Όταν ο Φρόιντ ήρθε στην Ελλάδα…

.

.
Freud

.

Όταν ο Φρόιντ ήρθε στην Ελλάδα, ήταν φθινόπωρο του 1904.  Συγκεκριμένα έφτασε στην χώρα μας στις 3 του Σεπτέμβρη, με δρομολόγιο της εταιρίεας Lloyd, συνοδευόμενος από τον μικρό του αδερφό Alexander (ο οποίος ονομάστηκε έτσι μετά από επιμονή του ίδιου του Φρόιντ, που έτρεφε μεγάλο θαυμασμό για τον Αλέξανδρο τον Μακεδόνα). Οι δυο τους ήταν προηγουμένως διακοπές στην Ιταλία και σκόπευαν έτσι κι αλλιώς να έρθουν στην χώρα μας, με την διαφορά ότι ο πρώτος τους σταθμός, σχεδίαζαν να είναι η Κέρκυρα. Άλλαξαν όμως τα σχέδια τους, όταν κάποιος φίλος του Αλέξανδρου, τους υπέδειξε ως καταλληλότερο προορισμό την Αθήνα, λόγω του καύσωνα που είχε η Κέρκυρα τότε, αλλά και των πολύ βολικών δρομολογών της εταιρείας που προαναφέραμε.

Έφτασαν λοιπόν στην Αθήνα, κατέλυσαν στο δωμάτιο 31 του ξενοδοχείου «Αθηνά», και καθώς ο Βιεννέζος ψυχαναλυτής πρόσεχε πολύ τους αριθμούς εξαιτίας της πεποίθησης του ότι θα πέθαινε μεταξύ 61 και 62 ετών (το είχε αναφέρει σε επιστολή του στον Γιουνγκ, στις 16 Απριλίου 1909), δυσαρεστήθηκε με το γεγονός γιατί σκέφτηκε ότι το νούμερο  αυτό ήταν το μισό του 62. Έγραψε τότε ότι ήταν «πραγματικά παράξενο» το πόσο συχνά οι αριθμοί 61 ή 60 εμφανίζονταν ξαφνικά σε συνδυασμό με το 1 ή το 2, όπως διάβασα στο βιβλίο του Anthony Storr (Freud: A very short introduction, Oxford University Press, 1989). Για να δούμε όμως μαζί τι έγινε στη συνέχεια…

Αφού ο Φρόιντ έβαλε το καλύτερο του πουκάμισο, επισκέφτηκαν το Θησείο, ήπιαν καφέ κι ανέβηκαν στην Ακρόπολη. Έμειναν εκεί για 2 ώρες και την επόμενη μέρα ξαναπήγαν και ξόδεψαν όλο σχεδόν τον χρόνο τους εκεί. Η βροχή τους έκανε να καταφύγουν στο υπόστεγο του Μουσείου, το οποίο όμως ήταν κλειστό κι έτσι έμειναν να θαυμάζουν την θέα της πόλης από ψηλά.

Για τον Φρόιντ αυτές οι ώρες στην Ακρόπολη, ήταν εξαιρετικά σημαντικές και τις θυμόταν ως το θάνατό του, επειδή έπαθε κάτι εκεί που ο ίδιος ονόμασε «σύγχυση της μνήμης» και το περιέγραψε εκτενώς σε γράμμα που έστειλε στον φίλο του Romain Rolllan. Ήταν σαν να μην πίστευε ότι το μνημείο αυτό, για το οποίο τόσα είχε μάθει και διαβάσει, υπήρχε όντως. .

Εκείνο ακριβώς το γράμμα, ήταν η αφορμή γι’ αυτή την ανάρτηση. Βρήκα το περιεχόμενο του στο βιβλίο «Freud, Proust and Lacan: theory as fiction» που μπορείτε κι εσείς να διαβάσετε και σκέφτηκα να ψάξω λίγο περισσότερο το θέμα, μιας και είναι δηλωμένο το ενδιαφέρον μου για την Ιστορία και κατ’ επέκταση και για την Ιστορία της Ψυχολογίας. Υπάρχουν πολλά επιμέρους ζητήματα λοιπόν, για όποιον θέλει να μελετήσει περισσότερο τα παραλειπόμενα αυτού του ταξιδιού.

