Η άνοδος των λογοτεχνικών τατουάζ

Τις τελευταίες δεκαετίες, η αυξανόμενη δημοτικότητα των τατουάζ δεν είναι καθόλου φαινομενική. Στη δεκαετία του ’90, υπήρξε μια τάση για σχέδια εμπνευσμένα απ’ τον πολιτισμό των Κελτών και των Αζτέκων, αργότερα κυριάρχησαν τα παραδοσιακά ιαπωνικά irezumi κ.α., και πλέον η μεγαλύτερη τάση διεθνώς είναι τα λογοτεχνικά τατουάζ.

Μάλιστα ακόμη και γνωστότατα Φεστιβάλ όπως αυτό των συγγραφέων της Μελβούρνης που έγινε μόλις πέρυσι, εντάσσουν και τέτοιες δραστηριότητες στο πρόγραμμα των εκδηλώσεών τους για όποιες-ους ενδιαφέρονται. Έξυπνο μάρκετινγκ, προφανώς.

H διευθύντρια του φεστιβάλ Marieke Hardy πάντως, αιτιολόγησε την συγκεκριμένη επιλογή λέγοντας τα εξής: «Οι λέξεις και η γραφή έχουν βοηθήσει πολλούς από εμάς να επιβιώσουν από πραγματικά δύσκολες καταστάσεις. Συχνά βλέπουμε τις αντανακλάσεις του εαυτού μας στις σελίδες ενός βιβλίου. Με το να έχουμε λοιπόν αυτόν τον συμβολισμό συνδεδεμένο με το σώμα σας, είναι ένας πολύ καλός τρόπος να αποτίσουμε φόρο τιμής σε αυτούς τους υπέροχους τόμους που μας βοήθησαν οδηγώντας μας μέσα από τις πολυπλοκότητες της ζωής, και μας έκαναν αυτούς που είμαστε».

Έτσι, φράσεις απ’ τον “Άρχοντα των Δαχτυλιδιών”, “Το Χρονικό της Νάρνια”, αλλά και τον “Μικρό Πρίγκηπα”, τον “Υπέροχο Γκάτσμπυ” ή και στίχοι της Σύλβια Πλαθ, ρητά του Πλάτωνα, σύμβολα του Χάρι Πότερ κ.α., αποτυπώνονται στα σώματα των βιβλιοφάγων που θέλουν να συνδεθούν για πάντα (όσο διαρκεί η ζωή τους πιο συγκεκριμένα) μ’ ένα λογοτεχνικό έργο.

Γιατί φαίνεται τελικά πως η εικόνα δεν φτάνει. Χρειάζονται και οι λέξεις και το πάντρεμα των δύο μοιάζει ιδανικό. Είναι ένα είδος υπενθύμισης της ταυτότητας του ατόμου τα τατουάζ, μια αποτύπωση της πορείας του στον κόσμο και των σημαντικών οροσήμων της ζωής του. Αλλά και της φιλοσοφίας του, των συναισθημάτων του, των εμπνεύσεών του. Δικαίως έχουν πει πως πρόκειται για βιογραφικά σε κοινή θέα. Εξαιρετικά εύστοχο.

Ξεχώρισα φωτογραφίες μ’ ένα απ’ τα πιο αγαπημένα μου ποιήματα λοιπόν για το τέλος, για να τις δείτε κι εσείς, που κάτι σας τράβηξε σ’ αυτή την ανάρτηση και τη διαβάζετε τώρα. Κι αν είναι μόδα όλο αυτό κι απλά περάσει, ως τότε ίσως κάτι να μείνει.

Γιατί βλέποντας μια φράση στο σώμα κάποιου, πολλές, πολλοί έστω κι από περιέργεια, μπορεί να παρακινηθούν να ψάξουν από που προέρχεται κι ίσως έτσι να κερδίσει η λογοτεχνία, η ποίηση, μερικές νέες αναγνώστριες, μερικούς νέους αναγνώστες. Ίσως…

Πηγές:

https://www.theguardian.com/fashion/2018/aug/27/good-inking-the-novel-rise-of-literary-tattoos

https://www.scoopwhoop.com/literary-tattoos/#.uf7vr6cjn

http://www.contrariwise.org/category/poetry/

.

*Οι φωτογραφίες προέρχονται από την google, τις βρήκα εδώ, αλλά τις επεξεργάστηκα εκ νέου.

