Διημερίδα 3-4 Μαρτίου 2023, “Μαθαίνοντας-Ξεμαθαίνοντας: Διάλογοι πάνω στη τρέλα” Διοργάνωση: Πρωτοβουλία ‘Ψ’ & Δίκτυο Ακούγοντας Φωνές

Έχοντας περάσει 13 χρόνια από τη δημιουργία της πρώτης ομάδας αυτοβοήθειας το Μάρτιο του 2010 και 8 χρόνια από την πρώτη συνέλευση της Πρωτοβουλίας Ψ-, οι δύο συλλογικότητες συστεγάζονται σε μια προσπάθεια να στεγάσουν τα όνειρά τους και να έρθουν πιο κοντά. Κρατώντας η καθεμιά τα ιδιαίτερα ποιοτικά χαρακτηριστικά της, την κουλτούρα και τις αρχές της αναζητήσαμε σημεία επικοινωνίας και ήρθαμε πιο κοντά ανοίγοντας συχνά διάλογο και συνδιοργανώνοντας κάποιες εκδηλώσεις. Από αυτή τη συγκατοίκηση προέκυψε και η ανάγκη για μια νέα διημερίδα.


Μέσα από τις συζητήσεις μας νιώσαμε έμπρακτα την αξία όρων όπως “ειδικός από εμπειρία”, “συνεργατικές κοινότητες μάθησης”, “αλληλεγγύη”, “ανάπτυξη του δυναμικού αυτοβοήθειας’, “αναγνώριση της προσωπικής ευθύνης της ασθένειας και της υγείας”. Κι έτσι όλα αυτά τα χρόνια μεγαλώσαμε γιατί ήρθαμε κοντά ο ένας στην άλλη. Αναγνωρίσαμε πως η μάθηση δεν αποτελεί μια στείρα “ανάγνωση” ενός κόσμου που βρίσκεται κάπου έξω και περιμένει να τον γνωρίσουμε, αλλά “μια αέναη γέννηση ενός κόσμου μέσω της διεργασίας της ζωής”. Τελικά “μάθηση και ανάπτυξη είναι απλώς οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος”.


Το μεγάλωμα μοιάζει να περνάει μέσα από μια συλλογική αναζήτηση μιας άλλης αντίληψης και γνώσης, όπου νέα νοήματα αναδύονται από τη μεταξύ μας αλληλεπίδραση. Για αυτό και χρειάζεται και στα θέματα ψυχικής υγείας να γίνουμε ο “αδαής δάσκαλος”, που έλεγε ο Ζοζέφ Ζακοτό, να παραμερίσουμε την “ειδημοσύνη” μας, να συνειδητοποιήσουμε την άγνοιά μας, ξεπερνώντας την υπεροψία και τη βεβαιότητά μας σχετικά με αυτά που γνωρίζουμε, για χάρη της νέας γνώσης που μας περιμένει και η οποία δεν κρύβεται μόνο σε βιβλία.


Χρειάζεται να δούμε πως οι άνθρωποι είναι ειδικοί για τις ζωές τους καθώς αυτοί είναι φορείς της αλήθειας του βιώματός τους και έχουν το αναφαίρετο δικαίωμα να ζητήσουν και να λάβουν την υποστήριξη που χρειάζονται. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο έγνοια μας είναι να είμαστε ανοιχτοί/ες στις διαφορετικές εμπειρίες των ανθρώπων, να υποστηρίζουμε τις ανάγκες τους και να διατηρούμε ασφαλές και σταθερό το πλαίσιο της σχέσης με μετριοφροσύνη. Χρειάζεται μέσα από μια, καλώς εννοούμενη, ταπεινότητα να αλληλεπιδράσουμε και να ανταλλάξουμε εμπειρίες για την ανάπτυξη μιας κριτικής συνειδητοποίησης, έτσι ώστε ο ψυχικός μας πόνος και η δυσφορία μας να γίνονται αντιληπτές και κατανοητές μέσα από μια πληθώρα φακών και όχι μονοδιάστατα ως μια (ψυχ)ιατρική κατάσταση”, μια “νόσος του εγκεφάλου”, μια “διαταραχή που οφείλεται σε χημική ανισορροπία”,μια “προσωπική αδυναμία” κοκ.


Και όλα αυτά μοιάζει να χρειάζεται να πάνε και πιο πέρα. Είναι σημαντικό η κριτική σκέψη να παει πέρα από την κριτική της ψυχιατρικής, που είναι βέβαια πιο εύκολο να στοχευτεί σαν το κυρίαρχο σύστημα. Είναι σημαντικό να προχωρήσουμε πιο πέρα και να ασκήσουμε κριτική σε όλες τις γνώσεις και απόψεις που διεκδικούν νέες αυθεντίες. Αυτό περιλαμβάνει και τις γνώσεις/απόψεις των κινημάτων και επιζώντων ψυχιατρικής/ ληπτριών υπηρεσιών, βασικά όλοι μας πρέπει να κάνουμε την αυτοκριτική μας!


Προσκεκλημένοι ομιλητές θα μας βοηθήσουν να κρατήσουμε αυτήν τη συζήτηση ανοιχτή.


