Μια ψυχική διαταραχή με οποιοδήποτε άλλο όνομα – Σαμάνος αντί σχιζοφρενής (Μέρος ΙΙΙ)

Ο Malidoma (οι απόψεις του οποίου αναπτύχθηκαν εδώ) δεν είναι το πρώτο άτομο που προσπαθεί να υποστηρίξει ότι υπάρχει μια σχέση μεταξύ του σαμανισμού και της σχιζοφρένειας. Ο ψυχίατρος Joseph Polimeni έγραψε ένα ολόκληρο βιβλίο σχετικά με το θέμα, που ονομάζεται “Σαμάνοι ανάμεσά μας” (Shamans Among Us). Εκεί, ο Polimeni σημείωσε αρκετές συνδέσεις: και οι σαμάνοι και οι σχιζοφρενείς πιστεύουν ότι έχουν μαγικές ικανότητες, ακούν φωνές και έχουν εξωσωματικές εμπειρίες. Οι Σαμάνοι παίρνουν αυτό το “δρόμο” στα τέλη της εφηβείας τους, στις αρχές των 20 χρόνων τους, περίπου στην ίδια ηλικιακή κλίμακα δηλαδή που συνήθως διαγιγνώσκεται η σχιζοφρένεια (17-25). Και οι δύο ομάδες, σχιζοφρενείς και οι σαμάνοι, είναι συχνότερα άντρες παρά γυναίκες. Και το ποσοστό των σαμάνων (για παράδειγμα, ένας στους 60-150 ανθρώπους) είναι παρόμοιο με τον παγκόσμιο επιπολασμό της σχιζοφρένειας (περίπου 1%).

Αυτή η θεωρία όμως δεν υποστηρίζεται ευρέως. Οι επικριτές της σημειώνουν ότι οι σαμάνοι φαίνεται να είναι σε θέση να εισέλθουν και να βγουν από τις σαμανικές τους καταστάσεις, ενώ οι σχιζοφρενείς δεν έχουν κανένα έλεγχο στα οράματά τους. Αλλά ο Robert Sapolsky, ένας νευροβιολόγος στο πανεπιστήμιο του Στάνφορντ, έχει υποθέσει μια παρόμοια και ευρύτερα αποδεκτή θεωρία: Πολλοί πνευματικοί ηγέτες, όπως οι σαμάνοι και οι προφήτες, μπορεί να έχουν «σχιζοτυπική διαταραχή προσωπικότητας». Οι άνθρωποι με αυτή τη διάγνωση είναι συχνά συγγενείς των σχιζοφρενικών που παρουσιάζουν ηπιότερα μερικά συμπτώματα, όπως δηλαδή ιδιαιτέρους τρόπους ομιλίας ή «μετα-μαγικής» σκέψης, που συνδέεται με τη δημιουργικότητα και το υψηλό IQ. Αυτό το προφίλ μοιάζει να ταιριάζει με το Malidoma, σύμφωνα πάντα με το άρθρο για το οποίο γίνεται λόγος εδώ, που δεν έζησε ποτέ μια κρίση, αλλά του οποίου και ο αδελφός και η αδελφή του είχαν ψυχωτικά επεισόδια.

Άσχετα απ’ το αν η ψύχωση του Frank, ο οποίος στράφηκε στον Μalidoma, θα τον έκανε σαμάνο ή όχι σε άλλο χρόνο ή τόπο, υπάρχουν τρία στοιχεία στην προσέγγιση της φυλής αυτής, της Dagara, που αξίζουν την προσοχή μας: πρώιμη παρέμβαση, κοινότητα και σκοπός. Αυτά τα στοιχεία προσεγγίζουν πολύ τους τρεις παράγοντες που ο Keshavan, ο Schutt, ο Rosenheck και άλλοι αναφέρουν ως συμπληρωματικούς της φαρμακευτικής αγωγής: πρώιμη παρέμβαση, υποστήριξη από την κοινότητα και απασχόληση.

Ας μην ξεχνάμε, πως σε μια ανασκόπηση 66 μελετών, οι ερευνητές του πανεπιστημίου του Σαντιάγκο, στη Χιλή, διαπίστωσαν ότι «οι ψυχοκοινωνικές κοινοτικές παρεμβάσεις μείωσαν σημαντικά τα αρνητικά και ψυχωτικά συμπτώματα, τις ημέρες νοσηλείας και την κατάχρηση ουσιών». Οι ασθενείς ήταν πιο πιθανό να τηρούν έτσι τη φαρμακευτική τους αγωγή, να μπορούν να κρατούν δουλειές και να έχουν φίλους. Επίσης, ήταν λιγότερο πιθανό να αισθάνονται ντροπή για τον εαυτό τους.

Ο Frank δεν έτυχε δυστυχώς πρώιμης παρέμβασης, ούτε είχε κάποια κοινότητα κοντά του όταν βίωσε την πρώτη κρίση, αλλά ο Malidoma συνέστησε τόσο στον ίδιο, όσο και στον πατέρα του που τον υποστηρίζει σε κάθε βήμα, να ενσωματώσει στη ζωή του τα άλλα στοιχεία που βοηθούν, αφού τον συνάντησε στη Τζαμάικα: δηλαδή τις τελετουργίες και την απασχόληση.

Εξακολούθησαν να επικοινωνούν τηλεφωνικά όσο ο Frank έψαχνε λύσεις σε διάφορες κλινικές και εναλλακτικές θεραπείες κι ο Dick εντωμεταξύ έγραψε για κείνον ένα βιβλίο που έχει τίτλο: My Mysterious Son: A Life-Changing Passage Between Schizophrenia and Shamanism. Τον βοήθησε σε κάτι η επαφή του με τον Malidoma; Απ’ ότι φαίνεται ναι.

Κι αυτό γιατί πριν συναντήσει το Malidoma, ο Frank δεν ήταν τόσο κοινωνικός. Στα 37 του όμως αποφάσισε να ταξιδέψει στο Νέο Μεξικό και στο Μέιν και πήρε μαθήματα μηχανικής. Σήμερα, είναι ένας εξαιρετικά εφευρετικός πιανίστας της τζαζ. Το δωμάτιό του είναι γεμάτο με έργα ζωγραφικής και μεταλλοτεχνίας, γεμάτο αρχέτυπες εικόνες και ιερογλυφικές γλώσσες που ο ίδιος επινοεί.

Δεν θεραπεύτηκε. Ακόμα περιστασιακά ακούει φωνές και έχει ψευδαισθήσεις. Εξακολουθεί να ζει σε ομαδική εστία. Αλλά κατάφερε να διαχειριστεί την κατάστασή του κι αυτό δεν είναι λίγο. Κατάφερε να μειώσει τα φάρμακά του στο μισό. Έχει χάσει βάρος και ο διαβήτης του έχει γίνει ασυμπτωματικός. Είναι πιο ευγενικός και αφοσιωμένος, λέει ο πατέρας και οι γιατροί του. Έχει ακόμα κακές μέρες, αλλά είναι λιγότερες και συμβαίνουν πια πιο αραιά.

Ίσως ο μεγαλύτερος παράγοντας της βελτίωσης του Φρανκ, ωστόσο, να οφείλεται στη μετατόπιση του τρόπου με τον οποίο βλέπει τον εαυτό του. Δεν είναι πλέον απλά ένας τρελός, ένας σχιζοφρενής, αλλά είναι ζωγράφος και ποιητής, ταξιδιώτης και φίλος, Αφρικανός και Αμερικανός, συγκολλητής και φοιτητής.

Και, πιο πρόσφατα, έγινε σαμάνος. Τον Φεβρουάριο, ο Frank, ο πατέρας του ο Dick και η μητέρα του Frank, επισκέφτηκαν πάλι τη φυλή του Malidoma στη Μπουρκίνα Φάσο, όπου πήρε μέρος σε θεραπευτικές τελετές. Έζησε τέσσερις εβδομάδες στο χωριό πριν επιστρέψει στην Βοστώνη. Βρήκε λοιπόν έναν τρόπο για να τα βγάλει πέρα. Έναν τρόπο που για κείνον λειτούργησε σε ικανοποιητικό βαθμό, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως θα λειτουργήσει εξίσου και γι’ άλλους, όπως συνηθίζω να τονίζω όταν μοιράζομαι τέτοιες ιστορίες μαζί σας.

Ωστόσο η ιστορία του μας δείχνει κάτι που κι άλλοι πάμπολλες φορές στο παρελθόν έχουν υπογραμμίσει: το στίγμα που συνοδεύει την διάγνωση της σχιζοφρένειας. Ένα στίγμα που πρέπει όλες, όλοι να λάβουμε υπόψη και να δράσουμε ανάλογα ώστε να μειωθεί. Σας θυμίζω πως εδώ έχει αναρτηθεί κι αυτό το σχετικό κείμενο που προτείνει την κατάργηση του όρου “σχιζοφρένεια” και καλό είναι να το διαβάσετε.

