Ανακοίνωση της Πρωτοβουλίας ‘Ψ’: Οι κυνηγοί των λέξεων και η διάσωση της αξιοπρέπειας της ψυχιατρικής κοινότητας στις μέρες της πανδημίας

.

Δεν αποτελούν έκπληξη, οι με ταχύτατα αντανακλαστικά «αντιδράσεις» του ΣΥΝΟΨΥΝΟ, του Συλλόγου εργαζομένων του Δαφνιού και της ΕΨΕ*, όσον αφορά στους περιορισμούς που επιβάλλονται σε ψυχιατρικές κλινικές γενικών και ειδικών νοσοκομείων, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19, όπως αναφέρεται σε σχετικό άρθρο/δημοσίευμα μέλους της Ειδικής Επιτροπής Ελέγχου Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ατόμων με Ψυχικές Διαταραχές. Θα μπορούσε κανείς να τις αποδώσει και στην απουσία μιας νηφάλιας , και εστιασμένης στον νοσηλευόμενο γενικής πολιτικής , ή στον φόβο, που στοχευμένα ταξιδεύει σε κάθε γωνιά του σώματός μας, αν αυτή δεν ήταν η μόνιμη γραμμή άμυνας όταν, για οποιοδήποτε λόγο, ταράζονται τα λιμνάζοντα ύδατα της ψυχιατρικής κοινότητας.


Κι όπως σε όλες τις σχετικές ανακοινώσεις τους, έτσι και σε αυτές, κυρίαρχα επιχειρήματα, συνήθως, είναι η επίκληση «καταστάσεων εκτάκτου ανάγκης», είτε λόγω «επικινδυνότητας» είτε λόγω “προστασίας του καλού των ασθενών”. Η επένδυση του ρόλου των επαγγελματιών με ιδιότητες ήρωα που “πολεμά σε επικίνδυνες συνθήκες” (στην προκειμένη και με τον «αόρατο κίνδυνο» του ιού, επιπλέον), θα μπορούσε να είναι πειστικό επιχείρημα, για την “ιερή” αγανάκτηση που εκφράζεται, ειδικά τώρα που οι υγειονομικοί καλούνται να είναι στην πρώτη γραμμή, αν δεν ήταν “copy paste” της κεντρικής ιδέας ανακοινώσεων του παρελθόντος που εκδίδονται για να καταγγελθούν οι καταγγέλλοντες τις συνθήκες , εγκλεισμού και περιορισμών, που επικρατούν , τόσο σε ψυχιατρικά νοσοκομεία, όσο και σε ψυχιατρικές κλινικές γενικών νοσοκομείων και σε πολλές εξωνοσοκομειακές δομές.


Το ερώτημα είναι γιατί;
Τι είναι αυτό που θορύβησε τόσο; (αφού λίγο πολύ αυτά είναι γνωστά, όπως οι ίδιοι οι σύλλογοι παραδέχονται). Γιατί , το συγκεκριμένο κείμενο, αποτέλεσε, σε τόσο μεγάλο βαθμό, απειλή ώστε να ψάχνουν “λέξη – λέξη” να βρουν “Το Σφάλμα», “Την Λέξη», “Την Φωτογραφία» από όπου, η κρεμασμένη από τα μαλλιά της, εδώ και χρόνια, αξιοπρέπεια της Ψυχιατρικής κοινότητας ψάχνει να διασωθεί;


Αναζητώντας τι;
Μα τι άλλο από έναν “εξωτερικό εχθρό”, που επιβουλεύεται την αδιατάρακτη λειτουργία του ψυχιατρικού συστήματος, που «δουλεύει ρολόι», όταν τα στόματα μένουν κλειστά, και τώρα μάλιστα και με “μάσκες προστασίας”.
Έναν «εξωτερικό εχθρό», που δεν έκανε τίποτα άλλο από το να καθρεφτίσει την αγωνία αρκετών ανθρώπων, νοσηλευομένων και εργαζόμενων που έχουν περιγράψει τις εμπειρίες τους από πολλά διαφορετικά πλαίσια ψυχιατρικής νοσηλείας.


Έσπευσαν λοιπόν, κατά το γνωστό «όποιος έχει την μύγα …», να αντιδράσουν ο σύλλογος εργαζομένων του ΨΝΑ και ο ΣΥΝΟΨΥΝΟ, (Σύλλογος Ψυχιατρικών Νοσηλευτών) , όπου τα κύρια ζητήματα στα οποία τοποθετείται, παραδοσιακά ως σήμερα, είναι για το τι » καθήκοντα ΔΕΝ έχουν οι ψυχιατρικοί νοσηλευτές», διαχωρίζοντας ταυτόχρονα, σε πολλές περιπτώσεις, τη θέση τους από όλους τους άλλους συναδέλφους τους, και στο πόσο “επικίνδυνοι είναι οι ψυχικά πάσχοντες”.Για να καταλήξουμε σε αυτούς που πραγματικά παίρνουν τις αποφάσεις στις διάφορες κλινικές, δηλαδή στους ψυχιάτρους (υπό την αιγίδα, πάντα, της επιστημονικής τους εταιρίας ΕΨΕ) και στις διευθύνσεις των κλινικών.