Δερματοστιξία, τσαμπουκάδες, τατουάζ: Συμβολισμοί και νοήματα στην υποκουλτούρα της φυλακής – Μέρος ΙV

*Συνέχεια από το Μέρος ΙII που μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

update: 6/1/2018

O Danzig Baldaev λοιπόν γεννήθηκε στο Ulan-Ude και μεγάλωσε σε ορφανοτροφείο που φιλοξενούσε παιδιά πολιτικών κρατουμένων, αφού ο πατέρας του κατηγορήθηκε ως εχθρός του λαού. Όταν ενηλικιώθηκε και μετά τη θητεία του στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, διατάχτηκε να δουλέψει ως δεσμοφύλακας στο Kresty, μια διαβόητη φυλακή του Leningrad και το διάστημα 1948-1986 πέρασε κι από πολλές άλλες φυλακές. Εκείνος συγκέντρωσε και και διέσωσε όλα αυτά τα σχέδια των τατουάζ, για τους συμβολισμούς των οποίων έγινε ήδη λόγος.

Η KGB επωφελήθηκε σαφώς, καθώς χρησιμοποίησε τη δουλειά του για να συλλέξει πληροφορίες για τις διάφορες κάστες των κρατουμένων και να κατανοήσει καλύτερα τους μυστικούς τους κώδικες.O ίδιος, όπως αναφέρει άρθρο της εφημερίδας The Guardian είχε κάπου σημειώσει για το θέμα τα εξής: «They realised the value of being able to establish the facts about a convict or criminal: his date and place of birth, the crimes he had committed, the camps where he had served time, and even his psychological profile«

Η συνεισφορά του όπως καταλαβαίνετε, προς αυτή την κατεύθυνση, αν και δεν ήταν υποστηρικτής του καθεστώτος, όπως είχε πει σε συνεντεύξεις της η σύζυγος του, ήταν έστω και άθελά του, πολύτιμη. Κατάφερε να απεικονίσει περισσότερα από 3000 σχέδια, τα αρχειοθέτησε και τα εμπλούτισε με σχετικές πληροφορίες. Κληροδότησε έτσι όμως και σε μας, ένα πλούσιο αρχειακό υλικό, που μελετούν ως σήμερα διάφοροι επιστημονικοί κλάδοι. Και κατέγραψε το τέλος μια εποχής.

Γιατί το έκανε; Όσοι μελέτησαν το αρχείο του και συνέλεξαν πληροφορίες για τη ζωή του, αναφέρουν πως είχε χάσει περίπου 58 μέλη της οικογένειας του. Κατέληξαν απ’ τα βασανιστήρια και την καταπίεση που ασκούσαν τότε οι Σοβιετικοί. Ήθελε λένε λοιπόν, καταγράφοντας τέτοιες σκηνές (ειδικά αυτές απ’ τα gulag), να δώσει μια τρόπον τινά ηθική απάντηση στις ακρότητες που διαπράχτηκαν εκείνη την περίοδο.

.

baldaev_jpg_380x380_q95
Danzig Baldaev

.

Κι όταν εκείνος πέθανε το 2005, οι Damon Murray και Stephen Sorrell, αγόρασαν το αρχείο του απ’ τη χήρα του, το εμπλούτισαν με τις φωτογραφίες των εγκλείστων που έβγαλε ο Sergei Vasiliev μεταξύ 1989 και 1993 στις φυλακές των Chelyabinsk, Nizhny Tagil, Perm και St. Petersburg κι έτσι κυκλοφορούν πια τρία σχετικά βιβλία, με τον τίτλο  Russian Criminal Tattoo Vol I, II kai III απ’ τον εκδοτικό τους οίκο FUEL Designs.

Αναφέρεται εκεί πως για τον Baldaev, “τα τατουάζ ήταν η πύλη του σε ένα μυστικό κόσμο στον οποίο ενήργησε ως εθνογράφος, καταγράφοντας τις τελετουργίες μιας κλειστής κοινωνίας“. Κι αυτή η πληροφορία έχει κι άλλες αναγνώσεις, αν σκεφτεί κανείς πως ο πατέρας του ήταν όντως λαογράφος-εθνογράφος.

Όσοι θέλετε να μάθετε περισσότερα, αξίζει να δείτε τη συνέντευξη του Vasiliev σ’ αυτή τη σειρά των video (υποτιτλισμένη ολόκληρη στ’ αγγλικά), που περιγράφει πως αντιδρούσαν τότε οι άντρες κι οι γυναίκες στη διάρκεια των φωτογραφήσεων αυτών, πως ήταν η κατάσταση στις φυλακές, ποιες κάστες υπήρχαν κτλ.

