Για το «Άγγιξέ με», του Γιώργου Τριανταφύλλου: Η ποίησή του μέσα απ’ τα μάτια μου…

Για τα αγγίγματα που αφήνουν πληγές

Για όλους όσους ακόμα δεν αγγίξαμε

και για τα βαθιά αγγίγματα που ζουν κάτω απ’ το δέρμα μας

Γιώργος Τριανταφύλλου

Photo credits: Ιωάννης Βαρούτης

Έχω πει και γράψει στο παρελθόν ότι τα ποιήματα δεν πρέπει να εξηγούνται…

Επειδή το να εξηγείς εκτεταμένα ένα ποίημα, είναι ένα είδος νοερής ταφής. Σαν να του βάζεις μια ετικέτα, να το ‘στριμώχνεις’ σ’ ένα κουτί, να το ‘τακτοποιείς’ σ’ ένα ράφι και να μην μπορεί να είναι πια κάτι άλλο, παρά μόνο αυτό που εσύ όρισες. Τα ποιήματα χρειάζονται αναπνοές.. Ακριβώς όπως κι οι άνθρωποι. Καινούρια βλέμματα να τα ντύνουν με προσδοκίες, απορίες, αμηχανία ίσως, αλλά και πιθανότητες. Να μην είναι μονοσήμαντα, αλλά να μετασχηματίζονται και ν’ αλλάζουν. Να σκύβουν πάνω τους χαμογελαστά πρόσωπα, σκυθρωπά, θυμωμένα, μπερδεμένα, γαλήνια και να βρίσκουν μέσα τους κάτι διαφορετικό.. Ή και κάτι ίδιο. Κανείς όμως να μην έχει απόλυτα δίκιο και κανείς να μην έχει απόλυτα άδικο, ως προς το τι είναι ένα ποίημα..

Κι έτσι σήμερα εδώ*, αυτό που θα κάνω, δεν είναι λοιπόν μια ανατομία των ποιημάτων του Γιώργου Τριανταφύλλου. Απλώς θα μοιραστώ μαζί σας σκέψεις που μου γέννησε η ανάγνωσή τους. Δεν μου πάνε, γενικά οι βεβαιότητες. Τις βρίσκω αν θέλετε, εξαιρετικά αλαζονικές.

Η ματιά μας άλλωστε τόσο στη λογοτεχνία όσο και στην ποίηση ευτυχώς, είναι προσωπική.

Αυτό που πρόσεξα λοιπόν στα ποιήματά του “Άγγιξέ με” ήταν αρχικά οι εικόνες τους. Εικόνες με χρώμα και ήχο. Έντονες. Δεν είναι βότσαλα που πέφτουν απαλά σε ήσυχη λίμνη δημιουργώντας ομόκεντρους κύκλους. Έχουν εκρηκτικότητα. Κι υποβλητικότητα. Ο τρόπος που χρησιμοποιεί τα επίθετα άλλωστε ο δημιουργός τους, για να υπογραμμίσει ή και να προσδιορίσει ποιότητες κι η συμπύκνωση των νοημάτων του, συνδράμουν στο σκοπό του. Έτσι μας κάνει να παρατηρήσουμε έναν “ξερακιανό άνεμο”, μια “ιερόδουλη ευτυχία”, ορισμένες “ασυγύριστες έξεις”, κάποιο “αδέσποτο ψέλλισμα”, μεταξύ άλλων.

Όσον αφορά το χρόνο του ορίζοντα των γεγονότων του τώρα, πρόσεξα ότι είναι σύγχρονος ως επί το πλείστον με μικρά φλας μπακ στο αναμνησιακό παρελθόν, μιας όχι ωστόσο εξιδανικευμένης, παιδικής ηλικίας. Κι όσο για το χώρο, τον σκηνοθετεί πάντα με θεατρικότητα, είτε μας μεταφέρει σε κλειστοφοβικά δωμάτια, είτε σε πολυσύχναστα μπαρ, είτε σε κάποιες γειτονιές της Αθήνας ή πόλεις σαν τη Βιέννη, με αποκορύφωμα φυσικά το ποίημά του, “Παστορέλα”.

