Διαβάζοντας το fanzin της «Λοκομοτίβα»: Απ’ τη Locotrip, Τεύχος Τρίτο

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Πολύ ενδιαφέροντα πλάσματα είναι αυτά τα φλεγόμενα παιδιά που συχνάζουν στη «Λοκομοτίβα», σκεφτόμουν όσο διάβαζα το τρίτο τεύχος του fanzin και ταξίδευα στις λέξεις τους, όσο έβλεπα τα σχέδιά τους κι αντιλαμβανόμουν την οπτική τους για τον κόσμο.

Τι να πρωτοξεχωρίσω απ’ αυτή την τέταρτη έκδοση που κυκλοφορεί με τα εντυπωσιακά έργα της Angel Pank στα εξώφυλλα; Πρόσεξα βέβαια και τα ασπρόμαυρα καρέ της V, που κάνει την πρώτη της απόπειρα – επιτυχημένα, κατά τη γνώμη μου- ν’ αφηγηθεί με τα σκίτσα της μια ιστορία βασισμένη στο μύθο του Fenrir.

Κι έμαθα πολλά κι ενδιαφέροντα απ’ το απόσπασμα της διπλωματικής έρευνας της Βεργίνας Τζάνη, για το κρατικό πορνείο που βρισκόταν στα Βούρλα της Δραπετσώνας. Προσωπικά, θα μ’ ενδιέφερε μάλιστα να τη διαβάσω ολόκληρη. Ίσως κι εσείς έτσι να νιώσετε, όταν πάρετε μια ιδέα.

Υπάρχει και κάτι δικό μου σ’ αυτή την έκδοση, ναι, ας το ομολογήσω… Αντί για status και σχόλια επί σχολίων στα ΜΚΔ, έγραψα ένα ποίημα τις μέρες που ένας Γεωργιανός βασανιζόταν για να ομολογήσει ένα φόνο που δε διέπραξε και μια ακόμη γυναικοκτονία, αυτή της Καρολάιν, μας στοίχειωνε. Τίποτα άλλο δε χρειάζεται ν’ αναλύσω, επομένως.

Γι’ αυτό, καλύτερα να συμπληρώσω πως μου αρέσουν πολύ και τα ποιήματα που υπογράφει η Γωγώ Λιανού και δεν αναφέρομαι μόνο σ’ αυτό που συμπεριλαμβάνεται στο συγκεκριμένο τεύχος, αλλά και σ’ όσα άκουσα στην εκπομπή «Τρατζίστορ» του Radio Locomotiva.

Και βέβαια αξίζει να διαβάσετε οπωσδήποτε και το απόσπασμα απ’ την παρέμβαση του Σάββα Μιχαήλ, που έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της παρουσίασης της τρίτης ποιητικής συλλογής του Κυριάκου Μουτίδη.

Στάθηκα, τέλος, και στα ποιήματα του Δημήτρη Λ., στο κείμενο του Γιάννη Ραμόν για τους Ramone’s, στις μουσικές προτάσεις των σελίδων 42-43 και ..τι να εξηγήσω δηλαδή, που να μην το καταλάβατε ήδη; Το ξεκοκάλισα ολόκληρο το περιοδικό. Αναζητήστε το κι εσείς λοιπόν και καλή σας ανάγνωση.-

Ο «εξελιγμος» του Κυριάκου Μουτίδη στη «Λοκομοτίβα»: Πέμπτη 17 Ιούνη 2021, στις 8 μ.μ.

Έχω γράψει τόσα εδώ γι’ αυτή την ποιητική συλλογή, την τρίτη κατά σειρά του Κυριάκου Μουτίδη και να που ήρθε η ώρα της παρουσίασής της…

Φυσικά αξίζει να βρεθείτε στη «Λοκομοτίβα» στις 17 του Ιούνη, για ν’ ακούσετε απ’ τον ίδιο γιατί τιτλοφορείται «εξελιγμος» κι όσα ακόμη ενδιαφέροντα θα σας πει.

Ολόψυχα του εύχομαι κάθε επιτυχία!

