ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ‘Ψ’ : ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΠΟΡΡΙΨΗ Η ΕΠΙΚΡΑΤΟΥΣΑ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΦΡΟΝΤΙΔΑ

Για μιαν ακόμη φορά, η ανάρτηση της φωτογραφίας ενός δεμένου “στα τέσσερα” νοσηλευόμενου μέσα σε ψυχιατρική κλινική του Δρομοκαϊτείου, πάνω σ΄ ένα πακτωμένο στο έδαφος κρεβάτι, ήλθε να δείξει ποια είναι η καθημερινότητα στο σύστημα τη ψυχικής υγείας, παρ΄ όλα τα λεκτικά πυροτεχνήματα των κρατούντων περί ”ψυχιατρικής μεταρρύθμισης”. 

 

Σ΄αυτό το ανθρώπινο σώμα, μ΄ αυτή την κακοποιητική διαχείρισή του, από την κυρίαρχη ψυχιατρική, ως ενός “αντικειμένου”, ενσαρκώνεται μια ιστορία ενός προσώπου, με την δική του ιδιαιτερότητα, τις πολύπλοκες ανάγκες και “δυσκολίες”, στη συνάντησή τους με τις ακαμψίες και τον διαχειριστικό χαρακτήρα ενός συστήματος ψυχικής υγείας που, την “θεραπευτική” του προσέγγιση, εξακολουθεί να την διαπερνά και να την καθορίζει το δίπολο “καταστολή-απόρριψη”.

 

Στο πρόσωπο για το οποίο γίνεται λόγος, έναν εικοσάχρονο νέο, έχει τεθεί μια διάγνωση στο “φάσμα του αυτισμού” και η ΜΚΟ στην οποία (ύστερα από μια πολυδαίδαλη διαδρομή) είχε καταλήξει να φιλοξενείται, τον έστειλε, λόγω “επιθετικής συμπεριφοράς”, στο Δρομοκαΐτειο, αρνούμενη, μετά, να τον δεχτεί πίσω στο οικοτροφείο όπου φιλοξενούνταν. 

 

Η μόνη “θεραπευτική” αντιμετώπιση στο Δρομοκαΐτειο ήταν η εσαεί μηχανική του καθήλωση. Απαντώντας στις διαμαρτυρίες από το Δρομοκαΐτειο (που “μας φορτώσατε ένα περιστατικό με διάγνωση αυτισμού, που δεν είναι στις αρμοδιότητες μας…..να πάει σε ΄ειδική’ μονάδα” κλπ), το Υπουργείο Υγείας ανάθεσε σε άλλη ΜΚΟ να πάρει τον ασθενή σε οικοτροφείο, η οποία, όμως (αν και χρηματοδοτείται και αυτή, όπως όλες οι ΜΚΟ, από τον κρατικό προϋπολογισμό), αρνήθηκε και το μόνο που δέχτηκε να κάνει, είναι να στέλνει προσωπικό στο Δρομοκαΐτειο να “βοηθάει” τον (δεμένο πάντα) ασθενή. 

 

Βέβαια, ο ασθενής λύνεται όταν πηγαίνει εκεί η μητέρα του και τον παίρνει έξω για βόλτα. Αυτά, ωστόσο, είναι “ψιλά γράμματα” για τους θεραπευτές του νεοϊδρυματικού ψυχιατρικού μας συστήματος (δημόσιου και ΜΚΟ), που θα ‘πρεπε, αντλώντας από αυτό (αυτή την απλή βόλτα με τη μητέρα), ν΄ ανιχνεύσουν (και να επινοήσουν) διαδρομές και διαύλους προσέγγισης μέσα από τις δυσκολίες και την πολυπλοκότητα του προσώπου, προκειμένου να βρουν τρόπους επικοινωνίας και σχέσης μαζί του – τρόπους που δεν είναι, και δεν θα είναι ποτέ, καταγεγραμμένοι σε κανένα διαγνωστικό και θεραπευτικό εγχειρίδιο.

 

Γύρω-γύρω, λοιπόν, ψυχίατροι και σωματείο εργαζομένων να φωνασκούν “πάρτε τον” (με επικεφαλής τον πρόεδρό του, που είναι ταυτόχρονα ο γνωστός για τον επίπλαστο συνδικαλισμό και λαϊκισμό του πρόεδρος της ΠΟΕΔΗΝ), ΜΚΟ να τον εναποθέτουν στο ψυχιατρείο και να αρνούνται να τον πάρουν πίσω σε οικοτροφείο, το Υπουργείο στο ρόλο του εκ του μακρόθεν θεατή και, στη μέση, ο ασθενής… διαρκώς δεμένος. Μια ιστορία που θυμίζει, αν και διαφέρει σε μεγάλο βαθμό, αυτήν του Χ.Δ στο γειτονικό Δαφνί, όπου σωματείο και ψυχίατροι, ξεσηκωμένοι, εδώ και χρόνια, φωνάζουν “πάρτε τον από εδώ”, τον σχεδόν μονίμως δεμένο (με μικρά μόνο “διαλείμματα”) ασθενή – με τους ψυχιάτρους, μάλιστα, να φτάνουν στο σημείο να κάνουν ακόμα και εισαγγελική εντολή για εγκλεισμό των διαμαρτυρόμενων γονιών. 

