Χρήστος Τσηριγώτης: Ο πρώτος Έλληνας ψυχίατρος

.

Χρήστος Τσηριγώτης.

Ο περισσότερος κόσμος, όταν ακούει τη λέξη ψυχιατρείο, σκέφτεται το Δαφνί, το σημερινό ΨΝΑ δηλαδή και θεωρεί πως αυτό είναι το πρώτο που ιδρύθηκε στην χώρα μας. Άλλοι πάλι έχουν την εντύπωση πως προηγήθηκε το Δρομοκαΐτειο. Αλλά το πρώτο και μάλιστα μοναδικό επί 23 συναπτά έτη ίδρυμα για ψυχικά πάσχοντες, δεν βρισκόταν στην Αθήνα.

Ήταν το Φρενοκομείο της Κέρκυρας, που ιδρύθηκε το 1838 (οι πρώτοι ασθενείς όμως, 8 τον αριθμό, κατέφτασαν εκεί ήδη από το 1836). Κι ο πρώτος Έλληνας γιατρός που αντικατέστησε τους Βρετανούς και διατέλεσε διευθυντής του, ήταν ο Χρήστος (Χριστόδουλος) Τσηριγώτης.

Για κείνον είχε γράψει το 1960 ένα βιβλίο, ένας άλλος τέως Διευθυντής του ιδρύματος, ο αείμνηστος Ανδρέας Δημ. Γκούσης. Ο τίτλος του είναι: «Χρήστος Τσιριγώτης, ο πρώτος Έλλην Ψυχίατρος» κι αυτό θα σας παρουσιάσω σήμερα εδώ.

Για να δούμε λοιπόν, πως αρχίζει η ιστορία:

«Περί του 1860, ένας έφηβος ξεκινούσε από ένα χωριό της Βορείου Κερκύρας, την Περίθεια, έχοντας ως εφόδια, κυρίως, τις ευχές των γονέων του. Πήγαινε στο φημισμένο Πανεπιστήμιον της Πίζας. Τα όνειρα του φερέλπιδος σπουδαστού Χρήστου Τσηριγώτη και οι πόθοι των γονέων του Κορνηλίας και Ιωάννου, που σκληρά εργάζονταν για να του στείλουν λίγα χρήματα, δεν άργησαν να πραγματοποιηθούν. Πλουτισμένος με πολλές γνώσεις και εφωδιασμένος με τον δραστήριον και αδάμαστον χαρακτήρα του διωρίσθηκε το 1874 Διευθυντής του Φρενοκομείου Κερκύρας, το οποίον είχεν ιδρύσει το 1938 ο τότε αρμοστής της Επτανήσου Ντούγκλας (ενν: τον Sir Edward Douglas).

Μέχρι της εποχής εκείνης, όπως γράφει σ’ ένα του βιβλίο ο Τσηριγώτης «…οι Φρενοβλαβείς εν τοις Ιονίοις Νήσοις απεστέλλοντο και εκρατούντο εν τοις δεσμωτηρίοις, αναμεμιγμένοι μετά των εξαμβλωμάτων της κοινωνίας. Εξετίθεντο ούτως εις την χλέβην των κακούργων. Ουδεμία διάκρισις εγένετο μεταξύ του φονέως και του ατυχούς φρενήρους». Η επίδρασις των νέων επιστημονικών αντιλήψεων που είχεν ενστερνισθή ο Τσηριγώτης, διακρίνονται  πλήρως από τη συνέχειαν του βιβλίου του: «…Εάν η Αρμοστεία επεδίωκε την βλετίωσιν της τύχης των φρενοβλαβών, ώφειλε να ανεγείρη ίδιον κτήριον, κατά μίμησιν των Ευρωπαϊκών, ουχί δε να μεταβάλη, οίον διά μαγικής ράβδου, εις Φρενοκομείον πεπαλαιωμένον στρατώνα του Μηχανικού. Διά του μέτρου τούτου απεχωρίσθην μόνον οι φρενοβλαβείς των καταδίκων».

Μετά την Ένωσιν της Επτανήσου με την Μητέρα Ελλάδα το ετοιμόρροπον Ίδρυμα των Φρενοβλαβών Κερκύρας, όπως αναφέρει ο Τσηριγώτης «…ανεπαρκές δε και στενάχωρον απέβη ένεκα της εν αυτώ συσσωρεύσεως απάντων των εκ της Ελλάδος φρενοβλαβών».

Αι παρατηρήσεις τας οποίας περιλαμβάνει εις τα 4 βιβλία του, εκδοθέντα το 1877, 1878, 1879 και 1880, ο πρώτος αυτός Έλλην Ψυχίατρος της Νεωτέρας Ελλάδος, εξακολουθούν να είναι και σήμερον (ενν: μέχρι το 1960 που εκδόθηκε το βιβλίο) παραδεκται»

Ο Τσηριγώτης επηρεασμένος απ’ τις ιδέες του Ιταλού Chiarugi και του Γάλλου Pinel, προσπάθησε για δέκα χρόνια να μετατρέψει το Φρενοκομείο σε πραγματικό Νοσοκομείο. Πίστευε πως «οι φέροντες έστω και λείψανα μόνον της διανοίας των δικαιούνται να τύχωσι περιποιήσεων». Για θεραπευτικούς λόγους πρότεινε λουτρά (ως τότε εφαρμοζόταν η τυπτοθεραπεία δηλαδή ο ξυλοδαρμός), απέτρεψε κάθε κακομεταχείριση των πασχόντων, εναντιώθηκε στον εγκλεισμό τους σε μοναστήρια (εδώ θα βρείτε μια ενδιαφέρουσα ιστορική αναδρομή για την αντιμετώπιση των ψυχικά πασχόντων στη χώρα μας) και προώθησε την απασχολησιοθεραπεία (εργοθεραπεία).

Επισκέφτηκε επίσης ψυχιατρεία της Ιταλίας, μαζί με τον αρχιτέκτονα Κατσαρό, προκειμένου να πάρουν ιδέες για την ανακαίνιση του Καταστήματος, αφού είχε εγκριθεί πια ένα κονδύλι γι’ αυτό το σκοπό. Έγραψε δε το 1878 στη «Στατιστική του Εν Κερκύρα Φρενοκομείου» : «Επιφυλασσόμεθα να πραγματευθώμεν το ζήτημα, εάν ο πολιτισμός πρέπει να θεωρηθή ει μη μία των αιτιών της γεννέσεως των φρενοπαθειών«. Εξαιρετικά πρωτοπόρα σκέψη, για την εποχή του οπωσδήποτε.

.

ANDREAS GOUSIS2
Ο Ανδρέας Δημ. Γκούσης στο γραφείο του στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Κερκύρας

.

Το 1887 όμως, έφυγε απ΄την Κέρκυρα και ήρθε στην Αθήνα για ν’ αναλάβει τη Διεύθυνση του νεοσύστατου τότε Δρομοκαϊτειου Θεραπευτηρίου και στο βιβλίο του Ανδρέα Γκούση αναφέρονται τα εξής σχετικά:

«Ο Χίος ευεργέτης Δρομοκαΐτης κτίζει το 1885, έξω από την Αθήνα, ένα μεγάλο θεραπευτήριον, που φέρνει ως σήμερα το όνομά του. Κατά παράκλησιν του δωρητού όσον και του Χαρ. Τρικούπη ανέλαβεν ο εκ Περιθείας της Κερκύρας Τσηριγώτης την διευθυνσιν του νέου ιδρύματος. Ήταν ο αρμοδιώτερος της εποχής. Εκτός από την αρίστην κατάρτισιν που είχε, από τις σπουδές και την ανελλιπή ενημέρωσίν του επί των εξελίξεων της Ψυχιατρικής, κατείχεν επί πλέον και την πλουσίαν εμπειρίαν που απέκτησε από το Φρενοκομείον Κερκύρας. Με τις βάσεις που αυτός έθεσε, εξελίχθησαν εις την σημερινήν των μορφήν τόσον το Ίδρυμα της Κερκύρας, όσον και εκείνο των Αθηνών. Το 1903 απεχώρησε από το Δρομοκαΐτειον».

Στη συνέχεια διατέλεσε προσωπικός γιατρός του Βασιλιά Γεωργίου του Α’ και πέθανε πλήρης ημερών στις 18 Σεπτεμβρίου του 1919, στο σπίτι του, που βρισκόταν στην οδό Αχαρών 22Α.

Λίγο πριν το τέλος, θέλω να παραθέσω κάτι που έγραψε ο ίδιος ο Τσηριγώτης, το 1878, γιατί θεωρώ πως έτσι θα μάθουμε περισσότερα πράγματα για όσα γνώριζε, για την πορεία της Ψυχιατρικής εκείνης της περιόδου, αλλά ακόμη-ακόμη και για λέξεις που μεταχειριζόμαστε χωρίς να έχουμε υπόψη πολλά για την προέλευση τους:

«Ας μοι επιτραπή φιλολογική τις μάλλον ή ψυχολογική παρέκβασις. Η λέξις φρενοκομείον είναι κατάλληλος ή όχι;

Από του παρελθόντους έτους μεταχειρίσθην την λέξιν φρενιατρείον. Αποβλέπων εις τον προορισμόν θεραπευτηρίων, εθεώρησα ταύτην ως καταλληλότερον. Η λέξις φρενοκομείον, εκ του ρήματος κομέω-ώ και του ουσιαστικού φρην αποτελουμένη, δηλοί κυρίως περιποίησιν των φρένων, αρμόζει δε μάλλον εις τα υπάρχοντα σήμερον εν τη εσπερία άσυλα, όπου αποστέλλονται οι υπό ανιάτων φρενοπαθειών πάσχοντες, αίτινες έχουσιν περιποιήσεως και περιθάλψεως.

