To Τσεκούρι ή Εν λευκώ

Είναι νύχτα, μια απ’ αυτές τις όμορφες ξάστερες νύχτες, που η δροσιά τους σου καθαρίζει το μυαλό κι εμείς, μια μικρή παρέα φίλων, την εκμεταλλευόμαστε απολαμβάνοντας ένα ποτό στην Καστέλλα. Ένας απ’ τους φίλους μου, έχει φέρει να μου επιστρέψει κάποιο dvd που του δάνεισα και δεν είναι άλλο απ’ «Το Τσεκούρι» του Κώστα Γαβρά. «Le couperet», όπως είναι ο πρωτότυπος τίτλος, για όσους γνωρίζουν γαλλικά. Μοιραία  λοιπόν, αρχίζουμε να συζητάμε για την ταινία. Επειδή όμως κάποιοι απο σας, ίσως δεν την έχετε δει, πρέπει να σας πω με λίγα λόγια την υπόθεση, που βασίζεται σε γνωστό αμερικανικό βιβλίο, ώστε να καταλάβετε περί τίνος πρόκειται.

Πρωταγωνιστής της λοιπόν, είναι  ο Μπρουνό, ο οποίος εργαζόταν ως ανώτερο στέλεχος σε μια χαρτοβιομηχανία, η έδρα της οποίας όμως μεταφέρθηκε στη Ρουμανία, με αποτέλεσμα εκείνος να παραμείνει άνεργος για δυόμιση χρόνια. Καθώς  ο καιρός περνά και βλέπει τα οικονομικά του προβλήματα να γιγαντώνονται και να έχουν αντίκτυπο στην οικογενειακή του ζωή, αποφασίζει να δράσει . Καταλήγει λοιπόν, στο ότι δεν υπάρχει άλλη λύση απ’ το να σκοτώσει ένα ανώτερο διευθυντικό στέλεχος ανταγωνιστικής εταιρείας , ώστε να μπορέσει ακολούθως να διεκδικήσει τη θέση του. Για κακή του τύχη, την ίδια θέση επιβουλεύονται κι έτεροι άνεργοι που έχουν ανάλογα προσόντα με τον Μπρουνό κι έτσι, οδηγημένος σε αδιέξοδο, αρχίζει να τους σκοτώνει έναν-έναν, ώστε μόνο εκείνος τελικά να μπορεί να προσληφθεί στην εν λόγω θέση.

Δεν θα σας γράψω τι γίνεται στο τέλος, όχι μόνο γιατί θα άξιζε να το δείτε μόνοι σας, αλλά κι επειδή εδώ το θέμα μας, δεν είναι η ανάλυση της ταινίας ή το μαύρο χιούμορ της ή οι στόχοι του κυρίου Γαβρά, τον οποίο παρεμπιπτόντως θαυμάζω, αλλά η ίδια η ανεργία σαν κατάσταση. Δεν απέχει πολύ μου φαίνεται η εποχή που κάποιος θα σκοτώνει για μια θέση. Ήδη ζούμε σε καιρούς που οι περισσότεροι άνθρωποι μεταχειρίζονται κυριολεκτικά οποιοδήποτε μέσο, για να προσληφθούν κάπου. Άλλος χρησιμοποιεί κάποιον γνωστό του, που ξέρει κάποιον που θα μπορούσε να μιλήσει σε κάποιον άλλο και τα λοιπά και τα λοιπά.  Άλλη χρησιμοποιεί την εμφάνιση της ή υπόσχεται πράγματα ως αντάλλαγμα αν ο σκοπός της επιτευχτεί. Άλλοι πάλι, απ’ αυτούς που ανήκουν στη λαμπρή μειοψηφεία,  πηγαίνουν εντελώς με το σταυρό στο χέρι και δεκαπέντε σελίδες βιογραφικό για να καταφέρουν τι όμως; Να δουλεύουν με σύμβαση μερικών μηνών, ανασφάλιστοι κάποιες φορές, σε θέση κατώτερη των όποιων προσόντων τους, να παίρνουν τα πολυδιαφημισμένα  700 ευρώ, να κλείνουν τα μάτια τους μπροστά σε ό,τι στραβό βλέπουν και το βράδυ να σερβίρουν ποτά σε κάποιο μπαρ, για να συμπληρώσουν το εισόδημα τους. Κι αυτό είναι μόνο η επιφάνεια.

