Παρουσίαση βιβλίου: Α Beautiful Mind – Μέρος Ι

.

Πιστεύω πως η ψυχική ασθένεια ή η τρέλα μπορεί να είναι και μια απόδραση. Οι άνθρωποι δεν εκδηλώνουν μια ψυχική ασθένεια επειδή βρίσκονται στην ευτυχέστερη των καταστάσεων συνήθως. Ένας γιατρός παρατήρησε ότι ήταν σπάνιο όταν οι άνθρωποι ήταν πλούσιοι να γίνονται σχιζοφρενείς. Αν ήταν φτωχοί ή δεν είχαν πολλά χρήματα, τότε ήταν πιο πιθανό. Και αυτό είναι φυσικό. Αν τα πράγματα πάνε πολύ καλά, μπορείς να είσαι ικανοποιημένος με τον κόσμο όπως είναι, όπως φαίνεται πως είναι. Αν τα πράγματα δεν πάνε τόσο καλά, μπορεί να είσαι αυτός που θα φανταστεί κάτι καλύτερο.

 John Nash

.

A Beautiful Mind

.

Συνήθως, όταν ένα βιβλίο μεταφέρεται στην μεγάλη οθόνη, πολλά αλλάζουν. Κι οι συγκρίσεις είναι αναπόφευκτες. Στην περίπτωση όμως, για την οποία θα γίνει εδώ λόγος σήμερα, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Κι αυτό συμβαίνει επειδή στη χώρα μας πάμπολλοι άνθρωποι παρακολούθησαν πριν αρκετά χρόνια την συγκινητική ταινία για τον ιδιοφυή John Forbes Nash, αλλά λίγοι ασχολήθηκαν με το βιβλίο, στο οποίο βασίστηκε. Κι έμειναν με την εντύπωση έκτοτε,  πως όσα είδαν, δείχνουν την αληθινή ιστορία του βραβευμένου με Nobel και Steel, επιστήμονα, που διαγνώστηκε ως σχιζοφρενικός. Δεν είναι όμως έτσι. Kι αυτό μου έδωσε την αφορμή για να σας αναλύσω τις διαφορές της ταινίας με την πραγματικότητα.

Η ταινία μπορεί να είναι αξιόλογη και ν’ αξίζει κάποιος να την παρακολουθήσει, αλλά δεν παύει να είναι φτιαγμένη στο Hollywood και ας μην ξεχνάμε πως προοριζόταν όταν βγήκε στις αίθουσες τo 2001, για βραβείο Όσκαρ. Πράγμα που σημαίνει πως αλλοιώθηκαν συγκεκριμένα γεγονότα για χάρη της μυθοπλασίας. Και δεν ήταν ένα και δύο. Ας αρχίσουμε λοιπόν να εξετάσουμε κάποια απ’ αυτά.

Η γνωριμία λοιπόν του John Nash με τη σύζυγο του Alicia Larde, θα σας το χαλάσω ξέρω, αλλά δεν ήταν τόσο ρομαντική. Ούτε κι η κοινή τους ζωή είχε πολλά τέτοια στοιχεία. Όταν η όμορφη Alicia, μία απ’ τις 17 μόνο γυναίκες που σπούδαζαν τότε στο ΜΙΤ τον γνώρισε, εκείνος είχε ήδη ένα παιδί εκτός γάμου και μια ερωμένη με την οποία δεν ήξερε τι ακριβώς  ήθελε να κάνει στη ζωή του. Επιπλέον, είχε και μερικούς «special friends» όπως εξηγεί η συγγραφέας Sylvia Nasar.

Προσωπικά, δεν θα στεκόμουν καθόλου στο θέμα της φημολογούμενης ομοφυλοφιλίας του, για την οποία ο ίδιος αρνείται να διευκρινίσει οτιδήποτε και είναι δικαίωμα του, αν δεν καταλάβαινα πως μπορεί να έπαιξε μεγάλο ρόλο στην διάλυση του εύθραυστου ψυχικού του κόσμου. Ας μην ξεχνάμε τι πέρασαν άλλοι επιστήμονες, όπως ο Alan Turing για παράδειγμα (συμπτωματικά αυτό το διάστημα προβάλλεται μια ταινία για τη ζωή του), όταν μαθεύτηκε σε κείνα τα χρόνια, πως ο σεξουαλικός τους προσανατολισμός ήταν διαφορετικός. Η Nasar, αναφέρει λοιπόν ένα περιστατικό σύλληψης του, επειδή βρέθηκε σε στενή επαφή ας πούμε με έναν άλλο άνδρα, το οποίο έγινε αφορμή για να χάσει μια σημαντική θέση σ’ ένα πρόγραμμα του Ναυτικού για το οποίο δούλευε. Και φυσικά οι φήμες έκτοτε τον ακολουθούσαν.

Όντως μπορεί να ήταν ψυχοπιεστική όλη αυτή η κατάσταση. Κι έπαιξαν ρόλο οπωσδήποτε κι άλλα γεγονότα στην κατάρρευση του. Πλησίαζε τα τριάντα και δεν είχε κερδίσει τα βραβεία που περίμενε, παρά τη μεγάλη φήμη του κι υπάρχει η κοινά διαδεδομένη αντίληψη στο χώρο των μαθηματικών, πως αν δεν παρουσιάσεις ως αυτή την ηλικία λαμπρά επιτεύγματα, μετά είναι πια πολύ αργά. Είχε πει χαρακτηριστικά:

«Εκείνη την εποχή, έχαιρα κάποιας αναγνώρισης. Σημείωνα κάποια πρόοδο επαγγελματικά, αλλά δεν ήμουν πραγματικά στην κορυφή. Δεν έχαιρα κορυφαίας αναγνώρισης, και έτσι όταν άρχισα να σκέφτομαι παράλογα, φανταζόμουν τον εαυτό μου σαν να ήμουν επιπέδου Νούμερο 1. Ήμουν το πιο σημαντικό άτομο του κόσμου, και άνθρωποι όπως ο Πάπας ή ο πρόεδρος ήταν σαν εχθροί, που προσπαθούσαν να με μειώσουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο«.

Ο ίδιος, έριξε σε κάποια ομιλία που έδωσε σε ψυχιάτρους, την ευθύνη της συναισθηματικής του αποσταθεροποίησης και την έναρξη της ψύχωσης, στην προσπάθεια του να λύσει τις αντιφάσεις της κβαντικής θεωρίας, με την οποία ασχολήθηκε το καλοκαίρι του ’57. Τον είχε πειράξει οπωσδήποτε λένε κάποιοι και το γεγονός πως ένας άλλος μαθηματικός είχε λύσει πριν απ’ αυτόν, ένα θεώρημα που έλυσε κι ο ίδιος και το ανακάλυψε αργότερα (πρόκειται για τον Ennio De Giorgi).

Κι αργότερα προσπαθώντας να λύσει την  υπόθεση του Riemann κατέληξε σε αδιέξοδο. Ήταν η εποχή, που τον είχε πιάσει μανία με τα χρήματα, επένδυσε τις οικονομίες της μητέρας του, τις έχασε κι απολογήθηκε γι’ αυτό. Επιπλέον η σύζυγος του είχε μείνει έγκυος κι η αντίστροφη μέτρηση άρχισε.

Η λίστα των παράξενων συμπεριφορών που επέδειξε μετά την Πρωτοχρονιά του ’58 κι ως τον Φλεβάρη που όλοι πια κατάλαβαν πως κάτι δεν πάει καλά είναι μεγάλη. Κι αν δεν ήταν πάντα εκκεντρικός, θα είχαν καταλάβει νωρίτερα κάποιοι άνθρωποι τι του συνέβαινε. Αλλά το απέδιδαν σ’ αυτό το στοιχείο του χαρακτήρα του. Πουθενά δεν αναφέρεται στον βιβλίο πάντως πως έβλεπε πρόσωπα που δεν υπήρχαν (σ’ αντίθεση με όσα μπορεί να δείτε στην ταινία) κι ο ίδιος το έχει αποσαφηνίσει όπως μπορείτε να διαβάσετε εδώ: «ποτέ δεν έβλεπα τίποτα«. Αυτό που συνέβαινε συχνά ήταν πως μιλούσε χωρίς ν’ απευθύνεται σε κάποιον συγκεκριμένα.