Οι Ιταλοί μεταχειρίζονται ότε μεν την λέξιν Frenocomio, ότε δε την λέξιν Manicomio, αλλ’ η χρήσις της πρώτης είναι επικρατεστέρα και ελλόγως, διότι η δευτέρα περιέχει την έννοιαν θεραπευτηρίου υπό μανίας πασχόντων. Οι Γάλλοι μεταχειρίζονται αδιαφόρως τας λέξεις Hospice, Asile, Maison d’Aliénés λέξεις μηδόλως δηλούσας τον προορισμόν των τοιούτων Ιδρυμάτων, αίτινα σήμερον επί βάσεων επιστημονικών εγκατεστημένα, είναι πράγματι ειδικά θεραπευτήρια, αντάξια των άλλων Νοσοκομείων, ουχί δε απλαί οικοδομαί προς περιορισμόν».

Δεν μπορώ να μην σχολιάσω, πριν ολοκληρώσω, πως όσο διάβαζα τα παραπάνω, μου ήρθαν στο νου οι λίγες μέρες που πέρασα εργαζόμενη στην Κέρκυρα, στα πλαίσια της αποασυλοποίησης χρονίως πασχόντων.

Θυμήθηκα όμως και σκηνές απ’ το βιβλίο οι «Άθλιοι των Αθηνών» και τη Μαριώρα, την ηρωίδα του του Ιωάννη Κονδυλάκη που κατέληξε στο Φρενοκομείο του νησιού. Ανέφερε εκεί με τον τρόπο του ο Κονδυλάκης, πόσο δύσκολο ήταν για τους συγγενείς των ψυχικά πασχόντων να τους επισκεφτούν, καθώς ένα τέτοιο ταξίδι (ειδικά για όσους έμεναν στα νησιά του Αιγαίου, στην Κρήτη κτλ), απαιτούσε αρκετά χρήματα. Πολλοί πέθαναν λοιπόν, χωρίς να ξαναδούν ποτέ τις οικογένειες τους.

Και βέβαια θυμήθηκα τον πεζογράφο Μιχαήλ Μητσάκη που νοσηλεύτηκε για λίγο εκεί (20/12/1895 – 5/1/1895), αφού είχε προηγηθεί η δημοσιογραφική του έρευνα στον ίδιο χώρο (τραγική ειρωνία οπωσδήποτε) κι είχε γράψει το διήγημα «Εις τον οίκο των τρελλών».

Αλλά και τον σπουδαίο γλύπτη Γιαννούλη Χαλεπά, που παρέμεινε στο Φρενοκομείο της Κέρκυρας για 13 έτη, 10 μήνες και 27 ημέρες, δηλαδή από τις 19/7/1888 ως τις 06/6/1902, χωρίς να του επιτρέπεται καμία δραστηριότητα και χωρίς επισκέψεις απ’ τους οικείους του.

Εκεί κλείστηκε κι η αγαπημένη του ρομαντικού ποιητή Αχιλλέα Παράσχου, η Αμαλία, όταν ο πατέρας της την ανάγκασε να παντρευτεί άλλον, με μέριμνα του ίδιου του ποιητή που ήταν τότε Έπαρχος Θήρας και την επισκεπτόταν στο Φρενοκομείο μέχρι που πέθανε, όπως διάβασα εδώ.

Στην Κέρκυρα πέθανε επίσης, χαρακτηρισμένη ως παράφρων κι η μητέρα του Λευκάδιου Χέρν. Τόσοι άνθρωποι, τόσες ιστορίες…

Αλλά για να μην ξεφύγω κι άλλο απ’ το θέμα, να σας εξηγήσω, πως περισσότερα για τον Χρήστο Τσηριγώτη, μπορείτε να διαβάσετε όσες και όσοι ενδιαφέρεστε, εδώ. Για τον Ανδρέα Δημ. Γκούση, βρήκα μια κατατοπιστική ανάρτηση σ’ αυτό το ιστολόγιο κι αξίζει να τη μελετήσετε. Το «American Corrective Therapy Journal» (όπως μας πληροφορεί ο Γιώργος Ζούμπος) έγραψε κάποτε για κείνον σε ένα αφιέρωμα πέντε σελίδων  για το Ψυχιατρείο της Κέρκυρας, το Μάη του 1969:

«…Μεταβολές στη δραστηριότητα των ασθενών πραγματοποιήθηκαν πρόσφατα με τις καινοτομίες αυτές και στο 16ο Συνέδριο Χειρουργικής ο Δρ Γκούσης είπε: η δυστοκία αυτών των ψυχικώς ασθενών δεν μπορεί να αποκρυβεί με ημίμετρα. Πρέπει πρώτα να αλλάξει η νοοτροπία αυτών που έχουν «σώας τα φρένας» προς αυτούς που δεν τας έχουν σώας για να αλλάξουν ριζικά και οι πραγματικοί όροι ζωής των ασθενών».

Και κλείνοντας, θέλω να γράψω κάτι προσωπικό. Αυτό το δυσεύρετο βιβλίο, όπως και το άλλο του Κώστα Φιλανδριανού για το Δαφνί που παρουσιάστηκε εδώ, εδώ κι εδώ, είναι δώρα ενός ανθρώπου που εκτιμώ απεριόριστα και χωρίς εκείνον, δεν θα μπορούσα να τα μοιραστώ σήμερα όλ’ αυτά μαζί σας. Τον ευχαριστώ λοιπόν, από καρδιάς.

Καλή σας ανάγνωση.

.

.

.

.

.

Αυτόχειρ – Διήγημα του Μιχαήλ Μητσάκη

.

*Tο διήγημα αναδημοσιεύεται από το εξαιρετικό Translatum κι ευχαριστώ το Σπύρο, τον διαχειριστή, που μου έδωσε την άδεια του.  Έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του κειμένου, για ευνόητους λόγους. Περισσότερες πληροφορίες για τη ζωή και το έργο του Μιχαήλ Μητσάκη που νοσηλεύτηκε και πέθανε στο Δρομοκαϊτειο, θα βρείτε εδώ, εδώ κι εδώ. Καλή ανάγνωση.

.

Την ημέραν αυτήν, όπως τόρα απαράλλαχτα, δεν ηξεύρω πλέον πώς και τι, επερνούσ’ από τας Πάτρας. Είχα φθάση το πρωί, έρριξα όπως συνήθως τη βαλίζα μου εις ένα εκ των δωματίων της «Μεγάλης Βρεταννίας», εκεί πάνου, εις το τρίτο πάτωμα, ψηλά-ψηλά, με την Βαράσσοβαν αντίκρυ, και όλο το λιμάνι αποκάτου, και εβγήκα εις την πόλιν.

Εις την πόλιν, η πρώτη μου δουλειά ήτον να περάσω μια ματιά από την Νομαρχίαν, και να ιδώ τον Χρηστάκην Παλαμάν, τον φίλον μου, τότε γραμματέα της, -διότι ήτον πεπρωμένον άνωθεν ως φαίνεται ο άνθρωπος αυτός να διαβιώση εν τη νομαρχία των Πατρών, ως γραμματεύς, ως διευθυντής ή ως νομάρχης της,- να τον αφήσω έπειτ’ από λίγο στα χαρτιά και στα γραψίμια του, να τραβήξω προς το Κάστρο, και ν’ αρχίσω να γυρίζω στα καντούνια και στης ρούγες του, τα γραφικά στενά του και τους περιέργους μαχαλάδες του.

Έτσι, χάσκοντα επί υψώματος τινός προ του εξαισίου πανοράματος οπού απλόνει προ των οφθαλμών σου σμαραγδένιος ο Κορινθιακός, των αντικρύ βουνών ράχες η κοκκινωπές, η ηλιοψημένες, και πέραν το ευρύ το πέλαγος, με κατέλαβε το μεσημέρι, και με ανάγκασε να κατεβώ προς το Μαρκάτο, να χωθώ σ’ ένα μπακάλικο, και εκεί, προ του θεάματος της ιδιορρύθμου του πλατείας, της στενής και τετραγώνου, με τη βρυσούλα εις τη μέση, από την οποίαν έπαιρνε νερό ένα μπακαλόπαιδο με έναν τενεκέ στο χέρι, γεμάτη από της φωνές των πωλητών, από τα σύρτα-φέρτα των αγοραστών, από καπότες και τσαρούχια χωρικών, να καθήσω και να φάω. Έπειτα, εροβόλησα σιγά-σιγά προς την πλατείαν Γεωργίου, και ανέβηκα στη λέσχη, όπου εβυθίσθην εις την ατελείωτον ανάγνωσιν της Ντεμπά και της Ρεβού, λίαν προσφιλών πνευματικών εντρυφημάτων εις τους καλούς εμπόρους των Πατρών. Φαίνεται δε ότι η διανοητική αυτή κραιπάλη θενά διήρκεσε πολύ, διότι, όταν ξαναβγήκα, ήτον ήδη σχεδόν σούρπα, και για τούτο, συναντήσας μετ’ ολίγον και τον φίλον μου τον Λεωνίδαν Κανελλόπουλον, καγκελλάριον του τουρκικού προξενείου εν τη πόλει και λογογράφον εις τας ώρας του, τον επήρ’ από το μπράτσο, και ετράβηξα μαζί του για το μώλο, όπου ο συνηθέστερος πατρινός περίπατος.

Εις το μώλο, τέσσερες-πέντε συντροφιές έφερναν βόλτες, δεμένα εις τα εκατέρωθεν κανόνια τα μπηγμένα εις την γην με τα χονδρά των παλαμάρια δέκα-είκοσι καράβια εσιγοκινούντο, ανατείνοντα τας λόγχας των ιστών των προς τον καθαρόν αποπάνω ουρανόν, ένα βαπόρι, υπερύψηλον, πλατύ, μακρύ, ωρθώνετο, κατάμαυρος όγκος, εις την άκρη, δροσερός εφυσούσε ο αέρας από τη στερεά, ήσυχη εξαπλώνετο η θάλασσα, και μόνον εις τα πλάγια των πετρών εγλυκοσβύνετο του κύματος το αδιάκοπο τραγούδι.
Και αφού εκάμαμε και εμείς μερικές γύρες, όταν το αιχμηρόν φανάρι φρουρεί ως μιναρές το τέρμα του βραχίονος έρριξε την ακτίνα του λευκού φωτός του επ’ αυτού, εχωρισθήκαμε, καθ’ ένας αντιθέτως, ο μεν προς το σπητάκι του, ο δε, εγώ τουτέστι, προς το ξενοδοχείον.

