Χρήστος Τσηριγώτης: Ο πρώτος Έλληνας ψυχίατρος

.

Χρήστος Τσηριγώτης.

Ο περισσότερος κόσμος, όταν ακούει τη λέξη ψυχιατρείο, σκέφτεται το Δαφνί, το σημερινό ΨΝΑ δηλαδή και θεωρεί πως αυτό είναι το πρώτο που ιδρύθηκε στην χώρα μας. Άλλοι πάλι έχουν την εντύπωση πως προηγήθηκε το Δρομοκαΐτειο. Αλλά το πρώτο και μάλιστα μοναδικό επί 23 συναπτά έτη ίδρυμα για ψυχικά πάσχοντες, δεν βρισκόταν στην Αθήνα.

Ήταν το Φρενοκομείο της Κέρκυρας, που ιδρύθηκε το 1838 (οι πρώτοι ασθενείς όμως, 8 τον αριθμό, κατέφτασαν εκεί ήδη από το 1836). Κι ο πρώτος Έλληνας γιατρός που αντικατέστησε τους Βρετανούς και διατέλεσε διευθυντής του, ήταν ο Χρήστος (Χριστόδουλος) Τσηριγώτης.

Για κείνον είχε γράψει το 1960 ένα βιβλίο, ένας άλλος τέως Διευθυντής του ιδρύματος, ο αείμνηστος Ανδρέας Δημ. Γκούσης. Ο τίτλος του είναι: «Χρήστος Τσιριγώτης, ο πρώτος Έλλην Ψυχίατρος» κι αυτό θα σας παρουσιάσω σήμερα εδώ.

Για να δούμε λοιπόν, πως αρχίζει η ιστορία:

«Περί του 1860, ένας έφηβος ξεκινούσε από ένα χωριό της Βορείου Κερκύρας, την Περίθεια, έχοντας ως εφόδια, κυρίως, τις ευχές των γονέων του. Πήγαινε στο φημισμένο Πανεπιστήμιον της Πίζας. Τα όνειρα του φερέλπιδος σπουδαστού Χρήστου Τσηριγώτη και οι πόθοι των γονέων του Κορνηλίας και Ιωάννου, που σκληρά εργάζονταν για να του στείλουν λίγα χρήματα, δεν άργησαν να πραγματοποιηθούν. Πλουτισμένος με πολλές γνώσεις και εφωδιασμένος με τον δραστήριον και αδάμαστον χαρακτήρα του διωρίσθηκε το 1874 Διευθυντής του Φρενοκομείου Κερκύρας, το οποίον είχεν ιδρύσει το 1938 ο τότε αρμοστής της Επτανήσου Ντούγκλας (ενν: τον Sir Edward Douglas).

Μέχρι της εποχής εκείνης, όπως γράφει σ’ ένα του βιβλίο ο Τσηριγώτης «…οι Φρενοβλαβείς εν τοις Ιονίοις Νήσοις απεστέλλοντο και εκρατούντο εν τοις δεσμωτηρίοις, αναμεμιγμένοι μετά των εξαμβλωμάτων της κοινωνίας. Εξετίθεντο ούτως εις την χλέβην των κακούργων. Ουδεμία διάκρισις εγένετο μεταξύ του φονέως και του ατυχούς φρενήρους». Η επίδρασις των νέων επιστημονικών αντιλήψεων που είχεν ενστερνισθή ο Τσηριγώτης, διακρίνονται  πλήρως από τη συνέχειαν του βιβλίου του: «…Εάν η Αρμοστεία επεδίωκε την βλετίωσιν της τύχης των φρενοβλαβών, ώφειλε να ανεγείρη ίδιον κτήριον, κατά μίμησιν των Ευρωπαϊκών, ουχί δε να μεταβάλη, οίον διά μαγικής ράβδου, εις Φρενοκομείον πεπαλαιωμένον στρατώνα του Μηχανικού. Διά του μέτρου τούτου απεχωρίσθην μόνον οι φρενοβλαβείς των καταδίκων».

Μετά την Ένωσιν της Επτανήσου με την Μητέρα Ελλάδα το ετοιμόρροπον Ίδρυμα των Φρενοβλαβών Κερκύρας, όπως αναφέρει ο Τσηριγώτης «…ανεπαρκές δε και στενάχωρον απέβη ένεκα της εν αυτώ συσσωρεύσεως απάντων των εκ της Ελλάδος φρενοβλαβών».

Αι παρατηρήσεις τας οποίας περιλαμβάνει εις τα 4 βιβλία του, εκδοθέντα το 1877, 1878, 1879 και 1880, ο πρώτος αυτός Έλλην Ψυχίατρος της Νεωτέρας Ελλάδος, εξακολουθούν να είναι και σήμερον (ενν: μέχρι το 1960 που εκδόθηκε το βιβλίο) παραδεκται»

Ο Τσηριγώτης επηρεασμένος απ’ τις ιδέες του Ιταλού Chiarugi και του Γάλλου Pinel, προσπάθησε για δέκα χρόνια να μετατρέψει το Φρενοκομείο σε πραγματικό Νοσοκομείο. Πίστευε πως «οι φέροντες έστω και λείψανα μόνον της διανοίας των δικαιούνται να τύχωσι περιποιήσεων». Για θεραπευτικούς λόγους πρότεινε λουτρά (ως τότε εφαρμοζόταν η τυπτοθεραπεία δηλαδή ο ξυλοδαρμός), απέτρεψε κάθε κακομεταχείριση των πασχόντων, εναντιώθηκε στον εγκλεισμό τους σε μοναστήρια (εδώ θα βρείτε μια ενδιαφέρουσα ιστορική αναδρομή για την αντιμετώπιση των ψυχικά πασχόντων στη χώρα μας) και προώθησε την απασχολησιοθεραπεία (εργοθεραπεία).

Επισκέφτηκε επίσης ψυχιατρεία της Ιταλίας, μαζί με τον αρχιτέκτονα Κατσαρό, προκειμένου να πάρουν ιδέες για την ανακαίνιση του Καταστήματος, αφού είχε εγκριθεί πια ένα κονδύλι γι’ αυτό το σκοπό. Έγραψε δε το 1878 στη «Στατιστική του Εν Κερκύρα Φρενοκομείου» : «Επιφυλασσόμεθα να πραγματευθώμεν το ζήτημα, εάν ο πολιτισμός πρέπει να θεωρηθή ει μη μία των αιτιών της γεννέσεως των φρενοπαθειών«. Εξαιρετικά πρωτοπόρα σκέψη, για την εποχή του οπωσδήποτε.

.

ANDREAS GOUSIS2
Ο Ανδρέας Δημ. Γκούσης στο γραφείο του στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Κερκύρας

.

Το 1887 όμως, έφυγε απ΄την Κέρκυρα και ήρθε στην Αθήνα για ν’ αναλάβει τη Διεύθυνση του νεοσύστατου τότε Δρομοκαϊτειου Θεραπευτηρίου και στο βιβλίο του Ανδρέα Γκούση αναφέρονται τα εξής σχετικά:

«Ο Χίος ευεργέτης Δρομοκαΐτης κτίζει το 1885, έξω από την Αθήνα, ένα μεγάλο θεραπευτήριον, που φέρνει ως σήμερα το όνομά του. Κατά παράκλησιν του δωρητού όσον και του Χαρ. Τρικούπη ανέλαβεν ο εκ Περιθείας της Κερκύρας Τσηριγώτης την διευθυνσιν του νέου ιδρύματος. Ήταν ο αρμοδιώτερος της εποχής. Εκτός από την αρίστην κατάρτισιν που είχε, από τις σπουδές και την ανελλιπή ενημέρωσίν του επί των εξελίξεων της Ψυχιατρικής, κατείχεν επί πλέον και την πλουσίαν εμπειρίαν που απέκτησε από το Φρενοκομείον Κερκύρας. Με τις βάσεις που αυτός έθεσε, εξελίχθησαν εις την σημερινήν των μορφήν τόσον το Ίδρυμα της Κερκύρας, όσον και εκείνο των Αθηνών. Το 1903 απεχώρησε από το Δρομοκαΐτειον».