Κι έχει εξηγήσει πως:

«Μέσα στην τρέλα μου, νόμιζα πως είχα ένα πολύ σημαντικό ρόλο, και, φυσικά, αυτό περιλαμβάνει την ιδέα του αγγελιοφόρου. Αυτή είναι μια Μουσουλμανική σύλληψη ιδιαίτερα με το Μωάμεθ. Είναι ο αγγελιοφόρος του Αλλάχ. Αυτό είναι, πιστεύω, μια καθιερωμένη έκφραση. Επομένως έβλεπα τον εαυτό μου σαν να είναι αγγελιοφόρος ή σαν να είχα μια ειδική αποστολή. Το έβλεπα στη λογική ότι υπήρχαν υποστηρικτές, αλλά κι αντίπαλοι, κι έτσι πίστευα πως αν με έβαζαν στο νοσοκομείο, θα ήταν πραξικόπημα από τους αντίπαλους.

Είχα αυτή την αίσθηση της καταδίωξης. Είχα την ιδέα ότι μερικοί από τους ανθρώπους –νομίζω πως ο Αϊζενχάουερ ήταν ακόμα πρόεδρος τότε –κι ο Πάπας κι οι δυνάμεις που θα μπορούσαν να είναι εχθρικές απέναντί μου [sic]. Φανταζόμουν ένα κρυμμένο κόσμο όπου οι Κομμουνιστές κι οι μη-Κομμουνιστές ήταν μπλεγμένοι σε αυτό το πράγμα –ήταν κάτι σαν μηχανορράφοι.

Στην αρχή-αρχή μου ήρθε η ιδέα ότι θα λάμβανα ένα μήνυμα με κάποιο τρόπο. Αργότερα ένιωθα πως μπορεί να λάμβανα μια θεία αποκάλυψη βλέποντας ένα συγκεκριμένο αριθμό που θα εμφανιζόταν. Μια μεγάλη σύμπτωση μπορούσε να ερμηνευθεί ως μήνυμα από τον ουρανό«.

.

.

Άρχισε να πιστεύει λοιπόν, πως όσοι φορούσαν κόκκινες γραβάτες συμμετείχαν σε κάποια μυστική συνωμοσία (ήταν μάλλον κρυπτοκουμμουνιστές – τα χρόνια του Μακαρθισμού άραγε συνέβαλαν στο να κάνει τέτοιες συνδέσεις;), έστελνε γράμματα στους πρεσβευτές διαφόρων χωρών γράφοντας με τέσσερα διαφορετικά χρώματα συνήθως (μπλε, μαύρο, κόκκινο και πράσινο), εξηγώντας πως θα ιδρύσει κυβέρνηση, έλεγε πως οι εξωγήινοι του στέλνουν μηνύματα που μόνο αυτός μπορεί ν’ αποκρυπτογραφήσει, αρνήθηκε μια θέση προφασιζόμενος πως δεν μπορεί ν’ ασχοληθεί μ’ αυτήν καθώς σκόπευε να γίνει ..Αυτοκράτορας της Ανταρκτικής, ρωτούσε επίμονα την Alicia διάφορα πράγματα με τόνο που έδειχνε πως πίστευε ότι του έκρυβε κάτι, την απειλούσε πως θα πάρει όλες τις οικονομίες τους και θα φύγει στην Ευρώπη, ζωγράφισε ένα βράδυ όλο το υπνοδωμάτιο τους με μαύρες κηλίδες, όσα έλεγε σχετικά με μαθηματικά ήταν ασυναρτησίες, φλυαρούσε κι έδινε φριχτές, αλλόκοτες ομιλίες.

Η γυναίκα του φοβήθηκε κι ενημέρωσε τη μητέρα του Virginia και την αδερφή του Martha (δύο πρόσωπα πολύ σημαντικά, που δεν εμφανίζονται στην ταινία). Στην αρχή, προσπάθησε να τον βοηθήσει ν’ ανταπεξέλθει, ώστε να μην καταλάβουν οι άλλοι το πρόβλημα, γιατί φοβόταν για το κοινό τους μέλλον και για το μέλλον του παιδιού που κυοφορούσε, αλλά σύντομα κατέφυγε σε ψυχίατρο για συμβουλές. Κι αργότερα, πήρε και δεύτερη γνώμη. Δεν ήθελε όμως ν’ ακούσει για φάρμακα και ηλεκτροσόκ, γιατί φοβόταν οποιαδήποτε θεραπεία μπορούσε να βλάψει το μυαλό του, την ευφυΐα του.

Υπερίσχυσε όμως ο φόβος της για τη δική της ασφάλεια και του μωρού που θα έφερνε στον κόσμο και καθώς η κατάσταση του Nash επιδεινώθηκε προσπάθησε να τον πείσει με τη βοήθεια ειδικών να μπει εθελοντικά στο ψυχιατρείο, καθώς εκείνη την περίοδο το στίγμα ενός ακούσιου εγκλεισμού ήταν τεράστιο. Τον έκλεισαν τελικά, στο McLean Hospital, εκείνη και άνθρωποι απ’ το ΜΙΤ, προσπαθώντας να προλάβουν τα χειρότερα. Ένα βράδυ του Απρίλη, δύο αστυνομικοί τον προσήγαγαν, αν κι αντιστάθηκε σθεναρά.

Το McLean όμως τότε όπως και τώρα, ήταν συνδεδεμένο με την Ιατρική Σχολή του Harvard και σ’ αυτό νοσηλεύτηκαν κατά καιρούς κι άλλοι διάσημοι, όπως η Sylvia Plath κι ο Ray Charles. Στη συνείδηση του κόσμου δεν ήταν τόσο ψυχιατρικό νοσοκομείο, αλλά ένα είδος σανατορίου για ποιητές, καθηγητές, ανθρώπους που χρειάζονταν γενικά μια ιδιαίτερη φροντίδα για να ανακάμψουν ας πούμε. Ο Nash δεν δέχτηκε να υπογράψει το έγγραφο εθελοντικής εισαγωγής για 10ημερη παρακολούθηση καθώς πίστευε τότε πως δεν ήταν φυσικά τρελός αλλά “ο πρίγκηπας της ειρήνης”, ο ηγέτης ενός παγκόσμιου κινήματος ειρήνης.

Η μητέρα του ειδοποιήθηκε και ήρθε, αλλά έκλαιγε συνεχώς και δεν ήταν σε θέση να προσφέρει καμιά βοήθεια ή στήριξη στην έγγυο νύφη της. Ο  Nash μεταφέρθηκε στο Bowditch Hall, μια κλειστή πτέρυγα για άντρες, στην οποία σύντομα εισήχθη κι ο διάσημος ήδη τότε ποιητής Robert Lowell, με τον οποίο έκαναν στενή παρέα.

Eίχε δικό του δωμάτιο με θέα, η πόρτα του έκλεινε, είχε φωτάκι που μπορούσε να έχει ανοιχτό τη νύχτα, το νοσηλευτικό προσωπικό κι οι φοιτητές που τον επισκεπτόταν, τον αποκαλούσαν «κύριο Καθηγητή», το φαγητό ήταν εξαιρετικό, η ατμόσφαιρα πολιτισμένη και δεν υπήρχαν κραυγές ή βίαια επεισόδια ή ζουλρομανδύες. Αλλά του είχαν αφαιρεθεί τα εσώρουχα, η ζώνη, τα παπούτσια για λόγους ασφαλείας κι ο καθρέφτης που ξυριζόταν ήταν από μέταλλο κι όχι από γυαλί.

