Ρογήρος Δέξτερ: ΣΤΙΓΜΕΣ Ή Όνειρο με την Μαριάννα

.

Marianne Werefkin, Love Eddy

.

ΣΤΙΓΜΕΣ Ή Όνειρο με τη Μαριάννα

Η Μαριάννα στον καθρέφτη
Χτενίζει τον ήλιο στα μαλλιά της·
Η Μαριάννα στο όνειρο
Χορεύοντας σα νιφάδα την Άνοιξη
Σκύβει να μ’ αγκαλιάσει
Και ύστερα χάνεται
Αμέτρητα γελαστά φιλιά
Σε δρόμους σκοτεινούς
Με το φόρεμά της ν’ ανεμίζει
«Φωτιά μοναχή»
Καθώς να μην υπήρξε η σκιά της·
Η Μαριάννα πάνω στην κούνια
Ανέμελα γέλια
Λικνίζουν τρανταχτά τα παιδικά της χρόνια·
Η Μαριάννα στο πίσω κάθισμα
Νύχτες και νύχτες που αλητεύαμε
Λιωμένοι ως το κόκαλο
Τραγουδάει «Slave to Love»
Και «More Than This»
Φωνή λεπτή τού αηδονιού
Πού ξέρει να τσακίζει τις χορδές του
Όταν πρέπει στις φυλλωσιές
Νεράιδα που σαγηνεύει στη ρεματιά
Τριζόνι που τρυπώνει
Γλυκά στο στόμα
Και σβήνει αργά ή λαλιά του·
Η Μαριάννα – και πάλι – κλείνει τα μάτια
Και ονειρεύεται
Τα χρόνια που έρχονται και φτάνουν
Ιππότες με λαμπερή πανοπλία
Άρχοντες σε χρυσά σκαραμάγγια·
Πάνε μέρες
Σαν αιώνες που άκουσα
Μια τελευταία φορά
Τη Μαριάννα στο τηλέφωνο
Όλο και πιο μακρινή
Να στάζει πίκρα πάνω στη θλίψη
Να με μοιράζει γελώντας στα σκυλιά
Για να πω θάλασσα αυτά τα τραγούδια
Για να ‘ρθεί να με βρει
Εκείνο το τέλος που λένε ότι λυτρώνει.

29.05.2018

.

Ρογήρος Δέξτερ

.

.

.

.

.

.

.

*O πίνακας της ανάρτησης είναι από εδώ.

.\

Advertisements

Ρογήρος Δέξτερ: Σχεδίες ανένταχτες…

.

Landschaft-der-Vergangenheit.jpg

.

ΠΕΡΙ ΥΠΝΟΥ ΚΑΙ ΑΓΡYΠΝΙΑΣ

Ένα~δύο~τρία
Μετρώ προβατάκια για να κοιμηθώ
Ο έρμος των κοπαδιών και των ποιμένων
Τέσσερα~πέντε~έξι
Τόσοι νεκροί αριθμοί στην εξώπορτα
Βελάζουν με κουδουνίσματα

Επτά~
Ο μέγας ύπνος ακόμη να με χωνέψει
Τις σάρκες μου καταπίνει το νυχτέρι

Οχτώ~εννιά~δέκα
Οικουροί λογισμοί με ζώνουν σα φίδια
Οι δήμιοι ακονίζουν φάσγανα
Και ο όχλος τις μαθημένες του λογοτριβές
Εταίρες αναμίξ με σωτήρες και ρήτορες
Κάτω από τους εξώστες
Μεγάλης πόλης αστών ή παραδόπιστων
Πιστών στις παραδόσεις και τις προδοσίες
Ονειροπωλητές χαλασοχώρηδες μικροπολίτες

Έντεκα~δώδεκα
Βροντόφωνοι κήρυκες
Διαλαλούν με στόμφο τις συντριβές μου
Στην πλήθουσα αγορά της Βαβυλώνας
Όπου με έφεραν μέσα απ’τό μάτι μιας βελόνας
Έρμαιο του πεπρωμένου·

Και πάλι μηδέν εις το πηλίκον
Ξαναρχίζω :

Ένα~δύο~τρία
Πώς αντέχω να λογαριάζω τόσα καθέκαστα
Πριν λαγοκοιμηθώ
Τέσσερα~πέντε~έξι
Κορίτσια μού χάρισαν χαμόγελα

Επτά~
Γυναίκες τους πιο γλυκούς μαστούς των εσπερίδων
Οχτώ~εννιά~δέκα
Φιλιά,μαχαίρια και φεγγάρια που τροχίζει η γλώσσα
Αλλά κουράστηκα να σφάζω στίχους
Μήπως αγκαλιαστεί στον ύπνο το σαρκίο μου

Έντεκα~δώδεκα
Εδώ θα σάς αφήσω
Αντί για καλήνυχτα
Κι άλλες καλές αυταπάτες να ονειρευτώ.

.