Σας καλούμε να συμμετάσχετε, να καταθέσετε ιδέες και προτάσεις, να γνωριστούμε από κοντά. Στο χώρο ευπρόσδεκτες είναι και αναλογικές μορφές έκφρασης μέσω ζωγραφικής, ποίησης, θεάτρου και ότι άλλο έχει να προσφέρει ο καθένας και η καθεμία. Για να καταθέσετε μια πρόταση για ομιλία, εργαστήριο και οτι άλλο στείλτε μας ένα mail στο athinahvsynantisi@gmail.com


Ο χώρος θα ανακοινωθεί σύντομα


Είσοδος ελεύθερη
με προαιρετική οικονομική ενίσχυση


Δίκτυο Ακούγοντας Φωνές Αθήνας
Πρωτοβουλία για ένα Πολύμορφο Κίνημα στην Ψυχική Υγεία

.

Λίγα λόγια για τις ομιλήτριες και τον ομιλητή (το αρχείο θα ανανεώνεται στην πορεία καθώς θα προστίθενται και άλλοι ομιλητές/ριες):


Η Ντίνα (Κωνσταντίνα) Πουρσανίδου είναι μέλος της συντακτικής ομάδας του Asylum για περισσότερο από μια δεκαετία. Άρχισε να χρησιμοποιεί υπηρεσίες ψυχικής υγείας το 1991, όταν είχε την πρώτη της σοβαρή κρίση. Ως αποτέλεσμα αυτής της κρίσης, έκανε ένα διδακτορικό στο οποίο εξέτασε την κατάθλιψη των εφήβων ως κοινωνικο-πολιτισμικό φαινόμενο στην Αγγλία και στην Ελλάδα (χώρα καταγωγής της). Κατόπιν, μετά τη δεύτερη κρίση της που διήρκεσε μερικά χρόνια και περιελάμβανε, μεταξύ άλλων, ακούσια νοσηλεία σε ψυχιατρικό νοσοκομείο στο Μάντσεστερ, εργάστηκε ως ερευνήτρια (καθώς έχει, όπως προαναφέρθηκε, προσωπική εμπειρία απ’ τη χρήση ψυχιατρικών υπηρεσιών) σε πολλά αγγλικά πανεπιστήμια. Αυτή τη στιγμή, εργάζεται στο Πανεπιστήμιο του Central Lancashire σ’ ένα έργο στον τομέα της εγκληματολογικής ψυχικής υγείας. Τέλος, είναι ένας απ’ τους ανθρώπους που διευθύνουν το Survivor Researcher Network (CIC), με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο.


Η Λυδία Σαπουνά είναι καθηγήτρια Κοινωνικής Εργασίας στο School of Applied
Social Studies, University College Cork, Ιρλανδία. Μέσα από τη δουλειά της προσπαθεί να προωθήσει μια κριτική σκέψη και πράξη στο χώρο της ψυχικής υγείας.


Ο Harry Gijbels είναι νοσηλευτής ψυχικής υγείας και ακαδημαϊκός με πάνω από 40 χρόνια εμπειρίας στην ψυχική υγεία και την εκπαίδευση. Συνεχίζει να ασχολείται ενεργά με το Hearing Voices Network Ireland.


Η Λυδία μαζί με τον Harry Gijbels, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην ίδρυση του δικτύου Critical Voices Network Ireland και είναι συνδιοργανωτές του ετήσιου συνεδρίου Critical Perspectives in Mental Health στο University College Cork, δημιουργώντας έτσι ένα συλλογικό χώρο ακτιβισμού και αναζήτησης άλλων τρόπων κατανόησης και διαχείρισης της ψυχιατρικής εμπειρίας.


Η Jacqui Dillon, ακτιβίστρια, συγγραφέας και ομιλήτρια έχει δώσει εκατοντάδες διαλέξεις και έχει δεκάδες δημοσιεύσεις παγκοσμίως για το τραύμα, την κακοποίηση, την ψύχωση, την αποσύνδεση και τη θεραπεία. Διετέλεσε πρόεδρος του Δικτύου Hearing Voices στην Αγγλία και είναι Επίτιμη Λέκτορας Κλινικής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Ανατολικού Λονδίνου, Επισκέπτρια Ερευνήτρια στο Κέντρο Κοινοτικής Ψυχικής Υγείας στο Πανεπιστήμιο του Birmingham. Έχει επιμεληθεί βιβλία, έχει δημοσιεύσει πολλά άρθρα και εργασίες, είναι στη συντακτική επιτροπή του περιοδικού Psychosis: Psychological, Social and Integrative Approaches και έχει ιδρύσει τη Beck Road Alliance (BRA) για την υποστήριξη παιδιών επιζώντων σεξουαλικής κακοποίησης.

Μεταχριστουγεννιάτικο καφενείο στο χώρο της Πρωτοβουλίας ‘Ψ’

Την Τρίτη 24/1 ανοίγουμε τον χώρο της πρωτοβουλίας ‘’Ψ’’ , στην οδό Αιθαλίδου 11, κοντά στη στάση του μετρό Αγίου Ιωάννη στο Παγκράτι.


Ο χώρος αυτός φιλοξένησε και φιλοξενεί πρωτοβουλίες αμφισβήτησης της κυρίαρχης ψυχιατρικής και φωνές οι οποίες δε βρίσκουν πάντα το χώρο να ακουστούν, φωνές σιγανές, φωνές ηχηρές, φωνές ψιθυριστές, μελαγχολικές η χαρούμενες, ξεχωριστές όπως ο καθένας και η καθεμία από εμάς.