Η γυναίκα του είχε προτρέψει τους πάντες να τον επισκεφτούν κι είχε φτιαχτεί πρόγραμμα επισκέψεων. Όλοι αισθανόταν την ευθύνη να τον κάνουν να αισθανθεί καλύτερα, ώστε να επανακάμψει το δυνατόν συντομότερα. Του δινόταν θοραζίνη κι η διάγνωση ήταν παρανοική σχιζοφρένεια. Υπήρχε ομοφωνία των ψυχιάτρων, απ’ την αρχή της εισαγωγής του: ήταν σαφώς ψυχωτικός.

Και σύμφωνα με τους ψυχαναλυτές που υπερίσχυαν τότε εκεί, όλα είχαν προκληθεί απ’ την ομοφυλοφιλία του. Ήταν κάτι που πίστευαν εκείνη την περίοδο όπως διευκρινίζει η συγγραφέας, για κάθε άντρα που εισαγόταν εκεί ως ψυχωτικός. Δεν αποτέλεσε εξαίρεση ο Νash. Ο Alfred H. Stanton που διεύθυνε άλλωστε, ήταν φοιτητής του Harry Stack Sullivan, κορυφαίου μαθητή του Freud. Έβαλε τέλος στις λοβοτομές και στα ηλεκτροσόκ και η ψυχανάλυση μπήκε στην πρώτη γραμμή στην θεραπεία των ψυχώσεων στο McLean, στην εποχή του.

.

.

(συνεχίζεται εδώ)

.

.

.

.

.

Ανοιχτός Διάλογος: Μια εναλλακτική Φινλανδική προσέγγιση στη Θεραπεία της Ψύχωσης

.

open-dialogue_image_larger

.

Το ντοκιμαντέρ αυτό το είδα πρόσφατα και το έχει γυρίσει ο ίδιος άνθρωπος που κινηματογράφησε και το «Πάρε αυτά τα σπασμένα φτερά«, ο Daniel Mackler δηλαδή.

Όπως έχω ξαναγράψει, ακόμα κι αν κάποιος έχει επιμέρους ενστάσεις, οι φωνές που επιμένουν πως υπάρχει δυνατότητα θεραπείας μέσω άλλων προσεγγίσεων, που σαφώς διαφοροποιούνται απ’ τo παραδοσιακό, κυρίαρχο ψυχιατρικό μοντέλο για την αντιμετώπιση των ψυχικά πασχόντων, αξίζει να προβάλλονται.

Γι’ αυτό διάλεξα να το μοιραστώ μαζί σας σήμερα (θ’ ακολουθήσει κι άλλη μία σχετική ανάρτηση, για τις Θεραπευτικές Κατοικίες της Σουηδίας) κι έχει σημασία να ξέρετε πως είναι ολόκληρο υποτιτλισμένο στα ελληνικά..

Κάποιοι συνάδελφοι θα γνωρίζετε ήδη με ποιο τρόπο δουλεύουν οι Φινλανδοί σ’ αυτό το μικρό κομμάτι της χώρας τους, κάποιοι όχι, αλλά οπωσδήποτε όλοι μπορείτε να μάθετε περισσότερα, αν συμβουλευτείτε και μελετήσετε και όσα υπάρχουν εδω, εδώ κι εδώ. Ας δούμε όμως πρώτα τι αναγράφεται στο site του Mackler, σχετικά για τον «Ανοιχτό Διάλογο»:

Στο μακρινό Φιλανδικό Βορρά, πολύ κοντά στον Αρκτικό Κύκλο, μια ομάδα καινοτόμων οικογενειακών θεραπευτών μετέτρεψαν το παραδοσιακό σύστημα ψυχικής υγείας της περιοχής, το οποίο είχε πενιχρά αποτελέσματα στην αντιμετώπιση της σχιζοφρένειας, σε ένα σύστημα που εμφανίζει πλέον τα καλύτερα στατιστικά αποτελέσματα παγκοσμίως για το πρώτο ψυχωτικό επεισόδιο (σχεδόν 85% πλήρη ανάρρωση). Ονομάζουν την προσέγγιση τους Ανοιχτό Διάλογο κι έτσι ονομάστηκε και το ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους, που γύρισε ο παραγωγός και πρώην ψυχοθεραπευτής Ντάνιελ Μάκλερ και διατίθεται δωρεάν.

Oι αρχές τους, σε μια εποχή που δεσπόζουν τα πολυφαρμακευτικά κοκτέιλ και η ακούσια νοσηλεία, αν και ριζοσπαστικές, είναι εκπληκτικά απλές. Συναντούν τους άμεσα ενδιαφερόμενους που βρίσκονται σε κρίση αμέσως και συχνά τους επισκέπτονται καθημερινά μέχρι η κρίση να επιλυθεί. Αποφεύγουν τη νοσηλεία και το επακόλουθο στίγμα προτιμώντας να συναντιούνται στο σπίτι του άμεσα ενδιαφερόμενου και, πιθανότατα το πιο επίμαχο απ’ όλα, αποφεύγουν τη χρήση αντψυχωτικών φαρμάκων όποτε αυτό είναι εφικτό.

Δουλεύουν επίσης σε ομάδες γιατί θεωρούν την ψύχωση ένα πρόβλημα που αφορά ανθρώπινες σχέσεις. Συμπεριλαμβάνουν τις οικογένειες των άμεσα ενδιαφερόμενων και κοινωνικά δίκτυα στη θεραπευτική διαδικασία και οι επαγγελματίες δουλεύουν ομαδικά και όχι ο καθένας μόνος του. Επιπλέον, η όλη προσέγγιση εκτιμά την αξία  της φωνής κάθε συμμετέχοντα  στη διαδικασία και κυρίως του άμεσα ενδιαφερόμενου. Τέλος, παρέχουν τις υπηρεσίες τους δωρεάν μέσα στο Φινλανδικό πλαίσιο δημόσιας ιατρικής περίθαλψης.

Ο “Ανοιχτός Διάλογος ”, συγκεντρώνει συνεντεύξεις ψυχιάτρων, ψυχολόγων, νοσηλευτών και δημοσιογράφων προκειμένου να αποδώσει το δυναμικό όραμα της ανάρρωσης χωρίς φάρμακα και να ασκήσει σκληρή κριτική στην παραδοσιακή ψυχιατρική.

.

.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Αποφάσισα να διαθέσω δωρεάν όλες τις ταινίες μου στο Youtube, γιατί θέλω να τις μοιραστώ με τον κόσμο. Μπορείτε ακόμα να αγοράσετε τις ταινίες σε DVD αν επιθυμείτε, αλλά δεν θέλω τα χρήματα να εμποδίσουν οποιονδήποτε να λάβει το μήνυμα των ταινιών. Για μια επανάσταση στη βιομηχανία της ψυχικής υγείας!

Daniel Mackler

.

.

*Όσες/οι ενδιαφέρεστε να μάθετε ακόμα περισσότερα υπάρχει στα ελληνικά αυτό εδώ το site για το οποίο με ενημέρωσε η Γεωργία Μυλωνάκη.

.

.

.

.

Τζον Κάντιγκαν: Ο άνθρωπος που απομυθοποίησε τη σχιζοφρένεια

.

 

Ξεκαθαρίζοντας αυτές τις μέρες, ένα μέρος απ’ το αρχείο που διατηρώ εδώ και πολλά χρόνια, έπεσα πάνω σε ένα δημοσίευμα για τον John Cadigan, για τον οποίο σας είχα γράψει αυτήν εδώ την ανάρτηση. Όπως συνήθως συμβαίνει δεν θυμόμουν πως το έχω, μιας και χρονολογείται απ’ το 2004 (26/9/2004).