ΡΩΞΑΝΗ ή Η Νεράιδα των Κρεμαστών Κήπων

Χάθηκε ένα βράδυ
Σε κάτι σκοτεινά στενά της Βαβυλώνας
Αναμασώντας λόγια των βαρβάρων
Που περίμενε
Απέξω κι ανακατωτά να τη λυτρώσουν ·
Μοιάζει σα να πέρασαν αιώνες
Αλλά θυμάμαι ακόμη τα χρυσαφένια της μαλλιά
Τα κόκκινα να με σαρκώνουν χείλη της
Πόσες φορές με κοίμισε στη γύμνια της
Αυτό το λαβωμένο ξωθικό.
Μέσα στα πιο θολά μου όνειρα στ’ αλήθεια
Τη μνημονεύουν οι αισθήσεις
Χρόνια πολλά στις αυταπάτες
Για ν’ανεβεί ψηλά στα σύννεφα με σκάλες
Χρόνια πολλά στα ωραία ψέματα η Ρωξάνη
Μήπως τρυπώσει στο κλεμμένο παραμύθι
(για λίγη σκόνη πουλούσε το κορμί της
όταν για λίγη σκόνη ξεπουλούσε την ψυχή της)·
Και μοιάζει σα να πέρασαν αιώνες
Λίγος καιρός μού απομένει,φίλοι
Τρώει τις σάρκες μου με βουλιμία ο Κρόνος.
Δεν ξέρω αν πεθαίνοντας
Αλλάζουμε χώρο ή χρόνο
Συνήθειες ή ομιλίες
Αν στο μεταθάνατο θα ξαναζήσουν οι λαχτάρες μας
Ίσως βρήκε άλλο δρόμο για τους ουρανούς
Ίσως την πήραν μαζί τους τα φτερά τής φυλλωσιάς
Εξάγγελοι στην αγκαλιά τους.
Ξέρω ότι είναι ωραία λύτρωση το όνειρο
Αρκεί να θρέφει μέσα μας την αυταπάτη.

.

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Σήμερα λέω να ταξιδέψω με τις φυλλωσιές
Να χαθώ με τα φτερουγίσματα των πουλιών
Δε θα με ξαναδείτε στα καθιερωμένα
Στα ανούσια τετριμμένα
Των καθωσπρέπει και του πλήθους
Θα δώσω το στόμα μου στα τριζόνια
Τα βλέφαρά μου στις λαμπυρίδες
Μέχρι ν’ αρχίσω να ξαναμιλώ
Μ’ ένα τζιτζίκι κάτω απ’ τή γλώσσα
Ίσως να γίνω ξακουστός μες στη σιωπή του κόσμου
Ο αντίλαλος τ’ ουρανού στα όνειρα
Έντομα θα κολυμπήσουν στις φλέβες μου
Κι εγώ στις έναστρες φωλιές του γαλαξία
Στο φωτεινό χτυποκάρδι τής ρεματιάς
Όπου στάζουν βάλσαμο στις πληγές
Κεραύνιες οι φωνές των κοριτσιών
Καθώς περνούν γελώντας στην άλλη μεριά
Που από μικρά παιδιά φωνάζαμε γαλήνη
Με το πιο κραυγαλέο της όνομα
Στο κομπόδεμα των στιγμών δυο αιώνων
Εκεί τη χαρά που ετοίμαζα χρόνια
Δε θα τη βρούνε τα σκυλιά·
Θα μπορούσα να γράψω κι άλλες υποσχέσεις
Λόγια πολλά να ξεφυλλίζετε τις νύχτες
Όταν μια και καλή θα έχω φύγει
Μακαρισμούς και ευχολόγια
Τόσα που άφησα πίσω μου
Και όσα χάθηκαν ξαφνικά
Πριν με αρπάξουν οι οιωνοί στα ράμφη τους
Σε άλλο όνειρο για να με ρίξουν.

.

«Τέτλαθι δή,κραδίη»

Δεν ξέρω αν θα με ξαναβρούν να γράφω
Τα μεσημέρια του Αλωνάρη
Να σπέρνω λόγια σαν ποιήματα
Σε κόρφους κοριτσιών
Να με τραντάζουν
Η αχτένιστη φυλλωσιά του δάσους
Και τα τζιτζίκια με τους χάλκινους χιτώνες
Ν’ αψιμαχούν ηλεκτρισμένα
Δυο πουλιά που φτερούγισαν ψηλά
Και χρώματα στα ράμφη τους
Ένα πανί που χώνεψε στον ορίζοντα
Φωνές μαζεμένες σαν κουβάρι από ζητωκραυγές
Νεράιδες ή άλλες αισθήσεις
Σαν άνεμοι που λογοφέρνουν τα παράδοξα.
Μα προπαντός να ξέρω
Ότι θα πέσουν ωραίοι οι ώριμοι καρποί
Στα στήθη και στα δάχτυλά σου
Ότι θα σκάσει πάλι
Γλυκά στα σωθικά σου ο γαλαξίας
Και τ’ αφρισμένα του νερά
Θα σε γυρίσουνε στο μέλλον
Με γλυτωμούς ιδανικούς στις κορυφώσεις
Μόλις λαλήσουν τού ήλιου των αλαλαγμών οι αλέκτορες.
Αν στήσω αφτί στο ανείδωτο
Την αφουγκράζομαι την αυταπάτη
Πώς τάχα θα συγυρίσουν οι στίχοι τις πληγές
Που χάσκουν μέσα μου αιώνες
Και ποιος ξέρει τι άλλα ανέφικτα
Κατάντησα να νοσταλγώ
(Θλίψη μου οικότροφη και πίκρα μου κατοικίδια)
Εδώ στην άκρη μιας παραμυθίας
Πριν τα μισάνοιχτα τής νύχτας
Μες στα μεσάνυχτα που ξαγρυπνώ
Σα να πηδώ μες στο κενό
Που όλο βαθαίνει στο φτωχό μυαλό μου.

.

ΕΝΥΠΝΙΟ

Πλανόδιοι και διαβάτες των χαμένων δρόμων
Κορίτσια που αγκάλιασα καθώς γλιστρούσαν
Στη ράχη ξέφρενων αλόγων
Δυο γυναίκες που μ’ εγκατέλειψαν ξαφνικά
Εκείνη η γριά μαγίστρα στη Λήμνου
Που τσίριζε με τό ‘να μάτι
Πνεύμα πύθωνος
Όταν χρησμοδοτούσε το τέλος μου
Στην απαρχή του τρίτου πετροπόλεμου
(τις νύχτες τής ψιθύριζαν τα ζούδια
πώς τάχα θα τραβηχτούν οι θάλασσες πίσω στα κορφοβούνια
και σουβλερά μαντάτα
στη σάρκα μου θ’αφήσουν το κεντρί τους)·
Και ύστερα πάλι κάμποσοι κεκοιμημένοι
Φωτοσβέστες παλιοί ονειροκόποι
Με κεριά και λιβάνια
Μαζεύτηκαν κοπάδι στον ύπνο μου
Πατείς με–πατώ σε ·
Πού να προλάβω όλους αυτούς να τους φιλέψω
Και είχα τόσα άπλυτα όνειρα να ξεβγάλω
Και είχα τη νεκροζώντανη όψη μου να σιδερώσω.