Θα ήταν εξαντλητικό να ασχοληθούμε λεπτομερώς με κάθε μια από αυτές τις αιτιάσεις που αναφέρονται στα κείμενα* τους. Θα μείνουμε στην ουσία την οποία εμμέσως παραδέχονται και οι ίδιοι.


Στις περισσότερες ψυχιατρικές κλινικές, για να μην πούμε με βεβαιότητα σε όλες, η καταπάτηση δικαιωμάτων αποτελεί δομικό στοιχείο της ίδιας της λειτουργίας τους σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορούν πια να διακρίνουν τι σημαίνει καταπάτηση ανθρώπινου δικαιώματος, καθώς θεωρείται καθημερινή “ιατρική πρακτική για το καλό του ασθενή που δεν γνωρίζει ποιο είναι το καλό του” .

.

Πως λοιπόν να μην θεωρούν δεδομένα «ως μέτρα προστασίας»…
Το ότι σε πολλές κλινικές δεν δίνεται το κινητό τηλέφωνο ούτε για λίγη ώρα μέσα στη μέρα, και το ότι δεν επιτρέπονται ντελίβερι (άλλοτε ως γενική απαγόρευση και άλλοτε ανά κλινική).
Το ότι για κάποιους ασθενείς διατάσσεται περιορισμός επί κλίνης , περισσότερο από πριν για να μην κυκλοφορούν πολύ , «για το καλό τους φυσικά”, και που ίσως θα τους συναντούσαμε δεμένους και μπροστά σε τηλεοράσεις για να ψυχαγωγούνται ενόσω περιορίζονται .
Το ότι ασθενείς, που είναι πιο υπευθυνοποιημένοι, και θα μπορούσαν να μετακινηθούν με το αντίστοιχο έγγραφο ή SMS (με την ένδειξη πχ SUPERMARKET ή Τράπεζα ), όπως όλοι μας, απαγορεύεται να το κάνουν;


Δεν καταλαβαίνουμε πως όλα αυτά, μαζί με τις κλειστές, παραδοσιακά, πόρτες και τις περαιτέρω απαγορεύσεις, προστατεύουν με οποιοδήποτε τρόπο τους νοσηλευόμενους, τους φιλοξενούμενους σε δομές και τους εργαζόμενους.
Όταν, π.χ , είναι γνωστό ότι η μαζική διαχείριση των αναγκών, σε συνθήκες στρατωνισμού, με καθαρά πρακτικούς όρους, δεν είναι μόνο ψυχολογικά επιβαρυντική αλλά και επικίνδυνη κατάσταση ως προς την πιθανότητα γρήγορης μετάδοσης της οποιαδήποτε μολυσματικής ασθένειας και ιού. Πολύ περισσότερο από την όποια μετακίνηση σε ανοιχτούς χώρους, προαύλια κλπ. Και ας θυμίσουμε τις συνθήκες, μαζικής διαχείρισης των αναγκών, που κατά κανόνα επικρατούν σε όλους αυτούς τους χώρους, για όσους προκλητικά τις “αγνοούν”.


Χώροι κλειστοί (για αποφυγή αποδράσεων κλπ), κοινόχρηστα σαλόνια και τραπεζαρίες, που συχνά δεν αερίζονται καλά. Πόσιμο νερό από κοινόχρηστους ψύκτες.
Χώροι ατομικής υγιεινής, κοινόχρηστοι, όπου ακόμη και σφουγγάρια μπορεί να είναι εκτεθειμένα για κοινή χρήση από τον οποιοδήποτε νοσηλευόμενο “μπερδευτεί” (ενόσω είναι σε σύγχυση ή καταστολή).
Καμία ειδική φροντίδα για εκπαίδευση στην ατομική φροντίδα και προστασία για τους ασθενείς καθώς και άμεση πρόσβαση σε είδη ατομικής υγιεινής (πχ συχνό πλύσιμο χεριών, απολυμαντικά, αναλώσιμα χαρτικά κλπ). Κοινόχρηστα τηλέφωνα όπου οι ασθενείς, στερημένοι από το προσωπικό τους κινητό, συνωστίζονται γύρω από αυτά για το ποιος θα πρωτομιλήσει.
Ασθενείς κατεσταλμένοι και περιορισμένοι επί κλίνης, που μπορεί να παραμένουν χωρίς επαρκή φροντίδα όσον αφορά την ατομική τους υγιεινή εξαιτίας του ότι αδυνατούν να αυτοεξυπηρετηθούν, να βοηθηθούν από συγγενείς (ενώ στα γενικά νοσοκομεία επιτρέπεται η παρουσία τους, υπό όρους , ακόμη και τώρα) ή γιατί το προσωπικό δεν είναι επαρκές.


Τα παραδείγματα είναι ατελείωτα, και υπάρχουν παντού , για το πως τα δήθεν μέτρα προστασίας που λαμβάνονται δεν προστατεύουν τελικά κανένα, ούτε ασθενείς, ούτε εργαζόμενους. Και ανάλογες συνθήκες, και πολύ χειρότερες, ισχύουν και στις ιδιωτικές κλινικές , όπου, πρόσφατα, εμφανίστηκαν δεκάδες κρούσματα.
Για αυτό, και η υποκριτική αναζήτηση του «σε ποιους αναφέρεται το κείμενο καταγγελίας», σε μία απάντηση οδηγεί: “να κοιταχτούν όσοι αποφασίζουν και επικροτούν τέτοιους περιορισμούς στον καθρέφτη”.


