Παρουσίαση βιβλίου: «Συνδικάτα και Πολιτική» του Κώστα Μπατίκα – Μέρος IV

.

Μπατίκας-αφιέρωση

.

*Συνέχεια από εδώ.

.

Ακολούθως ο συγγραφέας θίγει το ζήτημα της ιδεολογικής παρέμβασης και των τρόπων που αυτή ασκείται όχι μόνο μέσω των οργάνων του αστικού κράτους, αλλά και εκ μέρους των καπιταλιστών. Ο στόχος όλων τους φυσικά είναι ο αποπροσανατολισμός της εργατικής τάξης απ’ τον ιστορικό της ρόλο:

Ιδεολογικά παρεμβαίνουν και οι ίδιοι οι καπιταλιστές και δεν εννοούμε μόνο μέσω του αστικού τύπου και των ιδιωτικών ραδιοφωνικών σταθμών και τηλεοπτικών καναλιών που έγιναν διαδεδομένο φαινόμενο από το 1989 και δώθε και επιδίδονται “πλουραλιστικά” στη διάδοση των αστικών ιδεών, πραγματοποιώντας τη σύγχρονη μονοπωλιακή δικτατορία της πληροφόρησης. Το μεγάλο κεφάλαιο διαθέτει πολλά ακόμα μέσα ιδεολογικής παρέμβασης. Τις προηγούμενες δεκαετίες, οι ίδιοι οι καπιταλιστές, με την έκδοση ειδικών φυλλαδίων, εφημερίδων και περιοδικών που απευθύνονται στους μισθωτούς των εργοστασίων τους, με την οργάνωση πολιτιστικών εκδηλώσεων, τη διοργάνωση δωρεάν εκδρομών του προσωπικού τους, την παροχή υποτροφιών σε παιδιά των εργατών τους, ανέπτυξαν πλούσια δραστηριότητα η οποία σε πολλές περιπτώσεις έφτανε ως τη γελοιοποίηση του εργάτη με τη διοργάνωση ανάμεσα στις εργάτριες επιδείξεων μόδας και διαγωνισμών για την ανάδειξη της Μις Εργάτρια!

Και τάσσεται ξεκάθαρα ενάντια στα εργοστασιακά σωματεία στα οποία σαφώς οι καπιταλιστές έχουν ευκολότερη πρόσβαση και άρα έλεγχο, αναλύοντας τα βασικά τους μειονεκτήματα. Επέλεξα λοιπόν το παρακάτω σημείο της κριτικής του που θεωρώ πως συμπυκνώνει τη σκέψη του:

Το πιο σημαντικό μειονέκτημα του εργοστασιακού σωματείου είναι το γεγονός ότι κλείνει τη συνδικαλιστική δράση των εργατών στο πλαίσιο του εργοστασίου, την “γκετοποιεί” διοχετεύοντας τη ενάντια στο δικό της εργοδότη, δυσκολεύοντας την πάλη ενάντια σε όλους τους εργοδότες και το κράτος τους. Αποκόβει τους εργάτες των μεγάλων εργοστασίων απ’ τους συναδέλφους τους των μικρών, απομονώνοντας τον πυρήνα της εργατικής τάξης απ’ την υπόλοιπη τάξη.

Δεν είναι μόνο οι καπιταλιστές πάντως που δείχνουν να ανέχονται πιο εύκολα την ύπαρξη εργοστασιακών σωματείων:

Οι σχετικοί νόμοι όλων των μεταχουντικών κυβερνήσεων της αστικής τάξης, είτε αυτές ήταν κυβερνήσεις της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ ή όλων, μαζί και της Αριστεράς (οικουμενική), έδειξαν μια συγκαλυμμένη ή προκλητικά ανοιχτή προτίμηση στο εργοστασιακό σωματείο, τοποθετώντας το σε προνομιακή θέση σε σχέση με άλλες μορφές συνδικαλιστικής οργάνωσης, ιδιαίτερα σε σχέση με την οργάνωση κατά κλάδο παραγωγής. Κανένας π.χ. απ’ τους σχετικούς νόμους δεν γνωρίζει και δεν αναγνωρίζει παραρτήματα των κλαδικών συνδικάτων στα εργοστάσια και στους τόπους δουλειάς.

Έτσι, μέσω διοικητικών ελέγχων και νόμων:

Στην Ελλάδα δημιουργήθηκε και δρα ένα καλοστημένο σύστημα κρατικών μηχανισμών παρέμβασης στο εσωτερικό του συνδικαλιστικού μας κινήματος, που είναι αμφίβολο αν όμοιό του υπήρξε ποτέ σε οποιαδήποτε χώρα του κόσμου!

Κι οι λόγοι σχετίζονται και με την ιστορική ιδιαιτερότητα της χώρας μας όσον αφορά τον συνδικαλισμό:

Στη χώρα μας το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι παραχωρήθηκε στην εργατική τάξη πριν απ’ την ταξική αγωνιστική της αφύπνιση, δεν κερδήθηκε μέσα στους αγώνες, όπως αλλού, δεν ήταν αποτέλεσμα της ταξικής πάλης, δεν κατακτήθηκε, ήταν μια δωρεά απ’ τα πάνω και κατοχυρώθηκε συνταγματικά. Οι Έλληνες εργαζόμενοι απέκτησαν το δικαίωμα να ιδρύουν νόμιμα τα συνδικάτα τους πολύ πριν το κατακτήσουν οι συνάδελφοι τους σε πολλές χώρες της Ευρώπης.

Το δικαίωμα αυτό κατοχυρώθηκε στο Ελληνικό Σύνταγμα του 1864, όχι ειδικά για την εργατική τάξη, αλλά για κάθε λογής συνεταιρισμούς και συλλόγους (…) Δεν ήταν ωστόσο στην πράξη αρκετά αποτελεσματικό γιατί δεν ήταν νόμιμα άλλα βασικά δικαιώματα της εργατικής τάξης, και κύρια το δικαίωμα της απεργίας. Το απεργιακό κίνημα είναι αναγκασμένο ν’ αναπτυχθεί σε ανειρήνευτη αντίθεση με τους αστικούς νόμους και την απεργοκτόνα πρακτική των καπιταλιστών.

Όσο για την εποχή μας:

Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία δεν είναι πλέον ο μοναδικός φορέας διάδοσης των αστικών αντιλήψεων στην εργατική τάξη και το κίνημα της. Υπάρχει, στο μεταξύ, ένα ανεπτυγμένο στρώμα εργατικής αριστοκρατίας, το οποίο έφερε η καπιταλιστική ανάπτυξη, ένα στρώμα καλοπληρωμένων μισθωτών που δεν βρίσκεται μόνο και κυρίως στις επιχειρήσεις του δημοσίου, όπως πολλοί νομίζουν, αλλά ιδιαίτερα στις μεγάλες βιομηχανικές και άλλες επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα.

Τις τελευταίες δεκαετίες πιο συγκεκριμένα, να πως εξελίχτηκαν τα πράγματα στο συνδικαλιστικό κίνημα από νομοθετικής πλευράς, σύμφωνα με την οπτική του Κώστα Μπατίκα, που στηλιτεύει την ανάμειξη εξωσυνδικαλιστικών δυνάμεων:

Το σύστημα της κρατικής παρέμβασης στο συνδικαλιστικό κίνημα με τη μακρόχρονη ιστορία του εκσυγχρονίστηκε και τελειοποιήθηκε απ’ τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ. Προστέθηκαν σ’ αυτό ορισμένα νέα στοιχεία απ’ την Οικουμενική, με το νόμο για τις συλλογικές συμβάσεις, καθώς και απ’ την κυβέρνηση της ΝΔ με τον περαιτέρω περιορισμό και την ποινικοποίηση του δικαιώματος της απεργίας και με την ίδρυση του Ινστιτούτου Εργασίας που προετοιμάστηκε αλλά δεν πρόλαβε να υλοποιηθεί απ’ το ΠΑΣΟΚ. Αυτό το σύστημα είναι πανέτοιμο να χρησιμοποιηθεί όταν χρειαστεί, για την κατάπνιξη της αντίστασης των εργατών.

(…) Αντίθετα απ’ ό,τι συμβαίνει αλλού, στη χώρα μας το δικαίωμα των μελών των συνδικάτων να συντάσσουν ελεύθερα και σύμφωνα με τη θέληση τους το καταστατικό τους, γνωρίζει μεγάλους περιορισμούς, αφού υπόκειται στην κρατική κηδεμόνευση, που υπαγορεύει τι πρέπει και τι δεν πρέπει να περιέχει ένα καταστατικό.