.

ΠΟΙΗΤΙΚΗ

Είδα νεράιδες και τούς μίλησα
Ήπια το αμίλητο νερό
Και όλο το μελάνι μου σαν κώνειο
Τα συλλογικά μου τα πήραν δυο κόρες τ’ ουρανού
Χόρεψα με ξωθιές στα ξέφωτα
Φίλησα κορίτσια γλυκά κεράσια
Άκουσα τους στοιχειωμένους τοίχους
Σκάρωσα αμέτρητους στίχους
Κύλησαν αιώνες χρόνια ήλιοι φεγγάρια
Σε κήπους ηδονικούς των εσπερίδων
Ώσπου μια μέρα είναι γραφτό
Να σκορπιστώ στης οικουμένης τα πέρατα
Θα με μοιράσει ο όχλος
Στα θεριά και στα τέρατα
Οι φίλοι θα με προδώσουν χωρίς αργύρια
Θα νικηθώ στον πετροπόλεμο
Θα σπάσω όλες τις αιχμές μου
Σε ανόητους διαξιφισμούς
Αλλά θα είναι νωρίς ν’ αλλάξω φρονήματα
Κι ακόμη πιο νωρίς
Για να κρεμάσω στον ώμο
Την ξεχαρβαλωμένη μου κιθάρα.

.

Σημειώσεις ποιητικής

Για τους φίλους που χάθηκαν για πάντα
Στο βλέμμα μιας μοιραίας γυναίκας
Για όσους σπάραξαν τα θηρία
Ή τους κατάπιε για τα καλά το σιδερένιο κήτος
Το απύλωτο στόμα της βαβυλώνας
Για εκείνους που πάλεψαν μέχρις εσχάτων
Φρουρώντας τις τελευταίες μεγάλες ιδέες
Τα τελευταία απομεινάρια τής ανθρωπιάς
Ενάντια στις αιχμές και τα δοξάρια τού όχλου
Και μάτωσαν για ένα ξεχασμένο ιδανικό
Για τους λίγους που δε λογάριασαν το θάνατο
Για τους ελάχιστους που ακόμη πιστεύουν
Πως δεν υπάρχει λόγος να ζεις
Αν δε μένεις σταθερά πιστός σε μιαν άποψη
Για τους φίλους που αγάπησαν
Γυναίκες μαζεύοντας άνθη και καρπούς
Σε δάση και σε λιβάδια
Πριν φύγουν μακριά με γέλια τρανταχτά
Χτενίζοντας χαίτες αλόγων
Νεράιδες φωτεινές με το φιλί στο στόμα
Κόρες των εσπερίδων με γλυκούς μαστούς
Για όλους αυτούς που ξέχασα να χαιρετίσω
Απ’όταν έφυγα με τα φτερά
Του μεγάλου αετού στην ερημιά
Στα πιο μακρινά νησιά τής Υπερβορείας
Ακόμη χρωστώ να γράψω ένα τραγούδι.

.

«Μήνυμα στον Αλέξη Τραιανό»

<< Έχουν φύγει όλοι.Μα
υπήρχε άλλωστε και
κανείς ; >>(1).

Καλά έκανες και δεν άλλαξες Καρούζο
Ούτε το παλιό φθαρμένο πανωφόρι σου
Είναι σκυλόψυχοι οι καιροί,το ξέρεις
Τα κυνικά τους δόντια δαγκώνουν τις σάρκες μας
Αγκυλώνουν οι θλίψεις τις νύχτες
Μάς γδέρνουν με τα νύχια των Ερινύων
Με τους φαρμακερούς νυγμούς τού όχλου
Που εφημερεύει στα φτηνά καταγώγια της αγοράς
Ξεπουλώντας ιδέες κι αισθήματα
Αυτοί οι καθήμενοι εν πύλαις
Που κάνουν κύκλους γύρω απ’τίς ζωές μας
Πάνω απ’τόν ύπνο πάνω απ’τά όνειρα
Σαν οιωνοί αρπαχτικοί σαν τύψεις·
Δεν έχουμε πια κρησφύγετα,Αλέξη, να κρυφτούμε
Ούτε πλησίστια για τα μακρινά ταξίδια
Που μάς ονείρεψαν θαλασσινοί ποιητές.
Μονάχα αυτά τα λόγια μάς απέμειναν
Που τα πετάμε μακριά και πιάνουν τόπο
Γίνονται πέταλα σε ρόγες κοριτσιών
Ωσαννά των τζιτζικιών στο λιοπύρι
Αλλά και την αξέχαστη βραχνή φωνή σου
Που ακούγεται ακόμη να τραντάζει τα σωθικά μας
Όταν νυχτώνει όλο μεμιάς και γίνεται
Νύχτα τής νύχτας
Να παίζει τα μαχαίρια με τούς λάρητες
Να μαχαιρώνει του θανάτου τα άλλοθι
Ίδια η θαλπωρή μέσα στις θολωμένες σκέψεις μας
Εδώ στα μισά ενός αλλόκοτου καλοκαιριού.

Σημ.
(1.)Από επιστολή του Α.Τ. (28.04.1978)
<<Φύλακας Ερειπίων>> εκδ. ΠΛΕΘΡΟΝ.

.

