Στα ίχνη του Joyce στην Τεργέστη: Η σχέση του με τους Έλληνες και την Ελλάδα – Μέρος ΙΙ

1. Ο James Joyce με την εκδότριά του Sylvia Beach και την Adrienne Monnier στο θρυλικό βιβλιοπωλείο Shakespeare & Company στο Παρίσι, το 1920

.

Σας είχα αναφέρει την προηγούμενη φορά την επιμονή του James Joyce σχετικά με το μπλε χρώμα του εξωφύλλου του “Οδυσσέα”, που θα έπρεπε ν’ αντιστοιχεί μ’ αυτό της σημαίας μας. Ήξερε πολύ καλά τι ήθελε και χρειάστηκαν αρκετές προσπάθειες ώστε οι άνθρωποι που ασχολήθηκαν με το σχεδιασμό να φτάσουν στο επιθυμητό για κείνον αποτέλεσμα. Όταν τελικά ο στόχος επιτεύχθηκε, ανέμισε κι η ελληνική σημαία έξω απ’ το βιβλιοπωλείο στο Παρίσι, για να σηματοδοτήσει το γεγονός της έκδοσής του. Και δεν είναι τυχαίο που κι εγώ σήμερα δημοσιεύω αυτή την ανάρτηση μιας κι οι φανατικοί αναγνώστες του γιορτάζουν τη Bloomsday (δείτε εδώ στα ελληνικά κι εδώ στα αγγλικά, σχετικούς συνδέσμους). Να λοιπόν η περιγραφή της Edna O’ Brien σχετικά με το πως έφτασε το βιβλίο ως το τυπογραφείο.

“His demands concerning paper, binding, and typeface were inflexible. He wanted the cobalt blue of the Greek flag on his cover, but locating the correct dye to reproduce that exact blue meant that Darantière had first to journey to Germany, and then submit samples to Joyce, and Joyce didn’t feel that the white lettering on blue had the magic impact of white islands on a blue archipelago of water. Joyce insisted that Darantière send him five sets of page proofs. He constantly made changes on them, and the corrected pages were so scarred with stars and lineations that the beleaguered printer threatened to withdraw. Through it all, Sylvia Beach remained sanguine. The Greek flag fluttered outside her shop, alerting passersby to the great pending event”.

2. Αντίτυπο της πρώτης έκδοσης του «Οδυσσέα»

.

Έτσι κι αλλιώς και σ’ άλλα του βιβλία αναφέρεται η Ελλάδα. Στην Τεργέστη μάλιστα όπου δίδασκε αγγλικά, είχε και Έλληνες μαθητές (μεταξύ άλλων ο Βαρόνος Ambrogio Ralli, ο Κόμης Sordina, μέλη της οικογένειας Galati κ.α.) κι όπως εξήγησα ήδη εδώ είχε ασχοληθεί πολύ με την ελληνική γλώσσα. Ελπίζω να είδατε και την ταινία της Βουβούλα Σκούρα που σας πρότεινα, αλλά αν όχι μπορείτε πάντα ν’ αναζητήσετε το βιβλίο της Μαντώς Αραβαντινού και να μελετήσετε κι αυτό το άρθρο. Ο ίδιος έλεγε τα ακόλουθα:

“I speak or used to speak modern Greek not too badly … and have spent a great deal of time with Greeks of all kinds from noblemen down to onion-sellers, chiefly the latter. I am superstitious about them. They bring me luck”.

3. To Teatro Lirico Giuseppe Verdi στην Τεργέστη (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

.

Στην Τεργέστη λοιπόν περνούσε χρόνο σε διάφορα μέρη, όπως το Theatro Verdi (η προσωπική ιστορία και το έργο του σπουδαίου συνθέτη Giuseppe Verdi συνδέεται ομοίως με την πόλη) καθώς ήταν λάτρης της όπερας σε τέτοιο σημείο ώστε να προσπαθήσει να γίνει επαγγελματίας τραγουδιστής του είδους, αλλά ήταν παράλληλα και συχνός επισκέπτης της ορθόδοξης ελληνικής εκκλησίας του Αγίου Νικολάου (San Nicolo dei Greci). Μερικοί μελετητές υποστηρίζουν όπως μπορείτε να διαβάσετε εδώ, ότι θα πρέπει να δούμε το γεγονός αυτό (του ότι τον γοήτευε η Ορθοδοξία), σαν μέρος της προσπάθειας του να καταλάβει και να γνωρίσει, να εκτιμήσει εντέλει τον ελληνικό κόσμο, τον ελληνικό πολιτισμό. Κι αυτό επειδή είναι γνωστή η κριτική του στάση σε ζητήματα πίστης. Στα λόγια του πάλι μπορούμε ν’ ανατρέξουμε για να καταλάβουμε περισσότερα για τις προθέσεις του, σε όσα έγραψε δηλαδή σε μιαν επιστολή προς τον αδερφό του, επειδή οι συνάδελφοί του παρατηρούσαν μια ασυμφωνία ανάμεσα σε όσα έλεγε για τον Χριστιανισμό και στην παρουσία του απ’ την άλλη στην Εκκλησία :

«He says I will die a Catholic because I am always moping in and out of the Greek churches and am a believer at heart, whereas in my opinion, I am incapable of belief of any kind”.