Η σάλα οπού εκπληροί τα χρέη ρεστωράν της παμμεγίστης Βρεταννίας, όταν εμπήκα, ήτον άδεια, κανείς δεν είχε έλθη για να φάη, μονάχοι δε ευρίσκοντο εντός αυτής, ορθός και στηριγμένος εις τον μπάγκον, υπό την θαμβήν ανταύγειαν του γκαζ, στρογγυλός και ρεμβάζων, ο αγαθός Κοσμάς, και καθισμένοι, εις ένα εκ των πρώτων τραπεζιών, τελειώνοντες ως εφαίνετο το δείπνον των, ο φίλος μου, ο κυρ Παναγιώτης ο Χρυσανθάκης, ο διευθυντής, η κυρά-Γκιοβάννα, η υψηλή και εύσωμος ουγγαρέζα σύζυγός του, κ’ ένας νέος, με στενά, με μαύρα γένεια, ως τριάντα-τριάντα δυο χρόνων. Τους εκαλησπέρισα λοιπόν, και προσκληθείς από τον κυρ Παναγιώτην, εκάθησα στο τραπέζι των, εις το κενόν τέταρτον κάθισμα, και έστειλα τον προσδραμόντα αγαθόν Κοσμάν να μου φέρη μια μπριζόλα.

Αι, πού επήγατε, εκάματε περίπατο; με ερώτησε, άμα εκάθησα, η κυρά-Γκιοβάννα.

Ναι, αρκετά, απήντησα εγώ.

Επήγατε στο Γεροκομειό; επήλθεν ερωτών και ο φίλος μου ο κυρ Παναγιώτης.

Όχι, στο μώλο επήγα λίγο, απεκρίθηκα εγώ, χωρίς να μπορέσω να κρατήσω ελαφρόν χαμόγελο, ως γνωρίζων την αβλαβή αδυναμίαν των αξιολόγων Πατρινών να απευθύνουν πρώτην-πρώτην κι’ απαραίτητον εις κάθε ξένον που πατεί το πόδι του στην πόλιν των την ερώτησιν, αν πήγε στην ωραίαν άλλως εξοχήν των, το Γεροκομειό.

Και πώς σας φαίνεται η πόλις μας, κύριε Μητσάκη; υπέλαβεν ο τρίτος εκ των καθημένων, ο νέος με τα μαύρα γένεια, προστιθέμενος κι’ αυτός.

Ο κύριος αστυνόμος, φίλος μας, διέκοψεν η κυρά-Γκιοβάννα, συνιστώσα.

Μα, την ήξευρα, είχα έρθη και άλλοτε, δεν είνε η πρώτη φορά, εμένα μ’ αρέσει, είπα εγώ.

Α… εμπορική πόλις… οι ξένοι συνήθως δεν ευχαριστούνται εδώ… δεν έχει κανείς τίποτε να ιδή…

Ω, όχι… εγώ πάντα βρίσκω πολλά πράμματα που να μ’ ενδιαφέρουν…

Και θα σας έχωμεν πολλάς ημέρας εδώ;…

Αι, λίγες ακόμη

Είχαμε και μίαν αυτοκτονίαν σήμερα … εμάθατε βέβαια…

Όχι… μπα!… τίνος;…

Μα… ενός ξένου… είχε έρθη χθες… κ’ εκάθισε σ’ έν απ’ αυτά τα ξενοδοχεία της παραλίας… είπε πως ήρθε από τας Αθήνας… αλλά δεν ήτον από κει… νομίζω πως θα ήτον από τη Σμύρνη… μάλιστα εις το ξενοδοχείον δεν ήξευραν ακόμα ούτε τ’ όνομά του…

Και, καλά, δεν εγνώσθη τίποτε, τι είχε;…

Μα… λέγουν ότι έπασχε από ένα χρόνιον νόσημα… ξέρω κ’ εγώ… ήρθε χθες νύχτα, άφησε τη βαλίτσα του κ’ εβγήκε, εγύρισε αργά, κοιμήθηκε, το πρωί ζήτησε τον καφφέ του, ήσυχος, το εξωτερικό του δεν έδειχνε τίποτε, ξαναβγήκε, έκαμε έναν περίπατο προς της Ιτιές, το μεσημέρι έφαγε σ’ ένα άλλο ξενοδοχείο, εγύρισε κατά της δύο, εχαιρέτισε το παιδί που ήτον στην πόρτα, ανέβηκε στην κάμαρά του, εκλείστηκε, και ύστερ’ από λίγο άκουσαν την πιστολιά… Μου μήνυσαν, έσπασα την πόρτα, τον ηύρα ντυμένον απάνου στο κρεββάτι… βαρεμένος εδώ… -και ο αστυνόμος έδειξε την καρδιά του- …στηστιγμή … δε θα έζησε ούτε δευτερόλεπτο… Άφησε και ένα χαρτί μάλιστα…

Και ο νέος αστυνόμος, έβγαλε το πορτοφόλι του, το άνοιξε, ετράβηξε ένα χαρτάκι, διπλωμένο εις τα δύο, άπλωσε το χέρι του από πάν’ από τα πιάτα, και μου τώδωκε για να το διαβάσω. Ήτον το μισό κομμάτι μισής κόλλας του χαρτιού εκείνου του ταχυδρομείου, που μεταχειρίζονται συνήθως εις της επαρχίες, του ριγωμένου κατά πλάτος, με τα πράσινα ριγώματα, ζαρωμένο αρκετά, τσαλακωμένο, μ’ ορατά τα ίχνη δαχτυλιών, ως να επέρασε από διαφόρους χείρας, άγραφο όλο, και μονάχα εις την μίαν των γραμμών, την πρώτην, διεκρίνοντο, λεπτά-λεπτά γραμμένες, με μικρότατα ψηφία, πέντε λέξεις: «Αυτοκτονώ. Ας μην ενοχληθή κανείς». Και από κάτω το όνομα της πόλεως, η ημερομηνία και το έτος, και ολίγο παραπέρα, η υπογραφή του αυτοκτόνου. Τίποτ’ άλλο. Κι’ όλ’ αυτά, γραμμένα καθαρώτατα, με στερεόν το χέρι, ευανάγνωστα, χωρίς καμμίαν ανορθογραφίαν, δίχως ούτε τόνος ούτε κόμμα καν να λείπη, από άνθρωπον εγγράμματον προδήλως, δίχως ίχνος τρόμου, συγκινήσεως, ανησυχίας καν, απλούστατα, φυσικώτατα, κοινότατα.

Εκύτταξα ολίγο το απαίσιον χαρτί, το ζαρωμένο και τσαλακωμένο, εις το οποίον επεριλαμβάνετο η τελευταία εκδήλωσις μιας ζωής, το εδίπλωσα εκ νέου, και το απέδωκα προς τον αστυνόμον. Και μετά τινας άλλας αδιαφόρους ομιλίας, αφού ετελείωσα κ’ εγώ το φαγητό μου, επροσκάλεσα τον φίλον μου Κοσμάν, επλήρωσα, τους εκαληνύχτισα, και διευθύνθηκα προς το δωμάτιόν μου.

Οι σκάλες του ξενοδοχείου, υψηλές και μισοσκότεινες, ανερριχώντο προς τα ύψη του πολύβαθμοι, έρημοι εξετείνοντο οι διάδρομοι, τα φώτα δεν είχαν ακόμη αναφθή καλά-καλά, ησυχία εβασίλευε. Μόνον, από το υψηλότερόν του πάτωμα, κωδωνισμός αντήχει, παρατεταμένος και επίμονος, οξύς και βίαιος τριλλίζων, ως ανθρώπου κρούοντος προ ώρας, και ανυπομονούντος επιτέλους• και από τα ζοφερά βάθη των κλιμάκων, κάτω, εις την είσοδον, φωνή ανέβαινε, βοώσα, ωργισμένη, του θυρωρού φαίνεται, προς άλλον υπηρέτην:

Βρεεε Δηημηητράάκηηη, δεν ακούς μωρέ κουφαϊδόνι, τρεις ώρες χτυπάει ο άνθρωπος στο τρίτο, την Παναγία σου μέσα, ρουφιάνε!…

Και μετ’ ολίγον, ενώ επερνούσ’ από το δεύτερον, σκιά διέβηκε κοντά μου, τρέχουσα, μ’ εσκούντησε, κ’ εχάθη, αναβαίνουσα. Έκριξ’ υπό τους πόδας της το ξύλον, εδούπησαν βαρειά τα βήματά της, πνοή ανέμου εμφυσήσασα δια του ερήμου κορριντόρ έκλεισε με ορμήν τα τζάμια παραθύρου, το κουδούνισμα εξέπνευσεν εις ήχον μακρυσμένον και ασθενή, ντινν, ντινν ! Και όταν ανέβηκα επάνου, είδα την σκιάν του υπηρέτου, στεκομένην έξωθεν της πόρτας του πλαγίου στο δικό μου δωματίου δια μέσου της οποίας, μισοανοιχτής, γυνή τις, μονάχα με της κάλτσες και το υποκάμισον, κλίνουσα προς τα πρόσω το γυμνόν της στήθος και τα ξέσκεπά της μπράτσα, έτεινε προς αυτόν λεκάνην.

Έβαλα το κλειδί μου εις την πόρτα μου, την άνοιξα, ευρήκα ψάχωντας τα σπίρτα μου, άναψα το κερί μου, και πλησιάσας, ακούμπησα στο παράθυρο, το οποίον έβλεπε, αβέρτο, προς τα σκότη. Μέσα στη νύχτα, η οποία πλέον ήρχετο, εκτείνετο, εις μαύρην λειότητα, ευρεία, η ακύμαντος επιφάνεια της θαλάσσης, ακίνητα τα πέραν βουνά, ανώρθωναν τας σκιώδεις κατατομάς των, αι στέγαι των πέριξ οίκων συνεχέοντο εις επίπεδον σκοτεινόν, ο ουρανός είχε αρχίσει να σπέρνεται με άστρα, και εις τον κάτω δρόμον, αναμμένα, ετρεμούλιαζαν, τα πρώτα ράμφη του γκαζ.