Να που ήρθε ξανά στο φως λοιπόν, δέκα χρόνια μετά και λίγο καιρό αφότου δημοσίευσα κάτι για κείνον και δείξατε μεγάλο ενδιαφέρον να μάθετε περισσότερα για την ταινία του και τον ίδιο. Ευχής έργον δηλαδή κι ενδιαφέρουσα σύμπτωση.

Το υπογράφει η κυρία Σάντυ Τσαντάκη, είχε δημοσιευτεί στο “Κ” της εφημερίδας “Καθημερινή” (δεν υπάρχει πουθενά στο internet) και την εικονογράφηση είχε κάνει ο Νίκος Κούρτης. Θεωρώ πως συμπληρώνει την δική μου ανάρτηση κι έτσι σκέφτηκα να το μοιραστώ αυτούσιο, μαζί σας.

 

.

Τζον Κάντιγκαν: Ο άνθρωπος που απομυθοποίησε τη σχιζοφρένεια

Ο κόσμος λέει ότι είμαι τρελός. “People say I’m crazy”: Ένα ταξίδι 84 λεπτών στο μυαλό του 34χρονου σήμερα Τζον Κάντιγκαν, που έκανε ντοκιμαντέρ τη ζωή του με τη σχιζοφρένεια και βρήκε τη λύτρωση μέσα από την τέχνη και το τρίτο μάτι της βιντεοκάμερας. Ένα ταξίδι απ’ το σκοτάδι στο φως. “Ήθελα να δείξω στον κόσμο τι έχω στο μυαλό μου. Ένα χαοτικό κόσμο γεμάτο παράνοια, δημιουργικότητα, φόβο, επιθυμία. Έπρεπε να είμαι απόλυτα ειλικρινής, να αποκαλύψω τα πάντα. Η ταινία με βοήθησε να αντιμετωπίσω την αρρώστια μου. Κυρίως τη σκοτεινή της πλευρά”.

   Ο Τζον αρχίζει να μιλάει. Μας καλωσορίζει στο μυαλό του. Στην αρχή βλέπουμε μόνο τα μάτια του. Σαν να φοβάται. “Νομίζω ότι οι άνθρωποι γύρω μου με μισούν”, λέει ξανά και ξανά. “Ότι όλοι με παρακολουθούν για να με εξοντώσουν”. Θα δούμε μαζί φωτογραφίες από την παιδική του ηλικία, το όμορφο αγόρι που ονειρευόταν μια μέρα να γίνει ποδοσφαιριστής. “Τα παιδιά στο σχολείο με είχαν ψηφίσει ως τον πιο αθλητικό, δημοφιλή και δημιουργικό τύπο της τάξης. Λίγα χρόνια αργότερα, έλεγαν ότι είμαι το πιο ήσυχο και αντικοινωνικό παιδί στο σχολείο. Δεν είχαν άδικο”.

.

“Νόμιζα ότι όλοι με μισούν”

Τον παρακολουθούμε από τα 21 του χρόνια, τελειόφοιτο του Πανεπιστημίου Κάρνεγκι Μέλον, όταν εκδηλώνεται η ασθένεια και για μια δεκαετία γινόμαστε μάρτυρες στις καλές και τις κακές στιγμές, τα φάρμακα, τη ζωή στα ιδρύματα, τις κρίσεις. Όμως η τέχνη τον βοηθάει να αντισταθεί. Όπως και οι σταυροί που φοράει στο στήθος, το διπλό μαχαίρι που έχει φυλαχτό. “Συμβολίζει το καλό και το κακό. Το μαχαίρι με το οποίο σκαλίζω το ξύλο στην τέχνη μου είναι καλό. Και τα μαχαίρια που βλέπω στις παραισθήσεις μου είναι διαβολικά.

   Η κάμερα γίνεται σύμμαχος και εχθρός, λευκός καμβάς και κόκκινο πανί. “Εδώ έζησα. Αυτό είναι το παράθυρο μου. Δεν έβγαινα ποτέ έξω, παρά μόνο για ποτό και μπύρα”. Και η ζωή στο πανεπιστήμιο΄ “Άρχισα να μην πηγαίνω στα μαθήματα, νόμιζα ότι παρακολουθούσαν το τηλέφωνο μου, πίστευα ότι η τηλεόραση έστελνε προσωπικά, απειλητικά μηνύματα. Ήταν πολύ τρομακτικό. Νόμιζα ότι όλοι μου έλεγαν: ‘Σε μισούμε Τζον. Είσαι απαίσιος άνθρωπος Τζον’. Ξέρω ότι ακούγεται χαζό αλλά μου συμβαίνει διαρκώς”.

   Στις μέρες της κρίσης, όλοι είναι ύποπτοι για τον Τζον, όλοι θέλουν το κακό του. “Εγώ 21 χρονών στα πρώτα στάδια της αρρώστιας”. Ακούμε τη γιατρό του νοσοκομείου να λέει: “Είναι παγωμένος, ακίνητος, δεν μπορεί ν’ ανοιγοκλείσει τα βλέφαρά του”. Χρόνια μετά, ο ίδιος θυμάται ότι δεν μπορούσε να καταπιεί ούτε το σάλιο του. “Στην αρχή ήμουν άρρωστος διαρκώς. Δεν μπορούσα ούτε να διαβάσω ούτε να δω τηλεόραση. Άρχισα να μεθάω σχεδόν καθημερινά. Ξεκίνησα να κάνω τρεις ενέσεις την εβδομάδα”. Με τα φάρμακα βάζει 75 κιλά. Τον βλέπουμε με γενιάδα, ρόμπα και γυαλιά, στο σπίτι,αφύσικα γερασμένο. “Δεν βλέπω φως. Κανένα φάρμακο δεν έχει απόλυτη επίδραση”.  Όχι, εδώ δεν έχει θέση η “μελό” χολιγουντιανή ματιά στη σχιζοφρένεια, όπως στο “Ένας υπέροχος άνθρωπος”, με τον Ράσελ Κρόου· μόνο η ωμή αλήθεια.

.

“Χρωστάω τα πάντα στην αδερφή μου”

Ο Τζον Κάτιγκαν χρωστάει τη ζωή του στην αδερφή του Κέιτι’ “Είναι απίστευτα θετικός άνθρωπος, πάντα γελάει. Σ’ εκείνην πηγαίνω κάθε φορά που αρρωσταίνω. Μαζί της και με τη μητέρα μου νιώθω ασφαλής”. Η 43χρονη Κέιτι, έμπειρη ντοκιμαντερίστρια, τον βοήθησε να ολοκληρώσει την ταινία της ζωής του, που τον έφερε την περασμένη βδομάδα και στην Αθήνα, στις “Νύχτες Πρεμιέρας”, για την πρώτη της ευρωπαϊκή προβολή.

   Ο πατέρας του ζει στο Τέξας, έχει χωρίσει με τη μητέρα του αλλά η οικογένεια σύντομα θα ξαναενωθεί για να τον στηρίξει: “Μαμά, ποια ήταν η δυσκολότερη στιγμή;” “Ω, Τζον! Υπάρχουν 100 δύσκολες στιγμές. Το να βλέπω το παιδί μου να υποφέρει μέσα στο κεφάλι του, είναι αβάσταχτο, κυρίως γιατί δεν μπορώ να κάνω τίποτα για να σε βοηθήσω”. Και για τον αδερφό του, τον Στιβ; Ποια είναι η πιο δύσκολη στιγμή; “Το να βλέπω τα μάτια σου να κοιτούν στο κενό”. Και για την Κέιτι; “Όταν άρχισες να έχεις τάσεις αυτοκτονίας”.

