Παρουσίαση του βιβλίου: Behind the Shock Machine – The untold story of the notorious Milgram psychology experiments

.

BehindTheShockMachine_HR

.

Όσοι διαβάζετε αυτό το blog σταθερά, γνωρίζετε αρκετά πράγματα για τα πειράματα του Stanley Milgram αλλά και για τον ίδιο, απ’ τις αναρτήσεις που έχουν ανέβει εδώ τα προηγούμενα χρόνια. Δεν χρειάζεται να σας κάνω ιδιαίτερο πρόλογο για τον άνθρωπο που συγκλόνισε τον κόσμο όταν δημοσίευσε τα συμπεράσματα του απ’ αυτά τα πειράματα, που σχετίζονταν με την συμμόρφωση και την υπακοή στην εξουσία.

Αλλά κι όσοι έρχεστε εδώ για πρώτη φορά, μπορεί να ‘χετε ακούσει για κείνον σε κάποιο ντοκιμαντέρ που αφορά το Ολοκαύτωμα, να ‘χετε δει κάποια έρευνα που σχετίζεται με τις δικές του, να ‘χετε ακούσει το τραγούδι που του αφιέρωσε ο Peter Gabriel κ.ο.κ.

Δεν θα σας ξαναγράψω λοιπόν τα γεγονότα που ήδη γνωρίζετε, αλλά θα σας παρουσιάσω την οπτική της Gina Perry που έγραψε το σχετικό βιβλίο Behind the Sock Machine-The untold story of the notorious Milgram psychology experiments”.

Κατά το χρόνο της έρευνας της 140 ηχογραφήσεις ήταν στη διάθεση της για ακρόαση, ενώ πολλές άλλες θα παραμείνουν εμπιστευτικές μέχρι το 2039, σύμφωνα με το σύστημα που επικρατεί στην Αμερική (για την ταξινόμηση και τον αποχαρακτηρισμό των αρχείων). Αναφέρει πως η κάθε μία ηχογράφηση διαρκεί περίπου 50 λεπτά και διέθεσε περίπου 200 ώρες για να τις ακούσει και πολλά χρόνια συνολικά για να ερευνήσει κάθε πτυχή τους. Στο βιβλίο παραθέτει επιλεκτικά κάποια αποσπάσματα αυτών, σε σημεία που θεωρεί ότι χρειάζεται για να υποστηρίξει τα γραφόμενα της. Έχει επίσης στη διάθεση της κάποια απ’ τα πρωτότυπα έγγραφα του Milgram καθώς και ηχογραφήσεις από ορισμένες συνεδρίες του με τον Dr. Paul Errera, που έγιναν μετά τη λήξη των πειραμάτων.

Γνωρίζουμε πως τα πειράματα έδειξαν πως ένα ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό υποκειμένων, το 65%, ήταν διατεθειμένα να διοχετεύσουν ακόμα και τις υψηλότερες δόσεις ηλεκτροσόκ που αναγράφονταν στη σχετική γεννήτρια, υπακούοντας στις εντολές του πειραματιστή,  στα υποκείμενα που έπαιρναν μέρος σε υποτιθέμενο πείραμα για τη μνήμη, όταν έκαναν λάθος στην ανάκληση λέξεων. Συνέχιζαν τα ηλεκτροσόκ, ακόμη κι αν το υποκείμενο διαμαρτυρόταν ότι έχει πρόβλημα με την καρδιά του ή το άκουγαν να βγάζει κραυγές πόνου.

Το συμπέρασμα ήταν αβίαστο: οι περισσότεροι είμαστε πρόθυμοι να κάνουμε οτιδήποτε (ακόμα και κάτι που θέτει σε κίνδυνο συνανθρώπους μας, κάτι που θα θεωρούσαμε ανήθικο υπό άλλες συνθήκες), όταν μας το ζητά μια εξουσία/αυθεντία. Το ποσοστό ανέβηκε πολύ υψηλότερα μάλιστα, σε μετέπειτα πειράματα. Αυτή τουλάχιστον είναι η επίσημη εκδοχή για τα γεγονότα κι αυτή διδάσκεται ακόμη και σήμερα στα απανταχού πανεπιστημιακά ιδρύματα. Ήταν όμως έτσι;

Ας πάρουμε τα πράγματα απ’ την αρχή. Στην ανάρτηση που είχα ανεβάσει εδώ λοιπόν, επέμενα κι εγώ με τη σειρά μου να διευκρινίζω ότι δεν ήταν ένα μόνο το πείραμα αυτό («το πείραμα του Milgram» όπως αναφέρεται συνήθως), αλλά πολλά (πρόκειται δηλαδή για «τα πειράματα του Milgram») με διαφοροποιημένα σενάρια. Και το γνώριζα γιατί το ανέφερε η βιογραφία του ίδιου του ερευνητή.

Αυτό επισημαίνει και η Perry : ότι η ‘καρδιακή προσβολή’ ήταν ένα μόνο απ’ τα σενάρια των πειραμάτων, που σύμφωνα με τα στοιχεία, στο σύνολο τους ήταν 24. Άλλαζε η ιστορία, τροποποιούνταν το σενάριο, συμμετείχαν διαφορετικοί άνθρωποι σ’ αυτά. Σε κάποια σενάρια ο πειραματιστής έδινε οδηγίες απ’ το τηλέφωνο, σε άλλα μόνο όταν κάποιος δεχόταν 300 volt χτυπούσε τον τοίχο, ενώ πριν σε όλη τη διάρκεια του πειράματος ήταν ήσυχος κτλ. Σ’ αυτά τα σενάρια λοιπόν πάνω απ’ το 60% των υποκειμένων παράκουσε τον πειραματιστή. Τα ευρήματα λοιπόν ήταν αντίθετα απ’ αυτά στο σενάριο της ‘καρδιακής προσβολής’ που ήταν οπωσδήποτε,  το πιο δραματικό.