Και στο ερώτημα, αν θα μπορούσε τα πράγματα να είναι διαφορετικά, η απάντηση είναι ναι! Θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, αρκεί όλοι όσοι αισθάνονται προσβεβλημένοι από την ανάδειξη της πραγματικότητας, να έμπαιναν σε μία ειλικρινή συζήτηση προς αυτή την κατεύθυνση, αντί, ωσάν “υπερήφανοι καβαλάρηδες του Κορωνοϊού”, να επιθεωρούν το ταχύτατο χτίσιμο νέων “Τειχών”, σαν έτοιμοι από καιρό. Και αυτός είναι ο πραγματικός κίνδυνος, γιατί τα Τείχη εύκολα χτίζονται, δύσκολα γκρεμίζονται. Και ενάντια σε αυτό τον κίνδυνο πολεμάμε και θα συνεχίσουμε να πολεμάμε…

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ



*Δείτε σχετικά:
http://synopsyno.blogspot.com/2020/04/08042020.html 

http://sylogosdafni.blogspot.com/2020/04/8-2020.html

https://psych.gr/deltio-typoy-tis-ellinikis-psychiatrikis-etaireias-gia-tis-synthikes-nosileias-sta-psychiatrika-nosokomeia-en-meso-pandimias/

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ: ΣΗΜΑ ΚΑΤΑΤΕΘΕΝ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΗΣ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗΣ Η ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΘΗΛΩΣΗ – ΚΙ ΑΠΟ ΚΟΝΤΑ, Η «ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ»

.

*Αναδημοσίευση από εδώ.

.

Στον απόηχο του νομοσχέδιου που ψηφίστηκε πρόσφατα στη Βουλή, το οποίο θεσμοθετεί την ίδρυση του «ειδικού τμήματος» ψυχιατρείου (ή γενικού νοσοκομείου), ενός τμήματος/φυλακή για όσους κρίνονται «ακαταλόγιστοι» για ποινικό αδίκημα που επιτέλεσαν και όπου για πρώτη φορά αναφέρεται ρητά, σε νομοθετική ρύθμιση, η νομιμότητα της επιβολής κατασταλτικών πρακτικών (μηχανικών καθηλώσεων και απομονώσεων), όταν υπάρχει «επιθετική» συμπεριφορά (χωρίς, φυσικά, καμιά αναφορά στο ποιες συνθήκες και ποια μεταχείριση την προκαλεί), το ζήτημα των μηχανικών καθηλώσεων πήρε μιαν ιδιόμορφη δημοσιότητα.

Εγινε αντικείμενο αντιπαράθεσης όχι μεταξύ κάποιων που είναι υπέρ και κάποιων που είναι κατά, αλλά και με τις δυο πλευρές να είναι υπέρ : με τη μια πλευρά (του προέδρου της ΠΟΕΔΗΝ) να κάνει, μέσα από την προβολή της εικόνας καθηλωμένου ασθενή, τις βάρβαρες αυτές πρακτικές ‘θέαμα’, στα πλαίσια ενός συντεχνιακού λαϊκισμού στην αντιμετώπιση των πολύ σοβαρών προβλημάτων στον χώρο της ψυχικής υγείας και με την άλλη (ΣΥΝΟΨΥΝΟ), να λέει ότι, κάνουμε (και θα συνεχίσουμε να κάνουμε, γιατί έτσι είναι το σωστό) καθηλώσεις όταν «πρέπει» («επικινδυνότητα» κλπ) και όχι επειδή λείπει μας λείπει προσωπικό.

Μια ψευδο-αντιπαράθεση, δηλαδή, που δείχνει πόσο βαθιά ριζωμένη είναι και πόσο αυτονόητη θεωρείται η μηχανική καθήλωση (και η απομόνωση) στην ψυχιατρική που ασκείται σήμερα σε όλες τις υπηρεσίες ψυχικής υγείας. Μια πρακτική που πλασάρεται με το ένδυμα της «ιατρικής πράξης» και που η εφαρμογή της γίνεται, δήθεν, σύμφωνα με «πρωτόκολλα» και «μόνον» όταν «επιβάλλεται», με το σύνηθες συνοδό περιτύλιγμα ότι «πρέπει να τηρούνται οι κατευθυντήριες αρχές της ΕΕ για την πρόληψη βασανιστηρίων, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης» κλπ. Ωστόσο, ξέρουμε πολύ καλά (και το ξέρουν εξίσου καλά, και «από τα μέσα», αυτοί που κάνουν αυτές τις ανακοινώσεις) ότι ποτέ δεν τηρείται κανένα πρωτόκολλο και ότι η μόνη «αντικειμενική» βάση της εκάστοτε απόφασης για την επιβολή αυτών των μέτρων, δεν είναι άλλη από την υποκειμενική εκτίμηση αυτού που έχει την εξουσία (του ψυχιάτρου – σπανίως του νοσηλευτή) να αποφασίζει, την κάθε δεδομένη στιγμή, τι είναι «επικίνδυνο» και τι όχι και για ποιόν.