Είμαστε άτομα που έχουμε δραστηριοποιηθεί η δραστηριοποιούμαστε στο χώρο της Πρωτοβουλίας «Ψ», μετά από κάποιο καιρό βρισκόμαστε ξανά στην Αθήνα και θέλουμε να ενώσουμε ξανά τις φωνές μας, τα χρώματα μας, τις ανησυχίες μας, τις εμπειρίες μας, τα «αχ» μας και τα «ουφ» μας και τα «ουαου» μας, αρθρωμένα σε διαφορετικές γλώσσες, διαλέκτους και τρόπους.


Θέλουμε να ενώσουμε τις σιωπές μας ακόμα και να μοιραστούμε τις ανησυχίες και τα βάρη μας. Θέλουμε να «χωρέσουμε» ξανά και για αυτό θα συναντηθούμε στο χώρο της Πρωτοβουλίας «Ψ». Θέλουμε να παίξουμε με ξεγνοιασιά και με χρώματα και με μουσικές και να γεμίσουμε το χώρο αυτό με «πειραματίσματα» και ηχοχρώματα μοναδικά όπως το καθένα από μας ή και απλά να συνυπάρξουμε και να γνωριστούμε.


Ελάτε να πιούμε ένα καφεδάκι ή τσαγάκι, να τα πούμε και να ζωγραφίσουμε και να παίξουμε αν θέλουμε.


Ότι θέλετε να μοιραστείτε ευπρόσδεκτο: γλυκάκια, φαγητά, χρώματα μουσικά όργανα ή και απλά την παρουσία σας, σας περιμένουμε.

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

«ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ με τα ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΑ, τις καταλήψεις και τους ελεύθερους χώρους»: ΠΟΡΕΙΑ, Σάββατο 21/1/2023, μετρό ΠΑΝΟΡΜΟΥ 13:00

Πρωτοβουλία ‘Ψ’: Κάλεσμα στήριξης της πορείας αλληλεγγύης για τα Προσφυγικά

Στις 22/11/22 σημειώθηκε κατασταλτική αστυνομική επιχείρηση στην γειτονιά των Προσφυγικών. Αφορμή στάθηκε η στοχοποίηση συγκεκριμένου συντρόφου από την γειτονιά. Ωστόσο, πραγματικός στόχος του κράτους ήταν και είναι η καταστολή των κοινοτήτων αγώνα και των δομών τους. Όλα αυτά στα πλαίσια του «κρατικού οράματος» για πόλεις «καθαρές» από πυρήνες αγώνα και φιλικές για επενδυτές, αφεντικά και κεφάλαιο. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και οι εκκενώσεις των καταλήψεων Ντουγρού στη Λάρισα, της Mundo Nuevo στη Θεσσαλονίκη, η εκκένωση προσφυγικών καταυλισμών, όπως ο Ελαιώνας και οι εξώσεις μεταναστών.

Εμείς από την πλευρά μας, ως Πρωτοβουλία Ψ, υπάρχουμε στην γειτονιά των Προσφυγικών τα τελευταία δύο χρόνια, έχουμε δημιουργήσει συντροφικές σχέσεις και έχουμε συνδιαμορφώσει τους αγώνες μας με τα άτομα της γειτονιάς. Τα Προσφυγικά αποτελούν για εμάς μια απάντηση για το πώς μπορούν να υφίστανται οι κοινότητες στο σήμερα, χτίζοντας την ζωή μας μακριά από εμπορευματικές και ιδιοκτησιακές λογικές. Στη γειτονιά των Προσφυγικών βρίσκουν θέση και αποκτούν ενεργό ρόλο, όλα εκείνα τα υποκείμενα που δεν μπορούν και δεν θέλουν να προσαρμοστούν στα κυρίαρχα παραγωγικά πρότυπα.

Στηρίζουμε την πορεία αλληλεγγύης στα Προσφυγικά, τους δημόσιους και απελευθερωμένους χώρους.

ΟΛΟΙ, ΟΛΕΣ και ΟΛΑ στην πορεία αλληλεγγύης για τα Προσφυγικά,

Σάββατο 21/1/23, στις 13:00, μετρό ΠΑΝΟΡΜΟΥ

ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΑΤΟΜΙΚΗ ΔΥΣΤΥΧΙΑ ΧΤΙΖΟΥΜΕ ΤΙΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΕΣ ΜΑΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΕΙΣ

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ‘Ψ’: ΘΑΛΑΜΟΙ/ΦΥΛΑΚΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΝΟΣΗΛΕΙΑ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΩΝ ΣΤΟ ΨΝΑ

Σε «ειδικούς θαλάμους» θα νοσηλεύονται από εδώ και πέρα στο ΨΝΑ οι κρατούμενοι σε φυλακές που έχουν ανάγκη ψυχιατρικής νοσηλείας. Το Διοικητικό Συμβούλιο του ψυχιατρείου, ύστερα από πρόταση του Επιστημονικού Συμβουλίου, έσπευσε, με ταχύτατους ρυθμούς, να υιοθετήσει σχετικό αίτημα του Σωματείου Υπαλλήλων Εξωτερικής Φρούρησης Καταστημάτων Κράτησης Αττικής (ΣΥΕΦΚΚΑ).

Επικαλούμενοι έλλειψη επαρκούς αριθμού φρουρών και κατασκευάζοντας πιθανούς «κινδύνους» που υποτίθεται ότι εγκυμονεί η ταυτόχρονη νοσηλεία παραπάνω του ενός κρατουμένων σε διαφορετικά τμήματα, ή ακόμα και σε διαφορετικούς θαλάμους στο ίδιο τμήμα, ζήτησαν/απαίτησαν να γίνεται η νοσηλεία όλων των κρατουμένων στο ίδιο τμήμα και στον ίδιο θάλαμο.