(…) Η δημοκρατική εκλογή των εφορευτικών επιτροπών με το σύστημα της απλής αναλογικής και η συμμετοχή σε ολόκληρη την εκλογική διαδικασία εκπροσώπων των συνδυασμών που παίρνουν μέρος στις εκλογές, είναι ο μόνος τρόπος διασφάλισης της γνησιότητας και της δημοκρατικότητας των αρχαιρεσιών. Αποτελεί ντροπή για την εργατική τάξη να επιτρέπει την ανάμιξη στα εσωτερικά της οποιωνδήποτε εκπροσώπων του ταξικού της εχθρού και της κρατικής του εξουσίας και ο δικαστικός αντιπρόσωπος είναι τέτοιος. Και είναι τέτοιος απ’ τη φύση της κρατικής λειτουργίας που εκτελεί και εντελώς ανεξάρτητα απ’ τα προσωπικά του πιστεύω.

(…) Δεν φαίνεται να κατανοείται πως άλλο πράγμα είναι οι βουλευτικές και δημοτικές εκλογές, που είναι υπόθεση όλων των πολιτών και οργανώνονται απ’ τις κρατικές αρχές, και άλλο πράγμα οι αρχαιρεσίες των συνδικάτων, που είναι οργανώσεις της εργατικής τάξης και κάθε συμμετοχή και ανάμιξη σ΄αυτές εξωσυνδικαλιστικών δυνάμεων αποτελεί θανάσιμο τραυματισμό της ταξικής τους ανεξαρτησίας (…) Αλήθεια, πως δεν σκέφτηκε ο νομοθέτης να στείλει δικαστικό αντιπρόσωπο στις αρχαιρεσίες του ΣΕΒ ή της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ;

Όπως είχα γράψει και στην αρχή αυτής της σειράς των αναρτήσεων, ήταν δύσκολο να επιλέξω τα συγκεκριμένα αποσπάσματα και δεν ακολουθούσα πάντα τη ροή των κεφαλαίων του. Υπάρχουν άλλωστε τόσα πολλά σημεία στο βιβλίο του που χρήζουν υπογραμμίσεων, αλλά θα τα δείτε μόνοι σας, όταν το διαβάσετε. Εσκεμμένα για παράδειγμα, δεν αναφέρω περισσότερα για τις θέσεις του σχετικά με την διασύνδεση των κομμάτων και των συνδικάτων. Κι όταν γράφω των κομμάτων, εννοώ των Κομμουνιστικών Κομμάτων. Δεν θα περιμένατε κάτι διαφορετικό εξάλλου από έναν άνθρωπο που σ’ όλη του τη ζωή υπερασπιζόταν τις μαρξιστικές-λενινιστικές θέσεις, έτσι δεν είναι;

Κι είχε τέτοια ηθική ακεραιότητα, που και στο βιβλίο του κάνει την αυτοκριτική του και δεν διστάζει να κρύψει τίποτα, για όσα έκανε αλλά και δεν έκανε ως μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, για τη συμμετοχή του στο ΝΑΡ κτλ.

Θέλω λοιπόν να γράψω κλείνοντας δυο πράγματα για τον Κώστα, που αξίζει νομίζω να τα καταθέσω. Το πρώτο είναι πως δεν προσπάθησε ποτέ μα ποτέ να μας κάνει ύπουλα και πονηρά τον καθοδηγητή (εννοώ σε όλους όσους γνώρισε μαζί με μένα εκείνη την περίοδο που συνεργαστήκαμε μαζί του), αν και ήταν ξεκάθαρος στις πολιτικές του θέσεις και τις υπεράσπιζε με κάθε κόστος και τίμημα. Και το δεύτερο είναι, πως δεν ήταν καθόλου ξεκομμένος απ’ τη ζωή. Και το τονίζω αυτό γιατί μια πάγια κριτική για τους παλιούς κομμουνιστές, ας το θέσω έτσι, είναι κι αυτή. Ήταν πολύ μορφωμένος, μπορούσε να συζητήσει κάθε τι κι όχι μόνο τα των πολιτικών εξελίξεων, μας συμβούλευε στα νεανικά μας αδιέξοδα με σεβασμό κι αντικειμενικότητα, προσπαθούσε να μας προβληματίσει, να μας αφυπνίσει και να μας βάλει να σκεφτούμε όταν πίστευε πως κάτι τέτοιο θα μας βοηθούσε, αλλά και γελούσε και σάρκαζε όταν χρειαζόταν.

Κι αυτή τη γελαστή κι εύθυμη εικόνα του κρατάω στο νου μου. Με λυπεί αφάνταστα βέβαια που έφυγε τόσο νωρίς, ενώ είχε κι άλλα να προσφέρει. Μας άφησε όμως σημαντική παρακαταθήκη τα βιβλία του και ζωντανεύει ο λόγος του μέσα απ’ αυτά.

Εκτός απ’ αυτό που παρουσίασα εγώ, έχει γράψει και το Η μαρξιστική θεωρία της επαναστατικής μετάβασης στο σοσιαλισμό – κομμουνισμό, που εκδόθηκε μετά το θάνατό του.

Αυτό που θέλω να τονίσω αντί άλλου επιλόγου, ήταν το πόσο με συγκίνησε το σχόλιο της στενής μου φίλης Ευανθίας Σακελλάρη που έγραψε δημόσια αλλά και μου είπε από κοντά, όταν διάβασε τις προηγούμενες αναρτήσεις: «είναι σαν να τον ακούω«. Κι αυτό ήθελα: τον δικό του λόγο να προβάλλω, τη δική του μνήμη να τιμήσω. Να τον ‘ακούσουμε’ πάλι κι ας μην είναι μαζί μας. Αφού με πολλούς άλλους τρόπους είναι και θα είναι στη σκέψη μας. Πάντα.-

.

.

.

.

.

Advertisements

Παρουσίαση βιβλίου: «Συνδικάτα και Πολιτική» του Κώστα Μπατίκα – Μέρος ΙΙΙ

.

Κώστας Μπατίκας-Συνδικάτα και πολιτική

.

(συνέχεια από εδώ)

.

Στη συνέχεια του βιβλίου ο Κώστας Μπατίκας αναφέρεται στα πρώτα Εργατικά Κέντρα της χώρας. Κάποια εξ’ αυτών υπήρχαν πριν την ψήφιση του σχετικού νόμου του 1914, αλλά δεν είχαν την μορφή που ξέρουμε σήμερα:

Το πρώτο είναι το Εργατικό Κέντρο Βόλου, το οποίο ιδρύθηκε στις 30/11/1908. Αρχικά ήταν Ένωση προσώπων και όχι σωματείων, είχε μέλη του εργάτες απ’ όλα τα επαγγέλματα (το 1909 είχε 400 μέλη), διατηρούσε γραφεία όπου γίνονταν διαλέξεις και άλλες εκδηλώσεις. Αρχικά ήταν περισσότερο ένα πανεργατικό σωματείο, παρά Εργατικό Κέντρο με τη σημερινή έννοια του όρου (…)

Τα Εργατικά Κέντρα Αθήνας και Πειραιά φαίνεται να ήταν απ’ την αρχή ενώσεις σωματείων και όχι προσώπων. Όπως και να είναι, Εργατικά κέντρα όπως τα ξέρουμε σήμερα, δημιουργήθηκαν κι επεκτάθηκαν μετά το 1914.

Που οφείλεται το γεγονός ότι το συνδικαλιστικό μας κίνημα κατά την πρώτη προσπάθεια συνένωσης του πήρε το δρόμο της ομοσπονδιακής σύνδεσης σε τοπικό και αργότερα σε πανελλαδικό επίπεδο; Γιατί δεν μπόρεσε να ακολουθήσει οργανωτικές μορφές συγκεντροποίησης της δύναμης του;

Σ’ αυτό το ερώτημα παραθέτει τις απόψεις διάφορων μελετητών, αλλά προσπαθεί να δώσει και τη δική του εξήγηση ο συγγραφέας:

Καθοριστικός παράγοντας για την εξέλιξη αυτή ήταν το χαμηλό επίπεδο οικονομικής και βιομηχανικής ανάπτυξης που είχε ως επακόλουθο τη διασπορά της εργατικής τάξης. Αυτό, σε συνδυασμό με την έλλειψη μαρξιστικής κατεύθυνσης στο σοσιαλιστικό κίνημα, διευκόλυνε τις προσπάθειες της φιλελεύθερης αστικής τάξης, η οποία ευνοούσε τη χαλαρή σύνδεση των συνδικαλιστικών οργανώσεων για να μπορεί ευκολότερα να τις ελέγξει. Η νομοθεσία του Βενιζέλου που καθόριζε τη μορφή οργάνωσης και τον ομοσπονδιακό τρόπο συνένωσης των συνδικάτων ευνοούσε τον κατακερματισμό του κινήματος που, σε συνδυασμό με την έλλειψη μεγάλων κέντρων συγκέντρωσης της εργατικής τάξης λόγω της απουσίας μεγάλης βιομηχανίας, εμπόδιζε την εργατική τάξη να κατανοήσει την αναγκαιότητα συγκεντροποιημένης κεντρικής συνδικαλιστικής οργάνωσης, περιόριζε το οπτικό της πεδίο στο τοπικό επίπεδο και στη χαλαρή συνένωση.