Πολύ συχνά, «επικίνδυνο» είναι η παραμικρή «αταξία» που η αντίδραση του ψυχικά πάσχοντος, η απόγνωσή του από το βίωμα της ματαίωσης και του εγκλωβισμού, επιφέρει στην πειθαρχική ιδρυματική λειτουργία του ψυχιατρικού τμήματος. Και η αναγκαστική προσαρμογή στην πειθαρχική λειτουργία βαφτίζεται «ιατρική πράξη».

Θα θυμίσουμε, εν προκειμένω την κλασική ανάλυση του E. Goffman στα «Ασυλα»: «Κάθε τι που συμβαίνει στο νοσοκομείο, λέει ο Goffman, πρέπει να νομιμοποιηθεί με την αφομοίωσή του και την κατάλληλη μετάθεσή του προς ένα ιατρικό- υπηρεσιακό πλαίσιο αναφοράς. Οι καθημερινές πράξεις του προσωπικού πρέπει να ορίζονται και να παρουσιάζονται ως εκφράσεις της παρακολούθησης, της διάγνωσης και της θεραπείας. Για να υλοποιηθεί αυτή η μετάθεση, η πραγματικότητα πρέπει να διαστρεβλωθεί σε σημαντικό βαθμό, όπως κατά κάποιον τρόπο διαστρεβλώνεται από δικαστές, διευθυντές και λειτουργούς και σ΄ όλα τα (διαφορετικά από το άσυλο) ιδρύματα υποχρεωτικής παραμονής. Πρέπει ν΄ αποκαλυφθεί ένα έγκλημα που να ταιριάξει στην τιμωρία και ο χαρακτήρας του τροφίμου πρέπει να ανασυσταθεί και να ταιριάξει στο έγκλημα».

Δεν είναι τυχαίο που στην κορύφωση της ψευδο-αντιπαράθεσης που προαναφέρθηκε, βλέπει το φως της δημοσιότητας και μια εργασία δυο καθηγητών της Νοσηλευτικής του ΤΕΙ Λαμίας για το ζήτημα αυτό, η οποία, μέσα από την απλώς βιβλιογραφική και ψευδο-ουδέτερη έκθεση των υπέρ και των κατά των κατασταλτικών αυτών πρακτικών, δεν κάνει άλλο από το να καθαγιάζει, εν τέλει, την επιβολή τους «μόνο» – όπως πάντα λέγεται από τους υποστηρικτές των μέτρων αυτών – όταν είναι «αναγκαίο» και «επιβεβλημένο» για το «καλό του ασθενή» (και των γύρω του). Διαβλέποντας, μάλιστα, και μιαν «επιθυμία μείωσης» των πρακτικών αυτών, τη στιγμή που η διάχυση της εφαρμογής τους έχει πάρει διαστάσεις χωρίς προηγούμενο. Καταλαβαίνει κανείς με τι είδους και πιο «επεξεργασμένα», πλέον, επαγγελματικά «εφόδια» θα αποφοιτούν στο εξής οι νοσηλευτές/τριες από τις σχολές τους, με ποια γνώση του «αντικειμένου» τους και των μεθόδων για την αντιμετώπιση της πολυπλοκότητας των προβλημάτων του.

Γιατί η μηχανική καθήλωση και η απομόνωση, (αλλά και η χημική καθήλωση, η κλειδωμένη πόρτα κλπ) στο βαθμό, μάλιστα, που προβάλλονται ως «ιατρική πράξη», είναι συστατικά στοιχεία και εργαλεία μιας ψυχιατρικής που «χάνει τον άνθρωπο πίσω από την αρρώστια» και βλέπει την οδύνη του ως «συμπτώματα και σημεία» μιας νόσου (μιας διαγνωστικής κατηγορίας), που πρέπει να κατασταλούν και να εξαλειφθούν, αντί να επιδιώκει την επικοινωνία, τον διάλογο, για την κατανόηση των αναπάντητων αναγκών, των διαδρομών και των διαδοχικών απορρίψεων τους, μέχρι να φτάσουν να εκραγούν, στην οικογένεια, σε κοινωνικούς χώρους ή, μετά από μια βίαιη διακομιδή, μέσα στην ψυχιατρική κλινική.

Αυτός ο επαναλαμβανόμενος, στις μέρες μας, καθαγιασμός των μηχανικών καθηλώσεων σε νόμους, σε «επιστημονικές» εργασίες, σε «διαμάχες», συμπλέει με την προώθηση ρυθμίσεων που επιδιώκουν να εισάγουν και στην Ελλάδα την (πλήρως αποτυχημένη διεθνώς) διάχυση της καταστολής στην κοινότητα, με την «υποχρεωτική θεραπεία κατ΄ οίκον». Στο όνομα της μείωσης των ακούσιων νοσηλειών και χωρίς ν΄ αλλάζουν σε τίποτα τον τρόπο και τις πρακτικές λειτουργίας του ψυχιατρικού συστήματος, επιδιώκουν την επιβολή της «ακούσιας θεραπείας» ως πρώτο βήμα πριν την ακούσια νοσηλεία.