 

Ως Πρωτοβουλία ‘Ψ’ απαιτούμε την άμεση παύση όλων των κατασταλτικών πρακτικών στον προαναφερόμενο ασθενή στο Δρομοκαΐτειο (όπως, άλλωστε, για όλους τους ασθενείς). Καμιά μηχανική καθήλωση, καμιά καταστολή. Ανάπτυξη ενός εξατομικευμένου θεραπευτικού προγράμματος, με την διάθεση, για την υλοποίησή του, προσωπικού επαρκούς αριθμητικά και ταυτόχρονα, επαρκώς εκπαιδευμένου. Προετοιμασία των όρων για άμεση μετάβασή του σε κατάλληλη και πραγματικά θεραπευτική στεγαστική δομή, ικανή ν΄ ανταποκρίνεται στις θεραπευτικές του ανάγκες. 

 

Χωρίς αυτά, όχι μόνο οι προοπτικές ζωής, αλλά και η ίδια η ζωή του ασθενή είναι σε κίνδυνο.


24/3/2019

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ


.

.

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ: ΣΗΜΑ ΚΑΤΑΤΕΘΕΝ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΗΣ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗΣ Η ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΘΗΛΩΣΗ – ΚΙ ΑΠΟ ΚΟΝΤΑ, Η «ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ»

.

*Αναδημοσίευση από εδώ.

.

Στον απόηχο του νομοσχέδιου που ψηφίστηκε πρόσφατα στη Βουλή, το οποίο θεσμοθετεί την ίδρυση του «ειδικού τμήματος» ψυχιατρείου (ή γενικού νοσοκομείου), ενός τμήματος/φυλακή για όσους κρίνονται «ακαταλόγιστοι» για ποινικό αδίκημα που επιτέλεσαν και όπου για πρώτη φορά αναφέρεται ρητά, σε νομοθετική ρύθμιση, η νομιμότητα της επιβολής κατασταλτικών πρακτικών (μηχανικών καθηλώσεων και απομονώσεων), όταν υπάρχει «επιθετική» συμπεριφορά (χωρίς, φυσικά, καμιά αναφορά στο ποιες συνθήκες και ποια μεταχείριση την προκαλεί), το ζήτημα των μηχανικών καθηλώσεων πήρε μιαν ιδιόμορφη δημοσιότητα.

Εγινε αντικείμενο αντιπαράθεσης όχι μεταξύ κάποιων που είναι υπέρ και κάποιων που είναι κατά, αλλά και με τις δυο πλευρές να είναι υπέρ : με τη μια πλευρά (του προέδρου της ΠΟΕΔΗΝ) να κάνει, μέσα από την προβολή της εικόνας καθηλωμένου ασθενή, τις βάρβαρες αυτές πρακτικές ‘θέαμα’, στα πλαίσια ενός συντεχνιακού λαϊκισμού στην αντιμετώπιση των πολύ σοβαρών προβλημάτων στον χώρο της ψυχικής υγείας και με την άλλη (ΣΥΝΟΨΥΝΟ), να λέει ότι, κάνουμε (και θα συνεχίσουμε να κάνουμε, γιατί έτσι είναι το σωστό) καθηλώσεις όταν «πρέπει» («επικινδυνότητα» κλπ) και όχι επειδή λείπει μας λείπει προσωπικό.

Μια ψευδο-αντιπαράθεση, δηλαδή, που δείχνει πόσο βαθιά ριζωμένη είναι και πόσο αυτονόητη θεωρείται η μηχανική καθήλωση (και η απομόνωση) στην ψυχιατρική που ασκείται σήμερα σε όλες τις υπηρεσίες ψυχικής υγείας. Μια πρακτική που πλασάρεται με το ένδυμα της «ιατρικής πράξης» και που η εφαρμογή της γίνεται, δήθεν, σύμφωνα με «πρωτόκολλα» και «μόνον» όταν «επιβάλλεται», με το σύνηθες συνοδό περιτύλιγμα ότι «πρέπει να τηρούνται οι κατευθυντήριες αρχές της ΕΕ για την πρόληψη βασανιστηρίων, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης» κλπ. Ωστόσο, ξέρουμε πολύ καλά (και το ξέρουν εξίσου καλά, και «από τα μέσα», αυτοί που κάνουν αυτές τις ανακοινώσεις) ότι ποτέ δεν τηρείται κανένα πρωτόκολλο και ότι η μόνη «αντικειμενική» βάση της εκάστοτε απόφασης για την επιβολή αυτών των μέτρων, δεν είναι άλλη από την υποκειμενική εκτίμηση αυτού που έχει την εξουσία (του ψυχιάτρου – σπανίως του νοσηλευτή) να αποφασίζει, την κάθε δεδομένη στιγμή, τι είναι «επικίνδυνο» και τι όχι και για ποιόν.

Πολύ συχνά, «επικίνδυνο» είναι η παραμικρή «αταξία» που η αντίδραση του ψυχικά πάσχοντος, η απόγνωσή του από το βίωμα της ματαίωσης και του εγκλωβισμού, επιφέρει στην πειθαρχική ιδρυματική λειτουργία του ψυχιατρικού τμήματος. Και η αναγκαστική προσαρμογή στην πειθαρχική λειτουργία βαφτίζεται «ιατρική πράξη».