Κανένας παράγοντας δεν ευνοούσε μια διαφορετική πορεία, παρόμοια με εκείνη των άλλων βαλκανικών χωρών. Σ’ αυτές η εξέλιξη ήταν διαφορετική, γιατί υπήρχε ένας βασικός παράγοντας, η μαρξιστική κατεύθυνση στο σοσιαλιστικό κίνημα, η οποία κατόρθωσε να υπερνικήσει τις αντικειμενικές δυσκολίες και τις προσπάθειες της αστικής τάξης και των κυβερνήσεών της.

Ακολούθως φτάνουμε στην ίδρυση της ΓΣΕΕ και αποσαφηνίζεται περαιτέρω ο ρόλος του Ελευθερίου Βενιζέλου σε όλα αυτά, πάντα σύμφωνα με τον Κώστα Μπατίκα:

Μέσα σε ένα καθεστώς έντονων και απροσχημάτιστων παρεμβάσεων της ασικής τάξης, των κομμάτων και του κράτους της, σε μια κατάσταση όπου το συνδικαλιστικό κίνημα δεν είχε καταφέρει ακόμα να αποκτήσει πανελλαδική συγκρότηση κατά επάγγελμα, η ίδρυση της ΓΣΕΕ, το 1918 αποτελεί τεράστια επιτυχία. Προηγούμενες προσπάθειες για πανελλαδική συνένωση της εργατικής τάξης, όπως ήταν η ίδρυση της Πανελλήνιας Εργατικής Ομοσπονδίας το 1914, είχαν αποτύχει.

Στο ιδρυτικό Συνέδριο της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδας πήραν μέρος εκπρόσωποι 214 σωματείων με 65.000 μέλη.

Είναι βέβαια μια ιστορική αλήθεια ότι στην ίδρυση της ΓΣΕΕ σημαντικό ρόλο έπαιξε το κόμμα των φιλελευθέρων και ο ίδιος ο Βενιζέλος, ο οποίος βιαζόταν να ιδρυθεί πανελλαδική οργάνωση της εργατικής τάξης για δικούς του λόγους. ‘Ήθελε, δηλαδή, την πανελλαδική οργάνωση της εργατικής τάξης κάτω απ’ τη δική του επιρροή για να τη χρησιμοποιήσει ως απόδειξη ότι έχει τη στήριξη των λαϊκών μαζών στις δικές του πολιτικές επιλογές εξωτερικής πολιτικής.

Η πολύπαθη ΓΣΕΕ πέρασε από πολλά στάδια έκτοτε (κωμικοτραγικές καταστάσεις διαδραματίστηκαν σε περιόδους εκλογής αντιπροσώπων, όταν έπρεπε να γίνουν τροποποιήσεις καταστατικού κτλ), αλλά ως φαίνεται το πιο σημαντικό εξ΄αυτών για τον συγγραφέα, ήταν η περίοδος που η Κεντρική Επιτροπή της ΕΕΑΜ ανέλαβε τα καθήκοντα της προσωρινής διοίκησης της ΓΣΕΕ:

Για πρώτη φορά από την ίδρυσή της, η ΓΣΕΕ απέκτησε διοίκηση, που είχε την πιο πλατιά στήριξη και τη γενική αναγνώριση της εργατικής τάξης. Ακριβώς απ’ αυτήν την γενική αναγνώριση της απ’ τους εργάτες αντλούσε η διοίκηση της ΓΣΕΕ την νομιμότητά της. Αντί, όμως, στηριγμένη στη θέληση και στη δύναμη των εργατών να προχωρήσει στην προκήρυξη γενικών συνδικαλιστικών αρχαιρεσιών, αγνοώντας τους αστικούς νόμους, η προσωρινή διοίκηση της ΓΣΕΕ, δηλαδή η ΚΕ του ΕΕΑΜ, επιζήτησε την αστική νομιμότητα, τον επίσημο διορισμό της απ’ την αστική κυβέρνηση Παπανδρέου, στην οποία συμμετείχε και το ΕΑΜ. Ακολούθησε έτσι τις συνταγματικές αυταπάτες και την πολιτική ουράς, απέναντι στην αστική τάξη, της ηγεσίας του κινήματος, που ενώ διέθετε τη γενική λαϊκή αναγνώριση και στήριξη, η αστική νομιμοφροσύνη της δεν της επέτρεψε να διοχετεύσει τη λαϊκή της δύναμη στην οικοδόμηση μιας νέας λαϊκής εξουσίας και ν’ απομονώσει έτσι απ’ τις λαϊκές μάζες την έτσι κι αλλιώς ανυπόληπτη αστική πολιτική ηγεσία της εποχής. Ο άκρατος οπορτουνισμός της ηγεσίας του ΕΑΜ και του ΚΚΕ  την οδήγησε σε επαίσχυντα λάθη και στη προδοσία του λαϊκού κινήματος. Φοβισμένη μήπως απομονωθεί απ’ την αστική τάξη, περιφερόταν περιδεής από κει κι από δω “μοιραία και άβουλα”, για να παραδώσει στην Γκαζέρτα και στο Λιβανο το λαϊκό κίνημα στην εκδικητική μανία της αστικής τάξης και του ιμπεριαλισμού, θέτοντάς το υπό τις διαταγές του Σκόμπυ και της αστικής κυβέρνησης Παπανδρέου, στην οποία συμμετείχε με δύο υπουργούς. Και αφοπλίζοντας το αργότερα με τη Βάρκιζα.

Είναι ξεκάθαρο λοιπόν πως θεωρεί εκείνη τη χρονική στιγμή, μια χαμένη ευκαιρία για τη ΓΣΕΕ. Αλλά για να πάμε πίσω πάλι στο χρόνο και να δούμε τι γράφει για τις πρώτες απεργίες. Απ’ τα στοιχεία που παραθέτει καταλαβαίνουμε όλοι πιστεύω τι δυσκολίες συνάντησαν όσοι-ες συμμετείχαν σ’ αυτές:

Στον προηγούμενο ακόμα αιώνα, με την ανάπτυξη των μεγάλων απεργιακών αγώνων, στην κορυφή των οποίων βρίσκονταν οι αγώνες του Λαυρίου, η άρχουσα τάξη έστειλε ενάντια στους απεργούς εργάτες την αστυνομία και το στρατό της. Οι πρώτοι νεκροί εργάτες ανοίγουν το χορό των θυσιών της εργατικής τάξης στον αγώνα για την κοινωνική της απελευθέρωση. Οι απεργιακοί αγώνες αναπτύσσονται μαζικά μετά το 1910 και συμβάλλουν ουσιαστικά στις πρώτες σημαντικές κατακτήσεις της εργατικής τάξης. Στα 1914 μια γενική απεργία των καπνεργατών στις κυριότερες καπνεργατικές πόλεις της Μακεδονίας αναγκάζει την αστική τάξη να κάνει σοβαρές υποχωρήσεις αλλά και τη σπρώχνει να δείξει το τρομοκρατικό της πρόσωπο. Καθοδηγητής αυτής της απεργίας ήταν η σοσιαλιστική οργάνωση της Θεσσαλονίκης, Φεντερασιόν. Η κυβέρνηση Ε. Βενιζέλου, τρομαγμένη απ’ τη μεγάλη επιτυχία της απεργίας, προβαίνει σε τρομοκρατικά μέτρα, σε συλλήψεις, ανακρίσεις και δίκες ενάντια στους εργάτες καθοδηγητές της. Οι ηγέτες της απεργίας και της Φεντερασιόν, Γιονιάς και Μπεναρόγιας, συλλαμβάνονται και εξορίζονται στη Νάξο. Είναι η πρώτη πολιτική εξορία εργατών στο νεοελληνικό κράτος.