Σε άλλες χώρες αυτό ισοδυναμούσε με την μετάλλαξη των υπαρχόντων κοινοτικών υπηρεσιών σε μηχανισμούς καταστολής – μεταξύ άλλων, και για την μείωση των κονδυλίων που δαπανώνται για τη νοσηλεία, μέσω της υποκατάστασής της από την υποχρεωτική επιβολή της θεραπείας στο σπίτι. Πρόκειται για μια πρωτοφανή κατασταλτική μετάλλαξη των υπηρεσιών ψυχικής υγείας, στη βάση της κυρίαρχης βιολογικής ψυχιατρικής και της αγαστής συνεργασίας της με το βιο-φαρμακοβιομηχανικό σύμπλεγμα και τα ενέσιμα σχήματα που αυτό προωθεί στην αγορά – και, μέσω της κυρίαρχης ψυχιατρικής, στο σπίτι του κάθε ασθενή, ή και εν δυνάμει ασθενή. Γνωρίζουμε ότι υπάρχουν ήδη εν εξελίξει συνεργασίες ψυχιάτρων του δημοσίου με υπαλλήλους φαρμακοβιομηχανιών, με τους δεύτερους να πηγαίνουν στα σπίτια ασθενών, που παρακολουθούν οι πρώτοι, για να τους κάνουν το ενέσιμο σχήμα.

Καταλαβαίνει κανείς τι τροπή θα πάρει η λεγόμενη «στροφή στην κοινότητα» σ΄ αυτή τη χώρα, όπου ποτέ δεν υπήρξε κι΄ ούτε υπάρχει η παραμικρή επιθυμία, «από τα κάτω», ή «από τα πάνω», για μια τέτοια στροφή. Κάποιοι την προορίζουν να υπάρξει ως «κατ΄ οίκον καταστολή».

Γι΄ αυτό, ενώ η διεκδίκηση της πλήρους απαγόρευσης των μηχανικών καθηλώσεων (και των απομονώσεων και όλων γενικά των κατασταλτικών πρακτικών) πρέπει να είναι πάντα στη πρώτη γραμμή των διεκδικήσεων για την εξάλειψη πρακτικών που, εκτός που τις θανατηφόρες «παρενέργειες» που έχει η εφαρμογή τους (και που πάντα συγκαλύπτονται και αποδίδονται σε άλλη αιτία), λειτουργούν άκρως τραυματικά και κακοποιητικά στην υποκειμενικότητα και στην αυτοεκτίμηση του ψυχικά πάσχοντος, θα πρέπει, ταυτόχρονα, να είναι σαφές ότι η κατάργηση αυτών των πρακτικών είναι συνυφασμένη με την έμπρακτη αμφισβήτηση της κυρίαρχης ψυχιατρικής, μέσα από εναλλακτικές πρακτικές που αναδεικνύουν (και έχουν διεθνώς αναδείξει) ότι μια «άλλη ψυχιατρική», «χωρίς μηχανικές καθηλώσεις», είναι δυνατή.

Για μια «στροφή στην κοινότητα» που θα είναι «στροφή σε μιαν άλλη σχέση» με τον ψυχικά πάσχοντα, για διάλογο, επικοινωνία, διαπραγμάτευση, στήριξη, συνοδεία. Ενάντια στην όποια πρόθεση/επιδίωξη για πολιτικές διάχυσης της καταστολής στην κοινότητα.

Η μείωση των ακούσιων νοσηλειών δεν είναι ζήτημα διατάξεων και ρυθμίσεων επί χάρτου, αλλά ριζικής αλλαγής της ασκούμενης ψυχιατρικής φροντίδας, για ένα πραγματικά κοινοτικά βασισμένο σύστημα υπηρεσιών, που θα είναι σε θέση να ασκεί μιαν ουσιαστική πρόληψη σε πρωτοβάθμιο, δευτεροβάθμιο και τριτοβάθμιο επίπεδο και να παρέχει ουσιαστική στήριξη στον τόπο κατοικίας. Να κατανοεί και να στηρίζει και όχι να καταπιέζει και να καταστέλλει.

Για να υπάρχει μια άλλη σχέση (του ψυχιάτρου, του νοσηλευτή και όλων των λειτουργών) με τον ασθενή, για να μην είναι «ο ασθενής δεμένος», πρέπει ο λειτουργός ψυχικής υγείας – και πρωτίστως ο ψυχίατρος – να μάθει «να δένεται» στο λειτούργημά του, που θα έπρεπε να συνίσταται, μεταξύ άλλων, και στο να επιδιώκει και να είναι σε θέση να κάνει σχέση με τον «ασθενή» σε ισότιμη βάση (αμφισβητώντας τον εξουσιαστικό ρόλο, στη βάση του οποίου έχει μάθει να λειτουργεί), να είναι δίπλα του για όσο χρόνο χρειαστεί και να μη καταφεύγει στην ευκολία της καθήλωσης.

Και ταυτόχρονα, να υπάρχει κατάλληλα εκπαιδευμένο και αριθμητικά επαρκές προσωπικό.

Γιατί μπορεί η μηχανική καθήλωση να είναι πρωτίστως προϊόν της «κουλτούρας και της πράξης» της κυρίαρχης ψυχιατρικής και να γίνεται ως αυτονόητη πρακτική ανέκαθεν, ακόμα και όταν υπάρχει επάρκεια προσωπικού, αλλά δεν παύει να εξαρτάται και από την έλλειψη προσωπικού – ενός προσωπικού ποικιλοτρόπως ματαιωμένου και εξουθενωμένου, που δεν είναι σε θέση ν΄ αντέξει και να διαχειριστεί την παραμικρή «αταξία» γύρω του.