4. Η εκκλησία San Nicolo dei Greci (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

.

Προσωπικά δεν με εκπλήσσει καθόλου αυτή του η συμπεριφορά, όντας πολύ εξοικειωμένη με τις αντιφάσεις των ανθρώπων. Αναφέρω όμως όλα τα στοιχεία και σας προτείνω να συμβουλευτείτε κι αυτό το άρθρο, για να έχετε πλήρη εικόνα, όσ@ τουλάχιστον μαθαίνετε για ‘κείνον για πρώτη φορά ή όσ@ τον έχετε μεν διαβάσει αλλά δεν είχατε ασχοληθεί τόσο μ’ αυτές τις πλευρές του χαρακτήρα του. Αυτές οι δύο αναρτήσεις άλλωστε, είναι γραμμένες όσο το δυνατόν πιο απλά ακριβώς γιατί για μένα έχει σημασία να καταλαβαίνει ο καθένας που με διαβάζει. Αν παρακινηθείτε κιόλας ν’ ασχοληθείτε με το έργο του ή να μάθετε περισσότερα για τον τόσο σπουδαίο συγγραφέα, ακόμη καλύτερα. Κι αν όχι, θα σας μείνουν έστω αυτές οι λίγες πληροφορίες στο μυαλό μιας και σαφώς το θέμα δεν το ανέλυσα διεξοδικά. Μια εισαγωγική κάνω εδώ και σας παίρνω νοερά μαζί μου σ’ ένα ταξίδι.

.

Στο βάθος η εκκλησία San Nicolo dei Greci όπως φαίνεται απ’ το λιμάνι της Τεργέστης (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

.

Αυτός λοιπόν είναι ο Ναός που επισκεπτόταν ο Joyce και στις φωτογραφίες που τράβηξα τον βλέπετε από διαφορετικά σημεία, κοντά και μακριά, όπως τον είδα κι εγώ κι εδώ υπάρχουν περισσότερα να μάθετε, αν σας ενδιαφέρει. Τώρα όμως λέω, να επιστρέψω στο αρχικό μου ερώτημα και να ποιο ήταν: έχει νόημα να δει κανείς όλα τα στέκια του στην Τεργέστη ή έστω αρκετά απ’ αυτά ή αντ’ αυτού καλύτερα να προτιμήσει μια επίσκεψη στο Μουσείο που υπάρχει εκεί κι είναι αφιερωμένο σε κείνον; Σαφώς αφορά τους πιο φανατικούς θαυμαστές του και θα σας το απαντήσω την επόμενη φορά, γράφοντας μερικά ακόμη στοιχεία σχετικά με το θέμα μας που πιστεύω έχει νόημα να γνωρίζετε όλ@. Σήμερα πάντως, γίνεται κι αυτή η εκδήλωση στην Αθήνα, για να γιορταστεί κατάλληλα η Bloomsday. Σε περίπτωση που σας ενδιαφέρει να την παρακολουθήσετε μπορείτε να πληροφορηθείτε τις λεπτομέρειες από εδώ.

(συνεχίζεται)

.

* Η πρώτη φωτογραφία είναι από εδώ, η δεύτερη από εδώ (κι αξίζει να μάθετε πόσο πουλιέται στις μέρες μας ένα αντίτυπο της πρώτης έκδοσης του βιβλίου) και οι άλλες τραβήχτηκαν από μένα στην Τεργέστη. Μπορείτε να δείτε κι άλλες στους προσωπικούς λογαριασμούς που διατηρώ σε flickr και instagram.

Στα ίχνη του Joyce στην Τεργέστη: Η σχέση του με τους Έλληνες και την Ελλάδα – Μέρος Ι

«Οι Έλληνες μου έφεραν πάντα τύχη»

1. Λεπτομέρεια απ’ το άγαλμα του Joyce στην Τεργέστη (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

.

