Σάρκινος λόγος

.

Giorgione_019

.

 

Τι όμορφη που είσαι. Με τρομάζει η ομορφιά σου. Σε πεινάω. Σε διψάω.
Σου δέομαι: Κρύψου, γίνε αόρατη για όλους, ορατή μόνο σ’ εμένα.
Καλυμμένη απ’ τα μαλλιά ως τα νύχια των ποδιών με σκοτεινό διάφανο πέπλο
διάστικτο απ’ τους ασημένιους στεναγμούς εαρινών φεγγαριών.
Οι πόροι σου εκπέμπουν φωνήεντα, σύμφωνα ιμερόεντα.
Αρθρώνονται απόρρητες λέξεις. Τριανταφυλλιές εκρήξεις από τη πράξη του έρωτα.
Το πέπλο σου ογκώνεται, λάμπει πάνω απ’ τη νυχτωμένη πόλη με τα ημίφωτα μπαρ,
τα ναυτικά οινομαγειρεία.
Πράσινοι προβολείς φωτίζουνε το διανυκτερεύον φαρμακείο.
Μια γυάλινη σφαίρα περιστρέφεται γρήγορα δείχνοντας τοπία της υδρογείου.
Ο μεθυσμένος τρεκλίζει σε μία τρικυμία φυσημένη απ’ την αναπνοή του σώματός σου.
Μη φεύγεις. Μη φεύγεις. Τόσο υλική, τόσο άπιαστη.
Ένας πέτρινος ταύρος πηδάει απ’ το αέτωμα στα ξερά χόρτα.
Μια γυμνή γυναίκα ανεβαίνει τη ξύλινη σκάλα κρατώντας μια λεκάνη με ζεστό νερό.
Ο ατμός της κρύβει το πρόσωπο.
Ψηλά στον αέρα ένα ανιχνευτικό ελικόπτερο βομβίζει σε αόριστα σημεία.
Φυλάξου. Εσένα ζητούν. Κρύψου βαθύτερα στα χέρια μου.
Τo τρίχωμα της κόκκινης κουβέρτας που μας σκέπει, διαρκώς μεγαλώνει.
Γίνεται μία έγκυος αρκούδα η κουβέρτα.
Κάτω απ’  τη κόκκινη αρκούδα ερωτευόμαστε απέραντα,
πέρα απ’  το χρόνο κι απ’ το θάνατο πέρα, σε μια μοναχική παγκόσμιαν ένωση.
Τι όμορφη που είσαι. Η ομορφιά σου με τρομάζει.
Και σε πεινάω. Και σε διψάω. Και σου δέομαι: Κρύψου.

.

Γιάννης Ρίτσος, Αθήνα 18.11.80

.

.

.

.

.

Advertisements

Θέλω να κουραστείς μαζί μου

.

424px-Man_and_Woman_by_Fernand_Leger
Man and Woman (Fernand Léger, 1921)

.

Κάποια κούραση

.

Δεν μου αρέσει να κουράζομαι μόνο εγώ

Θέλω μαζί μου και συ να κουράζεσαι

Είναι να μη νοιώθει κανείς κουρασμένος

Με κείνη τη στάχτη που πέφτει

το φθινόπωρο στις πολιτείες

με κάτι που δεν θέλει ν΄ ανάβει

και που λίγο – λίγο μαζεύεται πάνω στα ρούχα μας

και σιγά – σιγά πέφτει μέσα στις καρδιές

και τις ξεθωριάζει.

Νοιώθω κούραση απ΄ τις κακές θάλασσες

Κι απ’ τη μυστήρια γη.

Είμαι κουρασμένος με τις κότες:

Ποτέ δεν μπορέσαμε να μάθουμε

Τι σκέφτονται,

Και μας κοιτάζουν μ’ αδιάφορα μάτια

Χωρίς καν να νοιάζονται για τους ανθρώπους.

Για μια φορά σε καλώ

Να κουραστούμε απ΄ τα τόσα αντικείμενα

Απ’ τα σκάρτα φαγητά

Και την καλή ανατροφή

.

Ας κουραστούμε με το να μη πηγαίνουμε στη Γαλλία,

Κι ας κουραστούμε δυο μέρες τη βδομάδα

Που έχουν πάντα το ίδιο όνομα

Και που μας ακουμπάνε σαν πιάτα στο τραπέζι

Χωρίς λόγο

Και μας ξεσηκώνουν άδοξα

.