Αυτά τα πειράματα λοιπόν υποστηρίζει η συγγραφέας, είναι τόσο διάσημα όσο και παρεξηγημένα. Κι αιτιολογεί την άποψη της εξηγώντας τους λόγους αυτής της παρεξήγησης: α) ο ίδιος ο Milgram υποβάθμισε τα αντίθετα ευρήματα στις δημοσιεύσεις του, β) τα ΜΜΕ προέβαλλαν και διόγκωσαν τη φήμη αυτών των πειραμάτων και τη δική του που ως τότε ήταν ένας σχετικά άγνωστος επίκουρος καθηγητής, γ) μόλις 2 χρόνια πριν τη δημοσιοποίηση τους είχε προηγηθεί η δίκη του Adolf Eichmann και η Hannah Arendt είχε μιλήσει για την «κοινοτοπία του κακού» (απολύτως σχετική η ανάρτηση που θα βρείτε εδώ) οπότε κατά κάποιο τρόπο μια φιλοσοφική άποψη όπως τη δική της τεκμηρίωσε επιστημονικά μ’ αυτά τα πειράματα εκείνος κ.α.

Και γενικότερα, αναρωτιέται η Perry, έχουμε κατανοήσει ότι οι επιστήμονες είναι επίσης και παραμυθάδες (storytellers); Κατανοούμε πια διαισθητικά και υπάρχει πληθώρα αποδείξεων συνεχίζει, που δείχνει ότι οι επιστήμονες μπορεί να παράγουν αποτελέσματα για να υποστηρίξουν μια ιδιαίτερη πολιτική ή να προωθήσουν τις προσωπικές τους ατζέντες κι ότι οι ελπίδες ενός μεμονωμένου επιστήμονα για την έρευνα του μπορεί να διαμορφώσουν το αποτέλεσμα. Έκανε κάτι ανάλογο κι ο Milgram;

Η ίδια ανακάλυψε νέα στοιχεία, ένα κρυμμένο ως σήμερα πείραμα του (μια ακόμα πιο αμφιλεγόμενη παραλλαγή όπως υποστηρίζει), που την έκαναν να αναρωτηθεί αν όντως ο Milgram βρήκε ό,τι ισχυρίστηκε. Η αξιοπιστία του ως σήμερα είναι υψηλότατη αλλά εκείνη πιστεύει πως έχει σημασία ν’ αμφισβητούμε τις ιστορίες που μας έχουν πει.

Κι εκτός απ’ αυτό, «τι μας λένε τα ποσοστά γι’ αυτούς τους 730 ανθρώπους που πήραν μέρος στα πειράματα του Milgram το ’61 και το ’62;” αναρωτιέται η συγγραφέας. Αυτό που έχει χαθεί απ’ την ιστορία του πειράματος πιστεύει, είναι οι φωνές αυτών των ανθρώπων που συμμετείχαν και έχει μείνει μια απλοποιημένη επιστημονική αφήγηση που μας δείχνει μια ανησυχητική τάση μιας απρόσωπης ομάδας υποκειμένων για υπακοή στην εξουσία.

Και μετά τη λήξη των πειραμάτων, έμαθαν οι συμμετέχοντες την αλήθεια αμέσως, όπως πιστεύουμε; Ισχυρίστηκε ποτέ ο ίδιος ο Milgram ότι τους την είπε; Ή μήπως όχι; Και πως ένιωσαν όταν πληροφορήθηκαν εντέλει τι ερευνούσε;

Τις δικές του απαντήσεις σε κάποια απ’ αυτά τα ερωτήματα, έχει δώσει ο συγγραφέας της βιογραφίας του Milgram, Thomas Blass, με τον οποίο αξίζει να λάβετε υπόψη ότι είχε επικοινωνία επί τρία χρόνια η Perry (που ζει κι εργάζεται στην Αυστραλία). Παραδέχεται μάλιστα ότι οι αναφορές εκείνου για τις εκατοντάδες ηχογραφήσεις που υπήρχαν, την έκαναν να σκεφτεί να ερευνήσει με τη σειρά της αυτά τα πειράματα. Συναντήθηκαν και συζήτησαν για τον Milgram στην Αμερική (θα διαβάσετε τα πάντα για τη συζήτηση τους στο πρώτο κεφάλαιο) και της έχει γράψει μια εξαιρετική κριτική για το συγκεκριμένο βιβλίο.

Κι είναι ένα βιβλίο που όντως αξίζει να διαβάσει κάποιος, ένα βιβλίο που πραγματικά προσθέτει στοιχεία σε όσα γνωρίζαμε για τα πειράματα,  για τον ίδιο τον Milgram αλλά και για την Κοινωνική ψυχολογία ως επιστήμη. Όσον αφορά την ουσία των θεμάτων που εξετάζει όμως, όσο κι αν συμμερίζομαι απολύτως τα ηθικά ζητήματα που εγείρουν τέτοιου είδους έρευνες όσο κι αν αντιλαμβάνομαι πλήρως τις συνέπειες που μπορεί να έχουν σε κάποιους απ’ τους συμμετέχοντες (απ’ την πρώτη στιγμή άλλωστε υπήρξε δριμύτατη κριτική απ’ το σύνολο της επιστημονικής κοινότητας), δεν μπορώ να συμμεριστώ την εν γένει αφισβήτηση που δείχνει η συγγραφέας σε κάθε τι σχεδόν που αφορά τον Milgram (τον χαρακτηρίζει όπως και τον F. Zimbardo και άλλους σαν αυτούς cowboys of the psychological frontier κι αυτό έχω την αίσθηση πως αν μη τι άλλο δείχνει μια κάποια προκατάληψη). 