Άλλοι όπως θα διαβάσετε εξορίστηκαν στη Φολέγανδρο κι άλλοι ακόμη χειρότερα κατέληξαν στις φυλακές της Αίγινας και στο Παλαμήδι, για πολλά χρόνια. Κι ο αγώνας της εργατικής τάξης συνεχιζόταν:

Η βία και η τρομοκρατία κατά των εργατικών οργανώσεων κορυφώθηκε το 1929 με το Ιδιώνυμο του Βενιζέλου, το οποίο ανάμεσα σε άλλα, απαγόρευσε τη δράση του ταξικού συνδικαλιστικού κινήματος, της Ενωτικής ΓΣΕΕ και των σωματείων της.

Ο Ριζοσπάστης έγραφε για τον απολογισμό της τρομοκρατίας και της βίας του 1929. «Στη διάρκεια του έγιναν 1.495 συλλήψεις, 554 καταδίκες με 2.532 μήνες φυλάκισης, 125 εξορίες με 237 μήνες, 265 τραυματισμοί και 3 νεκροί εργάτες. Ακόμα 107 επιθέσεις σε σωματεία».

.

(συνεχίζεται εδώ).

.

.

.

.

Παρουσίαση βιβλίου: «Συνδικάτα και πολιτική» του Κώστα Μπατίκα – Μέρος ΙΙ

.

Κώστας Μπατίκας-Συνδικάτα και πολιτική

.

(συνέχεια από εδώ)

.

Στη συνέχεια του βιβλίου ο συγγραφέας αναφέρεται στις συντεχνίες κι εξετάζει ιστορικά, σε παγκόσμιο επίπεδο, τις συνθήκες που οδήγησαν στη δημιουργία των συνδικάτων:

Στο αρχικό στάδιο ανάπτυξης του καπιταλισμού, στην απλή συνεργασία, όπου οι συνθήκες παραγωγής δεν διέφεραν ποιοτικά απ’ αυτές της συντεχνιακής χειροτεχνίας και η διαφορά ήταν μόνο ποσοτική, οι ελπίδες των μισθωτών να επιστρέψουν στην προηγούμενη συντεχνιακή κατάσταση ήταν ακόμα ζωντανές.

Μόνο στη μανιφακτούρα, στο επόμενο στάδιο ανάπτυξης της καπιταλιστικής παραγωγής, έπαψε να υπάρχει κάθε ελπίδα επιστροφής στη συντεχνία και οι εργάτες πια δεν είχαν άλλη δυνατότητα για την επιβίωση τους απ’ την πώληση της εργατικής τους δύναμης. Η μετατροπή τους από παραγωγούς σε μισθωτούς εργάτες ήταν πλέον οριστική.

Αρχικά οι εργάτες, κατέστρεφαν τις μηχανές, αντιδρώντας σ’ αυτή την κατάσταση:

Εξεγέρσεις και καταστροφές μηχανών έχουμε σε ολόκληρη την περίοδο των πρώτων χρόνων της Βιομηχανικής Επανάστασης, στα τέλη του 18ου αιώνα στην Αγγλία, και τα μέσα του 19ου αιώνα στις χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης. Και στην Ελλάδα, αν και σε μικρότερη έκταση συναντάμε το φαινόμενο της καταστροφής των μηχανών στις αρχές του 20ου αιώνα.

Οι καπιταλιστές κι οι κυβερνήσεις τους απάντησαν στις εργατικές εξεγέρσεις με έντονη τρομοκρατία, με σκλήρυνση των τρομοκρατικών τους νόμων και με άγριες δολοφονίες εργατών. Ο Β. Αμπεντροτ γράφει για τις μαζικές εξεγέρσεις και το σπάσιμο των μηχανών στην Αγγλία:

«Απ’ το 1811 και έπειτα το κίνημα πήρε τέτοιες διαστάσεις, ώστε η κυβέρνηση της Παλινόρθωσης, αναγκάστηκε επανειλλημένα να καταφύγει σ’ έναν τρομοκρατικό νόμο, που προέβλεπε την ποινή του θανάτου για την καταστροφή των μηχανών. Ακόμα και ο θαραλλέος λόγος του λόρδου Μπάυρον, το Φλεβάρη του 1812 στη Βουλή των Λόρδων, δεν μπόρεσε να αποτρέψει την αποδοχή του».

Στη συνέχεια, οι εργάτες συνειδητοποίησαν πως πρέπει διαφορετικά να οργανώσουν την ταξική τους πάλη:

(…) Συνδικαλιστική δράση, όμως, και συνδικάτα με τη σημερινή έννοια του όρου έχουμε στο βιομηχανικό καπιταλισμό, και ιδιαίτερα από τότε που η εργατική τάξη κατέκτησε το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι. Τα συνδικάτα της εργατικής τάξης είναι προϊόν του  καπιταλισμού που έφτασε σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο ανάπτυξης και δεν αποτελούν συνέχεια των συντεχνιών του Μεσαίωνα.

(…)Τα συνδικάτα δεν είχαν πάντα τη σημερινή τους μορφή. Απ’ τη γέννηση τους και ώσπου να φτάσουν στο σημερινό τους οργανωτικό επίπεδο, χρειάστηκε ν’ αλλάξουν πολλές φορές και να τελειοποιήσουν τις μορφές οργάνωσης. Αυτό γινόταν για να αντιστοιχούν οι μορφές οργάνωσης στις αλλαγές που συντελούνταν στην υλική παραγωγή και στην ίδια την εργατική τάξη.

Πάντως, πρέπει να ειπωθεί ότι τις περισσότερες φορές οι μορφές οργάνωσης των συνδικάτων ακολουθούσαν την οργανωτική συγκρότηση των Ενώσεων των καπιταλιστών, που συνήθως προϋπήρχαν των συνδικάτων. Στην Ελλάδα πέρασαν αρκετές δεκαετίες, ώσπου το συνδικαλιστικό κίνημα να οργανωθεί σε πανεθνική κλίμακα.

Φυσικά ξεκινά την ιστορική του αναδρομή με όσα συνέβησαν στην Αγγλία αλλά αναφέρεται εκτενώς και σε όσα διαδραματίστηκαν στην Γαλλία και στη Γερμανία, στα Βαλκάνια, στην Ελλάδα βέβαια, αλλά και σε πιο μακρινές χώρες:

Οι νόμοι που απαγόρευαν την ελεύθερη συνδικαλιστική δράση καταργήθηκαν ύστερα από σκληρή πάλη της εργατικής τάξης. Στην Αγγλία, οι νόμοι αυτοί έπεσαν το 1824. Στη Γαλλία μέσα από ταξικές συγκρούσεις οι νόμοι αυτοί θα καταργηθούν ντε φάκτο κατά την περίοδο της επανάστασης του 1848 και στις μέρες της Παρισινής Κομμούνας. Τελικά, όμως, μόνο το 1884 οι Γάλλοι εργάτες θ΄ αποκτήσουν το νόμιμο δικαίωμα να οργανώνουν ελεύθερα τις οργανώσεις τους. Περίπου την ίδια εποχή τελείωσαν και τα απαγορευτικά μέτρα και για τους εργάτες της Γερμανίας και άλλων χωρών της Ευρώπης. Η παγκόσμια ιστορία του συνδικαλιστικού κινήματος αρχίζει ακριβώς τότε…

(…) Οι εμπειρίες του αγγλικού προλεταριάτου συνέβαλαν θετικά στην εξέλιξη του συνδικαλιστικού κινήματος στις άλλες χώρες. Οι εργάτες της ηπειρωτικής Ευρώπης αξιοποιώντας την πείρα των Άγγλων εργατών θα μπορούσαν να περάσουν γρηγορότερα σε ανώτερες μορφές συνδικαλιστικής οργάνωσης. Αυτό έγινε, π.χ. Στη Γερμανία. Εκεί το προλεταριάτο είχε την τύχη να καθοδηγείται άμεσα απ’ τον Μαρξ και τον Ένγκελς, απ’ την πρώτη στιγμή της οργανωτικής του αφύπνισης. Τα γερμανικά συνδικάτα γεννήθηκαν και αυτά σαν τοπικές ενώσεις κατά επάγγελμα, μετασχηματίστηκαν όμως, αμέσως μετά τη δημιουργία τους σε πανγερμανικές συνδικαλιστικές ενώσεις κατά επάγγελμα.