Κυριάκος Μουτίδης: εξελιγμος

«…τιποτα δε λυνεται μεσα μου / ειμαι το σκοταδι…»

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Περίμενα είν’ η αλήθεια, αυτή την μέρα για ν’ ανεβάσω την συγκεκριμένη ανάρτηση. Καλή ευκαιρία αποτελεί δηλαδή, για να σας γράψω τη γνώμη μου σχετικά με την τρίτη ποιητική συλλογή του Κυριάκου Μουτίδη που διατίθεται απ’ τη «Λοκομοτίβα» και τιτλοφορείται «εξελιγμος». Όπως έχω πει τον παρακολουθώ σταθερά (εδώ θα βρείτε όσα πιστεύω για το πρώτο του βιβλίο το «Ισαμε… ή ισταμαι…» κι εδώ για το δεύτερο τον «Σωρειτη») κι έτσι αισθάνομαι ότι μπορώ να διακρίνω ορισμένες, έστω, προθέσεις, πίσω απ’ τις λέξεις του. Αλλά δεν είναι φυσικά τόσο απλό αυτό. Δε μας το κάνει εύκολο ευτυχώς : «ειμαι το σχημα που ακομα δεν εχω σκεφτει, ειμαι / μη σχημα, / ειμαι αυτο που δεν εχει υποτεθει / δεν είμαι κολουρος ούτε κυβος – λειος ή χνουδωτος / δεν εχετε βρει τις λεξεις να με περιγραψετε / δεν ξερετε ποιος ειμαι / σας διαφευγω ανησυχητικα…» γράφει στο «Αν δεν ειναι ροκ εν ρολ δεν ειναι τιποτα».

Μας διαφεύγει ανησυχητικά, προσθέτει κι άλλες ιδιότητες στον εαυτό του στην «τρινιτροτουολη», αλλά και στο «ακετιλοσακιλικο οξύ», συμπληρώνοντας θαρρείς το πορτρέτο του, λίγο πριν μας την σκάσει με μια σχεδόν σεξπηρικής καταβολής ερώτηση που ενδοβάλλει περίπου αθώα, επιμελώς όμως έντεχνα: «ή μήπως δεν είμαι;»

Αλλά τόσο που ταξιδεύουμε στις λέξεις του όλο και κάτι ανακαλύπτουμε. Είχα τη χαρά να βρεθώ κιόλας σε μια πολύ όμορφη παρουσίαση του «Σωρειτη» πέρυσι και κατάλαβα νομίζω (κρατήστε το «νομίζω»), ακόμη περισσότερα σχετικά με όσα τον διακινούν και τον ωθούν να γράφει.

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Δεν είναι καθόλου τυχαίο θεωρώ, λοιπόν, το γεγονός ότι στο πρώτο ποίημα της συλλογής αυτής, θίγει τη βιαιότητα της επιβολής της γλώσσας απ’ τους εξουσιαστικούς θεσμούς, όπως δεν ήταν και τις προηγούμενες φορές τυχαία η – μονίμως υπαρκτή – ανάγκη του να εξαρθρώνει τη γραμματική. Η γλώσσα με τα αξιακά της σχήματα -με τ’ αόρατα συρματοπλέγματα των διαχωρισμών, των εξαιρέσεων, των αδιαπέραστων ταξινομήσεων-, οι αντιλήψεις γύρω απ’ τη διδασκαλία και τη χρήση της, τον απασχολούν σ’ αρκετά ποιήματα και τον κάνουν ν’ ανασύρει με σαρκασμό αλλά κι οδύνη, συγκεκριμένα βιώματα: «η γλωσσα της μητρος μου / γελαω, / ας γελασουμε / η γλωσσα που με βια επρεπε να μάθω / να χαραξω / να σκισει τα σωθικα μου / να ξεπροβάλλει απο τον στομα μου / φυσικοτατα…» για να καταλήξει πιο κάτω: «η γλωσσα του μπαμπακα / η πατρις / η επιστημη της κυριαρχιας / ο ανταγωνισμος εγχαρακτος / λογοκρινει / εγκρινει / εκχυνει / αγγελους στο κεφαλι μιας καρφιτσας…»

Πρόσεξα ας πούμε επιπλέον, στην «αλλοφαγία» εκείνο το: «μπερδεύω το CIS με το σας…», όσα θίγει στον «ψιμυθολογο», στην «κουβαριστρα» κι αλλού.