Η δική μου άποψη και πιστέψτε με διάβασα το βιβλίο με ανοιχτό μυαλό, είναι πως αυτά που μάθαμε απ’ τα πειράματα του είναι ανεκτίμητα. Όσο κι αν μπορεί κανείς να τον ψέξει για επιμέρους ζητήματα ( το πόση πίεση π.χ. άσκησαν οι πειραματιστές στους συμμετέχοντες, το ότι δεν μερίμνησε ίσως ορθά ώστε να μειώσει το άγχος των συμμετεχόντων μετέπειτα κ.α.), δεν γίνεται να μην αναγνωρίσει και τη συμβολή του στη μελέτη της συμμόρφωσης και της υπακοής. Ο χρόνος άλλωστε θεωρώ πως έδειξε ότι είχε δίκιο όσον αφορά τα συμπεράσματα του κι οι μετέπειτα σχετικές μελέτες δεν τον διέψευσαν.

Αλάθητος δεν ήταν οπωσδήποτε, αλλά η ευφυία του φαίνεται στο σύνολο του έργου του και στις πρωτότυπες μελέτες του. Κι η ενασχόληση του με τα καλλιτεχνικά (μεταξύ άλλων, ήθελε πολύ να έρθει στην Ελλάδα και να γυρίζει ταινίες κάτω απ’ το Μεσογειακό ήλιο), για μένα δείχνει ότι δεν ήταν άνθρωπος με παρωπίδες.

Εν κατακλείδι δεν μπορώ να προσυπογράψω ότι ενήργησε με ψυχρότητα όπως θέλει να πιστεύει η συγγραφέας, ούτε να υποστηρίξω (ή να μην υποστηρίξω) πως το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν η καριέρα του κι η εξέλιξη του στους πανεπιστημιακούς κύκλους. Πως άλλωστε από τη συμπεριφορά του σε ένα πείραμα, να βγάλουμε γενικά συμπεράσματα για την προσωπικότητα του; Πως θα μπορούσαμε να γνωρίζουμε τα βαθύτερα του κίνητρα;

Ακόμη κι αν ήταν ένας ψυχρός αριβίστας, αλλάζει αυτή η υποτιθέμενη παραδοχή κάτι; Διαφοροποιεί δηλαδή ριζικά την ιστορία των πειραμάτων του; Αν οι παραλείψεις του, η αμέλεια του, η  φιλοδοξία του οδήγησαν στην παραποίηση των αποτελεσμάτων, τότε και μόνο τότε, ναι. Αλλά ποιος θα μπορούσε ν’ αποφανθεί με βεβαιότητα εκ των υστέρων;  Κι αν εξεταζόταν άλλα εξίσου ‘διάσημα’ πειράματα τόσο εξονυχιστικά όσο τα δικά του, αποκλείεται να ερχόταν στην επιφάνεια άλλα τόσα παρόμοια ζητήματα (μεθοδολογίας, δεοντολογίας κτλ);

Απ’ όσα έχω πάντως διαβάσει για κείνον,  κατάλαβα πως σχολήθηκε με το πως αισθάνθηκαν οι άνθρωποι που συμμετείχαν σ’ αυτά του τα πειράματα. Το αν θα έπρεπε ν’ ασχοληθεί όμως περισσότερο ή όχι, αν ασχολήθηκε επειδή είχε όφελος να το κάνει κτλ, είναι θέματα που ο καθένας μπορεί να τα κρίνει αφού λάβει υπόψη του όλα τα γεγονότα και να βγάλει τα συμπεράσματα του. Ευτυχώς πάντως που δεν γίνονται σήμερα πια τέτοια πειράματα, γιατί ο σκοπός δεν μπορεί ν’ αγιάζει τα μέσα ούτε ν’ αθωώνει κανέναν.

Κι αν πρέπει λοιπόν υπό το φως των νέων στοιχείων που φέρνει η Perry στο φως, να ενοχοποιήσουμε κι άλλο τον Milgram για όσα έκανε κι όσα δεν έκανε κατά τη διάρκεια αυτών των πειραμάτων, να του προσάψουμε κι άλλες μομφές, δεν θα πρέπει παράλληλα να λάβουμε υπόψη και το πόσο οι ενοχές των συμμετεχόντων για τ’ αποτελέσματα διαστρέβλωσαν κι αλλοίωσαν τη μνήμη τους; Δεν θα πρέπει να είμαστε συγκρατημένοι με τις εκ των υστέρων αφηγήσεις τους και τις αξιολογικές τους κρίσεις;

Ανεξάρτητα βέβαια απ’ τη δική μου άποψη, τις μικρές μου ενστάσεις και τα ερωτήματα που θεωρώ ότι προκύπτουν, οφείλω να αναφέρω ότι το βιβλίο έχει βραβευτεί κι έχει λάβει ως επί το πλείστον διθυραμβικές κριτικές. Υπάρχουν πάντως και ηχηρές επικρίσεις.

Η συγγραφέας αναφέρει στο τέταρτο κεφάλαιο, όπου καταγράφει τη συζητησή της με μια γυναίκα που συμμετείχε τότε στην έρευνα του Milgram, πως αυτά τα πειράματα δείχνουν περισσότερα για κείνον (π.χ. το ότι ήταν Εβραίος έπαιζε ρόλο στο είδος των πειραμάτων  που διεξήγαγε), παρά για τους συμμετέχοντες σ’ αυτά. Το ίδιο δεν συμβαίνει όμως και με το δικό της βιβλίο;  Δεν ‘εκθέτει’ η γραφή της και δικές της πλευρές (όπως γίνεται πάντα άλλωστε);

Η αμφισβήτηση βεβαίως δεν βλάπτει, η κριτική χρειάζεται ενίοτε και αυτονόητο δεν είναι τίποτα. Ο δικός μου σκεπτικισμός άλλωστε δεν αφορά την απομυθοποίηση του Milgram. Λαμβάνω απεναντίας υπόψη ότι η συγγραφέας είχε και το ευγενές κίνητρο να υπερασπιστεί τρόπον τινά τους συμμετέχοντες σ’ αυτό το πείραμα. Δεν μπόρεσα να μην σκεφτώ όμως, με αφορμή όσα γράφει, πως περισσότερο απ’ το να έχουν οι άνθρωποι είδωλα, τους αρέσει το να τα γκρεμίζουν και να τα αποδομούν.