Τον περασμένο Ιούλιο, βρέθηκα πάλι στην Τεργέστη. Ακολουθώντας τα ίχνη του James Joyce αυτή τη φορά. Κι όσο καθόμουν στο ιστορικό Caffè degli Specchi, που στεγάζεται στο Palazzo Stratti (κτίσμα του 1839, ιδιοκτησίας τότε του ισχυρότατου έλληνα εμπόρου, διευθυντή μεταξύ άλλων του Thaetro Novo, Niccolò Stratti και λογοτεχνικό στέκι αργότερα μεταξύ άλλων και του μεγάλου συγγραφέα, στην Piazza Unità d’Italia), σκεφτόμουν ότι με παρόμοιο περιπετειώδη τρόπο, ξεκίνησε κι η δική του ζωή στον τοπικό σταθμό των τρένων όταν έφτασε ταλαιπωρημένος με την έγκυο σύντροφό του Nora Barnacle κι έψαχνε για κατάλυμα, ώστε να περάσουν κάπου τη νύχτα. Τα κοινά μας βιογραφικά σημεία βέβαια σταματούν εκεί, αφού εκείνος κατάφερε τελικά να την αγαπήσει πολύ, αυτή την πανέμορφη πόλη της Αδριατικής (που διάλεξε για την αυτοεξορία του), στην οποία ήρθε για πρώτη φορά το 1904 κι έφυγε οριστικά το 1919. Εμένα εξακολουθεί να με διώχνει μακριά της, η “σχέση” μας είναι δύσκολη, αλλά λίγη σημασία έχει αυτό. Όταν τουλάχιστον επιστρέφω, έχω σίγουρα κάποιο καλό λόγο για να το κάνω. Τη συγκεκριμένη στιγμή ακολουθούσα τα βήματά του συμβουλευόμενη πλήθος πηγών. Κι υπάρχουν τόσα πολλά σημεία με τα οποία έχει συνδεθεί τ’ όνομά του κι όπου μπορεί κανείς να ξετυλίξει την ιστορία του. Έχει όμως νόημα να τα δει κανείς όλα αυτά, ενώ υπάρχει και το αφιερωμένο σ’ εκείνον, Μουσείο; Θα σας γράψω τη γνώμη μου σ’ αυτή τη σειρά των αναρτήσεων και θα μοιραστώ μαζί σας φωτογραφίες που τράβηξα κι άλλες που έψαξα και βρήκα…

2. Caffè degli Specchi (φωτογραφία: προσωπικό αρχείο)

Καταρχάς, το διάστημα που ζούσε στην Τεργέστη, ήταν συχνότατος θαμώνας πολλών χώρων που σέρβιραν αλκοόλ (του άρεσε το αψέντι), όπως γράφουν οι βιογράφοι του και διαβάζουμε χωρίς την παραμικρή έκπληξη, όσ@ γνωρίζουμε αρκετά πράγματα για τη ζωή και το έργο του. Έχουμε υπόψη μας άρα, ότι απ’ την πρώτη νύχτα έμπλεξε σε καυγά σε μπαρ και κατέληξε να συλληφθεί και να βρεθεί στο κρατητήριο. Αν όμως δεν σας είχε απασχολήσει ως τώρα ως προσωπικότητα, μιας και θεωρούνται περίπλοκα και δυσνόητα τα βιβλία του (όχι όλα βέβαια), σήμερα θα μάθετε αν μη τι άλλο, μερικά πράγματα για εκείνον. Αφού τα μπαρ, τα καφέ και τα εστιατόρια που σύχναζε (ακόμη κι αν είχε ελάχιστα χρήματα στην τσέπη του), ήταν πάμπολλα λοιπόν, και τα περισσότερα βρίσκονται κοντά στην πλατεία Unità d’Italia δεν βρήκα ότι υπήρχε λόγος να τα δω ένα προς ένα. Μερικά συνεχίζουν τη λειτουργία τους και έχουν λίγο-πολύ την ίδια ατμόσφαιρα που είχαν κάποτε, όπως αυτό που βρέθηκα εγώ, το Stella Polare, αλλά και το Caffè Pasticceria Pirona όπου άρχισε να γράφει τον “Οδυσσέα” κι έχει νόημα ίσως μια επίσκεψη εκεί. Άλλα στέκια του δεν υπάρχουν πια, κάποια τον «διεκδικούν χωρίς να μπορεί να διαπιστωθεί αν όντως πήγαινε σ’ αυτά, ενώ “ξεφύτρωσαν” και μερικά καινούρια καφέ, που φέρουν τ’ όνομά του στις ταμπέλες τους, όπως άλλωστε και ένα ξενοδοχείο, στου οποίου το δρόμο βρέθηκα τυχαία μόλις πάρκαρε το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινα. Ήταν κι αυτό ένα απ’ τα μικρά, καθημερινά συμβάντα που μας κάνουν να σκεφτόμαστε την “θεά” τύχη και τα παιχνίδια της. Έπαιξε άλλωστε το ρόλο της και στο να κάνω τη δημοσίευση αυτή που ετοίμαζα από πέρυσι, τώρα, αφού από αύριο και ως την Τρίτη θα μπορείτε να δείτε κι εσείς απ’ το site της Ταινιοθήκης της Ελλάδας, τη σπουδαία ταινία της Βουβούλα Σκούρα που τον αφορά και τιτλοφορείται «THE RED BANK. James Joyce: Τα Τετράδιά του, των Ελληνικών». Κι έτσι θα διαπιστώσετε το πόσο πολύ ασχολήθηκε με τη γλώσσα μας. Η πρώτη που ανέδειξε αυτό το θέμα βέβαια, ήταν η ποιήτρια και μεταφράστρια τεσσάρων βιβλίων του, Μαντώ Αραβαντινού. Ακούστε όμως, αυτή τη συνέντευξη της σκηνοθέτιδας απ’ το Δεύτερο Πρόγραμμα της ΕΡΤ Open και θα τα μάθετε τα της ταινίας. Δεν χρειάζεται να γράψω κάτι άλλο εγώ.