Όταν ένας άνθρωπος επομένως σαν τον Frank, δίνει ένα άλλο όνομα στην ψυχική του διαταραχή, φαίνεται πως έχει καλύτερες πιθανότητες να βρει το δρόμο του στην μακριά του πορεία προς την αποκατάσταση. Γιατί όχι λοιπόν “σαμάνος” αντί “σχιζοφρενής”; Γιατί να μην αλλάξει την ταυτότητά του, αν αυτό τον βοηθά;

Προσωπικά το βρίσκω απολύτως θεμιτό. Η δουλειά των ειδικών δεν είναι να κρίνουν τους τρόπους που οι άνθρωποι βρίσκουν για να ανταπεξέλθουν στις δυσκολίες τους, αλλά να τους υποστηρίζουν με όποιον τρόπο μπορούν και να μαθαίνουν απ’ τις εμπειρίες τους. Αυτό αξίζει να θυμόμαστε απ’ την ιστορία του Frank, αν μη τι άλλο. Θα τη βρείτε εδώ δημοσιευμένη με όλες τις πηγές που αναφέρονται, με φωτογραφίες τις οποίες δανείστηκα και με πρόσθετα στοιχεία τα οποία εσκεμμένα παρέλειψα κάνοντας αυτές τις αναρτήσεις.

Εγώ, αντί επιλόγου θα σας παραθέσω μια φράση του ποιητή Rainer Maria Rilke που αρνήθηκε τη θεραπεία για τα οράματά του κι αναφέρεται στο πολύ ενδιαφέρον αυτό κείμενο: don’t take my devils away, because my angels may flee, too («μην πάρετε μακριά τους δαίμονές μου, επειδή μπορεί κι οι άγγελοι μου να φύγουν επίσης”). Μερικές φορές και τα άσχημα αλλά και τα ωραία που συμβαίνουν σ’ ορισμένους ανθρώπους, έχουν βλέπετε την ίδια πηγή.-

.

Μια ψυχική διαταραχή με οποιοδήποτε άλλο όνομα – Σαμάνος αντί σχιζοφρενής (Μέρος ΙΙ)

Σας ανέφερα λοιπόν την προηγούμενη φορά εδώ (καθώς σας έγραφα την ιστορία του Frank Russell), ότι όπως έδειξαν οι έρευνες σε σχέση με τις επιπτώσεις της σχιζοφρένειας, τα αποτελέσματα στις αναπτυσσόμενες χώρες ήταν «σημαντικά καλύτερα», συγκριτικά μ’ αυτά στις ανεπτυγμένες. Κι εύλογα θ’ αναρωτηθήκατε: μα πώς συμβαίνει αυτό;

Η απάντηση έχει να κάνει με μια βασική πολιτιστική διαφορά. Στη Δύση η τάση είναι ατομοκεντρική. Οι άνθρωποι ζούμε πιο μοναχικά και πιο απομονωμένοι συνήθως. Στις αναπτυσσόμενες χώρες η κοινότητα είναι ισχυρή και περιβάλλει το άτομο. Η αλληλεξάρτηση είναι έντονη. Και φαίνεται πως αυτή η διαφορά κουλτούρας κάνει να τη ζυγαριά να γέρνει υπέρ των αναπτυσσόμενων χωρών.

Εκεί ο άνθρωπος που παίρνει τη διάγνωση της σχιζοφρένειας δεν απομονώνεται. Οι κολεκτιβιστικές κοινωνίες έχουν θέση για όλα τα μέλη τους. Κι ο Malidoma, ο θεραπευτής που βρήκε η οικογένεια του Frank Russell (μέσω ενός ψυχολόγου εκπαιδευμένου σύμφωνα με τις αρχές του Jung) για να τον υποστηρίξει με ό,τι αντιμετώπιζε, προέρχεται από μια τέτοια, έχοντας καταγωγή απ’ τη φυλή Dagara της Μπουρκίνα Φάσο.

Κάτοχος τριών μάστερ και δύο διδακτορικών, ο Malidoma, συχνά προτιμάει τη λέξη «σαμάνος» για να προσδιορίσει την ταυτότητά του. Στη χώρα του είναι ένας titiyulo, ένα άτομο δηλαδή που συνδιαλέγεται διαρκώς με άλλες διαστάσεις, αλλά το «σαμάνος» είναι οπωσδήποτε πιο κοινά αναγνωρίσιμη ιδιότητα. Και τόσο οι σαμάνοι όσο και οι σχιζοφρενείς, λέει, πιστεύουν ότι έχουν μαγικές ικανότητες, ακούν φωνές και αναφέρουν εξωσωματικές εμπειρίες.

Έτσι, όταν ο Malidoma συνάντησε τον Frank είπε στον Dick, τον πατέρα του, πως ήταν «σαν να συναντούσε έναν συνάδελφο!» Ο Malidoma πιστεύει ότι ο Frank είναι μια αμερικανική έκδοση ενός titiyulo. Θεωρεί ότι υπάρχει ένα είδος titiyulo σχεδόν σε κάθε πολιτισμό και πιστεύει επίσης ότι δεν μπορεί κανείς να επιλέξει να γίνει titiyulo: «Κάθε σαμάνος ξεκίνησε με μια κρίση παρόμοια με εκείνη που ονομάζεται σχιζοφρενική, ψυχωτική. Τα ταξίδια σαμανισμού ή titiyulo ξεκινούν με μια αποδιοργάνωση της ψυχής», λέει.

«Μια μέρα είναι κάποιος εντάξει, φυσιολογικός, όπως όλοι οι άλλοι. Την επόμενη μέρα φέρεται πραγματικά παράξενα και επικίνδυνα προς τον εαυτό του και το χωριό»- βλέποντας και ακούγοντας πράγματα που δεν υπάρχουν, ενεργώντας παρανοϊκά, φωνάζοντας. Και τι κάνει τότε το περιβάλλον του; Τι κάνουν, λέτε, οι άνθρωποι της φυλής του Malidoma;

Ο ίδιος παραδέχεται πως η αδερφή του είχε μια τέτοια εμπειρία και εξηγεί: Όταν συμβαίνει αυτό, οι άνθρωποι της φυλής Dagara ξεκινούν μια συλλογική προσπάθεια για να θεραπεύσουν το άτομο που διαλύεται. Μια προσπάθεια που χαρακτηρίζεται από δυνατά τελετουργικά που περιλαμβάνουν χορό και φωνές αλλά σε ένα πνεύμα εορταστικής ατμόσφαιρας. Θυμάται να βλέπει την αδελφή του σε μια τέτοια κατάσταση: «Η αδελφή μου φώναζε, ούρλιαζε τη νύχτα», λέει, «αλλά οι άνθρωποι έπαιζαν γύρω της.»

Συνήθως, οι ανεξέλεγκτες αυτές καταστάσεις διαρκούν περίπου οκτώ μήνες, όπως πιστεύει, αλλά μετά απ’ αυτό το διάστημα οι άνθρωποι που πάσχουν αναδύονται ως νέα άτομα. Αν ο άνθρωπος που τείνει να διαλυθεί απ’ αυτή την δύσκολη εμπειρία δεν έχει μια κοινότητα γύρω του, λέει ο Malidoma, μπορεί να αποτύχει να θεραπευτεί. Κατά τη γνώμη του αυτό συνέβη στον Frank.

Ενώ αν του είχε συμβεί στη φυλή αυτή το «πρώτο ψυχωτικό επεισόδιο», η κοινότητα θα είχε συσπειρωθεί αμέσως γύρω του, κάνοντας τα ίδια τελετουργικά που βίωσε η αδελφή του. Μετά από αυτή την παρέμβαση, τα μέλη της φυλής Dagara θα ξεκινούσαν το έργο της θεραπείας του Frank και την επανένταξή του πίσω στην κοινότητα. Μόλις θα ήταν έτοιμος, θα είχε λάβει μια εξέχουσα θέση: «Θα ήταν γνωστός ως άνθρωπος του πνεύματος, ο οποίος θα ήταν σε θέση να δώσει πληροφορίες για τα βαθιά προβλήματα των ανθρώπων γύρω του», λέει.

Δεν ξέρω τι σκέφτεστε εσείς που τώρα τα διαβάζετε όλ’ αυτά, αλλά θα δούμε μαζί την επόμενη φορά ποια στοιχεία φαίνεται να ισχύουν απ’ όσα λέει ο Malidoma και ποια όχι. Αυτό που δεν χωράει αμφισβήτηση πάντως είναι ότι το να έχει κοντά του το άτομο την κοινότητα, είναι από μόνο του ένα μεγάλο συν, στην δύσκολη και κάποιες φορές πολύχρονη πορεία του προς την αποκατάσταση.

(συνεχίζεται εδώ)

.

Μια ψυχική διαταραχή με οποιοδήποτε άλλο όνομα – Σαμάνος αντί σχιζοφρενής (Μέρος Ι)

Το άρθρο για το οποίο θα σας γράψω σήμερα το διάβασα εντελώς τυχαία, όταν καθηγητής σε ξενόγλωσσο μάθημα που παρακολουθώ πρότεινε το συγκεκριμένο site (θα σας δώσω σύντομα περισσότερες πληροφορίες). Φυσικά μου τράβηξε την προσοχή η ιστορία του Frank Russell, που ήταν ένα παιδί πολύ έξυπνο με κάποιες ιδιορρυθμίες. Αλλά ζωγράφιζε, κέρδιζε βραβεία με την ποίησή του στο σχολείο, επινοούσε γλώσσες. Τα «σημάδια» θα μπορούσε να πει κάποιος πως υπήρχαν, αλλά έγιναν πιο φανερά όταν ο έφηβος άρχισε να παραπονιέται ότι δεν μπορεί να βρει ξανά τον παλιό του εαυτό, να παραμελεί τα σχολικά του καθήκοντα, να γράφει στους τοίχους μηνύματα αυτοκτονίας, να αυτοτραυματίζεται, να πιστεύει ότι οι φίλοι του θέλουν να τον σκοτώσουν.