Καλή σας ανάγνωση. 

.

.

.

.

.

Παρουσίαση του βιβλίου: The man who socked the world – The Life And Legacy Of Stanley Milgram

.

.

I believe that a Pandora’s box lies just below the surface of everyday life,
so it is often worthwhile to challenge what you most take for granted. You
are often surprised at what you find..

Stanley Milgram

.

Για τον Stanley Milgram και τα πειράματα του που σόκαραν τον κόσμο, είχε γίνει λόγος σ’ αυτή την ανάρτηση. Ο Milgram όπως θα δείτε, απέδειξε σ΄αυτά τα πειράματα, πως οι περισσότεροι από εμάς, το 65% δηλαδή,  είναι πρόθυμοι να κάνουν οτιδήποτε (ακόμα και κάτι που θέτει σε κίνδυνο συνανθρώπους μας, κάτι που θα θεωρούσαμε ανήθικο υπό άλλες συνθήκες), όταν το ζητά μια εξουσία/αυθεντία. Σήμερα λοιπόν, κατά κάποιον τρόπο θα συμπληρωθεί η ιστορία αυτών των πειραμάτων, με την παρουσίαση του βιβλίου που αφορά τον Milgram και γράφτηκε το 2004,  απ’ τον Ούγγρο Thomas Blass.

Ο συγγραφέας όπως είναι αναμενόμενο, ξεκινάει το βιβλίο του αναφερόμενος στα παιδικά χρόνια του Milgram, που γεννήθηκε στο Bronx το 1933, από δύο ανατολικοευρωπαίους εβραίους μετανάστες που γνωρίστηκαν και παντρεύτηκαν στην Αμερική. Είχε μια αδερφή μεγαλύτερη απ’ αυτόν κι έναν αδερφό μικρότερο.  Φοίτησε στο δημοτικό σχολείο της Γειτονιάς χωρίς όνομα, όπως λεγόταν η γειτονιά του τότε, κι έγινε φανερό τότε ότι διέθετε ιδιαίτερη ευφυία. Εν συνεχεία παρακολούθησε το James Monroe High School, που είχε ένα ιδιαίτερο σύστημα να ξεχωρίζει τους μαθητές με υψηλό IQ κι εκείνος είχε σύμφωνα με τα στοιχεία, το υψηλότερο μεταξύ των συμμαθητών του. Αξίζει να σημειωθεί ότι ένας απ’ αυτούς, ήταν ο μετέπειτα κοινωνικός ψυχολόγος Philip Zimbardo. Για οικονομικούς κυρίως λόγους όμως και για να βρίσκεται κοντά στο σπίτι του,  δεν πήγε σε κάποιο απ’ τα ονομαστά κολλέγια, αλλά στο Queens College, όπου και σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες.

Το 1953 ήταν ξεχωριστή χρονιά για κείνον, μιας κι έκανε διακοπές στην Ευρώπη (Γαλλία, Ισπανία, Ιταλία) μ’ ένα μηχανοκίνητο ποδήλατο, ερωτεύτηκε σφοδρά μια Γαλλίδα, αλλά έζησε και το θάνατο του πατέρα του στον οποίο είχε ιδιαίτερη αδυναμία. Ο θάνατος αυτός τον επηρέασε αφάνταστα και πίστευε ότι κι εκείνος πρόωρα θα πέθαινε (παράξενη σκέψη για έναν άντρα νέο κι απόλυτα υγιή), γι’ αυτό φρόντιζε να εξασφαλίσει στο μέλλον, οικονομικά τουλάχιστον την οικογένεια του, ώστε να μην έχουν και τέτοιες έγνοιες όταν θα συνέβαινε το μοιραίο. Σύντομα κέρδισε μια σπουδαία υποτροφία και άρχισε να σπουδάζει Ψυχολογία. Γνωρίστηκε με τον Gordon Allport, που έγινε μέντορας του κι άνοιξε ο δρόμος του για το σπουδαίο Harvard.

Στο δεύτερο κεφάλαιο, περιγράφεται αρκετά αναλυτικά το πρόγραμμα των σπουδών του προαναφερόμενου πανεπιστημίου, όταν πήγε να φοιτήσει εκεί ο Milgram. Γίνεται αναφορά στους υπευθύνους των τομέων και στους στόχους των προγραμμάτων τους, στις επιδόσεις του φοιτητή τότε, Milgram καθώς και στα προβλήματα που ανέκυψαν με την υποτροφία του. Κι αυτό για να γίνει κατανοητό στον αναγνώστη, τι επηρέασε τον Milgram και τον έστρεψε στην Κοινωνική Ψυχολογία. Στο Harvard λοιπόν, γνωρίστηκε μεταξύ άλλων με τον Jerome Bruner  (που έμελε να γίνει φίλος του και σύμβουλος του σε πολλά ερευνητικά ζητήματα έκτοτε), αλλά την σημαντικότερη επιρροή του την άσκησε ο καθηγητής  Solomon Asch (γνωστός απ’ τα πειράματά του για την κοινωνική συμμόρφωση ), του οποίου και έγινε βοηθός. Τι έκανε όμως όσο δεν σπούδαζε; Απ’ ότι φαίνεται στις μαρτυρίες που συγκεντρώνει ο συγγραφέας, πολλά πράγματα. Έδειξε τότε, μια πιο εκκεντρική του πλευρά, η οποία περιγράφεται με πολλές λεπτομέρειες και φάνηκε ότι κάποιες φορές συμπεριφερόταν με αναίδεια. Ήταν όμως έτσι;

.

.