Η Διεθνής των αναρχικών του Μπακούνιν είχε σημαντική επιρροή και γερά στηρίγματα σε Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία. Το αναρχοσυνδικαλιστικό ρεύμα αναπτύχτηκε ιδιαίτερα σ’ αυτές τις χώρες. Στη Γαλλία αυτό το ρεύμα γονιμοποιήθηκε, καθώς διασταυρώθηκε με την προυντονική παράδοση (…)

Σε ό,τι αφορά την ομοσπονδιακή εξέλιξη της συνδικαλιστικής μορφής οργάνωσης στην Ελλάδα, δεν μπορεί κανένας να ισχυριστεί ότι ήταν αποτέλεσμα της δράσης ενός αναρχοσυνδικαλιστικού κινήματος. Οι κάποιες αναρχοσυνδικαλιστικές επιρροές που υπήρξαν στη χώρα μας δεν ήταν οι “μαμές” αυτής της μορφής οργάνωσης στην Ελλάδα. Αυτήν την μορφή οργάνωσης εδώ την επέβαλε η φιλελεύθερη αστική τάξη της χώρας μας, που τη βρήκε ιδιαίτερα βολική και αρμονική, με ένα συνδικαλιστικό κίνημα αστικής επιρροής που επιδίωκε να δημιουργήσει. Έτσι, βλέπουμε τους Βενιζελικούς, στο τέλος της πρώτης, αρχές της δεύτερης δεκαετίας του αιώνα μας, να πρωτοστατούν στην ίδρυση των Εργατικών Κέντρων, αυτών των ελληνικών “bourses du travail”.

Ειδικά για τη χώρα μας, γράφει πως ξεκίνησαν όλα:

Απεργίες αναφέρεται ότι έγιναν πριν ακόμα ιδρυθεί το νεοελληνικό κράτος. Μια τέτοια απεργία έγινε στα Αμπελάκια και η πρώτη νεοελληνική απεργία έγινε στα 1826 απ’ τους τυπογράφους του εθνικού τυπογραφείου στο Ναύπλιο. Πάντως, όπως βεβαιώνεται από διάφορες πηγές, απεργίες υπήρξαν πριν την εμφάνιση των πρώτων εργατικών συνδικαλιστικών οργανώσεων (…) Πριν ακόμα γεννηθούν τα εργατικά συνδικάτα, η αστική τάξη, στην προσπάθεια της να εμποδίσει την αφύπνιση των εργατών, παίρνει διάφορα μέτρα. Μέτρα απαγόρευσης της απεργίας και επιβολής εξοντωτικής καταστολής της, αλλά και μέτρα ιδεολογικοπολιτικής κατεύθυνσης. Έτσι, π.χ., στα 1869 μοιράστηκε, όπως γράφει ο Γ. Κορδάτος, σε όλες τις πόλεις, όπου υπήρχαν εργάτες, το “εγκόλπιο” ή “συμβουλαί εις τους χειρωνάκτας”, που ήταν μετάφραση μιας γαλλικής μπροσούρας προσαρμοσμένης στις ελληνικές συνθήκες. Το εγκόλπιο συμβούλευε τους εργάτες να είναι υπομονετικοί, να κάνουν ό,τι τους λέει ο εργοδότης τους, γιατί αυτό είναι θέλημα Θεού, οι απεργίες είναι έργο του Σατανά.

Παρά τα εμπόδια όμως, τελικά ιδρύεται το πρώτο εργατικό συνδικάτο:

Αυτό που χαρακτηρίζει τη ιδιαίτερα τη γέννηση του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος είναι ότι αυτή έγινε με συμβολαιογραφική πράξη. Το πρώτο, είναι κατά τον Κορδάτο, το εργατικό  συνδικάτο που ιδρύθηκε στη Σύρο το 1879. Οι εργάτες του Ναυπηγείου ιδρύουν με συμβολαιογραφική πράξη και με τον τίτλο «Αδελφικός Σύνδεσμος Ξυλουργών του Ναυπηγείου Σύρου» τη συνδικαλιστική τους οργάνωση. Το καταστατικό του συνδέσμου πήρε τον τίτλο συμφωνητικού.

(…) Τον ίδιο περίπου καιρό οργανώθηκαν και οι εργάτες των βυρσοδεψείων της Σύρου. Απ’ το 1879 και ως τα 1910, η συνδικαλιστική οργάνωση γνωρίζει μια αρκετά πλατιά οργάνωση. Οι συνδικαλιστικές  οργανώσεις κατά επάγγελμα εμφανίζονται με διάφορες ονομασίες, όπως: Αδελφότης, Αλληλοβοηθητική Αδελφότης, Συντεχνία, Σύνδεσμος, Σύλλογος, Ένωση, Συνδικάτο, Σωματείο.

Τι εννοούμε όμως όταν κάνουμε λόγο για Συνδικάτο; Σε τι διαφέρει απ’ το Σωματείο; Ο Κώστας Μπατίκας εξηγεί:

Στην ονομασία Συνδικάτο αξίζει να σταθούμε για λίγο, γιατί χρησιμοποιήθηκε με διάφορες εκδοχές. Αρχικά με την ονομασία συνδικάτο υποδηλωνόταν η συνδικαλιστική οργάνωση, μέλη της οποίας, ήταν εργαζόμενοι συναφών ειδικοτήτων. Το εργατικό συνδικάτο Άμυνα Αθήνας είχε ως ως μέλη του υπαλλήλους ξενοδοχείων, εστιατορίων, καφενείων και οικιών. Αργότερα, συνδικάτο ήταν μια τοπική ένωση ξεχωριστών σωματείων συναφών επαγγελμάτων. Τέτοιο ήταν το Συνδικάτο Πρόοδος Αθήνας, που ήταν ένωση των σωματείων της Αθήνας, των υπαλλήλων καφεπωλείων, των γκαρσονιών, των μαγείρων και των ξενοδοχοϋπαλλήλων.

Ακόμα και σήμερα πολλοί εργάτες, όταν γίνεται λόγος για συνδικάτο, εννοούν μια συνδικαλιστική οργάνωση που έχει μέλη της εργάτες συναφών ειδικοτήτων. Έτσι, π.χ., οι οικοδόμοι ονομάζουν σωματείο την οργάνωση μιας ειδικότητας (σωματείο ελαιοχρωματιστών), ονομάζουν όμως συνδικάτο την οργάνωση που έχει μέλη της  από όλες τις ειδικότητες των οικοδόμων (Συνδικάτο Οικοδόμων Αθήνας). Βλέπουμε, λοιπόν, ότι επέζησε η πρώτη εκδοχή της έννοιας συνδικάτο.Οι ονομασίες «σύνδεσμος» και «ένωση» χρησιμοποιούνταν περισσότερο για να υποδηλώσουν οργανώσεις που είχαν μέλη τους από όλα τα επαγγέλματα ή ειδικότητες σε μια πόλη.

Ανεξάρτητα πάντως απ’ την ονομασία τα πρώτα ελληνικά συνδικάτα ήταν απ’ την άποψη της οργανωτικής μορφής: 1) οργανώσεις κατά επάγγελμα και πόλη (π.χ. Τυπογράφοι Αθήνας), 2) οργανώσεις όλων των εργατών μιας πόλης (π.χ. Εργατικός Σύνδεσμος Πατρών), 3) οργανώσεις κατά επιχείρηση (π.χ. Σύνδεσμος Υπαλλήλων Τροχιοδρόμων Αθηνών-Πειραιώς-Περιχώρων, που μπορούσε να συμπεριλάβει όλους τους εργαζόμενους στην επιχείρηση), 4) οργανώσεις κατά επάγγελμα ή ειδικότητα σε μια επιχείρηση (π.χ. Ξυλουργοί Ναυπηγείου Σύρου).

Όλες ήταν τοπικού επιπέδου. Εκείνες οι οργανώσεις, όπως η Πανελλήνια Ένωση Μηχανικών των Εμπορικών Ατμοπλοίων, είναι «πανελλήνιες» λόγω της φύσης του ναυτικού επαγγέλματος. Δεν έχουμε, δηλαδή, σ’ αυτήν την περίοδο και μέχρι το 1918, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, οργανώσεις που να ενώνουν κεντρικά ή ομοσπονδιακά τους εργάτες του ίδιου επαγγέλματος σε πανελλαδικό επίπεδο.

Ο Κώστας Μπατίκας συγκέντρωσε στο βιβλίο του πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία σ’ αυτό το κεφάλαιο. Μαθαίνουμε για παράδειγμα λεπτομέρειες για την εξέλιξη των αγγλικών συνδικάτων (και την λεγόμενη εργατική αριστοκρατία που αναδύθηκε εκεί), των γαλλικών «bourses du travail», για τα σοβιετικά συνδικάτα φυσικά, για τις «Company Unions» της Αμερικής, για όσα διαδραματίστηκαν στη Σερβία και τη Βουλγαρία, κ.α.