Και ενώ έσκυφτα έξω απ’ αυτό, ροφών και με τας πέντε αισθήσεις μου, και τον βαθύν της θαλάσσης ανασασμόν, και την από των πέραν βουνών καταφερομένην μαλακήν πνοήν, και τον από των πέριξ οίκων αναδιδόμενον αόριστον θρουν της ζωής, και του μακρυνού άστρου την ακτίνα, και την από τον κάτω δρόμον αναβαίνουσαν σύμμικτον κίνησιν, η φράσις του χαρτιού το οποίον είχα ιδή προμικρού έπληξεν έξαφνα το πνεύμα μου και πάλιν, βαρεία, ως σφύρα επί άκμονος, επανήλθε διαμιάς απροσδοκήτως εκ νέου εις αυτό, εν εισβολή ακαθέκτω και βιαία, εν τω λακωνισμώ της τω παραδόξω και τω τραχεί. Ας μην ενοχληθή κανείς!

Ωσάν να ενωχλείτο ποτέ κανείς εις τον κόσμον, δι’ όσους η χειρ του Θανάτου σημειόνει με την μαύρην σφραγίδα της! Ωσάν να ενωχλείτο ποτέ κανείς εις τον κόσμον, δι’ όσους η αρπάγη του Πάθους, της Νόσου ή της Ανάγκης σκορπίζει εις τα τετραπέρατα του ορίζοντος, αγέλην οικτρών σφαγίων! Ωσάν να ενωχλείτο ποτέ κανείς εις τον κόσμον, δια τους δυστυχείς ή τους ανοήτους, όσοι κατατρεγμένοι από την Μοίραν των ή καββαλικεμένοι από την Χίμαιράν των δεν επρόφθασαν να σκεφθούν πώς έμελλαν ν’ αποθάνουν! Ποίος λοιπόν ήθελε να ενοχληθή για την ευγενίαν του ο άγνωστος αυτός ξένος, ο οποίος ήρθε χθες μία νύχτα για να κοιμηθή σήμερα τον τελευταίον του ύπνον εις ένα ξενοδοχείον; Ποίος λοιπόν ήθελε να ενοχληθή για την ευγενίαν του ο αλλόκοτος αυτός ταξειδιώτης, ο οποίος ήρχετο από τας Αθήνας, πιθανόν όμως να ήτον από την Σμύρνη, ίσως -ίσως να ήτον και από τον Τσεσμέν, αλλά διόλου παράξενο να ήτον και απ’ το Βουκουρέστι; Ποίος λοιπόν ήθελε να ενοχληθή για την ευγενίαν του ο άνθρωπος αυτός, του οποίου και αυτά τα γκαρσόνια που τον υπηρέτησαν δεν ήξεραν ακόμη το όνομα;

Μήπως ήθελε να ενοχληθή η άπειρος αυτή θάλασσα, η οποία κουρασμένη από τον αένναον αγώνα της προς υπονόμευσιν των στερεών και προς καταβρόχθισιν των πλοίων εκοιμώτανε τόρα, εκεί κάτω, ανασαίνουσα υπόκωφα και βαθειά, ως χορτασθέν κτήνος; Μήπως ήθελε να ενοχληθούν τα ήσυχ’ αυτά βουνά, τα οποία εκύτταζαν προς το πέλαγος, καλοκαθισμένα εις τα πόδια των τα γερά, και ανεπαύοντο, εις όλην την απόλαυσιν της υπάρξεως, ακίνητα και γαλήνια; Μήπως ήθελε να ενοχληθούν τα μακρυνά αυτά άστρα, τα οποία έστελναν το ένα προς τ’ άλλο, εν κρυφία συνεννοήσει, θα έλεγες ωσάν βλέμματα ερωτικά, τους τρελλούς των σπινθηρισμούς; Μήπως ήθελε να ενοχληθούν οι αμαυροί αυτοί οίκοι, από των οποίων ανεπέμπετο, αόριστος, ο σύμμικτος θρους της ζωής; Μήπως ήθελε να ενοχληθούν η κυρά-Γκιοβάννα ή ο κυρ Παναγιώτης, οι οποίοι απηυδημένοι από τον κάματον της ημέρας των, εξηντλημένοι από τον κόπον της τιμίας εργασίας των, έτρωγαν τόρα, ευχαριστημένοι, εις αυτό το τραπέζι, με τον φίλον των τον αστυνόμον; Μήπως ήθελε να ενοχληθή ο πορτιέρης αυτός, ο οποίος εβριζοκοπούσε τον σύντροφόν του, ή ο υπηρέτης αυτός, ο οποίος έτρεχε, ανεβαίνων της σκάλες, για να ιδή ποίος τον καλεί; Μήπως ήθελε να ενοχληθή η γυνή αυτή, η οποία έτεινε την λεκάνην από μέσ’ από την πόρτα της, μονάχα με της κάλτσες και το υποκάμισον, κλίνουσα προς τα πρόσω το γυμνόν της στήθος και τα ξέσκεπά της μπράτσα, κ’ ετοιμαζομένη δια τον καλλωπισμόν της; Ή μήπως τυχόν ήθελε να ενοχληθώ, εγώ, ο οποίος έχασκα, απολαμβάνων τη δροσιά της πρωΐας, επάνω εις το ύψωμα του Κάστρου;

Και μισογελών, μισοφουρκισμένος δια την τοιαύτην ανοησίαν της εσχάτης σκέψεως ενός επιθανάτου, έκλεισα το παράθυρο, επήρα το καπέλλο μου, και κατέβηκα στο δρόμο. Η οδός Αγίου Ανδρέου ήτον πλήρης κόσμου, ο οποίος επηγαινοήρχετο, και προς το μέρος της ιδίως όπου είνε μαζωμένα τα μπακάλικα, κοντά εις το Λεσχίδιον, ανεκινείτο πολύ θόρυβος. Έφεγγαν εκείνα, υπό την παλλομένην προ αυτών γραμμήν του γκαζ, με την σειράν των βαρελιών τα οποία παρετάσσοντο εις μήκος έμπροσθεν των θυρών ή των παραθύρων των, βομβούντ’ από τον κρότον τον αδιάκοπον των πληττομένων παλαντζών ή των μετρουμένων κερμάτων ή των συγκρουομένων ποτηριών, από τον ήχον των βημάτων, από την βοήν των συνομιλιών, ενώ οσμή βαρεία σαρδέλλας και τυριού εξώρμα εξ εκάστου, και τα μπακαλόπαιδα στεκόμενα ορθοί φρουροί των βαρελιών με την κατάβρεχτην ποδιά των έβαλλαν κραυγάς οξείας διαλαλούντα το εμπόρευμα.

Ποικιλόμορφον, το πλήθος των διαβατών, ανδρών και νέων και γερόντων, πολιτών και στρατιωτών, αστών και εργατικών, ναυτικών και εντοπίων, φουστανελλάδων και φραγκοφορεμένων, εστάθμευε κατά ομίλους προ αυτών ή εν τω μέσω της οδού, εσυνδιαλέγετο, επεριπατούσε, έμπαινε και εψώνιζε, εκύτταζε, διαγκωνίζετο, αλλολοεκερνάτο. Εν γένει δε καθ’ όλο το τετράγωνον αυτό, η κίνησις ήτον μεγάλως ζωηρά, αποτελούσε που και που συμπαγή μάζαν, σκορπιζομένην εις τους γύρω δρόμους, και πάλιν ανανεουμένην. Και μεταξύ του πλήθους τούτου του συμφυρομένου διαρκώς και πολυτρόπως, επηγαινοήρχοντο επίσης, άλλοι πωληταί, φωνάζοντες κι’ αυτοί, αίροντες χειροφόρητον το μαγαζί των, και κηρύττοντες, ούτος μεν τα ψάρια του, εκείνος δε τ’ αυγά του, και ο τρίτος τα λαχανικά του. Παρά το ρείθρον του πεζοδρομίου, εκεί-πέρα, στη γωνιά, ένας εκάθετο, και έχων προ αυτού ένα κοφίνι, ούτινος εμαύριζε το βάθος, έκρωζε βραχνώς

Μια πεντάρα δύο οι αχιναίοι! Μια πεντάρα δύο οι αχιναίοι!, ενώ δύο άλλοι, κρατούντες, καθ’ ένας εκατέρωθεν, καλάθαν παμμεγέθη, φωτισμένην από μέσα, με μικρόν λυχνάρι, αποτεθειμένον εις τον πάτον της, επέρναγαν βοώντες

Γαρίίδααα! Φρέέσκαα γααρίίδαα!…

Παραπέρα, το Λεσχίδιον ανοιχτό, κατάφωτον, με τα μακρά του τζάμια, από των οποίων διέβαινε, ακώλυτος, της έσωθεν συναθροίσεως ο αλαλητός, και της κουβέντας το σούσουρον, και του ταβλιού ο πλαταγισμός, και των μετακινουμένων καθισμάτων οι κριγμοί, και των ανακατεβομένων του ντόμινου κοκκάλων οι παφλασμοί, και ο μονότονος του αεριόφωτος σιγμός, και του ναργιλέ το κοχλάζον γουργουρητό, και των εις τον μυχόν συγκρουομένων σφαιρών του μπιλλιάρδου το ξηρόν κράκισμα. Εμπροστά του δε, η μικρή πλατεία εξετείνετο κενή, διαστιζομένη μόνον από μερικά τραπέζια και καρέκλες.