Στο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου, γίνεται λόγος για το ενδιαφέρον του Milgram σχετικά με τις πολιτιστικές διαφορές (που γεννήθηκε εν μέρει απ’ τα ταξίδια του στην Ευρώπη) και την κοινωνική συμμόρφωση. Σχεδίασε το διδακτορικό του με βάση αυτά τα θέματα, είχε ως επόπτη τον Allport και ταξίδεψε στο Όσλο, προκειμένου να πραγματοποιήσει τα ερευνητικά του σχέδια. Άρχισε να διασκεδάζει κάνοντας σκι,  έκανε τροποποιήσεις στο διδακτορικό του, συνέχισε την έρευνα του στη Γαλλία κι έφυγε από κει επιστημονικά ωριμότερος και έτοιμος για νέα πειράματα.

Όταν επέστρεψε στην Αμερική, όπως θα δείτε στο τέταρτο κεφάλαιο, βρήκε ένα όμορφο διαμέρισμα και σκόπευε να περάσει ένα ήσυχο χρόνο στο Cambridge, αλλά τα σχέδια του ανατράπηκαν όταν έλαβε μια επιστολή απ’ τον Asch, που τότε βρισκόταν στο Institute for Advanced Study στο Princeton. O Asch του πρότεινε να τον βοηθήσει στη συγγραφή ενός βιβλίου του για την κοινωνική συμμόρφωση, με δελεαστικό μισθό, προσφορά την οποία τελικά ο Milgram δέχτηκε, σκεπτόμενος ότι στο Princeton θα μπορούσε να επικεντρωθεί πιο εύκολα και στο γράψιμο της δικής του διατριβής. Δεν πήγαν όλα όμως τα υπολόγιζε ο Milgram και η σχέση του με τον Asch πέρασε από πολλά στάδια. Ενώ αντίθετα ο Αllport, του παρείχε σταθερή και μόνιμη στήριξη, σχετικά με την διατριβή του.

Όταν τελικά την ολοκλήρωσε, του έγιναν δύο διαφορετικές προτάσεις για συνεργασία: η μία από το Yale και η άλλη από το Harvard. Τελικά δέχτηκε την πρώτη θέση και ξεκίνησε να δουλεύει ως επίκουρος καθηγητής Κοινωνικής Ψυχολογίας στο Yale, με αρχικό ετησιο μισθό 6500 δολάρια. Tην απόφαση του την εξηγεί ο ίδιος σε επιστολή του προς τον Allport και μπορείτε να την διαβάσετε στο βιβλίο. Είχε ήδη αποφασίσει πως τον ενδιαφέρει να μελετήσει ερευνητικά την υπακοή στην εξουσία, μιας και ήθελε έτσι να καταλάβει και τις αιτίες του Ολοκαυτώματος κι είχε σκεφτεί και τον τρόπο που θα μπορούσε να το κάνει, όσο βρισκόταν στο Princeton. Φαίνεται σαφώς απ’ τις σημειώσεις του ότι είχε επηρεαστεί απ’ τα πειράματα του Asch, πράγμα το οποίο παραδέχεται αλλά ταυτόχρονα διαφοροποιείται κιόλας, όσον αφορά τα δικά του ενδιαφέροντα και το δικό του κέντρο βάρους.

Φυσικά, τα δύο επόμενα κεφάλαια (και μέρος του προηγούμενου), αναφέρονται στα περίφημα πειράματα του Milgram που σόκαραν τον κόσμο. Θεωρώντας ότι ήδη έχω γράψει σ’ αυτή την ανάρτηση πολλά για τα εν λόγω πειράματα (δεν ήταν ένα-υπήρχαν πολλές παραλλαγές στα σενάρια τους) κι ότι αξίζει να διαβάσετε τα υπόλοιπα κατευθείαν απ’ το βιβλίο που σήμερα παρουσιάζεται, δεν θα επεκταθώ άλλο εδώ. Θεωρώ πιο χρήσιμο να σας υπογραμίσω, εξαιτίας της κριτικής που δέχτηκαν τα πειράματα, πως τότε δεν υπήρχαν κατευθυντήριες γραμμές δεοντολογίας για τα πειράματα στα οποία μετείχαν άνθρωποι κι ότι ο ίδιος είχε τρόπον τινά ασχοληθεί μ’ αυτό το θέμα, με το ηθικό κομμάτι δηλαδή, όταν έκανε την έρευνα στο Όσλο. Ακολούθησε λοιπόν, όπως οι περισσότεροι ερευνητές έκαναν τότε, την δική του κρίση, χωρίς να του διαφεύγει όμως όπως σημείωσε ότι οι άνθρωποι στα πειράματα του θα βιώσουν ισχυρά συναισθήματα κι ότι γενικότερα, έχει ευθύνη πάντα ο ερευνητής για την ευημερία τους. Μάλιστα, ο ιστορικός της ψυχολογίας, Benjamin Harris, πιστώνει στον Milgram την πρώτη δημοσιευμένη και σε άρθρο μάλιστα, μετα-πειραματική διαδικασία κατά την οποία τα υποκείμενα ενημερώνονταν για τον σκοπό της έρευνας και καθησυχάζονταν σχετικά με την υγεία του υποτιθέμενων ‘μαθητών’ του πειράματος.

Τον Ιανουάριο του ’61, ο Milgram γνώρισε την κατά τεσσερισήμισι χρόνια μεγαλύτερη του χορεύτρια,  Alexandra (Sasha) Menkin, την οποία και παντρεύτηκε. Στο βιβλίο υπάρχει το χρονικό της γνωριμίας τους και της εξέλιξης της σχέσης τους, για όποιους από σας ενδιαφέρονται να μάθουν κι αυτές τις λεπτομέρειες. Και φυσικά μετά το γάμο του, συνέχισε το έργο του και θα διαβάσετε στο έβδομο κεφάλαιο τι επακολούθησε και πως οι πανεπιστημιακοί αντέδρασαν όταν έμαθαν τα πορίσματα του. Θα λάβετε γνώση για τα προβλήματα που είχε αρχικά με την δημοσίευση της έρευνας και τις επικρίσεις που δέχτηκε για τα ηθικά θέματα που ανέκυπταν (για τα οποία ήδη σας εξήγησα κάποια πράγματα) και τον τρόπο που τις αντιμετώπισε.

