Απ’ το Βελιγράδι στο Λονδίνο: Μια μπάντα με Ρομά κορίτσια τραγουδά για τη γυναικεία ενδυνάμωση – Ενάντια στα στερεότυπα, τις διακρίσεις και τη μάστιγα του παιδικών γάμων

Όσα θα γράψω σήμερα, τα διάβασα σ’ αυτό το άρθρο, της Dragana Jovanovic, χτες κι αφού μ’ ενδιαφέρουν τέτοια θέματα (δείτε κι αυτήν την ανάρτηση για την Αφγανή ράπερ και θα καταλάβετε), στην ουσία μια σχετικά ελεύθερη μετάφραση κάνω εδώ σήμερα (βάζοντας σε παρενθέσεις τις λέξεις που χρησιμοποιώ για την καλύτερη απόδοση του νοήματος), έχοντας στο νου μου την όμορφη οικογένεια της Ειρήνης στο Ζεφύρι και το πόσο μας αγκάλιασαν κάποτε οι δικοί της:

«Μέσω της μουσικής», λοιπόν «ένα συγκρότημα κοριτσιών Ρομά στη Σερβία πολεμά ενάντια στα στερεότυπα, τις διακρίσεις και τη μάστιγα των παιδικών γάμων.

Μέχρι την ηλικία των 17 ετών, η Zlata Ristic είχε έναν άντρα και ένα παιδί. Το 2020, σε ηλικία 26 ετών, εμφανιζόταν στην κύρια σκηνή στο Royal Festival Hall του Λονδίνου, ραπάροντας ενάντια στην πρακτική των παιδικών γάμων.

Είναι μόνο μια πτήση δυόμισι ωρών απ’ τον τόπο καταγωγής της Ristic στο Βελιγράδι προς το Λονδίνο, αλλά το να εμφανίζεται στο Women of the World Festival και στο BBC Woman’s Hour (μοιάζει να) είναι ένας (άλλος) κόσμος, μακριά, από τη ζωή που αντιμετωπίζουν οι περισσότερες γυναίκες Ρομά στη Σερβία.

Η Ristic λέει ότι έκανε «λάθος» να παντρευτεί τόσο μικρή. Τώρα, ως μέλος του 12μελούς κοριτσιού Ρομά Pretty Loud, αγωνίζεται με μέσο το τραγούδι ενάντια στην παράδοση που αναγκάζει ανήλικες Ρομά να παντρευτούν και τραγουδά για τη σημασία της εκπαίδευσης.

«Κανείς δεν με ανάγκασε να το κάνω. Ήταν η δική μου επιλογή, αλλά έκανα λάθος. Γι ‘αυτό στοχεύουμε να ενθαρρύνουμε άλλα νεαρά κορίτσια να μην αφήσουν τους γονείς τους να κανονίσουν έναν γάμο που δεν θέλουν. Ταυτόχρονα, τα υποστηρίζουμε (ώστε) να αποκτούν μια νέα προοπτική για τη ζωή».

Η μπάντα Pretty Loud αναπτύχτηκε μέσα από καλλιτεχνικά εργαστήρια που έγιναν το 2014 για παιδιά και νέους Ρομά στη Σερβία και διοργανώνονται από το Ίδρυμα GRUBB με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο, και GRUBB σημαίνει Gypsy Roma Urban Balkan Beats.

Το GRUBB, που ιδρύθηκε το 2006, προωθεί την εκπαίδευση σε μια κοινότητα Ρομά που ζει στο περιθώριο της σερβικής κοινωνίας, βυθίζεται στη φτώχεια και (βιώνει) συστηματικά διακρίσεις στην εκπαίδευση, την υγειονομική περίθαλψη και την απασχόληση.

Οι γυναίκες Ρομά έχουν ακόμη πιο δύσκολη ζωή. Σύμφωνα με έρευνα των Ηνωμένων Εθνών, κατά μέσο όρο 9 στις 10 νεαρές γυναίκες Ρομά στα Δυτικά Βαλκάνια δεν έχουν εκπαίδευση, απασχόληση ή κατάρτιση. Τα 2/3 αυτών, δεν ελέγχουν τα χρήματά τους.

Στη Σερβία, κάθε εξάχρονο παιδί Ρομά βρίσκεται εκτός του εκπαιδευτικού συστήματος, ενώ σύμφωνα με μια μελέτη της UNICEF του 2019, το 16% των κοριτσιών Ρομά παντρεύονται πριν φτάσουν στην ηλικία των 15. (Ενώ) μόλις πάνω από τα μισά (κορίτσια) είναι παντρεμένα μέχρι την ηλικία των 18 στο 6% μεταξύ των μη Ρομά γυναικών γυναικών της Σερβία.

Στα Δυτικά Βαλκάνια, η Σερβία κατέχει τη δεύτερη θέση όσον αφορά το ποσοστό των παιδικών γάμων, (βρίσκεται δηλαδή στη λίστα) μετά από την Αλβανία…»

Και κάπου εδώ θα σταματήσω για να διαβάσετε και το πρωτότυπο άρθρο της Dragana Jovanovic και θα πω μόνο πως υπάρχουν και πολλοί προοδευτικοί γονείς Ρομά (τέτοιοι ήταν κάποιοι που γνωρίσαμε στο Ζεφύρι, όπως ανέφερα στην αρχή), που δεν πιέζουν τις κόρες τους να παντρευτούν, δε φέρνουν εμπόδια στην επιθυμία τους να δουλέψουν και καταλαβαίνουν την αξία της μόρφωσης. Εύχομαι να γίνονται περισσότεροι, όσο περνούν τα χρόνια.