Θα θυμίσουμε, εν προκειμένω την κλασική ανάλυση του E. Goffman στα «Ασυλα»: «Κάθε τι που συμβαίνει στο νοσοκομείο, λέει ο Goffman, πρέπει να νομιμοποιηθεί με την αφομοίωσή του και την κατάλληλη μετάθεσή του προς ένα ιατρικό- υπηρεσιακό πλαίσιο αναφοράς. Οι καθημερινές πράξεις του προσωπικού πρέπει να ορίζονται και να παρουσιάζονται ως εκφράσεις της παρακολούθησης, της διάγνωσης και της θεραπείας. Για να υλοποιηθεί αυτή η μετάθεση, η πραγματικότητα πρέπει να διαστρεβλωθεί σε σημαντικό βαθμό, όπως κατά κάποιον τρόπο διαστρεβλώνεται από δικαστές, διευθυντές και λειτουργούς και σ΄ όλα τα (διαφορετικά από το άσυλο) ιδρύματα υποχρεωτικής παραμονής. Πρέπει ν΄ αποκαλυφθεί ένα έγκλημα που να ταιριάξει στην τιμωρία και ο χαρακτήρας του τροφίμου πρέπει να ανασυσταθεί και να ταιριάξει στο έγκλημα».

Δεν είναι τυχαίο που στην κορύφωση της ψευδο-αντιπαράθεσης που προαναφέρθηκε, βλέπει το φως της δημοσιότητας και μια εργασία δυο καθηγητών της Νοσηλευτικής του ΤΕΙ Λαμίας για το ζήτημα αυτό, η οποία, μέσα από την απλώς βιβλιογραφική και ψευδο-ουδέτερη έκθεση των υπέρ και των κατά των κατασταλτικών αυτών πρακτικών, δεν κάνει άλλο από το να καθαγιάζει, εν τέλει, την επιβολή τους «μόνο» – όπως πάντα λέγεται από τους υποστηρικτές των μέτρων αυτών – όταν είναι «αναγκαίο» και «επιβεβλημένο» για το «καλό του ασθενή» (και των γύρω του). Διαβλέποντας, μάλιστα, και μιαν «επιθυμία μείωσης» των πρακτικών αυτών, τη στιγμή που η διάχυση της εφαρμογής τους έχει πάρει διαστάσεις χωρίς προηγούμενο. Καταλαβαίνει κανείς με τι είδους και πιο «επεξεργασμένα», πλέον, επαγγελματικά «εφόδια» θα αποφοιτούν στο εξής οι νοσηλευτές/τριες από τις σχολές τους, με ποια γνώση του «αντικειμένου» τους και των μεθόδων για την αντιμετώπιση της πολυπλοκότητας των προβλημάτων του.

Γιατί η μηχανική καθήλωση και η απομόνωση, (αλλά και η χημική καθήλωση, η κλειδωμένη πόρτα κλπ) στο βαθμό, μάλιστα, που προβάλλονται ως «ιατρική πράξη», είναι συστατικά στοιχεία και εργαλεία μιας ψυχιατρικής που «χάνει τον άνθρωπο πίσω από την αρρώστια» και βλέπει την οδύνη του ως «συμπτώματα και σημεία» μιας νόσου (μιας διαγνωστικής κατηγορίας), που πρέπει να κατασταλούν και να εξαλειφθούν, αντί να επιδιώκει την επικοινωνία, τον διάλογο, για την κατανόηση των αναπάντητων αναγκών, των διαδρομών και των διαδοχικών απορρίψεων τους, μέχρι να φτάσουν να εκραγούν, στην οικογένεια, σε κοινωνικούς χώρους ή, μετά από μια βίαιη διακομιδή, μέσα στην ψυχιατρική κλινική.

Αυτός ο επαναλαμβανόμενος, στις μέρες μας, καθαγιασμός των μηχανικών καθηλώσεων σε νόμους, σε «επιστημονικές» εργασίες, σε «διαμάχες», συμπλέει με την προώθηση ρυθμίσεων που επιδιώκουν να εισάγουν και στην Ελλάδα την (πλήρως αποτυχημένη διεθνώς) διάχυση της καταστολής στην κοινότητα, με την «υποχρεωτική θεραπεία κατ΄ οίκον». Στο όνομα της μείωσης των ακούσιων νοσηλειών και χωρίς ν΄ αλλάζουν σε τίποτα τον τρόπο και τις πρακτικές λειτουργίας του ψυχιατρικού συστήματος, επιδιώκουν την επιβολή της «ακούσιας θεραπείας» ως πρώτο βήμα πριν την ακούσια νοσηλεία.