Δεν υπάρχει πάντως στη γραφή του καμιά προσωπική ανάγκη συμπερίληψης σ’ ένα κατεστημένο – γλωσσικό κι όχι μόνο-, στο οποίο στέκεται απέναντι όπως είχε ήδη ξεκαθαρίσει στην προηγούμενη ποιητική του συλλογή στο «Πραγματα συζητωντας» (με κεφαλαία γράμματα μάλιστα στον τίτλο), και μοιάζει να επιδιώκει να μεγαλώσει κι άλλο εδώ την απόσταση: «σαλτιμπαγκοι ισχυριζονται ότι δεν γραφω οπως / μιλαω / μα φυσικα! ποιος το κανει ποιος δινει / ενα κομματι της ανασας του σε καθε γραπτο φθογγο?». Ταυτίζομαι τόσο πολύ μ’ αυτή του τη δήλωση, ομολογώ, που περιττεύει κάθε άλλο σχόλιο.

Διακρίνεται ενίοτε πάντως κι η δική του συναισθηματική ταύτιση μ’ όλ@ όσ@ περιθωριοποιούνται κι (αυτό)καταστρέφονται μόλις τελειώσει η «χρήση» τους απ’ το σύστημα : «ο εργατης ειμαι που πεθαινω οταν βγω στη συνταξη…» ή μ’ ό@ δεν τους ενδιαφέρει ευτυχώς να ενταχθούν στις ήδη διαμορφωμενες από τα πάνω, ταξικές κατηγορίες. Ωστόσο αν και μοιάζει περιχαρακωμενος στα δικά του όρια: «ασφυκτιω / σπαρταραω / σφιχτα κλεισμένος σε σακκουλα / ειναι ο εαυτός / το κοινο απαθες αποστρεφει το βλεμμα…» κι απαριθμεί μέλη του σώματος σ’ αρκετά ποιήματά του σα να χρειάζεται να επιβεβαιωθεί καθ’ εξακολούθηση μάλιστα, η ίδια η ύπαρξη μ’ όλη της την τρωτότητα και την ευαλωτότητα (αν συνυπολογίσω τις αναφορές σε πληγές, ασθένειες, φάρμακα), βγαίνει κι απ’ αυτή την απομόνωση. Πότε για να κάνει μια πολιτική στηλίτευση των κακών πρακτικών που τείνουν να γίνουν ο κανόνας και να προειδοποιήσει: «αναθεματισμενοι / νομιζετε ότι αν μας ξεκανετε θα βρειτε ησυχια / από τα δικα σας κομματια / απο την μηχανη σας / απο τα παιδια σας / θα ξαναγεννιομαστε / επικινδυνοι / αμειλικτοι / ολο και πιο πολυ / ολοκαιπιοπολυ…» και πότε μ’ άλλες προθέσεις. Δεν μένει ποτέ στο ρόλο του παρατηρητή, όπως είχα καταλάβει απ’ την πρώτη φορά που τον διάβασα.

(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Μεταφέρει επίσης τους ήχους της πόλης στη γραφή του, τους ήχους απ’ τη μουσική που -πάντα υπάρχει στους στίχους του- τον καθορίζει και φτιάχνει μια ατμόσφαιρα σα βγαλμένη από κόμιξ ώρες ώρες όπως στο «i can because of you«. Ακούω όμως και τη θάλασσα να ρέει στο σύμπαν του, είναι στραμμένος σ’ άστρα, μετράει το χρόνο, τον αφορά ο ουρανός. Κι υπάρχουν τόσα ακόμη που πρόσεξα πάλι όσον αφορά τα τυπογραφικά στοιχεία, τις επινοήσεις λέξεων, τα γραφιστικά παιχνίδια (χρησιμοποιούνται και φωτογραφίες, βέλη που καθοδηγούν ή άλλοτε γραμμές που μοιάζουν σα να διαγράφουν ή να διατρέχουν τους στίχους κ.α.), αλλά εδώ πρέπει να κλείσω την ανάρτηση και να σας αφήσω να διαβάσετε με την ησυχία σας κάποια απ’ τα ποιήματά του που ξεχώρισα και φωτογράφησα, χαιρετώντας σας μ’ ένα απόσπασμα απ’ τη «λάσκα»:

«αυτα τα τζαμια που σπασαμε μαζί / λες και τα ειχα εκει να περιμενουν εσενα / που δεν ειχα το θαρρος να σου μιλησω /αυτα τα κειμενα / εκεινες οι λεξεις / αυτα τα σπασμενα κομματια / μουτζουρωμενες σελιδες / αυτοκινητα που ασταματητα περνανε / τραγουδάκια που χανονται το ενα μετά το αλλο / τελεσιγραφα πονου / πρασινο μπλε μαυρο στυλο / μολυβι λεκεδες καφε και ψιχουλα / αυτες οι γραμμες που δεν αντεχω να διαβασω…»

Νέες κυκλοφορίες: «εξελιγμος» του Κυριάκου Μουτίδη

Με μεγάλη χαρά κρατάω στα χέρια μου την τρίτη ποιητική συλλογή του Κυριάκου Μουτίδη που τιτλοφορείται «εξελιγμος». Έχω ήδη αρχίσει να τη διαβάζω και σύντομα θα σας γράψω τις εντυπώσεις μου.

Έλεγα πρόσφατα άλλωστε, ότι ο Κυριάκος είναι απ’ τους ανθρώπους των οποίων την εξέλιξη παρακολουθώ σταθερά. Για την πρώτη του ποιητική συλλογή έχω γράψει αυτήν την ανάρτηση κι αυτή για τη δεύτερη.

Μπορείτε να τις διαβάσετε, μέχρι να επανέλθω στο θέμα. Και φυσικά στην πιο αγαπημένη γωνιά της Αθήνας, στη «Λοκομοτίβα» μπορείτε ν’ αναζητήσετε τα βιβλία του κι όποιο άλλο βιβλίο σας ενδιαφέρει. Ας στηρίζουμε τους χώρους που ξεχωρίζουμε.

O «ΣΩΡΕΙΤΗΣ» του Κυριάκου Μουτίδη στην «Ευτοπική Βιβλιοθήκη»: 3 Νοέμβρη στις 7.00 μ.μ.

Κυριάκος Μουτίδης: ΣΩΡΕΙΤΗΣ

“…εγω και το κακο αιμα της πολης…”

Άργησα πολύ ειν’ η αλήθεια να γράψω τις σκέψεις μου γι’ αυτό το βιβλίο, τη δεύτερη δηλαδή ποιητική συλλογή του Κυριάκου Μουτίδη κι ας την είχα στα χέρια μου σχεδόν αμέσως αφότου εκδόθηκε απ’ την «Locotrip» και παρέα μου όλους αυτούς τους μήνες.

Ο μόνος λόγος που συνέβη αυτό, είναι επειδή ισχύει όσον αφορά τη θεματολογία και τις προθέσεις του ό,τι ακριβώς είχα γράψει και για την προηγούμενη (που εξακολουθώ να διαβάζω). Τον απασχολεί δηλαδή η σύγχρονη κενότητα, η αντίσταση στον κομφορμισμό, η ανεπάρκεια της γλώσσας ως όργανο επικοινωνίας κι όλα όσα έγραφα τότε.

Και κάπου σ’ αυτή τη διαπίστωση “χάθηκα” όμορφα, παρατηρώντας λεπτομέρειες και διαφορές στα ποιήματά του, ώστε να μπορέσω να “δω” πιο μακριά απ’ ότι την πρώτη φορά.

Και θα μοιραστώ μαζί σας όσα νομίζω πως ανακάλυψα σ’ αυτό το λαβύρινθο των αινιγμάτων που δημιουργεί ο καταιγισμός των σχεδόν εύθρυπτων, εικόνων του: “η οραση ειναι τρενο / Που περνα απο σταθμους / χωρις πουθενα να σταματά…”. Εκείνος βέβαια προειδοποιεί κάπου: “δεν υπαρχει καθρεφτης / να δεις το μυαλο μου…” Αλλά όποιος γράφει λίγο ή πολύ φανερώνεται.

Κι έτσι χαμογέλασα με στίχους όπως αυτός: “…ουτε ποδοσφαιρο ουτε μπασκετ / τελειως αμπαλος / τι σοι αγορι εισαι συ για;” που μοιάζουν σαν κριτική η οποία τον αφορά και στάθηκα πολύ σ’ άλλους που εικάζω ότι είναι ακόμη πιο αυτοβιογραφικοί κι εκφράζουν μια ψυχική απομόνωση, μια ηθελημένη απόσταση απ’ τον ορίζοντα των γεγονότων που αδιάλειπτα όμως παρατηρεί και κριτικάρει , βάζοντας σε διάφορα σημεία του βιβλίου του, τους πολύχρωμους σελιδοδείκτες μου. Αλλά ας αρχίσω να εξηγώ περισσότερα, αμέσως τώρα.