Ειδικός πάντως στην εικονογραφία των τατουάζ εκείνης της εποχής, ήταν ο Arkady Bronnikov, που εργάστηκε αρχικά ως επιθεωρητής της Αστυνομίας κι αργότερα διατέλεσε καθηγητής Εγκληματολογίας στην Ακαδημία του Perm (Perm Faculty of the Academy of the Ministry of Internal Affairs). Για πάνω από τριάντα χρόνια, μέχρι το 1991 δηλαδή, είχε συγκεντρώσει χιλιάδες φωτογραφίες και βοήθησε έτσι στην εξιχνίαση εκατοντάδων εγκλημάτων, στην αναγνώριση πτωμάτων κτλ. Στην εγκυκλοπαίδεια λοιπόν και συγκεκριμένα στον τόμο Russian Criminal Tattoo Police Files που μπορείτε να δείτε εδώ, περιλαμβάνεται και το δικό του φωτογραφικό αρχείο.

Σ’ αυτό το σημείο θεωρώ πως απ’ αυτήν την τόσο ιδιαίτερη εικονογραφία των εγκλείστων στις φυλακές της πρώην ΕΣΣΔ  για την οποία έγραψα τόσα, είναι ώρα να περάσω σε μια άλλη κατηγορία εξίσου ενδιαφέρουσα, για την οποία οπωσδήποτε έχουν γραφτεί λιγότερα στη χώρα μας: στα τατουάζ που φέρουν τα μέλη της Γιάκουζα, της Ιαπωνικής μαφίας.

Η Ιαπωνία βέβαια, ως χώρα έχει μια μακρά παράδοση στα irezumihorimono). Πήλινα αγαλματίδια που δείχνουν ανθρώπους με τατουάζ έχουν χρονολογηθεί περίπου στο 5000 π.Χ. κι υπάρχουν ανάλογες αναφορές και σ’ ένα κινέζικο χρονικό του 3ου αι. π.Χ., το Wei Chih. Ωστόσο δεν συμφωνούν όλοι οι αρχαιολόγοι πως αυτά τα στοιχεία αφορούν γηγενείς. Φαίνεται όμως πως υπήρξε μια στροφή και μετέπειτα άρχισαν να χρησιμοποιούνται ως τρόπος σήμανσης ατόμων που για διάφορους λόγους χαρακτηρίζονταν ως κακοποιοί. Αυτή η τακτική διήρκεσε χίλια χρόνια περίπου.

Η κατάσταση άλλαξε για λίγο και πάλι όμως αργότερα συγκεκριμένα  μετά την περίοδο Εdo (1603-1868 μ. Χ) ξαναχρησιμοποιήθηκαν τα τατουάζ όχι ως διακοσμητικά στοιχεία ή για τελετουργικούς σκοπούς, αλλά ως στίγματα εγκληματιών (τα έφεραν στο μέτωπό τους ή στα χέρια κι οι αρχές κρατούσαν έτσι ένα είδος εγκληματικών αρχείων –  εδώ μπορείτε να διαβάσετε ένα σχετικό άρθρο). Ειδικά μάλιστα τα ζωηρόχρωμα irezumi, το 18ο αι., συνδέθηκαν σύμφωνα με κάποιους μελετητές, και με τις λεγόμενες κατώτερες τάξεις της χώρας (εργάτες, αγρότες κτλ) κι έτσι κατά κάποιο τρόπο συνειρμικά δυστυχώς με τους εκτός νόμου ανθρώπους. Άλλοι πάλι υποστηρίζουν πως οι πλούσιοι έμποροι που δεν μπορούσαν να δείξουν αλλιώς την ευμάρειά τους τα έκαναν, αλλά πιο βέβαιο είναι ότι τα έφεραν οι πυροσβέστες για προστασία. Πάντως απαγορεύτηκαν κατά την περίοδο Meiji, καταργήθηκαν το 1872 και νομιμοποιήθηκαν πάλι απ’ τις δυνάμεις κατοχής, το 1948.Βέβαια μέσω των ναυτικών που τα έφεραν είχαν γίνει ήδη γνωστά σε όλο τον κόσμο.

Το στίγμα όμως και η σύνδεση τους με τον κόσμο της παρανομίας είναι ισχυρά ακόμα στην Ιαπωνία. Εξαιτίας της σύνδεσης αυτής με την Yakuza,  πολύ πρόσφατα μάλιστα, το 2012 ο δήμαρχος της Osaka, Toru Hashimoto, ενθάρρυνε τους επιχειρηματίες να εκδιώξουν όσους εργαζόμενους τους είχαν τατουάζ αν δεν τα αφαιρούσαν ‘οικειοθελώς’. Είναι μάλλον συνηθισμένο δε, το ν’ απαγορευτεί η είσοδος σε δημόσια λουτρά, πισίνες κτλ ακόμα και σήμερα, σε κάποιον, εξαιτίας των τατουάζ του (αν πάλι τα έχει κάπως καλύψει και δεν φαίνονται έστω, σε μερικούς χώρους μπορεί να καταφέρει να μπει).