Σε άλλες χώρες αυτό ισοδυναμούσε με την μετάλλαξη των υπαρχόντων κοινοτικών υπηρεσιών σε μηχανισμούς καταστολής – μεταξύ άλλων, και για την μείωση των κονδυλίων που δαπανώνται για τη νοσηλεία, μέσω της υποκατάστασής της από την υποχρεωτική επιβολή της θεραπείας στο σπίτι. Πρόκειται για μια πρωτοφανή κατασταλτική μετάλλαξη των υπηρεσιών ψυχικής υγείας, στη βάση της κυρίαρχης βιολογικής ψυχιατρικής και της αγαστής συνεργασίας της με το βιο-φαρμακοβιομηχανικό σύμπλεγμα και τα ενέσιμα σχήματα που αυτό προωθεί στην αγορά – και, μέσω της κυρίαρχης ψυχιατρικής, στο σπίτι του κάθε ασθενή, ή και εν δυνάμει ασθενή. Γνωρίζουμε ότι υπάρχουν ήδη εν εξελίξει συνεργασίες ψυχιάτρων του δημοσίου με υπαλλήλους φαρμακοβιομηχανιών, με τους δεύτερους να πηγαίνουν στα σπίτια ασθενών, που παρακολουθούν οι πρώτοι, για να τους κάνουν το ενέσιμο σχήμα.

Καταλαβαίνει κανείς τι τροπή θα πάρει η λεγόμενη «στροφή στην κοινότητα» σ΄ αυτή τη χώρα, όπου ποτέ δεν υπήρξε κι΄ ούτε υπάρχει η παραμικρή επιθυμία, «από τα κάτω», ή «από τα πάνω», για μια τέτοια στροφή. Κάποιοι την προορίζουν να υπάρξει ως «κατ΄ οίκον καταστολή».

Γι΄ αυτό, ενώ η διεκδίκηση της πλήρους απαγόρευσης των μηχανικών καθηλώσεων (και των απομονώσεων και όλων γενικά των κατασταλτικών πρακτικών) πρέπει να είναι πάντα στη πρώτη γραμμή των διεκδικήσεων για την εξάλειψη πρακτικών που, εκτός που τις θανατηφόρες «παρενέργειες» που έχει η εφαρμογή τους (και που πάντα συγκαλύπτονται και αποδίδονται σε άλλη αιτία), λειτουργούν άκρως τραυματικά και κακοποιητικά στην υποκειμενικότητα και στην αυτοεκτίμηση του ψυχικά πάσχοντος, θα πρέπει, ταυτόχρονα, να είναι σαφές ότι η κατάργηση αυτών των πρακτικών είναι συνυφασμένη με την έμπρακτη αμφισβήτηση της κυρίαρχης ψυχιατρικής, μέσα από εναλλακτικές πρακτικές που αναδεικνύουν (και έχουν διεθνώς αναδείξει) ότι μια «άλλη ψυχιατρική», «χωρίς μηχανικές καθηλώσεις», είναι δυνατή.

Για μια «στροφή στην κοινότητα» που θα είναι «στροφή σε μιαν άλλη σχέση» με τον ψυχικά πάσχοντα, για διάλογο, επικοινωνία, διαπραγμάτευση, στήριξη, συνοδεία. Ενάντια στην όποια πρόθεση/επιδίωξη για πολιτικές διάχυσης της καταστολής στην κοινότητα.

Η μείωση των ακούσιων νοσηλειών δεν είναι ζήτημα διατάξεων και ρυθμίσεων επί χάρτου, αλλά ριζικής αλλαγής της ασκούμενης ψυχιατρικής φροντίδας, για ένα πραγματικά κοινοτικά βασισμένο σύστημα υπηρεσιών, που θα είναι σε θέση να ασκεί μιαν ουσιαστική πρόληψη σε πρωτοβάθμιο, δευτεροβάθμιο και τριτοβάθμιο επίπεδο και να παρέχει ουσιαστική στήριξη στον τόπο κατοικίας. Να κατανοεί και να στηρίζει και όχι να καταπιέζει και να καταστέλλει.

Για να υπάρχει μια άλλη σχέση (του ψυχιάτρου, του νοσηλευτή και όλων των λειτουργών) με τον ασθενή, για να μην είναι «ο ασθενής δεμένος», πρέπει ο λειτουργός ψυχικής υγείας – και πρωτίστως ο ψυχίατρος – να μάθει «να δένεται» στο λειτούργημά του, που θα έπρεπε να συνίσταται, μεταξύ άλλων, και στο να επιδιώκει και να είναι σε θέση να κάνει σχέση με τον «ασθενή» σε ισότιμη βάση (αμφισβητώντας τον εξουσιαστικό ρόλο, στη βάση του οποίου έχει μάθει να λειτουργεί), να είναι δίπλα του για όσο χρόνο χρειαστεί και να μη καταφεύγει στην ευκολία της καθήλωσης.

Και ταυτόχρονα, να υπάρχει κατάλληλα εκπαιδευμένο και αριθμητικά επαρκές προσωπικό.

Γιατί μπορεί η μηχανική καθήλωση να είναι πρωτίστως προϊόν της «κουλτούρας και της πράξης» της κυρίαρχης ψυχιατρικής και να γίνεται ως αυτονόητη πρακτική ανέκαθεν, ακόμα και όταν υπάρχει επάρκεια προσωπικού, αλλά δεν παύει να εξαρτάται και από την έλλειψη προσωπικού – ενός προσωπικού ποικιλοτρόπως ματαιωμένου και εξουθενωμένου, που δεν είναι σε θέση ν΄ αντέξει και να διαχειριστεί την παραμικρή «αταξία» γύρω του.