Τα θέματά του ποικίλλουν επίσης. Είναι φανερή η κοινωνική του ενημερότητα κι η πολιτική του θέση. Τα μικρά και μεγάλα δράματα που συντελούνται καθημερινά γύρω μας, στη θάλασσα όσον αφορά το προσφυγικό αλλά και στη στεριά με το πλήθος των αστέγων και των ολοένα περισσότερο φτωχοποιημένων και περιθωριοποιημένων συνανθρώπων μας, δεν τον αφήνουν αδιάφορο. Ο σεξισμός, ο φασισμός, ο ρατσισμός, η ομοφοβία κι άλλα σύγχρονα φαινόμενα καταγράφονται απ’ την πένα του και στηλιτεύονται. Κι είναι πότε τα απορρίμματα του καπιταλισμού στην “Γκρίζα Βίλλα” και πότε η διάψευση των οραμάτων στο “Συναξάρι”, που μας κάνουν ν’ αναρωτηθούμε για τον τρόπο που βλέπει το μέλλον.

Αλλά φαίνεται πως την ελπίδα του την εναποθέτει σε κείνα τα παιδιά που είναι “ξυπνητήρια μες τη λάσπη και καρφιά στους καναπέδες μας” όπως γράφει στο ποίημα “Θέατρο Εμπρός”. Κι ευτυχώς υπάρχουν τέτοια…

Όταν δεν ασχολείται με τα κακώς κείμενα του κοινωνικοπολιτικού μας γίγνεσθαι, φλερτάρει πότε με ενοχή και πότε με αυταπάρνηση. Και μου θυμίζουν όσα καταθέτει στην “Απιστία”, στο “Άγγιξέ με”, στη “Μεταβίβαση” και στο “Ανθή”, εκείνη τη φράση του Λουίς Θερνούδα : “Αλήθεια είναι, πως η ποίηση γράφεται και με το κορμί”.

Κι η σχεδόν σωματική ποίησή του (μια καταγραφή βιωμάτων), με τις σουρεαλιστικές και εξπρεσιονιστικές επιρροές, βρίθει διαψεύσεων, ματαιώσεων, απωλειών. Κι όταν διαβάζω τον αγαπημένο του Ρολάν Μπαρτ που έγραψε: “Έτσι είναι φτιαγμένη η ζωή: από μια σειρά μικρές μοναξιές” είναι λες και βλέπω σ’ αυτή τη φράση τον άνθρωπο προς τιμήν του οποίου είμαστε εδώ σήμερα.

Είναι έκδηλος ο σπαραγμός του στα αυτοβιογραφικά ποιήματα όπως το “Σκάκι” και τα “Λευκά Αιμοσφαίρια” όπου ψηλαφεί τη θνητότητα, αλλά καταγράφω και τη δύναμή του στο “Άγγιξέ με ξανά” και σε κείνους τους στίχους που πιστοποιούν ότι είναι διαρκώς ετοιμοπόλεμος:

Γεμίστε τα ποτήρια με κονιάκ/ όχι για τον νικητή αλλά για τον παίχτη…

Παίζει λοιπόν μονίμως με τις πιθανότητες, σαρκάζει, αποδομεί και με πικρό χιούμορ εγκαλεί όταν χρειάζεται ακόμη και τους πιο ..υψηλά ιστάμενους, όπως στην “Προχειροδουλειά

Και παρά την παραδοχή μιας, ενίοτε, έλλειψης ισχύος δεν παραδίνεται. Ο “Βυσσινόκηπος” του ανθίζει και μαζί του κι εμείς:

οι ρίζες μας” γράφει “να σπάνε το πάτωμα / και τα αγκάθια μας / να προστατεύουν την ομορφιά…” προτρέπει. Λαμπερά αγκάθια αυτά, μα την αλήθεια…

Κι έτσι τον πιστεύουμε κι ελπίζουμε ότι θα νιώσουμε την ευτυχία, όπως εκείνος περιγράφει τη σκηνή στο ποίημα “Αναφορά στην Τέχνη”:

Μα να, ακούμε την ευτυχία να έρχεται

με τραγούδια και γέλια.