Στο όγδοο κεφάλαιο γίνεται λόγος για την επιστροφή του Milgram στο Harvard, στη θέση του επίκουρου καθηγητή του Τμήματος Κοινωνικών Σχέσεων, για τη μετακόμιση εκείνου και της συζύγου του σε νέο σπίτι στο Cambridge, για την κοινωνική τους ζωή στην ακαδημαϊκή κοινότητα καθώς και για τη γέννηση των δύο του παιδιών, της Michelle και του Marc. Ο Milgram ασχολιόταν πολύ με τα παιδιά του και σε επιστολές προς φίλους εξέφραζε την χαρά του που επιτέλους είχε γίνει πατέρας. Στο κεφάλαιο αυτό, αναφέρεται ακόμα και η ενασχόληση του με την λογοτεχνία και την ποίηση που συνεχίστηκε για όλη του τη ζωή, αν και δεν είχε μεγάλη επιτυχία ως προς τις δημοσιεύσεις. Αναλύεται επίσης η ερευνητική τεχνική του χαμένου γράμματος και οι απόψεις του για τον μικρό κόσμο,  τις οποίες επιχείρησε να ελέγξει εμπειρικά. Τέλος, μαθαίνουμε τι συνέβη και τελικά ο Milgram βρέθηκε εκτός Harvard, πως επέλεξε το CUNY για να συνεχίσει την καριέρα του και πόσο αμφιλεγόμενος θεωρούνταν στην ακαδημαϊκή κοινότητα, μέσα από μαρτυρίες τρίτων που τον γνώρισαν.

Στο ένατο κεφάλαιο, απαριθμούνται οι δραστηριότητες του Milgram στο νέο του πανεπιστήμιο και τονίζεται το ενδιαφέρον που έδειξε για την αστική ψυχολογία. Διεξήγαγε πειράματα στο μετρό της Νέας Υόρκης και πραγματοποίησε και κάποια άλλα για τους ψυχικούς, γνωστικούς χάρτες των πόλεων που διατηρεί  ο καθένας μας στο μυαλό του. Παράλληλα, μαζί με τον επιστήθιο φίλο του Paul Hollander, έγραψαν και ένα άρθρο, για την υπόθεση της Kitty Genovese (θα βρείτε λεπτομέρειες εδώ), την δολοφονία της οποίας παρακολούθησαν άπρακτοι 38 αυτόπτες μάρτυρες χωρίς κανείς να καλέσει βοήθεια. Το βιβλίο όμως αυτό, ευτυχώς, δεν είναι αγιογραφία. Πέρα απ’ το χιούμορ και την αδιαμφισβήτητη ευφυΐα του Milgram, αναφέρει και τις δυσκολίες που δημιουργούσε  στους κοντινούς του ανθρώπους, στους συνεργάτες του καθώς και στους φοιτητές του με την ιδιάζουσα προσωπικότητα του. Δεν κρύβει επίσης ο συγγραφέας την ενασχόληση του Milgram με τα ναρκωτικά (αμφεταμίνες, κοκαΐνη, μαριχουάνα) και ιδιαιτέρως με την μεσκαλίνη για την οποία είχε τρόπον τινά προτείνει ν’ αποτελέσει και θέμα επίσημης έρευνας.

.

.

Στο δέκατο κεφάλαιο, μαθαίνουμε για τη συνάντηση του Milgram με έναν μεταπτυχιακό φοιτητή, τον Harry From, με τον οποίο τελικά γύρισαν μαζί την χαμηλού προϋπολογισμού ταινία:  The City and the Self  (1972), που βασιζόταν στις έρευνες του πρώτου για την αστική ζωή και την υπερφόρτωση (urban overload) που δημιουργεί στους ανθρώπους. Η ταινία αν και δημιουργήθηκε για εκπαιδευτικούς σκοπούς απέκτησε και καλλιτεχνική αξία, κέρδισε βραβείο, παρουσιάστηκε σε σημαντικούς χώρους πολιτισμού και με τα χρόνια σημείωσε λόγω της ζήτησης της και εμπορική επιτυχία. Το καλοκαίρι του 1972, οι Milgrams οικογενειακώς μετακόμισαν για λίγο στο Παρίσι, αφενός για να εκπονήσει εκεί κάποια έρευνα που είχε σχεδιάσει ο Milgram για τους ψυχικούς χάρτες των πόλεων που προαναφέραμε κι αφετέρου επειδή περνούσε μια κρίση μέσης ηλικίας. Ο ίδιος πίστευε ότι εκεί θα τέλειωνε και το βιβλίο του για την υπακοή, για το οποίο είχε ήδη κλείσει συμφωνία με εκδοτικό οίκο.

Κατάφερε όχι μόνο αυτό, αλλά να ετοιμάσει κι ένα ακόμη βιβλίο σχετικό με την τηλεόραση και την αντικοινωνικές συμπεριφορές, που στηριζόταν σε πειράματα πεδίου που είχε πραγματοποιήσει στο πρόσφατο παρελθόν. Δεν είχε δουλέψει όμως σχεδόν καθόλου για την έρευνα του για την οποία είχε πάρει χρηματοδότηση απ’ το Guggenheim και καθώς τα χρήματα τέλειωναν, ήρθε σε δύσκολη θέση. Σαν από μηχανής θεός, ο φίλος του Serge Moscovici, έδωσε λύση, ζητώντας και παίρνοντας επιχορήγηση απ’ το Γαλλικό κράτος και δίνοντας του έτσι τη δυνατότητα να κάνει τελικά την έρευνα του. Κι όταν επέστρεψε στην Αμερική, προχώρησε και στη δημιουργία τεσσάρων εκπαιδευτικών ταινιών που προβάλλονται ως τις μέρες μας και έχουν μεγάλο ενδιαφέρον. Η σκηνοθεσία δεν άργησε να μπει στο κέντρο των ενδιαφερόντων του κι έτσι παρακολούθησε και σχετικά μαθήματα για να μπορεί να δημιουργήσει τις ταινίες που ήθελε.