Οι Oyabun, οι αρχηγοί της Yakuza,  πληρώνουν για τα τατουάζ  όλων των μελών (kobun), τα οποία αντίθετα με τα αντίστοιχα  των εγκλείστων στη Δύση, έχουν πολλά και ζωηρά χρώματα (κυριαρχεί συνήθως όμως το κόκκινο και το μαύρο και σε μικρότερες ποσότητες το κίτρινο και το πράσινο). Τα ολόσωμα δε παραδοσιακά (tebori), είναι απ’ τα πιο ακριβά (10.000-25.000 yen την ώρα), τα πιο χρονοβόρα (κυριολεκτικά χρειάζονται χρόνια για να ολοκληρωθούν κι οι συνεδρίες μπορεί να κρατήσουν τρεις ώρες η κάθε μία) κι απ’ τα πιο επώδυνα («σαν να σε κόβουν αλλεπάλληλες σπασμένες λεπίδες ξυριστικής μηχανής»). Παρ’ όλα αυτά, επιλέγονται ακριβώς γι’ αυτούς τους λόγους: για να δείξουν την σκληρότητα και την ανθεκτικότητά όσων τα κάνουν. Και βεβαίως την αφοσίωσή τους στη Yakuza.

Απ’ τα πιο συνηθισμένα σχέδια των εκεί μαφιόζων, που οπωσδήποτε πρέπει να είναι μεγάλα σε μέγεθος, είναι ένας δράκος (παραδοσιακό σύμβολο δύναμης) που παλεύει με μια τίγρη. Επιλέγουν κυρίως περίπλοκα μοτίβα, με μυθολογικά τέρατα (Tengu, δηλαδή φαντάσματα και Oni, δαίμονες ή πλάσματα που μοιάζουν με τρολ), με πολεμιστές, με εικόνες απ’ την εποχή των Shogun (π.χ. εταίρων) κ.α. Δεν θα περιμένατε ίσως τόσο σκληροί άντρες ν’ απεικονίζουν στο κορμί τους λουλουδάκια, ψάρια και πεταλούδες, κι όμως συμβαίνει. Γιατί; Επειδή για παράδειγμα, στις κηδείες ο κόσμος στην Ιαπωνία πηγαίνει χρυσάνθεμα για τους νεκρούς. Αν σκοτωθούν λοιπόν κάπου απόμερα («σαν το σκυλί, σ’ ένα βουνό», όπως λέει κάποιος) και το σώμα τους δεν βρεθεί για να ταφεί, θα έχουν τουλάχιστον πάνω τους έστω και ζωγραφισμένα τα λουλούδια. Είναι προετοιμασμένοι για το θάνατό τους δηλαδή. Και τα άνθη κερασιάς επιλέγονται επίσης, απ’ τα μέλη της Yakuza. Συμβολίζουν τη ζωή των γκάνγκστερς, τη μικρή της διάρκεια. Κάτι σαν το «ζήσε γρήγορα, πέθανε νέος».

Οι πεταλούδες επίσης, είναι απ’ τα δημοφιλή τους μοτίβα. Στη Δύση είναι απ’ τα σχέδια που μάλλον θα έβλεπε κανείς σε σώματα γυναικών, αλλά εκεί το νόημα είναι εντελώς διαφορετικό: «θ’ ανοίξω τα φτερά μου ακόμα κι αν πρόκειται να πάω στο διάολο». Κι ο κυπρίνος (koi), απεικονίζεται συχνά στα σώματά τους. Πρόκειται για παραδοσιακό σύμβολο αρρενωπότητας, ανδρισμού.

Παλιότερα λοιπόν τα τατουάζ ήταν υποχρεωτικά για όσους σχετίζονταν με τέτοιου είδους παράνομες δραστηριότητες, αλλά τώρα πια επειδή τα κάνουν κι άνθρωποι που απλώς τα θεωρούν μόδα, έχουν αλλάξει κάπως τα πράγματα (εδώ μπορείτε να δείτε ένα σύντομο σχετικό απόσπασμα υποτιτλισμένο στ’ αγγλικά). Εξακολουθούν να τα χτυπούν όμως αυτοί που θέλουν ν’ αποδείξουν όσα ήδη ανέφερα. Και συμβαίνει και γυναίκες που σχετίζονται με την εκεί μαφία, να φέρουν ολόσωμα τατουάζ (κουστούμια, όπως συνηθίζεται να λέγονται – στο Medical Pathology Museum του Πανεπιστημίου του  Tokyo μάλιστα, όπως ίσως θα προσέξατε στο ντοκιμαντέρ του History Channel, διατηρούνται 105 τατουάζ, μερικά εκ των οποίων είναι ολόσωμα, παραδοσιακά).