Ο πατέρας του, ο Dick Russell, ένας ταξιδιώτης, πρώην ρεπόρτερ για το Sports Illustrated, φυσικά άρχισε να ψάχνει την αιτία κι άκουσε τους γιατρούς να κάνουν λόγο για σχιζοφρένεια και να συνταγογραφούν για το παιδί του πάμπολλα αντιψυχωτικά που το έκαναν να παίρνει όλο και περισσότερο βάρος. Είχε πλήρη επίγνωση τι φοβερή διάγνωση είναι αυτή και πόσο κακή πρόγνωση έχει στην Αμερική (και γενικότερα στον Δυτικό κόσμο). Δεν εγκατέλειψε όμως τον αγώνα να βοηθήσει το παιδί του και επί 15 χρόνια το υποστήριζε στη δοκιμή διαφορετικών θεραπειών. Άλλες αποδείχτηκαν κάπως πιο αποτελεσματικές κι άλλες όχι. Αλλά ο Frank παρέμενε απομονωμένος κι οι μόνοι άνθρωποι που συναναστρεφόταν, εκτός απ’ τους γονείς του, ήταν οι γιατροί. Όλ’ αυτά συνέβαιναν πριν η οικογένεια συναντήσει τον Malidoma Patrice Some και πριν ο πατέρας αποφασίσει να στρέψει το γιο σ’ έναν εντελώς διαφορετικό δρόμο.

Για να γίνουν όμως καλύτερα κατανοητά όσα ακολούθησαν πρέπει να κάνουμε εδώ μια μεγάλη παρένθεση ώστε να σας αναφέρω ορισμένα στοιχεία για τη σχιζοφρένεια που ίσως να γνωρίζετε, ίσως και όχι. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας λοιπόν, η σχιζοφρένεια είναι καθολική. «Μέχρι στιγμής, καμία κοινωνία ή πολιτισμός οπουδήποτε στον κόσμο δεν έχει βρεθεί απαλλαγμένη από … αυτή την αινιγματική, δύσλυτη ασθένεια,» αναφέρει μια έκθεση του 1997. Ωστόσο αυτή η «ασθένεια» διαφέρει από άλλες σε καίρια σημεία. Ο Robert Rosenheck, ψυχίατρος στο Πανεπιστήμιο Yale που μελετά την αποδοτικότητα των διαφόρων μοντέλων θεραπείας για τη σχιζοφρένεια, εξηγεί το γιατί: «Συνήθως με την ιατρική, όλη η ιδέα είναι ότι έχετε ασθένειες με ιατρική βάση, μια φυσιολογική βάση. Δεν το έχουμε αυτό στη σχιζοφρένεια».

Προσθέτοντας και τον παράγοντα της πολυπλοκότητας, πρέπει να πω ότι η σχιζοφρένεια αντιμετωπίζεται διαφορετικά στα ποικίλα πολιτισμικά πλαίσια. Αρκετές μελέτες της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας έχουν συγκρίνει τις επιπτώσεις της διάγνωσης της σχιζοφρένειας στις Η.Π.Α. και τη Δυτική Ευρώπη με τις αντίστοιχες σε αναπτυσσόμενες χώρες όπως η Γκάνα και η Ινδία. Μετά από πέντε χρόνια απ’ την παρακολούθηση ασθενών, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι στις αναπτυσσόμενες χώρες τα αποτελέσματα ήταν «σημαντικά καλύτερα» σε σχέση με αυτά στις ανεπτυγμένες χώρες.

Και για να το καταλάβετε αυτό καλύτερα, να εξηγήσω πως σε μία μελέτη για παράδειγμα, σχεδόν το 37% των ασθενών που διαγνώστηκαν με σχιζοφρένεια στις αναπτυσσόμενες χώρες ήταν ασυμπτωματικοί έπειτα από δύο χρόνια, σε σύγκριση με μόνο το 15,5% στις ΗΠΑ και την Ευρώπη. Στην Ινδία, περίπου οι μισοί άνθρωποι που διαγνώστηκαν με σχιζοφρένεια ήταν σε θέση να κρατήσουν θέσεις εργασίας, σε σύγκριση με μόλις 15 τοις εκατό στην Αμερική. Γιατί συμβαίνει αυτό θ’ αναρωτηθείτε; Πώς είναι δυνατόν αφού στο Δυτικό κόσμο υπάρχει τέτοιο «οπλοστάσιο» φαρμάκων και θεραπειών; Θα δούμε μαζί την εξήγηση, την επόμενη φορά.


(συνεχίζεται εδώ)



Για την κατάργηση του όρου «Σχιζοφρένεια»*

.

*Αναδημοσίευση από εδώ.

.

Πρόσφατα λάβαμε το παρακάτω mail από τον Brian Koehler, εξέχοντα Αμερικανό ερευνητή θεμάτων όπως η επίδραση του υπερβολικού στρες, της κοινωνικής απομόνωσης  και του κοινωνικού αποκλεισμού στον εγκέφαλο, η απαρτίωση νευροπεπιστημονικών μελετών και ψυχοκοινωνικών μοντέλων και άλλων συναφών θεμάτων. Ο Brian Koehler διδάσκει στα Πανεπιστήμια CUNY, NYU και Columbia και είναι  εκ των εκδοτών του επιστημονικού περιοδικού “Psychosis: Psychological, Social and Integrative Approaches.” Προωθούμε το e-mail του μιας και αποτελεί μια σημαντική αφορμή να κρατήσουμε ανοικτό το διάλογο σχετικά με το θέμα των διαγνώσεων και των ταξινομητικών κατηγοριών στην ψυχική υγεία.

Πιο συγκεκριμένα στο κείμενο που ακολουθεί μας καλεί να συμπαρασταθούμε σε ένα ψήφισμα που απευθύνεται στην Αμερικάνικη Ψυχιατρική Εταιρεία και τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας για την κατάργηση του όρου “σχιζοφρένεια”. Αν και, σύμφωνα με τη γνώμη πολλών από εμάς, οι σημαντικές αλλαγές δεν έρχονται με ψηφίσματα (αν και οι τελικές διαγνωστικές κατηγορίες του DSM είναι προϊόν ψηφοφορίας) εντούτοις είναι ενδεικτικό μιας γενικότερης στάσης που όλο και πιο ευρέως κριτικάρει το κυρίαρχο αναγωγιστικό βιολογικό μοντέλο της ψυχικής ασθένειας. Όλο και πιο ανοικτά υποστηρίζεται ότι δε βοηθάει καθόλου να βλέπει κανείς τα ζητήματα της ψυχικής υγείας ως ασθένειες με βιολογικές αιτίες. Όπως αναφέρει και η Δρ. Λούσυ Τζόνστον  “υπάρχουν πλέον συντριπτικά στοιχεία ότι οι άνθρωποι καταρρέουν ψυχικά ως αποτέλεσμα ενός περίπλοκου μείγματος κοινωνικών και ψυχολογικών συνθηκών όπως το πένθος και η απώλεια, η φτώχεια και οι διακρίσεις, το τραύμα και η κακοποίηση». Στην ιστοσελίδα μας φιλοξενούμε αρκετά σχετικά κείμενα. Μπορεί κανείς επιπλέον να ανατρέξει και στα παρακάτω:

Σύμφωνα με τους Marius Romme και Sandra Escher (2016) για να λυθεί το πρόβλημα της σχιζοφρένειας και να δώσουμε σε αυτούς τους ανθρώπους μια ευκαιρία να αναρρώσουν, ο μόνος τρόπος είναι να εστιάσουμε στα συμπτώματα και όχι στην αρρώστια. Υπάρχουν πέντε λόγοι για τους οποίους αυτό είναι πιο αποτελεσματικό.

  1. Σε αντίθεση με πολλές άλλες ασθένειες, όπως ο διαβήτης, η σχιζοφρένεια είναι μια μη αποδεδειγμένη έννοια, χωρίς σαφή σχέση με τα συμπτώματα.
  2. Η διάγνωση της σχιζοφρένειας βασίζεται σε μια κατασκευή συμπτωμάτων και όχι στο υπόβαθρό τους. Τα συμπτώματα έχουν το υπόβαθρό τους στα συναισθηματικά προβλήματα του ατόμου, ακόμα και όταν έχει διαγνωστεί με σχιζοφρένεια.
  3. Η έννοια της σχιζοφρένειας έχει σοβαρές συνέπειες τόσο στη ζωή των ανθρώπων που έχουν τη διάγνωση όσο και στις οικογένειές τους. Οδηγεί στην παραδοχή ότι οι άνθρωποι αυτοί θα βιώσουν μια ισόβια νόσο και δε θα είναι σε θέση να λειτουργήσουν καλά στην κοινωνία μας.
  4. Τα ενοχλήματα των ασθενών που έχουν διαγνωστεί με σχιζοφρένεια αποτελούν κοινές ανθρώπινες διαφοροποιήσεις και όχι αποτέλεσμα μιας ασθένειας.
  5. Η διάγνωση της σχιζοφρένειας είναι επιβλαβής, επειδή δε δίνεται στους ανθρώπους η ευκαιρία να αναρρώσουν. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η ψυχιατρική εστιάζει στην ασθένεια και όχι στα ενοχλήματα και στα βιώματά τους και δεν τα συσχετίζει με την ιστορία της ζωής των ανθρώπων.