Την ακούμε απ’ το κομμένο αυτί του Βαν Γκογκ…

Εγώ την ακούω. Εσείς;

.

Αικατερίνη Τεμπέλη

.

*Το κείμενο αυτό διαβάστηκε στις 7/10/2019, στη διάρκεια της παρουσίασης της πρώτης ποιητικής συλλογής του Γιώργου Τριανταφύλλου, στο «Αίτιον».

.

Κι η μουσική μαζί σου… – Οι ταξιδιωτικές μου σημειώσεις στην DreamCity

Τον περασμένο χειμώνα, όπως και την άνοιξη, έγραψα ελάχιστα κείμενα που να μπορούσαν να δημοσιευτούν μιας και βρίσκομαι στην περίπλοκη θέση του να ασχολούμαι με περισσότερα από ένα βιβλία, εκτός των άλλων δραστηριοτήτων μου.

Έτσι, όταν ο Σπύρος Ρουγγέρης μου πρότεινε να σκεφτώ τι θα ήθελα να κάνω στην DreamCity και στο ιντερνετικό ραδιόφωνό της, βέβαια μου πέρασε απ’ το μυαλό, για μια ακόμη φορά, η πιθανότητα να ξανακάνω εκπομπή. Είναι ένα ενδεχόμενο με το οποίο φλερτάρω μεν τα τελευταία χρόνια, αλλά διάφορα υπαρκτά εμπόδια με κάνουν να το αναβάλλω.

Με την ευκαιρία που το αναφέρω αυτό, να ευχαριστήσω κι από ‘δω τους ανθρώπους που μου το πρότειναν στο πρόσφατο παρελθόν κι ακόμη περισσότερο έναν που προσφέρθηκε να μου φτιάξει ολόκληρο σταθμό. Κάτι παραπάνω από ευγενική η προσφορά. Μακάρι να γινόταν να “τρέχω” τέτοια εγχειρήματα, αφού είναι μεγάλος έρωτας για μένα το ραδιόφωνο ανέκαθεν, αλλά δεν είναι εφικτό.

Κι αφού λοιπόν κατέληξα στο ότι δεν μπορώ ακόμη, να διαθέσω το χρόνο που απαιτείται για να προετοιμάσω μια εκπομπή, όπως την θέλω, είπα στον Σπύρο ότι σκοπεύω να συνδυάσω λέξεις και νότες ..αλλιώς. Να γράφω δηλαδή μικρά κείμενα, με αφορμή συγκεκριμένα τραγούδια, ώστε ν’ ”αποζημιώσω” κι εσάς που παραπονιόσασταν ότι δεν δημοσιεύω συχνά πια κάτι δικό μου, που να μπορείτε να διαβάσετε.

Η ιδέα μου του άρεσε κι έτσι ξεκινήσαμε μες το καλοκαίρι αυτή τη συνεργασία, για να τη χαρούμε όλ@. Κι εσείς κι εγώ και η παρέα του DreamCity. Είχε προηγηθεί η αναδημοσίευση συγκεκριμένων αναρτήσεών μου, στο blog της “Ονειρούπολης”, φυσικά με την άδειά μου, αφού κι αυτές είχαν σχέση με τη μουσική.

Δεν πρόλαβα να σας ανακοινώσω από ‘δω τα νέα, μιας και ταξίδευα, αλλά ακριβώς γι’ αυτό το λόγο τα μικρά αυτά κείμενα χαρακτηρίζονται από μένα ως “ταξιδιωτικές σημειώσεις”. Γιατί φυσικά κι οι πόλεις, οι χώρες στις οποίες βρέθηκα, έπαιξαν το ρόλο τους, στο να τα γράψω. Οι εικόνες τους πέρασαν στη σκέψη μου, οδήγησαν την έμπνευσή μου σε συγκεκριμένα “τοπία”. Κι αυτά μοιράζομαι μαζί σας.