Και το λεγόμενο «Επιστημονικό Συμβούλιο», σε πλήρη σύμπλευση του ρόλου που ασκεί η κυρίαρχη ψυχιατρική με την αστυνομία και τους κάθε είδους φρουρούς (ο καθένας, φυσικά, από το σημείο και την πλευρά που του έχει ανατεθεί) για την διαφύλαξη της «δημόσιας τάξης», έσπευσε να προτείνει και το ΔΣ ν΄ αποφασίσει ό,τι ζήτησαν οι φρουροί. Σύμφωνα με την απόφαση, μετά την εισαγωγή ενός κρατούμενου για νοσηλεία σ΄ ένα τμήμα του ΨΝΑ, αν υπάρξει δεύτερος, τρίτος κλπ, θα εισάγονται όλοι στο ίδιο τμήμα και στον ίδιο θάλαμο.

Μην ξεχνάμε ότι κάθε θάλαμος έχει τρεις κλίνες και, όπως λειτουργεί το ΨΝΑ, κάθε θάλαμος χωράει (και έχει συνήθως) και δύο ράντζα. Έτσι, αντί για δυο φρουρούς, σε κάθε μια από τις τρεις βάρδιες (σύνολο έξι ημερησίως), για κάθε κρατούμενο που νοσηλεύεται, τώρα θα έχουμε μόνο δυο φρουρούς για δυο κρατούμενους, για τρεις, για πέντε, ή και παραπάνω.

Μπορεί κανείς να σκεφτεί τι κόλαση θα δημιουργηθεί για τις συνθήκες νοσηλείας των κρατουμένων, αλλά και για όλους/ες μέσα στο ψυχιατρικό τμήμα, όταν διαχρονικά, και μέχρι τώρα, με το καθεστώς των δυο φρουρών για κάθε νοσηλευόμενο κρατούμενο, είναι γνωστά τα περιστατικά με την απαίτηση από τους φρουρούς για την μηχανική καθήλωση των κρατούμενων ασθενών, ή και με το αυθαίρετο δέσιμό τους, από τους ίδιους τους φρουρούς, με χειροπέδες στο κρεβάτι, για μην τους δραπετεύσουν όταν θα πίνουν ήσυχοι το καφεδάκι τους, ή θα κάνουν τη βόλτα τους κλπ.

Όπως, επίσης, η πίεση, ή και, ενίοτε, η επιβολή, ανάλογα με την εκάστοτε περίπτωση, να είναι παρών ο φρουρός όταν ο γιατρός θα εξετάζει τον φρουρούμενο ασθενή. Σε συνθήκες που είναι για τον οποιονδήποτε αδύνατο να διαφύγει από το κλειστό παράθυρο του γραφείου του γιατρού, ή από την πόρτα του γραφείου έξω από την οποία μπορεί να είναι, και πάντα είναι, ο φρουρός.

Είναι σαφές ότι με την ουσιαστική παραχώρηση ενός θαλάμου του ψυχιατρικού τμήματος στο καθεστώς της φρούρησης, οι κρατούμενοι που νοσηλεύονται στερούνται, επειδή είναι κρατούμενοι, ακόμα και το δικαίωμα για μια αξιοπρεπή περίθαλψη (όσο είναι δυνατό αυτή να υπάρξει μέσα σε μια ψυχιατρική μονάδα) επειδή είναι κρατούμενοι.

Αν η φρούρηση, με τον τρόπο που ασκείται στα ψυχιατρικά τμήματα, ήδη δημιουργεί προβλήματα στην λειτουργία τους (τουλάχιστον για όσους επαγγελματίες ψυχικής υγείας είναι ταγμένοι σε μια ουσιαστική θεραπευτική φροντίδα και όχι στο μονόδρομο της καταστολής και της συμμόρφωσης), η δημιουργία ενός ειδικού θαλάμου κρατουμένων θα είναι ένας χώρος που οι φρουροί «θα λύνουν και θα δένουν», και μεταφορικά και κυριολεκτικά – το τι θα γίνεται μέσα σε αυτό τον θάλαμο θα ορίζεται από αυτούς.

Και όταν ακραιφνώς φυλακτικές λογικές και λειτουργίες μπαίνουν μέσα στη λειτουργία μιας ψυχιατρικής μονάδας, δεν πρόκειται παρά για ένα βήμα προς τη δημιουργία ενός φυλακτικού/σωφρονιστικού τμήματος μέσα στο ψυχιατρείο, όπως, άλλωστε, είναι το από μακρού ζητούμενο από κράτος και κυρίαρχη ψυχιατρική.

Όλοι και όλες οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας, όλοι και όλες οι εργαζόμενοι/ες στο ΨΝΑ, στο Δρομοκαΐτειο και παντού δεν θα πρέπει επ΄ ουδενί να δεχτούν, μαζί με πολλά άλλα, μια τέτοια απροκάλυπτη πορεία προς την παλαιο-ιδρυματική παλινδρόμηση.