Η Τεργέστη, για να φτάσουμε και στο “σκηνικό” της ιστορίας μας, πριν εξηγήσω περισσότερα πράγματα για τον Joyce, έχει άρωμα Ελλάδας. Καθόλου τυχαίο αυτό φυσικά αφού υπήρχε ισχυρή ελληνική παροικία εκεί, όπως θα καταλάβατε, αν δεν το ξέρατε ήδη απ’ τα μαθήματα της Ιστορίας. Αλλά όχι μόνο ελληνικό άρωμα. Ήταν πάντα ένα σταυροδρόμι πολιτισμών, ένα σημαντικότατο λιμάνι, ανάμεσα στα “θερμά” κι ασταθή συνήθως Βαλκάνια και την Ευρώπη. Όπως έχει γράψει ο ιστορικός λογοτεχνίας Kevin Birmingham, στο βιβλίο του «The Most Dangerous Book: The Battle for James Joyce’s Ulysses», αν ο Joyce ήθελε να δραπετεύσει απ’ την “Ireland’s provinciality” – πράγμα σίγουρο, σκέφτομαι, καθώς θυμάμαι εκτός των άλλων και το ποίημα με τον τίτλο “The Holy Office” (στο οποίο υπάρχει κι η ελληνική λέξη Katharsis κι όπου διακρίνονται και οι αιτίες που τον έκαναν ν’ αποστασιοποιηθεί), βρήκε τότε το τέλειο μέρος. Μια περιοχή όπου οι Ιταλικές διάλεκτοι συναντούσαν τις Γερμανικές, τις Τσέχικες, τις Ελληνικές. Στην Τεργέστη υπήρχαν επίσης πολλοί Σέρβοι (κι άλλοι με εθνική καταγωγή απ’ την πρώην Γιουγκοσλαβία, Σλοβένοι, Κροάτες κτλ), καθώς και Αλβανοί. Μοιραία λοιπόν συγγραφείς σύγχρονοι, αλλά και προγενέστεροι, σ‘ αυτή την πόλη βάζουν τους ήρωές τους να περιπλανώνται και να ζουν τα πάθη τους, στα ιστορικά τους μυθιστορήματα. Το γράφω αυτό έχοντας στο νου μου για παράδειγμα τον εξαιρετικό Ράντοσλαβ Πέτκοβιτς και το βιβλίο του «Η μοίρα και τα σχόλια» (κυκλοφορεί απ’ τις εκδόσεις “Καστανιώτη”, σε μετάφραση: Ράντοσλαβ Μπρκόβιτς), που κάνει συχνές αναφορές και στους Έλληνες που ζούσαν εκεί. Στο βιβλίο μάλιστα υπάρχουν κι αυτοί οι υπέροχοι στίχοι του Μίλαν Τζόρτζεβιτς:

Όλοι εξαφανιζόμαστε, είμαστε Σέρβοι από την Τεργέστη,
ξεθωριασμένα γράμματα, γαλάζιο αίμα·
όλοι πίσω μας αφήνουμε τα αποτυπώματα των δαχτύλων στη σκόνη των σπιτιών μας, τα ημερολόγια των λωτών, σφουμάτο αναμνήσεις των αρωμάτων, εκείνη τη φλόγα που παρουσιάσατε μες στο σκοτάδι, σαν οπτασία πάνω απ’ τα νερά, και πνίγει τους ανθρώπους που την ακολουθούν.

Είναι μια πόλη επομένως που δεν ανήκει κατά κάποιον τρόπο σε κανένα κι απ’ την άλλη σ’ αυτήν πολλοί λαοί, αισθάνονται ότι βρίσκονται σε οικείο έδαφος, σαν στο σπίτι τους, αφού οι συμπατριώτες τους κάποτε άφησαν τα ίχνη τους στους δρόμους της. Μόνο τους τελευταίους αιώνες της ιστορίας της να σκεφτούμε, φτάνει για να το καταλάβουμε. Την κατείχαν οι Γάλλοι, πέρασε στην Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία, ακολούθως ενώθηκε με την Ιταλία, στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο όμως την κατέλαβαν οι Γερμανοί, την απελευθέρωσαν οι δυνάμεις του Τίτο κι έτσι πέρασε στη Γιουγκοσλαβία και τελικώς κατέληξε πάλι στην Ιταλία. Κι ο ήρωας του “Οδυσσέα”, Leopold Bloοm μοιάζει περισσότερο με Τριεστίνο παρά με Ιρλανδό, όπως ισχυρίζονται κάποιοι μελετητές (δείτε εδώ ένα σχετικό βιβλίο).

