot spot και θίχτηκε εντόνως απ’ την Πρωτοβουλία Ψ σε πρόσφατη ημερίδα για τη Λέρο. Η συναισθηματική σύγκρουση, η ματαίωση και το τραύμα εξαιτίας αυτών των συνθηκών, είναι υπαρκτά φαινόμενα. Η υγεία των μεταναστών πραγματικά τίθεται σε κίνδυνο εξαιτίας των προαναφερόμενων συνθηκών κι οι εικόνες απ’ την Ειδομένη νομίζω και μόνο, αρκούν για να το καταλάβουμε όλοι αυτό.

.

Και φυσικά δεν αναφερόμαστε μόνο στην σωματική τους υγεία, αλλά και στην ψυχολογική, μιας και η περιθωριοποίηση που βιώνουν, η αβεβαιότητα για το μέλλον και οι καθημερινές δυσκολίες διαβίωσης είναι πηγές άγχους κι αναμφισβήτητα τους επιβαρύνουν ποικιλοτρόπως. Χρειάζεται έγκαιρη παρέμβαση και θεραπεία στα κέντρα υποδοχής, αλλά με τις συνθήκες που όλοι γνωρίζουμε πως επικρατούν καταλαβαίνετε πόσες δυσκολίες προκύπτουν. «Η διεθνής βιβλιογραφία δείχνει σαφώς ότι ο επιπολασμός του μετατραυματικού στρες αυξάνει πολύ (έως και 60 %) σε πρόσωπα που στερούνται της προσωπικής τους ελευθερίας” τονίζει η Maria Concetta Mirisola ενώ ο Stefano Di Carlo εξηγεί πως σχεδιάζουν να ενεργοποιήσουν πρωτόκολλο συνεργασίας με τις υγειονομικές αρχές για να υποστηριχτούν ψυχολογικά οι πρόσφυγες.

.

Για να γίνει όμως αυτό, απαιτείται διεπιστημονική προσέγγιση και δικτύωση, η οποία περιλαμβάνει επίσης την πολιτιστική διαμεσολάβηση. Είναι τεράστιας σημασίας ζήτημα το συγκεκριμένο ώστε να μπορεί κάποιος να προσεγγίσει άτομα που ίσως δεν έμαθαν ποτέ ν’ αναλύουν τον εσωτερικό τους κόσμο και να επεξεργάζονται τα συναισθήματά τους ή η μόνη τους επαφή μ’ αυτά τα κομμάτια του εαυτού τους γινόταν μέσω κάποιου σαμάνου στον τόπο τους. Κι όλα αυτά δεν πρέπει να ξεχνάμε πως πρέπει να γίνουν χωρίς οι ειδικοί να χαθούν στη μετάφραση. Οι πολιτιστικοί διαμεσολαβητές έχουν πράγματι σημαντικότατο ρόλο να επιτελέσουν. Λίγο όμως η έλλειψη προσωπικού, λίγο οι οργανωτικές δυσκολίες και φτάνουμε στο να συζητούνται όλα αυτά θεωρητικά αλλά στην πράξη να γίνονται ελάχιστα. “Πρέπει να υπάρξει μια ευρεία διάδοση της τεχνογνωσίας και των ορθών πρακτικών σε όλη την εθνική επικράτεια» καταλήγει ο επικεφαλής των ΓΧΣ της Ιταλίας κι είναι σαν να μιλάει και για την Ελλάδα.

.

Στην Ιταλία βέβαια σχεδιάζει το αντίστοιχο Υπουργείο Υγείας στοχευμένες παρεμβάσεις για αυτούς τους ευάλωτους πληθυσμούς (για τα άτομα που έχουν βασανιστεί, έχουν κακοποιηθεί σεξουαλικά κτλ). Εδώ, απ’ τη στιγμή βέβαια που τους «επαναπροωθούμε» στην Τουρκία, τι λόγος να γίνει για όλα αυτά; Ρητορικό το ερώτημα.

.

.

.

*Η φωτογραφία του έργου της Βάσως Κατράκη είναι από εδώ.

.

.

.

.

.

“C’era una volta la città dei matti” – Δραματοποιημένη μεταφορά της ιστορίας του Franco Basaglia για την ψυχιατρική μεταρρύθμιση που επιχείρησε στην Ιταλία

.