Η ΑΥΤΑΠΑΤΗ

Χρόνια γλιστράς πάνω στο ξυράφι
Που ακονίζουν οι ήττες σου

Γι’αυτό είναι μούρλια η αυταπάτη
Πως κέρδισες τη γαλήνη που δίνει η Τέχνη

Των στίχων που γράφονται με αίμα
Κι αισθήματα αντί για μελάνι.Ωστόσο

Η ματαιότητα έχει το δικό της βασίλειο
Κάθε πρωί ξυπνάς στις πέντε και κάτι

Στις έξι παρά
Σε χωνεύει βιαστικά το λεωφορείο

Που θα ξεράσει με αποστροφή στο γυρισμό
Το θλιβερό σου ομοίωμα

Κοντά στο περίπτερο με τις φτηνές ειδήσεις
Στον κάδο με τα πλούσια σκουπίδια.

Γυρνάς ανεβαίνεις στο γυάλινο πύργο σου
Τα ίδια σκυφτά πρόσωπα στις σκάλες

Σέρνουν βαριές αλυσίδες τα βήματά τους
Μιλούν ψιθυριστά στον εαυτό τους μήπως

Τυχόν αντέξουν μήπως και τον προλάβουν
Πριν πέσει να σωθεί στον πρώτο γκρεμό

Που χάσκει όπως ο άπληστος έρωτας
Απόκρημνος κι αβυσσαλέος.

Δεν είναι παράδοξο επομένως
Που ένα αόρατο χέρι

Σφυρηλατεί στην καρδιά τους
Όνειρα από μολύβι

Σ’ αυτό το τέλμα όπου όλα βουλιάζουν
Κι εσύ παλεύεις να κρατηθείς

Από ένα κλαδί ανθισμένο
Από έναν ξένο στίχο δυο τρεις βαρύγδουπες λέξεις
Απ’ τό φτερούγισμα μιας ψυχής
Μες στο φαρμακερό ιστό των τροχοφόρων
Απ’ τό μισόκλειστο ουρανό
Και όσους στρογγυλοκάθονται στα σύννεφα
Και προπαντός το φεγγάρι
Που τώρα γεμίζει πάνω απ’ τήν πόλη

Κι εσύ δε θα το δεις
Να φέγγει πάλι μέσα στα αόρατα

Απ’ τήν ωραία αυταπάτη
Πώς έγινες κι εσύ ο εκλεκτός θεράπων τής Τέχνης

Γράφοντας στίχους στο φτερό τής αστραπής
Στην πνοή τής θύελλας που σε ποδοσέρνει.

.

Ρογήρος Δέξτερ

.

.

.

*Ο πίνακας της ανάρτησης είναι από εδώ.

.

.

.

.

.

Ρογήρος Δέξτερ: Παραμυθίες & Νέκυια

.

clio-team-1928-magritte-les-amants-54x73-cm

.

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Ας πω δυο λόγια απ’ όσα σκόρπισα για σένα
Τόσο καιρό έσπερνα ανέμους
Τώρα που ανοίγουν και κλείνουν τα περάσματα
Πεπατημένοι δρόμοι για το μέλλον
Γκρεμίζονται βράχοι ψηλοί στα βάθη
Και στα ύψη χτύποι αόρατες θύρες κουρταλούν.
Γράφω σα να ξαναπερνώ μέσα από τα λιβάδια
Με τ’ αχυρένια σκιάχτρα
Και τις βελούδινες φωνές των κοριτσιών
Που χάλκινα κρόταλα χτυπούν
Ξόρκια για το θυμό τής διοσημίας
Καθώς στάζουν γλυκά τα στόματα το μέλι
Και λάμπει γκόλφι το φεγγάρι
Για να πέφτουν στους αιώνες τα φιλιά τους ·
Ανάμεσά τους εσένα ζωγραφίζει ακόμη η μνήμη
Είναι γραμμένο στ’ άστρα να συμβεί
Όταν θα ξαναρχίσουν του ύπνου οι ζυμώσεις
Όταν θα λάμψουν μια για πάντα τα όνειρά μας
Θα βρούμε προσκεφάλι ν’ ακουμπήσουμε
Σύννεφα ν’ αγκαλιαστούμε στο μπαμπάκι τους
Το μέλλον θα γίνει δικό μας
Το λένε τα λόγια στα παλιά τραγούδια
Αυτά που δεν τραγουδήσαμε ποτέ
Το λένε τής νοσταλγίας οι παράμυθοι
Τα λοξά συναξάρια τού μύθου
Αν γίνουμε οδηγοί στη γαλήνη
Ίσως η αιωνιότητα να χαριστεί σε μάς
Τους αργοτριβείς και χρονοπορημένους
Ίσως να μάς κληρώσει
Τις μετρημένες στιγμές τ’ ουρανού
Είναι τόσες οι πιθανότητες
Τα αγκάθινα ίσως που θάλλουν
Στα ορθάνοιχτα μάτια μας τις νύχτες
Μες στο σφιχτό ζυμάρι των γεγονότων.

.

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ (Β’)

Άσε τον όχλο να υφαίνει τις πλεκτάνες του
Πολλά φημίζονται και φυτρώνουν ζιζάνια
Πλανόδιοι ρήτορες και λυτρωτές
Ψυχαμοιβοί και ψυχοβγάλτες
Πονόψυχοι δήμιοι
Και πάντα η θλίψη δεινό θηρίο
Ξεμοναχιάζει κάρχαρος τους στίχους μου ·
Οι μέρες κυλούν γρήγορα
Πέφτουν με κρότο
Βράχια βουνά τα χρόνια
Και η μνήμη λίγα συγκρατεί και φέρνει.
Φέρ’ ειπείν σήμερα
Πέρασαν δυο άνθρωποι χωρίς προσωπεία
Σα δυο γεγονότα σε μικρά στιγμιότυπα
Μια πεταλούδα τίναξε τα χρώματά της
Και οι κόκκινοι έρωτες του κήπου
Έκαναν φτερά
Για τα όνειρα κάποιου κοριτσιού
(Ρίγος βαθύ στις φυλλωσιές
Τα χείλη των φιλιών της
Στάζουν το μέλι στις αισθήσεις
Τα μακρά απαγγέλλοντας έπη τού ύπνου).
Άλλη παραμυθία δε θυμάμαι
Από τα επιούσια της σήμερον
Που να μεταρσιώνει το κουφάρι μου
Για την ανάβασή μου στα ψηλά τα δώματα
Για το ταξίδι τάχα στους αιθέρες.