   Ο Τζον δεν θέλει να κρύψει τίποτα. Θέλει να μας βοηθήσει να καταλάβουμε. “Δεν φταις εσύ που είσαι σχιζοφρενής ούτε κάποιος απ’ την οικογένεια σου. Είναι σαν το Πάρκινσον, το Αλτσχάιμερ, την επιληψία, χρειάζεται θεραπεία. Ο κόσμος νομίζει ότι σχιζοφρενής είναι ο δολοφόνος με το πριόνι. Για μένα είναι η απόδραση από την πραγματικότητα· αποτελεί μία καθημερινή πάλη να ανακαλύψω τι είναι αληθινό και τι δεν είναι. Όλοι νομίζουν ότι οι σχιζοφρενείς είναι απλώς τεμπέληδες και ανίκανοι να κάνουν κάτι για να θεραπευτούν. Κανείς δεν ξέρει πως ακριβώς η αρρώστια χτυπάει τη λογική και τη συγκέντρωση, κάτι τόσο απλό όπως το να πλύνεις ένα ποτήρι, μοιάζει σαν να πρέπει να κατακτήσεις το Έβερεστ”.

.

“Φοβόμουν να πάω στην τουαλέτα”

Στο ίδρυμα ο Τζον δεν είναι ευτυχισμένος, αν και έχει αρκετούς φίλους. “Οι περισσότεροι εδώ είναι βετράνοι”, λέει καθώς μας ξεναγεί: “Εδώ είναι το σαμπουάν μου, ο κοινόχρηστος χώρος, η αγαπημένη μου καρέκλα. Κι αυτός είναι ο συγκάτοικος μου, ο Τζον”, ένας ασπρομάλλης με γουόκμαν στα αφτιά. “Στο ίδρυμα συνήθιζα να κατουράω σε μπουκάλια γιατί φοβόμουν να πάω στην τουαλέτα”.

   Δεν εκδηλώνεται εύκολα στους άλλους. Κλαίει μόνο μπροστά στα μέλη της οικογένειας του. Δεν κοιτάζει ποτέ το φακό όταν μιλάει. Προτιμά να έχει το βλέμμα στο πάτωμα. Σπανίως γελάει. Μας συστήνει την Αν, “μία αληθινή φίλη που μου στάθηκε όταν βυθιζόμουν στο μαύρο σκοτάδι. Ξέρει ακριβώς που ήμουν, έχει βρεθεί εκεί και η ίδια”. Θα τους δούμε μαζί στο αγαπημένο τους καφέ, εκεί όπου πηγαίνουν για τσάι και μπισκότα.

   Η Αν παίρνει το λόγο: “ Η υγεία του έχει βελτιωθεί τόσο πολύ. Το ίδιο και η τέχνη του. Νιώθω περήφανη που μπορώ να τον αποκαλώ φίλο μου”.

   Στον Τζον αρέσει το αυτοκίνητο, η κίνηση στους δρόμους. Δεν του αρέσει να βρίσκεται ανάμεσα σε κόσμο. “Στα 27 μου είδα ότι δεν υπήρχε ελπίδα. Κανένα φάρμακο δεν μπορούσε να με θεραπεύσει. Ώσπου συνάντησα μια καταπληκτική γιατρό. Η ζωή μου έγνε λιγότερο αβάσταχτη, κάποιες φορές, ακόμα και απολαυστική. Αν δεν υπήρχαν η οικογένεια μου και η γιατρός μου, αυτήν τη στιγμή θα ήμουν μάλλον νεκρός”.

   Η κάμερα είναι εκεί για να καταγράψει τις μετέπειτα συναντήσεις τους. Τον ρωτάει η γιατρός του: “Πως νιώθεις με την κάμερα;” Κι ο Τζον απαντά: “Φοβάμαι ότι με εκμεταλλεύονται, ότι θα με κόψουν στην τελική κόπια”. Η γιατρός προσπαθεί να αποκωδικοποιήσει τα συναισθήματα και τις φοβίες του. Κι εκείνος συνεχίζει: “Υπάρχουν φορές που είμαι σε απόγνωση και η Κέιτι μου λέει να βγάλουμε την κάμερα έξω κι εγώ λέω, να την ξεγράψουμε την ταινία, νιώθω απαίσια. Υπάρχουν στιγμές που αισθάνομαι ότι η αδερφή μου με εκμεταλλεύεται, δεν νοιάζεται για μένα, παρά μόνο για το φιλμ. Επιμένω να λέω στον εαυτό μου ότι αυτό δεν είναι αλήθεια, όμως το μυαλό μου κάνει τρελά παιχνίδια”.

   Μια φορά την εβδομάδα κάνει εξέταση αίματος.»Ένα από τα φάρμακα που παίρνω μπορεί να αποβεί θανατηφόρο». Ζωγραφίζει ένα κύκλο και γράφει σχηματικά το καθημερινό του πρόγραμμα: κοιμάται, τρώει, κοιμάται, δουλεύει, πηγαίνει σινεμά ή στη μητέρα του, ξανακοιμάται. “Ο λόγος που κοιμάμαι τόσο πολύ είναι εξαιτίας των φαρμάκων. Και ο λόγος που οδηγώ πολλές φορές τόσες ώρες είναι γιατί δεν θέλω να πάω στο ίδρυμα. Νιώθω φριχτά το πρωί. Τίποτα δεν με εμπνέει. Έχω κατάθλιψη.”

.

“Ο διάβολος με κυνηγάει”

Ευτυχώς που υπάρχει και το στούντιο του. “Νιώθω ασφαλής εδώ. Αλλά δεν μπορώ να δουλέψω πάντα”.

   Όταν νιώθω χάλια δεν μπορώ να δουλέψω. Σκαλίζει το ξύλο, κάτι που λειτουργεί, όπως λέει, θεραπευτικά. Δείχνει τις πληγές στα χέρια του και σιγοτραγουδάει Βάγκνερ. Μετά βγάζει το σκύλο του βόλτα, ύστερα τον βλέπουμε να ψωνίζει με την αδερφή του από το πολυκατάστημα για “Big and tall, να πηγαίνει για μπόουλινγκ, σε φαστ φουντ.

   “Η φαντασία μου είναι βίαιη. Βίαιες εικόνες εναλλάσονται στο μυαλό μου και με φρικάρουν. Τα τελευταία εφτά χρόνια δουλεύω με μαχαίρι. Η τέχνη μου έχει να κάνει με την κοπή. Δεν νομίζω ότι θα τραυμάτιζα ποτέ κανέναν. Ορισμένες φορές νομίζω ότι είμαι διαβολικός”.

   Από την απόλυτη θλίψη περνάμε σε στιγμές οικογενειακής ευτυχίας. Και αμηχανίας. Μεταφερόμαστε στην εκκλησία. “Παντρεύεται ο αδερφός μου, ο Στιβ. Μου ζήτησε να είμαι ένας από τους κουμπάρους. Νιώθω περίεργα, σαν να με κοιτάνε όλοι. Είναι διαβολικό. Και ο διάβολος με κυνηγάει”. Βλέπουμε τα χέρια του να ιδρώνουν, “είναι δύσκολο να επικοινωνήσω με τους άλλους, να γίνω φίλος”. Δεν είναι τυχαίο πως όλοι του οι φίλοι πάσχουν από κάποιας μορφής σχιζοφρένεια.

   Στην επόμενη σκηνή, ο Τζον Κάντιγκαν σβήνει μπροστά στην κάμερα 30 κεράκια, μαζί με την οικογένειά του. “Εύχομαι ότι θα βελτιωθεί η κατάσταση. Ελπίζω απλώς ότι θα νιώθω καλύτερα. Είμαι 30 χρονών. Ζω μια δεκαετία σχεδόν τώρα με την αρρώστια. Ο πατέρας μου είπε ότι στα 50 τα συμπτώματα εξασθενούν. Δεν ξέρω. Για μένα αυτό σημαίνει άλλα 20 χρόνια πάλης”.