Και κάτω, εις το μώλο, προς τον οποίον επροχώρησα, το αιχμηρόν φανάρι, έρριχνε πάντοτε στρεφόμενον την άσπρην του ακτίνα επ’ αυτού, τα δέκα-είκοσι καράβια τα δεμένα δώθε-κείθε εσιγοκινούντο, το κατάμαυρο βαπόρι ώρθωνε τον όγκον του στην άκρη, και η συντροφιές, είχαν επαναλάβη, μετά το φαγί ως φαίνεται, τον περίπατό τους. Ευθεία, η στενή λωρίς της γης, αρχίζουσα από την μικράν πλατείαν, την προ του Λεσχιδίου, εισήρχετο μέσα εις τη θάλασσα, επρόβαινε, και ετελείωνε στον φάρον, ο οποίος έφραττε το τέρμα της, με τους μικρούς του δύο φανούς, τους βλέποντας προς μέσα, ολίγον υπέρ το έδαφος, παρά το εξωτερικόν του τοίχωμα, και τον μεγάλον λύχνον του, τον κυκλικόν, ψηλά, εκεί-απάνου. Ελευθέρα, την στιγμήν αυτή, δεν εσκεπάζετ’ από τίποτ’ άλλο, παρά μόνον από λίγους κάδους, στρογγυλούς και φουσκομένους, αποτεθειμένους εκεί-κάτου, εις την μίαν των πλευρών της. Τα κανόνια, τα χωμένα κάθετα μέσα εις το χώμα, και προβάλλοντα εκείθεν όρθιον, τον ήμισυν κορμόν των, μαυρωπόν, παράδοξον, ογκώδη, υπερήφανα άλλοτε όργανα πολέμου, ταπεινοί σήμερον υπηρέται της ειρήνης, την εφύλατταν, κατεβαίνοντ’ άνωθεν, από το ένα κι’ απ’ το άλλο μέρος της, κατά γραμμήν, αντικρυζόμενα, εν τη αφώνω εκπληρώσει του χρέους των του παθητικού.

Και παρ’ αυτά, οι στύλοι του γκαζιού, υψώνοντο επίσης, ομοίως κατά γραμμήν, και αντικρυζόμενοι, λεπτοί, ευθυτενείς, με το ελαφρόν των διάδημα, υέλινον, επί κορυφής. Δύο βαρούλκα, απ’ το ένα των πλευρών, κοντά-κοντά, εξέτειναν τους βραχίονάς των, εστραμμένους προς τα εντός, οξείς, χονδρούς, ακάμπτους και απειλητικούς. Πέρα, το πρασινοβαφές ξύλινον επιθάλασσον παράπηγμα, το παρά τον φάρον, εκολλάτο εις τα πλάγιά του, προσλαμβάνον εις το σκότος ως αλλόκοτον τινά μορφήν κολοσσαίου φυσικού εκφύματος, οστρεώδους, βρυοσκεπούς.

Και μεταξύ των καραβιών, παρά της σκάλες, μερικές βαρκούλες, δεμένες και αυτές, ελικνίζοντ’ ως εκείνα, ενώ μία, επεριπλανάτο ανά τα νερά, φέρουσα εις την πρύμη μέγα φως, ρίχνον βαθείαν φλόγα κόκκινην επάνω εις αυτά, υπό την λάμψιν της οποίας ο βαρκάρης της εψάρευε. Και επί της στενής αυτής λωρίδος του εδάφους, αρχίζοντες επάνωθεν, κι’ ανακοπτόμενοι προ του τοιχώματος του φάρου, οι περιπατηταί έφερναν της βόλτες των, κανονικές και ωρισμέναις, κατά μήκος, στριφογυρίζοντες εκάστοτε. Δύο-τρεις κυρίες, την φοράν αυτήν, ήσαν μεταξύ των, και ηκούοντο οι κιχλισμοί μιας, κοντής και στρουμπουλής, γελώσης. Ένας παχύς, προγάστωρ, περπατών με μικρά-μικρά γρήγορα βήματα, και ξεφυσών, ως ασθματικός, έλεγε περνών προς τον σύντροφόν του

Ένας κεφαλαιούχος δεν ημπορεί, κύριε, να εμπιστευθή τα κεφάλαιά του κατ’ αυτόν τον τρόπον. Πρέπει να έχη εγγυήσεις…

Η τάβλες οπού χρησιμεύουν προς ανάβασιν εις τα δεμένα πλοία έκριζαν ενίοτε, ένας καραβόσκυλος, ορθός επί της πλώρης, εγαύγιζε αγρίως τους διαβαίνοντας. Επάνω δε, το λιμεναρχείον από το ένα μέρος, και το τελεωνείον από τ’ άλλο, σιωπηλά, εστέκοντο παρά την αρχήν του. Και πέραν τούτου, θαμποφωτισμένη από τα ολιγοστά φανάρια της, η παραλία εξαπλώνετο, μακρά. Τα καβαλέττα από των οποίων κρέμονται η πλάστιγγες δι’ ων ζυγιάζετ’ η σταφίς, έρριχναν επ’ αυτής τους ίσκιους των, προσπαίζοντας, και κατά διαστήματα, τα κασσονάκια της μελαχρινής ανάσσης των Πατρών, συμμαζωμένα εις πλατείς σωρούς, ετοίμους δια την επιβίβασιν, επρόβαλλαν τα λευκάζοντα πλευρά των, διανυκτερεύοντα υπαίθρια. Η αποθήκες της κλειστές, αμίλητες, και τ’ άλλα της οικήματα βυθισμένα εις την νάρκην. Βαρέλια, κάδοι, σάκκοι, χειραμάξια, αφειμένα πρόχειρα δια την μέλλουσαν εργασίαν της αυγής, εσκέπαζαν τα πεζοδρόμιά της, κατά μέρη. Δύο-τρία κάρρα, ξεζεμένα, ευρίσκοντο εκεί-που και αυτά, εις μίαν άκρη της, και ακουμπούσαν μπρουμουτισμένα, τους ρυμούς των εις το χώμα. Ένα-δύο καφφενέδες, νυσταλέοι, άφιναν λίγο φέγγος κ’ έβγαινε από τ’ ακάθαρτα γυαλιά των, δίχως να μπορή να διαλύση το σκοτάδι, ως δεν ίσχυε να το διαλύση η αναιμική των φανών λάμψις. Ούτε κίνησις κόσμου, ούτε θόρυβος ζωής, επάνω εις αυτήν. Εργαζομένη όλην την ημέραν, έλεγες πως εβιάζετο να κοιμηθή, μια ώρ’ αρχήτερα.

Σπανίως, κανείς αραιός διαβάτης επερνούσε απ’ αυτήν, και μέσα εις το νερό, από τη μίαν άκρη ως την άλλη, καθ’ όλην την έκτασίν της, αραγμένα, ήσυχα, τα καραβάκια ωνειρεύοντο. Μονάχα, πέρα-πέρα, εις ένα μαγαζί, μία παρέα ιταλών, ετραγουδούσε κουτσοπίνοντας, και ακούντο τα r ρεκάζοντα τραχέα στον άέρα. Και μόνον δυο χαμίνια, ορεχθέντα φαίνεται φλανάρισμα ερημικόν, έσερναν της γυμνές πατούσες των στη σκόνη επιμόνως και εκραύγαζαν προς το κενόν:

                                         

Σαν τι το θέλ’ η μάνα σου,
Σαν τι το θέλ’ η μάνα σου,
Τη νύχτα το λυχνάρι, ωχ,
Τη νύχτα το λυχνάρι, ωχ.

Οπώχει μέσ’ στο σπίτι της,
Οπώχει μέσ’ στο σπίτι της,
Οπώχει μέσ’ στο σπίτι της,
Τ’ άστρι και το φεγγάρι, ωχ,
Τ’ άστρι και το φεγγάρι, ωχ!

Εσταμάτησα δύο-τρεις που ηύρα μπρος μου, ερωτών αυτούς πού έγινε η αυτοκτονία• διότι ήμουν περίεργος να ιδώ τι όψιν καν θα είχε το ξενοδοχείον, όπου έγινε το πράγμα μα κανείς δεν ήξερε να μου απαντήση. Τέλος πάντων, ένας οπού εκάθετο απέξω από κάποιον μικροκαφφενέν, μου έδειξε το σπήτι, απ’ τα πρώτα της γραμμής, εκείπου, οπίσω και ολίγο δώθε από το τελωνείον. Και πλησιάσας, εκύτταξα προς αυτό προσεκτικά, εξετάζων την όλην θέαν του. Υψηλόν, αφώτιστον, σιγών, εγείρετο, ωσάν άψυχον εν τη σκιά. Κανένας δεν εστέκετο προ αυτού, κανένας δεν εφαίνετο κινούμενος μέσα εις αυτό. Ήρεμον, και άφωνον, και σκοτεινόν, ωρθοστατούσεν επί της θέσεώς του, απαθώς αποβλέπον προς την οδόν. Μόνον, οι φανοί της εισόδου του, έκαιαν, με ασθενές φως, και μόνον, εις ένα εκ των παραθύρων του, επάνω, εις το τρίτο πάτωμα, απομέσ’ από το τζάμι, διεκρίνετο, τρεμολάμπον, ένα κερί. Παραμέσα θα έκειτο βέβαια το πτώμα, δύσμορφος σωρός, ακίνητος, επάνω εις το μαύρο του κρεββάτι, το κρεββάτι το αγκαλιάζον τον ξένον, τον οποίον κανένας δε θα έκλαιε αύριον.

Και λυπημένος την φοράν αυτήν, χωρίς καλά-καλά να ξέρω κ’ εγώ γιατί, με την καρδίαν σφιγγομένην υπό αορίστου αγωνίας προ της εντελούς ησυχίας του οικήματος, έστριψ’ απ’ τη γωνιά του, κ’ ετράβηξα και πάλι προς τα άνω. Και μετά πέντε-δέκα βήματα, δια του πλαγίου δρόμου έβγαινα στην οδόν του Αγι’ Ανδρέου. Εις τα μπακάλικα, η κίνησις είχε πλέον λιγοστέψη αισθητώς, οι πλείστοι των αστών θα είχαν πάη από ώρα εις τα σπίτια των, φέροντες τα οψώνιά των, και μόνον μερικοί βραδύναντες ακόμη έκαμπταν ανερχόμενοι τους κοντινούς δρόμους. Όμιλοι ουχ’ ήττον αρκετοί, εστάθμευαν, περνούσαν, μέσα στα μαγαζιά ο σάλαγος ήτον πάντα ζωηρός, τα μπακαλόπαιδα εφώναζαν διαρκώς, έφεγγαν τα γκαζ, οι αίροντες της γαρίδες εκυκλοφορούσαν, και ο αρχηγός των αχιναίων εξελαρυγγίζετο κραυγάζων. Μία άμαξα, βραδεία, διέβαινε αψόφως σχεδόν κυλιομένη επί του κονιορτού, και εκτοπίζουσα τους βρισκομένους εμπροστά της.