3. James Joyce / Ettore Schmitz

Τον “αναγνωρίζουν” μάλιστα στο πρόσωπο του Svevo (του Ettore Schmitz δηλαδή, που ήταν Εβραίος συγγραφέας), στον οποίο ο Joyce έκανε μαθήματα αγγλικών (έτσι βιοποριζόταν) και σύχναζαν παρέα και στο Caffè degli Specchi, μεταξύ άλλων. Εκείνο που είναι απολύτως σίγουρο πάντως, είναι ότι ο συγγραφέας επέμενε στο Παρίσι, στο θρυλικό βιβλιοπωλείο Shakespeare and Company όπου και συνάντησε την εκδότρια Sylvia Beach, σχετικά με το ότι έπρεπε το μπλε χρώμα στο εξώφυλλο του βιβλίου να είναι ίδιο με της ελληνικής σημαίας, όπως έχει αναφερθεί απ’ τον Edwuard Bishop, ώστε να “θεμελιώνεται” κι η σχέση “κειμένου” και “βιβλίου”.

(συνεχίζεται)

*Οι φωτογραφίες 1 και 2 τραβήχτηκαν από μένα. Η 3 είναι από εδώ. Κι άλλες, σύγχρονες φωτογραφίες της Τεργέστης, θα βρείτε στους λογαριασμούς που διατηρώ σε flickr και instagram αντίστοιχα.

Ψυχιατρείο Τεργέστης (Parco di San Giovanni): Εικόνες και σκέψεις

Το καλοκαίρι, μεταξύ άλλων, βρέθηκα και στην Τεργέστη. Μια πόλη πανέμορφη, με σπουδαία ιστορία, για όσ@ ασχολούμαστε με τα ζητήματα που αφορούν την ψυχική υγεία (κι όχι μόνο), αφού εκεί, στο τοπικό ψυχιατρείο (όπως και στο κοντινό της Gorizia), ο Franco Basaglia έκανε τη δική του επανάσταση.

Αν δεν θυμάστε τι συνέβη βέβαια ή δεν ξέρετε καν, σας προτείνω να διαβάσετε αυτή κι αυτή την ανάρτηση, που θα σας διευκολύνουν μιας και δεν θα γράψω πολλά σήμερα, εσκεμμένα. Γιατί έγινε αυτή η εκδήλωση, στην οποία πολλές κι ενδιαφέρουσες πληροφορίες ειπώθηκαν από συναδέλφους (εδώ μάλιστα μπορείτε ν’ ακούσετε την ηχογράφησή της) και κρίνω σκόπιμο γι’ αυτό ακριβώς, να είμαι όσο το δυνατόν πιο φειδωλή.

Μιας κι είχα άλλα σχέδια, για να πω την αλήθεια, δεν σκόπευα να ξαναεπισκεφτώ το συγκεκριμένο χώρο, τον Ιούλιο που πήγα. Με κάποιες πόλεις άλλωστε έχω δύσκολη «σχέση» κι η Τεργέστη είναι μία απ’ αυτές. Αλλά σκέφτηκα ότι ήταν κρίμα να βρίσκομαι εκεί και να μην τραβήξω έστω λίγες φωτογραφίες για να τις μοιραστώ μαζί σας. Kι αυτό έκανα.

Σε καμία περίπτωση βέβαια, δεν εξάντλησα το «θέμα» μου φωτογραφικά, ώστε όταν με το καλό πάτε κι εσείς να μπορέσετε να δείτε κι άλλα πράγματα (όπως για παράδειγμα τα συνθήματα στους τοίχους, πρωτότυπα δημοσιεύματα κ.α). Το πιο χρήσιμο βέβαια, θα είναι να ξεναγηθείτε κιόλας στο σημερινό σύστημα υπηρεσιών ψυχικής υγείας, αλλά αν δεν είναι εφικτό, ακούστε έστω την ηχογράφηση της εκδήλωσης της Πρωτοβουλίας ‘Ψ’ που προανέφερα κι έτσι θα έχετε την ευκαιρία να μάθετε αρκετά πράγματα.