.

“Η τέχνη είναι η ανάσα μου”

Σήμερα ο Τζον Κάντιγκαν έχει καταφέρει να αποκτήσει το δικό του διαμέρισμα και μαζί, την ανεξαρτησία του. Εξακολουθεί να πάσχει από σχιζοφρένεια, αλλά η δουλειά του αναγνωρίζεται, το ντοκιμαντέρ του “ταξιδεύει” στα φεστιβάλ και διατίθεται για διδακτικές προβολές σε πανεπιστήμια, τα χαρακτικά του πωλούνται από το site του http://www.peoplesayimcrazy.com ενώ ο ίδιος συνεχίζει να χρησιμοποιεί την κάμερα για ένα μελλοντικό πρότζεκτ.   

   Πρωταγωνίστρια η φίλη του Αν, επίσης σχιζοφρενής. Στην αρχή δεν ήθελε καθόλου να κινηματογραφηθεί. Αργότερα του επέτρεψε να δείξει τα πόδια της και τώρα μπορεί να εμφανίσει και τα χέρια της. “Σύντομα, εύχομαι, να αποκαλύψει και το πρόσωπό της”.    

   Διαβάζουμε σε συνέντευξη του: “Όλα πάνε καλά για μένα. Είναι ωραία να έχω τον χώρο μου. Γνώρισα μια υπέροχη φίλη, τη Μισέλ που μένει στον ίδιο όροφο. Πήγα στα Γουέιτ Γουότσερς και έχασα μέχρι τώρα 50 κιλά. Παραμένω νηφάλιος τα τελευταία εννιά χρόνια. Η τέχνη για μένα είναι η ανάσα μου, αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μου. Όσο περισσότερο δουλεύω, τόσο περισσότερο θεραπεύομαι”.-

 

 

 

 

 

 

 

 

 

«Πάρε αυτά τα σπασμένα φτερά» – Ντοκιμαντέρ για την θεραπεία απ’ την σχιζοφρένεια χωρίς φάρμακα

.

broken-wings_image_larger

.

*Το ντοκιμαντέρ το είδα πρόσφατα στο blog του καλού συναδέλφου Σταύρου Γκουγκουσκίδη κι είχε την ευγένεια να μου εξηγήσει πως το βρήκε από εδώ. Επειδή προβάλλω πάντα τέτοια θέματα, επέλεξα να κάνω αυτή την αναδημοσίευση, καθώς θεωρώ σημαντικό το μήνυμα της ταινίας. Ακόμα κι αν κάποιος έχει επιμέρους ενστάσεις, οι διαφορετικές φωνές που επιμένουν πως υπάρχει δυνατότητα θεραπείας χωρίς ψυχοφάρμακα, αξίζει να προβάλλονται (οι μαρτυρίες άλλωστε των δύο γυναικών που θεραπεύτηκαν πλήρως από σχιζοφρένεια, είναι ουσιαστικότατες). Γι’ αυτό όσοι-ες ενδιαφέρεστε, σας προτείνω να διαβάσετε κι αυτές τις αναρτήσεις που θα βρείτε εδω, εδώ κι εδώ. Θα σας βοηθήοσυν να σχηματίσετε πιο ολοκληρωμένη άποψη.

.

.

.

«Πάρε Αυτά τα Σπασμένα Φτερά», είναι ο τίτλος ενός ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους, που γύρισε ο παραγωγός και πρώην ψυχοθεραπευτής Ντάνιελ Μάκλερ, το οποίο δείχνει ότι οι άνθρωποι μπορούν να θεραπευτούν πλήρως από τη σχιζοφρένεια χωρίς ψυχοφάρμακα. Σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη στο χώρο της ψυχικής υγείας και τις φαρμακευτικές βιομηχανίες αυτό δεν είναι δυνατόν. Το φιλμ εστιάζει στις ζωές δύο γυναικών –των ηρωίδων μου– που θεραπεύτηκαν από σχιζοφρένεια. Διερευνώνται οι ρίζες της σχιζοφρένειάς τους σε παιδικά τραύματα και περιγράφονται λεπτομέρειες από την πετυχημένη θεραπεία τους με χαρισματικούς ψυχοθεραπευτές. Η πρώτη γυναίκα είναι η Τζόαν Γκρήνμπεργκ (θεραπευμένη πλήρως πάνω από 50 χρόνια), συγγραφέας του μπεστ σέλερ «Ποτέ δεν Σου Υποσχέθηκα έναν Κήπο με Τριαντάφυλλα». Η δεύτερη είναι η Κάθριν Πέννυ (θεραπευμένη πλήρως πάνω από 30 χρόνια), μια ψυχιατρική νοσηλεύτρια, που την ιστορία της θεραπείας της κατέγραψε ο θεραπευτής της, ο Δρ Ντάνιελ Ντόρμαν στο βιβλίο «Η Θεραπεία του Δάντη: Έξοδος από την Τρέλα». Οι αφηγήσεις τους συνυφαίνονται με συνεντεύξεις από γίγαντες στον τομέα της θεραπείας της σχιζοφρένειας, όπως από τον Δρ Πήτερ Μπρέγκιν (συγγραφέα του «Τοξική Ψυχιατρική»), τον Ρόμπερτ Γουίτακερ (δημοσιογράφο και συγγραφέα του «Τρελός στην Αμερική») και τον Δρ Μπέρτραμ Κάρον (συγγραφέα του «Ψυχοθεραπεία της Σχιζοφρένειας: Θεραπεία Επιλογής»). Επίσης στη διάρκεια της ταινίας παρουσιάζονται πάνω από 100 στιγμιότυπα από συνεντεύξεις αγνώστων στην Πλατεία Γουάσιγκτον της Νέας Υόρκης, οι οποίοι μοιράστηκαν τις απόψεις τους για τη σχιζοφρένεια. Η ταινία είναι πλήρως υποτιτλισμένη σε 19 γλώσσες.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Αποφάσισα να διαθέσω δωρεάν όλες τις ταινίες μου στο Youtube, γιατί θέλω να τις μοιραστώ με τον κόσμο. Μπορείτε ακόμα να αγοράσετε τις ταινίες σε DVD αν επιθυμείτε, αλλά δεν θέλω τα χρήματα να εμποδίσουν οποιονδήποτε να λάβει το μήνυμα των ταινιών. Για μια επανάσταση στη βιομηχανία της ψυχικής υγείας!

Daniel Mackler

.

.

.

Παρουσίαση βιβλίου: Diagnosis Schizophrenia – A Comprehensive Resource for Consumers, Families, and Helping Professionals

.

mzi.tmwkgmcy.225x225-75

.

Το βιβλίο που σήμερα παρουσιάζεται εδώ, τιτλοφορείται «Diagnosis: Schizophrenia” και έχει μία ιδιαιτερότητα. Το έχουν γράψει η Rachel Miller και η Susan Mason μαζί όμως με μια ομάδα πασχόντων, απ’ το Onset Psychosis Program (λειτουργεί όπως περίπου τα δικά μας Κέντρα Ημέρας) του The Zucker Hillside Hospital.

Σκοπός των συγγραφέων είναι να δείξουν πως υπάρχει ελπίδα ακόμα και με μια τέτοια διάγνωση, πως μπορούν ν’ αντιμετωπιστούν τα επιμέρους προβλήματα που προκύπτουν, πως το να έχει κανείς σχιζοφρένεια δεν σημαίνει πως θα βλάψει άλλους.

Γενικότερα ευελπιστούν να γίνει το βιβλίο ένας οδηγός για τους ανθρώπους που προσπαθούν να ανακάμψουν και να συμβάλλει διά της πληροφόρησης, στη μείωση του στίγματος.