Μια εκτενέστατη μελέτη γι’ αυτό το ταξίδι κατάφερα να βρω και στα ελληνικά και σας προτείνω να την διαβάσετε κάνοντας κλικ εδώ. Tην υπογράφει η Δρ. Irene Lang-Γρυπάρη. Κάποιες λεπτομέρειες αναφέρονται επίσης και στη βιογραφία του Φρόιντ, που έγραψαν ο Rene Major και η Chantal Talagrand και κυκλοφόρησε πρόσφατα απ’ την εφημερίδα «Το Βήμα» και τις εκδόσεις «Κασταλία». Οι δεσμοί του άλλωστε με την Ελλάδα ήταν πάντα ισχυροί. Αρκεί να πούμε πως έγραφε στα αρχαία ελληνικά το ημερολόγιο του όταν ήταν μικρός και βέβαια όλοι ξέρουμε πως οι θεωρίες του βρίθουν ελληνικών όρων και χρησιμοποίησε γνωστούς μας μύθους.Να μάλιστα τι έγραφε στην επιστολή με αριθμό 142, στις 15 Οκτωβρίου 1897: 

«Βρίσκω και σε μένα το ερωτικό αίσθημα για τη μητέρα και τη ζήλια προς τον πατέρα και τώρα τα θεωρώ ένα γενικό φαινόμενο της παιδικής ηλικίας. Αν είναι έτσι, μπορεί να καταλάβει κανείς τη δύναμη που έχει ο Οιδίππους Τύραννος, παρ’ όλες τις αντιρρήσεις που εγείρει η λογική εναντίον αυτού που έχει προεξοφλήσει το πεπρωμένο. Ο ελληνικός μύθος καταπιάνεται με έναν εξαναγκασμό που ο καθένας αναγνωρίζει γιατί έχει αισθανθεί την ύπαρξή του στον εαυτό του. Κάθε ακροατής υπήρξε κάποτε, σε λανθάνουσα κατάσταση και στη φαντασία του, αυτός ο Οιδίποδας«. Κάθε ακροατής ίσως, κάθε ακροάτρια πάντως όχι, εδώ που τα λέμε. Ας είναι όμως.

Ένα απ’ τα πιo αγαπημένα του βιβλία επίσης, ήταν «Οι Διανοητές της Ελλάδας» του John Stuart Mill και είναι ευρέως γνωστό ότι διατηρούσε επί πολλά χρόνια φιλική σχέση με την ψυχαναλύτρια  Μαρία Βοναπάρτη, κόρη του Ρολάνδου Βοναπάρτη, ανιψιού του Ναπολέοντα, που τότε ήταν πριγκίπισσα της Ελλάδας, η οποία και τον βοήθησε να διαφύγει στην Αγγλία το 1938. Σε κείνην λοιπόν είπε, πως οι κολώνες της Ακρόπολης με το κεχριμπαρένιο τους χρώμα, ήταν το ωραιότερο πράγμα που είχε δει στην ζωή του.

Φωτογραφίες από αυτό το ταξίδι, δεν σώζονται. Σώζονται όμως επιστολικά δελτάρια που ο Φρόιντ έστειλε στην γυναίκα του, την Μάρθα και θα δείτε κάποια απ’ αυτά στους παραπάνω επισυναπτόμενους συνδέσμους. Έτσι, γνωρίζουμε πως μετά την Αθήνα, τα δύο αδέρφια πήγαν με το τρένο στην Κόρινθο, την πόλη της παιδικής ηλικίας του Οιδίποδα, κι ακολούθως επισκέφτηκαν την Πάτρα, απ’ όπου κι αναχώρησαν στις 10 το βράδυ, της 6ης Σεπτεμβρίου, με προορισμό την Τεργέστη.

Περισσότερα πράγματα για την ζωή του Φρόιντ, μπορείτε να δείτε και να διαβάσετε στο μουσείο που είναι αφιερωμένο σε κείνον και θα το βρείτε εδώ, στην ψηφιοποιημένη συλλογή που τον αφορά και περιλαμβάνει πλήθος εγγράφων και φωτογραφιών, αλλά σας προτείνω τέλος, να μελετήσετε και όλα τα κείμενα που «κρύβονται» στα link, ώστε να έχετε πιο ολοκληρωμένη άποψη. 

Καλή σας ανάγνωση.

.

.

.

Advertisements