Θα βρείτε όσα ήδη δημοσιεύτηκαν κατά σειρά, κάνοντας κλικ στ’ αντίστοιχα Vol εδώ (o Σπύρος σκέφτηκε αυτή την “αρίθμηση” και με βρήκε σύμφωνη) και για τα επόμενα απλώς αρκεί να ψάχνετε στην ..Dream City News κατά καιρούς. Όσο για τις φωτογραφίες, να πω ότι τις περισσότερες τις τράβηξα εγώ η ίδια και κάποιες άλλες, ελάχιστες τις βρήκαμε στο ίντερνετ (προσέχοντας πάντα να είναι ελεύθερες δικαιωμάτων).

Το γιατί τώρα απάντησα θετικά στον Σπύρο, ενώ σε αντίστοιχες περιπτώσεις αρνήθηκα, έχει να κάνει καθαρά με τον στενό μου φίλο, Γιώργο Τσιτούρα. Πέρυσι μου είχε πει γι’ αυτό το σταθμό, ένα βράδυ άκουσα εκείνον και τον Σπύρο να κάνουν εκτάκτως μαζί εκπομπή, τους ξανάκουσα κι έτσι όταν ήρθε η πρόταση του δεύτερου, είχα ήδη μια ιδέα.

Δεν ρώτησα τίποτα άλλο, δεν ήξερα κάτι περισσότερο ούτε για το σταθμό, ούτε για τις επιδιώξεις των παιδιών, ως τη μέρα που αφού είχα ήδη ξεκινήσει να γράφω το “Κι η μουσική μαζί σου…”, ζήτησα απ’ το Σπύρο να μου στείλει δυο λόγια για το πώς και το γιατί. Κι αυτά θα διαβάσετε παρακάτω:

.

Ένα φθινοπωρινό μεσημέρι του 2016, δύο Ονειροπόλοι (η Αγγελική και ο Σπύρος), μία Ιδέα κι ένα Όνειρο, ήταν αρκετά για να δημιουργηθεί η Ονειρούπολη (DreamCity).

Στην αρχή με τη μορφή μιας ομάδας στο facebook, στη συνέχεια με τη δημιουργία του web radio και της ιστοσελίδας που αυτό θα φιλοξενούνταν καθώς και της σελίδας του στο facebook, των λογαριασμών στο Instagram και στο twitter και τέλος (μέχρι στιγμής) τη δημιουργία του blog της Ονειρούπολης.

Η DreamCity λοιπόν και το DreamCity WebRadio είναι μία κοινότητα ανθρώπων και μία ιντερνετική ραδιοφωνική παρέα, μέσα από την οποία εμείς οι «κάτοικοί» της, «ανταλλάσσουμε» μουσική, απόψεις, γνώσεις, ιδέες, χιούμορ και πολιτισμό.

Στο ιντερνετικό ραδιόφωνο της «Ονειρούπολης», η μουσική παίζει ασταμάτητα όλο το 24ωρο, ενώ μπορεί κανείς να παρακολουθήσει και τις προγραμματισμένες ζωντανές εκπομπές των εκλεκτών παραγωγών.

Στην ομάδα DreamCity στο facebook, τα μέλη μπορούν να δημοσιεύουν, οτιδήποτε έχει σχέση με μουσική, λογοτεχνία, ποίηση, θέατρο, κινηματογράφο, φωτογραφία, αρχιτεκτονική, γλυπτική και φυσικά ότι έχει σχέση με το καλό χιούμορ.

Το Όνειρο;

Μία παρέα γεμάτη από ήχους και χρώματα, απαλλαγμένη όμως από κάθε είδους «χρωματισμό», χωρίς φανατισμούς και παρωπίδες!

Μία παρέα ο ένας για τον άλλον και όλοι για όλους!

Έτσι ακριβώς όπως ονειρευόμαστε την κοινωνία μας!

Web page: www.dreamcity.gr

Blog: https://news.dreamcity.gr/

Facebook group: https://www.facebook.com/groups/935813559800756/

Facebook page: https://www.facebook.com/DreamCityWebRadio/

Instagram: https://www.instagram.com/dreamcitywebradio/

Twitter: https://twitter.com/DreamCityWR

Email: info@dreamcity.gr

.