.

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ (Γ’)

Αμέτρητες φορές μού πέταξαν πέτρες
Για να σπαράξει το παιδί
Που χρόνια τώρα
Παίζει κρυφτό μες στην ψυχή μου με το θάνατο ·
Θα μπορούσα να φτιάξω ένα ξωκλήσσι
Θα μπορούσα να χτίσω έναν τοίχο
Μια σκοτεινή κρύπτη
Όπου να καταχωνιαστούμε εγώ και τα λάθη μου
Ή μήπως να ετοιμάσω τις πιο αιματηρές εξεγέρσεις
Τις πιο δόλιες συνωμοσίες
Να υπονομεύσω τα σχέδια των τυράννων
Να βγω μπροστά στους μεγάλους ξεσηκωμούς
Των φτωχών και των αδικημένων
Να κόψω τη γλώσσα μου και να τη φτύσω
Στο πρόσωπο του ξένου δυνάστη ·
Αλλά όπως το συνηθίζουν
Οι δειλοί και οι πτωχοί τω σώματι
Κρύβομαι πίσω από ένα φτωχό τραγούδι
Εκεί ψιθυρίζω αντί να φωνάζω
Εκεί δαγκώνω λόγια σαν πνιγμένες κραυγές
Που τον αντίλαλό τους
Δε θ’ αφουγκραστεί κανείς εις τους αιώνες
Θαμμένος όπως είμαι
Μέσα σ’ αυτό το βαθύ καταφύγιο
Κάτω από τόσες αναμνήσεις.

.

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ (Δ’)

Από τότε που με άγγιξαν η διοσημία
Και η άκρη τής αιχμής του κεραυνού
Γνωρίζω καλά το μέλλον
Οι φυλλωσιές σαλπίζουν τα αλλόκοτα
Και ύστερα γίνονται πανιά που τα φουσκώνουν
Οι άνεμοι «των εκατό και είκοσι ημερών»
Που οι φτωχοί νομάδες με δέος ονομάζουν
Όταν πλαγιάζουν πλάι στις κόρες
Τις ονειρικές στις δροσερές οάσεις
«Μπαντ — ι — σαντ — ο — μπιστρόζ »
Όμοιοι με αλαλαγμούς μικρών παιδιών στο χιονοπόλεμο
Ψηλά στις κρυστάλλινες κώμες των βουνών
Όπου κυλούν οι θυμωμένοι ποταμοί
Με λαμπερά ονόματα
Και κάποια ονειρικά κορίτσια με τη χοάνη δυο στιγμών
Κραυγάζουν απ’ τά μετόπισθεν τού μέλλοντος
Καθώς αποδημούν και κρύβονται στο μάτι τής πυθίας
Μ’ ένα μελωδικό σφυρί χτυπώντας
Το χαμένο χρόνο στο μυαλό μας.

.

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ (Ε’)

Ας τρέξουμε ανάμεσα στα όνειρα του δάσους
Σαν ήρωες μυθικοί του επιούσιου άρτου
Που παίζουν ζάρια με το θάνατο για να κερδίσουν
Και ο μόχθος ας μοιάζει τριζόνι σε πηγάδι
Ή να θυμίζει τζιτζίκι σε πυγμή
Ίσως να βρούμε κάποτε κι εμείς τη γαλήνη
Μέσα σ’ αυτό το βουερό χαλκείο των ήχων
Θα μας χωνέψει ο ουρανός τού ύπνου
Θα μας διπλώσει ο ύπνος τ’ ουρανού
Στο φως μιας αστραπής εντόμων
Στην άμιλλα ήλιου και αλέκτορος
Όπως την ώρα που νυχτώνει κι έρχονται
Χρώματα φτερωτά στις φυλλωσιές
Γιατί πάνε καιροί πολλοί
Απ’ όταν πέτρωσαν τα βουνά
Γιατί πέρασαν ήλιοι φεγγάρια στα όνειρα
Κι εμείς οι νήπιοι
Ακόμη δε μάθαμε καλά καλά να τραγουδάμε.

.

ΝΕΚΥΙΑ Ή ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΧΕΔΙΑ (ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΩΝ)

Μέσα στο σκοτεινό σου μάτι
Νύχτα
Τους νεκρούς μου μετρώ
<<Τους νεκρούς που μού πήρε ο Άδης>>
Να γνέφουν και να με καλούν σιμά τους
Longo ordine
Άλλους σκυμμένους με την κοπίδα
Πάνω απ’ τα πικρολάχανα και τ’ αγριόχορτα
Άλλους αμίλητους σέρνοντας πίσω τους
Μακριά σειρά τα ζα φορτωμένα μάλαμα
Το στάρι και το γέννημα
Κι ανάμεσά τους κάνα δυο νομάτους
Ψηλούς ξερακιανούς πλατύ ζωνάρι με το λάζο
Τραβώντας στο στενό μονόξυλο
Την πλεκτή σαγήνη τους βαριά από όνειρα
Οργιές βαθιά μέσα στο γαλαξία
Αλιείς ανθρώπων και αναμνήσεων
Να με ονειρεύουν με τη χάση τού φεγγαριού
Να με ορμηνεύουν με τη φέξη τού ύπνου
Πως κάποτε θα πέσω νεκρός σ’ ένα λιβάδι
Με τη λόγχη καρφωμένη στο θώρακα
Το σπαθί σφιγμένο στο χέρι
Ή κάτω απ’ τίς φυλλωσιές τού δάσους μου
Ανάρπαστος από νεράιδες κι αηδόνια ·
Αλλά δεν αλήθεψε κανένα όνειρο
Παρεκτός εκείνο το αίσθημα
Που νιώθω να λαθεύει
Καθώς ξημερώνει
Ότι είμαι ο τελευταίος επιζών
Ανάμεσα σε τόσους κεκοιμημένους
Που βρήκαν τη χαμένη τους γαλήνη ·