Μεγάλο ενδιαφέρον έχει η ιστορία της Shoko Tendo, έτσι όπως καταγράφεται στο βιβλίο «Yakuza moon: Memoirs of a Gangster’s Daughter» (περισσότερες πληροφορίες εδώ κι εδώ), η οποία ήταν κόρη ενός ισχυρού αφεντικού της ιαπωνικής μαφίας. Στην πλάτη της απεικονίζεται η Jigoku Dayu, διαβόητη εταίρα της εποχής Muromachi και κάθε εκατοστό του σώματος της απ’ την κορυφή ως τα νύχια καλύπτεται από διάφορα σχέδια.

Αλλά πως να μην θυμηθεί κάποιος όταν αναφέρεται σε όλα αυτά τον Junichiro Tanizaki, τον σπουδαίο αυτό Ιάπωνα συγγραφέα και το σχετικό διήγημά του «Τhe tatto» (ή «The tattooer» σε άλλες μεταφράσεις)

Αυτό που είναι ασύμβατο πάντως, είναι να είναι κάποιος ενταγμένος στη Yakuza και να θέλει ταυτόχρονα να γίνει horishi (tattoo artist) στα tebori. Καθώς οι κανόνες είναι αυστηροί και συγκεκριμένοι σ’ αυτούς τους δύο ‘τρόπους’ ζωής, οφείλει όποιος διχάζεται να διαλέξει και να παρακαλέσει τον αρχηγό (oyabun), να του επιτρέψει την αποχώρηση. Σε κάποια μέλη της μαφίας, επιτράπηκε όντως ν’ αποχωρήσουν αφού δεσμεύτηκαν πως θ’ ασχοληθούν με την τέχνη των τατουάζ. Όχι βέβαια χωρίς κόστος. Αν μη τι άλλο, έπρεπε να κόψουν μερικά δάχτυλα.

Όλο αυτό το διάστημα που έψαχνα το θέμα, ανακάλυψα μεταξύ άλλων πως σε διάφορα μέρη της Ευρώπης (κι όχι μόνο στην Ιαπωνία), σε μουσεία όπως το Berlin Medizinhistorisches Museum, το Muséum national d ’ Histoire naturelle στο Παρίσι, το Science Museum του Λονδίνου κ.α,  υπάρχουν σε συλλογές με Ανθρώπινα Υπολλείματα (Human Remains),  τατουάζ που αφαιρέθηκαν στο παρελθόν από στρατιώτες, αλλά κι από φυλακισμένους.

Και στη χώρα μας όμως, στο Εγκληματολογικό Μουσείο, υπάρχουν ανάλογα εκθέματα. Ψηφιακά θα δείτε εδώ αρκετές φωτογραφίες με σχέδια και κάποιες πληροφορίες. Φυσικά δεν υπάρχουν ονόματα, που να γνωστοποιούν σε ποιους ανήκαν για ευνόητους λόγους. Φρικιαστικό από κάθε άποψη. 

H Gemma Angel, πάντως, μπόρεσε να μελετήσει ενδελεχώς αυτά της συλλογής «Wellcome» (του Science Museum που στεγάζεται στο Λονδίνο) κι έχει δημιουργήσει την  παρουσίαση που μπορείτε να δείτε εδώ. Υπάρχει επεξήγηση για κάθε φωτογραφία κι αν δεν σας απωθεί το  θέαμα, θα μάθετε πολλά. Συμπληρωματικά, ίσως σας ενδιαφέρει να διαβάσετε σε ένα άλλο δικό της άρθρο, το πως αντιμετωπίστηκαν οι πρώτοι άνθρωποι που έφτασαν ως αιχμάλωτοι στην Ευρώπη και είχαν τατουάζ. Kαι στην Ελλάδα άλλωστε παρόμοιες ήταν οι αντιδράσεις όπως διάβασα πρόσφατα στο άρθρο του Τάσου Κ. Κοντογιαννίδη με τίτλο: «Ο πρώτος Έλληνας που στιγμάτισε το κορμί του» (δημοσιεύτηκε στις 7/6/2014 στην εφημερίδα Real News).