Μια πρακτική προσανατολισμένη στην πλήρη κατάργηση των μηχανικών καθηλώσεων, προϋποθέτει την πρωταρχικότητα του ποιοτικού στοιχείου (την ριζικά εναλλακτική κουλτούρα και πράξη) πάντα σε συνάρτηση με το ποσοτικό στοιχείο, προκειμένου να μπορέσει να καταστεί έμπρακτα, και όχι στα λόγια, δυνατή – όπως, πχ, μικρό αριθμό ασθενών και μεγάλη επάρκεια προσωπικού.

Το ζήτημα των προσλήψεων και της εκπαίδευσης του προσωπικού (καθώς και της επαρκούς χρηματοδότησης των υπηρεσιών) μπορούν να συντελέσουν σε μια ουσιαστική αλλαγή (ξεπέρασμα του ψυχιατρείου) και όχι απλή αναπαλαίωση του υπάρχοντος (μέσα από την διατήρηση, ή το βίαιο κλείσιμό του), μόνο στο βαθμό που εντάσσονται σε μια ριζική αμφισβήτηση του τρόπου που «σκέπτεται και πράττει» η κυρίαρχη ψυχιατρική στην καθημερινή ιδρυματική της λειτουργία, στο ψυχιατρείο, στο γενικό νοσοκομείο, ή στα κατ΄ όνομα ΚΨΥ που υπάρχουν.

Αυτό που ζούμε στο χώρο της ψυχικής υγείας, σ΄ αυτή την περίοδο της διακυβέρνησης από την «πρώτη φορά αριστερά», είναι η από μακρού αναμενόμενη θεσμοθέτηση ενός ψυχιατρικού «εκσυγχρονισμού», των προδιαγραφών, δηλαδή, μιας νεο-ιδρυματικής βιολογικής ψυχιατρικής, σε συνέργια με τους κατευθυντήριους άξονες μιας νεοφιλελεύθερης διαχείρισης/απόρριψης των αναγκών των ψυχικά πασχόντων-πάνω στο έδαφος (και για την διαχείριση) ενός συστήματος υπηρεσιών υπό κατάρρευση. «Ειδικό τμήμα» του ψυχιατρείου, καθαγιασμός των μηχανικών καθηλώσεων, με την «ακούσια θεραπεία» εν όψει και ποιος ξέρει ποιά άλλα, στην ίδια κατεύθυνση, να έπονται.

Τι «διάλογος», επομένως, μπορεί να υπάρξει με επιτροπές του Υπουργείου Υγείας (στην αναζήτησή τους για «πρόθυμους συμμάχους»), πχ, για την ακούσια νοσηλεία (ή ό,τι άλλο) – επιτροπών που σχεδιάζουν την «ακούσια θεραπεία» στην κοινότητα, που καθαγιάζουν τις μηχανικές καθηλώσεις, τα ηλεκτροσόκ κλπ, και που, πιθανόν, κάποιοι από τους ψυχιάτρους των όποιων επιτροπών, πριν παραστούν στην συνεδρίαση της επιτροπής τους, έχουν δώσει εντολή μηχανικής καθήλωσης ασθενών της κλινικής τους;

Ο μόνος τρόπος για να μην περάσουν και να μη βρουν εφαρμογή οι νέες κατασταλτικές νομοθεσίες είναι η αμφισβήτησή τους «από τα κάτω», μέσα από την κινητοποίηση των άμεσα ενδιαφερομένων, ατόμων με ψυχιατρική εμπειρία, οικογενειών, λειτουργών ψυχικής υγείας, κοινωνικών συλλογικοτήτων-ένα κίνημα που θα αμφισβητεί τις κοινωνικές σχέσεις, τους θεσμούς και τις πολιτικές που εξακολουθούν να καταδικάζουν τους ψυχικά πάσχοντες στη θέση του κοινωνικού παρία, χωρίς ουσιαστικά αναγνωρισμένα και κατοχυρωμένα δικαιώματα, στο «έλεος» μιας ανελέητης κοινωνικής απόρριψης και ψυχιατρικής καταστολής.

.

14/1/2018

.

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

.

.

.

.

.

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗΣ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ: Σχετικά με την επικινδυνότητα της τρομολαγνείας του ΣΥΝΟΨΥΝΟ

.

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗΣ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗΣ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ

ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΙ ΑΣΘΕΝΕΙΣ Ή ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΣΥΝΤΕΧΝΙΕΣ;

.