.

Πρόκειται για δραματοποιημένη μεταφορά της ιστορίας του Franco Basaglia. Αφορά την ψυχιατρική μεταρρύθμιση που εκείνος επιχείρησε στην Ιταλία τη δεκαετία του ’60, στα ψυχιατρεία της Gorizia και της Trieste. Προβλήθηκε από την RAI1 και την είδαν πάνω από 7 εκατομμύρια άνθρωποι. Κέρδισε 3 διεθνή βραβεία (στα φεστιβάλ της Shanghai, του Montecarlo και της Rome). H σκηνοθεσία είναι του Marco Turko, o οποίος έχει γράψει και μέρος του σεναρίου. Σύμβουλος ήταν ο Διευθυντής του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου της Trieste, Peppe dell’ Acqua. Στη σελίδα της Società Psicoanalitica Italiana, μπορείτε να διαβάσετε μια σχετική ανάρτηση. 

.

Πρώτα λοιπόν υπήρξε η πόλη των τρελών, το ψυχιατρικό άσυλο. Με τους περιορισμούς, τους ζουρλομανδύες, τα κρεβάτια-κλουβιά, τα κελιά απομόνωσης, τα ηλεκτροσόκ που ενίοτε χρησιμοποιούνταν ως τιμωρία, την προβληματική σχέση πασχόντων και νοσηλευτών που έμοιαζε τραγικά μ’ αυτή των φυλακισμένων και των δεσμοφυλάκων τους, τη σαδιστική σχέση μεταξύ γιατρών και ασθενών.

.

Δεν ήταν το άσυλο, ένα μέρος φροντίδας, αλλά ένας χώρος για να κρυφτούν και να διαχωριστούν οι ‘πάσχοντες’ απ’ τους ‘υγιείς’, αφού η ψυχική ασθένεια αποτελούσε πάντα κοινωνικό ‘σκάνδαλο’. Στο δυτικό κόσμο, κανείς δεν το είχε αμφισβητήσει ποτέ, κανείς δεν είχε τολμήσει ποτέ να αμφισβητήσει την εξουσία των ψυχιάτρων.

.

Τουλάχιστον μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’60, όταν, σε μια επαρχιακή πόλη του Βορρά, ένας νέος επαναστάτης ψυχίατρος, περιθωριοποιήθηκε από τον ακαδημαϊκό κόσμο. Ο Franco Basaglia, άναψε τη σπίθα που προκάλεσε μια πυρκαγιά που ήταν αδιανόητη πριν από μερικά χρόνια …

.

Η Margherita, που βλέπουμε στο παραπάνω video να την υποδύεται η Vittoria Puccini, ήταν μια όμορφη κοπέλα, που έσφυζε από ζωή. Ήταν καρπός του παράνομου έρωτα μιας Ιταλίδας κι ενός Αμερικανού στρατιώτη, ο οποίος εν συνεχεία εξαφανίστηκε. Η μητέρα προτίμησε ν’ απορρίψει την ίδια της την κόρη, για να ξεφορτωθεί τις ενοχές και την ‘αμαρτία’. 

.

Κι όταν οι αδελφές του κολλεγίου στο οποίο η Margherita φοιτούσε, διαμαρτυρήθηκαν για το χαρακτήρα της -στην ουσία για τις πρώτες φυσιολογικές ερωτικές της παρορμήσεις-, την έκλεισε σε ψυχιατρική κλινική. Λίγοι μήνες, μες το καταπιεστικό και βίαιο φρενοκομείο ήταν αρκετοί, για να μεταμορφωθεί η Margherita από ένα κορίτσι γεμάτο ζωή και περιέργεια για τον κόσμο, σ’ ένα πλάσμα ‘επικίνδυνο’, σ’ ένα άγριο θηρίο, που χρειαζόταν να περιορίζεται νυχθημερόν σε κρεβάτι-κλουβί. 

.

.