Balkan Gothic: Το νέο βιβλίο του Γιώργου Στάμκου, μόλις κυκλοφόρησε

Με χαρά πληροφορήθηκα χθες, ότι μόλις κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο του Γιώργου Στάμκου, που βλέπετε εδώ και το περιμέναμε κάποι@ καιρό τώρα.

Ο πολύ γνωστός κι αγαπητός, συγγραφέας και δημοσιογράφος, δεκαετίες τώρα γυρίζει τα Βαλκάνια και μας ενημερώνει ενδελεχώς τόσο για τις κοινωνικό-πολιτικές εξελίξεις, όσο και για κάθε πτυχή της ζωής των ανθρώπων που ζουν εκεί.

Προσωπικά, συμβουλεύομαι συχνά τις δημοσιεύσεις του (θα το ‘χετε διαπιστώσει όσ@ παρακολουθείτε σταθερά αυτό το blog) και παρακολουθώ τα εξίσου ενδιαφέροντα group στο Facebook, στα οποία είναι διαχειριστής.

Έχει γενικά φανατικό κοινό, που εκτιμάει τη βαθύτατη γνώση του γι’ αυτόν τον γεωπολιτικό χώρο, που βρίσκω κι εγώ συναρπαστικό. Δεν έχω υπόψη μου άλλες «γειτονιές» τόσο ιδιαίτερες, όσο αυτή των Βαλκανίων. Είτε γράφουμε γι’ αυτές λοιπόν, είτε τις σεργιανάμε, είτε θέλουμε απλώς να γνωρίζουμε τι συμβαίνει εκεί, έχουμε λόγους να διαβάζουμε όσα δημοσιεύει ο Γιώργος Στάμκος.

Αυτή τη φορά, στο νέο του βιβλίο, να που μας ταξιδεύει: «Αυτό είναι ένα έντυπο ταξίδι στα άγνωστα και αλλοκοσμικά Βαλκάνια. Από τα στοιχειωμένα σαξονικά κάστρα της Τρανσυλβανίας, μέχρι τα «νεκροταφεία βρικολάκων» στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας (Βουλγαρία), κι από τα παράξενα νεκρικά έθιμα των Βλάχων της ανατολικής Σερβίας, μέχρι τις αινιγματικές βογομιλικές νεκροπόλεις της Βοσνίας, το μυστήριο είναι παντού στα Βαλκάνια».

Περισσότερες πληροφορίες για τα περιεχόμενα του βιβλίου και λεπτομέρειες για το πώς μπορείτε να το αποκτήσετε θα βρείτε στο ακόλουθο link:

https://zenithmag.wordpress.com/balkangothic/

Καλή επιτυχία εύχομαι κι εγώ από καρδιάς στον συγγραφέα του και φυσικά όταν το διαβάσω, θ’ ακολουθήσει εδώ παρουσίαση.-

Višegrad – Andrićgrad: Βόλτα στο Γεφύρι του Δρίνου και στις καινούριες γειτονιές του – Mέρος ΙΙ

Μονάχα μια φορά το χρόνο το γεφύρι πλημμύριζε φως πέρα ως πέρα. Αυτό γινόταν στις 18 Αυγούστου το βράδυ, κάθε χρόνο, στα γενέθλια του αυτοκράτορα Φραγκίσκου Ιωσήφ. Οι αρχές στόλιζαν από την παραμονή το γεφύρι με γιρλάντες από φύλλα και λουλούδια και σειρές από μικρά πεύκα, και με το που σκοτείνιαζε, άναβαν όλα τα φανάρια και μια ολόκληρη σειρά από μικρά φωτάκια που φώτιζαν τον κόσμο όλο. Τα μικρά διάσπαρτα φωτάκια, εκατοντάδες κονσερβοκούτια γεμισμένα με λίπος και στεαρίνη, έφεγγαν πάνω στα πεζούλια του γεφυριού. Φωτιζόταν το μεγαλύτερο μέρος του, ενώ οι άκρες κι οι κολώνες που το στηρίζουν ήταν στο σκοτάδι, κι έτσι το φωτεινό κομμάτι του γεφυριού φαινόταν ξεκομμένο και μετέωρο στο κενό. Οι γιορτές όμως τελειώνουν γρήγορα και τα φώτα σβήνουν. Την άλλη μέρα κιόλας το γεφύρι είναι πάλι ίδιο, όπως και τις καθημερινές…

Ίβο Άντριτς

(απόσπασμα απ’ το μυθιστόρημα «Το γεφύρι του Δρίνου», μτφ: Χρήστος Γκουβής, εκδ: «Καστανιώτη», 1997)

Višegrad, Ιούλιος του 2018 (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Ακόμα τις καθημερινές είναι όμορφο αυτό το γεφύρι. Και τις μέρες και τις νύχτες που φωτίζεται με σύγχρονους πια τρόπους. Και το χειμώνα με τις μολυβένιες συννεφιές και το καλοκαίρι που οι αχτίδες του ήλιου υπογραμμίζουν κάθε χρώμα. Περισσότερο απ’ όλα όμως, το κυρίαρχο πράσινο. Οι τουρίστες πηγαίνουν για βαρκάδα στο ποτάμι, ανεβαίνουν στο κάστρο ή κάνουν βόλτα με το τρένο, οι ντόπιοι κατεβαίνουν για ψάρεμα ή για να ταξιδέψουν τις σκέψεις τους στα κρυστάλλινα νερά του Δρίνου, περπατώντας το.