Romme M., Escher S. (2016) Πώς να λύσουμε το πρόβλημα της σχιζοφρένειας: Η θεωρητική βάση Tετράδια Ψυχιατρικής, Νο 3,  Ιανουάριος – Απρίλιος 2016. 21-26

British Clinical Psychologists, Οι Ψυχίατροι δέχονται πυρά στην μάχη της Ψυχικής Υγείας στο: http://www.hearingvoices.gr/index.php/2012-07-18-10-28-50/2012-07-18-10-30-37/109-british-clinical-psychologists

https://www.youtube.com/watch?v=sE3gxX5CiW0

https://www.madinamerica.com/category/blogs/

Ακολουθεί το mail:

Για την κατάργηση του όρου Σχιζοφρένεια

Οι παρακάτω όροι έχουν καταργηθεί από το Διαγνωστικό και στατιστικό εγχειρίδιο των ψυχικών διαταραχών, το DSM αλλά και από τον τρόπο που μιλάμε για τα “ζητήματα ψυχικής υγείας”: νευρωτικός, ομοφυλόφιλος, ηλίθιος, πνευματικά καθυστερημένος, ψυχικό έλλειμμα, νοητική ανεπάρκεια, πνευματική καθυστέρηση, σύνδρομο Άσπεργκερ, απλή σχιζοφρένεια, ηβηφρένεια κτλ. Μήπως έφτασε η ώρα να απορρίψουμε και τον εξαιρετικά στιγματιστικό όρο “σχιζοφρένεια”; Στην κοινή γνώμη ο όρος “σχιζοφρένεια” ενσωματώνει τις έννοιες της επικινδυνότητας και του ανίατου (ακόμα κι αν κάποιος αναρρώσει, η διάγνωση θεωρείται αναδρομικά εσφαλμένη). Ο συγκεκριμένος όρος μπορεί να λειτουργήσει τραυματικά για πολλούς ανθρώπους που τον φέρουν. Μπορεί να αυξήσει την αίσθηση της βλάβης, της κοινωνικής απομόνωσης, την αίσθηση ότι έχεις προκαλέσει φόβο και έχεις απορριφθεί κτλ. Έρευνες δείχνουν ότι η αιτιολόγηση της σχιζοφρένειας μέσω βιολογικών παραγόντων αυξάνει το στίγμα. Πολλοί κλινικοί εσφαλμένα και ανήθικα ξεγράφουν αυτούς τους ανθρώπους ως ανίκανους  να λάβουν ψυχοθεραπευτική  βοήθεια.

Δεν είναι λοιπόν φυσιολογικό το γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι “αρνούνται” τη διάγνωση; Αυτό δεν θα έκανε κι ο καθένας μας αν βρισκότανε σε αυτή τη θέση μιας και η συγκεκριμένη διάγνωση αυξάνει την κοινωνική απομόνωση, τη «ροπή προς το κακό», την απόγνωση, τον τρόμο, την αίσθηση του αβοήθητου, την απώλεια του ελέγχου, το στίγμα και την κοινωνική απόρριψη/αποτυχία; Αυτές οι ψυχοκοινωνικές διεργασίες μπορεί να είναι οι παράγοντες που συντέλεσαν στην ανάπτυξη των συμπτωμάτων εξ αρχής.

Παρακαλώ υπογράψτε το αίτημα προς την Αμερικάνικη Ψυχιατρική Εταιρεία και τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας να καταργήσουν τον εξαιρετικά επιβλαβή όρο «σχιζοφρένεια».

Δείτε στο σύνδεσμο:  change.org καθώς και το ψήφισμα παρακάτω

Σας ευχαριστώ,

Brian Koehler

APA Drop the Stigmatizing Term

«Schizophrenia»

 Ο όρος “σχιζοφρένεια” έχει γίνει συνώνυμος της επικινδυνότητας κι αυτό παρά το γεγονός ότι ένας πολύ μικρός αριθμός ανθρώπων που διαγιγνώσκονται με τη συγκεκριμένη διάγνωση ασκεί βία προς τρίτους. Αντίθετα η βία και η επιθετικότητα φαίνεται να σχετίζονται  περισσότερο με παράγοντες όπως το άρρεν φύλο, η νεαρή ηλικία, η κατάχρηση ουσιών, η έλλειψη στέγης, η έκθεση σε βία, το αίσθημα αδυναμίας, το στίγμα κτλ. Ο όρος επίσης έχει συσχετισθεί με το ανίατο. Επικινδυνότητα και απουσία ανάρρωσης μοιάζουν να είναι έμφυτες στη συγκεκριμένη διάγνωση. Ο όρος συμπεριλαμβάνει μια πάρα πολύ ετερογενή ομάδα ανθρώπων με πολύ διαφορετικά συμπτώματα, αιτιολογία, πορεία και πρόγνωση. Είναι ένας όρος στατικός, τραυματικός και στιγματιστικός για τους ανθρώπους στους οποίους δίνεται. Αφαιρεί την ελπίδα και την ικανότητα αυτενέργειας αφού στους ανθρώπους λέγεται ότι έχουν μια γενετική ασθένεια του εγκεφάλου. Όμως η ελπίδα, η συνεχιζόμενη κοινωνική υποστήριξη και η υποστήριξη από ομότιμους, μαζί με τη δυνατότητα αυτενέργειας είναι απαραίτητες για να διευκολυνθεί η ανάρρωση. Τα αποτελέσματα από εννέα έρευνες σε παγκόσμιο επίπεδο αλλά και και μελέτες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας επισημαίνουν τη δυνατότητα ουσιαστικής ανάρρωσης. Οι άνθρωποι έχουν περισσότερες πιθανότητες ανάρρωσης όταν τους προσφέρεται ουσιαστική φροντίδα που είναι αποδεκτή από τους ίδιους. Ίσως πολλά από τα νευροβιολογικά ευρήματα της “σχιζοφρένειας”, που συχνά χαρακτηρίζονται ως μη ειδικά και τα οποία δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν στη διάγνωση μπορούν να εξηγηθούν καλύτερα ως αποτέλεσμα χρόνιου στρες, σχεσιακού και κοινωνικού τραύματος, κοινωνικής απομόνωσης ή/και αποκλεισμού, κοινωνικής συντριβής, οικονομικών αντιξοοτήτων, χαμηλής αυτοεκτίμησης, στίγματος, γονεϊκού στρες, μετανάστευσης, (ειδικότερα από ένα περιβάλλον μη λευκών σε ένα περιβάλλον λευκών), γέννησης και διαμονής σε αστικό περιβάλλον, χαμηλής επίδρασης του  μονονουκλεοτιδικού πολυμορφισμού (Singlenucleotide polymorphismsSNPs) και των πολλαπλών αντιγράφων γονιδίων (Copy number variants – CNV), επιγενετικών αλλαγών στην έκφραση των γονιδίων, την επίδραση των αντιψυχωσικών πρώτης και δεύτερης γενιάς  (ενδεικτικά δείτε τη Διαχρονική Μελέτη της Iowa). Είναι ενδεικτικό ότι Αφροαμερικανοί  είναι τρεις φορές πιο πιθανό να διαγνωστούν ως “σχιζοφρενείς”. Επιπλέον η κοινωνική αντιξοότητα μπορεί να ενσωματωθεί βιολογικά με αποτέλεσμα αλλαγές στην επιγενετική έκφραση των γονιδίων, η οποία μπορεί να μεταδοθεί διαγενεακά. Στην Ιαπωνία (διαταραχή κοινωνικής ενσωμάτωσης – intergration disorder), το Χονγκ Κονγκ και την Ταΐβάν (γνωστική-αντιληπτική  απορρύθμιση/δυσλειτουργία – cognitive-perceptual dysregulation/dysfunction) και στη Νότια Κορεα (διαταραχή προσαρμογής – attunement disorder) ο όρος “σχιζοφρένεια” έχει καταργηθεί από την ψυχιατρική νοσολογία. Έρευνες στην Ιαπωνία έχουν δείξει ότι τόσο οι λήπτες των υπηρεσιών όσο και οι επαγγελματίες είναι ικανοποιημένοι με αυτή την αλλαγή. Εξέχοντες ψυχίατροι όπως ο  Robin Murray στο Ηνωμένο Βασίλειο και ο Jim van Os στην Ολλανδία έχουν παρουσιάσει ισχυρά και πειστικά επιχειρήματα ως προς το γιατί θα πρέπει να καταργηθεί ο συγκεκριμένος όρος. Επίσης ο εκδότης του έγκυρου επιστημονικού περιοδικού Schizophrenia Bulletin πρόσφατα αναρωτήθηκε μήπως θα έπρεπε να καταργηθεί ο όρος. Πιστεύω ότι τώρα είναι η ώρα να αφήσουμε αυτό τον τόσο στιγματιστικό και επιστημονικά αμφιλεγόμενο όρο, που απομακρύνει την ελπίδα έχοντας εμποτιστεί με ποικίλους μύθους σχετικούς με την απουσία ανάρρωσης και την επικινδυνότητα

Brian Koehler PhD

80 East 11th Street

New York NY 10003

bk64@nyu.edu

bk2578@tc. Columbia.edu

212.533.5687

Το αίτημα θα υποβληθεί προς  την Αμερικάνικη Ψυχιατρική Εταιρεία και τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας

.

.

.

.

.

Παρουσίαση βιβλίου: «Ζώντας με φωνές – 50 Ιστορίες Ανάρρωσης»

.

100_1478.jpg

.