Στη συνέχεια διατέλεσε προσωπικός γιατρός του Βασιλιά Γεωργίου του Α’ και πέθανε πλήρης ημερών στις 18 Σεπτεμβρίου του 1919, στο σπίτι του, που βρισκόταν στην οδό Αχαρών 22Α.

Λίγο πριν το τέλος, θέλω να παραθέσω κάτι που έγραψε ο ίδιος ο Τσηριγώτης, το 1878, γιατί θεωρώ πως έτσι θα μάθουμε περισσότερα πράγματα για όσα γνώριζε, για την πορεία της Ψυχιατρικής εκείνης της περιόδου, αλλά ακόμη-ακόμη και για λέξεις που μεταχειριζόμαστε χωρίς να έχουμε υπόψη πολλά για την προέλευση τους:

«Ας μοι επιτραπή φιλολογική τις μάλλον ή ψυχολογική παρέκβασις. Η λέξις φρενοκομείον είναι κατάλληλος ή όχι;

Από του παρελθόντους έτους μεταχειρίσθην την λέξιν φρενιατρείον. Αποβλέπων εις τον προορισμόν θεραπευτηρίων, εθεώρησα ταύτην ως καταλληλότερον. Η λέξις φρενοκομείον, εκ του ρήματος κομέω-ώ και του ουσιαστικού φρην αποτελουμένη, δηλοί κυρίως περιποίησιν των φρένων, αρμόζει δε μάλλον εις τα υπάρχοντα σήμερον εν τη εσπερία άσυλα, όπου αποστέλλονται οι υπό ανιάτων φρενοπαθειών πάσχοντες, αίτινες έχουσιν περιποιήσεως και περιθάλψεως.

Οι Ιταλοί μεταχειρίζονται ότε μεν την λέξιν Frenocomio, ότε δε την λέξιν Manicomio, αλλ’ η χρήσις της πρώτης είναι επικρατεστέρα και ελλόγως, διότι η δευτέρα περιέχει την έννοιαν θεραπευτηρίου υπό μανίας πασχόντων. Οι Γάλλοι μεταχειρίζονται αδιαφόρως τας λέξεις Hospice, Asile, Maison d’Aliénés λέξεις μηδόλως δηλούσας τον προορισμόν των τοιούτων Ιδρυμάτων, αίτινα σήμερον επί βάσεων επιστημονικών εγκατεστημένα, είναι πράγματι ειδικά θεραπευτήρια, αντάξια των άλλων Νοσοκομείων, ουχί δε απλαί οικοδομαί προς περιορισμόν».

Δεν μπορώ να μην σχολιάσω, πριν ολοκληρώσω, πως όσο διάβαζα τα παραπάνω, μου ήρθαν στο νου οι λίγες μέρες που πέρασα εργαζόμενη στην Κέρκυρα, στα πλαίσια της αποασυλοποίησης χρονίως πασχόντων.

Θυμήθηκα όμως και σκηνές απ’ το βιβλίο οι «Άθλιοι των Αθηνών» και τη Μαριώρα, την ηρωίδα του του Ιωάννη Κονδυλάκη που κατέληξε στο Φρενοκομείο του νησιού. Ανέφερε εκεί με τον τρόπο του ο Κονδυλάκης, πόσο δύσκολο ήταν για τους συγγενείς των ψυχικά πασχόντων να τους επισκεφτούν, καθώς ένα τέτοιο ταξίδι (ειδικά για όσους έμεναν στα νησιά του Αιγαίου, στην Κρήτη κτλ), απαιτούσε αρκετά χρήματα. Πολλοί πέθαναν λοιπόν, χωρίς να ξαναδούν ποτέ τις οικογένειες τους.

Και βέβαια θυμήθηκα τον πεζογράφο Μιχαήλ Μητσάκη που νοσηλεύτηκε για λίγο εκεί (20/12/1895 – 5/1/1895), αφού είχε προηγηθεί η δημοσιογραφική του έρευνα στον ίδιο χώρο (τραγική ειρωνία οπωσδήποτε) κι είχε γράψει το διήγημα «Εις τον οίκο των τρελλών».

Αλλά και τον σπουδαίο γλύπτη Γιαννούλη Χαλεπά, που παρέμεινε στο Φρενοκομείο της Κέρκυρας για 13 έτη, 10 μήνες και 27 ημέρες, δηλαδή από τις 19/7/1888 ως τις 06/6/1902, χωρίς να του επιτρέπεται καμία δραστηριότητα και χωρίς επισκέψεις απ’ τους οικείους του.

Εκεί κλείστηκε κι η αγαπημένη του ρομαντικού ποιητή Αχιλλέα Παράσχου, η Αμαλία, όταν ο πατέρας της την ανάγκασε να παντρευτεί άλλον, με μέριμνα του ίδιου του ποιητή που ήταν τότε Έπαρχος Θήρας και την επισκεπτόταν στο Φρενοκομείο μέχρι που πέθανε, όπως διάβασα εδώ.

Στην Κέρκυρα πέθανε επίσης, χαρακτηρισμένη ως παράφρων κι η μητέρα του Λευκάδιου Χέρν. Τόσοι άνθρωποι, τόσες ιστορίες…

Αλλά για να μην ξεφύγω κι άλλο απ’ το θέμα, να σας εξηγήσω, πως περισσότερα για τον Χρήστο Τσηριγώτη, μπορείτε να διαβάσετε όσες και όσοι ενδιαφέρεστε, εδώ. Για τον Ανδρέα Δημ. Γκούση, βρήκα μια κατατοπιστική ανάρτηση σ’ αυτό το ιστολόγιο κι αξίζει να τη μελετήσετε. Το «American Corrective Therapy Journal» (όπως μας πληροφορεί ο Γιώργος Ζούμπος) έγραψε κάποτε για κείνον σε ένα αφιέρωμα πέντε σελίδων  για το Ψυχιατρείο της Κέρκυρας, το Μάη του 1969:

«…Μεταβολές στη δραστηριότητα των ασθενών πραγματοποιήθηκαν πρόσφατα με τις καινοτομίες αυτές και στο 16ο Συνέδριο Χειρουργικής ο Δρ Γκούσης είπε: η δυστοκία αυτών των ψυχικώς ασθενών δεν μπορεί να αποκρυβεί με ημίμετρα. Πρέπει πρώτα να αλλάξει η νοοτροπία αυτών που έχουν «σώας τα φρένας» προς αυτούς που δεν τας έχουν σώας για να αλλάξουν ριζικά και οι πραγματικοί όροι ζωής των ασθενών».

Και κλείνοντας, θέλω να γράψω κάτι προσωπικό. Αυτό το δυσεύρετο βιβλίο, όπως και το άλλο του Κώστα Φιλανδριανού για το Δαφνί που παρουσιάστηκε εδώ, εδώ κι εδώ, είναι δώρα ενός ανθρώπου που εκτιμώ απεριόριστα και χωρίς εκείνον, δεν θα μπορούσα να τα μοιραστώ σήμερα όλ’ αυτά μαζί σας. Τον ευχαριστώ λοιπόν, από καρδιάς.