Višegrad , Το ιστορικό γεφύρι του ποταμού Δρίνου, Ιούλιος του 2018 (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Οι ταξιδιώτες που γνωρίζουν την ιστορία του τόπου, ψάχνουν να δουν από κοντά το μικρό σπίτι του Ίβο Άντριτς, το μνημείο που του έφτιαξε ο γλύπτης Ljupko Antunovic απ’ το Sarajevo και ζητούν πληροφορίες στο Πολιτιστικό Κέντρο σχετικά με το πως μπορούν να δουν την «σχολική τάξη του Ίβο Άντριτς» (δηλαδή ένα χώρο διακοσμημένο όπως συνηθιζόταν να είναι τα Δημοτικά Σχολεία στις αρχές του 19ου αιώνα, αφιερωμένο σε κείνον, όπου υπάρχουν και φωτογραφίες του). Περιττό να γράψω πως αν δεν έχετε διαβάσει το σπουδαίο βιβλίο του, αξίζει να βάλετε στόχο τώρα να το κάνετε. Όλα όσα έγραψε έχουν μεγάλο ενδιαφέρον, φυσικά, αλλά για ευνόητους λόγους σήμερα στο προσκήνιο είναι «Το γεφύρι του Δρίνου».

Višegrad , Γενική άποψη της πόλης, όπου φαίνεται στα δεξιά κι η ορθόδοξη σερβική εκκλησία της Παρθένου Μαρίας, Δεκέμβρης του 2019 (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Το Višegrad των σχεδόν 12 χιλιάδων κατοίκων (οι 5.862 εξ’ αυτών κατοικούν στο κέντρο κι οι υπόλοιποι στην ευρύτερη περιοχή), σύμφωνα με την υπογραφή του 2013, έχει πια στην συντριπτική του πλειοψηφία χριστιανικό πληθυσμό (γι’ αυτό άλλωστε κι αποτελεί τμήμα της Σερβικής Δημοκρατίας όπου τελευταία πληθαίνουν οι συζητήσεις περί απόσχισης ) κι ας μη λείπουν τα τζαμιά απ’ το τοπίο. Η ορθόδοξη σερβική εκκλησία της Παρθένου Μαρίας είναι ένα πολύ όμορφο, λευκό κτίριο, χτισμένο απ’ το 1884 που φαίνεται κι απ’ το Δρίνο. Στο Μοναστήρι της ιστορικής πόλης του Dobrun (γνωστό κι ως Kruševo) δεν πήγα, αλλά αν σας ενδιαφέρει να έχετε υπόψη την ύπαρξή του. Για τα spa και τι λοιπές ανέσεις που δεν άπτονται των ενδιαφερόντων μου, δε μπορώ να σας διαφωτίσω, αλλά θα βρείτε πληροφορίες εύκολα αν ψάξετε. Πιο χρήσιμο ίσως πάντως είναι να σας προτείνω να περάσετε απ’ το Visegrad House, όπου θα βρείτε λογής λογής τοπικά παραδοσιακά προϊόντα.

Andrićgrad, μνημείο Ivo Andrić, Δεκέμβρης 2019 (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Ο μεγαλύτερος όγκος των τουριστών πάντως είναι βέβαιο ότι πηγαίνει πια στο Andrićgrad, μια πόλη μες την πόλη, σχεδιασμένη απ’ τον Emir Kusturica κι αφιερωμένη στον Ίβο Άντριτς (υπάρχει κι αντίστοιχο ινστιτούτο), που βρίσκεται πολύ κοντά στο κέντρο του Višegrad. Κι ο λόγος που έφτασε ως εδώ η διήγησή μου και τώρα σας γράφω γι’ αυτήν, είναι η αμηχανία που μου προκαλεί. Πρόκειται για ένα πολύ μεγάλο project τελειωμένο θεωρητικά, αλλά όχι πλήρως μάλλον ακόμη (άκουσα τουλάχιστον δύο ξεναγούς διαφορετικών γκρουπ να «απολογούνται» για κτίρια που δεν έχουν ολοκληρωθεί). Διαθέτει ξενοδοχεία, εστιατόρια, κινηματογράφους, γκαλερί, βιβλιοπωλείο, εκκλησία κ.α. Έχει πολύ ενδιαφέρουσες γωνιές, οπωσδήποτε (γράφει κι ο Γιώργος Στάμκος στο βιβλίο του περισσότερα γι’ αυτό).

Andrićgrad, η θέα του δρόμου Mlada Bosna απ’ τον πρώτο όροφο του Cafe Goya, Δεκέμβρης 2019 (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Παρ’ όλα αυτά, δεν κρύβω κιόλας, πως όσο λάτρεψα το χαριτωμένο φολκλόρ στο Küstendorf (δηλαδή στο «χωριό του Εμίρ Κουστουρίτσα για το οποίο σας έχω γράψει τις εντυπώσεις μου εδώ), τόσο αποστασιοποιήθηκα στο Andrićgrad, μετά από αρκετές βόλτες. Κάθισα λοιπόν με την ησυχία μου στο Cafe Goya, που σίγουρα μου άρεσε πολύ, προσπαθώντας ν’ αποφύγω τους σωματοφύλακες που συνωστίζονταν εκεί γύρω, μιας κι επίσημοι απ’ την κυβέρνηση είχαν μόλις φτάσει στη Σερβική Πρεσβεία κι ύστερα επέστρεψα στο Višegrad. Παρά το ότι με αγγίζει πολύ η ενωτική (ας την χαρακτηρίσω έτσι) φιλοσοφία του Kusturica, οι λόγοι δημιουργίας αυτού του μέρους δηλαδή όπου έγινε προσπάθεια να συνδυαστούν στυλ διαφορετικών εποχών, για τα δικά μου γούστα είναι πολύ τουριστικό . Δεν λέει τίποτα όμως αυτό. Εσείς να πάτε, αν έχετε την ευκαιρία (δείτε εδώ κι άλλες φωτογραφίες). Γιατί καλύτερα γενικώς, είναι να ‘χει ο καθένας μας δική του γνώμη.