(Και όμως
έχουν να λένε
όσοι μ’ εχθρεύονται με φίλια πυρά
πως λίγο νήμα ζωής μού απομένει
πτεροδάκτυλες που θα με σπαράξουν
Ερινύες και Άρπυιες.Μα πού ξόδεψα
τόσες στιγμές αιώνων
σε ποια αυταπάτη πάνω σα νάρκη πάτησα
ο αφελής με τρεις δεκαχρονίες παραμάσχαλα;
Προς το παρόν
ο άλλος μου εαυτός
ετοιμάζει στάση στα κράσπεδα της Αρέθουσας
στην Οδό Λαιστρυγόνων το γενναίο μου άλλοθι
εκεί όπου ακόμη και οι ήρωες μυρμηγκιάζουν
μπροστά σε τόσα φρικαλέα). Γι’ αυτό
Σα ν’ ακούω τη μάνα μου στην απέναντι όχθη
Σκυφτή σκιά ενός ίσκιου που επιμένει
Μ’ ένα ποτήρι στα δάχτυλά της
Να πιω κι εγώ να μεγαλώσω
Αν πιω κι εγώ θα μείνω αθάνατος
Στη μνήμη αυτών που με αγάπησαν.

18.10.2016

.

Ρογήρος Δέξτερ

.

.

.

*O πίνακας της ανάρτησης είναι από εδώ.

.

.

Ρογήρος Δέξτερ – Αμαζονία Γ’

.

167.jpg

.

(9)

Με βήματα αργά
Φτάνει το καλοκαίρι αλλά
Με τις χαρμόσυνες φωνές των κοριτσιών
Που έχουν τα χείλη να λυτρώνουν τους ονειροπόλους
Οι φαρέτρες μας θα γεμίσουν και πάλι τραγούδια
Για ν’ακουστούν μέσα μας οι ζητωκραυγές των τζιτζικιών
Όπως όταν πέφτει αηδόνι ή κεραυνός
Από το μεσουράνημα
Κι εμείς βουλιάζουμε στο μεσημέρι σιγοτραγουδώντας
Σιγά σιγά θα περάσουμε όχθες με στάχυα
Θα ξαναβρούν την αγάπη
Όσοι δε βρήκαν ποτέ τη γαλήνη
Εδώ μας περιμένει ένα τρικάταρτο
Και δες εκεί κοπάδια τα άλογα των πόθων
Στα φωτεινά λιβάδια με τις ανεμώνες
Όπου πέφτουν γεμάτες έρωτα σαν άνεμοι
Στου ύπνου τα ανοιχτά
Η μια κραυγή μέσα στην άλλη
Όπως στην πιο ψηλή περιωπή τ’ουρανού
Λες και περνούν τις συμπληγάδες με τραγούδια
Μαζί και οι κόρες με τα ρόδινα τζιτζίκια
Τα φτερωτά τους χρώματα στις φυλλωσιές
Να πυρπολούν δίχως να καίγονται τα δάση
Κόρες με την καρδιά μικρού περιστεριού
Μες στις παλάμες μας.

.

(10)

Η μέρα τυλίγει τις ζωές μας
Και η νύχτα ξετυλίγει τα όνειρά μας
Κάτω από τα μισάνοιχτα παράθυρα
Αυτά που βλέπουν στα άδυτα των κήπων
Περνούν αγέρωχα σαν πρώτα
Τα βουερά πλησίστια των ανέμων
Με τα κατάρτια τους να γίνονται δοξάρια
Στην πλώρη τους οι κόρες τραγουδούν τους Βορεάδες
Γυμνόστηθες με κάνιστρα στα χέρια
Με τα γλυκά θροΐσματα των δέντρων
Πανιά λευκά κι εκείνα που παφλάζουν
Στα δάση όταν περνούν οι νύμφες με σουραύλια
Και φωνές αηδονιών να στάζουν το νέκταρ
Καθώς ταξιδεύουμε στα εναλλάξ του χρόνου
Στα ιερά ακούσματα των τζιτζικιών
Σαν κεραυνώνουν με τις άτονες χορδές τους
Το πέρασμα απ’ τα δέντρα ενός διαβάτη
Μόλις κυλά και ξεχειλίζει ο Τηλεβόας
Όταν ανάλαφροι βουλιάζουμε
Ψηλά στην απεραντοσύνη
Με πιο κρυστάλλινες φωνές
Μες στις αναλαμπές πυγολαμπίδων.

.

Ρογήρος Δέξτερ
.

.

.

.

*O πίνακας της ανάρτησης είναι από εδώ.

.

.

.

.

Ρογήρος Δέξτερ: Αμαζονία Β’

.

f9587fe47f70c00356a38b22c574ef67.jpg

.