Καλή σας ανάγνωση.

.

.

.

.

.

«Και σεις νευρασθενικός;» – Ένα χρονογράφημα του Ιωάννη Κονδυλάκη

.

Κατά τη διάρκεια των μηνών που διάβαζα τα χρονογραφήματα του Ιωάννη Κονδυλάκη για να κάνω τις αναρτήσεις που μπορείτε να δείτε εδώ, εδώ κι  εδώ, βρήκα κι αυτό το κείμενο του. Το μοιράζομαι σήμερα μαζί σας για ν’ αρχίσει η χρονιά με μια εύθυμη νότα. Διατήρησα  για ευνόητους όρους την ορθογραφία, τη σύνταξη και τη γλώσσα του κειμένου, ως έχει. Όπως θα διαπιστώσετε κι εσείς οι παρατηρήσεις του Κονδυλάκη είναι οξείες και το χιούμορ του καυστικότατο. Καλή ανάγνωση και καλή χρονιά σε όλους σας!

.

.

.

ΟΙ ΝΕΥΡΑΣΘΕΝΙΚΟΙ

.

.

Είσθε νευρασθενικοί; -Όχι;… Περίεργον! πολύ περίεργον! Αλλ’ ησυχάσατε, αν δεν είσθε, θα γίνετε. Θα σας κάμουν οι ιατροί. Το μέλλον ανήκει εις τους νευρασθενικούς και είνε, φαίνεται, μαθηματικώς βέβαιον  ότι η γη θα καταντήση, εις μέλλον ουχί απομακρυσμένον ενδιαίτημα αποκλειστικώς νευρασθενικών. Η νευρασθένεια θα καταστή η σταθερά και γενική φυσιολογική κατάστασις των ανθρώπων, τότε δε οι ιατροί θα παύσουν να ομιλούν περί νευρασθενείας και θα διαγνώσκουν νευρασθένειαν όπου δεν θα δύνανται να διαγνώσουν τίποτε άλλο.

.

Εις έναν κύκλον προ τινών ημερών, κύκλον αποτελούμενον από Έλληνας και Ελληνίδας εξ’ όλων σχεδόν των μεγάλων κέντρων της Ανατολής, Αθηναίους, Αιγυπτίους, Σμυρναίους και Κωνσταντινοπολίτας, ευρεθήκαμεν όλοι νευρασθενικοί.

-Και σεις νευρασθενικός;

-Εγώ δα είμαι που είμαι!

-Αμ εγώ τι να λέγω;

-Και τι αισθάνεσθε;

-Όλα και τίποτε ωρισμένον.

-Εμβοάς των ώτων έχετε;

-Κάπου, κάπου.

-Μίαν γενικήν κόπωσιν;

-Ακριβώς.

-Αυπνίες έχετε;

-Τουναντίον πολυϋπνίαν.

-Δύσπνοιαν νευρικήν καμμιά φορά, όταν κάνει υγρασία;

-Μου φαίνεται.

.

Τα συμπτώματα εποίκιλλον κατ’ άτομα. Κανείς δεν ανέφερε τας αυτάς ακριβώς με τους άλλους νοσηράς ανωμαλίας. Ο ένας είχε αυπνίας και ο άλλος εκοιμάτο επί δέκα συνεχείς ώρες. Ο ένας έπασχεν ανορεξίαν και ο άλλος βουλιμίαν. Κάποιος διηγήθη ότι άμα τον κατελάμβανεν ο ύπνος, αφυπνίζετο έντρομος, με την ιδέαν ότι έπαθε ημιπληγίαν. Άλλος εδήλωσε ότι κατελαμβάνετο υπό ιλλίγου άμα εβρίσκετο εν μέσω πολυανθρωπίας και άλλος ότι καθήμενος επί του τροχιοδρόμο, εις το άκρον του θρανίου, διαρκώς κατέχεται υπό μιας παρορμήσεως να πηδήση κάτω και διαρκώς φοβείται μήπως, χωρίς να το θέλη, πηδήση. Και τόσον κατέχεται υπό της ιδέας ταύτης, ώστε καθ’ όλην την ώραν είνε αφηρημένος,  μη δυνάμενος να παρακολουθήση ομιλία, και σφίγγεται εις τον στύλον μέχρι αλγεινής συνθλίψεως και συνολκής των μυών του.

-Η θεραπεία σας είνε εύκολος, του παρετήρησα. Να κάθεσθε εις το

μέσον του θρανίου.

-Βέβαια. Αλλά έλα που με κατέχει μια άλλη μανία, να θέλω να

κατανικήσω ούτον τον φόβον, και σχεδόν πάντοτε φροντίζω να

κάθωμαι εις το άκρον του πάγγου;

-Τότε να μη κατεβαίνετε με τον τροχιόδρομον εις το Φάληρον

-Αυτό το εσκέφθηκα κι εγώ πολλάκις… αλλά…

-Αλλά;

-Αλλά μόλα ταύατα εξακολουθώ να κατεβαίνω με τον τροχιόδορμον.

Και οι γιατροί μου είπαν ότι αυτό είνε νευρασθένεια.

.

Δεν εγέλασε κανείς, διότι μεταξύ νευρασθενικών τίποτε δεν θεωρείται απίθανον, όσον και αν είνε αλλόκοτον, προκειμένου περί διαταράξεων της υγείας. Εις μόνο μου εψιθύρισε σοβαρώς:

-Αυτή δεν είνε πια νευρασθένεια, αλλά τρέλλα σωστή.

Αλλά και ουδείς εκ των οκτώ ή δέκα παρόντων νευρασθενικών ευρέθη

να αισθάνεται κάτι παρόμοιον.

.

Εις εκείνο το οποίον συνεφώνησαν οι πλείστοι ήσαν η μύγες.

-Δε μου λέτε βλέπετε σεις μύγες;

-Δυστυχώς ναι.

Περί τους εξ ωμολόγησαν ότι βλέπουν μύγες, δηλαδή κάτι μαύρα σημεία κινούμενα επιμόνως προ των οφθαλμών. Ήρχισαν μάλιστα να τας ζωγραφίζουν υπό μολυβδοκονδύλων επί της μαρμαρίνης τραπέζης. Αλλ’ εδώ διεφώνησαν, διότι άλλοι έβλεπον επιμήκη αντικείμενα, ως κεραίας, άλλοι δε στρογγυλά.Και ενώ οι περισσότεροι τα έβλεπον μόνον εις το φυσικόν φως, ένας ωμολόγησεν ότι τα έβλεπε και τη νύκτα εις το τεχνιτόν φως. Το τελευταίο τούτο ήτο αληθώς σοβαρό. Φαντασθήτε να βλέπη κανείς μυίας και εν καιρώ χειμώνα, ως να μην είνε αρκεταί αι ενοχλήσεις τας οποίας υφιστάμεθα εκ μέρως των κατά τας άλλας ώρας του έτους!

.

Αι ανωτέρω ομιλίαι έγειναν εις το Φάληρον. Όταν δε ανέβηκα εις την πλατείαν του Συντάγματος συνήντησα έναν φίλο μου, τον οποίο εθεώρουν πάντοτε ως ένα εκ των υγιεστέρων ανθρώπων. Αλλά την εσπέραν εκείνην μου εφάνη ότι η μία του παρειά ήτο πρισμένη. Μου φαίνεται σαν πρισμένο το μάγουλό σου, του είπα

-Ναι, βρε αδερφέ. Το είδες κι εσύ;

-Μήπως σου πονεί το δόντι;

-Όχι. Είνε δέκα μέρες τώρα έτσι. Επήγα σ’ ένα γιατρό και τι, νομίζεις, μου είπε; Ότι δεν έχω τίποτε, ότι δεν είμαι πρισμένος, αλλά μου φαίνεται, διότι έχω νευρασθένεια!