17/1/2023

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

ΓΙΑ ΤΑ ΔΥΟ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ ‘Ψ’ ΣΤΗΝ «ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΚΑΤΕΙΛΗΜΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΩΝ»

Η παρέμβαση της Πρωτοβουλίας ‘Ψ’ στα Προσφυγικά και η συνάντηση (και συνεργασία της) με την «Κοινότητα των Κατειλημμένων Προσφυγικών» πρόκυψε πριν δυο χρόνια, σε μια περίοδο που υπήρχε, από την Πρωτοβουλία, μια αναζήτηση τόπου, τρόπου, ευκαιρίας για ένα έμπρακτο (και όχι «στα λόγια»), στοχευμένο εγχείρημα στη βάση των ιδεών και των προσεγγίσεων για τις οποίες μάχεται η Πρωτοβουλία, για μια «άλλη ψυχιατρική», όπου στο κέντρο της προσοχής μας είναι ο άνθρωπος που πάσχει και οι ανάγκες του ως υποκειμένου και όχι μια αρρώστια ως αφηρημένη οντότητα, ούτε, φυσικά, ο κοινωνικός της έλεγχος και η καταστολή.

Ένα «τυχαίο γεγονός», μια δυσκολία που πρόκυψε στην διαχείριση/αντιμετώπιση ενός προβλήματος ψυχικής υγείας κατοίκου της κοινότητας, έφερε σε μια πρώτη επαφή μέλη της Πρωτοβουλίας με την «κοινότητα» και αποτέλεσε την εκλυτική αφορμή, μέσα από τις πολύπλοκες διαστάσεις του προβλήματος αυτού, στις οποίες το σύστημα των υπηρεσιών δεν έδινε και όπως πάντα αδυνατούσε να δώσει τις δέουσες απαντήσεις, να ξεκινήσει αυτή η συνεργασία και η συμπόρευση της Πρωτοβουλίας ‘Ψ’ με την «Κοινότητα των Προσφυγικών».

Όπως τονίζαμε από την αρχή, στόχος της παρέμβασης αυτής δεν ήταν ούτε μια φιλανθρωπικού χαρακτήρα ενέργεια, ούτε η υποκατάσταση του συστήματος των υπηρεσιών, αλλά η αλληλεγγύη και η κοινή αγωνιστική συμπόρευση, η έμπρακτη εφαρμογή των κοινοτικά βασισμένων πρακτικών στην ψυχική υγεία σε συνδυασμό με την απαίτηση και διεκδίκηση για ουσιαστικές θεραπευτικές απαντήσεις από τις υπηρεσίες του συστήματος (αν και όταν αυτές καθίστανται αναγκαίες) χωρίς καμιά καταστολή ή απόρριψη/εγκατάλειψη και με πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων των ατόμων που προσφεύγουν σ΄ αυτό για την όποια βοήθεια. Με την εγκαθίδρυση θεραπευτικών σχέσεων στην κατεύθυνση της αποδόμησης του αποστειρωμένου ρόλου του «ειδικού», προς μια σχέση που στοχεύει στην ισότιμη επικοινωνία και αλληλεπίδραση. Και με βασική παράμετρο της όλης παρέμβασής μας την ανάδειξη της κοινωνικής ρίζας του όποιου προβλήματος ψυχικής υγείας, της οδύνης και του κοινωνικού αποκλεισμού που βιώνουν πολλά από τα άτομα που κατοικούν εκεί (όπως πολλοί και πολλές παντού, μέσα σ΄ όλη την κοινωνία).

Ανάμεσα στους περίπου 370 κατοίκους των Προσφυγικών, μεταξύ των οποίων 47 παιδιά, είναι πολλοί/ες πρόσφυγες/ισες, άλλοι «αιτούντες άσυλο», άλλοι με, και άλλοι χωρίς, «χαρτιά», άλλοι/ες με, και άλλοι/ες χωρίς, ψυχολογικά προβλήματα, μόνοι, μόνες, οικογένειες με παιδιά, όλες και όλοι με πολυπλόκαμες διαδρομές φυγής από πολέμους, πολιτικούς διωγμούς και οικονομική εξαθλίωση, σε αναζήτηση μιας ζωής με στοιχειώδη ασφάλεια. Σ΄ έναν τόπο όπου, όπως παντού στην Ευρώπη, η απάντηση στην οδύνη του πρόσφυγα κυμαίνεται από τον στρατοπεδικό εγκλεισμό και την αστεγία (και συχνά, όλο και πιο πολύ και πιο σχεδιασμένα, την δουλεμπορική εκμετάλλευση) μέχρι την επαναπροώθηση και τους πνιγμούς.

Είναι και πολλοί/ές γηγενείς, άστεγοι, με προβλήματα, ενίοτε πολύ σοβαρά, ψυχικής υγείας, τοξικοεξαρτημένοι, ως επί το πλείστον ενταγμένοι σε προγράμματα απεξάρτησης – με την γραμμή της «κοινότητας» να είναι σαφώς ενάντια στη χρήση και την όποιας μορφής διακίνηση ναρκωτικών.