Αυτά λοιπόν, έγραψε εκείνος. Τώρα, για το μέλλον αυτής της συνεργασίας, δεν έχω να σας πω πολλά. Θα δούμε τι χατίρια θα μου κάνει ο χρόνος μιας κι επίκεινται κι άλλες νέες συνεργασίες απ’ το φθινόπωρο. Αν δεν τα καταφέρω να ετοιμάσω πολλά ακόμη κείμενα φέτος, ίσως το 2020 πάλι. Αρκεί να είμαστε καλά… Αυτό είναι το βασικό ζητούμενο για όλ@.

Κάθε επιτυχία εύχομαι στην Αγγελική και τον Σπύρο, σ’ όλη την παρέα της “Ονειρούπολης” τους κι ακολούθως σε ‘σας που θ’ ακούσετε ελπίζω το σταθμό, καλή ακρόαση. Μέχρι να τα ξαναπούμε.

.

.

ΚΗΡΕΣ

.

winter-in-the-dead-wood-1938.jpg!Large

Κι άξαφνα

ρήγμα μαύρο

ανοίχτηκε μπροστά μας.

Σπαρμένο δόντια κτήνους

ανελέητα.

.

Κατρακυλήσαν μονομιάς

στ’ άγριο κενό του

όλα τα όνειρα

του κυκλοθυμικού καλοκαιριού.

Και που τζιτζίκια και

θαλασσινές σπηλιές

που αλμύρα

κι ασημένιες φεγγαράδες.

.

Η πιο βαριά σιωπή

τρύπωσε μέσα μας.

Πηχτό σκοτάδι μας σακάτεψε.

Ως το μεδούλι

πόνος…

.

Για τα χαμένα ελάφια

για τ’ αστραφτερά τα μάτια

των κοριτσιών

που πια δεν θα στεγνώσουν

ποτέ ξανά

στον ήλιο τα μαλλιά τους.

.

Κι η τελευταία αγκαλιά

θα μας στοιχειώνει…

.

Όλοι οι απόντες

στις χρωματιστές φωτογραφίες.

Κόρες και γιοι.

Πατέρες, μάνες,

βρέφη

κι αδέρφια

αγνώστων που τους ψάξαμε μαζί τους.

.

Κι ούτε γιαγιά, παππούς πια,

ούτε πειράγματα, γαργαλητά,

-“για κοίτα πόσο ψήλωσα!”-

βουτιές και μπάνια…

.

Δεν έχει πράσινο καθόλου εδώ,

βουβό το δάσος δίχως τα πουλιά του.

Κάτι κλαδιά ικεσίας

όλο στάχτη.

Χέρια αδειανά που

επιμένουν…

.

Κι όσο κόκκινο

απ’ το αίμα μας που ασπαίρει,

όσο κόκκινο

κι αν δώσαμε

αυτό το ρήγμα

δε γεμίζει με τριαντάφυλλα.

.

Τις ξέσκισε τις σάρκες μας

δε χόρτασε.

Πήραν οι Κήρες

τόσους όμορφους στον Άδη…

.

Μα τώρα,

πρέπει,

(πώς δεν ξέρω…)

να στηθεί μια γέφυρα.

Μια γέφυρα που να μας πάει στο “μετά”…

.

Τώρα

που μέσα μας το κουβαλάμε

αυτό το ρήγμα.

.

Ν’ ανοίξουμε τα μυστικά

δωμάτια της καρδιάς μας

να ‘ρθουν απ’ τον αιώνιο ύπνο τους

σαν πρώτα

όλοι

οι λαμπροί αγαπημένοι μας…

.

Για να ζεστάνουν

μ’ όσα ζήσαμε μαζί τους

-καρέ καρέ αυτή η ταινία ευτυχίας-

τα παγωμένα μας τα μέλη…

.

Να ξεδιπλώσουν τα χαμόγελά τους

ως το ουρανό

σα φυλαχτά, σαν άστρα…

.

Με την αγάπη τους ασπίδα

-την άφθαρτη αγάπη τους-,

να στήσουμε μαζί…

Να τη στήσουμε

μαζί

αυτή τη γέφυρα.

.

Δεν ξέρω πως…

-“Δεν έμεινε πια τίποτα”

-«Μα είν’ η αγάπη τόσα».

.

Δεν ξέρω πως

αλλά

η ζωή

θα δείξει…

.