.

.

.

Ι. Ακτήμων (Ιωάννης Κονδυλάκης), Εφημερίδα “Εμπρός”, Εν Αθήναις,

Κυριακή 24 Αυγούστου 1903

.

.

.

.

.

.

Οι ψυχικά πάσχοντες στα χρονογραφήματα και στο λογοτεχνικό έργο του Ιωάννη Κονδυλάκη – Μέρος ΙII

.

*Το πρώτο μέρος θα το βρείτε εδώ και το δεύτερο εδώ.

.

.

Για να δούμε όμως, μερικές ακόμη αναφορές του συγγραφέα, στους ψυχικά πάσχοντες. 

Στο διήγημα του “Μαύρος γάτος”,  που συνδέθηκε με το αντίστοιχο ομώνυμό του αμερικανού συγγραφέα Edgar Allan Poe, ο Ιωάννης Κονδυλάκης σκιαγραφεί έξοχα την κλιμακούμενη επιδείνωση της ψυχικής υγείας του ήρωα του, Παύλου Δαμουλή, ο οποίος υποψιάζεται πως μ’ ένα μυστηριώδη τρόπο κάποιος φίλος και συνάδελφος του στην Τράπεζα, ο Λαμιράς, του υποβάλλει την αίσθηση της τρέλας για να τον οδηγήσει στο φρενοκομείο. Εξομολογείται στον αφηγητή τους φόβους του κι εν συνεχεία, σε πρώτο πρόσωπο, ο αφηγητής μας μεταφέρει τις εξελίξεις:

.

(…)Όταν τον επανείδα μου εκίνησεν εκ νέου τον οίκτον και την συμπάθειαν. Η μελαγχολία και η εξασθένησίς του επροχώρουν. Αυτός ο άλλοτε τόσον φιλόκαλος, είχε παραμελήσει τον εαυτόν του και τα άκοπα γένια του καθίστων εμφανεστέραν την εξασθένησιν και την κόπωσιν του προσώπου του. Από την εργασίαν του απουσίαζε συχνά, και προς ένα των συναδέλφων του, όστις τον ηρώτησε πώς ήτο, είπε:

«Δεν είμαι καλά. Ο κόσμος μου φαίνεται στενός, πνίγομαι. Θέλω να τρέχω, να τρέχω».

Και παρακάτω:

«Μα δεν μου λες τι σου ήρθε; Απεφάσισες να πεθάνεις εδώ μέσα; Γιατί είσαι κατάκλειστος; Τι θέλουν αυτά τα μπαούλα πίσω από την πόρτα; Μέρα μεσημέρι είσαι κατάκλειστος και κρεβατωμένος! Είσαι άρρωστος;»

Αντί απαντήσεως ο Παύλος έθηκε τον δάκτυλον επί των χειλέων του και εψιθύρισεν επανειλημμένως: «σουτ!».

Ο Αλκιβιάδης ήρχισε να καταλαμβάνεται υπό δέους.

«Μα δε μου λες είσαι άρρωστος;», επανέλαβε περιάγων το βλέμμα εις το δωμάτιον, όπου τα πάντα ήσαν άνω κάτω.

«Σιωπή και κάθισε».

Ο Αλκιβιάδης εκάθισε.

«Τέλος πάντων», είπε ταπεινώσας την φωνήν, «τι μυστήρια είναι αυτά; Τι σουτ και σουτ; Σε πολιορκούν εδώ μέσα;»

«Ναι».

«Ποίος;»

«Ο Μαύρος Γάτος».

Ο Αλκιβιάδης τον παρετήρησε, προσπαθών να φανεί γελαστός.

«Αστεία είν’ αυτά;», του είπε.

Διά μιας ο Παύλος ανεσηκώθη εξηγριωμένος, με μάτια φλογερά, και εφώναξε, δεικνύων την θύραν:

«Φύγε απ’ εδώ! έξω απ’ εδώ! Ήλθες να γελάσεις με την δυστυχίαν μου! φύγε αμέσως, αμέσως, αμέσως!»

Και επανέλαβεν πλέον ή δεκάκις την τελευταίαν λέξιν, και τόσον δυνατά ώστε επνίγη επιτέλους η φωνή του.

Ο Αλκιβιάδης εσηκώθη έντρομος, κατεχόμενος υπό της ιδιαιτέρας φρίκης την οποίαν προξενούν αι κραυγαί και οι παροξυσμοί των μανιακών. Εν τω μεταξύ δε, η νοικοκυρά ακούσασα τας κραυγάς του Παύλου προσέτρεξεν, ηκούσθη ο θρους των παντουφλών και των φορεμάτων της και ενεφανίσθη η κεφαλή της. Τότε αληθώς εξεμάνη ο Παύλος και η βραχνή φωνή του αντήχησεν ως υλακή μανδροσκύλου:

«Τι θέλεις εδώ εσύ, παλιογυναίκα; Ε! ε! ε!».

Και πηδήσας εκ της κλίνης ήρπασε τον εξάδελφόν του εκ του ώμου και με καταπληκτικήν δύναμιν τον ώθησεν έξω κραυγάζων:

«Έξω! όλοι έξω!»

Κατόπιν έκλεισε με ορμήν την θύραν, την εκλείδωσε, και ο Αλκιβιάδης τον ήκουσε να σύρει όπισθεν αυτής εκ νέου μπαούλα και τραπέζια”.

.

Η Εύη Βογιατζάκη σε ένα εξαιρετικό  άρθρο της στην εφημερίδα «Πατρίς» του Ηρακλείου , γράφει σχετικά:

.

«Η κριτική αναγνώρισε στο «Μαύρο γάτο» του Κονδυλάκη «τη βαριά και υποβλητική ατμόσφαιρα τύπου γκραν – γκινιόλ που συναντάμε σε ανάλογες σελίδες του Πόε», η οποία διαθέτει παρομοίως το «κλίμα της υποβολής» και την «ατμόσφαιρα της «φρίκης» ενώ εκφράζει τις «φοβίες παθολογικών τύπων» (Στεργιόπουλος 1962, 9). Έχοντας ως θέμα του «τις εξαιρέσεις της ανθρώπινης ζωής και της φύσης της», όπως χαρακτηρίζει ο Μπωντλαίρ τον προσανατολισμό της γραφής του Ε. Α. Πόε (Τοντορόφ 1982, 49), το συγκεκριμένο διήγημα του Κονδυλάκη πραγματεύεται τις φοβίες και τις μανίες καταδιώξεως του κεντρικού του ήρωα οι οποίες τον οδηγούν στην αυτοκτονία. Η ψυχοπαθολογία του κεντρικού ήρωα, οι παραισθήσεις και τα συμπτώματά του που παραπέμπουν στο χώρο του φανταστικού».

.

Στο ίδιο διήγημα, που γράφτηκε ενώ είχε ανοίξει το Δρομοκαΐτειο (δημοσιεύτηκε το 1916), ο Κονδυλάκης αναφέρει όσα γνωρίζει για τις ψυχικές διαταραχές, τις προδιαθέσεις, τις προτεινόμενες θεραπείες και περιγράφει δύο επισκέψεις σε νευρολόγο της εποχής ο οποίος χρησιμοποιεί και την ύπνωση ως θεραπευτική μέθοδο. Σε κάποιο σημείο μάλιστα κάνει λόγο για μια μανιακή που είδε στο φρενοκομείο και πιθανότατα να πρόκειται για αληθινή, δική του ανάμνηση, καθώς το αυτοβιογραφικό στοιχείο υπάρχει σχεδόν σε όλα τα έργα του:

.

