Μεμονωμένο γεγονός;

..

Από χτες σκέφτομαι τι να γράψω με τη σειρά μου, για το θέμα. Γράφτηκαν τόσα, ειπώθηκαν τόσα. Τα περισσότερα σωστά. Συμφωνώ και τα ασπάζομαι. Ε και; Είναι εύκολο να επαναστατεί κανείς απ’ το blog του κι απ’ τον ωραίο του καναπέ, αλλά δεν αλλάζει έτσι ο κόσμος.

Όσο θεωρούμε πως πρέπει να κοιτάμε τη δουλειά μας και ν’ αφήνουμε τους άλλους να βγάζουν το φίδι απ’ την τρύπα, τέτοια περιστατικά θα λαμβάνουν χώρα δυστυχώς, καθημερινά. Όσο θεωρούμε πως το θέμα δεν μας αφορά, αφού άλλης γυναίκας το παιδί σκοτώθηκε κι όχι το δικό μας, θα δηλώνουμε τη φρίκη και τον αποτροπιασμό μας και θα νομίζουμε κιόλας οτι κάναμε το καθήκον μας. Όσο νομίζουμε πως δεν υπάρχει λόγος να υπερασπιστούμε τον μετανάστη που κάποιοι ποδοπατούν και βρίζουν δίπλα μας, θα ζούμε σ’ έναν τέτοιο κόσμο, που δεν υπολογίζει την αξία της ανθρώπινης ζωής.

Και θα πιστεύουμε πως ότι συνέβη ήταν ένα «μεμονωμένο γεγονός». Αλλά όταν μαζεύονται τόσα «μεμονωμένα γεγονότα», καλό είναι ν’ αναρωτιέται κανείς, αν υπάρχει κι άλλη Αλήθεια πέρα απ’ την «αλήθεια» της τηλεόρασης και την «αλήθεια» που προσπαθούν να μας πουλήσουν κάποιοι, ανεξάρτητα για ποιους λόγους.  Καλό είναι ν’ αναρωτιέται, μήπως είναι κι ο ίδιος συνυπεύθυνος. Καλό είναι να σκέφτεται, μήπως και τα δικά του χέρια είναι βαμμένα στο αίμα.

Καταλαβαίνω την οργή που υπάρχει γύρω μου. Νιώθω πως ζω σ’ ένα καζάνι που βράζει. Δεν ξέρω την κατάληξη αυτής της ιστορίας, αλλά απεχθάνομαι τις γενικεύσεις. Δεν πρέπει να είναι το ζητούμενο η τυφλή βία, που ποιος ξέρει σε τι θα μας οδηγήσει. Ελπίζω να το συνειδητοποιήσουμε όλοι αυτό, πριν να είναι πολύ αργά.

Ντρέπομαι και θλίβομαι για ότι έγινε. Εύχομαι να μην θρηνήσουμε άλλα θύματα. Αλλά αισιόδοξη δεν είμαι, όσο δεν βλέπω να παίρνουμε θέση όλοι μας. Τι άλλο χρειαζόμαστε  δηλαδή για να ταρακουνηθούμε; Πόσο αίμα θέλει πια αυτή η αρένα;

..

..

Advertisements

To Τσεκούρι ή Εν λευκώ

Είναι νύχτα, μια απ’ αυτές τις όμορφες ξάστερες νύχτες, που η δροσιά τους σου καθαρίζει το μυαλό κι εμείς, μια μικρή παρέα φίλων, την εκμεταλλευόμαστε απολαμβάνοντας ένα ποτό στην Καστέλλα. Ένας απ’ τους φίλους μου, έχει φέρει να μου επιστρέψει κάποιο dvd που του δάνεισα και δεν είναι άλλο απ’ «Το Τσεκούρι» του Κώστα Γαβρά. «Le couperet», όπως είναι ο πρωτότυπος τίτλος, για όσους γνωρίζουν γαλλικά. Μοιραία  λοιπόν, αρχίζουμε να συζητάμε για την ταινία. Επειδή όμως κάποιοι απο σας, ίσως δεν την έχετε δει, πρέπει να σας πω με λίγα λόγια την υπόθεση, που βασίζεται σε γνωστό αμερικανικό βιβλίο, ώστε να καταλάβετε περί τίνος πρόκειται.