Μια πρακτική προσανατολισμένη στην πλήρη κατάργηση των μηχανικών καθηλώσεων, προϋποθέτει την πρωταρχικότητα του ποιοτικού στοιχείου (την ριζικά εναλλακτική κουλτούρα και πράξη) πάντα σε συνάρτηση με το ποσοτικό στοιχείο, προκειμένου να μπορέσει να καταστεί έμπρακτα, και όχι στα λόγια, δυνατή – όπως, πχ, μικρό αριθμό ασθενών και μεγάλη επάρκεια προσωπικού.

Το ζήτημα των προσλήψεων και της εκπαίδευσης του προσωπικού (καθώς και της επαρκούς χρηματοδότησης των υπηρεσιών) μπορούν να συντελέσουν σε μια ουσιαστική αλλαγή (ξεπέρασμα του ψυχιατρείου) και όχι απλή αναπαλαίωση του υπάρχοντος (μέσα από την διατήρηση, ή το βίαιο κλείσιμό του), μόνο στο βαθμό που εντάσσονται σε μια ριζική αμφισβήτηση του τρόπου που «σκέπτεται και πράττει» η κυρίαρχη ψυχιατρική στην καθημερινή ιδρυματική της λειτουργία, στο ψυχιατρείο, στο γενικό νοσοκομείο, ή στα κατ΄ όνομα ΚΨΥ που υπάρχουν.

Αυτό που ζούμε στο χώρο της ψυχικής υγείας, σ΄ αυτή την περίοδο της διακυβέρνησης από την «πρώτη φορά αριστερά», είναι η από μακρού αναμενόμενη θεσμοθέτηση ενός ψυχιατρικού «εκσυγχρονισμού», των προδιαγραφών, δηλαδή, μιας νεο-ιδρυματικής βιολογικής ψυχιατρικής, σε συνέργια με τους κατευθυντήριους άξονες μιας νεοφιλελεύθερης διαχείρισης/απόρριψης των αναγκών των ψυχικά πασχόντων-πάνω στο έδαφος (και για την διαχείριση) ενός συστήματος υπηρεσιών υπό κατάρρευση. «Ειδικό τμήμα» του ψυχιατρείου, καθαγιασμός των μηχανικών καθηλώσεων, με την «ακούσια θεραπεία» εν όψει και ποιος ξέρει ποιά άλλα, στην ίδια κατεύθυνση, να έπονται.

Τι «διάλογος», επομένως, μπορεί να υπάρξει με επιτροπές του Υπουργείου Υγείας (στην αναζήτησή τους για «πρόθυμους συμμάχους»), πχ, για την ακούσια νοσηλεία (ή ό,τι άλλο) – επιτροπών που σχεδιάζουν την «ακούσια θεραπεία» στην κοινότητα, που καθαγιάζουν τις μηχανικές καθηλώσεις, τα ηλεκτροσόκ κλπ, και που, πιθανόν, κάποιοι από τους ψυχιάτρους των όποιων επιτροπών, πριν παραστούν στην συνεδρίαση της επιτροπής τους, έχουν δώσει εντολή μηχανικής καθήλωσης ασθενών της κλινικής τους;

Ο μόνος τρόπος για να μην περάσουν και να μη βρουν εφαρμογή οι νέες κατασταλτικές νομοθεσίες είναι η αμφισβήτησή τους «από τα κάτω», μέσα από την κινητοποίηση των άμεσα ενδιαφερομένων, ατόμων με ψυχιατρική εμπειρία, οικογενειών, λειτουργών ψυχικής υγείας, κοινωνικών συλλογικοτήτων-ένα κίνημα που θα αμφισβητεί τις κοινωνικές σχέσεις, τους θεσμούς και τις πολιτικές που εξακολουθούν να καταδικάζουν τους ψυχικά πάσχοντες στη θέση του κοινωνικού παρία, χωρίς ουσιαστικά αναγνωρισμένα και κατοχυρωμένα δικαιώματα, στο «έλεος» μιας ανελέητης κοινωνικής απόρριψης και ψυχιατρικής καταστολής.

.

14/1/2018

.

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

.

.

.

.

.

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗΣ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ: «ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΙ ΕΙΝΑΙ ΟΣΟΙ ΕΤΟΙΜΑΖΟΥΝ ΤΟ «ΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΨΥΧΙΑΤΡΕΙΟ» ΚΑΙ ‘ΑΝΑΒΑΘΜΙΖΟΥΝ’ ΤΟ ΨΥΧΙΑΤΡΕΙΟ ΤΩΝ ΦΥΛΑΚΩΝ ΟΧΙ ΟΙ ΨΥΧΙΚΑ ΑΣΘΕΝΕΙΣ»

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ανακοίνωση που έβγαλε η ΠΟΕΔΗΝ, με αφορμή το τραγικό συμβάν της δολοφονίας, από νοσηλευόμενο στο ΨΝΑ (βάσει του αρ. 69 ΠΚ- και διαμένοντα σε στεγαστική δομή του), της συντρόφου του, δεν είναι παρά η πιο κατάπτυστη αντίδραση που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς ότι θα ήταν δυνατό ποτέ να υπάρξει απέναντι στην τραγικότητα αυτού του συμβάντος.