Και ενώ επηγαίναμεν προς τα πλατανάκια, δεν γνωρίζω πώς εις την φαντασίαν μου ανεφάνη μία μανιακή, την οποίαν είχα ίδει προ καιρού εις το φρενοκομείον και η οποία εφώναζεν εκ του απομονωτηρίου όπου την είχαν κλεισμένην:

«Δολοφόνοι! γιατί μου φαρμακώνετε το παιδί μου;»

.

Στην αυτοκτονία όμως, εκτός απ’ τον Παύλο Δαμουλή, τον ήρωα του διηγήματος για το οποίο κάνω λόγο παραπάνω, οδηγήθηκαν κι άλλοι ήρωες του Κονδυλάκη, όπως ο Μπάρκας στο “Όταν ήμουν δάσκαλος”, εξαιτίας του αδιέξοδου έρωτα του για την Φωτεινή. Εκεί υπονοείται η ψυχική διαταραχή του μοιραίου αυτόχειρα:

«Όλα αυτά ελέχθησαν με τοιαύτην νευρικήν ταχύτητα, ώστε δεν μου έδωσε καιρόν να διαμαρτυρηθώ. Μου έδωκεν όμως καιρόν να μαντεύσω ότι ο άνθρωπος δεν ήτο εντελώς καλά εις την υγείαν του, χωρίς όμως να εννοήσω και τι ακριβώς συνέβαινε».

.

Υπάρχουν όμως και διηγήματα, στα οποία ο Κονδυλάκης προσεγγίζει την τρέλα, με το ιδιαίτερο χιούμορ του. Για παράδειγμα, στη “Μανία Καταδιώξεως”,  όπου ο νευρικός πρωταγωνιστής διατείνεται πως εξαιτίας άλλων έχει εμπλακεί σε 28 δίκες κι αυτός αποτελεί το αθώο θύμα και στο “Πράσινο δενδρί”  όπου περιγράφεται με χιουμοριστικό τρόπο ένας “κατά φαντασίαν ασθενής”.

.

Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ο Κονδυλάκης, είτε πιο ηθογραφικός και καταγγελτικός, είτε πιο σαρκαστικός, θεωρώ ότι προσέφερε με το έργο του: Έθιξε σημαντικά προβλήματα της εποχής του που σχετίζονταν με την τρέλα, έφερε σ’ επαφή τους αναγνώστες του με τις επιστημονικές προσεγγίσεις του θέματος, έδειξε τα πρόσωπα πίσω απ’ τις ταμπέλες των τρελών, προσπάθησε αν μη τι άλλο να διαμορφώσει συνειδήσεις σε μια σκοτεινή εποχή, σε μια εποχή που οι ψυχικά πάσχοντες κακοποιούνταν κατ’ εξακολούθηση, που είχαν δαιμονοποιηθεί και εξοστρακιστεί απ’ το κοινωνικό σύνολο. Πως να μην του το αναγνωρίσουμε;

.

Κι εδώ, σ’ αυτό το σημείο, μ’ αυτό τον μικρό επίλογο, ολοκληρώνεται το θέμα μας. Θέλησα μ’ αυτές τις τρεις αναρτήσεις, γράφοντας όσο πιο απλά μπορούσα και αφήνοντας στην άκρη κι αυτή τη φορά πολύπλοκες ορολογίες και βαρύγδουπες επισημάνσεις, να σας δείξω κι αυτή την πτυχή, του αναμφισβήτητα σπουδαίου έργου του. Αξίζει όμως να διαβάσετε κι εσείς τα κείμενα του και θα καταλάβετε περισσότερα για τον Ιωάννη Κονδυλάκη. Προσωπικά, συνεχίζω να μελετώ δικά του χρονογραφήματα και δεν αποκλείεται στο μέλλον να επανέλθω στα γραπτά του.

.

Καλή σας ανάγνωση.

.

.

.

.

.

Οι ψυχικά πάσχοντες στα χρονογραφήματα και στο λογοτεχνικό έργο του Ι. Κονδυλάκη – Μέρος ΙΙ

.

*Συνέχεια από εδώ.

.

Οι αναφορές του Κονδυλάκη στους ψυχικά πάσχοντες, συνεχίζονται και στους “Άθλιους των Αθηνών”.

Το ηθογραφικό αυτό μυθιστόρημα, δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά σε συνέχειες (από την 1η Ιουνίου ως τις 5 Νοεμβρίου 1894), στην εφημερίδα «Εστία».

Ο συγγραφέας δεν το υπέγραφε με το αληθινό του όνομα, αλλά με το ψευδώνυμο Βαρδής Γύπαρης και διαφημίστηκε ως το «το πρώτον εικονογραφημένον ελληνικόν μυθιστόρημα». 

Το έργο,  θα μπορούσε να χαρακτηριστεί νατουραλιστικό. Είναι σαφές από τον τίτλο, πως ο Κονδυλάκης είχε επηρεαστεί από τους «Αθλίους» του Victor Hugo, αλλά και από τους υπόλοιπους εκπροσώπους του γαλλικού νατουραλισμού.

Σ’ αυτό το μυθιστόρημα λοιπόν (που μπορείτε να διαβάσετε εδώ),  η Μαριώρα Λορέντζου, η κεντρική ηρωίδα του (μια δεκαεξάχρονη δηλαδή κοπέλα από την Τήνο, η οποία έρχεται στην Αθήνα για να εργαστεί και με αυτό τον τρόπο να εξοικονομήσει τα απαραίτητα χρήματα για την προίκα της), καταλήγει στο Φρενοκομείο της Κέρκυρας, όταν ο Αριστοτέλης ή Λαχταράκης, με τον οποίο εν αγνοία της συζούσε χωρίς να έχουν αληθινά παντρευτεί, βάζει κάποιον να κλέψει την κόρη τους.

Οι ιατροί διέγνωσαν μελαγχολίαν εκ μεγάλης μητρικής λύπης και άλλων ηθικών διαταραχών, αλλά χωρίς οργανικάς αλλοιώσεις, και ήλπισαν ότι θα θεραπεύετο”.

Πράγματι έτσι γίνεται στο τέλος, αφού η Μαριώρα καταφέρνει να επιστρέψει στην γενέτειρα της Τήνο, μετά από πολλά χρόνια (διότι το μέχρι Κερκύρας ταξίδιον απήτει σημαντικά έξοδα κι αυτοί ήσαν φτωχοί άνθρωποι), χάρη στο ενδιαφέρον του αδερφού της. Εκεί συνάντησε κι αναγνώρισε την κόρη της και απέκτησε πλήρη την ψυχικήν υγείαν.

Ο Κονδυλάκης αναφέρει ότι οι συντοπίτες της απέδωσαν την θεραπεία της στην θεϊκή παρέμβαση, μιας και επίστευον άλλωστε ότι κατά τοιούτων νοσημάτων ουδέν δύναται η ανθρώπινη επιστήμη. Η μόνη δυνάμενη να της αποδώσει το λογικότης ήτο η εξ ύψους βοήθεια.