Το να βλέπω τα παλιά κλουβιά, τα σκουριασμένα κρεβάτια, το γαλάζιο άλογο (Marco Cavallo*), να περιδιαβαίνω πάλι αυτούς τους δρόμους και να διαβάζω στίχους (όπως εκείνους του John Keats για την ομορφιά και την αλήθεια), κείμενα της τότε εποχής κ.α., μ’ έκαναν να σκεφτώ πολλά όχι μόνο για το παρελθόν αυτού του χώρου, αλλά και γενικότερα για το παρόν και το μέλλον της ψυχικής υγείας.

Πόσα πράγματα έγιναν δυνατά λόγω του Basaglia, αλλά και πόσα ακόμη απομένει να γίνουν απ’ τη στιγμή που οι καθηλώσεις, οι πάμπολλες ακούσιες νοσηλείες κι οι άθλιες συνθήκες σε πολλά ψυχιατρεία, καλά κρατούν στις μέρες μας. Αυτά υποθέτω όμως, ότι θα τα συζητήσουμε όλ@ μαζί, ξανά και ξανά, στο μέλλον.-

.

.

*Στις 25 Φεβρουαρίου 1973, μια πομπή με πάνω από 400 ασθενείς κι επικεφαλής ένα μεγάλο μπλε άλογο από ξύλο και χαρτί, ξεκίνησε από το ψυχιατρείο και βγήκε στους δρόμους της Τεργέστης, καθιστώντας το έτσι σύμβολο της απελευθέρωσης αυτών των ανθρώπων που είχαν ψυχικές ασθένειες. Σύμβολο απελευθέρωσης απ’ την καταπίεση μιας ψυχιατρικής που είχε, έχει τις ρίζες στη φυλακή σα θεσμό. Το άλογο, που ονομάστηκε Marco Cavallo, κατασκευάστηκε στο ψυχιατρείο από ασθενείς, καλλιτέχνες, γιατρούς και νοσηλευτές υπό την καθοδήγηση του ζωγράφου και γλύπτη Vittorio Basaglia, ξαδέλφου του Franco Basaglia.

ΥΓ: Όλες οι φωτογραφίες τραβήχτηκαν από μένα (Ιούλιος 2019) κι έχουν ανέβει ήδη στο flickr . Ορισμένες και στο instagram.

Ψυχίατρος και Ψυχολόγος στην Υπηρεσία Ψυχικής Υγείας που λειτουργεί* σε 24ωρη βάση στην Τεργέστη – Με αφορμή τη θεραπευτική σχέση

.

*Το κείμενο αυτό έχει γραφτεί στα τέλη της δεκαετίας του 80, αλλά θεωρώ πως εξακολουθεί να παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον και γι’ αυτό το αναρτώ εδώ σήμερα. Η μετάφραση είναι του ψυχιάτρου Θ. Μεγαλοοικονόμου, που είχε την καλοσύνη να μου το στείλει.

.

ΨΥΧΙΑΤΡΟΣ ΚΑΙ ΨΥΧΟΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ ΠΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ ΣΕ 24ΩΡΗ ΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΤΕΡΓΕΣΤΗ – ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΣΧΕΣΗ

Roberto Mezzina, ψυχίατρος, Paolo Borghi, ψυχολόγος
Ψυχιατρικές Υπηρεσίες της Τεργέστης

.

Αναφερόμενοι στην εμπειρία μας σε υπηρεσίες που λειτουργούν σε 24ωρη βάση και οι οποίες γεννήθηκαν από το ξεπέρασμα του ψυχιατρείου, θα θέλαμε να εκθέσουμε κάποιες απόψεις πάνω στη σημασία της ‘θεραπευτικότητας’, ή της θεραπευτικής πράξης.

Εχουμε συχνά μιλήσει γι΄ αυτό αποδίδοντάς το σε μια ποιότητα διάχυτη, σύμφυτη με την οργανωτική δομή της υπηρεσίας και στο πλέγμα των σχέσεών της («διευρυμένη θεραπευτική κοινότητα», η οποία επεκτείνεται προς τα έξω και η οποία ορίζεται στιγμή προς στιγμή σε μια διαρκή σχέση προς τον τομέα ευθύνης της). Ξεκινώντας από τους θεσμικούς μας ρόλους και από την ιδιαιτερότητά τους (ως ψυχιάτρου και ως ψυχολόγου) με την επίγνωση ότι αυτός μπορεί να είναι ένας από τους άπειρους τρόπους ανάγνωσης της ύπαρξής μας ως υποκειμένων σε έναν νέου τύπου θεσμικό ορίζοντα.

Μακριά από το να θέλουμε να εξαντλήσουμε την πολυπλοκότητα αυτής της ατομικής και κοινωνικής διάστασης, θέλουμε να προσπαθήσουμε να μιλήσουμε για ρόλους που διασταυρώνονται με το νόημα των δράσεών μας ιδωμένων ταυτόχρονα προς «το εντός» και προς «το εκτός» της υπηρεσίας, στην οργανωτική, στρατηγική και τεχνολογική της διάσταση.