Απ’ τα σημεία που προσωπικά ξεχώρισα ήταν πως ήδη από το 1870 στα γερμανικά συνδικάτα ήταν μέλη περίπου 1000 εργάτριες (και δεν ήταν αυτονόητο ξέρετε να συμμετέχουν γυναίκες στη συνδικαλιστική οργάνωση, παντού), πως στην Ιαπωνία κάποια στιγμή ήταν σε ισχύ 44 χιλιάδες (!) συμβάσεις εργασίας και άλλα που αξίζει να διαβάσετε κι εσείς.

.

.

(συνεχίζεται εδώ)

.

.

.

.

Παρουσίαση βιβλίου: «Συνδικάτα και Πολιτική» του Κώστα Μπατίκα -Μέρος Ι

.

Κώστας Μπατίκας

.

Ο λόγος που σήμερα αρχίζω εδώ την παρουσίαση μιας σειράς αναρτήσεων για το συγκεκριμένο βιβλίο που διαφέρει απ’ αυτά που έχετε συνηθίσει να βλέπετε, δεν είναι μόνο η αδιαμφισβήτητη ιστορική αξία του, αλλά κι η προσωπική μου ανάγκη να τιμήσω τη μνήμη ενός ανθρώπου που εκτιμούσα απεριόριστα κι όσο περνούν τα χρόνια εξακολουθεί να μας λείπει. Πράγμα που σημαίνει πως το παρουσιάζω χωρίς την παραμικρή κριτική διάθεση, αλλά με σκοπό να φωτίσω τις ιδέες του Κώστα Μπατίκα, στις οποίες έμεινε πιστός ως το τέλος κι αυτό από μόνο του σαν γεγονός εμπνέει μεγάλο σεβασμό, ειδικά στην εποχή που ζούμε.

Άκουσα κάποιον να σχολιάζει όταν έφυγε, πως “αν είχε βάλει λίγο νερό στο κρασί του, θα είχε ανέβει στην ηγεσία του Κουμμουνιστικού Κόμματος”. Δεν ξέρω αν έχει αντικειμενική βάση μια τέτοια άποψη μιας και ποτέ δεν παρακολούθησα τις εσωτερικές διεργασίες τόσο στενά, και τα τεκταινόμενα στο εν λόγω ή άλλο κόμμα (άλλοι που γνωρίζουν συμφωνούν πως έτσι θα γινόταν), αλλά είμαι βέβαιη πως ο Κώστας δεν μπορούσε να κάνει εκπτώσεις και δεν τον ενδιέφεραν οι καρέκλες. Άλλες ήταν οι αξίες του. Κι αυτές και μόνο υπηρετούσε πιστά.

Έχω γράψει ξανά για κείνον λίγα λόγια εδώ και θα εξηγήσω πάλι, πως μιλούσαμε και για πολιτικά ζητήματα, αλλά μάλλον λιγότερο απ’ ότι θα μπορούσαμε. Για διάφορους λόγους που δεν σκοπεύω φυσικά να τους αναλύσω. Το μόνο που θέλω να γίνει σαφές μ’ αυτό που έγραψα μόλις, είναι πως συνειδητοποίησα τελικά ότι δεν είχαμε συζητήσει αρκετά σε τι συμφωνούσα και σε τι διαφωνούσα μαζί του, αλλά κάτι μου λέει πως και να το κάναμε  -παρά το ότι δεν θα άλλαζε η γνώμη μου-, στο τέλος εκείνος θα ‘κέρδιζε’ με τα επιχειρήματά του. Οι γνώσεις του ήταν αναμφισβήτητα, απείρως περισσότερες απ’ τις δικές μου.

Πιθανότατα λοιπόν να μην είμαι και το πιο κατάλληλο πρόσωπο για να κάνω αυτή την παρουσίαση σύμφωνα με ορισμένους, πιθανότατα να περίμεναν να δουν αυτό το βιβλίο να παρουσιάζεται από κάποιον γνωστό θεωρητικό του Μαρξισμού με την ανάλογη κριτική.  Αλλά επειδή το μόνο που με οδηγεί είναι ο σεβασμός μου για κείνον, δεν έχω τον παραμικρό ενδοιασμό στο να το κάνω. Το μόνο που μ’ ενδιαφέρει όπως ήδη έγραψα παραπάνω, είναι να εστιάσω στο δικό του λόγο και να τον παρουσιάσω όσο πιο αντικειμενικά μπορώ.

Έναν περασμένο Μάιο έφυγε (17 Μαΐου του 2009) βλέπετε και η επερχόμενη Εργατική Πρωτομαγιά, μου δίνει μια καλή αφορμή.

Αν μην σας κουράσω όμως περισσότερο με το δικό μου πρόλογο (ο μεγαλύτερος που έχω κάνει ποτέ εδώ) κι ας πάμε να δούμε τα του βιβλίου.

Κυκλοφόρησε το 1994 απ’ την Εργοεκδοτική, σε επιμέλεια Αριάδνης Αλαβάνου. Στα δικά μου χέρια έφτασε τον Απρίλη του 2003, απ’ τον ίδιο τον συγγραφέα. Στην εισαγωγή του ο Κώστας Μπατίκας εξηγούσε:

Ο αρχικός σχεδιασμός τούτου του βιβλίου έγινε πριν αρκετά χρόνια και περιελάμβανε αποκλειστικά ζητήματα του συνδικαλιστικού κινήματος. Για διάφορους λόγους δεν μπόρεσε να δει νωρίτερα το φως της δημοσιότητας. Το τωρινό αποτέλεσμα διαφέρει σε σχέση με τους αρχικούς σχεδιασμούς. Οι ανατροπές που συντελέστηκαν απ’ το ’89 και δώθε, εκτός των άλλων είχαν σαν αποτέλεσμα να επανέλθουν στη συζήτηση ζητήματα που θεωρούνταν προ πολλού λυμένα, και να επανεμφανιστούν παλιές λαθεμένες αντιλήψεις πάνω σε θεμελιακά ζητήματα του εργατικού κινήματος. Αυτές οι αντιλήψεις ενώ συνέβαλαν, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, στον αποπροσανατολισμό και στην απομαρξιστικοποίηση του κινήματος, επαναπροβάλλονται σήμερα με την απαίτηση ν’ αναγνωριστούν ως οι μόνες γνήσιες και επαναστατικές στις σύγχρονες συνθήκες.

Η αντιπαράθεση μ’ αυτές τις αντιλήψεις δεν ήταν πλέον δυνατόν, να μη βρει τη θέση της σ’ ένα βιβλίο στο οποίο εξετάζονται ζητήματα του εργατικού κινήματος. Καταλαμβάνει μέρος αυτού του βιβλίου με αποτέλεσμα να εκτοπιστούν απ’ αυτό πολύ σημαντικά ζητήματα που προβλέπονταν στον αρχικό σχεδιασμό, όπως, τα ιδεολογικά ρεύματα στην ιστορική τους διαμόρφωση και ο ρόλος τους στην πορεία του συνδικαλιστικού μας κινήματος, οι συνδικαλιστικές παρατάξεις, το διεκδικητικό πλαίσιο των συνδικάτων και τα αιτήματα τους στην ιστορική τους διάσταση και στην εποχή μας, οι μορφές πάλης, ζητήματα ενότητας και διάσπασης και ορισμένα άλλα.

Η εξέταση αυτών ζητημάτων καθώς και μια διεξοδικότερη ανάλυση της σύγχρονης συνδικαλιστικής πρακτικής και των προβλημάτων που απορρέουν απ’ αυτήν παραμένουν στη στόχευση μας για μελλοντικές προσπάθειες.

Ήταν πολύ αυστηρός με τον εαυτό του σχετικά με τα θέματα που παρέλειψε, ενώ έχει συμπεριλάβει πάμπολλα άλλα στα επτά μεγάλα κεφάλαια του βιβλίου του, το καθένα απ’ τα οποία συνοδεύεται από ξεχωριστή βιβλιογραφία και χάρη σε ‘κείνον μαθαίνουμε τόσα για την ιστορική εξέλιξη των συνδικάτων. Θα τα δούμε πιο αναλυτικά παρακάτω, αλλά πριν παραθέσω κάποια αποσπάσματα στα οποία θεωρώ πως αποκρυσταλλώνονται οι απόψεις του για το ρόλο της εργατικής τάξης, να εξηγήσω πως είχε κριτική στάση έναντι στους “μαρξιστές” και “αριστερούς” (τα εισαγωγικά είναι δικά του) που ξέφευγαν απ’ την ορθόδοξη (ας μου επιτραπεί η έκφραση) ερμηνεία του Μαρξισμού, όπως είχε άλλωστε και για τους πρωτοπόρους του Αναρχισμού (π.χ. στον Προυντόν και στον Μπακούνιν αναφέρεται αρκετές φορές).