Ο έτερος πρωταγωνιστής της ίδιας ιστορίας, Αριστοτέλης ή Λαχταράκης, όταν παράφρονας πλέον τριγυρνά στα Χαυτεία (διασταύρωση Αιόλου και Σταδίου) , τυγχάνει σκληρότατης αντιμετώπισης και χλευασμού:

(…) Του κατάφερον βροντερούς κολάφους επί του πίλου..(..) Ο αμαξηλάτης τον ώθησε και εκυλίσθη εις τον βόρβορον της οδού. Ενώ δε προσεπάθη να ανεγερθή, εις υπηρέτης καφενείου σπεύσας εκκένωσεν επ’ αυτού ολόκληρον τενεκέ νερού. Τότε πλέον εξεκαρδίσθησαν γελώντες όλοι οι θεαταί, πλην του Χαρίλαου, όστις πλησιάσας ένα των κλητήρων του είπε μετ’ αγανακτήσεως:

-Βρε αδερφέ δεν γλυτώνετε αυτόν τον δυστυχή άνθρωπον απ’ τους κανιβάλλους;.”

Ο κλητήρ εστράφη και τον παρετήρησε μετ’ εκπλήξεως. Και αν δεν τον έβλεπε καλοφορεμένον, ίσως δεν θα αρκείτο εις την απάντησιν την οποία του απεύθυνε.

-Και τι με μέλλει ‘μένα; Μήπως μ’ ‘έβαλαν να φυλλάω τους μουρλούς; Αυτός τα θέλει και τα παθαίνει. Πρέπει να του βάλουμ’ ένα κλητήρα από κοντά να τον φυλάη!

Ενώ προσεπάθει να εγερθή, βλασθημών, ο υιός του Βουνέκα, του έριψαν φούκτα αλεύρου, όπως δε ήτο κάθιγρος, μετεμορφώθη εις πουδραρισμένον παλιάτσον”.

Κι εντέλει ο κλητήρας που αναφέρεται παραπάνω συνέλαβε τον Αριστοτέλη και ξυλοφορτώνοντας τον όπως συνηθιζόταν, τον πήγε ..στη φυλακή, για να βρει ο κόσμος την ησυχία του. Το τέλος του ήρωα αυτού, όπως ίσως υποθέτετε, ήταν ανάλογο του βίου του.

Αυτός εκοιμάτο εις μίαν τρύπαν εις την βάσιν της Ακροπόλεως πλησίον του σπηλαίου του Ασκληπιού. Αλλά εκείνοι που διασκέδαζον με την αθλιότητα του εις τους δρόμους δεν τον άφιναν ήσυχον και εις αυτήν την τρύπαν και επήγαιναν επίτηδες αστείοι των καφενείων διά να του ταράξουν τον ύπνον και να γελούν με την μανίαν, η οποία τον κατελάμβανε. Μίαν φοράν παραδείγματον χάριν επήγαν την νύκτα και τον εκούρεψαν διά της βίας. Άλλην φορά τον εκύλισαν κάτω από τον κρημνόν και τον αφήκαν ημιθανή, μέσα στα μάρμαρα, άλλοτε του ήρπαζαν τα ενδύματα του και τον ηνάγκαζαν να κατεβαίνη ημίγυμνος εις την πόλιν, και τέλος πάντων ούτε την ημέρα ούτε την νύκτα τον άφηναν ήσυχον και κανείς δεν τον επροστάτευεν. Εξ εναντίας οσάκις τον εβασάνιζον και αναστάτωνε τον κόσμο με τις φωνές και τα πετροβολήματα, αυτόν συνελάμβανε η αστυνομία και τον έκλειεν εις το κρατητήριον.

-Και εγώ είδα μία τοιαύτην σκηνήν. Η αστυνομία, φαίνεται, θεωρεί τους τρελλούς ως όντα προορισμένα διά να ξεθυμαίνη επάνω των η αγριότης των μη τρελλών και τοις απαγορεύει την άμυναν, η οποία δεν απαγορεύεται και εις αυτούς τους ταύρους των ταυρομαχιών.

(…) Οι σκύλοι ζουν πολύ ησυχώτερα από τους δυστυχείς ανθρώπους τους οποίους η παραφροσύνη παραδίδει εις την διάκρισην των άλλων ανθρώπων.

Αλλά ας είναι.. ο δυστυχής Λαχταράκης λοιπόν ευρέθη χτες τα μεσάνυχτα νεκρός έξω από την τρύπαν εις την οποία εκοιμάτο. Είχε κοιμηθή φαίνεται, μεθυσμένος, όπως συνήθως. Ενώ δε εκοιμάτο, επήγαν οι αγριάνθρωποι κι έβαλαν φωτιά εις τας εφημερίδας, οι οποίαι του εχρησίμευον ως στρωμνή. Από τας εφημερίδας η φωτιά μετεδόθη εις τα κουρελιασμένα φορέματά του. Και ο δυστυχής Λαχταράκης εξύπνησε εν μέσω φλογών. Και τα κραυγάς του ήκουσεν ο φύλαξ, ο οποίος κοιμάται εις ένα παράπηγμα, ολίγον παρακάτω. Αλλ’ εως ότου πάη, ο Λαχταράκης είχε ψήθη κυριολεκτικώς” (σελ. 237).

Όσα περιγράφει γλαφυρά ο Ιωάννης Κονδυλάκης στα αποσπάσματα που διαβάσατε, συνέβαιναν καθημερινά τότε στους δρόμους της πρωτεύουσας. Οι ψυχικά πάσχοντες ήταν μόνιμα θύματα βίας, υφίσταντο λογής λογής εξευτελισμούς απ’ όσους ‘διασκέδαζαν’ εις βάρος τους, κατέληγαν συχνά στα υπόγεια κρατητήρια και σε κάποιες περιπτώσεις οδηγούνταν στην αυτοκτονία μην αντέχοντας άλλο τα καθημερινά μαρτύρια.

Στο χρονογράφημα του «Μια τρελλή», που δημοσιεύτηκε στις 26 Φεβρουαρίου του 1901  στην εφημερίδα «Εμπρός», γράφει για τα συνεχιζόμενα μαρτύρια των ψυχικά πασχόντων και για τη συμμετοχή των αστυνομικών στη διαπόμπευση τους:

Το κακόν όμως είνε ότι (..) δεν αισθάνονται όλοι οίκτον και συμπάθειαν προς τους ανθρώπους τούτους. Τινές εξ’ ημών εβρίσκουν εξαιρετικήν τέρψιν να τους βασανίζουν, να τους αποτρελλαίνουν, να εξάπτουν το ήρεμον παραλήρημά των εις μανίαν. Και κατά της ανάνδρου ταύτης θηριωδίας ουδείς τους προστατεύει. Οι αστυφύλακες γελούν και αυτοί, όταν βλέπουν την χυδαίαν αγριότητα να παίζη τους παράφρονας, οίτινες ρίπτονται εις τας οδούς, ως ερρίπτονται εν Ρώμη οι κατάδικοι και οι δούλοι εις το θηριοτροφείον, διά να διασκεδάση το πλήθος. Είνε ως έξω του νόμου, ως επικηρυγμένοι, οι άθλιοι ούτοι, καθ’ ών πας τις δύναται να κακουργήση.