Και πάρα πίσω της, ένας μικρουλάκος, εκυλούσε ένα χειραμάξι, παταγών, και φωνάζων στεντορείως Βάάάρδααα!, ωσάν να ήτον δεκατρείς φορές μεγαλήτερο από την εμπρός άμαξαν. Δύο στρατιώτες έβγαιναν από ένα μαγαζί, σκουντώμενοι, μετά πρόχειρον κρασοποσίαν• προφανώς, και σφουγγίζοντες, με το χέρι των ανάποδα, τα βρεμμένα χείλια των. Κ’ εις την στροφήν του δρόμου, προς την λέσχην, τέσσαρες-πέντε μαζεμένοι, εστέκοντο και εμιλούσαν με σφοδρότητα• και ο ένας εξ αυτών, ψηλός, ευρύνωτος, χειρονομών βιαίως, έλεγε προς τους άλλους

Θέλεις φίλε μου να σ’ εκτιμάη και να σ’ αγαπάη ο άλλος; Ναν του κάνης κακό!…

Εις την πλατείαν Γεωργίου, όπου μετ’ ολίγον έφθασα, ερημία εκυριαρχούσε, τα περισσότερα εκ των τριγύρω μαγαζιών ήσαν σφαλιστά, κάμποσα αμάξια, άεργα, ανέμεναν, κ’ εν τη σιωπή, τα δυο αναβρυτήρια του μακαρίτη Γιώργη Ρούφου, με τους φανταστικούς των γρύπας, εξέχυναν τους σταλαγμούς των εις της γούρνες, φλοισβίζοντα γλυκά. Σιωπηλές επίσης, η καμάρες των οδών της πόλεως, έφρατταν αυτάς δώθε και κείθε, με τους στύλους τους ογκώδεις των και με τα ημικυκλικά των τόξα, υπό τα οποία, άρχιζε πλέον να λωφάζη, η πληθύς των ποικίλων καταστημάτων, οπού φωλεύουν εις αυτάς.

Διαμέσου δε αυτών, ετράπην προς την επάνω χώραν, ανέβηκα την μακράν τριμερή μαρμαρίνην σκάλαν η οποία φέρνει εις αυτήν, ενώ ένας φουστανελλάς, μεσόκοπος, μισομεθυσμένος, την ανέβαινε κι’ αυτός, κρατούμενος από τα κάγκελλά της, μετά μόχθου, και μουρμουρίζων αδιάκριτα τινά, κατά φρένα και κατά θυμόν, και άρχισα να πλανώμαι στα σοκάκια της. Η ίδια ησυχία εβασίλευε κ’ εδώ, η ίδια ερημία, και μόνον σε καμμιά ταβέρνα, της οποίας την κόκκινη παντιερούλα εκυμάτιζε η νυκτία αύρα, ομιλίες αντηχούσαν, ετσουγγρίζοντο ποτήρια, ή εγόει αμανές.

Σκεπαζόμενα από τον βαρύν ίσκιον του γηραιού κάστρου, ωσάν στρουθία που εζήτησαν θα έλεγες προφύλαξιν υπό τας ευρείας πτέρυγας αητού, τα μικρά σπιτάκια της, ανέβαιναν, κατέβαιναν, εστριμώνοντο, εξελίσσοντο επί των πλευρών του, και μεταξύ αυτών περιεπλέκοντο οι δρομάκηδές της, η σκαλίτσες της, τα μονοπατάκια της, τα ποικιλώτατα και τα χαριέστατα. Αμπαρωμένες η πορτίτσες τους, μανταλωμένα τα παραθυράκια τους, η φτωχολογιά εξεκούραζε το κεφαλάκι της, υπό την εύνουν στέγην του οικίσκου της. Έτσι, κατέληξα εις τα Ψηλ’ Αλώνια, και εξεμπουκάρισα, από έναν στενωπόν, σ’ αυτά.

Ο ώμμορφος κάμπος ήτον τυλιγμένος εις την συνήθη του γαλήνην, το φεγγάρι εκρέμετο άνωθεν αυτού, αχνό, η χλόη του έφρισσεν ελαφρά υπό την μαλακήν πνοήν που ήρχετο μακρόθεν, και απαλή, απαλή και τρυφερά, σου εχάιδευε, ως δια θωπείας αγαπώντος χεριού, τα πόδια, τα δέντρα του εθροούσαν, ζοφερά και μυστηριώδη. Και προσεγγίσας εις την άκρη-άκρη των, εκεί όπου τα λίθινά των κάγκελλα δίνουν εις την ώμμορφη πλατεία ως όψιν τινά παμμεγέθους φυσικού εξώστου, εγειρομένου υπέρ την χαμηλήν εκείθεν χώραν, ακούμπησα και είδα προς τα κάτω.

Και προ της αμόρφου μάζας της μισοκοιμωμένης τέλος πόλεως, προ της απολύτου ηρεμίας της θαλάσσης, προ της βαθυτάτης ακινησίας και της αδιαλείπτου σιγής των απέναντι βουνών, ο νους μου επέταξε και πάλιν προς τον δυστυχή, ο οποίος εκοίτονταν κει-κάτου, μοναχός, επάνω εις το άψυχο κρεββάτι του σκοτεινού ξενοδοχείου.

Α, βεβαίως, εάν η ζωή τον είχε απατήση, αλλά επεθύμησε τουλάχιστον να εκπληρώση καν πιστότατα την τελευταίαν θέλησίν του! Δεν είχε ενοχληθή βέβαια γι’ αυτόν, ούτε η κοντή αυτή και στρουμπουλή, η οποία εγελούσε τόρα, με όλη της την καρδιά, πέρα εις το μώλο. Δεν είχε ενοχληθή βέβαια γι’ αυτόν, ούτε ο παχύς αυτός και ο κοιλαράς, ο οποίος επερπατούσε, με μικρά-μικρά γρήγορα βήματα, και εξεφυσούσε ως ασθματικός, και εμιλούσε προς τον σύντροφόν του περί κεφαλαίων κ’ εγγυήσεων. Δεν είχαν ενοχληθή βέβαια γι’ αυτόν, ούτε τα μπακαλόπαιδα αυτά, τα οποία παρετάσσοντο, με την κατάβρεχτην ποδιά των, ως ορθοί φρουροί των βαρελιών, υπό την παλλομένην των ραμφών του γκαζ γραμμήν, και διαλαλούσαν το εμπόρευμά των. Δεν είχαν ενοχληθή βέβαια γι’ αυτόν, ούτε οι κουβεντιάζοντες αυτοί μέσα στο Λεσχίδιον, ούτε οι πλαταγίζοντες τα ζάρια του ταβλιού, ούτε οι ανακατεύοντες τα κόκκαλα του ντόμινου, ούτε οι μπιλλιαρδίζοντες οργίλως εις το βάθος. Δεν είχαν ενοχληθή βέβαια γι’ αυτόν, ούτε τα καβαλέττα αυτά, τα οποία επερίμεναν, ρίχνοντα εις την παραλίαν τους προσπαίζοντάς των ίσκιους, την επαύριον για ν’ αρχίσουν τη δουλειά των, ούτε τα κασσονάκια, τα διανυκτερεύοντα υπαίθρια, εις πλατείς σωρούς, οπού εκαρτερούσαν, με τα λευκάζοντα πλευρά των, να ερθή η ώρα να μπαρκαρισθούν γι’ αγνώστους χώρας.

Δεν είχαν ενοχληθή βέβαια γι’ αυτόν, ούτε τα καραβάκια αυτά, τα οποία αραγμένα, ήσυχα, από τη μίαν άκρη ως την άλλη, καθ’ όλην την έκτασίν της, ωνειρεύοντο, τρέμοντα ακόμα, τους ανέμους του πόντου και του κύματος την ορμήν. Δεν είχαν ενοχληθή βέβαια γι’αυτόν, ούτε οι ιταλοί αυτοί ψαράδες, οι οποίοι εκουτσόπιναν μέσα στην ταβέρνα, και ερέκαζαν τα r, τραχέα εις τον αέρα. Δεν είχαν ενοχληθή βέβαια γι’ αυτόν, ούτε οι στρατιώτες αυτοί, οι οποίοι έβγαιναν, ευφρανθέντες απομέσ’ απ’ το μπακάλικο, και επάστρευαν τα χείλια των, με την παλάμη των ανάποδα. Δεν είχε ενοχληθή βέβαια γι’ αυτόν, ούτε ο φιλόσοφος εκείνος, εις τη γωνιά, ο ευρύνωτος και ψηλός, ο οποίος εχειρονομούσε, και εδίδασκε τους εταίρους του, ότι για να σ’ εκτιμάη και να σ’ αγαπάη ο άλλος, πρέπει ναν του κάνης κακό!

Και εν τω μεταξύ, η πόλις εβυθίζετο επί μάλλον και μάλλον εις τον ύπνον, η νύχτα επρόβαινε μεγάλη, τα άστρα εσπινθήριζαν λαμπρά, δροσιά κατέβαινε, οξεία, εισδύουσα μέσα εις τα κόκκαλα. Αργά-αργά, εκύλισ’ απ’ τον πέρα δρόμον, οπού φέρνει δια μικρού εξοχικού γύρου προς εκείνον των Ιτιών, εβγήκα προς τους αγρούς. Τα χωράφια, νεόσκαφτα, ανέπεμπαν δριμείαν ευωδίαν χώματος και χόρτου, επρασίνιζαν οι φράχτες, ο άγρυπνος μικρούλης κόσμος των εντόμων αναδεύετο μέσα εις αυτούς, ζωηρός, ως εν χαρά, ένα αηδόνι, μεθυσμένο από την εμμορφιά της νύχτας, έστελνε προς αυτήν τους γλυκούς του χαιρετισμούς, αποπάνω από μία λεύκα, όμιλος μπακάκων εκόαζε φαιδρώς. Υπό την διαυγή αταραξίαν τ’ ουρανού, παρά την λείαν νωχέλειαν της θαλάσσης, η γη, ασφαλής, εξεκουράζετο κι’ αυτή. Οι κήποι, με τα εύρωστά των δέντρα, με τα υψιτενή των κυπαρίσσια, με τους πλουσίους των ανθώνας, έπλεαν εις την δρόσον κ’ εις το άρωμα.