Εξετάζει τόσο τους Έλληνες που ασχολήθηκαν στα κείμενα τους με το Μαρξισμό όπως π.χ. ο Ευτύχης Μπητσάκης, όσο και τους ξένους, όπως π.χ. ο Κονστάντσο Πρέβε. Σε κάποια σημεία συμφωνεί μαζί τους αλλά σε άλλα που είναι ίσως και τα πιο θεμελιώδη, διαφωνεί. Δεν ήταν πάντως επ’ ουδενί αρνητικός στην κριτική θεώρηση της μαρξιστικής θεωρίας αλλά διευκρίνιζε:

Εμείς είμαστε σύμφωνοι ότι χρειάζεται κριτική αντιμετώπιση της ίδιας της μαρξιστικής θεωρίας. Είμαστε όμως της γνώμης, ότι για να αντιμετωπίσουμε κριτικά τη θεωρία, πρέπει πρώτα, αν όχι να τη μελετήσουμε, τουλάχιστον να τη διαβάσουμε στο πρωτότυπο. Αλλιώς τα συνθήματα για “κριτική αντιμετώπιση’”και για “μαρξιστική ανανέωση του μαρξισμού” θα παραμένουν συνθήματα χωρίς νόημα και θα οδηγούν αυτούς που τα προβάλλουν στη γελοιοποίηση, καθιστώντας τους επιστημονικά αναξιόπιστους.

Η λέξη επιστημονικά δεν τονίζεται φυσικά τυχαία από κείνον. Πίστευε με πάθος στον επιστημονικό σοσιαλισμό:

Η μαρξιστική θεωρία, επεξεργασμένη στις συνθήκες της Ρωσίας και εμπλουτισμένη με τις νέες επιστημονικές ανακαλύψεις του Λένιν, συνενώθηκε με το πρακτικό εργατικό κίνημα μέσω του μπολσεβίκικου κόμματος που γνώριζε την κοινωνική αναγκαιότητα, τους αντικειμενικούς νόμους κίνησης της κοινωνίας και γι’ αυτό μπόρεσε στην κατάλληλη στιγμή να μετατρέψει την αντικειμενική δυνατότητα της ανατροπής του καπιταλισμού σε πραγματικότητα, να καθοδηγήσει τη ρώσικη εργατική τάξη και να φτάσει την πάλη της ως την πραγματοποίηση της σοσιαλιστικής επανάστασης, της κοσμοϊστορικής επανάστασης του Οχτώβρη του 1917. Ο Λένιν δεν ήταν ούτε δογματικός, ούτε υποκειμενιστής, βολουνταριστής. Ήταν πιστός μαθητής του Μαρξ και του Ένγκελς, ήταν μορφωμένος και γνήσιος μαρξιστής.

Δεν έβλεπε το σοσιαλισμό σαν μια επονόηση ονειροπόλων, τον έβλεπε όπως ο Μαρξ και ο Ένγκελς επιστημονικά, σαν τον “τελικό σκοπό και το αναγκαίο αποτέλεσμα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων της σύγχρονης κοινωνίας”.

“Οι επαναστάσεις δεν γίνονται με διαταγές”. Αυτά τα λόγια του Μαρξ βρίσκονται ακριβώς στον αντίποδα των δογματικών, σεχταριστικών και βολουνταριστικών απόψεων. “Δεν είναι η θέληση ο προωθητικός τροχός της επανάστασης αλλά οι πραγματικές συνθήκες”. Χρειάζεται πολύχρονος και σκληρός αγώνας για να φτάσει η εργατική τάξη στην πραγματοποίηση της. Αυτός ο αγώνας πρέπει να γίνεται στη βάση της πραγματικότητας με επιστημονική γνώση των πραγματικών συνθηκών. Όχι φράσεις για την επανάσταση “όχι υποκατάσταση της επαναστατικής εξέλιξης με την επανάσταση της φράσης”.

Κι αλλού σχολίαζε:

Η συγκάληψη, η αντιστροφή, η μυστικοποίηση των κοινωνικών σχέσεων στον καπιταλισμό, η αντιστροφή στην εμφάνιση τους στην επιφάνεια της αστικής κοινωνίας απαιτεί συνεχή ιδεολογικό αγώνα για την διαλεύκανση των μυστηρίων και για την αποκάλυψη της πραγματικότητας. Η εγκατάλειψη αυτού του αγώνα απ’ το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα για δεκαετίες ολόκληρες, οι διαστρεβλώσεις και η εγκατάλειψη της θεωρίας συσκότισαν τις διαδικασίες του σύγχρονου καπιταλισμού, συνέβαλαν στον αποπροσανατολισμό προοδευτικών διανοητών και ηγεσιών του κομμουνιστικού κινήματος, της προδοσίας των στόχων του, της εγκατάλειψης του έργου της κοινωνικής απελευθέρωσης, της διάλυσης και της υποταγής στον ιμπεριαλισμό. Το πως όλα αυτά μπόρεσαν να συμβούν, κάτω από ποιες αντικειμενικές συνθήκες, αποτελεί το ζητούμενο της σύγχρονης μαρξιστικής σκέψης που καλείται να ξανατοποθετήσει τη διαλεχτική στη σωστή της θέση με το κεφάλι προς τα πάνω και απαλλάσσοντας τον επιστημονικό σοσιαλισμό απ’ τα αστικά και μικροαστικά δόγματα και αντιλήψεις να τον επαναφέρει στο επίπεδο των ιδρυτών και συνεχιστών του, στο επίπεδο των Μαρξ-Ένγκελς-Λένιν. Μόνο τότε είναι δυνατόν να δοθούν επιστημονικές απαντήσεις στα σύγχρονα προβλήματα, να επανασυνδεθεί ο επιστημονικός σοσιαλισμός με το εργατικό κίνημα και να ανασυγκροτηθεί αυτό το κίνημα σε επαναστατική, σε κομμουνιστική βάση.

Ξεκαθάριζε τη θέση του δηλαδή σχετικά με το ποιο πρέπει να είναι το ζητούμενο της σύγχρονης μαρξιστικής σκέψης και κατέληγε:

Απαιτείται λοιπόν σύνδεση της οικονομικής με την ιδεολογική και πολιτική βάση. Αυτό είναι το βασικό καθήκον του επαναστάτη και του επαναστατικού κινήματος κι αυτό τον ξεχωρίζει απ’ τον αστό και την αστική πολιτική και όχι η υποστήριξη της οικονομικής πάλης γενικά και αυτοτελώς παρμένης, πράγμα που το κάνουν αστοί και ρεφορμισμός, αστικά και ρεφορμιστικά κόμματα κι οργανώσεις.

Σαφώς αυτές του οι απόψεις του δεν γινόταν δεκτές απ’ όλους τους συντρόφους του μ’ ενθουσιασμό. Κάθε άλλο. Κι είναι σαν να τους απαντά με τον τρόπο του στο ακόλουθο απόσπασμα σε όσα προφανώς του καταμαρτυρούσαν:

Υπήρχαν περίοδοι όπως αυτή που προηγήθηκε της ανοιχτής κρίσης του 1989 στο ΚΚΕ, που κάθε άποψη, ακόμα και η χρησιμοποίηση λέξεων, όπως επανάσταση, ανατροπή του καπιταλισμού, ταξική πάλη, ταξική εξουσία, ταξική πολιτική κ.α. κατατροπώνονταν και εξοβελίζονταν και οι φορείς τους αναθεματίζονταν ως “αριστεριστές”, “δογματικοί”, “ξεκομμένοι απ’ τη ζωή”, και επιπλέον σαν άνθρωποι που δεν κατανόησαν τις ιδέες των Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν.

Η αντίληψη να αφεθεί η πάλη για την εξουσία για ευθετότερο χρόνο, “όταν ωριμάσουν οι συνθήκες”, δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με τον Μαρξ και τον μαρξισμό (…) Μια πολιτική που δεν θεωρεί αναγκαία την πάλη για την εξουσία ή που μεταθέτει στο απώτερο μέλλον την πάλη αυτή, στο όνομα των μεταρρυθμίσεων και στο όνομα του να βελτιωθεί η θέση των εργαζομένων τώρα, δεν απεμπολεί μόνο το μέλλον του κινήματος. Είναι σε βάρος και του παρόντος, σε βάρος των κατακτήσεων και των δημοκρατικών δικαιωμάτων στα πλαίσια του συστήματος.