(5)

Οι ήχοι της νύχτας
Που σμίγουν με τους στεναγμούς σου
Χρυσόμαλλη κόρη
Στο δέρας τού ύπνου των βαθιών ονείρων
Είναι κόμποι του πιο μακρινού μέλλοντος ·
Ακούω τα ηδονικά τζιτζίκια των μαστών σου
Πίσω από τις πτυχώσεις να δονούνται
Μιας φορεσιάς που υφαίνεις και ξηλώνεις
Μες στους αιώνες των αιώνων ·
Κύλησαν χρόνια μα δε φάνηκες ακόμη
Κι εγώ τα πράσιν’ άλογα κεντώ
Που ίσως με φέρουν πιο μακριά
Από τα μάταια του κόσμου και του οχλόκοσμου
Στις πενταπράσινες πεδιάδες της αμαζονίας
Κοντά στις όχθες του μεγάλου ποταμού
Που ηχώντας τρέχει
Όπως τα σείστρα των μαζών των αμαζόνων
Πλάι σε δασωμένους δρόμους που οδηγούν
Στην έναστρη ρύμη του γαλαξία σε νύχτες γαλήνης
Όταν χαϊδεύεις ξέστηθη τις χαίτες των αλόγων
Στο πι και φι της φυλλωσιάς των παρορμήσεων
Στο γύρισμα μιας σκέψης που πιέζει
Όταν τανύζουν τόξα τα τζιτζίκια
Ν’ αφήσουμε ίχνη κάποτε στους ουρανούς
Για να βρεθούμε αλλού στον ύπνο και στον ξύπνο
Όπου θα μ’ αγαπήσουν οι γλάροι
Θα μ’ αγκαλιάσουν οι εμμονές θα με λυτρώσουν
Σε κήπους μυθικούς καθώς ζυμώνεται το μέλλον
Στα δυνατά φωνήεντα των στεναγμών σου.

.

(6)

Μια φορά
Το λέει η μνήμη όταν θυμόμαστε
Θα ρίξω πίσω μου τις μαύρες πέτρες
Θα πάρω όσα μου άφησε ο Κρόνος
Για να κάνω πανιά με το πρώτο καράβι
Αλλά ίσως με φέρουν και πάλι κοντά σου
Τα θα των λόγων και των στίχων
Γεγονότων που θέλαμε κάποτε
Να ζήσουμε μαζί στο μέλλον
Μέσα στον ανθισμένο ύπνο σου
Όπου λάμπει κι ακούγεται η φωνή μου
Σα γύρη έναστρη που δεν ξοδεύουν οι καημοί
Πάνω στα πέταλά σου.

.

(7)

Φωνή μέσα στις φωνές του λιβαδιού
Είναι τα λόγια σου που τα ζυγίζω
Περισσότερο κι απ’τό τραγούδι
Του αηδονιού στη ρεματιά
Της νεράιδας που χορεύει στα ξέφωτα
Του φεγγαριού τις ώρες
Όταν μιλάς κι αντιλαλούν ρυάκια
Ή ξανατρέχουν μέσα μου οι σβησμένες πηγές
Κόρη με χρυσαφένια στάχυα
Ξωθιά με τ’άστρα τ’ουρανού στα μάτια
Όταν ο κόρφος σου γεμίζει αστέρια
Όταν κυλά στην κοίτη του ο γαλαξίας
Γίνεσαι όαση όπου αντηχούν φιλήματα.

.

(8)

Ο Ίμερος που ιππεύει άλογα τους πόθους μας
Μοιάζει με ανήμερη ορμή που οιστρηλατεί στ’αστέρια
Με καλπασμούς δεινούς και δίχως χαλινάρια
Τις νύχτες που αφηνιάζουν τα όνειρα
Και κόβουν τα δεσμά του ύπνου
Που συγκρατεί λίγο μακριά τη βάρκα
Των κοριτσιών σαν τραγουδούν
Τον έρωτα με ορθωμένα στήθη
Και τα ηδονικά τζιτζίκια των μαστών τους · μόλις νυχτώνει
Και ανάψουν τα λυχνάρια τους οι λαμπυρίδες
Γίνονται βέλη ερωτικά
Που ρίχνουν όμορφα και ιδανικά οι κόρες
Για να ξεσπάσει η μάχη των ζητωκραυγών
Για να φέρουν στη μνήμη
Μέρες γλυκές σε μέρη πιο μακρινά
Εκεί όπου ανάλαφρα τρέχουν οι νεροσυρμές
Και κελαηδούν τα ποτάμια
Κάτω από δέντρα στεναγμών κι αναφωνήσεων
Όπου κρεμούν τα περιδέραιά τους από Ίμερο
Γι’αυτό παντοτινά πράσινα ή πορφυρά
Τα άλογα των πόθων καλπάζουν παράφορα
Οι φυλλωσιές θα τινάζουν το περιττό χρυσάφι τους
Κι εγώ τα μάταια λόγια μου στα σωθικά σου
Κόρη με ξέστηθα χαμόγελα
Που όλο κοιμάσαι
Στο πιο γλυκό κοχύλι
Μέσα στο βυθό του ύπνου σου.

.

Ρογήρος Δέξτερ

.

.

.

.

*Ο πίνακας της ανάρτησης βρίσκεται εδώ.

.

.

Ρογήρος Δέξτερ: Αμαζονία Α’

.

silent-noon-by-john-byam-liston-shaw-1894

.

ΑΜΑΖΟΝΊΑ

(1)

Σε γνώρισα στα όνειρά σου
Στον ύπνο τής γαλήνης που μοιραστήκαμε μαζί
Όταν σκιρτά ο μέγας ίμερος των πόθων
Οι γλαφυροί σου τρόποι είναι μαστοί
Στα πιο γλυκά λιβάδια με τις ανεμώνες
Όπου γλώσσα βγάζει ο ήλιος και οι άγουροι τής νιότης
Με τα φτερά μιας πεταλούδας
Ξεκαρδίζονται στα γέλια
Ενώ στο μυαλό τους συντελείται το μέλλον
Οι ονειροπόλοι παρατούν το μόχθο
Και γίνονται
Ζηλωτές τ’ουρανού
Θυμούνται τις αυριανές μέρες
Όπως κι εγώ θυμάμαι τη φωνή σου
Ν’ανοίγει αργά τα βλέφαρα των ήχων
Ν’αντιλαλεί όσα και οι δυο ονειρευτήκαμε
Στον πιο χαρμόσυνο βυθό του ύπνου.

.