Πρωταγωνιστής της λοιπόν, είναι  ο Μπρουνό, ο οποίος εργαζόταν ως ανώτερο στέλεχος σε μια χαρτοβιομηχανία, η έδρα της οποίας όμως μεταφέρθηκε στη Ρουμανία, με αποτέλεσμα εκείνος να παραμείνει άνεργος για δυόμιση χρόνια. Καθώς  ο καιρός περνά και βλέπει τα οικονομικά του προβλήματα να γιγαντώνονται και να έχουν αντίκτυπο στην οικογενειακή του ζωή, αποφασίζει να δράσει . Καταλήγει λοιπόν, στο ότι δεν υπάρχει άλλη λύση απ’ το να σκοτώσει ένα ανώτερο διευθυντικό στέλεχος ανταγωνιστικής εταιρείας , ώστε να μπορέσει ακολούθως να διεκδικήσει τη θέση του. Για κακή του τύχη, την ίδια θέση επιβουλεύονται κι έτεροι άνεργοι που έχουν ανάλογα προσόντα με τον Μπρουνό κι έτσι, οδηγημένος σε αδιέξοδο, αρχίζει να τους σκοτώνει έναν-έναν, ώστε μόνο εκείνος τελικά να μπορεί να προσληφθεί στην εν λόγω θέση.

Δεν θα σας γράψω τι γίνεται στο τέλος, όχι μόνο γιατί θα άξιζε να το δείτε μόνοι σας, αλλά κι επειδή εδώ το θέμα μας, δεν είναι η ανάλυση της ταινίας ή το μαύρο χιούμορ της ή οι στόχοι του κυρίου Γαβρά, τον οποίο παρεμπιπτόντως θαυμάζω, αλλά η ίδια η ανεργία σαν κατάσταση. Δεν απέχει πολύ μου φαίνεται η εποχή που κάποιος θα σκοτώνει για μια θέση. Ήδη ζούμε σε καιρούς που οι περισσότεροι άνθρωποι μεταχειρίζονται κυριολεκτικά οποιοδήποτε μέσο, για να προσληφθούν κάπου. Άλλος χρησιμοποιεί κάποιον γνωστό του, που ξέρει κάποιον που θα μπορούσε να μιλήσει σε κάποιον άλλο και τα λοιπά και τα λοιπά.  Άλλη χρησιμοποιεί την εμφάνιση της ή υπόσχεται πράγματα ως αντάλλαγμα αν ο σκοπός της επιτευχτεί. Άλλοι πάλι, απ’ αυτούς που ανήκουν στη λαμπρή μειοψηφεία,  πηγαίνουν εντελώς με το σταυρό στο χέρι και δεκαπέντε σελίδες βιογραφικό για να καταφέρουν τι όμως; Να δουλεύουν με σύμβαση μερικών μηνών, ανασφάλιστοι κάποιες φορές, σε θέση κατώτερη των όποιων προσόντων τους, να παίρνουν τα πολυδιαφημισμένα  700 ευρώ, να κλείνουν τα μάτια τους μπροστά σε ό,τι στραβό βλέπουν και το βράδυ να σερβίρουν ποτά σε κάποιο μπαρ, για να συμπληρώσουν το εισόδημα τους. Κι αυτό είναι μόνο η επιφάνεια.

Γιατί κάτω απ’ την επιφάνεια, η κατάσταση είναι ακόμα πιο δυσάρεστη. Επειδή ένας άνθρωπος που ζει έτσι και δουλεύει σε δύο δουλειές ή ακόμη χειρότερα συνεχίζει τις σπουδές του, δεν μπορεί να έχει προσωπική ζωή. Συχνά δεν μπορεί καν να ζήσει σε δικό του σπίτι. Δεν είναι παράξενο λοιπόν που τόσοι τριαντάρηδες ζουν ακόμα με τους γονείς τους. Ούτε είναι παράξενο που δεν διανοούνται να κάνουν οικογένεια. Για την ακρίβεια, δεν διανοούνται καν να δεθούν με οποιονδήποτε, γιατί δεν μπορούν να πάρουν την ευθύνη μιας μόνιμης σχέσης. Γιατί η μόνιμη σχέση, απαιτεί κάποια πράγματα που εκείνοι δεν διαθέτουν, όπως χρόνο, χρήματα και μέλλον. Χρόνος δεν υπάρχει, δεν μπορεί να υπάρξει όταν δουλεύεις σε δυο δουλειές ή δουλεύεις και συγχρόνως σπουδάζεις. Χρήματα για εξόδους, εκδρομές, δωράκια και τα σχετικά, εννοείται δεν υπάρχουν κι όσο για μέλλον, ποιος μπορεί να το σκεφτεί όταν το παρόν του είναι τόσο απαιτητικό; Πείθουν  λοιπόν τον εαυτό τους, πως δεν είναι τύποι για μόνιμες σχέσεις και κάνουν ότι μπορούν για να το υποστηρίξουν.  Γιατί είπαμε: ο έρωτας πλέον μετριέται με οικονομικούς όρους.