Είναι ακριβώς αυτή η πολυπλοκότητα, αρθρωμένη σύμφωνα με κριτήρια που την δομούν και της εξασφαλίζουν την εσωτερική συνοχή, που αναγκάζει και κατευθύνει τους ίδιους τους ρόλους και την λειτουργικότητα πέρα από άκαμπτα σχήματα τα οποία θα λειτουργούσαν σύμφωνα με μιαν αμετάστρεπτη διαδικασία.

Πρέπει να ξεκινήσουμε, λοιπόν, από εκεί που βρισκόμαστε: μια ψυχιατρική υπηρεσία ανοικτή 24 ώρες το 24ωρο, που δεν έχει ανάγκη να παραπέμπει σε άλλες δομές τις πιο δύσκολες περιπτώσεις των ‘χρηστών’, που γνωρίζει να απαντά με διαφοροποιημένο τρόπο, είτε με προγράμματα αποκαταστασιακού χαρακτήρα, είτε αναλαμβάνοντας τις καταστάσεις οξείας κρίσης, που διασχίζει και παρακινεί την περιοχή (κοινότητα) εντός της οποίας λειτουργεί. Μια τέτοια υπηρεσία τοποθετείται κριτικά απέναντι στον κλινικο-επανορθωτικό παράδειγμα (αρρώστια -θεραπεία – ανάρρωση), το οποίο αποκλείει όλο αυτό που υποθετικά δεν είναι ιάσιμο, παραπέμποντας την διαχείρισή του στο ψυχιατρείο, ή στον δρόμο. Γι΄ αυτή την υπηρεσία θα έχει επομένως αξία το πρόβλημα της οδύνης του ατόμου και της ιστορίας του και όχι η «ποιότητα» της αρρώστιας του και, ως εκ τούτου, στο θεραπευτικό πλάνο με τους ασθενείς μας θα δοθεί σημασία στην αυτονομία της ζωής τους, στην δυνατότητα σχέσεων, στην εξουσία που το άτομο έχει, ή μπορεί ν΄ αποκτήσει, στην κοινωνικότητα.

Πέρα από τις ιδιαίτερες αρμοδιότητες, αυτό αναγκάζει τον ψυχίατρο και τον ψυχολόγο, στο βαθμό που είναι «σφαιρικοί λειτουργοί», να αναλαμβάνουν το υποκείμενο «μέσα από αυτό το ίδιο» και επομένως, ν΄ ασχοληθούν με την αντιμετώπισή του. Όλες οι θεσμικές στιγμές έχουν ένα προφανές βάρος πάνω στην ‘θεραπευτικότητα’, είναι οι όροι της δυνατότητάς της, τα εργαλεία της, το πραγματικό της πλαίσιο: από το πρόβλημα της καθαριότητας στην ποικιλία του φαγητού που διατίθεται. Από την δυνατότητα της ιδρυματοποίησης της χρήσης του φαρμάκου στην εφαρμογή αποκαταστασιακών προγραμμάτων, από την ‘διαλεκτικοποίηση’ της σχέσης που έχει η υπηρεσία με άλλα ιδρύματα (νοσοκομείο φυλακή, γηροκομείο, δικαστήριο κλπ) μέχρι τα προγράμματα στις γειτονιές. Από την προσοχή σε πιθανές ακαμψίες και σε κλείσιμο της υπηρεσίας στον εαυτό της, σε προγράμματα πολιτιστικών και κοινωνικοποιητικών δραστηριοτήτων. Η υπηρεσία, λοιπόν, ωθεί στην δόμηση και στην κατεύθυνση της δουλειάς αυτών των λειτουργών (ψυχίατρου και ψυχολόγου) και των άλλων, προς μεθοδολογίες που εκφράζουν το ξεπέρασμα των κλασσικών μοντέλων. Σε μια υπηρεσία τύπου εξωτερικού ιατρείου, οι απαντήσεις που διατίθενται και από τις δυο αυτές φιγούρες λειτουργών, ανταποκρίνονται σε κριτήρια προκαθορισμένα και εκδιπλώνονται σύμφωνα με άκαμπτους τρόπους, που δεν αφορούν μόνο το setting, αλλά τους ίδιους τους όρους της διάθεσης των απαντήσεων, την θέση τους μέσα στο σύνολο των θεσμικών δράσεων της συγκεκριμένης υπηρεσίας, την φτώχεια των πόρων της και των στρατηγικών της στόχων.