Αυτό που έγινε αντιληπτό στην διάρκεια της συμπόρευσης, με όποιο τρόπο μπορούσε αυτή να λάβει έμπρακτη μορφή, ιδιαίτερα μέσω της συνεργασίας στην παροχή της δέουσας φροντίδας των ατόμων με τις πιο πολύπλοκες ανάγκες, είναι ότι όλα αυτά τα άτομα, τα κοινωνικά στρώματα, που η κυρίαρχη κοινωνική οργάνωση έχει ωθήσει στο χώρο του κοινωνικού αποκλεισμού και της υπαρξιακής εκμηδένισης, έβρισκαν (και βρίσκουν) σ΄ αυτή την κοινότητα, την στέγη/κατοικία που δεν είχαν, το φαγητό και τα ρούχα που πουθενά δεν τους προσφέρονται, τη στήριξη για την πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας, καθώς και σε νομική βοήθεια (πχ, για τους αιτούντες άσυλο και άλλα), την μέριμνα για την πρόσβαση όλων των παιδιών (ντόπιων και προσφυγόπουλων) στο σχολείο (με ταυτόχρονη την λειτουργία παιδικού στεκιού, σχεδόν καθημερινής ενισχυτικής διδασκαλίας και δραστηριοτήτων δημιουργικής απασχόλησης μέσα στην κοινότητα) και, φυσικά, τη «ζεστασιά», πέρα από αυτή του σπιτιού, κυρίως της κοινωνικής πλαισίωσης, της σχέσης, της στήριξης. Δύσκολα θα βρει κανείς, σήμερα, «γειτονιά», με γείτονες (ή και συγκάτοικους) «φροντιστές» ατόμων που έχουν ανάγκη, πχ, για τη σωστή λήψη μιας φαρμακευτικής αγωγής και συνοδούς, στο βαθμό του δυνατού, στην αναζήτηση λύσεων σε διάφορα προβλήματα από τις όποιες (όλο και πιο δύσκολα προσβάσιμες, για τους πιο φτωχούς, όλο και πιο γραφειοκρατικές και απορριπτικές) υπηρεσίες, υγειονομικές, κοινωνικές κλπ. Κι΄ όμως, για πολλά από τα άτομα με τα οποία ήλθαμε σε επαφή, το όποιο θεραπευτικό πλάνο δεν θα είχε αποτέλεσμα χωρίς την ενεργό συμμετοχή στην υλοποίησή του μελών της «κοινότητας». Με όλους τους περιορισμούς και τις δυσκολίες που μπορεί να είχε το κάθε αλληλέγγυο μέλος της «κοινότητας» λόγω ωραρίων και συνθηκών εργασίας, οικογενειακών προβλημάτων, κινηματικών υποχρεώσεων κλπ.

Όπως προαναφέρθηκε, η στόχευση των μελών της Πρωτοβουλίας δεν ήταν στη λογική της μονοσήμαντης προσέγγισης της, όποιας μορφής και έκφρασης, ψυχικής οδύνης ως ενός δυσλειτουργούντος ψυχολογικού, ή νευροχημικού εαυτού, αλλά στην διαλεκτική της κοινωνικής ρίζας του όποιου προβλήματος με ένα κοινωνικό υποκείμενο που είχε διαχρονικά βιώσει την διαδοχική απόρριψη. Είτε στη ζωή του, και μετά στην αναγκαστική φυγή του από τη χώρα προέλευσης, με αποκορύφωμα της τραυματικής εμπειρίας, εδώ, τον στρατοπεδικό εγκλεισμό και την επικρεμάμενη επαναπροώθηση. Είτε, για τους ντόπιους, στη διαδρομή του μέσα από τη φτώχεια, τα οικογενειακά αδιέξοδα, την κοινωνική εγκατάλειψη, μέσα σε μια κοινωνική οργάνωση που αφήνει χώρο για όλο και πιο λίγους, έτσι ώστε να ωθείται να ζει κανείς, στην ίδια του τη χώρα, σαν «μετανάστης», μακριά από την όποια δυνατότητα μιας ζωής με στοιχειώδη αξιοπρέπεια, ή σαν «πρόσφυγας» από μια καταπιεστική και αβίωτη κανονικότητα.

Γι΄ αυτό, στο βαθμό που αντιμετωπίζουμε την ψυχική οδύνη του πάσχοντος υποκειμένου πρωτίστως ως το «βίωμα ενός ανθρώπου» – ενός «ανθρώπου που πονάει» – και όχι μέσω της αναγωγής της σε μια αφηρημένη διαγνωστική κατηγορία, δεν αρκεί καθόλου η απλή αναγνώριση των ποικίλων υπαρξιακών, κοινωνικών, πολιτικών διαστάσεων της ψυχικής οδύνης (που τις αναγνωρίζουν ακόμα και κάποιοι ακραιφνείς βιολογιστές, οι οποίοι θεωρούν ότι αυτές οι διαστάσεις αποτελούν απλώς επιβαρυντικούς παράγοντες πάνω σε μια αμετάκλητα βιολογική βάση), ως κάτι, όμως, που παραμένει έξω από τα όρια της θεραπευτικής πρακτικής. Αν πραγματικά αναγνωρίζουμε τον κομβικό ρόλο των διαστάσεων αυτών στην πρόκληση/επιδείνωση των ποικίλων μορφών του ψυχικού πόνου (αρρώστιας, διαταραχής κλπ), τότε κεντρική σημασία έχει το πώς, ταυτόχρονα, αυτές οι διαστάσεις υπεισέρχονται στην θεραπευτική πρακτική. Οσο κι αν αυτό μοιάζει να αντιστρατεύεται τον αποστειρωμένο, στυγνό επιστημονισμό της κυρίαρχης ψυχιατρικής, εν τούτοις, όπως μια μακρόχρονη διεθνής εμπειρία έχει δείξει, το ουσιαστικά θεραπευτικό είναι συνυφασμένο με την πολιτικοποίηση της θεραπευτικής πρακτικής, τόσο μέσα στους κυρίαρχους ψυχιατρικούς θεσμούς, όσο και έξω από αυτούς, μέσα από τον ίδιο τον τρόπο που συλλαμβάνουμε και αντιμετωπίζουμε τον ψυχικό πόνο – όχι στη λογική του να κάνουμε το άτομο ικανό (μέσα από το φάρμακο ή/και την ψυχοθεραπεία) ν΄ αντέχει τον διαιωνιζόμενο και αμετάκλητα κανονιστικό χαρακτήρα των κοινωνικών όρων που παράγουν ψυχικό πόνο, αλλά το πώς η αλλαγή του υποκειμένου είναι σε συγχρονία και σε διαλεκτική αλληλεπίδραση με την αμφισβήτηση αυτών των κοινωνικών συνθηκών που παράγουν ψυχικό πόνο. Γι΄ αυτό και είναι σημαντική η σύνδεση του «θεραπευτικού» με την γενικότερη πολιτική/κοινωνική/κινηματική διαδικασία. Με τρόπο που να αποφεύγεται, από τη μια, η αναγωγή του θεραπευτικού σε μια αποστειρωμένη τεχνικοεπιστημονική διαδικασία και, από την άλλη, η αφηρημένη πολιτικοποίηση του ψυχικού πόνου/αρρώστιας και της ψυχιατρικής γενικά. Το ζήτημα είναι, λοιπόν, πώς θα γίνει δυνατό να αναδειχτεί στην καθημερινή πρακτική η πολιτική διάσταση της αντίφασης που έχει καλυφθεί από τον τρόπο της πρόσληψης του ψυχικού πόνου από την κυρίαρχη ψυχιατρική.