Τελευταία απ’ το Λυκαβηττό ως την ύστερη γωνιά της Αθήνας, βλέπω ζευγάρια σε παγκάκια. Πολλά ζευγάρια. Και δεν πρόκειται βέβαια,  για μαθητές λυκείου, αλλά για κοπέλες στα τριάντα κι άντρες ακόμη μεγαλύτερους. Που θα μπορούσαν σαφώς, κάπου καλύτερα να βρίσκονται εκείνη τη στιγμή, γιατί μην μου πείτε πως ξαφνικά όλη η Αθήνα ανακάλυψε τον ρομαντισμό των πάρκων, γιατί συγνώμη, δε θα το πιστέψω. Αλλά πόσο πάρκο και παγκάκι και Λυκαβηττό ν’ αντέξει πια μια σχέση; Γρήγορα επέρχεται ο κορεσμός κι ο καθένας παίρνει το δρόμο του. Αλλά τι πειράζει; Αφού είπαμε: ποιος είναι σήμερα έτοιμος για μόνιμη σχέση;

Καλώς ή κακώς είμαστε η γενιά που ζει, με όσα μάζεψαν για μας οι προηγούμενες γενιές. Αλλά το θέμα είναι πως δεν βρίσκουν όλοι κάτι απ’ τους γονείς τους. Κι εγώ δεν έχω κανένα φίλο ή φίλη, που να μπορεί να αγοράσει σπίτι, μην σας πω ούτε μηχανάκι, όσο σκληρά κι αν δουλέψει, γιατί πλέον οι μισθοί πείνας, δεν αρκούν ούτε για τα απαραίτητα. Πως να κάνει κάποιος και αποταμίευση; Πέρασαν εκείνες οι εποχές της συσσώρευσης ακινήτων και αγαθών. Και φυσικά δεν αναφέρομαι σε αλλαγές κυβερνήσεων και τα σχετικά, που ποσώς μ’ απασχολούν. Βλέπω μόνο την κατάληξη μιας μακράς διαδικασίας η οποία δυστυχώς είναι αυτή.

Κι αισθάνομαι ότι αυτή η ταινία, «Το Τσεκούρι» είναι προφητική. Πολύ προφητική. Και δεν μπορώ να ξεχαστώ κι ας είναι ωραία η βραδιά κι απ’ τα ηχεία ακούγεται εκείνο το υπέροχο τραγούδι που λέει η Μποφίλιου:

«…Αν σ’ αγαπούν να μάθουν να το λένε
κι αν δεν στο πουν να μάθεις να το κλέβεις
κι αν θες να δεις τ’ αληθινά να καίνε
πρέπει στο ύψος της φωτιάς ν’ ανέβεις…

Και σε λυπούνται που δεν το ‘χεις νιώσει
κι εσύ λυπάσαι που το ξέρεις πρώτος
και που κανείς δεν είχε λάβει γνώση
πως η σιωπή σου ήταν πάντα κρότος…

Δικαίωμα μου να ποντάρω λίγα
δικαίωμα μου να πηγαίνω πάσο
κι εκεί που λένε πως ποτέ δεν πήγα
εγώ δεν πρόλαβα να το ξεχάσω…

Κι όποιος ρωτήσει γιατί πάντα φεύγω
μ’ αυτό τον τόνο του λευκού στο βλέμμα
τους λέω μια φράση σα να υπεκφεύγω
με μια ελπίδα να ‘ναι σαν και μένα…

Τίποτα σημαντικό
ζω μονάχα εν λευκώ.
Τίποτα σημαντικό
ζω μονάχα εν λευκώ…»

Οι νύχτες των δώρων

.

starry-night-1924

.

Πάντα ξενυχτούσα πολύ. Από παιδί. Ο μόνιμος καυγάς μάλιστα με τους δικούς μου, αφορούσε κυρίως αυτό το θέμα. Αλλά για μένα η νύχτα, είναι νομίζω ότι η μέρα για τους άλλους ανθρώπους. Τότε λειτουργώ καλύτερα, είναι καθαρό το μυαλό μου, μπορώ να δουλέψω, να διασκεδάσω, να ζήσω γενικώς.

Τελευταία ξενυχτάω τόσο, που τα μάτια μου δεν αντέχουν καθόλου το φως του ήλιου, ούτε καν το απόγευμα που λιγοστεύει. Κι όμως, είναι τόσο όμορφα. Γιατί 3 με 4 τα χαράματα είναι η καλύτερη ώρα για όσους αγρυπνούν. Οι περισσότεροι που διασκέδαζαν έχουν γυρίσει σπίτι τους κι όσοι είναι να πάνε το πρωί στη δουλειά, δεν έχουν φύγει ακόμα.