Τελικά ας πούμε την αλήθεια,

πως ποτέ δε συμφωνήσαμε

με κείνες τις νύχτες, που

μπορείς να τις συγκρίνεις

με καμήλες ή με μύγες.

Έτυχε να δω πολλά μνημεία

Που έστησαν για τους μεγάλους

Τους γαϊδάρους της ενεργητικότητας.

Στο ίδιο σημείο βρίσκονται, ακίνητοι

Με τα σπαθιά τους στα χέρια τους

Πάνω στα θλιβερά τους άλογα.

Κουράστηκα πια μ’ αυτά τα αγάλματα

Δεν την αντέχω τόση πέτρα.

Αν συνεχίσουμε να γεμίζουμε τον κόσμο

Με ακίνητους

Πως θα ζήσουνε οι ζωντανοί;

Κουράστηκα με τις αναμνήσεις

.

Θέλω, όταν γεννιέται ο άνθρωπος

Να μυρίζει τα λουλούδια και το φρέσκο χώμα,

Την άψογη φωτιά

Κι όχι αυτό που όλοι ανάσαιναν.

Αφήστε ήσυχους αυτούς που γεννιούνται!

Μεριάστε να μεγαλώσουν.

Μην τα ‘χετε σκεφτεί όλα γι’ αυτούς.

Μην τους διαβάζετε το ίδιο βιβλίο.

Αφήστε τους ν’ ανακαλύψουν την αυγή

Και να δώσουν όνομα στα φιλιά τους.

Θέλω να κουραστείς μαζί μου

Για κάθε τι ωραίο

Για καθετί που μας γερνάει

Για καθετί που το’ χουν έτοιμο

Για να κουράσουν τους άλλους

.

Ας κουραστούμε μ’ αυτό που σκοτώνει

Και μ΄ αυτό που δεν θέλει να πεθάνει.

.

.

 

Πάμπλο Νερούδα

.

.

.

.

.

Η καρδιά μας

.

.StormySea

Η καρδιά μας είναι ένα κύμα που δεν σπάει στην ακρογιαλιά.

Ποιος μαντεύει τη θάλασσα, απ’ όπου βγαίνει η καρδιά μας;

Αλλά είναι η καρδιά μας ένα κύμα μυστικό, χωρίς αφρό.

Βουβά πιάνει μια στεριά.

Και αθόρυβα σκαλίζει το ανάγλυφο ενός πόθου, που δεν ξέρει

απογοήτευση και αγνοεί την ησυχία.

.

.

Γιώργος  Σαραντάρης

.

.

.

.

πίνακας είναι του Lucille Wallenrod (Stormy Sea, 1998)

.

.

.

.

Η ιστορία της νύχτας*

[Clio Team] 1932 Magritte La Belle de nuit, 81x116 cm

Ο ερωτευμένος

.

Φεγγάρια, όργανα, σεντέφια, ρόδα, λάμπες

καθώς επίσης και του Ντίρερ η γραμμή

οι εννιά αριθμοί, το μεταβλητό μηδέν,

όλα αυτά, πρέπει να προσποιηθώ ότι υπάρχουν.

Πρέπει να προσποιηθώ πως κάποτε υπήρξαν

η Ρώμη κι η Περσέπολη κι ότι μια σκόνη

φτενή καταμέτρησε των επάλξεων τη μοίρα

που έσβησαν οι αδήριτοι αιώνες.

Πρέπει να επινοήσω την πυρά και τα όπλα

του έπους και τα απύθμενα πέλαγα

που ροκανίζουν τα θεμέλια της οικουμένης.

Πρέπει να υποκριθώ ότι υπάρχουν κι άλλοι. Ψέματα.

Μονάχα εσύ υπάρχεις. Η δυστυχία μου, εσύ

κι η ευτυχία μου, απλή και ανεξάντλητη»

.

*Από το βιβλίο «Η ιστορία της νύχτας και άλλα ποιήματα» του Χόρχε Λουίς Μπόρχες, που όπως θα καταλάβατε κι απ’ το προηγούμενο post είναι απ’ τους αγαπημένους μου ποιητές.

**Ο πίνακας είναι του Rene Magritte (La Belle de nuit, 1932)

.

.

.