Και εκεί που η Ψυχική Υγεία, οι ψυχιατρικές μονάδες, τα ψυχιατρεία, μετά τον θάνατο από πυρκαγιά, τον περασμένο Σεπτέμβρη στο Δαφνί, τριών μηχανικά καθηλωμένων ασθενών, είχαν απομακρυνθεί από το προσκήνιο της επικαιρότητας – με τις πάγιες αντιφάσεις τους και τα αδιέξοδά τους να κοχλάζουν, όπως πάντα, πίσω από τα τείχη και τις κλειδωμένες πόρτες – ήλθε ο ΣΥΝΟΨΥΝΟ (Σύλλογος Νοσηλευτών Ψυχιατρικών Νοσοκομείων) με νέα ανακοίνωσή του ξανά για τους «90 επικίνδυνους ασθενείς που έχουν διαπράξει σοβαρά εγκλήματα κατά της ανθρώπινης ζωής και άλλες βαρύτατες πράξεις και το προσωπικό του Νοσοκομείου βρίσκεται σε διαρκή κίνδυνο ζωής», να φέρει ξανά το ζήτημα της (κατασκευασμένης) «επικινδυνότητας του ψυχικά ασθενή» σε πρώτο πλάνο και να παίξει το συνήθη ρόλο του στη διασπορά τρόμου. Βρίσκοντας, φυσικά, την αναμενόμενη υποδοχή και την συνακόλουθη υπερπροβολή από το σύνολο των καθεστωτικών ΜΜΕ, πάντα διψασμένων να «σορτάρουν» πάνω σε μια τρομολαγνεία που κάποιοι «συνδικαλιστές» τους προσφέρουν σε έτοιμο πιάτο.

Για μιαν ακόμη φορά, ο ΣΥΝΟΨΥΝΟ, ένας σύλλογος τυπικά συντεχνιακός, χωρίς ίχνος κινηματικής δράσης, καλλιεργεί το στιγματιστικό στερεότυπο της «επικινδυνότητας» στο πεδίο της ψυχικής υγείας, επικεντρώνοντας στους νοσηλευόμενους με το άρθρο 69 ΠΚ. Αυτούς, δηλαδή, που, βάσει του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου, έχουν κριθεί ως «ακαταλόγιστοι» λόγω της ψυχικής τους διαταραχής και γι΄ αυτό διατάσσεται ο εγκλεισμός τους, μέχρι την επιβεβαίωση της ανάρρωσής τους και της αποδοχής από το δικαστήριο της εξάλειψης της «επικινδυνότητας» τους (νοούμενης, αναγωγιστικά, ως ατομικής ιδιότητας και όχι στην κοινωνική/σχεσιακή της διάσταση).

Είναι, ωστόσο, γνωστό ότι οι περισσότεροι από αυτούς τους «επικίνδυνους για την δημόσια ασφάλεια που έχουν διαπράξει αξιόποινες πράξεις και δη ανθρωποκτονίες», παίρνουν εξιτήριο μετά από μιαν άλλοτε άλλη περίοδο χρόνου.

Ότι τα εξιτήρια θα ήταν πολύ περισσότερα αν δεν υπήρχε αυτός ο εγγενής συντηρητισμός του κυρίαρχου δικαστικού και ψυχιατρικού θεσμού, με προπορευόμενο, εν προκειμένω, τον δικαστικό, καθώς είναι επανειλημμένες οι απορρίψεις από την εκάστοτε δικαστική έδρα των εκθέσεων/εισηγήσεων των θεραπόντων ψυχιάτρων για άρση του άρθρου 69 και την χορήγηση εξιτηρίου.

Ότι οι ασθενείς του άρθρου 69, πλην ελαχίστων, συγκριτικά, εξαιρέσεων, είναι οι πιο «ήσυχοι ασθενείς», στα τμήματα όπου νοσηλεύονται.

Ότι τουλάχιστον 20 από τους 90 «επικίνδυνους» του ΨΝΑ, διαμένουν σε εξωνοσοκομειακές στεγαστικές δομές, μέσα στην κοινότητα, με θύρες επισήμως ανοικτές και κυκλοφορούν ελεύθερα, χωρίς να έχει αρθεί το άρθρο 69.

Ότι ο θάνατος, τον περασμένο Σεπτέμβρη, των τριών ασθενών από πυρκαγιά, που εν τέλει αποδόθηκε στον γνωστό «επικίνδυνο ασθενή», δεν οφειλόταν στη φωτιά καθαυτή, κάτι που συμβαίνει πολύ συχνά στο ψυχιατρείο (κάποιος να βάλει σ΄ ένα τμήμα φωτιά), αλλά στο γεγονός ότι οι τρεις ασθενείς ήταν μηχανικά καθηλωμένοι και ότι, επιπλέον, δεν υπήρξε ετοιμότητα παρέμβασης για την διάσωσή τους.

Τα μέτρα που ζητάει ο ΣΥΝΟΨΥΝΟ είναι υπέρ της περαιτέρω κατασταλτικής λειτουργίας του ψυχιατρείου, υπέρ των ειδικών θαλάμων απομόνωσης και άλλων περιοριστικών μέτρων, επικαλούμενος τον «διαρκή κίνδυνο για την ίδια τη ζωή του προσωπικού». Ενα ψυχιατρείο, δηλαδή, ως φρούριο και ενσάρκωση της «επικινδυνότητας», με ό,τι αυτό σημαίνει για την καταστολή που αναμένει, αλλά και για το κοινωνικό στίγμα που συνοδεύει, τον όποιο ψυχικά πάσχοντα καταφεύγει (ή «τον καταφεύγουν») στις υπηρεσίες του.