Andrićgrad, Η ορθόδοξη Εκκλησία, Δεκέμβρης 2019 (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Κλείνοντας την ανάρτηση πάντως, θα σας εξομολογηθώ ότι φεύγοντας απ’ το Višegrad τον περασμένο Δεκέμβρη, με θυμάμαι να περνάω έξω απ’ το Πολιτιστικό Κέντρο, (όπου στεγάζεται η Βιβλιοθήκη «Ivo Andric» η οποία διαθέτει περισσότερα από 40.000 βιβλία, εκτίθενται έργα τέχνης στην τοπική Πινακοθήκη, γίνονται ποικίλες εκδηλώσεις) και να παρατηρώ το παλιό, αποσυρμένο τρένο. Καθώς έβλεπα με την άκρη του ματιού μου την φωτεινή επιγραφή «Ι love Visegrad» ν’ αναβοσβήνει, μοιραία αναρωτήθηκα αν θα με φέρει ξανά ο δρόμος, στα ίδια μέρη. –

Višegrad , Η θέα της πόλης από μακριά κι ο ποταμός Δρίνος, Ιούλιος του 2018 (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

*Όλες οι φωτογραφίες τραβήχτηκαν από μένα το 2018 και το 2019 κι έχουν ανέβει ήδη στους προσωπικούς λογαριασμούς που διατηρώ σε flickr και instagram, αντίστοιχα.

ΠΗΓΕΣ:

-https://visegradturizam.com/ci/atrakcije/spomen-ucionica-ive-andrica/

-http://www.atrium-see.eu/index.php?option=com_k2&view=item&id=171:cultural-center-in-visegrad&Itemid=157

-https://www.andricgrad.com/

-http://www.andricevinstitut.org/

-https://www.theguardian.com/world/2012/oct/11/serb-director-emir-kusturica-visegrad-andricgrad

-http://thesrpskatimes.com/andricgrad-the-clash-of-cultures-at-the-bridge-in-visegrad-photo-video/

«Συναντήσεις» με τον Τέσλα

Užice (φωτογραφία Νο 1: προσωπικό αρχείο)

Ταξιδεύοντας στη Σερβία (και γενικότερα στις πρώην Γιουγκοσλαβικές χώρες) η αλήθεια είναι ότι δεν είναι και τόσο απίθανο να βρεθεί κανείς μπροστά σε κάποια προτομή του Τέσλα. Αλίμονο άλλωστε αν δεν τον τιμούσαν εκεί όπου και γεννήθηκε. Αλλά τον Δεκέμβριο που μόλις πέρασε, συνειδητοποίησα την έκταση του “φαινομένου”, ταξιδεύοντας στη Δυτική κυρίως Σερβία, κοντά στα σύνορα επομένως με τη Βοσνία, σ’ ένα συγκεκριμένο δηλαδή, κομμάτι της χώρας.

Beograd (φωτογραφία Νο 2: προσωπικό αρχείο)

Γι’ αυτό σκέφτηκα να κάνω αυτή την φωτογραφική ας πούμε, ανάρτηση, σήμερα που είναι κι η επέτειος του θανάτου του (πέθανε στη Νέα Υόρκη, το 1943) και θα τη συμπληρώσω μ’ όσες πληροφορίες από άλλες γειτονικές χώρες, θυμάμαι. Για τον Τέσλα δε νομίζω πως χρειάζεται να σας γράψω τώρα κάτι. Γνωρίζουμε πια το έργο του, θεωρώ, στην Ελλάδα και σ’ αυτό συνέβαλαν οπωσδήποτε και τα βιβλία του Γιώργου Στάμκου. Εδώ πάντως υπάρχει μια σχετική ανάρτηση που μπορείτε να συμβουλευτείτε, αν θέλετε να μάθετε περισσότερα ή αν οι πληροφορίες στο μυαλό σας είναι αποσπασματικές.

Küstendorf (φωτογραφία Νο 3: προσωπικό αρχείο)

Στο Βελιγράδι, το 2018, είχα ήδη τραβήξει μεταξύ άλλων τη φωτογραφία No 2 που βλέπετε παραπάνω, στο Μουσείο που είναι αφιερωμένο σε κείνον. Αυτή τη φορά πάντως, η πρώτη μας “συνάντηση” (αν εξαιρέσω τα χαρτονομίσματα των 100 δηναρίων που έχουν τη μορφή του), έγινε στο χωριό Κούστεντορφ (η σχετική ανάρτηση για το Küstendorf , είναι αυτή) του Εμίρ Κουστουρίτσα, όπου φυσικά και υπάρχει η οδός Νίκολα Τέσλα (φωτογραφία Νο 3).

Užice (φωτογραφία Νο 4: προσωπικό αρχείο)

Η δεύτερη, ήταν στην πόλη Ούζιτσε (Užice), έξω απ’ το υδροηλεκτρικό εργοστάσιο της περιοχής (φωτογραφία Νο 7), το πρώτο μάλιστα στη Σερβία, που κατασκευάστηκε με τις αρχές του Τέσλα για το εναλλασσόμενο ρεύμα. Πρόκειται για ένα πολύ όμορφο σημείο για βόλτα, απόλυτα προσβάσιμο ακόμη και σε άτομα με ειδικές ανάγκες, μιας και ο γυάλινος ανελκυστήρας του (φωτογραφία Νο 1) κατεβάζει τους επισκέπτες ως τις όχθες του ποταμού ή τους ανεβάζει αντίστοιχα στη γέφυρα απ’ όπου έχει κάποια/ος/ο τη δυνατότητα να δει μια πανοραμική άποψη της πόλης στη σκιά του τοπικού κάστρου και βέβαια την προτομή του Τέσλα απ’ την άλλη πλευρά (φωτογραφία Νο 4), έξω απ’ το εργοστάσιο που λειτουργεί ακόμη.