Στις 27 Ιανουαρίου 1910, στο χρονογράφημα του “Ζητήματα Τρελλών”, αναμοχλεύει εκ νέου το θέμα και πηγαίνοντας ένα βήμα πιο πέρα, δεν υπαινίσσεται πλέον αλλά προτείνει καθαρά να υπάρξει μέριμνα εκ μέρους της Πολιτείας:

Όχι ολίγοι παράφρονες περιφέρονται ελεύθεροι. Μεταξύ δε τούτων θα είνε βεβαίως και επικίνδυνοι. Αλλά και όσοι δεν είνε επικίνδυνοι δύνανται να γίνουν ένεκα της βαρβαρότητος μεθ’ ης τους μεταχειρίζονται οι υγιείς, χωρίς κανείς να τους προστατεύη. Αν ελαμβάνετο δημοσία μέριμνα περί των δυστυχών τούτων, όχι μόνον θα εξέλιπεν εις κίνδυνος, αλλά και θα έπαυον τα φρικτά θεάματα των βασανιζομένων προς διασκέδασιν τρελλών, τα οποία δίδουν την χείριστην ιδέαν περί των ηθών και του ανθρωπισμού μας.

Πολλοί ακόμα πεζογράφοι της εποχής έχουν καταγράψει ανάλογες ζοφερές σκηνές χλεύης και βασανιστηρίων. Κι όσοι ενδιαφέρεστε περισσότερο για το θέμα, αξίζει να διαβάσετε αυτή τη σχετική εργασία.


Σε μένα πάντως οι παραπάνω περιγραφές έφεραν στο μυαλό αυτούς τους στίχους:

.

Τα παιδιά κάτω στον κάμπο
κυνηγούν έναν τρελό
τον επνίγουν με τα χέρια
και τον καίνε στον γιαλό”.

Μουσική-Στίχοι: Μάνος Χατζιδάκις

.

.

(συνεχίζεται εδώ)

.

.

.

Οι ψυχικά πάσχοντες στα χρονογραφήματα και στο λογοτεχνικό έργο του Ιωάννη Κονδυλάκη – Μέρος Ι

.

Ιωάννης Κονδυλάκης

.

Δύσκολο εγχείρημα να διαβάσει κάποιος τα “Άπαντα” του Ιωάννη Κονδυλάκη. Όχι μόνο επειδή στην ουσία το σύνολο του έργου του δεν έχει ακόμα εκδοθεί (παρά τις αξιόλογες προσπάθειες που έγιναν) , αλλά κι επειδή ο όγκος των γραπτών του είναι εξαιρετικά μεγάλος. Και δεν αναφέρομαι μόνο στα διηγήματα, στις νουβέλες, στα μυθιστορήματα, στα ιστορικά βιβλία που έγραψε και στις μεταφράσεις του, αλλά και στα περίπου 6.180 χρονογραφήματα που δημοσιεύτηκαν στην 30χρονη καριέρα του (όπως αναφέρει στη διδακτορική του διατριβή “Ο Κονδυλάκης και το χρονογράφημα” (2001), ο Ευστράτιος Μαϊστρέλλης). Κι αυτά τα χρονογραφήματα βρίσκονται διασκορπισμένα σε διάφορες παλιές εφημερίδες και περιοδικά. Πολλά εξ’ αυτών έχουν ψηφιοποιηθεί κι ορισμένα έχουν χαθεί ή καταστραφεί.

Για περίπου τρεις μήνες όμως, διάβασα αρκετά δικά του κείμενα, καθώς ενώ είναι γνωστό πως τα γραπτά του χαρακτηρίζονται απ’ το ψυχολογικό βάθος (όσο κι απ’ τη λιτότητα των εκφραστικών του μέσων, το χιούμορ, το διδακτισμό κ.α.), δεν φαίνεται ωστόσο να έχει μελετηθεί εκτενώς ως τώρα (αν εξαιρέσουμε σποραδικές αναφορές στους «Άθλιους των Αθηνών»), αυτή τους η πτυχή. Παρά την επίμονη αναζήτηση μου, δεν βρήκα σχετικές εργασίες. Το συγκεκριμένο γεγονός, μου έδωσε την αφορμή ν’ ασχοληθώ περαιτέρω με το θέμα.

Ο Κονδυλάκης είναι σαφές πως είχε διαβάσει επιστημονικά άρθρα (ίσως και βιβλία), σχετικά με τις λειτουργίες του εγκεφάλου.

Γίνεται λόγος επιπρόσθετα για τη συμμετοχή του στις πνευματιστικές συγκεντρώσεις που λάμβαναν χώρα στον σπίτι του ποιητή Γ. Σουρή (ο οποίος είχε μυηθεί στην ύπνωση και τον πνευματισμό απ’ τον Α. Ραγκαβή), στο βιβλίο «Μεταψυχική» (1956-58) του καθηγητή του Ποινικού Δικαίου Π. Γιωτόπουλου. 

Ο ίδιος ο Κονδυλάκης επίσης αναφέρει σε χρονογράφημα του πως επισκέφτηκε κάποιο φρενοκομείο των Αθηνών, είχε διατυπώσει τις απόψεις του για τις ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές που υπήρχαν τότε στην πρωτεύουσα, γνώριζε τις προτεινόμενες θεραπείες και είναι αυταπόδεικτο πως χρησιμοποιούσε μ’ ευχέρεια την ψυχιατρική ορολογία της εποχής του.

Πολλά απ’  τα χρονογραφήματα του, φέρουν τίτλο που σχετίζεται με τις λέξεις “ψυχολογία”  («Ψυχολογία δημίου», «Ψυχολογία της μεταβολής», «Ψυχολογία του πανικού» κ.α.), “φοβία” («Ανθρωποφοβία», «Ο μικροβιόφοβος») “μανία” («Μανία καταδιώξεως», «Έλλην κλεπτομανής», «τρέλλα» («Ζητήματα τρελλών», «Ο τρελλός», «Μια τρελλή»), «παραφροσύνη» («Ήρως παράφρων», «Η παραφροσύνη εις τον γάμον») κ.ο.κ.

Έχουν αναμφίβολα και ιστορική αξία, καθώς κατέγραφε την πραγματικότητα της εποχής του και είναι ενδιαφέρον το ότι εξέφραζε προοδευτικότατες απόψεις για πολλά θέματα που σχετίζονται με την ψυχική υγεία και τους ψυχικά πάσχοντες. Η ματιά του ήταν διεισδυτική και οι επιφυλάξεις του διατυπώνονταν ευθαρσώς, όπως θα παρατηρήσετε στα αποσπάσματα που επέλεξα να σας παρουσιάσω. Σχολίαζε, έκρινε, κατακεραύνωνε, πρότεινε, ανάλογα με όσα έπεφταν κατά καιρούς στην αντίληψη του.

Φιλολογική ανάλυση βέβαια, δεν θα γίνει. Υπάρχουν ειδικοί για να την κάνουν. Κρίνω σκόπιμο όμως να σας πω, ότι τα περισσότερα λογοτεχνικά του έργα μπορείτε να τα βρείτε για παράδειγμα εδώ και προσωπικά επέλεξα εκτός από αυτά, να διαβάσω και πολλά χρονογραφήματα του, κυρίως απ’ την εποχή που εργαζόταν στην εφημερίδα “Εμπρός» (1896-1918).

Χρησιμοποιούσε τότε το ψευδώνυμο “Διαβάτης” και “Ιωάννης Ακτήμων”, επιβεβαιωμένα. Και δεν ήταν τα μόνα. ‘Ετσι, μην απορήσετε, αν δεν δείτε το γνωστό όνοματεπώνυμο του, ως υπογραφή. Συνεργαζόταν όμως και με πολλά άλλα έντυπα, τόσο στην Αθήνα, όσο και στον τόπο καταγωγής του την Κρήτη. Αναγκαστικά λοιπόν, η ανάρτηση αυτή όπως καταλαβαίνετε, θα έχει και συνέχειες και είμαι βέβαιη πως θα χρειαστεί στο μέλλον να επανέλθω και να την συμπληρώσω.