Όταν σας παρουσίασα πρόσφατα το πρώτο μέρος του αφιερώματος που έκανε το σπουδαίο περιοδικό «Τα Τετράδια Ψυχιατρικής» στο Κίνημα των Ανθρώπων που Ακούν Φωνές σ’ αυτή την ανάρτηση, σας είχα προϊδεάσει πως σύντομα θα σας παρουσιάσω ένα σχετικό βιβλίο και σας είχα εξηγήσει πως για το λόγο αυτό σκοπίμως άφηνα εκτός συγκεκριμένες πληροφορίες.

Σήμερα ήρθε η στιγμή να πραγματοποιήσω την υπόσχεσή μου και να σας παρουσιάσω το εν λόγω συλλογικό έργο που τιτλοφορείται: «Ζώντας με φωνές – 50 Ιστορίες Ανάρρωσης» και το υπογράφουν οι: Prof. Marius Romme, Dr. Sandra Escher, Jacqui Dillon, Dr. Dirk Corstens και Prof. Mervyn Morris.

Στο βιβλίο βέβαια βρήκα κι άλλα γνωστά ονόματα προσώπων για τα οποία ήδη έχουν γίνει εδώ αναφορές παλιότερα όπως για παράδειγμα ο Ron Coleman, αλλά και τα ονόματα όσων έχουν έρθει κι έχουν μιλήσει στη χώρα μας για τις εμπειρίες τους με τις φωνές όπως ο Peter Bullimore.

Τόσο τις δικές τους ιστορίες όσο και των άλλων ανθρώπων που ανάρρωσαν τις διάβασα με μεγάλο ενδιαφέρον κι αυτό που είδα ως κοινό στοιχείο σε όλες τους ήταν η παταγώδης αποτυχία της κυρίαρχης ψυχιατρικής ν’ αντιμετωπίσει καταστάσεις όπως το ν’ ακούει κάποια-ος φωνές.

Γιατί δεν γράφω ακουστικές ψευδαισθήσεις; Γιατί μ’ αυτόν τον επιστημονικοφανή όρο ακυρώνεται το βίωμα ως ψευδές και γιατί συνήθως με τέτοια «συμπτώματα» παρόντα δίνεται μ’ ευκολία θα έλεγα η διάγνωση της σχιζοφρένειας.

Κι όμως, όπως αναφέρεται στο βιβλίο και σαφώς γνωρίζουμε καλά όσες-οι έχουμε κάνει σχετικές σπουδές, οι φωνές αναφέρονται και σε άλλες κλινικές εικόνες όπως για παράδειγμα η αποσυνδετική διαταραχή, η μεταιχμιακή διαταραχή προσωπικότητας αλλά και η κατάθλιψη με ψυχωτικά στοιχεία.

Δεν είναι λοιπόν παρούσες οι φωνές μόνο στην κλινική εικόνα της σχιζοφρένειας κι επιπλέον δεν είναι πάντα αξιόπιστος δείκτης πως το άτομο πάσχει: «Έρευνες από τη δεκαετία του 1990 έχουν δείξει ότι η εμπειρία των φωνών, και πιο συγκεκριμένα εκείνων που πληρούν τα κριτήρια της ψυχιατρικής για τις ακουστικές ψευδαισθήσεις, εμφανίζονται στον Δυτικό κόσμο σ’ ένα ποσοστό περίπου 4% του γενικού πληθυσμού, εκ των οποίων οι περισσότεροι δεν παρουσιάζουν σημεία ή συμπτώματα κάποιας ασθένειας. Τα δεδομένα υποδεικνύουν ότι περίπου το ένα τρίτο του 4% έχει πράγματι ανάγκη φροντίδας, αλλά τα υπόλοιπα δύο τρίτα δεν έχουν τέτοια ανάγκη, επειδή, για παράδειγμα, δεν φαίνονται να ενοχλούνται ή να νιώθουν άρρωστα. Αντίθετα αυτή η ομάδα βιώνει τις φωνές κυρίως ως βοηθητικές, ως οδηγό ζωής για καθημερινά προβλήματα ή για προβλήματα υπαρξιακού χαρακτήρα» (σελ. 37).

Προσέξατε κάτι στην προηγούμενη παράγραφο; Έγινε λόγος για τον Δυτικό κόσμο κι αυτό δεν είναι διόλου τυχαίο. Μελέτες απ’ το χώρο της Εθνοψυχιατρικής έχουν δείξει πως το βίωμα του ν’ ακούει κάποια-ος φωνές αξιολογείται διαφορετικά καθώς είναι πολιτισμικά καθορισμένο. Εκτός της Δύσης, αφενός θεωρείται κοινή εμπειρία κι αφετέρου παίρνει θετικό πρόσημο.

Όταν διαβάσετε την ιστορία του Odi Oquosa που αναφέρεται στο βιβλίο θα καταλάβετε περισσότερα αλλά ως τότε αξίζει να σας αναφέρω ενδεικτικά και την έρευνα της Tanya M. Luhrmann του Πανεπιστημίου του Στάνφορντ, που έδειξε πως στην Άκρα της Γκάνας οι μισοί και παραπάνω απ’ τους είκοσι συμμετέχοντες θεωρούν τις φωνές καλές και χρήσιμες. Παρόμοια ήταν τα αποτελέσματα και στο Τσενάι της Ινδίας: τουλάχιστον οχτώ άτομα από αυτή την ομάδα χαρακτήρισαν θετική εμπειρία τις φωνές, αφού εκτός όλων των άλλων, τους προτρέπουν να μην καπνίζουν, να μην πίνουν, να τρώνε σπιτικό φαγητό και να είναι καθαροί.

Εκτός αυτού, υπάρχουν βέβαια και γνωστά σε όλους μας ιστορικά πρόσωπα που άκουγαν φωνές όπως αναφέρεται στην ιστορική αναδρομή που επιχειρεί ο Prof. Marius Romme, όπως ο Σωκράτης, ο Ιησούς, ο Μωάμεθ, η Ζαν ντ’ Αρκ, ο Γκάντι, ο Ρίλκε, ο Σούμαν κ.α. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις η νοηματοδότηση των φωνών ήταν διαφορετική και βεβαίως δεν τους εμπόδιζε απ’ το να συνεχίσουν ο καθένας το έργο του.

Προφανώς το συγκεκριμένο βιβλίο στοχεύει να βοηθήσει ανθρώπους που βιώνουν τις φωνές τους, αντιθέτως απ’ τους παραπάνω όχι ως βοηθητικές και θετικές, αλλά ως αρνητικές. Ανθρώπους που τους αποδιοργανώνει αυτή η εμπειρία και τους δυσκολεύει στο ν’ ανταπεξέλθουν στις καθημερινές τους υποχρεώσεις, είτε έχουν πάρει είτε όχι τη διάγνωση της σχιζοφρένειας. Αλλά έγινε πολύς λόγος γι’ αυτή τη διάγνωση ήδη επειδή πραγματικά θεωρείται ένα είδος ταφόπλακας για τη ζωή κάποιου κι αυτή η αντίληψη είναι που πρέπει ν’ αλλάξει.

Ανήκω κι εγώ στη γενιά που εκπαιδεύτηκε με την αντίληψη πως δεν πρέπει να μιλούν οι πάσχοντες για τις φωνές τους, πως δεν πρέπει να συζητάμε μαζί τους γι’ αυτές γιατί έτσι «μπαίνουμε στην τρέλα τους» κι επιπλέον «τους κάνουμε κακό» αφού δεν είναι πραγματικές κι ας έβλεπα όπως και τόσοι άλλοι συνάδελφοι πως έβγαινε νόημα απ’ ότι έλεγαν αυτές οι φωνές. Πως συνδέονταν με την ιστορία του ανθρώπου που τις άκουγε. Χαίρομαι λοιπόν διπλά που βλέπω ν’ αλλάζει αυτή η αντίληψη μιας και πάντα είχε μέσα μου την αμφιβολία γι’ αυτό το θέσφατο.

Σήμερα πια γνωρίζουμε ότι «στο 70% των ‘ασθενών’ (των ανθρώπων που δυσκολεύονται να διαχειριστούν τις φωνές τους) οι φωνές σχετίζονται με τραύμα και καταστάσεις βιωμένης αβοηθητότητας.Στις τραυματικές καταστάσεις περιλαμβάνονται η σεξουαλική και σωματική κακοποίηση, η συναισθηματική παραμέληση, η παιδική βία και ο εκφοβισμός (bullying), τα υψηλά επίπεδα στρες (stress) και γενικά καταστάσεις που προκαλούν ανασφάλεια στην ευαίσθητη παιδική ηλικία» (σελ.38).