Όταν μια προσφύγισα, με μια ζωή χτισμένη πάνω σ΄ ένα διαρκές βίωμα οδύνης, από τη χώρα προέλευσης μέχρις εδώ, όπου η μόνη στήριξη που βρίσκει είναι στην «κοινότητα των Προσφυγικών», μένει τελείως μόνη, κινδυνεύοντας να χάσει και τα δυο παιδιά της, κάνει διαδοχικές απόπειρες αυτοκτονίας (μετά τις οποίες ακολουθεί νοσηλεία), ακούστηκε, γι΄ αυτές τις απόπειρες, ο συνήθης στην ψυχιατρική όρος «χειριστικές», ότι δηλαδή, δεν το εννοούσε ακριβώς ότι πραγματικά σκόπευε να αυτοκτονήσει, αλλά ότι ήταν μια πράξη «δήθεν», για να πιέσει για λύση στο πρόβλημα. Αυτό που αδυνατεί να κατανοήσει ο κυρίαρχος ψυχιατρικός λόγος είναι ότι η ματαίωση και το αμετάκλητο αδιέξοδο που βιώνει ένα άτομο, που οι εμπειρίες της ζωής του το έχουν οδηγήσει σε σημείο να του έχει σβήσει η όποια «ελπίδα στο μέλλον» (που είναι ο «φέρων οργανισμός» της ανθρώπινης ύπαρξης), έτσι ώστε να «παύει πια το μέλλον να ανοίγεται ως μια προοπτική ζωής», όταν, δηλαδή, «το μέλλον κλείνει», τότε αυτός ο αβίωτος πόνος αναζητεί, και πιέζει για, διεξόδους έκφρασης, που σίγουρα μεταδίδουν το μήνυμα που εκπέμπεται από το αναπάντητο αίτημα, αλλά με τρόπο που το υποκείμενο «χάνει τον εαυτό του». Η απάντηση στο πρόβλημα δεν ήταν, όπως και εν προκειμένω αποδείχτηκε, το ψυχοφάρμακο, αλλά το γεγονός ότι η ψυχίατρος/θεραπεύτρια επικέντρωσε στην κοινωνική πηγή του προβλήματος, στη διαδικασία που θα οδηγούσε στην ανάληψη της επιμέλειας των παιδιών, πράγμα που έγινε με τη διαρκή συμμετοχή της στις νομικές/δικαστικές διαδικασίες μέχρις ότου έγινε κατορθωτή η ανάληψη της επιμέλειας. Και μετά από λίγο καιρό όχι μόνο δεν χρειαζόταν πια κανένα ψυχοφάρμακο, αλλά έγινε δυνατή και μια επανεκκίνηση για αναζήτηση νέων προοπτικών ζωής.

Στη λογική αυτής της ως άνω περιγραφόμενης εμπειρίας, με αυτόν τον ολιστικό και πολυδιάστατο χαρακτήρα του «θεραπευτικού παράγοντα», η παρέμβαση των μελών της Πρωτοβουλίας (πάντα σε συνεργασία με μέλη της «κοινότητας») είχε να κάνει με την ψυχολογική στήριξη και την θεραπευτική φροντίδα (φαρμακευτική, ψυχοθεραπευτική κλπ) ατόμων που είχαν σχετική ανάγκη- από την εξασφάλιση, πχ, της χορήγησης της μηνιαίας ενέσιμης θεραπείας, όπου χρειαζόταν, μέχρι τις ενέργειες για την εξασφάλιση των όποιων κοινωνικών παροχών, επιδομάτων, κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων κλπ, αλλά και την συνοδεία για κοινωνικοποίηση, την ένταξη σε κατάλληλα θεσμικά θεραπευτικά προγράμματα κλπ. Χωρίς αυτές τις παρεμβάσεις τα άτομα αυτά θα δυσκολεύονταν πολύ να έχουν την όποια παροχή φροντίδας από τις υπάρχουσες δημόσιες υπηρεσίες, ή και δεν θα είχαν καμιά δυνατότητα πρόσβασης σε αυτές, όπως συμβαίνει με πλήθος ατόμων σε αυτά τα κοινωνικά στρώματα, που δεν έχουν την ευκαιρία να δέχονται την φροντίδα μιας «κοινότητας» που «νοιάζεται». Όταν για την πλειονότητα της κοινωνίας η απουσία κοινοτικών υπηρεσιών που να παρέχουν φροντίδα στον τόπο κατοικίας, σε συνδυασμό με την «περιστρεφόμενη πόρτα» των ψυχιατρικών υπηρεσιών, με τα γρήγορα εξιτήρια, χωρίς, για όλο και πιο πολλούς, καμιά μετανοσοκομειακή φροντίδα, είναι ο κανόνας, η συνεργασία της Πρωτοβουλίας ‘Ψ’ με την «Κοινότητα των Κατειλημμένων Προσφυγικών» έδωσε, και δίνει, για ορισμένα, έστω λίγα, άτομα τη λύση που η κυρίαρχη εξουσία όχι μόνο αδυνατεί αλλά και αρνείται να δώσει και δεν δίνει σε κανένα.