(2)

Σε κούρασαν τα πήγαιν’-έλα
Οι αργές εκστρατείες για το ανώφελο δέρας
Νησιά των Μακάρων~Αχερουσία~Γάργαρα Άκρα
Οι δούρειοι ίπποι που βόσκουν στους λειμώνες του Κάικου
Οι τόσοι εξωκεανισμοί του γαλαξία
Κήρυκες στα τείχη
Που φωνασκούν με σούρτα φέρτα
Ή τάχα κόπτονται για τις μεγάλες ταραχές
Ομηρικών πολέμων · να γύρεις εδώ
Πριν οι καημοί φτάσουν στον κόμπο
Πριν έρθει ο τετελεσμένος χρόνος
Που κάθε μέρα συντάσσει
Τις συντριβές και τις αποδημίες
Εδώ κάτω απ’τά πράσινα φτερά
Της φυλλωσιάς των δέντρων
Όσα ονειρεύτηκες κάποτε
Έγιναν ξέφρενα άλογα που θα σε φέρουν
Στ’αέρινα λιβάδια της Αμαζονίας
Στη χώρα με τα κοπάδια τού ήλιου που βελάζουν · πιο πέρα ένα σουραύλι που βουλιάζει τραγουδά
Το τραγούδι του βοσκού που ανεβαίνει με σκάφανδρο
Απ’τό βυθό βαθιά τού ύπνου των ονείρων
Των συνειρμών κόρης εκστατικής που τρέφει
Κι από ‘να αηδόνι σε κάθε της μαστό ·
Να θυμάσαι
Αλλιώς θα πέσουν τα ζάρια
Και οι προθέσεις αύριο θα ονομαστούν γεγονότα
Και τα τριζόνια θ’αφήσουν να πέσει
Γλυκά το μέλι στη φωνή σου
Όπως αφήνουν και πέφτουν τα φιλιά τους
Οι γυναίκες που μας αγάπησαν στο μέλλον
(Σκιρτούν με σφρίγος σα δορκάδες οι μαστοί τους
Και οι ρώγες τους είναι αιχμές στού έρωτα τα τόξα) ·
Όσο κεντάς τον ίμερο θα υπάρχεις
Με το χωνί μιας ανεμώνης άκουσέ με
Μακριά από τους νυγμούς της Σφίγγας
Μακριά από τα πλήθη
Που τεκταίνουν τις πλεκτάνες τους
Τα χρόνια κυλούν σα βράχια
Βραχωμένα ψηλά σαν όνειρα
Και τα γεγονότα γίνονται μνήμη
Ο χρόνος μας τελειώνει,δεν το βλέπεις
Σε λίγο θα κολυμπάμε στην κλεψύδρα τ’ουρανού.

(3)

Πριν καν τροχίσουν οι κρότοι τα μαχαίρια τους
Πέφτει η σιωπή σαν άνθος
Σα μέλι που στάζει μια πηγή
Γλυκά στον ουρανίσκο
Στο άκουσμα του αντίλαλου μιας λέξης
Συμβαίνουν τόσες ξακουστές φωνές
Μιας μνήμης που ανοίγει ξαφνικά
Τ’ανέλπιστα περάσματα δυο δρόμων
Για να βρεθείς στα χείλη και στις όχθες
Των μυθικών κοριτσιών τού ύπνου των ονείρων
Όπου δάχτυλα μαγεμένα τρίβουν λυχνάρια
Με στήθη από βάλσαμο ·
Μην κλείνεις λοιπόν τ’αφτιά σου με κερί
Ήχοι πατούν πάνω στα πλήκτρα των εντόμων
Και αύριο ίσως ο καθένας να κάνει πανιά
Που τα εμπνέουν άνεμοι στην ουτοπία ·
Στην πλώρη τού ύπνου μια όμορφη κόρη τραγουδά
Πιο δυνατά και πιο γλυκά
Από το χρυσόμαλλο δέρας
Που τρίζει ανάμεσα στα πόδια της ·
Κι ενώ η κόρη τραγουδά
Ηχεί το χάρμα των μαστών της
Οι αγαλλιάσεις ορθώνονται σαν τόξα
Και πέφτει από ψηλά η έκσταση
Αφήνοντας στα σωθικά μας
Το στρογγυλό κρατήρα της.
Τώρα είναι ο καιρός
Να παίξουμε τη μοίρα μας στα ζάρια
Τώρα ήρθε ο καιρός
Να διακυβεύσουμε το μέλλον
Όχι με σώζων εαυτόν σωθήτω
Αλλά με τα φτωχά τραγούδια μας
Που ταξιδεύουν
Με τα ωσαννά των τζιτζικιών
Στους ωκεάνιους ποταμούς τού γαλαξία
Λίγο πριν ακουστούν οι τρεις φορές
Τού ήλιου των αλαλαγμών αλέκτορες
Και όλα τα φόβητρα των δρόμων γίνουν άνεμοι
Για να σπάσει μια και καλή
Τού πανικού το σουραύλι
Για να πιούμε και πάλι
Από το κύπελλο με τα όνειρα.

.

(4)

Πέρασαν τόσα χρόνια
Και ακόμη αντηχούν οι φθόγγοι σου
Φιλί που μού ‘δωσες στο μέλλον
Κάτω απ’ τά πέπλα κοριτσιού
Όταν υφαίνεις τραγουδώντας
Το δείλι σε μια κάμαρη
Που δε θυμάται η μνήμη
Αλλά φωτίζει το καντήλι
Που έφεγγε και κένταγες η κόρη το μαντήλι
Με λόγια σα νανουρίσματα
Και λόγια σαν παραμύθια
Γιατί τη δική σου γλώσσα έχουν τα πουλιά
Και τραγουδούν τις νύχτες
Γιατί εσένα ακούν σαν τραγουδάς
Τής βρύσης τα νερά και γίνονται ποτάμια.

.

Ρογήρος Δέξτερ

.

.

.

.

*Ο πίνακας της ανάρτησης είναι από εδώ.

.