Κατανοητή, βέβαια, στο βαθμό που εκφράζει την σκληρή ιδρυματική παράδοση και την σχετιζόμενη με αυτήν κατασταλτική κουλτούρα που ενσαρκώνει το προερχόμενο από το Δρομοκαίτειο προεδρείο της ΠΟΕΔΗΝ, που, ακόμα και στις κινητοποιήσεις του προσωπικού του ψυχιατρείου, δεν ήξερε να κάνει άλλο από το να χτίζει, με πέτρες, τοίχους στη είσοδο του ιδρύματος. Τοίχους πάνω στους άλλους τοίχους, πρακτική που συμβόλιζε έμπρακτα το «μαύρο όραμα» ενός συνδικαλισμού που δεν έπαψε ποτέ να βλέπει την ύπαρξη και την αναπαραγωγή του συνυφασμένη με την διαιώνιση των ιδρυμάτων της ψυχιατρικής βαρβαρότητας (και προπαντός, εν προκειμένω, του «κληροδοτήματος»).

Αυτό που κάνει η ΠΟΕΔΗΝ είναι να ευοδώνει και να παρακινεί στην κουλτούρα και την πρακτική της απόρριψης, του ρατσισμού και της κατασταλτικής ετοιμότητας απέναντι σε όλους τους ψυχικά πάσχοντες και σε μια φυλακτικού τύπου, απανθρωποποιητική αντιμετώπισή τους, ως εν δυνάμει, και από τη φύση του, «επικίνδυνου αντικειμένου». Γιατί, μέσα στο ασυγκράτητο παλαιοϊδρυματικό ξέσπασμα της, η ανακοίνωση μιλάει για όλους αδιακρίτως, για όσους προσέρχονται (τους «30») σε κάθε εφημερία με διαδικασίες ακούσιας νοσηλείας, «διεγερτικούς, επικίνδυνους, κακοποιούς»…«30-35 τέτοιοι επικίνδυνοι ασθενείς σε κάθε τμήμα οξέων». Και φυσικά, κατά την ΠΟΕΔΗΝ, να πάνε όλοι οι «ακαταλόγιστοι» του αρ. 69 ΠΚ σε ψυχιατρικές κλινικές εντός των φυλακών. Αλλά με αυτή τη λογική, γιατί μόνο αυτοί και όχι και οι άλλοι «επικίνδυνοι», που δεν έχουν διαπράξει «ακόμα» αδίκημα;

Η ανακοίνωση της ΠΟΕΔΗΝ είναι τόσο ακραία έτσι ώστε να γίνεται εξαιρετικά χρήσιμη ακόμα και σε επιδιώξεις που την «κριτικάρουν», αλλά με σκοπό να συγκαλύψουν, πίσω και ενάντια στις ακραίες εκφράσεις της, την δική τους συμπόρευση στην ίδια κατεύθυνση, αν και με πιο ήπιους και «επιστημονικούς» όρους. Μην ξεχνάμε ότι λειτουργοί ψυχικοί υγείας, διευθυντές ψυχίατροι και συνδικαλιστές νοσηλευτές, έχουν χρησιμοποιήσει, στο πρόσφατο παρελθόν (υπάρχουν τα κείμενα και οι συνεντεύξεις), την ίδια επιχειρηματολογία της ΠΟΕΔΗΝ για το «επικίνδυνο» των «ακαταλόγιστων» του αρ. 69 ΠΚ, που νοσηλεύονται στα τμήματα εισαγωγών, προκειμένου να τους εξαποστείλουν σε «ειδική κλειστή δομή», το «δικαστικό ψυχιατρείο», που έχει στα σκαριά η παρούσα κυβέρνηση.

Κάποιο/ες «θυμήθηκαν», εν προκειμένω, τα υπάρχοντα ευρωπαϊκά «μοντέλα» για το «forensic μέρος της ψυχιατρικής», όλα αυτά που προβλέπουν «ειδικές δομές» για τους λεγόμενους «ακαταλόγιστους», αγνοώντας, ή ξεχνώντας, ότι όλα αυτά τα «μοντέλα» είναι σε κρίση, καθώς, αφού έγιναν «διάσημα» για τον κατασταλτικό, βάρβαρο και άκρως αντιθεραπευτικό χαρακτήρα τους, σε κάποιες χώρες, όπως τα OPG στην Ιταλία, έκλεισαν (με αρχή το 2014) – για ν΄ αντικατασταθούν, φυσικά, και ως επί το πλείστον, από δομές πιο μικρές, πιο ήπιας εξωτερικής μορφής, αλλά αντίστοιχου περιεχομένου.

Η όλη περιρρέουσα οικονομική, κοινωνική και πολιτική ατμόσφαιρα του «ρευστού φόβου», της δομικής, άνωθεν καλλιεργούμενης και δεόντως χειραγωγούμενης ανασφάλειας, είναι ακριβώς το έδαφος πάνω στο οποίο προωθείται (ως η απολύτως «αυτονόητη» λύση) η ίδρυση του «ειδικού κλειστού τμήματος» («δικαστικού ψυχιατρείου»), με σχετικό νομοσχέδιο που έχει έτοιμο για εισαγωγή προς ψήφιση στη Βουλή η κυβέρνηση Σύριζα-Ανελ.

Περιστατικά όπως στο Περιστέρι, θα χρησιμοποιηθούν, για μιαν ακόμη φορά, ως επιβεβαίωση της «ορθότητας και του αυτονόητου» μιας λύσης προς αυτή την κατεύθυνση.