Višegrad (φωτογραφία Νο 5: προσωπικό αρχείο)

Η τρίτη ήταν στο έδαφος της Βοσνίας, δηλαδή στο Βίσεγκραντ (γνωστό μας απ’ το λογοτεχνικό έργο “Το γεφύρι του Δρίνου) έξω από ένα σχολείο (φωτογραφία Νο 5) καθόλου τυχαίο, αλλά άλλη φορά θα τα πούμε αυτά κι η τέταρτη στο Άντριτσγκραντ (φωτογραφία Νο 6), στην πόλη δηλαδή που είναι αφιερωμένη στον Ίβο Άντριτς που σχεδίασε ναι, πάλι, ο Εμίρ Κουστουρίτσα. Εφοσον έχει βραβευτεί για το σχεδιασμό του Κούστεντορφ, καλά κάνει κι αξιοποιεί κι αυτό το ταλέντο του.

Andrićgrad (φωτογραφία Νο 6: προσωπικό αρχείο)

Θα σας γράψω και για τις δύο πόλεις, κάποια στιγμή, ελπίζω σύντομα, μερικά πράγματα. Για την ώρα πάντως κρατήστε στο μυαλό σας ότι Βίσεγκραντ (Višegrad) και Άντριτσγκραντ (Andrićgrad), απέχουν μόλις μερικά ..λεπτά μεταξύ τους. Μπαίνοντας στο πρώτο, παίρνεις ένα μικρό δρόμο κι αμέσως φτάνεις στο δεύτερο. Τόσο απλά.

Užice (φωτογραφία Νο 1: προσωπικό αρχείο)

Για να επιστρέψω όμως στον Τέσλα και να κλείσω την ανάρτηση αυτή, θ’ αναφέρω πως πέρυσι το καλοκαίρι στην Κροατία, πέρασα πολύ κοντά από το Posedarje, αλλά δεν είχα τα χρονικά περιθώρια να επισκεφτώ τη γενέτειρά του. Που ξέρετε όμως; Μπορεί στο μέλλον. Κάτι μου λέει, πως θα τον “συναντήσω” κι άλλες φορές ακόμη.-

.

.

.

*Όλες οι φωτογραφίες τραβήχτηκαν από μένα κι έχουν ανέβει στους προσωπικούς μου λογαριασμούς σε instagram και flickr.

Στο πολύχρωμο χωριό του Εμίρ Κουστουρίτσα

Küstendorf – Η πλατεία Νίκολα Τέσλα και στο βάθος η εκκλησία του Αγίου Σάββα (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Για να σας πάρω μαζί μου σήμερα, να επισκεφτούμε το χωριό του Κούστα, δηλαδή του Εμίρ Κουστουρίτσα, σκεφτείτε μόνο για λίγο, πως ξυπνάτε κάπου εκεί κοντά κι είναι η πρώτη νύχτα απ’ όταν φτάσατε στη Δυτική Σερβία που το πυκνό χιόνι έχει καλύψει σχεδόν τα πάντα. Αυτό συνέβη πραγματικά στη δική μου περίπτωση κι η αλήθεια είναι πως όταν χιονίζει στην Ελλάδα, σε πολλές περιοχές αυτό αντιμετωπίζεται σαν τόσο εξαιρετική κατάσταση (μιας και δεν είμαστε συνηθισμέν@ σε τετοια) που καλό είναι να μη βγεις απ’ το σπίτι σου. Το ίδιο σκέφτηκα κι εγώ λοιπόν. Ότι χάθηκε μάλλον η ευκαιρία αυτής της επίσκεψης και δεν μ’ άρεσε καθόλου η ιδέα.

Küstendorf – Η περιοχή κάτω απ’ την εκκλησία απ’ όπου περνάει η οδός Φ. Φελίνι (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Το διαθέσιμο αυτοκίνητο ήταν επιπλέον σχεδόν μη ορατό απ’ το χιόνι, όπως κι όλα τ’ άλλα εκεί γύρω, πράγμα που έκανε πιο αποτρεπτικό το εγχείρημα, αλλά βλέποντας με την παρέα μου από ένα μικρό ύψωμα πως φαινόταν να καθαρίζει το τοπίο σε πιο χαμηλό υψόμετρο από ‘κει που βρισκόμασταν, το τολμήσαμε. Εννοείται ότι τα εκχιονιστικά είχαν πιάσει δουλειά προφανώς απ’ τα χαράματα κι είχαν ρίξει ψιλό χαλίκι παντού, με αποτέλεσμα αν και το ύψος του χιονιού έφτανε και ξεπερνούσε κατά πολύ τους 30 πόντους, οι δρόμοι να είναι τόσο καθαροί ώστε να μην χρειαστεί καν να βάλουμε αλυσίδες στα λάστιχα.





Küstendorf – Κι ο Ντιέγκο Μαραντόνα τιμάται εδώ (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Είκοσι χιλιόμετρα και κάτι πιο κάτω λοιπόν απ’ τα 1200 μέτρα όπου και βρισκόμασταν εμείς, κοντά στα σύνορα με τη Βοσνία, βρήκαμε την πινακίδα που οδηγούσε στο χωριό του Κουστουρίτσα που οι ντόπιοι ονομάζουν Κούστεντορφ (Küstendorf). Λέγεται ότι η ονομασία βγαίνει απ’ το συνδυασμό του χαϊδευτικού του επιθέτου του (Kusta απ’ το Kusturica) και της γερμανικής λέξης «dorf» που σημαίνει χωριό. Στα γερμανικά πάντως η λέξη σημαίνει «παραθαλάσσιο χωριό», πράγμα που μοιάζει αστείο, έτσι όπως το βλέπετε περιτριγυρισμένο από βουνά. Τη δική του πόλη την έχασε στον πόλεμο, κι ήθελε να φτιάξει ένα άλλο μέρος να του τη θυμίζει όπως εξήγησε ήδη απ’ το 2004:

I lost my city [Sarajevo] during the war, now this is my home. I am finished with cities. I spent four years in New York, 10 in Paris, and I was in Belgrade for a while. To me now they are just airports. Cities are humiliating places to live, particularly in this part of the world (…)That is why I wished to build my own village. It bears a German name : Küstendorf. I will organize seminars there, for people who want to learn how to make cinema, concerts, ceramics, painting. It is the place where I will live and where some people will be able to come from time to time. There will be of course some other inhabitants who will work. I dream of an open place with cultural diversity which sets up against globalization…

Küstendorf – Στον πίνακα μια σκηνή απ’ την ταινία «Η ζωή είναι ένα θαύμα»(φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Το ξύλινο αυτό παραδοσιακό χωριό με τα έντονα χρώματα στις πόρτες και τα παράθυρα, χτίστηκε εκείνη τη χρονιά (2004) λοιπόν, κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας «Η ζωή είναι ένα θαύμα» (Život je čudo/ Живот је чудо), γι’ αυτό απεικονίζεται κι η σκηνή με το ζευγάρι στο ιπτάμενο κρεβάτι στη φωτογραφία που βλέπετε πιο πάνω. Ο βραβευμένος σκηνοθέτης πρόσεξε τον ηλιόλουστο λόφο στη Mokra Gora κι αποφάσισε να τον αξιοποιήσει. Η πινακίδα βέβαια το αναγράφει ως Mećavnik (που σημαίνει χιονοθύελλα) κι επίσης λέγεται Drvengrad (ξύλινο χωριό) και Sharingrad (πολύχρωμο χωριό).

Küstendorf – Οδός Τσε Γκεβάρα (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Η είσοδος κοστίζει 5 ευρώ κατ’ άτομο και συναντήσαμε εκεί εκτός από λίγους ντόπιους επισκέπτες και κάποιες κοπέλες, τουρίστριες, απ’ την Κίνα. Προφανώς η φήμη του άξιου σκηνοθέτη και του χώρου αυτού έχει φτάσει πολύ μακριά. Το ξύλινο χωριό δεν ήταν χιονισμένο, αλλά η μουντή ατμόσφαιρα και το ψιλόβροχo με δυσκόλεψαν λίγο ομολογώ στις φωτογραφίες. Μικρό το “κακό” σαφώς, όμως έχει ένα νόημα να το αναφέρω. Φωτογράφισα αρκετά σημεία πάντως, όσο στο νου έπαιζαν σκηνές απ’ τις ταινίες του Κουστουρίτσα κι άκουγα γνωστές μελωδίες. Όπως θα δείτε κι εσείς οι μικροί δρόμοι του φέρουν τα ονόματα προσωπικοτήτων που θαυμάζει ο Κουστουρίτσα κι έχουν ιδιαίτερη σημασία για κείνον. Η πρώτη οδός ονομάζεται Οδός Ίβο Άντριτς και πολύ κοντά βρίσκεται η Οδός Νίκολα Τέσλα, Τσε Γκεβάρα, Νικίτα Μιχάλκοφ, αλλά κι αυτή που είναι αφιερωμένη στο Ντιέγκο Μαραντόνα (η σχετική ταινία για ‘κεινον, εδώ).

Küstendorf -Οδός Ίβο Άντριτς (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Σε ορισμένα σημεία ολόκληροι τοίχοι φέρουν εικόνες (γκράφιτι) όπως π.χ. του Νικίτα Μιχάλκοφ, και η διακόσμηση τη στιγμή που πήγαμε εμείς ήταν Χριστουγεννιάτικη. Γιατί μπορεί ο Κουστουρίτσα να γεννήθηκε στη Βοσνία, στο Σεράγεβο, αλλά αποφάσισε το 2005 να βαφτιστεί χριστιανός. Πήρε λοιπόν το όνομα Nemanja Kusturica (Немања Кустурица) στο Μοναστήρι της Savina κοντά στο Herceg Novi, στο Μαυροβούνιο. Κι έτσι υπάρχει στο κέντρο του χωριού του ορθόδοξη Εκκλησία, αυτή του Αγίου Σάββα. Το πρότυπό του άλλωστε, για ολόκληρο αυτό το χώρο, αποτέλεσε το Σερβικό Μοναστήρι της Μονής Χιλανδαρίου που βρίσκεται στη Χερσόνησο του Άθω. Οι Σέρβοι Χριστούγεννα γιορτάζουν βέβαια στις 7 Ιανουαρίου, αλλά στολίζουν κι εκείνοι πολύ νωρίτερα, όπως κι εμείς. Το σκεπτικό του Κουστουρίτσα πάντως, σχετικά με την αλλαγή θρησκεύματος είναι αυτό:

My father was an atheist and he always described himself as a Serb. OK, maybe we were Muslim for 250 years, but we were Orthodox before that and deep down we were always Serbs, religion cannot change that. We only became Muslims to survive the Turks.