Βγαίνω λοιπόν και κάθομαι στο μπαλκόνι και χαζεύω τον ουρανό, απολαμβάνοντας τη σιωπή γύρω μου και την απουσία των άλλων. Πότε φυσάει, πότε μπορώ να διακρίνω μερικά άστρα, πότε περνάει εκεί ψηλά ένα αεροπλάνο και εγώ βλέπω τα φώτα του, πότε η σελήνη με πλανεύει και την παρατηρώ κάνοντας χίλιες σκέψεις.

Θυμάμαι τον εαυτό μου να δουλεύει πολύ τις νύχτες στο παρελθόν. Εκπομπές στο ραδιόφωνο (ακόμα κι όταν το πρωί έκανα και το δημοσιογραφικό δίωρο του σταθμού), γράψιμο, ξενύχτι στα club που έπαιζα μουσική…

Κι ύστερα περπάτημα στους κακοφωτισμένους δρόμους μέχρι να χαράξει και να ακούσω για χιλιοστή φορά το αγαπημένο μου τραγούδι. Οι νύχτες για μένα πάντα έφερναν δώρα. Κι ας γράφει ο Μπόρχες σ’ ένα απ’ τα χαϊκού του:

.

.

«Τι απομένει

απ’ ολόκληρη νύχτα:

ένα άρωμα»

.

.

Για μένα απομένει κάτι περισσότερο. Μόνο που δεν χωράει σε λέξεις και δεν το μοιράζομαι με άλλους. Οι νύχτες των δώρων είναι μόνο δικές μου και τις θυμάμαι μία-μία.

Ξέρω, πως κάπου στην άκρη της πόλης, σ’ άλλα μπαλκόνια, σ’ άλλες βεράντες, υπάρχουν κι άλλες άγρυπνες ψυχές, αλλά για τον καθένα το πως βιώνει μια νύχτα είναι κάτι το ξεχωριστό.

Υπάρχουν νύχτες μαύρες και νύχτες γαλανές. Νύχτες της θλίψης και νύχτες του χαμόγελου. Νύχτες που ανήκουν σ’ εραστές και νύχτες που ανήκουν σε χαμένους. Νύχτες που καίγεσαι και νύχτες που κρυώνεις.

Νύχτες της απουσίας και νύχτες για δύο. Νύχτες που σε κάνουν να πάρεις το ρίσκο και νύχτες που σε κάνουν να κλειδωθείς καλά μες το δωμάτιο. Νύχτες για εγκλήματα και νύχτες για συμπόνια.

Και κάποιες απ’ αυτές, είμαι εκεί έξω και περιμένω. Να χαράξει για να ξέρω τι κέρδισα. Ποιο ήταν το δώρο μου. Και συνήθως ξέρω…

.

.

.

.

.

Γιατί γράφω

.

.

Και οι δικές μου απαντήσεις στο ερώτημα, κάπου στο απόσπασμα που ακολουθεί βρίσκονται. Ίσως με τον καιρό να βρω κι άλλες…