Ο Boris ήταν κλεισμένος στον εαυτό του, δεν μιλούσε, δεν μπορούσε με κανένα τρόπο να εκφράσει τα συναισθήματά του. Κανείς δεν ήξερε τι φρίκη είχαν αντικρίσει τα μάτια του, τι δεινά είχε υποστεί αυτός ο δυνατός και μεγαλόσωμος άντρας. Ο Boris φοβόταν. Στο άσυλο που οδηγήθηκε όμως, αντί να βοηθηθεί, υποβαλλόταν σε ηλεκτροσόκ και δενόταν με ζουρλομανδύα. Ο Boris παρέμενε δεμένος σε ένα κρεβάτι για δεκαπέντε χρόνια.

.

Ο Furlan ήταν ένας πρώην αντάρτης, ένας ευγενής και καλός άνθρωπος που είχε σύζυγο και τα παιδιά. Μπήκε στο ψυχιατρικό νοσοκομείο, με τη θέληση του. Ήθελε να θεραπεύσει το φόβο των επιθέσεων που είχε ακόμα εξαιτίας του πολέμου και τον αλκοολισμό που του υπονόμευε το σώμα και το μυαλό. Δεν φανταζόταν ότι στην πόλη των τρελών, θα ζούσε σαν φυλακισμένος, θα τον τάιζαν μ’ ένα χωνί, θα έπρεπε να υποστεί σκληρές και καταστροφικές θεραπείες που αντί να τον θεραπεύσουν, θα τον μετέτρεπαν σε ένα απαθές όν, σε ένα ζωντανό-νεκρό.

.

Ο Cicca-cicca ήταν σαν ένα μωρό παρότι κόντευε σχεδόν τα 20. Το φρενοκομείο, όπου ζούσε (υποταγμένος στον εκφοβισμό των νοσηλευτών και των άλλων πασχόντων), ήταν όλος του ο κόσμος. Κλεισμένος στον εαυτό του, έτρεμε από φόβο κι ικανοποιούσε μόνο τα βασικά του ένστικτα.

Κι υπήρχε και η Nives, η οποία δεν ήταν ασθενής, αλλά νοσοκόμα. Μια καλή γυναίκα, μητέρα και τίμια εργαζόμενη. Είχε διδαχθεί ότι οι τρελοί δεν είναι άνθρωποι, αλλά κάτι περισσότερο από ..πράγματα. Θα έπρεπε να τους πλένει, να τους ντύνει, να τους καθηλώνει και να τους τιμωρεί. Κι η Nives αυτό έκανε: τους έπλενε, τους τάιζε, τους τιμωρούσε. Αντιμετώπιζε ανθρώπινα όντα ως αντικείμενα και δεν συνειδητοποιούσε ότι το άσυλο είχε (έχει) τη δύναμη να αποκτηνώνει, όχι μόνο τους «τρελλούς», αλλά και εκείνους που θα έπρεπε να τους φροντίζουν. Κι αντί γι’ αυτό, τους υποβαθμίζει με το να τους ‘μετατρέπει’ σε δεσμοφύλακες.

.

Αυτοί, μεταξύ άλλων, ήταν οι άνδρες και οι γυναίκες που είδε μπροστά του, ο Franco Basaglia όταν έγινε διευθυντής του ασύλου, της Gorizia. Θα μπορούσε να κάνει ότι και οι προκάτοχοι του: να συνεχίζει να παίρνει το μισθό του, να γράφει τα επιστημονικά βιβλία του και να βοηθά τους νοσηλευτές να διαχειρίζονται τη ‘βρώμικη’ δουλειά του ψυχιατρικού νοσοκομείου. Αλλά δεν έγινε έτσι. Ο Basaglia και η σύζυγός του, η Franca Ongaro, μια γενναία και καλλιεργημένη γυναίκα ανώτερης τάξης, αναστατώθηκαν όταν ήρθαν σ’ επαφή με την τρομερή πραγματικότητα. Κι αποφάσισαν να την αλλάξουν.

.