Στο “Ισαμε… ή ίσταμαι” λοιπόν, για να ξεκινήσουμε απ’ τα πιο απλά, η αρίθμηση ποικίλλει συνεχώς. Χρησιμοποιούνται ακόμη και νότες αντί για ψηφία. Στο “Σωρειτη” απ’ την άλλη, οι αριθμοί εμφανίζονται πλάγια, στη μέση των σελίδων, αλλά υπάρχουν επίσης έντονα στοιχεία σε κάποια ποιήματα, σκιάσεις και λοιπά γραφιστικά παιχνίδια τέλος πάντων λαμβάνουν χώρα. Κυρίως, όμως, βλέπουμε σχέδια για πρώτη φορά.

Κάποια που μοιάζουν εμμονικά να επαναλαμβάνονται με μικρές παραλλαγές (κι εγώ ως γνωστόν εκτιμώ πολύ τις εμμονές) κι άλλα εντελώς διαφορετικά, για τα οποία υπεύθυνος είναι ο ίδιος άνθρωπος : εκείνος που βρίσκεται και πίσω απ’ τους στίχους δηλαδή. Βρήκε έναν τρόπο να εκφράσει ας πούμε, μια ακόμη του πλευρά.

Απ’ την άλλη κυριαρχεί κι εδώ, όπως και στο πρώτο του βιβλίο, η ανάγκη που τον ωθεί να εξαρθρώνει (δική του λέξη δανείζομαι) τη γραμματική, ν’ αναιρεί κάθε κανόνα της γλώσσας. Δεν υπάρχουν πουθενά τόνοι, φράσεις ενώνονται σε μία λέξη, για παράδειγμα: “πληγωνομαιμεσενα”, “μιαςμοντερναςζωηςμαυρης” κ.α., ή δημιουργούνται νέες έννοιες όπως η αγαπημένη μου που αναφέρεται στην “πραγμα-τιποτενικότητα”.

Ο ίδιος ξεκαθαρίζει αρκετά το τοπίο σε σχέση με τον τρόπο που γράφει απ’ την αρχή, όχι με διάθεση αποποίησης ευθυνών βέβαια, αλλά μάλλον μ’ αυστηρότητα και παίρνοντας τις αποστάσεις του απ’ το ποιητικό κατεστημένο, στο “Πραγματα Συζητωντας”:

.

Γραφω… γατι που ξερνα χορταρια

μπαλες χολης, σαλιου και γαστρικων υγρων

Νομιζετε εσεις, οτι εχω χρονο

Να πατησω φρενο

Νασκησω λογισμο

Να καλωπισω τις λεξεις

Οχι… τις φτυνω

τις εμεσω στο χαρτι

δε προλαβαινω

οπως σφηνες με το παπακι

αναμεσα σε τρολευ, φορτηγα, ταξι

εγω και το κακο αιμα της πολης

…κινδυνος -συναγερμος- κινδυνος..

σταματω και σημειωνω στο ποδι

οταν αλλιως δεν γινεται

οταν φουσκωνουν οι φλεβες μου

ρεει ζωη μπροστα μου

να φορας, να ζεις, να φοράς, να πεθαινεις…”

.

Κι είναι εξίσου σαφής και στη “Φορμαλευδη”, όπως και στη “Μουρμουρα” σχετικά με το σπάσιμο κάθε είδους φόρμας:

.

αυτός που μιλησε διαφορετικα

εγκαινιασε τα οπλα κατα της εξουσιας

εκσφενδονιζε φθογγους

ριχνοντας τα τειχη

επινοησε λαγουμια απο ρηματα

που υπονομευσαν τις ακροπολεις

τις φωλιες κάθε ιερατείου…

.

Πέρα απ’ τη φόρμες όμως, περισσότερο φυσικά μ’ απασχόλησαν τα πυκνά του νοήματα. Η δεξαμενή άλγους, απ’ την οποία αντλεί εμπειρίες και καταγράφει την αποσύνθεση, τη ρυπαρότητα, ενίοτε με προσήλωση κι ενίοτε με κούραση και σκεπτικισμό. Κι άλλοτε με διάθεση νοσταλγίας -παρά τις εσωτερικές συγκρούσεις-, καταφεύγει σε απολεσθέντες Παραδείσους τόπων πλήρους ελευθερίας ή και προσώπων που επιζούν στη σκέψη του, διαρκή παρόντα αν κι απόντα:

.