Küstendorf – Η εκκλησία του Αγίου Σάββα (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Το χωριό, ίσως να το γνωρίζετε ότι φιλοξενεί το ομότιτλο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου και Μουσικής (σε λίγες μέρες μάλιστα, δηλαδή στις 13 Ιανουαρίου αρχίζει το 13ο της ιστορίας του) και διαθέτει επίσης βιβλιοθήκη (Ivo Andrić Library), θέατρο, αμφιθέατρα, γκαλερί, γήπεδο τένις, θερμαινόμενη πισίνα, ζαχαροπλαστείο, «φυλακή» κ.α. Δεν επιτρέπονται εδώ χημικά επεξεργασμένα προϊόντα ή προϊόντα πολυεθνικών εταιρειών. Τα λαχανικά που καλλιεργούνται στην περιοχή και τα γαλακτοκομικά προϊόντα απ’ τις περίπου 20 αγελάδες που διαθέτει το χωριό, χρησιμοποιούνται στα εστιατόριά του, οπότε ποιος ο λόγος; Περισσότερα μπορείτε να μάθετε εξερευνώντας τους συνδέσμους ή και διαβάζοντας αυτό το βιβλίο, κι όταν θα πάτε, θα δείτε κι άλλα. Ως συνήθως δεν εξάντλησα το θέμα φωτογραφικά…

Küstendorf (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Πηγές:

-http://mecavnik.info/

-http://kustu.com/wiki/doku.php?id=en:kuestendorf

-http://kustu.com/w2/en:life_is_a_miracle

-http://www.kustendorf-filmandmusicfestival.org/2020/

-https://www.theguardian.com/film/2005/mar/04/2

*Όλες οι φωτογραφίες τραβήχτηκαν από μένα κι έχουν ανέβει στους προσωπικούς μου λογαριασμούς, σε instagram και flickr.

“Άγνωστη Σερβία”: Παρουσίαση του βιβλίου του Γιώργου Στάμκου και της Μίλιτσα Κοσάνοβιτς

Σ’ ένα απ’ τα ράφια του σπιτιού μου υπάρχει εδώ και πολλά χρόνια, ένα μπουκάλι σλίβοβιτσα μ’ ένα σκούρο καφέ ξύλινο σταυρό μέσα. Όχι αγορασμένο σαν αυτά που μπορείτε να βρείτε κι εσείς πια, αλλά δώρο μοναχών ορθόδοξης Σέβρικης εκκλησίας απ’ την περιοχή Štrpce του Κοσόβου. Ένα μπουκάλι με ..«αγιασμένο» ρακί από δαμάσκηνα δηλαδή, δικής τους παραγωγής, σαν παλιό χρέος που περιμένει υπομονετικά την εξόφλησή του. Δεν ανοίχτηκε ποτέ κι η στάθμη του κατεβαίνει όσο περνάει ο καιρός, αλλά οι ιστορίες που πρέπει να ειπωθούν γύρω απ’ αυτό όλο και πληθαίνουν.

Το σκεφτόμουν πέρυσι το καλοκαίρι στο Novi Sad καθισμένη στις όχθες του Δούναβη κοντά στην βομβαρδισμένη γέφυρα κοιτώντας προς το επιβλητικό κάστρο Petrovaradin. Το σκεφτόμουν όταν συναντήθηκα με μια ηλικιωμένη κυρία στο φρούριο Kalemegdan στο Βελιγράδι, αλλά και βλέποντας στο ίντερνετ πολλά επεισόδια απ’ το Balkan Express επιστρέφοντας στην Ελλάδα.

Κι επειδή τα χρέη πρέπει να εξοφλούνται κι εγώ ήδη γράφω κάνοντας παράλληλα την έρευνά μου για όλ’ αυτά τα μέρη, συμβουλευόμενη μεταξύ άλλων και το βιβλίο του Γιώργου Στάμκου και της Μίλιτσα Κοσάνοβιτς με τίτλο “Άγνωστη Σερβία” βρήκα καλή την ιδέα να σας το παρουσιάσω σήμερα.

Εκεί λοιπόν, στα κείμενα του Γιώργου Στάμκου γι’ αυτή τη χώρα που ζει τη δική της (Βαλκανική) «Άνοιξη» μέσα από διάφορες κινητοποιήσεις, αναφέρεται κι η φράση “ποίημα ανάμεσα στις δαμασκηνιές” που τόσο μου άρεσε. Δεν τις είδα ν’ ανθίζουν, αλλά τις φαντάστηκα μέσα από περιγραφές συγγραφέων σαν εκείνες του Ίβο Άντριτς. Είδα πολλά λουλούδια όμως κι ακόμη περισσότερα ηλιοτρόπια διασχίζοντας τη χώρα απ’ τη Niš ως το Βελιγράδι κι από ‘κει ως τα βόρεια σύνορά της. Και περπάτησα στις πόλεις της με τη ζωντανή κι άγρια ιστορία τους, όσο περισσότερο μπόρεσα.

Γι’ αυτή την ιστορία και για όσα δεν κατάφερα να δω εγώ, διάλεξα αυτό το βιβλίο. Για να ταξιδέψω κι άλλο μαζί του, νοερά τώρα πια μέχρι να ξαναβρεθώ σ’ αυτά τα μέρη και να γνωρίσω αυτό το λαό με τις τόσο ενδιαφέρουσες παραδόσεις του και τις διαφορετικές πεποιθήσεις του μέσα απ’ τις λέξεις δυο ανθρώπων που τον ξέρουν πολύ καλά. Ο Γιώργος Στάμκος γυρίζει τα Βαλκάνια σχεδόν τρεις δεκαετίες τώρα κι η Μίλιτσα Κοσάνοβιτς είναι γεννημένη στην Κροατία από Σέρβους γονείς. Μπορείτε να σκεφτείτε καλύτερους ξεναγούς;

Μ’ αρέσει άλλωστε να κοντράρομαι με τον ορθολογισμό μου κι ίσως γι’ αυτό αν και τόσο σκεπτικίστρια ως άνθρωπος, κατά καιρούς στα μυθιστορήματά μου να υπάρχουν και κάποια μεταφυσικά στοιχεία, να «περνάει» δηλαδή το μαγικό και το ανεξήγητο. Σέβομαι βαθιά τις διαφορετικές απ’ τις δικές μου απόψεις, προσωπικά δεν κατάφερα να νιώσω ποτέ την ενέργεια ορισμένων τόπων όσο δέος κι αν μου προκαλεί η φύση, αλλά πιστεύω πως σίγουρα πίσω απ’ τους μύθους και τα μυστήρια υπάρχουν αλήθειες που αξίζει να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε. Κι αν δεν βρίσκουμε την εξήγησή τους πάντα δε χάθηκε ο κόσμος. H φαντασία να ταξιδεύει…

Σας έγραφα μάλιστα στην ανάρτηση για το Μουσείο Νίκολα Τέσλα, πως αν δεν κατανοήσουμε το περιβάλλον απ’ το οποίο εκείνος προήλθε δεν θα μπορέσουμε και να τον “κρίνουμε” σωστά. Και το βιβλίο συμβάλλει και σ’ αυτό κι έτσι κατά τη γνώμη μου συμπληρώνεται σιγά-σιγά η μεγαλύτερη εικόνα. Μπαίνουν κάποια κομμάτια του παζλ στη θέση τους.