Το βιβλίο λοιπόν εστιάζει στο πως μπορούν τα άτομα με τέτοιες εμπειρίες που ακούν φωνές, να τις διαχειριστούν, όταν το κυρίαρχο ψυχιατρικό σύστημα, θα το ξαναγράψω, αποτυγχάνει σ’ αυτό παταγωδώς. Και πως αποδεικνύεται αυτή του η αποτυχία; Απ’ τα λόγια των ίδιων των ανθρώπων που ζήτησαν βοήθεια κι αντ’ αυτής έλαβαν φαρμακευτική αγωγή και παροτρύνθηκαν ν’ αποδεχτούν το ανίατο της κατάστασής τους. Για να διαβάσουμε μαζί τι έχουν γράψει μερικές-οι απ’ αυτούς, όπως η Jacqui Dillon:

«Μου είπαν πως είχα μια αρρώστια: ήμουν ψυχασθενής. Περίμεναν να γίνω ο παθητικός δέκτης της θεραπείας αυτής της διαταραχής και η φαρμακευτική αγωγή ήταν η μόνη επιλογή που υπήρχε για μένα. Μου είπαν τι να κάνω λέγοντάς μου αντικρουόμενα πράγματα -πως ο μόνος τρόπος για να γίνω καλύτερα ήταν να πάρω φάρμακα αλλά, ουσιαστικά, ούτως ή άλλως δεν θα γινόμουν ποτέ πραγματικά καλά. Κανένας ποτέ δεν με ρώτησε τι πίστευα πως θα βοηθούσε, καθώς ένιωθα πως τα είχα καταφέρει θαυμάσια μέχρι τότε. Αυτό που βίωνα δεν θεωρήθηκε ποτέ πως ήταν μια φυσική και ανθρώπινη αντίδραση σε πράγματα που είχαν συμβεί στη ζωή μου. Το γεγονός ότι άκουγα τις φωνές μου ήταν η απόδειξη της ασθένειάς μου, και το να θέλω να τις κρατήσω με σκοπό να καταλάβω περισσότερα για τον εαυτό μου θεωρήθηκε πως έδειχνε αντίσταση στην θεραπεία» (σελ. 208).

Και η Eleanor Longden (μπορείτε να την δείτε κι εδώ να μιλάει) μας δίνει τη δική της μαρτυρία:

«Η ψυχίατρος εξίσωσε το άκουσμα των φωνών με την τρέλα και μου έδωσε τη διάγνωση της σχιζοφρένειας. Μ’ αυτό εγώ έλαβα το μήνυμα πως ήμουν το παθητικό θύμα της παθολογίας. Δεν μ’ ενθάρρυνε να κάνω τίποτα που θα με βοηθήσει ενεργά. Θεραπεία σήμαινε φαρμακευτική θεραπεία. Ήταν απίστευτα αποκαρδιωτικό. Όλα υπονόμευαν την αυτό-εικόνα μου, ενισχύοντας όλες τις αμφιβολίες που είχα για τον εαυτό μου. Η καταστροφική επίπτωση βοήθησε ακριβώς στο να κάνει τις φωνές πιο δυνατές και πιο επιθετικές, γιατί άρχισα να τις φοβάμαι περισσότερο (…) Όλα αυτά συνέβησαν σε απίστευτα μικρό χρονικό διάστημα. Μπήκα σ’ αυτό το νοσοκομείο ως ταραγμένη, συγκεχυμένη, δυστυχισμένη 18χρονη και βγήκα σχιζοφρενής και ήμουν και καλή. Έφτασα στο να ενσαρκώνω το πως δείχνει και τι αίσθηση δίνει η ψύχωση» (σελ. 163-4).

Απ’ τα τραγικότερα πράγματα που διάβασα ήταν αυτό το απόσπασμα. Γιατί δείχνει πόσο άχρηστοι κι επικίνδυνοι επιπλέον μπορούν να φανούν αυτοί που θεωρούνται ειδικοί όταν ένα άτομο που πάσχει προσφεύγει σ’ αυτούς ως χρήστρια-ης υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Και λυπάμαι αφάνταστα γιατί εκεί έξω υπάρχουν ακόμη άτομα που σπούδασαν ψυχολογία και ψυχιατρική και σταθερά ψέγουν κι απαξιώνουν όσες κι όσους προβάλλουν κι άλλες λύσεις πέρα απ’ το μονόδρομο των ψυχοφαρμάκων. Και δεν βλέπουν πόσο ανήθικο είναι ν’ αποκρύπτεις τέτοιες πληροφορίες, ούτε καταλαβαίνουν πως δεν κάνουμε όλοι την ίδια «δουλειά», ακόμα κι αν είμαστε τύποις στον ίδιο επιστημονικό ας πούμε χώρο. Ίσως σήμερα τους γίνει πιο σαφές. Για να πάμε σε δύο ακόμη μαρτυρίες και πρώτα σ’ αυτήν της Antje Muller:

«Κανένας δεν με ρώτησε ποτέ τίποτα γι’ αυτές, παρ’ όλο που οι φωνές ήταν εκείνες που μου είχαν κάνει τη ζωή αβίωτη. Δηλαδή όλες οι συζητήσεις που είχα κάνει στο νοσοκομείο ήταν για πολλά πράγματα αλλά, κατά κάποιον τρόπο, δεν είχαν σχέση μ’ εμένα. Ήταν για πράγματα γύρω από μένα και γύρω από διάφορα θέματα που σχετίζονταν μ’ εμένα, αλλά όχι πραγματικά για μένα» (σελ.136)

Και της Audrey Reid:

«Μέσα σε μια βδομάδα είχα δύο συναντήσεις και ενώ την Τρίτη μου είπαν ότι έχω μανιοκατάθλιψη, την Πέμπτη μου είπαν ότι ήταν σχιζοφρένεια. Τι να τα κάνεις αυτά; Είναι τελείως αλλόκοτα λόγια που δεν σημαίνουν τίποτα. Πως μαθαίνεις να τ’ αντιμετωπίζεις ή τι να κάνεις μ’ αυτό; Δεν μπορώ ούτε να συλλαβίσω τη λέξη σχιζοφρένεια. Τι υποτίθεται ότι πρέπει να κάνεις με όλες αυτές τις αλλόκοτες διαγνώσεις; Και όλα όσα σου προσφέρουν είναι μόνο φάρμακα» (σελ.140-1).

Αμφιβάλλει κανείς πλέον πως το σύστημα αποτυγχάνει ν’ ανταποκριθεί στις ανάγκες αυτών των ανθρώπων; Και φυσικά όταν αναφέρομαι στο σύστημα, δεν εννοώ μόνο το ψυχιατρικό. Δεν είναι μόνο θέμα ορισμένων «συναδέλφων» το ότι αντι-επιστημονικά και αντι-δεοντολογικά δρουν διαχειριζόμενοι έτσι την ‘τρέλα’. Θα έπρεπε να είναι όλων μας. Το είχα εντάξει και στο παρελθόν σε ανάρτηση αυτό που τονίζει με κάθε ευκαιρία ο Ron Coleman, αλλά έχει νόημα να το θυμηθούμε πάλι, ακριβώς σ’ αυτό το σημείο: «Στην κουλτούρα των Αβορίγινων», λοιπόν «όταν κάποιος τρελαίνεται, όλη η φυλή συγκεντρώνεται να συζητήσει τι έκανε η φυλή και προκάλεσε την τρέλα του ατόμου. Μπορείς να το φανταστείς αυτό στην κουλτούρα μας; Νομίζω πως όχι» (σελ.301).

Δυστυχώς θα έλεγα, όχι. Κατηγορηματικά όχι, γιατί στην κουλτούρα μας κοιτάμε το δέντρο και χάνουμε το δάσος. Δεν συνδέσουμε το ατομικό με το συλλογικό και το πολιτικό όπως θα έπρεπε. Κι αν κάποιος παίρνει τη διάγνωση της κατάθλιψης για παράδειγμα μετά από μακροχρόνια ανεργία, δεν σκεφτόμαστε πως αυτές οι ακραίες οικονομικές συνθήκες που οδηγούν στην φτωχοποίηση και την επακόλουθη συναισθηματική κατάρρευση είναι που πρέπει να’ αλλάξουν, αλλά του χορηγούνται αφειδώς και «γενναιόδωρα» ψυχοφάρμακα. Το σύστημα έχει κάνει τη «δουλειά» του κι έχει τελειώσει μαζί του. Όπως και με πολλές άλλες «περιπτώσεις».

Αν κάτι μ’ αρέσει λοιπόν σ’ αυτό το βιβλίο είναι πως το υπογράφουν άνθρωποι με διαφορετικές αντιλήψεις απ’ τις επικρατούσες στην κυρίαρχη ψυχιατρική. Άνθρωποι που συνδέουν το ατομικό με το συλλογικό, μιας και στις απανταχού ομάδες των «Hearing Voices» (εδώ κι εδώ πληροφορίες για τις ελληνικές ομάδες) βοηθήθηκαν όσες-οι κατέθεσαν την εμπειρία τους. Άνθρωποι που καταλαβαίνουν πως οι πολιτικές επιλογές πρέπει ν’ αλλάξουν.

Τη σύνδεση με όλα αυτά θεωρώ πως την τονίζουν τα λόγια μιας πρώην χρήστριας υπηρεσιών ψυχικής υγείας και νυν ψυχολόγου, της Helen: «Αυτή η προπαγάνδα άγνοιας (ενν: γύρω απ’ το βίωμα των φωνών) μπόρεσε ν’ ανθίσει λόγω της έλλειψης ηθικών αρχών (π.χ. τέθηκε το κέρδος πάνω από τον άνθρωπο), διεφθαρμένων οικονομικών, πολιτικών και επιστημονικών συμφερόντων και λόγω έλλειψης διαλόγου με τους Ειδικούς μέσω Εμπειρίας. Οι υπάρχοντες τρόποι εργασίας είναι αντιδεοντολογικοί, στηρίζονται στον στιγματισμό, στην προκατάληψη και στην άγνοια κι είναι άκρως επιβλαβείς σε πολλούς Επιζήσαντες του τραύματος και της κακοποίησης που γίνονται ασθενείς στο σύστημα» (σελ. 204).