Γιατί κάτω απ’ την επιφάνεια, η κατάσταση είναι ακόμα πιο δυσάρεστη. Επειδή ένας άνθρωπος που ζει έτσι και δουλεύει σε δύο δουλειές ή ακόμη χειρότερα συνεχίζει τις σπουδές του, δεν μπορεί να έχει προσωπική ζωή. Συχνά δεν μπορεί καν να ζήσει σε δικό του σπίτι. Δεν είναι παράξενο λοιπόν που τόσοι τριαντάρηδες ζουν ακόμα με τους γονείς τους. Ούτε είναι παράξενο που δεν διανοούνται να κάνουν οικογένεια. Για την ακρίβεια, δεν διανοούνται καν να δεθούν με οποιονδήποτε, γιατί δεν μπορούν να πάρουν την ευθύνη μιας μόνιμης σχέσης. Γιατί η μόνιμη σχέση, απαιτεί κάποια πράγματα που εκείνοι δεν διαθέτουν, όπως χρόνο, χρήματα και μέλλον. Χρόνος δεν υπάρχει, δεν μπορεί να υπάρξει όταν δουλεύεις σε δυο δουλειές ή δουλεύεις και συγχρόνως σπουδάζεις. Χρήματα για εξόδους, εκδρομές, δωράκια και τα σχετικά, εννοείται δεν υπάρχουν κι όσο για μέλλον, ποιος μπορεί να το σκεφτεί όταν το παρόν του είναι τόσο απαιτητικό; Πείθουν  λοιπόν τον εαυτό τους, πως δεν είναι τύποι για μόνιμες σχέσεις και κάνουν ότι μπορούν για να το υποστηρίξουν.  Γιατί είπαμε: ο έρωτας πλέον μετριέται με οικονομικούς όρους.

Τελευταία απ’ το Λυκαβηττό ως την ύστερη γωνιά της Αθήνας, βλέπω ζευγάρια σε παγκάκια. Πολλά ζευγάρια. Και δεν πρόκειται βέβαια,  για μαθητές λυκείου, αλλά για κοπέλες στα τριάντα κι άντρες ακόμη μεγαλύτερους. Που θα μπορούσαν σαφώς, κάπου καλύτερα να βρίσκονται εκείνη τη στιγμή, γιατί μην μου πείτε πως ξαφνικά όλη η Αθήνα ανακάλυψε τον ρομαντισμό των πάρκων, γιατί συγνώμη, δε θα το πιστέψω. Αλλά πόσο πάρκο και παγκάκι και Λυκαβηττό ν’ αντέξει πια μια σχέση; Γρήγορα επέρχεται ο κορεσμός κι ο καθένας παίρνει το δρόμο του. Αλλά τι πειράζει; Αφού είπαμε: ποιος είναι σήμερα έτοιμος για μόνιμη σχέση;

Καλώς ή κακώς είμαστε η γενιά που ζει, με όσα μάζεψαν για μας οι προηγούμενες γενιές. Αλλά το θέμα είναι πως δεν βρίσκουν όλοι κάτι απ’ τους γονείς τους. Κι εγώ δεν έχω κανένα φίλο ή φίλη, που να μπορεί να αγοράσει σπίτι, μην σας πω ούτε μηχανάκι, όσο σκληρά κι αν δουλέψει, γιατί πλέον οι μισθοί πείνας, δεν αρκούν ούτε για τα απαραίτητα. Πως να κάνει κάποιος και αποταμίευση; Πέρασαν εκείνες οι εποχές της συσσώρευσης ακινήτων και αγαθών. Και φυσικά δεν αναφέρομαι σε αλλαγές κυβερνήσεων και τα σχετικά, που ποσώς μ’ απασχολούν. Βλέπω μόνο την κατάληξη μιας μακράς διαδικασίας η οποία δυστυχώς είναι αυτή.

Κι αισθάνομαι ότι αυτή η ταινία, «Το Τσεκούρι» είναι προφητική. Πολύ προφητική. Και δεν μπορώ να ξεχαστώ κι ας είναι ωραία η βραδιά κι απ’ τα ηχεία ακούγεται εκείνο το υπέροχο τραγούδι που λέει η Μποφίλιου:

«…Αν σ’ αγαπούν να μάθουν να το λένε
κι αν δεν στο πουν να μάθεις να το κλέβεις
κι αν θες να δεις τ’ αληθινά να καίνε
πρέπει στο ύψος της φωτιάς ν’ ανέβεις…

Και σε λυπούνται που δεν το ‘χεις νιώσει
κι εσύ λυπάσαι που το ξέρεις πρώτος
και που κανείς δεν είχε λάβει γνώση
πως η σιωπή σου ήταν πάντα κρότος…

Δικαίωμα μου να ποντάρω λίγα
δικαίωμα μου να πηγαίνω πάσο
κι εκεί που λένε πως ποτέ δεν πήγα
εγώ δεν πρόλαβα να το ξεχάσω…

Κι όποιος ρωτήσει γιατί πάντα φεύγω
μ’ αυτό τον τόνο του λευκού στο βλέμμα
τους λέω μια φράση σα να υπεκφεύγω
με μια ελπίδα να ‘ναι σαν και μένα…

Τίποτα σημαντικό
ζω μονάχα εν λευκώ.
Τίποτα σημαντικό
ζω μονάχα εν λευκώ…»