-Κυρίαρχη ψυχιατρική, αυτή που βλέπει πρωτίστως «νοσολογικά συστήματα και όχι ανθρώπους», στην ιερή της συμμαχία με μια

-κατά το δοκούν «τυφλή» Δικαιοσύνη, πάνω στο κοινό τους έδαφος του ιδεολογήματος μιας «επικινδυνότητας» ως ατομικής ιδιότητας (και όχι προϊόντος κοινωνικών σχέσεων, αλληλεπιδράσεων και «καταστάσεων»),

-μέσα από τις διαχειριστικές πρακτικές μιας κυβερνητικής πολιτικής που απλώς αγωνιά για το πώς θα εκπροσωπήσει το υπάρχον, χωρίς ποτέ και επ΄ ουδενί να το αμφισβητήσει, έχουν έτοιμο το ζητούμενο για το κυρίαρχο σύστημα, ψυχο-σωφρονιστικό τμήμα, που θα ενσωματώνει όλες τις δυσβάσταχτες πτυχές τόσο του ψυχιατρικού, όσο και του σωφρονιστικού εγκλεισμού, με όλες τις στερεοτυπικές ιδεοληψίες που τους διατρέχουν, για την ευρύτερη κοινωνική του αποδοχή.

Κι ας είναι γνωστό και τεκμηριωμένο ότι, παρά το συμβάν στο Περιστέρι, είναι εξαιρετικά σπάνιο φαινόμενο η επανάληψη της όποιας παραβατικής/εγκληματικής πράξης από πρώην εγκλείστους του αρ. 69 ΠΚ. Ότι, ποσοστιαία, οι πάσχοντες από σοβαρές ψυχικές διαταραχές που εγκληματούν, δεν είναι περισσότεροι από τους λεγόμενους «κανονικούς» – ίσως, μάλιστα, να είναι και αισθητά λιγότεροι. Ότι το πρόσημο της «επικινδυνότητας», προκειμένου κάποιος/α να τύχει άρσης του αρ. 69, παραμένει και στο καινούργιο νομοσχέδιο – ένα πρόσημο, για το οποίο δεν υπήρξε, δεν υπάρχει και ούτε ποτέ θα υπάρξει καμιά «επιστημονική» εκτίμηση, καθώς πρόκειται για μια «κοινωνική κατασκευή».

Το προωθούμενο νομοσχέδιο για τους «ακαταλόγιστους» του αρ. 69 δεν κάνει άλλο από το να «τακτοποιεί» την υπάρχουσα κατάσταση (καθώς τουλάχιστον 20 ασθενείς του αρ. 69 στο ΨΝΑ διαμένουν – και πολύ καλώς – σε εξωνοσοκομειακές στεγαστικές δομές χωρίς να έχει αρθεί το μέτρο ασφαλείας), δίνοντας, ωστόσο, υπόσταση, για πρώτη φορά με θεσμικό τρόπο, στην ίδρυση δυο δικαστικών ψυχιατρείων. Για τον εγκλεισμό και την «εξαφάνιση» όλων αυτών που για την διαχείρισή τους το ψυχιατρικό σύστημα «στενάζει» από την αδυναμία του να τους «κάνει καλά» και ψάχνει εδώ και καιρό πού θα τους κλείσει. Κάπου πιο «κλειστά από το κλειστό» που υπάρχει. Στον Κορυδαλλό δεν μπορεί (παρά τις προτάσεις της ΠΟΕΔΗΝ), για να τηρούνται (προς το παρόν) τα «προσχήματα». Γι΄ αυτό και προωθείται το «ειδικό τμήμα», με φρουρούς, κάγκελα, πιθανό προαυλισμό σε λίγα τετραγωνικά, ασυδοσία μηχανικών καθηλώσεων, δυνατότητα να κάνεις λοβοτομή «αν το επιλέξεις» (με “informed consent”!) κλπ.

Το ζήτημα των «ακαταλόγιστων» δεν μπορεί κατ΄ ουδένα τρόπο ν΄ αντιμετωπιστεί με την όλο και περισσότερη καταστολή, μέσα από την αέναη αναζήτηση της «απόλυτης ασφάλειας» από τον «επικίνδυνο» που «εμείς» κατασκευάζουμε. Το πρώτο βήμα προς μιαν ουσιαστική αντιμετώπιση των λεγόμενων «ακαταλόγιστων» δεν θα μπορούσε να είναι άλλο από την ίδια την ριζική αμφισβήτηση της ίδια της έννοιας του «ακαταλόγιστου», μιας έννοιας (και συνεπαγόμενης πρακτικής) που απο-υποκειμενοποιεί τον ψυχικά πάσχοντα. Είναι η αναγνώριση του όποιου ψυχικά πάσχοντος δράστη ως «υποκειμένου ευθύνης», που θα πρέπει, προφανώς, να τύχει εφαρμογής εναλλακτικής, εκτός φυλακής, ποινής. Όχι, επ΄ ουδενί, σε «ειδικό τμήμα», ούτε σε τμήμα εισαγωγών-παρά μόνο, εδώ, για το αναγκαίο διάστημα της νοσοκομειακής θεραπείας, όπως όλοι οι ασθενείς. Και εν συνεχεία, με την επιβολή ενός «μέτρου ασφαλείας», με διαμονή σε εξωνοσοκομειακή στεγαστική δομή, ή και κατ΄ οίκον, στα πλαίσια του οποίου θα γίνεται η αναγκαία θεραπευτική φροντίδα.