Προφανώς, σημαντικό ρόλο σε όλη αυτή τη διετή μας παρουσία και δράση στα Προσφυγικά έπαιξε η διαρκής επικοινωνία και οι συζητήσεις με την «ομάδα εργασίας» της «κοινότητας» και με άλλα μέλη της συνέλευσης, καθώς και γενικά με τους κατοίκους του χώρου, για αλληλοενημέρωση, ανταλλαγή απόψεων, ανάδειξη των προβλημάτων και των δυσκολιών της καθημερινότητας και των επιπτώσεών τους στην ψυχική υγεία, άνοιγμα ζητημάτων που έχουν να κάνουν με τις ποικίλες εκδηλώσεις του ψυχικού πόνου και τις κοινωνικές του ρίζες και η αναζήτηση από κοινού απαντήσεων, όχι μόνο, υπό την στενή έννοια, «θεραπευτικών».

Η διετής αυτή εμπειρία στα Προσφυγικά μας κάνει ακόμα πιο ξεκάθαρο τον, ούτως ή άλλως, σκανδαλώδη και άκρως εγκληματικό χαρακτήρα που έχει η άμεσα επαπειλούμενη βίαιη εκκένωση των Προσφυγικών για τους σκοπούς της «διπλής ανάπλασης» και του λεγόμενου «εξευγενισμού» προς όφελος γνωστών κερδοσκοπικών συμφερόντων και με κόστος (μηδαμινό για τα «ιδεώδη» και τους στόχους της κυρίαρχης εξουσίας) την κοινωνική εξόντωση των πολλών, είτε των κατοίκων των περιοχών που εκκενώνονται (όπως έγινε με τους πρόσφυγες στο καμπ Ελαιώνα που εκτοπίστηκαν σε στρατόπεδα πέραν του όποιου κοινωνικού ιστού), είτε, ευρύτερα, των κατοίκων μιας πόλης που μεταλλάσσεται όλο και πιο πολύ, σε όλο και μεγαλύτερη έκταση, σε άντρο κερδοσκοπίας, κοινωνικού κανιβαλισμού και, ταυτόχρονα, αισθητικής ασχήμιας.

Η πρόσφατη βίαιη αστυνομική εισβολή και οι συλλήψεις στα Προσφυγικά είναι προμήνυμα «αυτού που έρχεται».

Αν σκεφτεί κανείς τους ανθρώπους που ζουν εκεί, που βρήκαν τη φροντίδα και το «νοιάξιμο» που πουθενά αλλού δεν εύρισκαν και που χιλιάδες άλλοι και άλλες σαν αυτούς και αυτές στερούνται, τους ανθρώπους με ποικίλα, ενίοτε σοβαρά, προβλήματα ψυχικής υγείας, αυτούς και αυτές που είναι σε προγράμματα απεξάρτησης, τους πρόσφυγες και τις προσφύγισες…Πού θα τους πάνε; Εκεί που είναι όλοι και όλες, αυτοί και αυτές οι όλο και πιο πολλοί και πολλές, που η κυρίαρχη εξουσία παράγει ως κοινωνικά απορρίμματα : στην Αμυγδαλέζα τους πρόσφυγες, στο δρόμο τους ντόπιους. Και πολλούς/ές από αυτούς/ές στο θάνατο.

Αυτό που προέχει είναι η υπεράσπιση της «Κοινότητας των Προσφυγικών».

Δεν θα πάψουμε να διεκδικούμε, για όλους και όλες, επαρκή πρόσβαση στο σύστημα των υπηρεσιών με αξιοπρεπή υποδοχή και πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων τους, άμεση, χωρίς γραφειοκρατικά κωλύματα χορήγηση των όποιων κοινωνικών παροχών, εργασία, κατοικία, εισόδημα.

Αλλά ακόμα και η δική μας εναλλακτικού χαρακτήρα ψυχιατρική παρέμβαση, μπόρεσε να κάνει ό,τι έκανε μόνο σε συμπόρευση με την εκεί «Κοινότητα». Και μπορεί να έχει το έδαφος πάνω στο οποίο να μπορεί να πατήσει, για να μπορεί «να πράττει» (και έμπρακτα να διεκδικεί) και όχι, απλώς, «να λέει», μόνο στη βάση του αγώνα για την υπεράσπιση της «Κοινότητας των Κατειλημμένων Προσφυγικών».

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