Τι γίνεται όμως, όταν οι κρατούμενοι (και οι γενικώς ασχολούμενοι με παράνομες δραστηριότητες) θέλουν να ‘σβήσουν’ τα τατουάζ που κάποτε επέλεξαν για να κοσμήσουν το σώμα τους; Τι γίνεται επίσης, όταν επιβάλλεται να το κάνουν; Αν κάποιος απερίσκεπτα έφερε τατουάζ που τον έδειχνε ιεραρχικά ανώτερο απ’ ότι ήταν στον υπόκοσμο, ειδικά στις φυλακές της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, εξαναγκαζόταν στο ‘σβήσιμο’ με κάθε τρόπο. Φυσικά, οι περισσότεροι,  δεν έχουν την επιλογή του λέιζερ. Ειδικά αν παραμένουν έγκλειστοι. Παλιότερα, σύμφωνα με τον Ηλία Πετρόπουλο, προσπαθούσαν να τα αφαιρέσουν με γάλα συκιάς ή ξυνό, αλλά έμενε ένα είδος ασπριδερής σκιάς στο σημείο. Πιο δραστικά μέτρα είναι το να γδαρθεί το δέρμα, να καεί, να τριφτεί με γυαλόχαρτο κτλ. Αυτές είναι οι πιο διαδεδομένες μέθοδοι σήμερα. Όσο πιο μεγάλη επιφάνεια καταλαμβάνει στο σώμα του κρατούμενου το σχέδιο, τόσο μεγαλύτερο το πρόβλημα και το ρίσκο όσον αφορά την υγεία του.

Σ’ αυτό το σημείο, λίγο πριν το τέλος, θα παραθέσω ένα σχόλιο, που δεν είναι δικό μου, αλλά με βρίσκει απόλυτα σύμφωνη:»Η επιμονή της ίδιας πρακτικής μέσα από διαφορετικές κουλτούρες και χρονικές περιόδους, που παρουσιάζεται μέσα από διαφορετικά ρεύματα και ιστορικά παραδείγματα, είναι εκπληκτική» γράφει ο Eero Wahlstedt. Μπορεί κανείς να διαφωνήσει μαζί του;

Επί της ουσίας όμως δεν τελειώνουμε εδώ. Θα υπάρξουν ενημερώσεις, μιας κι εσκεμμένα, λόγω του τεράστιου όγκου των πληροφοριών που βρήκα, άφησα απ’ έξω κάποια ζητήματα (θα προσέξατε αν μη τι άλλο πως απουσιάζουν οι ψυχολογικές ερμηνείες κι ελάχιστα πράγματα ανέφερα για τους εγκληματολογικούς διαξιφισμούς επί του θέματος).

Επίσης, παρά τα διάφορα προβλήματα που δημιουργούν ακόμα και στον λεγόμενο γενικό πληθυσμό, έχω δει πως αποτελούν μια πολύ καλή λύση για τους ανθρώπους με σοβαρά δερματικά προβλήματα, ουλές από εγχειρήσεις, εκ γενετής σημάδια ή μεγάλης έκτασης εγκαύματα, τα οποία επιλέγουν να «κρύψουν» μ’ ένα τατουάζ για αισθητικούς λόγους και φτιάχνει έτσι η ψυχολογία τους. Είχα πρόσφατα μια τέτοια συζήτηση με φίλο γιατρό και θέλω να το σημειώσω, για να είμαστε δίκαιες/οι δηλαδή…

Έβαλα  εντούτοις πολλούς συνδέσμους για να δείτε και μόνοι σας πράγματα κι άφησα για το τέλος μια ενδιαφέρουσα έκθεση για τα τατουάζ μες το χρόνο (εδώ λεπτομέρειες), που ξεκίνησε πριν λίγο καιρό στο Παρίσι. Αξίζει να δείτε φωτογραφίες και κείμενα, μιας κι είναι δύσκολο για όλους μας να θαυμάσουμε από κοντά τα εκθέματα. Φυσικά όποιοι επιλέξετε να ξαναδιαβάσετε τις αναρτήσεις στο μέλλον,  θα διαπιστώνετε πως νέα πράγματα, μικρές ή μεγάλες προσθήκες θα υπάρχουν. Και πάντα να βλέπετε και που σας παραπέμπω. Δεν θα χάσετε το χρόνο σας, σας το υπόσχομαι.

Ευχαριστώ τέλος, όσους φίλους και όσες φίλες  έστειλαν υλικό και συμμετείχαν τόσο ένθερμα κι ελπίζω να έκανα τις καλύτερες δυνατόν επιλογές, βάση των ενδιαφερόντων σας. Να είστε καλά!

.
.
.
.
.

Δερματοστιξία, τσαμπουκάδες, τατουάζ: Συμβολισμοί και νοήματα στην υποκουλτούρα της φυλακής – Μέρος Ι

.

western-shaft-tomb-tattoo

.