(…) Χωρίς το στόχο της ανατροπής και η παραμικρή καλυτέρευση στα πλαίσια του συστήματος είναι ουτοπία. Οι μόνες σωστές θέσεις για την επιτυχή έκβαση της πάλης για μεταρρυθμίσεις στα πλαίσια του συστήματος είναι οι θέσεις του μαρξισμού. Μόνο όταν το εργατικό κίνημα αφομοιώνει τις θέσεις του μαρξισμού, μόνο όταν παλεύει για την επανάσταση, μπορεί να πετυχαίνει συνεχή βελτίωση της θέσης των εργατών φέρνοντας παράλληλα πιο κοντά την ανατροπή του συστήματος.

Φυσικά αναφερόταν σε πολλά σημεία του βιβλίου ονομαστικά στα ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ και στα πολιτικά γεγονότα που έλαβαν χώρα μετά το 1974. Απαντούσε παράλληλα σε όσους πιστεύουν πως η εργατική τάξη δεν υπάρχει πια ή έχει αλλοτριωθεί, και άρα δεν μπορεί ν’ αποτελεί επαναστατική δύναμη. Εξηγούσε επίσης ποια ήταν η γνώμη του για την κατάρρευση του Κομμουνισμού στην πρώην Σοβιετική Ένωση, έγραφε λίγα λόγια για για τα διαταξικά κινήματα, τι θεωρούσε πως πρέπει να γίνει στο μέλλον και άλλα πολλά που αξίζει να διαβάσετε μόνοι σας.

Πραγματικά δυσκολεύτηκα να καταλήξω στα συγκεκριμένα αποσπάσματα που παρέθεσα, αλλά ελπίζω τουλάχιστον να σας έδωσα να καταλάβετε μ’ αυτές μου τις επιλογές τι πίστευε και πρέσβευε σε γενικές γραμμές πριν προχωρήσουμε στην πολύ ενδιαφέρουσα ιστορική αναδρομή της δημιουργίας των συνδικάτων παγκόσμια και της σχέσης τους με την πολιτική εξουσία.

Περισσότερα για την δική του πορεία, μπορείτε να διαβάσετε εδώ κι αν σας ενδιαφέρει να βρείτε δικά του άρθρα υπάρχουν εδώ, στο αρχείο του περιοδικού «Αριστερή Ανασύνταξη«, στο οποίο αρθρογραφούσε μέχρι τον θάνατο του.

.

(συνεχίζεται)

.

.

.

.

.

Kώστας Μπατίκας – Καλό σου ταξίδι…

.

Per_105490

.

Άλλη ανάρτηση σκεφτόμουν να κάνω σήμερα, αλλά τελικά άλλα πράγματα θα γράψω. Θα σας πω για τον Κώστα, που εγώ γνώρισα και έφυγε την Κυριακή, στα 64 του μόλις χρόνια.

Είχε μεγάλη πολιτική ιστορία κι είχαμε μιλήσει μερικές φορές και γι’ αυτά τα θέματα.

Μου είχε χαρίσει το βιβλίο του «Συνδικάτα και Πολιτική» και είχαμε συνεργαστεί υπέροχα όταν συναντηθήκαμε κάτω απ’ την ίδια επαγγελματική στέγη.

Κυρίως όμως με τον Κώστα κάναμε καλή παρέα κι ας μας χώριζαν κάτι λίγες δεκαετίες ζωής. Μπορούσα να συζητήσω πολλά πράγματα μαζί του και ήταν χαρά μου να βγούμε έξω μαζί για καμιά μπυρίτσα.

Ξέρω πως το ίδιο συνέβαινε και με άλλους ανθρώπους που τον γνώρισαν και δεν ήταν τυχαίο, αφού ξεχώριζε με τη σοφία του, την ηρεμία του, την ευγένεια, την τρυφερότητα του, την καλή του διάθεση να ακούσει τον άλλο, το χιούμορ του.

Εγώ αυτόν τον Κώστα γνώρισα και τον σκεφτόμουν τις τελευταίες μέρες.

Χαθήκαμε για λίγο μέσα απ’ τις διαφορετικές πορείες της ζωής μας και λέγαμε με μια φίλη, πόσο ωραία θα ήταν να ξαναβρισκόμασταν και πάλι. Δεν προλάβαμε όμως.

Με πήρε τηλέφωνο εκείνη για να μου πει ότι ο Κώστας έφυγε. Αλλά εγώ δεν νομίζω πως γίνεται έτσι με τους ανθρώπους που αγαπάμε.

Νομίζω πως τους έχουμε πάντα μαζί μας. Κι εγώ έχω μια εικόνα ενός Κώστα γελαστού κι αυτήν λέω να κρατήσω.

Καλό σου ταξίδι…

.

.

Ο Κώστας Μπατίκας (1945-2009) γεννήθηκε στα Στουρναραίικα Τρικάλων. Ήταν το όγδοο και προτελευταίο παιδί μιας αγροτικής οικογένειας. Παρακολούθησε το γυμνάσιο στη Λάρισα και σε ηλικία 18 ετών μετανάστευσε στη Γερμανία, όπου είχαν μεταναστεύσει ήδη τρία από τα αδέλφια του, με σκοπό να σπουδάσει. Σπούδασε γεωπόνος ενώ εργαζόταν παράλληλα σε διάφορες δουλειές για να εξασφαλίσει τα προς το ζην. Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας ανέπτυξε σημαντική αντιδικτατορική δράση στο φοιτητικό και μεταναστευτικό κίνημα της Δυτικής Γερμανίας. Εξαιτίας αυτής του της δράσης ήταν από τους πρώτους Έλληνες της Γερμανίας στους οποίους η χούντα αφαίρεσε το διαβατήριο. Εντάχθηκε στο ΚΚΕ το 1968, υπήρξε μέλος του Γραφείου της Οργάνωσης και αργότερα του Γραφείου της Επιτροπής Γερμανίας με οργανωτικά και διαφωτιστικά καθήκοντα. Μετά τη μεταπολίτευση επέστρεψε στην Ελλάδα και πρόσφερε τις υπηρεσίες του σαν στέλεχος του ΚΚΕ από διάφορες καθοδηγητικές θέσεις. Υπήρξε μέλος της Κ.Ε. του ΚΚΕ από το 10ο συνέδριο (1978) μέχρι το καλοκαίρι του 1989, όταν συγκρούστηκε με τον κυβερνητισμό της ηγεσίας του κόμματος που οδήγησε στη συνεργασία με τη Ν.Δ. και την κυβέρνηση Τζανετάκη. Μαζί με άλλα στελέχη και μέλη του ΚΚΕ που αποχώρησαν την ίδια περίοδο, υπήρξε συνιδρυτής του Νέου Αριστερού Ρεύματος (ΝΑΡ), αλλά αποχώρησε και από αυτό το 1991 μαζί με άλλους συντρόφους του, επειδή διαφώνησε με τις θέσεις που σηματοδοτούσαν εγκατάλειψη της μαρξιστικής – λενινιστικής θεωρίας. Το 1992 πρωτοστατεί στην έκδοση του θεωρητικού – πολιτικού περιοδικού «Αριστερή Ανασύνταξη», στο οποίο αρθρογραφούσε μέχρι το θάνατό του, καθώς και στην ίδρυση της ομώνυμης οργάνωσης. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος και θεωρητικός νους της κομμουνιστικής οργάνωσης «Ανασύνταξη», που προέκυψε το 2007 από τη συνένωση της «Αριστερής Ανασύνταξης» με την οργάνωση «Εργατική Πολιτική». Παρήγαγε θεωρητικές επεξεργασίες για ένα ευρύ φάσμα πολιτικών ζητημάτων, όπως το εθνικό ζήτημα, το αγροτικό ζήτημα, ζητήματα οργανωτικής δομής, λειτουργίας και δράσης των συνδικάτων και το ενιαίο μέτωπο πάλης των εργαζομένων. Ιδιαίτερα αφιερώθηκε στην επανα-ανακάλυψη της μαρξιστικής – λενινιστικής θεωρίας για το σοσιαλισμό – κομμουνισμό και της επαναστατικής μετάβασης σ’ αυτόν μέσα από την αντιπαράθεσή του με τις ποικίλες αστικές διαστρεβλώσεις της. Πηγή: BiblioNet.gr

.

.

.

.

.

.