Συγχωρήστε μου τον μικρό αυτό πρόλογο, αλλά θεωρώ χρήσιμο να γνωρίζουμε περισσότερα πράγματα για τον άνθρωπο, τον λογοτέχνη, τον δημοσιογράφο, τον μεταφραστή του Λουκιανού. Για κείνον, που το χρονογράφημα του χαρακτηρίστηκε απ’ τον Παύλο Νιρβάνα ως “μάθημα πολιτισμού, αρετής κι ευθυκρισίας” και για τον οποίο μόνο θετικά σχόλια είχαν να κάνουν οι: Κωστής Παλαμάς, Γρηγόριος Ξενόπουλος, Σπύρος Μελάς, Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος κ.α. 

Έτσι θα σας προτείνω να πληροφορηθείτε για τη ζωή του κάνοντας κλικ εδώ, να δείτε αν θέλετε σπάνιες φωτογραφίες του εδώ και να διαβάσετε φυσικά δικά του χρονογραφήματα εδώ. Είχαν μεγάλη απήχηση στο κοινό και οι ερευνητές συμφωνούν ότι αποτέλεσαν έναν απ’ τους λόγους, που η εφημερίδα «Εμπρός» πουλούσε τόσα πολλά φύλλα και ήταν πρώτη σε κυκλοφορία.

Για ν’ αρχίσουμε όμως σιγά-σιγά να μπαίνουμε στο θέμα μας.. Τι πίστευε λοιπόν ο Κονδυλάκης για την λογική και την τρέλα; Ας δούμε τι σχολίαζε ο ίδιος με αφορμή τις φήμες για το «αν έχει σώας τας φρένας» ή όχι, ο τότε διαδόχος του Σερβικού θρόνου, Γεώργιος:

«Επειδή τα όρια της διανοητικής ισορροπίας και ανισορροπίας είναι πολλάκις δυσδιάκριτα, η διάδοσις θα ευρίσκη πάντοτε υποδοχήν και μεταξύ ακόμη εκείνων οίτινες βλέπουν εκ του πλησίον τον Διάδοχον. Δεν υπάρχει συκοφαντία ήτοις να κολλά τόσο εύκολα όσον η διάδοσις περί ενός ανθρώπου ότι είνε τρελλός. Και αν φαίνεται σωφρονέστατος, θα μένη πάντοτε η υπόνοια ότι έχει περιόδους παραφροσύνης ή ότι παραφρονήσας συνήλθε και είνε ενδεχόμενον να παραφρονήση εκ νέου. (…) Εξ’ αυτής της συκοφαντίας αληθώς πάντοτε κάτι μένη. Κι αυτό το κάτι θα παρακολουθή τον Σέρβον πρίγκηπα μέχρι του τάφου, ίσως δε και πέρα του τάφου» Ο τρελλός», 12/11/1906, εφημερίδα «Εμπρός»).

Αντιλαμβανόταν λοιπόν πλήρως το στίγμα που δημιουργούν οι ψυχικές διαταραχές και αντιτασσόταν με το γνωστό του χιουμοριστικό τρόπο και τη λεπτή ειρωνία που διέκρινε τα κείμενα του (όπως και του Λουκιανού), στη θεοκρατική αιτιολόγηση της τρέλας.

Πάσαι αι εγκεφαλικαί νόσοι αποδίδονται εις ενεργείας του διαβόλου και οι φρενοβλαβείς, ιδίως δε οι μονολογούντες, θεωρούνται ως βλέποντες τους δαίμονας και συνδιαλεγόμενοι μετ’ αυτών. Περί τούτον δε λέγουσι, ότι ‘έχουν παρμένον τον νου τον τα κακά πράματα’. (…) Αφίνομεν τα εκ της Γραφής παραληφθέντα περί της ενοικήσεως εν τω ανθρώπω διαμόνων, δι’ ων εξηγούσι τας παρακρούσεις, τας κραυγάς και τας αγωνίας των επιληπτικών, των υστερικών κ.λ. ”. ( “Ο Δαίμων κατά τους Κρήτας”, 1884, εφημερίδα «Εστία»)

Εκφράζει δε εντέχνως τη δυσπιστία του για τον εξορκισμό των ψυχικά πασχόντων (που αποτέλεσε προσφιλή μέθοδος θεραπείας τα χρόνια εκείνα) στην “Πρώτη αγάπη” (1919), περιγράφοντας γλαφυρά μια ανάλογη τελετή που είδε ο ήρωας του στο χωριό του Αγίου Θωμά, στο μοναστήρι της Καλυβιανής:

Μια μέρα ξεκουραστήκαμε κι ύστερα πήγαμε στην Καλυβιανή. Δυστυχώς δεν ήτο, φαίνεται, κατάλληλη εποχή για θαύματα. Οι προσκυνητές και άρρωστοι ήσαν λίγοι. Κι ήκουσα πολλές ιστορίες θαυμάτων, αλλά θαύμα δεν είδα. Από τους άρρωστους ήτον ένας νέος τρελλός ή δαιμονιζόμενος, ως τον έλεγαν οι παππάδες. Στην λειτουργία τον ξάπλωναν μπρος στην ωραία πύλη κι όταν έβγαζαν τάγια, ο παππάς τον πατούσε. Ο τρελλός φώναζε κι ο παππάς έλεγε στο δαίμονα, πούτον ως υπόθεταν, μέσα στον άρρωστο: -“Έβγα, θεοκατάρατε, από τον άνθρωπο, να πας στα τάρταρα του Άδου, το κατοικηριό σου!”Ο άρρωστος αποκρινόταν, αντί του δαίμονα: -”Από που να βγω;” -”Από τανύχι του μικιού του δακτυλιού, να μην του κάμης κακό”.

Τότε ο άρρωστος γελούσε αληθινό σατανικό γέλιο κι έλεγε:

-Κιαμέ δε θα βγω; Α δε βαριέσαι, ανήμενε”.

Κεγώ που πίστευα πως ο ίδιος ο δαίμονας μιλούσε, αισθανόμουν στο σώμα μου ανατριχίλλες. Αυτός ο διάλογος φαίνεται πως είχε πολλάκις επαναληφθή κι ο δαίμονας αντί νάβγη, κορόιδευε. Ήτο από τα πειο πονηρά πνεύματα, ως έλεγαν οι παππάδες. Κι αφού με το καλό δεν υπάκουε, πολεμούσαν να τον αναγκάσουν με το ξύλο. Έδερναν τον κακομοίρη τον τρελλό, κεπίστευαν πως έδερναν τον διάβολο.

Εγώ πίστευα όσα ήκουα, αλλά συνάμα μου ερχότανε η απορία, τι ευχαρίστηση είχεν ο δαίμονας και με τόση επιμονή ήθελε να κατοικά στην κοιλιά ενός ανθρώπου, σένα μέρος τόσο στενάχωρο κι επι τέλους όχι τόσο καθαρό. Αν τουλάχιστο ο άρρωστος ήτο κάνα ώμορφο κορίτσι, θα τώνιωθα. Δεν έφτανα όμως σε κανένα συμπέρασμα απιστίας. Μόνο ανόητη μου φαινόταν του διαβόλου η διαγωγή. Αλλά αν δεν ήτον ανόητος, πως διαρκώς θ’ ανακατευότανε σε ξένες δουλειές;”

.

(συνεχίζεται εδώ).

.

*Η πρωτότυπη φωτογραφία του Ιωάννη Κονδυλάκη δημοσιεύτηκε εδώ, σε σχετικό αφιέρωμα της εφημερίδας «Πατρίς».

.

.

.

.