Στο ενδέκατο κεφάλαιο περιγράφονται αρκετές απ’ τις ταλαιπωρίες που πέρασε ο Milgram, προσπαθώντας να εξασφαλίσει χρηματοδοτήσεις για κάποιες έρευνες που είχε σχεδιάσει και γίνεται λόγος για πρώτη φορά και για τα προβλήματα που άρχισε να έχει, με την καρδιά του. Προβλήματα που σιγά-σιγά έγιναν πιο σοβαρά και τον περιόρισαν αρκετά. Κατάφερε όμως να βελτιώσει την υγεία του και να επιστρέψει στο Πανεπιστήμιο με νέες ιδέες και γεμάτος σχέδια. Αλλά η καρδιά του συνέχιζε να του στέλνει προειδοποιητικά μηνύματα αρκετά συχνά πια. Στις 20 Δεκεμβρίου του ’84 πέθανε, αφού είχε πει ήδη στο γιατρό που τον υποδέχτηκε στο Columbia-Presbyterian Hospital,  το όνομα του κι ότι πίστευε πως είχε την πέμπτη του καρδιακή προσβολή. Ήταν 51 ετών.

Στο δωδέκατο κεφάλαιο εξετάζεται τι έμεινε στον κόσμο απ’ τις έρευνες του Milgram. Καταγράφεται το πόσο επηρεάστηκαν όχι μόνο άνθρωποι της επιστήμης, αλλά και άνθρωποι της τέχνης απ’ τα ευρήματα του. Γίνεται πολύς λόγος για την σχέση των πειραμάτων που αφορούσαν την υπακοή, με το Ολοκαύτωμα και την ναζιστική Γερμανία και παραλληλισμός με το έργο άλλων που ασχολήθηκαν με τέτοια θέματα, όπως για παράδειγμα η Hannah Arendt. Εκφράζεται και η γνώμη του ίδιου του Milgram που φαίνεται πως ήταν συγκρατημένος με τις γενικεύσεις και πίστευε πως κάποια γεγονότα χρήζουν περαιτέρω ανάλυσης.

Κλείνοντας αυτή την παρουσίαση, θα ήθελα μόνο να σας πω, πως αξίζει τον κόπό να ψάξετε τους συνδέσμους που παρατίθενται στο κείμενο και να μάθετε έτσι ακόμη περισσότερα πράγματα γι’ αυτό τον άνθρωπο, γι’ αυτό τον επιστήμονα, που έδειξε πως το ‘τέρας’ μπορεί να  βρίσκεται όχι κάπου μακριά μας, αλλά μέσα μας.

Καλή ανάγνωση.

.

.

.

.

.

 

Stanley Milgram: Ο άνθρωπος που σόκαρε τον κόσμο…

.
.

Μ’ αυτό τον τίτλο κυκλοφόρησε το 2004 μια βιογραφία του.  Κι ο τίτλος είναι πολύ ταιριαστός, γιατί ο Milgram κατάφερε όντως να σοκάρει τον κόσμο, με τα ψυχολογικά του πειράματα που αφορούσαν στην συμμόρφωση και την υποταγή. Να τον σοκάρει τόσο, ώστε να γίνει η αφορμή για αμέτρητα δημοσιεύματα, για ταινίες και φιλμάκια. Τόσο ώστε ο Peter Gabriel να του αφιερώσει ένα τραγούδι και η Dar Williams να γράψει στίχους για το πείραμα του.  Τόσο ώστε μέχρι σήμερα να επαναλαμβάνεται το πιο γνωστό απ’ τα πειράματά του. Τι ήταν αυτό που βρήκε λοιπόν, που συντάραξε την ανθρωπότητα, στην απόπειρα του να εξηγήσει το Ολοκαύτωμα στην Ναζιστική Γερμανία; Και ποιος ήταν τελικά ο Stanley Milgram; Ίσως πρέπει πριν φτάσουμε σ’ αυτές τις απαντήσεις, να σας γράψω δυο λόγια γι’ αυτά του τα πειράματα.

Τα πειράματα άρχισαν τον Ιούνιο του 1961, στο Πανεπιστήμιο Υale, απ’ τον 27χρονο τότε, Eπίκουρο Kαθηγητή Κοινωνικής Ψυχολογίας, Stanley Milgram.  Στόχος τους λοιπόν ήταν να διερευνήσουν μέχρι ποιου σημείου τα υποκείμενα είναι διατεθειμένα να ακολουθήσουν εντολές που τους απευθύνονται, και μάλιστα εντολές να «τιμωρήσουν» ένα άλλο υποκείμενο, υποβάλλοντας το σε αύξουσες δόσεις ηλεκτρικών εκκενώσεων. Όσοι συμμετείχαν, αμείβονταν με 4 δολάρια την ώρα, πίστευαν πως το πείραμα αφορά την μνήμη, την ικανότητα αποστήθισης λέξεων και τους έλεγαν πως οφείλουν να τιμωρήσουν με μια μηχανή ηλεκτροσόκ, τον απέναντι τους εξεταζόμενο, όταν εκείνος κάνει λάθος.