Στα κεφάλαια λοιπόν που έχει επιμεληθεί ο Γιώργος Στάμκος μαθαίνουμε για την ιστορία αλλά και για την πολύ ενδιαφέρουσα μυθολογία της περιοχής. Κατανοούμε την γεωπολιτική σημασία της Σερβίας και τον ρόλο που παίζει το Κόσοβο ως τόπος μνήμης και όχι μόνο, ακόμη και σήμερα φυσικά. Ξεκαθαρίζονται έτσι αρκετά τα στρατηγικά παιχνίδια που εξακολουθούν να παίζονται στα Βαλκάνια με τη Ρωσία αλλά και με την Αμερική.

Αλλά περιπλανιόμαστε μαζί του και σε χωριά της ενδοχώρας, γνωρίζοντας μέσα απ’ τις λέξεις του τις παραδοσιακές ασχολίες των κατοίκων τους και μαθαίνοντας τις συνήθειές τους. Βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα την αναφορά του στην τεχνητή λίμνη Vlasina και στα “πλωτά νησιά” της, όπως άλλωστε κι όσα γράφει η Μίλιτσα Κοσάνοβιτς για την υπόγεια τοπιογραφία του Βελιγραδίου.

Έμαθα περισσότερα για το γνωστό Φεστιβάλ της Guca από κείνον και για το παράξενο χωριό του Εμίρ Κουστουρίτσα. Κι από κείνη πολλά για την εναλλακτικές θεραπείες (πολύ σημαντική η σύνδεση που κάνει με τους πολέμους, το εμπάργκο και τον οικονομικό παράγοντα) και για την παγανιστική Σερβία.

Μου άρεσε ακόμη που γράφοντας για τη δική της νοσταλγία είχε την ευαισθησία ν’ αναρωτηθεί «Τι να λείπει άραγε στους Αφρικανούς μετανάστες που καθημερινά προσπαθούν να επιβιώσουν ως μικροπωλητές;» και που εξήγησε στο ίδιο κεφάλαιο: «θα έλεγα ότι ζούμε στην εποχή της νοσταλγίας, γιατί ζούμε στην εποχή των μεταναστών και των προσφύγων, γιατί είμαστε μετανάστες οι ίδιοι ή τους συναντούμε συνεχώς, γιατί έχουν έρθει στη γειτονιά μας, στη χώρα μας..

Η εποχή της νοσταλγίας λοιπόν… Και για την Yugo-nostalgia γράφει πολλά ο Γιώργος Στάμκος. Έτσι εκτός απ’ τη Σερβία, μαθαίνετε και για τη Βοσνία (με μεγάλο ενδιαφέρον διάβασα όσα αφορούν τον Ίβο Άντριτς και την πόλη που νιώσαμε δική μας μέσα απ’ το βιβλίο του «Το γεφύρι του Δρίνου»), αλλά και για το Μαυροβούνιο, αφού και σ’ αυτές τις περιοχές ζουν Σέρβοι. Κι όχι μόνο. Θα καταλάβετε όταν το διαβάσετε τι εννοώ.

Οι πληροφορίες τους είναι διασταυρωμένες, αν κάτι δεν το έχουν εξακριβώσει οι ίδιοι αναφέρουν τίμια την πηγή τους (το μέτρησα αυτό) και παραθέτουν στο τέλος σχετική βιβλιογραφία. Σας προσφέρουν δηλαδή κάτι περισσότερο απ’ αυτό που υπόσχονται. Εγώ τουλάχιστον αυτό το εισέπραξα και το ομολογώ.

Γενικά είναι ένα βιβλίο που αξίζει να διαβάσετε είτε βρεθήκατε ποτέ σ’ αυτές τις χώρες, είτε πρόκειται να πάτε ή απλώς επειδή σας αρέσει να μαθαίνετε. Γιατί τις πληροφορίες του δεν θα τις βρείτε εύκολα στους τουριστικούς οδηγούς ή μέσω των γνωστών μηχανών αναζήτησης.

Όσες, όσοι είμαστε ταξιδιώτες άλλωστε δεν μένουμε ποτέ στην επιφάνεια και δεν μας αφορούν τα τετριμμένα. Ψάχνουμε το κάτι διαφορετικό, άσχετα απ’ το αν θα το ενστερνιστούμε ή θα το απορρίψουμε. Σημασία έχει πρώτα να το γνωρίσουμε. Και το βιβλίο αυτό εμένα μου έμαθε όσα ίσως θα μου έλεγαν οι ντόπιοι αν είχα ζήσει μαζί τους κάμποσες μέρες και νύχτες, σε σπίτια με αναμμένο τζάκι και καλή σλίβοβιτσα. Κι αυτό τα λέει όλα. –

.

*Η φωτογραφία του βιβλίου είναι από εδώ απ’ όπου μπορείτε να μάθετε περισσότερες πληροφορίες καθώς και το πώς μπορείτε να το προμηθευτείτε.

.

.