Φυσικά, όλα αυτά ηχούν ουτοπικά, σε μια χώρα που δεν έχει κάνει ποτέ την όποια ουσιαστική ψυχιατρική μεταρρύθμιση και βουλιάζει μέσα σε μια χωρίς προηγούμενο οικονομική, κοινωνική και πολιτική κρίση. Αλλά και σε μιαν Ευρώπη σε αντίστοιχα βαθιά οικονομική κρίση, που λειτουργεί μέσα σε μια «κατάσταση διαρκούς εκτάκτου ανάγκης», με το φάσμα ενός διαρκώς «επικρεμάμενου κινδύνου» να κυριαρχεί στην καθημερινότητα, κινδύνου που οι κρατούντες δημιούργησαν με τις πολιτικές τους, χρησιμοποιώντας τον ίδιο το φόβο από αυτόν ως μέσο πολιτικής και κοινωνικής χειραγώγησης.

Για το ζήτημα των «ακαταλόγιστων» και την προετοιμαζόμενη αντιμετώπισή τους ως προπομπό της περαιτέρω κατασταλτικής μετάλλαξης του ψυχιατρικού συστήματος, θα πρέπει να υπάρξει ιδιαίτερη επαγρύπνηση. Αν κυριαρχήσουν τα στερεότυπα της «επικινδυνότητας» στην δόμηση/διάρθρωση του ψυχιατρικού θεσμού, αυτό θα έχει επιπτώσεις παντού. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Γ. Γραμματέας Αντεγκληματικής Πολιτικής του Υπουργείου Δικαιοσύνης, σε πρόσφατη συνέντευξή του, δήλωσε καθαρά ότι «δεν χρειαζόμαστε στο δικό μας σωφρονιστικό σύστημα ένα νοσοκομείο επιπέδου νοσοκομείου του ΕΣΥ» και επομένως, οι κρατούμενοι, όταν προκύπτει σχετική ανάγκη για κανονική νοσοκομειακή νοσηλεία, θα πρέπει να νοσηλεύονται, όταν αρρωσταίνουν, στα κανονικά νοσοκομεία. Αλλά όχι οι ψυχικά ασθενείς κρατούμενοι : το «ψυχιατρείο» Κορυδαλλού επέμεινε ότι πρέπει να παραμείνει και να μπει ως τέτοιο στο ΕΣΥ (όπως έχει προβλεφθεί σε σχετικό νομοσχέδιο), υπό την διεύθυνση της Πανεπιστημιακής Ψυχιατροδικαστικής Κλινικής του Αττικού Νοσοκομείου. Προφανώς, «παιδιά ενός κατώτερου θεού» οι ψυχικά ασθενείς. Μια κανονική φυλακή περίπου 200 κρατουμένων (ανδρών), με όρους πολύ χειρότερους από τα υπόλοιπα κελιά και με εξαιρετικά αδιαφανείς διαδικασίες διαχείρισης, σύμφωνα με πολλές καταγγελίες. Κρατούμενοι με «μερικό καταλογισμό», κρατούμενοι με ψυχιατρικό πρόβλημα, κρατούμενοι εν αναμονή πραγματογνωμοσύνης – αυτής της νέας «βιομηχανίας πραγματογνωμοσύνης», που πιθανό να προκύψει ως «παρενέργεια» της ένταξης στο ΕΣΥ.

Όπως πάνε τα πράγματα, είναι πιθανόν ότι, μια απρόβλεπτη στροφή στη συγκυρία μπορεί και να επιβεβαιώσει τις προτροπές της ΠΟΕΔΗΝ για εγκλεισμό των «ακαταλόγιστων» στην ψυχιατρική κλινική του Κορυδαλλού. Την κρατούν ανοικτή, τη αναβαθμίζουν, την βάζουν στο ΕΣΥ, θα την διευθύνουν πανεπιστημιακοί, «τι το καλλίτερο;» θα πουν οι κυβερνώντες, που διακρίνονται για το «βαθύτατα ρηχό» μεταρρυθμιστικό τους πνεύμα.

Κρατώντας, ως πρώτη προτεραιότητα, ανοιχτή την κινηματική διεκδίκηση στην κατεύθυνση ενός ριζικά εναλλακτικού προτάγματος στην αντιμετώπιση των «ακαταλόγιστων» και στην ασκούμενη κυρίαρχη ψυχιατρική γενικά, δεν θα παραλείψουμε να επιστήσουμε την προσοχή στην πιθανότητα να ασκηθούν, με αφορμή το τραγικό συμβάν στο Περιστέρι, πιέσεις για επανεγκλεισμό των ασθενών βάσει του αρ. 69 ΠΚ, που τώρα διαμένουν σε εξωνοσοκομειακές στεγαστικές δομές.

Εν προκειμένω, η ευθύνη θα αφορά όλους, και αυτούς (πρωτίστως) που, πιθανόν, θ΄ αποφασίσουν σχετικά, αλλά και αυτούς που δεν θα προβάλλουν αντίσταση.

.

7/8/17

.

ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ

.

.

.

.

.

.