Τα αποτελέσματα, όπως παρατηρεί ο ίδιος ο Milgram, υπήρξαν τόσο εκπληκτικά όσο και οδυνηρά :  ένα ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό υποκειμένων, το 65%, ήταν διατεθειμένα να διοχετεύσουν ακόμα και τις υψηλότερες δόσεις ηλεκτροσόκ που αναγράφονταν στη σχετική γεννήτρια. Στο αρχικό πείραμα, για παράδειγμα, είκοσι έξι από τους σαράντα συμμετέχοντες δεν δίστασαν να χορηγήσουν την υψηλότερη δόση ηλεκτρισμού που ήταν διαθέσιμη, παρά τις κραυγές και τα παρακάλια του πειραματικού συνεργού, που υποδυόταν τον μαθητή/θύμα της όλης διαδικασίας. Το συμπέρασμα ήταν αβίαστο: οι περισσότεροι είμαστε πρόθυμοι να κάνουμε οτιδήποτε (ακόμα και κάτι που θέτει σε κίνδυνο συνανθρώπους μας, κάτι που θα θεωρούσαμε ανήθικο υπό άλλες συνθήκες), όταν μας το ζητά μια εξουσία/αυθεντία. Το ποσοστό ανέβηκε πολύ υψηλότερα μάλιστα, σε μετέπειτα πειράματα.

.

Obedience to authority

.

Και παρά το ότι δεν ήταν η πρώτη φορά που είχαν λάβει χώρα τέτοια πειράματα για την συμμόρφωση και την υποταγή στην εξουσία (είχε πειραματιστεί και ο Daniel Frank, στα 1944, καταφέροντας τα υποκείμενα του να κάνουν διάφορα παράξενα πράγματα, απλώς και μόνο επειδή φορούσε άσπρη ιατρική μπλούζα όταν τους το ζητούσε), τα δικά του σόκαραν, όσο κανένα άλλο.

Ο Milgram, δέχτηκε απίστευτη κριτική (για το τι ακριβώς μελέτησε, για τον τρόπο που διεξήγαγε τα πειράματα του, κ.α.), δυσκολεύτηκε να συνεχίσει την καριέρα του στο Yale (πράγμα που του στοίχισε εξαιρετικά) και τελικά βρέθηκε να διδάσκει στα 31 του στο Κολέγιο City της Νέας Υόρκης, στο οποίο πίστευε ότι θα μείνει για 5 χρόνια, αλλά τελικά έμεινε ως το τέλος της ζωής του.

Εξακολούθησε όμως να ψάχνει τα στοιχεία προσωπικότητας που ίσως έπαιξαν ρόλο στη συμπεριφορά των υποκειμένων των πειραμάτων του και φυσικά δεν σταμάτησε να κάνει νέα πειράματα. Οι φοιτητές του άφηναν γράμματα με όνομα παραλήπτη και διεύθυνση στους δρόμους της Νέας Υόρκης και μετά παρατηρούσαν ποιοι τα έπαιρναν κι αν τα ταχυδρομούσαν στην ειδική θυρίδα, απ’ την οποία τα παραλάμβαναν και τα καταμετρούσαν. Έβγαιναν έξω όμορφες κατά προτίμηση μέρες, έδειχναν τάχα κάτι στον ουρανό και χρονομετρούσαν σε πόσα λεπτά μαζευόταν κόσμος να παρατηρήσει μαζί τους το ..τίποτα. Έπαιρναν τη θέση ατόμων που περίμεναν σε ουρές και περίμεναν να δουν πως θα αντιδράσουν στο πλαίσιο του πειράματος που εκείνος ονόμαζε “εισβολή στη σειρά αναμονής”. Έμπαιναν στο μετρό της Νέας Υόρκης και ζητούσαν από άλλους να τους παραχωρήσουν την θέση τους, καταγράφοντας πάντα τις αντιδράσεις τους. Και.. και..

Αλλά όπως έλεγε ο Milgram, αισθανόταν σαν ηθοποιός που ο κόσμος έμαθε από ένα ρόλο και τον ταύτιζε μόνο με αυτόν. Όπου κι αν πήγαινε, έβλεπε πως τα πειράματα για την υπακοή, ήταν αυτά που κυρίως τραβούσαν το ενδιαφέρον του κόσμου. Μάλιστα δεχόταν εξαιρετικά μεγάλο αριθμό επιστολών εξαιτίας αυτών των πειραμάτων κι όπως φαίνεται απαντούσε στα περισσότερα. Κι όμως, ως τις μέρες μας, μελετούνται και τα υπόλοιπα πειράματα που σχεδίασε και αρκετοί επιστήμονες επαλήθευαν τους ισχυρισμούς του π.χ. για τον μικρό κόσμο. Αλλά το ευρύ κοινό, συγκλονίστηκε, όταν εκείνος απέδειξε πως ο καθένας μας θα μπορούσε να γίνει βασανιστής και δεν εννοούσε να το ξεχάσει. Ενίοτε ούτε να του το συγχωρέσει.

Επηρέασε λοιπόν, πέρα απ’ την επιστημονική κοινότητα και τη ζωή των ανθρώπων που συμμετείχαν στα πειράματα του για την συμμόρφωση και την υποταγή. Κάποιος απ’ αυτούς, που είχε συναινέσει να ‘βασανίσει’, ως υποκείμενο αυτών των πειραμάτων, σε συνέντευξη του είπε πως ο Milgram τον έκανε να αναθεωρήσει όλη του την ζωή. Να αποκαλύψει την ομοφυλόφιλία του, να γίνει δάσκαλος παιδιών που ζουν σε φτωχογειτονιές και να ζει λιγότερο σύμφωνα με τις επιταγές της εξουσίας.

Ήταν απ’ τους επιστήμονες που μου έκαναν μεγάλη εντύπωση, όσο ήμουν ακόμη φοιτήτρια κι εξακολουθώ ακόμα να διαβάζω για τα πειράματα και τη ζωή του. Παρά την κριτική που έχει δεχτεί, θεωρώ πως έβαλε τα θεμέλια για να διερευνηθούν πολλοί τομείς του ψυχισμού μας. Κλείνοντας λοιπόν, θα σας προτείνω να ρίξετε μια ματιά στο βιβλίο του που θα βρείτε εδώ,  να παρακολουθήσετε σχετικό video εδώ και μακάρι όλα αυτά να γίνουν η αφορμή, για να σκεφτείτε κι εσείς, τη σχέση σας με τις διάφορες μορφές εξουσίας….

.

.

.