Αλλά και η επαναφορά του πάγιου αιτήματος της κυρίαρχης ψυχιατρικής και νοσηλευτικών συντεχνιών που την υπηρετούν, για το άνοιγμα «δικαστικού ψυχιατρείου», ενός θεσμού πλήρως αποτυχημένου διεθνώς.

Και όλα αυτά γιατί το ΨΝΑ δεν ανανέωσε τη σύμβαση με εταιρεία φύλαξης η οποία διέθετε δυο σεκιουριτάδες ανά βάρδια για την φύλαξη του συγκεκριμένου «επικίνδυνου ασθενή», μέτρο που επιβλήθηκε μετά την πυρκαγιά του Σεπτέμβρη. Κανείς δεν μιλάει για την έλλειψη του όποιου θεραπευτικού πλάνου για τον εν λόγω ασθενή, όπως και για πολλούς άλλους (και όχι μόνο του άρθρου 69 ΠΚ), την αδυναμία/ανικανότητα ν΄ αναπτυχθεί μια θεραπευτική προσέγγιση στην δυσκολία που τον διακρίνει. Κανείς δεν μιλάει για την έλλειψη της στοιχειώδους εκπαίδευσης του προσωπικού των ψυχιατρείων και όλων των ψυχιατρικών μονάδων στις διαδικασίες/τεχνικές «αποκλιμάκωσης», για το πώς η ίδια η λειτουργία των μονάδων αυτών, η κουλτούρα και η πρακτική που τις διέπει, παράγει και/ή επιδεινώνει την «επικινδυνότητα», ή καλλίτερα, τις «επικίνδυνες καταστάσεις». Φυσικά, καταλυτικό ρόλο σε όλα αυτά παίζει και η δραματική έλλειψη του προσωπικού, η αποψίλωση του ΨΝΑ και όλων των μονάδων από νοσηλευτές/τριες, πρωτίστως, αλλά και από ψυχιάτρους και από όλες τις άλλες ειδικότητες. Ωστόσο, ο κατασταλτικός χαρακτήρας της κουλτούρας και των ασκούμενων πρακτικών προϋπήρχε της έλλειψης προσωπικού – είναι στο DNA του κυρίαρχου ψυχιατρικού παραδείγματος.

Ο ΣΥΝΟΨΥΝΟ, αν και αδρανής κινηματικά, δεν ήταν καθόλου αδρανής στην με κάθε μέσο διεκδίκηση της ιατρικοποίησης του ρόλου του νοσηλευτή, στη μετατροπή του σ΄ ένα φορέα επιστημονικοφανών, περιγεγραμμένων, αυτοαναφορικών και αποστειρωμένων δεξιοτήτων απέναντι στην αρρώστια ως αντικείμενο, αποκομμένο από το όλο της ύπαρξης του ψυχικά πάσχοντα και με επιλογή των στιγμών της επαφής και της σχέσης μ΄ αυτόν, αφήνοντας τις «δύσκολες» στιγμές (ακριβώς αυτές που τον πλημμυρίζουν και λόγω των οποίων φτάνει στο σημείο να νοσηλεύεται) στις διαδικασίες καταστολής, στο δέσιμο, στην απομόνωση, στον σεκιουριτά.

Καταλαβαίνει κανείς πού οδηγεί αυτή η αφηρημένη, κατασκευασμένη και συντεχνιακού χαρακτήρα αντίληψη για τον «καθημερινό κίνδυνο στη ζωή του προσωπικού». Εδώ να προστεθεί η υποβάθμιση και η υπονόμευση του θεραπευτικού (και πολύ συχνά αναντικατάστατου) ρόλου των άλλων βαθμίδων νοσηλευτικού προσωπικού (ΔΕ, ΥΕ), ακριβώς επειδή από τον ως άνω στεγνό και ιατρικοποιημένο ρόλο του νοσηλευτή υποβαθμίζεται/εξαλείφεται το κομβικό στοιχείο της «σχέσης μεταξύ προσώπων» που είναι (ή, θα έπρεπε να είναι) το θεμέλιο μιας θεραπευτικής σχέσης, πάνω στο οποίο, οι όποιες δεξιότητες αποχτούν νόημα και περιεχόμενο.

Και φυσικά, ο σεκιουριτάς δεν θα χρησιμοποιηθεί μόνο στον όποιο «επικίνδυνο ασθενή» του άρθρου 69, αλλά και απέναντι στον όποιο νοσηλευόμενο αντιδρά στις συνθήκες και στη νοσηλεία του καθεαυτή, στον ακούσιο και βίαιο χαρακτήρα της, στις κατασταλτικές πρακτικές που ασκούνται ως ο κανόνας. Οι «δύσκολες καταστάσεις» είναι πολύ πιο συχνές με αυτούς, τους «καθημερινούς ασθενείς», παρά με τους ασθενείς του άρθρου 69.

Η επικινδυνότητα συνίσταται ακριβώς σ΄ αυτές τις στάσεις, τις αντιλήψεις, τις πρακτικές. Επικίνδυνοι δεν είναι οι ψυχικά πάσχοντες, επικίνδυνη είναι η αντιμετώπισή τους από την κοινωνία και από το κυρίαρχο ψυχιατρικό σύστημα. Επικίνδυνη είναι, όπως έχει λεχθεί, «η αναπαραγωγή της επικινδυνότητας».

.

9/3/2016

.

ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ

.

.

.

.

.