Αικατερίνη Τεμπέλη

.

.

.

*Ο πίνακας της ανάρτησης είναι από εδώ.

.

.

.

.

.

Λες;

.

Λες;

.

.

Λες να ‘φταναν

λίγες σταγόνες κίτρινου

απ’ το χρωστήρα του Van Gogh,

δύο-τρία ψήγματα χρυσού

κλεμμένα απ’ τον Klimt

για να συνθέσουν τα κονσέρτα τους

οι γαλαξίες;

Τη μελωδία της χαράς

στο πάρτι με τους

άστατους κομήτες;

.

Κι ο θείος Einstein

τη γλώσσα βγάζοντάς μας πάντα

θα ‘παιζε

με το Μικρό τον Πρίγκηπα

κάτω απ’ το τριαντάφυλλό του…

.

Λες να ‘φταναν

να ζαλιστεί τ’ άστρο του Τσε

τρεκλίζοντας να πέσει

απ’ το μαύρο σκούφο του

για να προσγειωθεί

στ’ ακόρντα του “Imagine”;

Κι ο Lennon θα ‘γραφε

ένα βαλς

“Της νοσοκόμας και του ναύτη”

που το αιώνιο φιλί τους

μας στοιχειώνει,

ξέρεις…

.

Ουράνια τόξα

θα εκτόξευε

το “Enola Gay”

ζαχαρωτά και σοκολάτες

στο διηνεκές.

Και τα παιδιά

δεν θα ‘τρέχαν γυμνά

ουρλιάζοντας

για να ξεφύγουν απ’ τον όλεθρο.

Ο γύπας

δεν θα παραφύλαγε στη γη

πότε θα πέσει απ’ την πείνα

το κορμάκι…

.

Η Scheherazade θα διηγούνταν

ιστορίες πάντα

κι ο Armstrong

θα μας έγνεφε απ’ το φεγγάρι…

.

Λες να ‘φταναν λίγες σταγόνες κίτρινου;

.

Αικατερίνη Τεμπέλη, 1/1/2018

.

.

.

ΥΓ: Το «Λες;» γράφτηκε για το Φεστιβάλ Ουτοπία που διοργάνωσε η φωτογραφική ομάδα «Διάφραγμα 26» στο Θέατρο «Εμπρός» από τις 2 ως τις 4 Φεβρουαρίου 2018. Ήταν πολύ όμορφο που βρέθηκα εκεί με φίλες και φίλους, που γνωρίσαμε κι άλλους καλλιτέχνες κι αξίζουν συγχαρητήρια στην Ξακουστή Χελάκη που φρόντισε για όλα. Την Ευχαριστώ.

.

.

.

.

«Εκείνος που άκουγε τις επιθυμίες των άλλων» του Γιάννη Φιλιππίδη – Η γνώμη μου για το βιβλίο

.

Τον περασμένο Απρίλιο, ο Γιάννης Φιλιππίδης, μου εμπιστεύτηκε το νέο του βιβλίο, πριν φυσικά κυκλοφορήσει απ’ τον «Άνεμο» κι έγραψα τη γνώμη μου γι’ αυτό. Το πως μου φάνηκε, θα το μάθετε παρακάτω, αν δεν το διαβάσατε ήδη όσες-οι αγοράσατε το μυθιστόρημά του, μιας και συμπεριλαμβάνεται στην έκδοση. Έτσι αρχίζει πάντως:.

Διαβάζω το καινούργιο βιβλίο του Γιάννη σε μιαν Αθήνα βαμμένη στο ροζ και το μοβ. Τόσα αυθάδικα λουλούδια να σημαδεύουν ουρανό μες στο τσιμέντο, θες δεν θες σου τραβούν την προσοχή. Κλαδιά γεμάτα νιόβγαλτα φύλλα, οι πρώτες καυτές αχτίδες που χαϊδεύουν το σώμα κι ο αέρας που ευωδιάζει. Ανθισμένες νεραντζιές παντού κι ένα αηδόνι που επιμένει να σκεπάζει τη θλιμμένη φωνή της Μελίνας και τη μουσική των Μikro: «Να με θυμάσαι και να μ’ αγαπάς…»