Και τα αμπέλια, διέγραφαν επ’ αυτής, ευθείς και κανονικούς, τους αύλακάς των, εκτεινομένους από δω και από κει, καθ’ όλας τας διευθύνσεις, πανταχόθεν. Και απομέσα κι’ από κείνους κι’ απ’ αυτά, επρόβαλλαν, τα εξοχικά σπίτια, οι ληνοί, εις όγκους λευκούς ή σκιερούς, βωβούς, ωσάν βγαλμένους και αυτούς από τα σπλάγχνα της μητέρας. Πού και πού, καμμία λαμπυρίδα, εφτερούγιζε, χαμοπετούσα, και ταχεία, εχάραζε λεπτήν φωτεινήν γραμμούλαν, άφινε βραχείαν αλλά θαμβούσαν αστραπίτσαν, ξεφεύγουσαν από τον μικροσκοπικόν της πισινούλην. Φύλλα εσείοντο, κρυφομιλούντα, καλάμια εψιθύριζαν, σιγά. Ρυάκι έτρεχ’ εκεί-κάπου, αλλά τόσο αγαλινά, οπού ενόμιζες ότι δεν ήθελε να ταράξη την γαλήνην. Τίποτε δεν διέκοπτε της γης την μυχίαν ανακούφισιν, τίποτε δεν αμαύρωνε της φύσεως την άφραστον καλλονήν. Ο Παναχαϊκός, μακρός και υψηλός, εδέσποζε της πεδιάδος, επιβάλλων. Από κάτω, αντικρύ μου, ομάς περιπατητών ήρχετο, επροηγείτο ζεύγος νέων, κι’ αποπίσω, εις απόστασιν τινά, δύο κύριοι μετά δύο κυριών, άπαντες γεροντοποιοί. Ο νέος έπαιζε με το μικρό μπαστούνι του, έκλινε προς την νέαν, και της έλεγε, καθ’ ην στιγμήν διέβαινε κοντά μου

Πώς δηλαδή μου το λέγετε αυτό;

Σας το λέγω διότι με επειράξατε, απαντούσε η νεάνις, με κελάδημα τρυγόνος, χαριεντιζομένη, και ανακλίνουσα τον λαιμόν.

Το ζεύγος επέρασε, γιούλια εμύρισαν. Η κόρη είχε ένα ματσάκι εις τα στήθη της. Κατέβηκα εις τον παράλιον δρόμον, τον προς της Ιτιές, έστριψα προς τα μεσα. Μετ’ ολίγον, έμπαινα εκ νέου στην οδόν του Αγι’ Ανδρέου, έκαμπτα την εκκλησίαν οπού είνε στην αρχή της, και εξ ης έχει το όνομα. Και σταθείς, απέβλεψα προς αυτήν, προς τους λευκούς της τοίχους, προς την πόρτα της την θολωτήν, προς τον επί της στέγης της σταυρόν, προς το πελώριον δίπλα καμπαναριό, ένδοξον δημιούργημα του Γράβαρη. Σιωπηλή κι’ αυτή, κατάκλειστη, και ακίνητη, και ήρεμη, εκοιμάτο, απαθής. Επροχώρησα ακόμη. Η ιδία ησυχία, η ιδία η σιγή, βαθυτέρα, πυκνοτέρα. Οριστικώς πλέον, τα σπίτια, όλα, ήσαν αποκαρωμένα, έρρεγχε η πόλις. Αλλ’ από μεγάλο οικοδόμημα, ορθόν, εκεί-που, εις το πλάγι, εν τούτοις, ανεδίδετο βοή. Ένας ατμόμυλος, πελιδνός την όψιν, εβόγγα εν τη νυκτί. Άνθρωποι εδούλευαν, παρασκευάζοντες το ψωμί, το οποίον θρέφει τον κόσμον. Και λίγο παραπέρα, από άλλο σπίτι, κρότοι οργάνων εξορμούσαν, τόνοι βιολιού, κλαρίνου στόνοι, τραγούδι έσχιζε τα σκότη. Καφφέ-σαντάν αγρύπνει, ίδρυμα γλεντιού, και άλλοι άνθρωποι, εδώ, επρόσφεραν τον φόρον των εις την απόλαυσιν.

Ανήλθα την στενήν του σκάλα, εζήτησα μια μπύρα, και εκάθησα. Επί της πενιχράς σκηνής του, υπό την μαύρην των γλωσσών του γκαζ καπνιάν, εστέκετο, μία γυναίκα, φέρουσα παρδαλά φορέματα, κοντά, έως εις το γόνα, υπό τα οποία διεφαίνοντο, ακάλυπτες, η παχειές της γάμπες, σφιγμένες μέσα εις της μαύρες κάλτσες της, ντεκολτέ, με βιαίως πουδραρισμένα τα λευκά της μπράτσα, τα μισά της στήθη έξω, κόκκινη τα μάγουλα, και τραγουδούσα. Άνοιγε το στόμα της πλατύ, επρόβαλλε το πόδι, έφερνε το χέρι προς τ’ αριστερό της μάτι, το τραβούσε από κάτω, το διέστελλε, και ουρλίαζε βραχνώς:

Regardez-moi dans l’oeil, dans l’oeil, dans l’oeil,
Regardez-moi dans l’oeil, dans l’oeil, dans l’oeil…

Και προσέξας κάπως, ανεγνώρισα σ’ αυτήν, την ημίγυμνην γυναίκα, η οποία έτεινε την λεκάνην προς τον υπηρέτην, μονάχα με της κάλτσες και το υποκάμισον, από την πόρτα του πλαγίου στο δικό μου δωματίου. Έπειτα την διεδέχθη άλλη, και εκείνην άλλη, ενώ τα βιολιά και τα κλαρίνα, εξακολουθούσαν να γογγύζουν. Και αφού ετελείονε καθεμία το τραγούδι της, έπερν’ ένα δισκάκι ή ένα σακκουλάκι, και κατέβαινε τα δυο-τρία σκαλούνια της σκηνής, κι’ άρχιζε να γυρίζη, περιφέρουσα αυτό, ανά την σάλαν, μεταξύ των στοίχων των εις τα τραπέζια καθημένων.

Και η μωρία του νεκρού διεγράφη εκ νέου εμπροστά μου, κολοσσαία, εν τη λακωνική της συντομία. Ποίος λοιπόν ήθελε να ενοχληθή γι’ αυτόν, ο πουλών τους αχιναίους, ή ο πουλών της γαρίδες; Ποίος λοιπόν ήθελε να ενοχληθή γι’ αυτόν, ο φουστανελλάς αυτός, ο οποίος μισομεθυσμένος εσκαρφάλονε τη σκάλα της επάνω χώρας, και ετρίκλιζε, και επιάνετ’ απ’ τα κάγκελλα, προσπαθών να στηριχθή; Ποίος λοιπόν ήθελε να ενοχληθή γι’ αυτόν, το αηδόνι αυτό, το οποίον μεθυσμένο από την εμμορφιά της νύχτας και από τη γλύκα της φωνής του, εκολυμπούσεν ευτυχισμένο εις τη δροσιά του αέρος και εις το φως του φεγγαριού; Ποίος λοιπόν ήθελε να ενοχληθή γι’ αυτόν, ο νέος αυτός που ερωτολογούσε με την κόρην, η κόρη αυτή η οποία έφερε τα γιούλια εις το στήθος, και εχαριεντίζετο, με κελάδημα τρυγόνος, ανακλίνουσα τον λαιμόν;

Μήπως ήθελε να ενοχληθούν της εκκλησίας η κατάκλειστοι θύραι, οι άσπροι τοίχοι και ο κοιμώμενος σταυρός, μήπως ήθελε να ενοχληθούν οι δουλεύοντες μέσα εις τον ατμόμυλον, τον βογγώντα εν την νυκτί, και παρασκευάζοντες με ίδρωτα το ψωμί, το οποίον θρέφει τον κόσμον; Μήπως ήθελε να ενοχληθούν οι γλεντώντες αυτοί, εις το καφφέ-σαντάν, και χάσκοντες προ των ευρώστων κνημών και προ των λιγωμένων βλεμμάτων των γυναίων;

Βαθμηδόν, η σάλα άδειασε, τα φώτα εχαμπήλωσαν, τα βιολιά εσώπασαν, έκλεινε το καφφέ-σαντάν. Κατέβηκα τη σκάλα τελευταίος, ετράβηξα ολίγο προς το μώλο. Το αιχμηρόν φανάρι έρριχνε πάντοτε στρεφόμενον την άσπρη του ακτίνα επ’ αυτού, δεμένα εσιγοκινούντο τα καράβια, ήσυχη εξαπλώνετο η θάλασσα, δροσερός εφυσούσε ο αέρας από τη στερεά, και μόνον εις τα πλάγια των πετρών εγλυκοσβύνετο του κύματος το αδιάκοπο τραγούδι. Ψυχή δεν εφαίνετο σ’ αυτόν, άχνα δεν ακούετο.