Και σ’ αυτό θέλω να σταθούμε, λίγο πριν το τέλος. Αν κάποιος έχει το δικαίωμα να διαχειριστεί την ‘τρέλα’ του και να γνωρίζει γι’ αυτήν, είναι όποια-ος πάσχει. Φυσικά και είναι απαραίτητο και ζητούμενο να είμαστε κοντά του αν μας χρειάζεται κι εμείς οι ‘ειδικοί’, αλλά να μην ξεχνάμε αυτό που υπογραμμίζει ο Ron Coleman:

«Το κλειδί για την ανάρρωση είναι η κυριότητα, η ανάληψη της ευθύνης και της κυριότητας των εμπειριών μας. Οι γιατροί δεν μπορούν να έχουν την κυριότητα των εμπειριών μας. Οι ψυχολόγοι δεν μπορούν να έχουν την κυριότητα των εμπειριών μας. Ομοίως δεν μπορούν ούτε οι νοσηλευτές, οι κοινωνικοί λειτουργοί, οι εθελοντές, οι εργοθεραπευτές, οι ψυχοθεραπευτές, οι φροντιστές και οι φίλοι. Ακόμα και οι εραστές και οι ερωμένες μας δεν μπορούν να έχουν την κυριότητα. Πρέπει να την έχουμε εμείς. Μόνο μέσα από την κυριότητα της τρέλας μας μπορούμε ν’ αναρρώσουμε από την τρέλα. Το ταξίδι μέσα από την τρέλα είναι ουσιαστικά ένα ατομικό ταξίδι. Μπορούμε να μοιραστούμε με άλλους μόνο ένα μέρος από το ταξίδι μας. Το μεγαλύτερο μέρος είναι δικό μας και μοναχικό» (σελ. 302).

Για όσες κι όσους λοιπόν το ταξίδι είναι δύσκολο και χρειάζονται βοήθεια για να διαχειριστούν τις φωνές τους, αλλά και για όσες-ους θέλουν ν’ αποδειχτούν χρήσιμοι συν-ταξιδιώτες, δηλαδή τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας, ενδείκνυται αυτό το βιβλίο. Αναλύει πως μπορεί όποια-ος έχει τέτοιες εμπειρίες να κατανοήσει τι εκφράζουν οι φωνές, να τις αποδεχτεί, ν’ αλλάξει τη σχέση της-του μαζί τους αν δεν γίνεται να τις εξαλείψει και ν’ αποκτήσει εντέλει έλεγχο της ζωής της-του. Είναι ένα βιβλίο που μεταγγίζει ελπίδα κι είμαι βέβαιη πως θ’ αποδειχτεί βοηθητικό για όσες-ους το επιλέξουν. Κυκλοφορεί στα ελληνικά απ’ τις εκδόσεις «Νησίδες» και την μετάφρασή του έχουν κάνει ο Στέφανος Βασάκος κι ο Λυκούργος Καρατζαφέρης.-

.

.

.

Παρουσίαση βιβλίου: Α Beautiful Mind – Μέρος ΙΙ

.

.

*Το Μέρος Ι μπορείτε να το διαβάσετε εδώ.

.

Ο Nash κατάλαβε γρήγορα πως παιζόταν το παιχνίδι στο McLean κι άρχισε να προσποιείται (ίσως και πράγματι ελαφρώς βελτιωμένος) πως είναι καλύτερα, πως δεν αποτελεί απειλή για κανέναν, πως κατανοεί το παράλογο των προηγούμενων ιδεών του κτλ. Παράλληλα προσέλαβε δικηγόρο κι αυτός με τη σειρά του ψυχίατρο. O ψυχίατρος,  που ήταν ο γνωστός και φημισμένος στην εποχή του Albert Warren Stearns (είχε γνωμοδοτήσει και στην υπόθεση Sacco -Vanzetti), τον εξέτασε δύο φορές και δεν είδε τίποτα ψυχωτικό στην συμπεριφορά του. Πρότεινε λοιπόν την έξοδο του κι αφού ούτε οι γιατροί του έφεραν αντίρρηση, μετά από πενήντα μέρες εγκλεισμού και μια βδομάδα μετά τη γέννηση του γιου του, πήρε εξιτήριο.

Η γυναίκα του υποσχέθηκε να γίνουν διακανονισμοί, ώστε να τον παρακολουθήσει μετέπειτα κάποιος ειδικός. Eίχε φύγει απ’ το σπίτι που ζούσαν μαζί κι έμενε πια σ’ ένα διαμέρισμα με μια φίλη της. Με την έξοδο του ο Nash, έκανε ένα πάρτι για να το γιορτάσει κι αναφερόταν σ’ αυτό ως Mad Hatter’s Tea (αν σας ενδιαφέρει μπορείτε να δείτε εδώ περισσότερα για την σχετική ορολογία). H Alicia βοήθησε στην οργάνωση του πάρτι κι ας είχε γεννήσει μια βδομάδα πριν.

Απ’ τα πρώτα πράγματα που έκανε εκείνος αργότερα, ήταν να παραιτηθεί απ’ το ΜΙΤ και να ζητήσει να παίρνει μια μικρή σύνταξη. Θεωρούσε τους ανθρώπους εκεί συνένοχους στον ακούσιο εγκλεισμό του. Εκείνοι με τη σειρά τους, φοβόταν για το μέλλον του, αν έμενε χωρίς ασφάλεια με τόσο ακριβά νοσήλεια, προσπάθησαν να τον μεταπείσουν, αλλά ήταν μάταιο. Τελικά παραιτήθηκε κι η γυναίκα του τον ακολούθησε στην Γαλλία, τον Ιούλιο του ’59, αφήνοντας στην φροντίδα της μητέρας της το νεογέννητο, που αποκαλούσαν Baby Epsilon (μαθηματικό αστείο) και δεν είχαν συζητήσει πως θα το ονομάσουν.

Μια βδομάδα περίπου μετά την άφιξη τους,  εκείνος πήγε στο Λουξεμβούργο και προσπάθησε να παραιτηθεί της αμερικανικής του υπηκοότητας, εμπνεόμενος από κάτι παρόμοιο που είχε κάνει κάποιος Garry Davis. Ήταν φανερό πως είχαν αρχίσει πάλι τα προβλήματα. Η μητέρα του Virginia, όταν το έμαθε, έπεσε σε κατάθλιψη, άρχισε να πίνει τόσο, που κατέρρευσε τελικά ( έπαθε νευρικό κλονισμό) και εισήχθη για νοσηλεία (παρέμεινε στο νοσοκομείο για δύο βδομάδες).

Στη συνέχεια το ζευγάρι πήγε στη Γενεύη, όπου σχεδόν αμέσως η Alicia τον άφησε (απ’ τα παράξενα σημεία της ιστορίας τους, καθώς είχε πάει μαζί του για να τον προσέχει κι αυτός ήταν ο λόγος που άφησε πίσω και το μωρό τους) και πήγε με μια ξαδέρφη της στην Ιταλία διακοπές, για μερικές εβδομάδες. Φαίνεται πως ο Nash έμεινε μόνος για πέντε μήνες μήνες και στο διάστημα αυτό προσπαθούσε αδιάκοπα γράφοντας γράμματα (στα οποία κολλούσε εισιτήρια του μετρό, αποκόμματα εφημερίδων κτλ) κι απευθυνόμενος σε διάφορες αρχές, να ζητήσει πολιτικό άσυλο. Άνοιξε επίσης λογαριασμούς σε διάφορες τράπεζες, με λίγα χρήματα και συχνά χρησιμοποιούσε ψεύτικα ονόματα. Τελικά κατέστρεψε μόνος το διαβατήριο του κι αρνιόταν να βγάλε καινούριο. Μετά από μια σειρά παρόμοιων γεγονότων, απελάθηκε απ’ τη Γαλλία.

Δυο χρόνια σχεδόν μετά την πρώτη του εισαγωγή ξαναμπήκε ακουσίως σε ψυχιατρείο, στο Τrenton State Hospital, όπου όλα ήταν διαφορετικά, σε σχέση με το McLean. Δυόμιση χιλιάδες ασθενείς βρίσκονταν εκεί, έξι ψυχίατροι ήταν υπεύθυνοι για 600 άντρες κι ένας για 500 χρόνιους ασθενείς. Μοιραζόταν το δωμάτιο με τριάντα ή σαράντα άλλους, δεν μπορούσε να φοράει καν τα ρούχα του ή να έχει ένα ντουλάπι για τα πράγματα του. Ήταν εν ολίγοις ένα ψυχιατρείο, σαν αυτά της χώρας μας. Ο γιατρός που τον ανέλαβε λεγόταν Baumecker και δεν του άρεσε καθόλου, γιατί το επώνυμο του άρχιζε από Β κι είχε κάτι εναντίον αυτού του γράμματος. Tο δε νοσηλευτικό προσωπικό τον αποκαλούσε ..Johnny.

Tο γιατί εισήχθη εκεί, αντί σε ιδιωτική ψυχιατρική κλινική, εφόσον η γυναίκα του και η μητέρα του θα μπορούσαν να έχουν κάνει μια τέτοια επιλογή, είναι ένα ακόμη ασαφές σημείο, στην όλη ιστορία του. Ήταν απ’ τα χειρότερα μέρη που θα μπορούσε να βρεθεί πάντως, καθώς εκεί χρησιμοποιούσαν ως θεραπείες: ηλεκτροσόκ, ινσουλινικά κώματα και βαριές φαρμακευτικές αγωγές. Με ενέργειες ανθρώπων απ’ το Princeton που ενδιαφέρθηκαν μεταφέρθηκε στην μονάδα των ινσουλινικών κωμάτων, που ήταν ότι καλύτερο είχε να προσφέρει το νοσοκομείο.