Δεν ήξεραν το πως ακριβώς θα το έκαναν αυτό, επειδή το άσυλο είναι ένα από τα πιο διαρκή όργανα της καταπίεσης της ανθρώπινης ιστορίας στη Δύση. Αλλά κάτι έπρεπε να γίνει. Παρά το κόστος της αποξένωσης απ’ το πολιτικό και πολιτιστικό κατεστημένο της εποχής που είχαν ν’ αντιμετωπίσουν. Έτσι άρχισε μια εξαιρετική περιπέτεια, της οποίας ηγήθηκε ο Basaglia και η σύζυγός του, και στην οποία εντάχτηκαν κι άλλοι νέοι επαναστάτες ψυχίατροι. Σκοπός τους να «καταργήσουν» κυριολεκτικά, αυτό το σύμπαν που θύμιζε στρατόπεδο συγκέντρωσης, δηλαδή την ‘πόλη των τρελών’. Κάτι τέτοιο δεν είχε επιχειρηθεί ποτέ πριν. Ήταν μια περιπέτεια γεμάτη κινδύνους, των οποίων η έκβαση δεν ήταν καθόλου βέβαιη.

.

Υπό τη διεύθυνση του Basaglia εξαλείφθηκε κάθε είδους σωματικής καθήλωσης και αναστάλθηκαν οι θεραπείες με ηλεκτροσόκ. Οι πύλες άνοιξαν, αφήνοντας τους ασθενείς να κάνουν περιπάτους στο πάρκο, να δειπνούν στο ύπαιθρο ή να δουλεύουν αν ήθελαν. Άρχισε, πάνω απ’ όλα, να δίνεται προσοχή στις συνθήκες διαβίωσης των εγκλείστων και στις ανάγκες τους.

.

Οργανώθηκαν συναντήσεις του τμήματος και συνεδριάσεις της ολομέλειας.

Δημιουργήθηκαν ανοιχτοί χώροι για κοινωνικές συγκεντρώσεις, καταργήθηκε ο υποχρεωτικός διαχωρισμός μεταξύ ανδρών και γυναικών. Οι ρόλοι του καθένα δεν ήταν διακριτοί, δεν ξεχώριζε πια εύκολα ο πάσχων απ’ το νοσηλευτή κι η πόρτα του Basaglia, ήταν διαρκώς ανοιχτή. Τους γνώριζε όλους, καταλάβαινε τις ανάγκες τους. Σταματούσε στον κήπο κάθε λίγο, για να χαιρετήσει και να συνομιλήσει με τον ένα και τον άλλο.

.

.

Έτσι, η Margherita, ο Boris, o Cicca-cicca και πολλά άλλοι πάσχοντες ‘επανεμφανίστηκαν’ στη ζωή. Και η ιστορία, μέσα από τις ιστορίες τους, γίνεται ένα ζωντανό, ανθρώπινο και συναισθηματικό ταξίδι, στο οποίο, άνδρες και γυναίκες που προορίζονταν να τελειώσουν τη ζωή τους κλειδωμένοι, ανέκτησαν, διαμέσου επιτυχιών κι αποτυχιών, μέρα με τη μέρα, μια ζωή που αξίζει κανείς να ζει: με μια δουλειά, ένα σπίτι, μ αγάπη. Ακόμη και οι νοσηλευτές όπως η Nives, πρώην αντίπαλοι του νέου διευθυντή, απέκτησαν μια νέα συνείδηση και πλαισιώθηκαν στη διαδικασία του μετασχηματισμού του ασύλου.

.

Οι πρωταγωνιστές αυτής της επικής ιστορίας, όμως, πλήρωσαν υψηλό τίμημα: υπαρξιακά, προσωπικά, οικονομικά, οικογενειακά προβλήματα ήρθαν στην επιφάνεια. Παρουσιάζονται στη δραματοποίηση κι οι ξεχωριστές ιστορίες, των γιατρών και νοσηλευτών που είχαν αποφασίσει να ακολουθήσουν στον αγώνα τον Franco Basaglia

.

.

.

*Το πρωτότυπο ιταλικό κείμενο θα το βρείτε εδώ κι όσοι γνωρίζετε την γλώσσα, αξίζει να δείτε και τις υπόλοιπες σελίδες, όπως για παράδειγμα αυτή με το βιογραφικό του Basaglia, αλλά κι αυτή που αναφέρει τους συντελεστές.  Η ελεύθερη μετάφραση είναι δική μου. Συνέπτυξα μερικά σημεία, προσπαθώντας να μειώσω την έκταση του κειμένου, χωρίς σε καμία περίπτωση ν’ αλλοιώσω το νόημα.

.

.

.