.
Ο σκληρός Απρίλης του ποιητή, ο γεμάτος αγκάθια παρά τη γλύκα της φύσης, αυτός ο αλήτης για τόσες-τόσους από μας, γίνεται λιγότερο αιχμηρός όσο βυθίζομαι στις σελίδες αυτού του βιβλίου και σβήνεται ο κόσμος γύρω μου. Με παίρνουν μαζί τους στον δικό τους η Αγγελική κι ο Γαβριήλ. Με κερδίζει ο έρωτας. Ο έρωτας του «για πάντα». Και μη ρωτήσετε αν υπάρχει, μην τολμήσετε καν ν’ αμφιβάλλετε. Υπάρχει… Και τον αξιώνονται ελάχιστοι. Ελάχιστοι. Σαν αυτούς τους δύο καλή ώρα…

.
Τους παρακολουθώ από μικρά παιδιά, στα πρώτα τους αδέξια βήματα, αισθάνομαι τα τρυφερά σκιρτήματα που κάνουν τ’ άγουρα κορμάκια τους να ριγούν. Παίζω μαζί τους σε φιλόξενες γειτονιές, κάθομαι δίπλα τους στα παλιά πράσινα θρανία, ξαποσταίνω έξω από άσπρα ξεκλείδωτα σπίτια, γελάω με τα καμώματά τους, νοσταλγώ εκείνη την αθωότητα που έκανε τα μάτια να λάμπουν και τα μάγουλα να κοκκινίζουν, αφήνομαι σε καταγάλανες γαλήνιες θάλασσες κολυμπώντας κοντά τους, μυρίζω το ιώδιο στα καλοκαίρια των διστακτικών αλμυρών τους φιλιών.

.
Και νιώθω… Νιώθω πως, όταν οδηγεί η καρδιά, δεν χάνεις ποτέ τον δρόμο. Μπορεί για λίγο να μπερδευτείς σε μερικά προκλητικά σταυροδρόμια, μπορεί να νομίσεις πως έσβησαν τα ίχνη, πως νοθεύτηκε τ’ όνειρο, αλλά όλα είν’ εκεί. Όλα είναι εκεί αν δεν παραιτείσαι, αν επιμένεις, αν ξέρεις να ξεχωρίζεις τι έχει προτεραιότητα, αν είσαι διατεθειμένος-διατεθειμένη να βάλεις το εγώ σου λίγο στην άκρη για να χωρέσει και το εσύ στην ίδια πρόταση. Στην προστακτική της αγάπης δεν μπορείς να μιλάς για θυσίες. Μόνο να επιθυμείς έχει νόημα, το καλύτερο για τη Μία, τον Έναν, και να είσαι γενναιόδωρος-γενναιόδωρη.

.

(η συνέχεια εδώ)

.

.

.

.

Καντομάτσου*

.

Καντομάτσου*

.

Στον Τοσιγκάμι

κάνε τις σπονδές σου.

Μπαμπού και πεύκα

να φυλούν το σπίτι σου.

Στάσου μακριά απ’ τις φωτιές

των όνι-μπι.

Μην το περάσεις το κατώφλι του Εμμά

μαύρο σημάδι του λωτού

στο στήθος σου.

Μη σε μεθύσει το Σοτζό με το σακέ του

κι οι λιμπελούλες σε σκεπάσουν πένθιμα.

Να δεις τ’ αηδόνι στη δαμασκηνιά

και πάλι.

Τον τρίτο μήνα

όλα τα σύννεφα

των ανθισμένων κερασιών.

Μετάξι

οι δρόμοι σου

ήλιος χρυσός να σου χαϊδέψει

κάθε ίσκιο.

Και ο Χοτέι

να γελάει πλάι σου.

Κι όταν θα φτάσει η ώρα

του Νταρούμα

μάτια να  έχουν δυο

οι οκιαγκάρι σου.

.

.

Αικατερίνη Τεμπέλη

.

.

.