…καμια φορα παω να ξεχασω

τα γονατα σου

ισα καποιες φωτο γραφουν

το προσωπο σου

ξερω οτι δεν ειναι το ιδιο.. εξατμίζεσαι

αλλα τραβας τα μορια μου μαζι σου

στην ατμοσφαιρα

φειντ αουτ; δε νομιζω

σεχω διαρκως μαζι μου…

.

Ξεχώρισα πολλά ποιήματα, επομένως. Ορισμένα, δείχνουν την πίκρα της διάψευσης και την παραδοχή της έλλειψης, που εντόπισα και σε κείνο που αφιερώνεται στον Π. : “ξηλωνες ολοκληρες νυχτες / σωροι οι αιχμηρες πετρες / δεν υπηρξαν ποτε οι συντροφοι / που θα θαβαν όλη την αστυνομια / κατω απο αυτες”. Γι’ αυτό βλέπετε στην ανάρτηση τη “Θιακη”. Αλλά αν κι έχει συνείδηση της πλαστότητας της εποχής και της τρωτότητας των οραμάτων, δεν εγκαταλείπει τον αγώνα παρ’ όλα αυτά:

.

Ξερω οτι ξερεις οτι ποτε δεν

θα σταματησω

να ψαχνω αυτο που μπορει ποτε

να μην βρεθει…

.

Και στον “ΟΝΕΙρΟΠΑΡΜΕΝΟ”, κλείνοντας θαρρείς το μάτι σ’ όσες, όσους τον διαβάζουν με προσοχή, παρεμβάλλει στίχους που υπάρχουν και στο πρώτο του βιβλίο:

.

…οι λεξεις που αιμα παιρνουν

απο την καρδια μου

ξεραινονται απο τους χυμους τους

χωρις αγαπη

αποσαθρωμενα φερτα υλικα γινονται

στην παλιρροια της ιστοριας

και παλι

και παλι

Τα ονοματα μας ολοι θα γραψουμε ή κανένας

Η γλυκια μυρουδια του μπαρουτιου

Λιβανιζει

Το μαλακο βραχο που η ελπιδα μας

Χαραζει…

.

.

Κι εγώ που πρέπει κάποια στιγμή να ολοκληρώσω την ανάρτηση για να συνεχίζω να διαβάζω τα ποιήματά του -ελπίζοντας ότι θα τα ψάξετε κι εσείς, γιατί είναι σπουδαία-, διάλεξα να σας αφήσω αυτό, ως την επόμενη φορά που θα γράψω για τον Κυριάκο. Ο “Σωρείτης” του, κόντρα στο σκοτάδι, μου ‘φερε έστω κι από μια χαραμάδα ουρανού, πολύ φως:

.

ΠΑΤΗΤΟΥΡΑ

εχω περπατησει

εκει που αγαπω

εδω που μισω

περαστικος

σπρωγμενος σε μια μετοικεσια

μακρινη

γυρισα τον κοσμο

και δεν υπηρξα πουθενα

εκει ειμαι που ο πονος μου

σκιάχτρα φτιαχνει

-εμεις που ενωνουμε τα χερια

εμεις που ακουμπαμε, αγκαλιαζομαστε

χορευουμε, ενωνομαστε

παιδιά που αναχωρουν

που το τιποτα τους λεει τιποτα

οσο και να το σαπιζεις

με όλα της αρρωστιας

παιδια που τρεχουν τριγυρω

και μου χαϊδευεις τα μαλλιά και φιλαω

το κοκκινο πανω σου

φωνες ψυθιριστες, παιχνίδια, αγαπη τοσο

παλια ολα οσο

και ο ανθρωπος…

.

.

*Οι φωτογραφίες της ανάρτησης τραβήχτηκαν από μένα. Η πρώτη στην Pοdgorica, στις 21/7/2019, η δεύτερη στην Αθήνα, στις 11/5/2019 και η τρίτη στη «Locomotiva» που και θα βρείτε το βιβλίο, στις 10/5/2019.

.

.,..