Σε χώρους κλειστής διαβίωσης όπως οι φυλακές, αναπτύσσονται συμπεριφορές και παγιώνονται συνήθειες, που συγκροτούν τελικά την ιδιάζουσα κουλτούρα των ανθρώπων που τους απαρτίζουν και τους χαρακτηρίζουν.

Τέτοιο δείγμα αποτελούν οπωσδήποτε, τα τατουάζ, οι τσαμπουκάδες της φυλακής, που χτυπούν ή κεντούν όπως συνηθίζουμε να λέμε, οι κρατούμενοι σε όλα σχεδόν τα σημεία του κορμιού τους Πρόκειται για ένα είδος σήμανσης ταυτότητας, διαφορετικότητας,  μια πολιτιστική κωδικοποίηση ατόμων που θεωρούν πως εντάσσονται σε συγκεκριμένες ομάδες (π.χ. ποινικοί κρατούμενοι) και υπο-ομάδες (πχ. μέλη συμμοριών).

Στη δεύτερη περίπτωση τα τατουάζ, πέραν της δήλωσης πίστης στην υπό-ομάδα, αποτελούν σημαίνοντα προς τους έξω για την ένταξη του φέροντος σ’ αυτήν, αναπαριστούν συχνά το σύνολο της εγκληματικής του δραστηριότητας (είναι δηλαδή ένα είδος βιογραφικού), το βαθμό, τη θέση που έχει στην υπο-ομάδα κτλ.

Η δερματοστιξία, έχει τις ρίζες της στους πρωτόγονους λαούς και συναντάται στους περισσότερους πολιτισμούς (εδώ μπορείτε να διαβάσετε ένα ενδιαφέρον σχετικό άρθρο). Τα τατουάζ σ’ αυτές τις περιπτώσεις χρησιμοποιήθηκαν ως μέσα προστασίας, ως τρόποι θεραπείας, ως μαγικά σύμβολα, ως ένδειξη ευγενικής-αριστοκρατικής καταγωγής κτλ.

Στην αρχαία Ελλάδα φαίνεται πως τα τατουάζ διαδόθηκαν απ’ την Περσία τον 6ο αιώνα, όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος και οι Ρωμαίοι με τη σειρά τους τα υιοθέτησαν απ’ τους Έλληνες. Χρησιμοποιήθηκαν για να στιγματίζονται οι εγκληματίες και οι δούλοι, ώστε ακόμα κι αν διέφευγαν να μπορούσαν εύκολα να εντοπιστούν.

Σύμφωνα επίσης με το άρθρο του Archaeology, απ’ όπου άντλησα τις πληροφορίες αυτές, οι Αθηναίοι στιγμάτισαν τους ηττημένους Σαμιώτες με ένα τατουάζ κουκουβάγιας (το έμβλημα της θεάς Αθηνάς) κι οι Σαμιώτες με τη σειρά τους όταν νίκησαν ‘σημάδεψαν’ τους αιχμαλώτους τους με ένα Σαμιακό πολεμικό πλοίο (Σάμαινα).

Αλλά στη Θράκη, πάντα κατά τον Ηρόδοτο,  η δερματοστιξία είχε άλλο νόημα καθώς σηματοδοτούσε την ευγενική καταγωγή.

.

thracian-tattoos

.

Πολλοί αρχαίοι Έλληνες και Ρωμαίοι ιστορικοί, αναφέρονται στην τιμωρητική χρήση των τατουάζ. Στην αρχαία Ρώμη μάλιστα φαίνεται πως τέτοια ‘στίγματα’ έφεραν στρατιώτες και λεγεωνάριοι επίσης. Ο Καλιγούλας στιγμάτιζε και τους μονομάχους, για να είναι σαφές πως αποτελούν δημόσια περιουσία κτλ.

Ήταν διαδεδομένο μάλιστα, να στιγματίζονται τα πρόσωπα, όσων θεωρούνταν για κάποιο λόγο αποδιοπομπαίοι τράγοι, πράγμα που απαγόρεψε ο Μέγας Κωνσταντίνος το 325 μ. Χ.

Έτσι η δερματοστιξία περιορίστηκε στο σώμα, μέχρι το 787 μ.Χ. που ο Πάπας Αδριανός την απαγόρεψε γενικώς (κι όλοι οι διάδοχοι του επίσης, έκτοτε), με αποτέλεσμα τα τατουάζ σχεδόν να ‘εξαφανιστούν’  στο χριστιανικό κόσμο, μέχρι το 19ο αιώνα.