Μικρό επίμετρο:

Καντομάτσου ή μάτσου καζάρι: πεύκο της πύλης, διακοσμητική σύνθεση με κλαδιά πεύκων και μπαμπού (ή και δαμασκηνιάς), που τοποθετείται την Πρωτοχρονιά στις εισόδους των σπιτιών για δεκαπέντε μέρες, ώστε να τις εξαγνίσει για τον ερχομό του Τοσιγκάμι, του θεού του καινούριου χρόνου.

Όνι-μπι: δαιμονικές φωτιές, έτσι ονομάζονται οι απόκοσμες φωτιές που μετεωρίζονται πάνω απ’ τα κύματα ή τις ακτές. Θεωρείται πως πρόκειται για ψυχές πεθαμένων.

Εμμά ή Ενμά-Ντάι-Ο ή Γιεμμά: ο βασιλιάς του Κάτω Κόσμου και κριτής των ψυχών.

Λωτός: θεωρείται σύμβολο κακοτυχίας, σκαλίζεται σε ταφόπλακες και εμφανίζεται ως έμβλημα σε νεκρώσιμες τελετές.

Σοτζό: ον κατώτερο από άνθρωπο, ανώτερο από ζώο, που απεικονίζεται σαν εύσωμο αγόρι με μακριά κόκκινα μαλλιά, που χορεύει γύρω από ένα δοχείο σακέ.

Λιμπελούλες: Μια παλιά ονομασία της Ιαπωνίας είναι Ακιτσουσίμα, δηλαδή το Νησί της Λιμπελούλας. Αναρίθμητα είδη υπάρχουν εκεί κι οι Ιάπωνες τις παρατηρούν, γράφουν ποιήματα γι’ αυτές, τις συνδέουν με μύθους και δοξασίες κτλ. Θεωρείται πως οι νεκροί τις ιππεύουν κι ότι στη γιορτή Μπον μεταφέρουν τ’ αξιοσέβαστα πνεύματα των προγόνων να επισκεφτούν τ’ αλλοτινά τους σπίτια.  Οι λιμπελούλες παραμένουν το έμβλημα της χώρας  ακόμη.

Κερασιά: θεωρείται σύμβολο καλοτυχίας.

Χοτέι: ένας απ’ τους επτά θεούς της καλοτυχίας, ο θεός της καλής υγείας, της μακροζωίας, της ευτυχίας και της αφθονίας.

Οκιαγκάρι Νταρούμα, οκιαγκάρι κομποσί: κούκλες που είναι φτιαγμένες έτσι, ώστε να παίρνουν όρθια στάση όσες φορές κι αν πέσουν κάτω. Θεωρείται πως φέρνουν καλοτυχία και συμβολίζουν την επιμονή και την επιτυχία. Είναι δημοφιλείς στους Ιάπωνες, ειδικά στην επαρχία Φουκουσίμα και αγοράζονται στις 10 Ιανουαρίου, στη γιορτή Τοκάιτσι. Αν η ευχή που κάνει κάποια-ος πραγματοποιηθεί, ζωγραφίζει και τα δύο μάτια της κούκλας και την καίει ένα χρόνο μετά σε υπαίθρια φωτιά που ανάβεται στις 18 Ιανουαρίου, στην γιορτή Νταϊρυούτζι. Εντωμεταξύ έχει αγοράσει νέα κούκλα χωρίς μάτια φυσικά, αφενός επειδή η καλοτυχία του Νταρούμα ένα χρόνο μπορεί να διαρκέσει κι αφετέρου γιατί το κάθε μάτι της κούκλας ζωγραφίζεται, όπως ήδη εξηγήθηκε, κατόπιν.

.

.

.

*Το ποίημα γράφτηκε ως μικρός φόρος τιμής στο έργο του Λευκάδιου Χέρν. Πολλά απ’ όσα αναφέρονται στο επίμετρο θα τα μάθετε κι εσείς αν διαβάσετε τα σπουδαία βιβλία που κυκλοφορούν στα ελληνικά απ’ το «Ταμείο Παγκόσμιας Κυθηραϊκής Κληρονομιάς» σε μετάφραση της κυρίας Τέτης Σώλου και μπορείτε να βρείτε εδώ. Διαβάστε τα για να μάθετε κι άλλα για τη χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου.

.

Καλή μας χρονιά

.

.

.