Για έξι βδομάδες, πέντε μέρες τη βδομάδα του γινόταν σχετικές ενέσεις. “Μαρτύριο” ήταν για κείνον αυτές οι θεραπείες όπως είπε αργότερα. Και δεν είναι παράξενο, εφόσον κατά τη διάρκεια αυτών των θεραπειών εκτός όλων των άλλων που μπορούσαν να συμβούν, κάποιες φορές έσπαζαν τα κόκαλα των ασθενών και κάποιοι δεν βγήκαν ποτέ απ’ το προκαλούμενο κώμα. Η θεραπεία αυτή είχε εφαρμοστεί κάποτε και στο Δαφνί κι ας σας ενδιαφέρει εδώ θα διαβάσετε περισσότερα για το θέμα.

Γενικώς, έτσι πια γινόταν με τη ζωή του. Βελτιωνόταν, έβγαινε, προσπαθούσαν οι φίλοι του απ’ το Πανεπιστήμιο να του βρουν μια δουλειά να ορθοποδήσει, ξανάμπαινε στο ψυχιατρείο κτλ. Η Alicia κουρασμένη, ζήτησε και πήρε διαζύγιο, εκείνος κατέληξε να ζει με τη μητέρα του μέχρι που η Virginia πέθανε και μετέπειτα να γυρίζει ντυμένος παράξενα στο Princeton. Τον ήξεραν όλοι εκεί ως το Φάντασμα. Κι ενώ παρέμενε παγωμένος σε μια ονειρική κατάσταση ζητιανεύοντας τσιγάρα και ψιλά όπως γράφει η συγγραφέας, απλώνοντας συνήθως γύρω του ένα σωρό κουρελιασμένα χαρτιά κι οι περισσότεροι τον νόμιζαν νεκρό από καιρό, κατά τις δεκαετίες ’70 και ’80 οι θεωρίες του άρχισαν ν’ απασχολούν σχεδόν τους πάντες: μελετήθηκαν σε σχέση με την εφαρμογή τους στην οικονομία, την εξελικτική βιολογία, τις πολιτικές επιστήμες κ.α. Μάλιστα, μιας και ζούμε σε προεκλογική περίοδο, ίσως να θελήσετε να διαβάσετε ένα άρθρο που θα βρείτε εδώ για τη σχέση των εκλογών με τη θεωρία των παιγνίων.

.

.

Όσο για το πως εξελίχτηκαν οι σχέσεις του με τη σύζυγο του, με τον μεγάλο γιο του, το εκτός γάμου παιδί του δηλαδή, αλλά και τον δεύτερο που κατέληξε κάποια στιγμή να νοσηλευτεί στο ίδιο ψυχιατρείο που είχε μπει κάποτε και ο πατέρας του (μιας και όπως κληρονόμησε την ευφυΐα του, κληρονόμησε και τη διαταραχή του), θα τα μάθετε διαβάζοντας το πολύ ενδιαφέρον αυτό βιβλίο. Αναφέρονται αναλυτικά οι εισαγωγές του στα διάφορα ψυχιατρεία, οι θεραπείες που του έκαναν, αλλά κι η έρευνα του, οι σχέσεις του κι οι συναντήσεις του με άλλα ιερά τέρατα των Μαθηματικών, όπως ο Albert Einstein κι o John von Neumann. Θα μάθετε επίσης το παρασκήνιο της βράβευσης του και το πως εξελίσσεται η ζωή του τα τελευταία χρόνια.

Προσωπικά, στάθηκα αρκετά σε διαδραματίστηκαν στο ΜΙΤ, καθώς ήρθε κοντά με δύο ανθρώπους, που κι αυτοί έδιναν τις μάχες τους με τις διαταραχές τους: τον Norbert Wiener και τον Norman Levinson. Η κόρη του δεύτερου επιπλέον, έπασχε από μανιοκατάθλιψη κι ο πατέρας της σιχαινόταν τους ψυχιάτρους. Την ίδια στάση άρχισε να έχει από τότε κι ο Nash, μιμούμενος σχεδόν λένε κάποιοι τον Levinson. Αλλά κι αργότερα, έκανε στενή παρέα με τον Amasa Forrester, που αντιμετώπιζε με μεγάλη συμπάθεια τους ψυχικά πάσχοντες κι είχε τον τρόπο του να συνδέεται μαζί τους. Ίσως κατάλαβε περισσότερα πράγματα για τον ψυχισμό του Nash, από άλλους.

Για το τέλος άφησα ένα μεγάλο ερώτημα που υπάρχει σχετική με την ανάρρωση του. Πως είναι δυνατόν είπαν κάποιοι να θεραπευτεί απ’ τη σχιζοφρένεια, χωρίς μάλιστα να παίρνει κανένα απολύτως φάρμακο (ενώ στην ταινία βλέπετε να λέγεται εσκεμμένα κάτι διαφορετικό). Μήπως δεν ήταν ποτέ ψυχωσικός; Πολλοί απαντούν πως ήταν με βάση τα κριτήρια του DSM που όπως γνωρίζετε οι συχνοί εδώ επισκέπτες, δεν έχω σε ιδιαίτερη εκτίμηση. Θα σας πω λοιπόν, πως απ’ όσα διάβασα, προσωπικά δεν αμφιβάλλω πως ο άνθρωπος αυτός ήταν διαταραγμένος και πως όλη του η ζωή διαλύθηκε εξαιτίας όσων αντιμετώπιζε.

Δεν είναι επίσης όμως, ούτε ο πρώτος, ούτε ο τελευταίος που ανακάμπτει από τόσο σοβαρή ψυχική ασθένεια. Κι αυτό δεν το ισχυρίζομαι εγώ. Το επιβεβαιώνουν οι έρευνες που παραθέτει η συγγραφέας. Μεταξύ αυτών και η έρευνα των Winokur και Chuang σε 170 ασθενείς, η οποία έδειξε πως 30 χρόνια μετά την έναρξη της νόσου, ένα 8% μπορούν να θεωρούνται πως είναι πια καλά. Ίσως παίζουν το ρόλο τους οι ορμονικές αλλαγές, που λαμβάνουν χώρα λόγω ηλικίας, ίσως κι άλλα πράγματα που ακόμη δεν μπορούμε να κατανοήσουμε πλήρως…

Ο Nash λοιπόν απέφυγε σθεναρά τη λήψη αντιψυχωτικών φαρμάκων απ’ το ’70 και μετά, όπως έχει εξηγήσει πάμπολλες φορές, άρα και τις παρενέργειες τους κι ίσως αυτό να ήταν που συνετέλεσε στο να μην μειωθεί η ευφυΐα του. Οπωσδήποτε όμως τον βοήθησε και το γεγονός πως για πολλά χρόνια κινούνταν σ’ ένα περιβάλλον, όπως αυτό του Princeton, που δεν ήταν απειλητικό, αλλά αντίθετα οικείο, υποστηρικτικό κι ασφαλές. Κι η γυναίκα του άλλωστε είπε εκ των υστέρων, πως μάλλον ήταν λάθος οι ακούσιες νοσηλείες του. Δεν του προσέφεραν στην πραγματικότητα τίποτα, πέρα από οδύνη.

Ο ίδιος λέει πως κατάφερε με μεγάλη προσπάθεια ν’ απορρίπτει τις παραληρητικές ιδέες του και ν’ ασχολείται μόνο με τις λογικές, τα μαθηματικά προβλήματα κτλ. Αν ανατρέξετε σε συνεντεύξεις του που μπορείτε να διαβάσετε εδώ, εδώ κι εδώ, θα διαπιστώσετε και μόνοι σας, πόσο συγκροτημένος είναι ο λόγος του και φυσικά αξίζει να δείτε τα ντοκιμαντέρ που υπάρχουν στην ανάρτηση, όταν θα έχετε χρόνο, για να μάθετε περισσότερα.

Ο άνθρωπος που από παιδί δυσκολευόταν να αναπτύξει στενές σχέσεις με τους άλλους, που δεν υπήρξε καλός μαθητής, που ελάχιστοι συμφοιτητές του τον είχαν δει να διαβάζει, που δεν παρακολουθούσε τα μαθήματα του Πανεπιστημίου, που απαρτιώθηκε απ’ τη σχιζοφρένεια, που.. που… κατάφερε να πάρει πίσω τη ζωή του. Ή έστω, ένα μέρος της. Αλλά κι αυτό, δεν είναι λίγο. Είναι αντιθέτως, πολύ σπουδαίος άθλος. Γι’ αυτό και θέλω να κλείσουμε με δικά του λόγια, μ’ αυτά που διάβασα εδώ και μου έκαναν εντύπωση:

«...Τώρα μοιάζει να σκέφτομαι λογικά και πάλι με τη μορφή που είναι χαρακτηριστική στους επιστήμονες. Όμως αυτό δεν χαροποιεί, όπως θα χαροποιούσε κάποιον που βρήκε τη φυσική του υγεία. Μια πλευρά αυτού είναι ότι η λογικότητα της σκέψης βάζει όρια στη σχέση του ανθρώπου με τον κόσμο… Δεν θα τολμούσα να πω ότι υπάρχει ευθεία σχέση μεταξύ μαθηματικών και τρέλας, αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι μεγάλοι μαθηματικοί υπέφεραν από μανιακά χαρακτηριστικά, ντελίριο και συμπτώματα σχιζοφρένειας…».

Καλή σας ανάγνωση.

.

.

.

.