Για το λόγο αυτό το χωρίζουν σε 17 κεφάλαια που περιλαμβάνουν σχεδόν τα πάντα (τι είναι η σχιζοφρένεια, πως λειτουργεί ο εγκέφαλος, τι συμβαίνει με τη φαρμακευτική αγωγή κτλ) και είναι ολόκληρο διανθισμένο με προσωπικές τους ιστορίες. Μ’ αυτό τον τρόπο η ανάγνωση δεν γίνεται κουραστική, ίσα-ίσα το περιεχόμενο διαβάζεται με μεγάλο ενδιαφέρον, καθώς ο επιστημονικός λόγος περιορίζεται σε μικρές, σύντομες παραγράφους.

Γίνεται απ’ την αρχή η διευκρίνιση πως κάτω απ’ την ταμπέλα ‘σχιζοφρένεια’, βάζουν και όσους πάσχοντες έχουν διαγνωστεί με σχιζοσυναισθηματική διαταραχή (schizoaffective disorder), λόγω της ομοιότητας που παρουσιάζουν τα συμπτώματα (οι κλινικές εικόνες των δύο διαταραχών) κι επειδή πολλοί απ’ τους 35 ψυχικά πάσχοντες (ηλικίας 17 ως 39 ετών και διαφόρων εθνικοτήτων) που συμμετέχουν στην συγγραφή του βιβλίου, έχουν διαγνωστεί ως τέτοιοι.

Όταν άρχισα να το διαβάζω, με έκπληξη είδα ν’ αναφέρεται απ’ τη Nina Schooler πως πολλές φορές υπήρξε μάρτυρας σε περιστατικά όπου εσκεμμένα δεν επιλέχτηκε ο όρος ‘σχιζοφρένεια’ για ασθενείς απ’ τους εκάστοτε ψυχιάτρους, σε μια προσπάθεια των δεύτερων να μην ‘βαρύνουν’ τόσο τα άτομα (ειδικά αυτά που ήταν σε νεαρή ηλικία και έμπαιναν για πρώτη φορά σε ψυχιατρείο), με μια τέτοια διάγνωση.

Χωρίς πρόθεση ν’ αδικήσω κάποιον, ειλικρινά ομολογώ πως δεν μπορώ να θυμηθώ κανένα τέτοιο περιστατικό, απ’ τη δική μου εμπειρία. Αντιθέτως θυμάμαι να επιλέγεται η διάγνωση ‘ψυχωσική συνδρομή’, για εντελώς διαφορετικούς λόγους, που οπωσδήποτε δεν είχαν σε τίποτα να κάνουν με το καλό του νεοφερμένου στις εκάστοτε δομές. Άλλες καταστάσεις εξυπηρετούσαν αυτές οι διαγνώσεις. Ας είναι όμως. Σας αφήνω να σκεφτείτε ανάλογα περιστατικά απ’ τη δική σας εμπειρία, φυσικά αν θέλετε να τα μοιραστείτε μαζί μας θα χαρώ αφού πάντα πίστευα πως υπάρχουν και σωστοί ψυχίατροι και προχωρώ παρακάτω.

Το βιβλίο λοιπόν αρχίζει με την καταγραφή των διαλόγων μιας ομαδικής συνεδρίας, στην οποία οι πάσχοντες μπορούσαν πια να αστειεύονται με όσα κάποτε θεωρούσαν ως τρομακτικά δεδομένα της ζωής τους, δηλαδή με το ότι ήταν πεπεισμένοι πως τους παρακολουθεί η Αστυνομία, πως μιλούν άσχημα για κείνους γνωστοί και φίλοι, πως οι οικείοι τους θέλουν να τους δηλητηριάσουν κτλ. Σ’ αυτή τη συζήτηση γεννήθηκε για πρώτη φορά η ιδέα της έκδοσης αυτής. Το να μοιραστούν τις ιστορίες τους, πίστεψαν πως θα κάνει άλλους που έχουν πάρει μόλις τη διάγνωση της σχιζοφρένειας, να αισθανθούν λιγότερο μόνοι.

Η πρώτη ιστορία είναι αυτή της Genevive, στην οποία το ψυχιατρείο περιγράφεται ως φυλακή. Διηγείται πως ένιωσε παγιδευμένη, όταν συνειδητοποίησε πως όλες οι πόρτες ήταν κλειδωμένες και πίστεψε πως κάτι κακό πρέπει να είχε κάνει. Αλλιώς γιατί να βρεθεί εκεί μέσα; Το ίδιο θεώρησε πως πρέπει να ισχύει και για τους άλλους νοσηλευόμενους. Δεν κοιμήθηκε καθόλου, την πρώτη της νύχτα, εκεί. Ο φόβος και η αίσθηση της πως για κάτι τιμωρείται, κυριάρχησαν.

Ακολουθούν κι άλλες ιστορίες που αναφέρονται σε κάθε βίωμα του εγκλεισμού, αλλά και σε όσα ακολουθούν όταν κανείς βγαίνει απ’ το ψυχιατρείο. Να πει κανείς ή όχι σε συναδέλφους, σε φίλους κ.α., τι του συνέβη; Να συνεχίσει τα φάρμακα παρά τις παρενέργειες; Να επιδιώξει να συνάψει μια σχέση; Σε όλα αυτά τα ερωτήματα και σε πολλά άλλα, κάθε μέλος της ομάδας δίνει τη δική του απάντηση.

Οι περισσότεροι εστιάζουν στο θέμα της φαρμακευτικής αγωγής και είναι φυσικό. Ακόμη και τα νεότερα αντιψυχωσικά (που βασίζονται στις ουσίες olanzapine, clozapine, risperidone, quetiapine, ziprasidone, και aripiprazole), όπως αναφέρεται εξάλλου και στο βιβλίο, έχουν σοβαρές παρενέργειες και μπορούν να προκαλέσουν μεταβολικά προβλήματα που χρήζουν άμεσης αντιμετώπισης, όπως η αύξηση της χοληστερόλης και της ινσουλίνης. Που με τη σειρά τους οδηγούν σε άλλα προβλήματα υγείας. Παλιότερα είχα κάνει αυτή την σχετική ανάρτηση που μπορείτε να διαβάσετε και σας την προτείνω..

Ενθαρρύνονται λοιπόν τα άτομα, που είναι λήπτες τέτοιων αντιψυχωσικών φαρμάκων να κάνουν κάθε έξι μηνες τις σχετικές εργαστηριακές εξετάσεις και ν’ ακολουθούν ένα διατροφικό πρόγραμμα, δομημένο με τέτοιο τρόπο που θα τους βοηθήσει ν’ αποφύγουν την αύξηση βάρους. Σε συνδυασμό με την τακτική άσκηση, μπορεί κανείς να πετύχει ν’ αποφύγει κι αυτή την ενοχλητική παρενέργεια.

Ξεχώρισα τα λόγια της Samantha που λέει πως σιχαίνεται τα φάρμακα επειδή την κάνουν να συνειδητοποιεί πως όντως έχει ψυχική διαταραχή. Δεν είναι η μόνη που κάνει αυτή τη σύνδεση. Άλλοι πάλι, όπως ο Van, καταλήγουν, πως παρά το γεγονός ότι σιχαίνονται να παίρνουν φάρμακα, παρά το ότι τους ενοχλούν πολύ οι παρενέργειές τους, πρέπει να το κάνουν για να παραμείνουν εκτός ψυχιατρείου, ν’ αποφύγουν τις υποτροπές και να συνεχίσουν τη ζωή τους. Πιστεύουν πως δεν υπάρχει άλλος τρόπος.