«Γράφω γιατί έχω μια έμφυτη ανάγκη να γράψω.
Γράφω γιατί δεν μπορώ να κάνω μια φυσιολογική δουλειά όπως κάνουν άλλοι άνθρωποι.
Γράφω γιατί θέλω να διαβάζω βιβλία σαν αυτά που γράφω.
Γράφω γιατί είμαι θυμωμένος με τους πάντες.
Γράφω γιατί μου αρέσει να κάθομαι σε ένα δωμάτιο όλη τη μέρα γράφοντας.
Γράφω γιατί μπορώ να γευτώ την πραγματική ζωή μόνον αλλάζοντάς την.
Γράφω γιατί θέλω οι άλλοι, όλος ο κόσμος, να ξέρουν τι είδους ζωή ζήσαμε και συνεχίζουμε να ζούμε στην Ινστανμπούλ, στην Τουρκία.
Γράφω γιατί αγαπώ τη μυρωδιά του χαρτιού, του κοντυλοφόρου και του μελανιού.
Γράφω γιατί πιστεύω στην λογοτεχνία, στην τέχνη του μυθιστορήματος, περισσότερο από όσο πιστεύω σε οτιδήποτε άλλο.
Γράφω από συνήθεια, με πάθος.
Γράφω γιατί φοβάμαι μη με ξεχάσουν.
Γράφω γιατί μου αρέσει η δόξα και το ενδιαφέρον που φέρνει το γράψιμο.
Γράφω για να είμαι μόνος.
Γράφω γιατί ελπίζω να καταλάβω γιατί είμαι πολύ, πολύ θυμωμένος με τους πάντες.
Γράφω γιατί μου αρέσει να διαβάζω.
Γράφω γιατί μόλις ξεκινήσω ένα μυθιστόρημα, ένα δοκίμιο, μια σελίδα, θέλω να τα τελειώσω.
Γράφω γιατί όλοι περιμένουν από μένα να γράψω.
Γράφω γιατί έχω μια παιδιάστικη πίστη στην αθανασία των βιβλιοθηκών και στον τρόπο που τα βιβλία μου στέκονται στο ράφι.
Γράφω γιατί είναι συναρπαστικό να μετατρέπει κανείς όλες τις ομορφιές και τα πλούτη του κόσμου σε λέξεις.
Γράφω, όχι για να πω μια ιστορία, αλλά για να συνθέσω μια ιστορία.
Γράφω γιατί επιθυμώ να ξεφύγω από το σκοτεινό συναίσθημα ότι υπάρχει ένας τόπος όπου πρέπει να πάω, αλλά, σαν σε όνειρο, δεν μπορώ να φτάσω.
Γράφω γιατί δεν κατάφερα ποτέ να είμαι ευτυχισμένος.
Γράφω για να είμαι ευτυχισμένος!»

Ορχάν Παμούκ

.

.

Το «CITY» της καρδιάς μου…

Σκεφτόμουν μέρες τώρα, τι να κάνω μ’ αυτό το θέμα. Να γράψω ή να μην γράψω και αν γράψω, τι να γράψω.  Τελικά, αποφάσισα να σας καταθέσω απλώς τις σκέψεις μου. Χωρίς να τις περάσω απο φίλτρα επεξεργασίας και να τις τροποποιήσω. Συνέβη λοιπόν, να δώσω μια συνέντευξη στο «CITY» πριν λίγο καιρό. Όσοι είστε απ’ τη Θεσσαλονίκη, ξέρετε ακριβώς για ποιο περιοδικό μιλάω και δεν χρειάζεται να σας πω τίποτα περισσότερο. Για τους υπόλοιπους, θα εξηγήσω μόνο ότι πρόκειται για free press έντυπο, οδηγό πόλης και όχι μόνο, με πολύ μεγάλη κυκλοφορία στη συμπρωτεύουσα, που το διαβάζω χρόνια και λατρεύω τα editorial που υπογράφει ο Σπύρος Σαρανταένας. Γενικά η αισθητική του περιοδικού μου πάει, τα θέματα του μ’ ενδιαφέρουν και με κρατάνε δεμένη με μια ακόμα λατρεμένη πόλη: τη Θεσσαλονίκη. Ως πρώην δημοσιογράφος, δεν τα πάω καλά με τις συνεντεύξεις, γι’ αυτό θέλω να ευχαριστήσω  τον εκδότη του περιοδικού, τον κύριο Σαρανταένα,  που σκέφτηκε να προβάλλει το βιβλίο μου, αλλά και τον δημοσιογράφο Σωτήρη Ζήκο, που ανέχτηκε την ιδιοτροπία μου σχετικά με τις φωτογραφίες (αυτό θα γίνει θέμα σε άλλο post, σας το υπόσχομαι). Επειδή αισθάνομαι άβολα να σας παραθέσω εδώ την εν λόγω συνέντευξη (κοινώς θα νιώσω ψώνιο), θα βάλω απλώς ένα link και στην απίθανη περίπτωση που κάποιος ενδιαφέρεται να μάθει τι είπα, μπορεί να κάνει το γνωστό «κλικ». Κυρίως όμως, θα χαιρόμουν αν ρίχνατε μια ματιά στο «CITY» μέσω της ιστοσελίδας που θα σας προτείνω, επειδή πιστεύω ότι είναι απ’ τις εκδοτικές προσπάθειες που αξίζουν την προσοχή σας. Και πάλι ευχαριστώ τους ανθρώπους που δουλεύουν εκεί και διάλεξαν να προβάλλουν το «Βενετσιάνικο χρυσάφι»  και τους εύχομαι για πολλά πολλά χρόνια ακόμα, να έχουν την χαρά να βλέπουν το περιοδικό να κυκλοφορεί και να αυξάνει συνεχώς το αναγνωστικό του κοινό.

Περιοδικό «CITY»: http://www.cityportal.gr

Συνέντευξη:http://www.cityportal.gr/articles_det1.asp?subcat_id=124&article_id=4669