Συναντούνται όμως, στις φυλακές της Ευρώπης, στους εκεί έγκλειστους. Όπως αναφέρει ο Michel Foucault  στο βιβλίο του «Επιτήρηση και τιμωρία-Η γέννηση της φυλακής»:

“Χαραγμένα πάνω τους είναι τα εμβλήματά τους -είτε μια λαιμητόμος χαραγμένη στον αριστερό βραχίονα, είτε πάνω στο στήθος τους, ένα ξίφος που χώνεται βαθιά σε ματωμένη καρδιά…”

Κατά τα μέσα του 19ου αιώνα δε, σε μια ποινική υπόθεση στην Γερμανία,  για πρώτη φορά γίνεται η ‘επίσημη’ σύνδεση των τατουάζ με την εγκληματολογική δραστηριότητα. Τίθεται τότε κατά τη διάρκεια της δίκης το ερώτημα αν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί (ως μέσο θετικής ταυτοποίησης), το συγκεκριμένο τατουάζ του φερόμενου εκείνη την εποχή ως δράστη, για να εξασφαλιστεί η καταδίκη του.

«Η υπόθεση«, όπως σχολιάζει ο Eero Wahlstedt στην ενδιαφέρουσα εργασία του που συμβουλεύτηκα, «ήταν λιγότερο σημαντική από τις συνέπειές της, καθώς οδήγησε σε μια ευρύτερη μελέτη και καταγραφή των τατουάζ με σκοπό τη διάκριση των «εργατικών τάξεων» απ’ τις «επικίνδυνες τάξεις«. Η υπόθεση είναι ότι αυτοί που έχουν τατουάζ ήταν πιο αντικοινωνικοί και επικίνδυνοι (Caplan,1997: 106-9)». 

Ο Ιταλός εγκληματολόγος Cesare Lobroso, με τη σειρά του πίστευε πως ήταν θέμα χαρακτήρα, προδιάθεσης. Δηλαδή πως o ίδιος καταναγκασμός που οδηγεί κάποιον να εκγληματίσει, τον οδηγεί και να στο σημαδεύει κατά τέτοιον τρόπο, το σώμα του.

Θα δούμε στη συνέχεια, κι άλλες σχετικές αναφορές, αλλά εντωμεταξύ ας ρίξουμε μια ματιά στο τι συνέβαινε στη χώρα μας. Η συνήθεια αυτή έφτασε και στην Ελλάδα λοιπόν κι έτσι κατά την επίσκεψη του στις φυλακές του Ναυπλίου (η σχετική ανάρτηση εδώ), στα τέλη του 1800, ο λογοτέχνης Ανδρέας Καρκαβίτσας, γίνεται μάρτυρας μιας τέτοιας σκηνής και την καταγράφει:

“Ο ένας ήταν γονατιστός κ’ είχε ολόγυμνο το κορμί εμπρός ‘; την πόρτα και οι άλλοι δύο εστέκοντο σκυμμένοι επάνω του. Εστοχάσθην ότι ήταν λαβωμένος και τον επεριπιούντο. Επλησίασα να ιδώ. Τι να ιδώ; Ανατρίχιασα όλος. Και οι δύο με ψιλά βελόνια εις τα χέρια τους εκέντουν το κορμί του γονατισμένου μέχρι αφαιμάξεως. Από τον σβέρκο, αμέσως κάτω από τα μαλλιά άρχιζε ένα ογκώδες κεφάλι φοβερού φιδιού, με ανοικτό στόμα και γλώσσα έξω βγαλμένη κατακόκκινη. Το φίδι κατέβαινε εις την ραχοκοκκαλιά, έπειτα έκλινε κάτ’ από τη ζερβιά μασχάλη, έβγαινε μπρος εις το στήθος και κατ’ από το δεξιό βυζί και την μασχάλην εγύριζε πάλι εις την ράχη. Φοβερό ήταν το σώμα του ερπετού, ολόπλουμο με χίλιες δυο φολίδες και μύρια χρώματα που ασπρογάλιαζαν επάνω εις το δέρμα σαν τ’ αληθινού φιδιού.

-Θα κάμετε πολύ ακόμη ερώτησα τον ένα.

-Θα το φτάσουμε κάτου ‘ς τη φτέρνα.

-Και δε σε πονεί; ερώτησα εκείνον

-Τσ’ μου έκαμε μ’ επώδυνον όμως έκφρασιν.

Η παλληκαριά του δεν άφινε να ομολογήση τους πόνους του. Η καρδιά του όμως ή καλλίτερα το τομάρι του το ήξερε”.

 

.

(συνεχίζεται εδώ)

.

.

.

.

.

.

.