Μαυρωπά, τα κανόνια παρετάσσοντο, προβάλλοντα τον έξω του εδάφους ήμισυν κορμόν των, εντεύθεν και εκείθεν, αντικρυζόμενα, εν τη εκπληρώσει του χρέους των του ειρηνικού, οι στύλοι του γκαζιού, λεπτοί κ’ ευθυτενείς, τα παρεστάτουν. Τα βαρούλκα τα επί την μίαν των πλευρών, έτειναν τους χονδρούς βραχίονές των, εστραμμένους προς τα εντός, ακάμπτους και απειλητικούς. Ο σωρός των κάδων, εμπόδιζε από το ένα μέρος την διάβασιν, ωγκούντο η κοιλιές των βλακωδώς, υπό την περιοδικήν του φανού λάμψιν. Η βάρκα με το πυροφάνι είχ’ εκλείψη, θα ησύχαζε κ’ εκείνη προφανώς, προσδεθείσα εκεί-κάπου. Η σιγαλιά ήτον μεγάλη, κι’ ούτ’ αυτές η τάβλες που ανέρχονται στα πλοία έκριζαν καθόλου. Ο καραβόσκυλος θα είχε κοιμηθή κι’ αυτός, πάνου εις την πλώρη του, βαρυμένος να γαυγίζη. Το φεγγάρι εβασίλευε, το σκοτάδι επυκνόνετο. Ένα φως έλαμπε, μακρυά, μέσα εις τη θάλασσα. Βαπόρι ήρχετο, από τα βάθη του πελάγους, επλησίαζε ταχύ, ακούσθη ο βαρύς ανασασμός του, το σφύριγμά του ανεδόθη, παρατεταμένον και απότομον.

Εγύρισα για να κοιμηθώ, επέρασα και πάλι, απέξ’ απ’ το ξενοδοχείον, όπου έκειτο το πτώμα. Τα φανάρια της εισόδου του ήσαν κι’ αυτά σβυμένα πλέον, θεοσκότεινο, κατάκλειστο, υψώνετο εν τη σκιά. Μονάχα, εκεί-πάνω, εις το τρίτο πάτωμα, ωσάν φοβισμένο, έτρεμε το κερί, ωχρόν και εξηντλημένον. Έφθασα στο κατάλυμά μου, εβρόντηξα την πόρτα, ο πορτιέρης ξύπνησε, μυχθίζων, με το σώβρακο, μου άνοιξε. Ανέβηκα επάνω, εμπήκα εις την κάμερά μου, γδύθηκα, επλάγιασα.

Όλο το ξενοδοχείον, άφωτον, και άφωνον, ήτον βυθισμένον εις τον ύπνον. Μόνον, από το δεύτερο, εν τη σιγή τη απολύτω, βροντερώτερον φαινόμενον, ανέβαινε ρουχαλητό, κάποιου των κοιμωμένων, διαπερών θύρας και παράθυρα, και σχεδόν σείον τα τοιχώματα. Και από του δίπλα στο δικό μου δωματίου, εν ω είχα ιδή διαβαίνων την ημίγυμνον αοιδόν, αήθεις ήχοι ανεδίδοντο, παράδοξοι θόρυβοι αντήχουν, σκεπασμάτων θρους, και σεντονιών ψίθυρος, το κρεββάτι επηγαινοήρχετο, προσέκρουε συνεχώς κατά του τοίχου, εκλυδωνίζετο σφοδρώς, ως πλοίον εν καταιγίδι.

Α, μα την αλήθειαν, επιτέλους, εξάπαντος ο άνθρωπος αυτός ήταν μωρός! Μήπως ήθελε να ενοχληθή το παιδί αυτό, το οποίον έλεγε το βράδυ, σέρνον επί της σκόνης τες γυμνές πατούσες του, το τραγούδι του λυχναριού; Μήπως ήθελε να ενοχληθούν οι νυκτερινοί αυτοί ναυτικοί, οι οποίοι ήρχοντο από τα βάθη του πελάγους, με τα μάτια καρφωμένα εις την πυξίδα των, προσέχοντες μόνον εις το τέρμα του δρόμου των, και ζητούντες τ’ αυλάκι του, μέσα εις τον αρμυρόν κάμπον; Μήπως ήθελε να ενοχληθή ο ρουχαλίζων αυτός, ο οποίος εχόρταινε τον ύπνον, τον εροφούσε δι’ όλων των πόρων του, και διέσειε τα τοιχώματα, ή μήπως οι επί της κλίνης ταύτης ασελγαίνοντες;

Και εστριφογύριζα, επάνω στο κρεββάτι μου, ανήσυχος. Το χράμι βέβαια οπού μου είχε βάλη απομέσα, μου έτρωγε το κορμί, και δε με άφινε να κοιμηθώ. Δύο-τρεις ώρες επέρασαν, και δεν είχα κατορθώση να κλείσω μάτι. Η νύχτα έφευγε καλπάζουσα, η αυγή είχε προχωρήση γιγαντίως. Και απελπισθείς ότι θα ημπορούσα να κοιμώμουν, εσηκώθηκα, τράβηξα τους μπερτέδες, και άνοιξα το παράθυρο. Η θάλασσα εξετείνετο κάτωθεν αυτού, γαληνιαία και ακύμαντος, ακύμαντος πάντοτε, και πάντοτε γαληνιαία, ακίνητοι ωρθούντο των πέραν ορέων αι κατατομαί, και από του Παναχαϊκού ο ήλιος ανέτελλε, θαυμασίως ομοιόμορφος και απαραμίλλως αναλλοίωτος…

.

.

.

.

Ένα βιβλίο για το Δρομοκαΐτειο

.

.

«Όταν μπήκα στο Δρομοκαΐτειο την πρώτη βραδιά, αισθάνθηκα αμέσως την συμφορά μου βαρύτερη, την πλήξη με τα μαύρα της φτερά να με σκεπάζει ολόκληρο, σύγκορμο και σύψυχο. Διεσκέλισα το κατώφλι του Σα νεκρός, όπως θα διεσκέλιζα με ακέραιες τις αισθήσεις μου το κατώφλι του Άδη. Οι νοσοκόμοι και οι γιατροί με τις λευκές καμιζόλες που κατέβαιναν στην εξώθυρα να με παραλάβουν και με εψαχούλευαν με το βλέμμα τους, ένα βλέμμα μέχρι οστέων εξεταστικό και διασκεδαστικό, που μου ξήλωνε ραφή προς ραφήν -κρακ, κρακ, κρακ- σαν το τρυπάνι του νεκροσκόπου το πετσί και τα κόκκαλα και μου αναμόχλευε με τη λεπτή ερευνητική του αιχμή την καρδιά και την κόγχη του εγκεφάλου, μου έκαναν την εντύπωσιν -το θυμάμαι Σα να ‘ναι τώρα- λευκοπτέρυγων αγγέλων νεκροπομπών, που με εζύγιαζαν στην τρομερή φλωροζυγαριά της αδυσώπητης κρίσεως, σε ποιο τάχα κύκλο του καθαρτηρίου ή της κολάσεως θα έπρεπε να με κατατάξουν…»

.

Το απόσπασμα που μόλις διαβάσατε, ανήκει στον λογοτέχνη Ρώμο Φιλύρα (ψευδώνυμο, με το οποίο έγινε γνωστός ο Γιάννης Οικονομόπουλος) και αφορά όπως θα καταλάβατε την εισαγωγή του στο Δρομοκαΐτειο Θεραπευτήριο. Κι αυτό, όπως και πολλά άλλα κείμενα του Γεράσιμου Βώκου, του Γεωργίου Βιζυηνού, του Μιχάλη Μητσάκη κ.α, βρίσκονται συγκεντρωμένα στο βιβλίο της Μαρίας Σ. Φαφαλιού «ΙΕΡΑ ΟΔΟΣ 343-Μαρτυρίες απ’ το Δρομοκαΐτειο», που δεν είναι μεν καινούργιο (κυκλοφόρησε το 1995), αλλά είναι παραμένει πάντα εξαιρετικά ενδιαφέρον.

.

Το εν λόγω έργο, καταφέρνει να καταγράψει όλη την εκεί διαδρομή των επιφανών αυτών ανδρών, αλλά και τα στιγμιότυπα απ’ τη ζωή όλων των ανθρώπων που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο συνδέθηκαν με το Θεραπευτήριο, είτε ως ειδικοί, είτε ως ασθενείς. Χρησιμοποιώντας ως τρόπο συλλογής δεδομένων τις προφορικές και γραπτές μαρτυρίες, η συγγραφέας καταφέρνει να διατηρήσει αμείωτο το ενδιαφέρον, όχι μόνο των επιστημόνων, που θα το διαβάσουν για επαγγελματική ενημέρωση, αλλά και των όποιων άλλων ενδιαφερόμενων αναγνωστών.

.

Σε μένα, εξαιρετική εντύπωση έκαναν τα κείμενα των λογοτεχνών, που έζησαν εκεί, οι σατυρικοί στίχοι του Σουρή, αλλά και τα άγνωστα ουσιαστικά ιστορικά στοιχεία που αφορούν το χώρο της ψυχικής υγείας και ειδικότερα του άνωθεν προαναφερθέντος Θεραπευτηρίου. Όσοι το επιλέξετε, σίγουρα θα εκπλαγείτε με τον πλούτο των πληροφοριών.

.

«Και οι χλωμές, φασματικές, εφιαλτικές μορφές των αρρώστων, που τριγυρνούσανε στον περίβολο, μου φανήκανε σαν φαντάσματα, σαν άυλα και άπιαστα φαντάσματα που τριγυρνούσαν στις όχθες του Άρνου και οπού στα χείλη τους έτρεμε, μαζί με το άφωνο «καλώς ώρισες» το ερώτημα: «Τι νέα απ’ τον απάνω κόσμο, από τον κόσμον των ζωντανών;» Ωραίο είναι που εδώ μέσα μας φέρονται σα να είμεθα γνωστικοί. Ξυπνάμε, τρώμε, κοιμούμαστε σύμφωνα με τον κανονισμό. Αυτοκράτορες, Θεοί, Βασιλιάδες, υποχρεωνόμαστε να σηκωθούμε την ώρα που ορίζει ο κύριος νοσοκόμος. Δε ρωτάει αν θέλουμε και αν μπορούμε να διακόψουμε την υπερκόσμια αποστολή μας. Αν είναι έτσι, τι όφελος να είμαστε τρελοί; Και μεις σκλάβοι της ανθρώπινης στενοκεφαλιάς;» (Ρώμος Φιλύρας).

.

Το βιβλίο «ΙΕΡΑ ΟΔΟΣ 343» κυκλοφορεί πλέον απ’ τις εκδόσεις «Αλεξάνδρεια» (α’ έκδοση «Κέδρος»).

.

.

.

.

.