Εκεί κάπου εστιάζεται και η ένσταση μου όσον αφορά αυτό το βιβλίο : αν και γίνεται λόγος για τις ομάδες αυτοβοήθειας (τύπου Ανωνύμων Αλκοολικών κτλ), για την ύπαρξη τους δηλαδή και μάλιστα τα σχόλια είναι θετικά, δεν γίνεται αντίστοιχα πουθενά λόγος για το ενδεχόμενο να ζήσει κανείς χωρίς φάρμακα την υπόλοιπη ζωή του. Εδώ όμως θα βρείτε μια σχετική ανάρτηση. Επειδή πρέπει να παρουσιάζονται όλες οι πλευρές ενός ζητήματος.

Κατά τ’ άλλα, γενικότερα, το βιβλίο το βρήκα πολύ χρήσιμο, υπάρχουν κι άλλα πράγματα που εγώ δεν έθιξα και θα τα διαβάσετε αν το θελήσετε οι ίδιοι και μακάρι να εκδοθεί και στα ελληνικά ένας αντίστοιχος οδηγός, δηλαδή ένας οδηγός στον οποίο τον πρώτο λόγο θα τον έχουν οι ψυχικά πάσχοντες κι όχι οι απανταχού ειδικοί.

Για το τέλος κράτησα αυτό το ποίημα, που έγραψε ένας απ’ τους συμμετέχοντες στο πρόγραμμα και στη συγγραφή του βιβλίου. Θα καταλάβετε γιατί.

Καλή σας ανάγνωση.

.

.

THE HOSPITAL

.

Blank walls suspended in space

Fearful faces, what is this place?

Stale food, locked by doors

AWOL risks, breaking out soars.

Seconds, minutes, hours pass

Morning music, silent lunch.

Smoke break’s special to a whole bunch.

Are we mental? Doc, tell me.

What am I supposed to be?

Just a patient waiting through time

My mind’s gone mad, I did no crime.

Questions, medicine, how do you feel?

How can this happen? Is this for real?

Waiting for your discharge date

With nothing to do, it’s quite a wait.

Doc says you’re well, and you can leave

Back to yourself, we hope, we believe.

.

.

.

.

.

.

People Say I’m Crazy: Η μόνη ταινία για την σχιζοφρένεια που έγινε ποτέ, από κάποιον με σχιζοφρένεια

.

.

Το «People Say I’m Crazy», είναι ένα πολύ ενδιαφέρον και μοναδικό στο είδος του, ντοκιμαντέρ. Αφηγείται την ιστορία ενός νεαρού άνδρα, του John Cadigan, ο οποίος διαγνώστηκε με σχιζοφρένεια σε ηλικία 21 ετών, ενώ σπούδαζε Τέχνη στο Πανεπιστήμιο Carnegie Mellon στο Pittsburgh της Pennsylvania.

Επί δέκα χρόνια κινηματογραφούσε με τη βοήθεια της αδερφής του Cate και του βραβευμένου με Όσκαρ σκηνοθέτη Ira Wohl , το τι συνέβαινε στη ζωή του και μας δείχνει  από ποια στάδια πέρασε εξαιτίας της αρρώστιας του, πως τον αντιμετώπισε το οικογενειακό και κοινωνικό του περιβάλλον και σε ποια κατάσταση βρίσκεται σήμερα.

Στην αρχή όπως αναφέρει ο ίδιος δεν ήξερε τι του συνέβαινε και πίστευε πως με την κινηματογράφηση θα καταλάβει καλύτερα, πως θα μπορούσε να διερευνήσει την ασθένεια. «Κατά τα 3 πρώτα χρόνια, οι γιατροί ήταν μπερδεμένοι σχετικά με το αν είχα παρανοϊκή σχιζοφρένεια, διπολική διαταραχή, σχιζοσυναισθηματική διαταραχή ή ψυχωτική κατάθλιψη». Κατέληξαν στη σχιζοσυναισθηματική διαταραχή κάποια στιγμή κι αυτή είναι τυπικά η επίσημη διάγνωση του.

Αυτό που εκείνος όμως ήξερε με βεβαιότητα, απ’ την αρχή, ήταν πως αρρώσταινε, όλο και περισσότερο. Σκέφτηκε λοιπόν, πως ακόμα κι αν δεν γίνει καλά, κάποιοι άλλοι άνθρωποι ίσως βοηθηθούν βλέποντας αυτό το ντοκιμαντέρ.

Στη συνέχεια κι αφού κινηματογραφήθηκε σε κάθε φάση της νόσου, από θυμό όπως υπογραμμίζει, εξαιτίας της παραπληροφόρησης που υπάρχει για τις ψυχικές ασθένειες, θέλησε να συνεχιστούν τα γυρίσματα. Ήθελε να μάθει ο κόσμος πως είναι να ζει κανείς με ταμπέλες όπως «ψυχωτικός», «σχιζοφρενής» κτλ.

Αναφέρει ειρωνικά και δικαίως, το παράδειγμα ενός καθηγητή Ψυχολογίας, ο οποίος ρώτησε την αδερφή του πόσες προσωπικότητες είχε ο John, ακριβώς για να τονίσει την παραπληροφόρηση που επικρατεί, μερικές φορές, ακόμη και στους κύκλους των ειδικών.

.

628x471

.

Το μήνυμα που θέλει να περάσει, είναι πως υπάρχει ελπίδα. Πως δεν πρέπει οι άνθρωποι που διαγιγνώσκονται ως ψυχικά πάσχοντες να αισθάνονται μόνοι κι αβοήθητοι. Πως με βοήθεια (φαρμακευτική ή όχι) και τη στήριξη του οικογενειακού και κοινωνικού περιβάλλοντος, μπορεί κανείς να ανακάμψει και να συνεχίσει τη ζωή του, πως μπορεί να δει τα όνειρα του να γίνονται πραγματικότητα.

Ο ίδιος άλλωστε είναι ένα τέτοιο παράδειγμα. Σήμερα ζει ανεξάρτητος κι εργάζεται ως καλλιτέχνης, παρά το ότι τα συμπτώματα δεν τον έχουν εγκαταλείψει..

Εδώ μπορείτε να δείτε κάποια απ’ τα έργα του, εκθέσεις έχει κάνει σε διάφορες γκαλερί και χώρους τέχνης στην Αμερική κι έχουν γραφτεί για τη δουλειά του εξαιρετικές κριτικές, απ’ τις μεγαλύτερες σε κυκλοφορία εφημερίδες της χώρας.O ίδιος εξηγεί εδώ πως εμπνέεται και δημιουργεί.

Η ταινία του έχει προβληθεί σε συνέδρια, φεστιβάλ αλλά και μεγάλες κινηματογραφικές αίθουσες.  Η πρώτη ευρωπαϊκή της προβολή μάλιστα, είχε γίνει στην Ελλάδα, το 2004, στις «Νύχτες Πρεμιέρας». Ο John έχει κερδίσει σημαντικά βραβεία που μπορείτε να δείτε εδώ αναλυτικά, γράφτηκαν γι’ αυτήν διθυραμβικές κριτικές και βέβαια συνεχίζει να προβάλλεται.

Σε περίπτωση που κάποιον συνάδελφο ενδιαφέρει για εκπαιδευτικούς σκοπούς, αξίζει ν’ αναφέρω πως πωλείται και σε dvd απ’ τον site απ’ το οποίο άντλησα μέρος των πληροφοριών που σας αναφέρω σήμερα.

Σας προτείνω όπως πάντα να δείτε τους συνδέσμους κι αν θέλετε να μάθετε περισσότερα να διαβάσετε κι αυτό το άρθρο.

Απ’ το να μιλάμε εμείς οι ειδικοί (εντός κι εκτός εισαγωγικών η λέξη), για τους ψυχικά πάσχοντες, είναι χίλιες φορές προτιμότερο να δίνεται ο λόγος στους ίδιους.

.

.

.