Αυτή η υπηρεσία είναι υποχρεωμένη να μειώσει τις μορφές πρόσβασης και αιτήματος, ή να επιλέγει ενεργητικά στη βάση της συμφωνίας, ή της μη συμφωνίας, των αιτημάτων σε σχέση με τα θεραπευτικά μοντέλα τα οποία υιοθετεί, ή με την ικανότητα ανάληψης σε σχέση με την βαρύτητα του ίδιου του αιτήματος, που, πέρα από καθορισμένα όρια, δεν θεωρεί ότι είναι στην αρμοδιότητά της. Είναι σίγουρο ότι η σχέση ανάμεσα στον τύπο της δουλειάς και τον θεσμό είναι μια αλληλεπίδραση διπλής κατεύθυνσης: η μια δομεί την άλλη και το αντίθετο, ακριβώς όπως οι προσχηματισμένες απαντήσεις σε μια υπηρεσία που λειτουργεί επί 24ώρου βάσεως θα παρέμεναν παροχές άγονες στο βαθμό που θα ήταν ανεπαρκείς απέναντι στη πολυπλοκότητα των αιτημάτων και του πλαισίου εντός του οποίου εμφανίζονται.

Ένα από τα κομβικά κριτήρια της λειτουργικότητας είναι ακριβώς αυτή της κεντρικότητας της υπηρεσίας σε σχέση με την δική της περιοχή ευθύνης. Στην υπηρεσία έχει αποδοθεί εκ των πραγμάτων ένας ρόλος προαγωγής της ψυχικής υγείας αναφορικά με εκείνον τον συγκεκριμένο πληθυσμό και αυτό εμφανίζεται ως μια υπευθυνότητα που αλλάζει την ίδια τη θέση του λειτουργού. Αυτός δεν μπορεί να είναι πάροχος ενός έργου κατά κάποιον τρόπο αδιάφορος ή απόμακρος σε σχέση με το πλαίσιο στο οποίο βρίσκεται, αλλά πρέπει να ασχοληθεί ακριβώς με αυτό το πλαίσιο. Η διαρκής σχέση αλληλεπίδρασης με την κοινότητα τείνει στην διαμόρφωση των εργαλείων παρέμβασης και της ίδιας της λειτουργικότητας σε σχέση με την διαρκή επιβεβαίωση των αποτελεσμάτων τους.

Υπάρχει η αναγκαιότητα το υποκείμενο, που εισέρχεται στο ψυχιατρικό κύκλωμα, να μπαίνει ή να ξαναμπαίνει σε συνθήκες που του επιτρέπουν να κινείται στον κοινωνικό χώρο, να είναι κοινωνικά δρών. Η άμεση επιβεβαίωση είναι πόση εξουσία καταφέρνει κανείς να δώσει σε αυτόν ο οποίος είναι σταματημένος, ακίνητος στο πλαίσιο μέσα στο οποίο ζει και πόσο χώρο υπαρξιακό, πόσο χώρο προόδου ή χειραφέτησης (όχι μόνο για τον ίδιο αλλά και για το κοινωνικό του δίκτυο) καταφέρνει να του εγγυηθεί. Αναγκαστικά τα υλικά για τα θεραπευτικό κομμάτι θα είναι αυτά πού θα προέλθουν από το άτομο. Είναι ο τρόπος αντιμετώπισης του προβλήματος που ξεκινά από την ανάλυση των φαινομένων που δεν ανήκουν στη γνώση αλλά στην ζωή την ίδια, δηλαδή, αυτά τα φαινόμενα που χαρακτηρίζουν την πραγματική αλληλεπίδραση ανάμεσα στο υποκείμενο και τον κόσμο που το περιβάλλει».

Τα δυαδικά ψυχαναλυτικά μοντέλα βασίζονται πάνω στην διαχείριση μιας σχέσης που αφορά εσωτερικευμένα αντικείμενα, που έχουν αποσπαστεί από την πραγματική ζωή και έχουν καταστεί μετα-αντικείμενα. Το βασικό, αντίθετα, που μας ενδιαφέρει είναι η συνάρθρωση ανάμεσα στη συγκεκριμένη ζωή και στην υποκειμενικότητα του προσώπου. Είναι σημαντικό συνεπώς να αξιολογούμε τον πρακτικό πειραματισμό του ίδιου του προσώπου ως κοινωνικά δρώντος και να προσδιορίσουμε την απόκτηση νέων εργαλείων, υλικών και γνωστικών, από κοινού με την επανεπεξεργασία των παλιών. Σε σχέση με αυτό οι τεχνικοί καλούνται να παρακινήσουν, να διαπιστώσουν, να συγκρουστούν με τους χρήστες σε ένα setting διαφορετικό «όπου η αντιμετώπιση του προσώπου με την πρακτική ενέργεια, οι φόβοι του, οι δυσκολίες, οι αντιστάσεις γίνονται αντικείμενο προνομιακής ανάλυσης. «Στην πραγματικότητα, ακριβώς επειδή η ιδιαιτερότητα της πράξης, που την διαφοροποιεί από μια συμπεριφορά ή από μια διαγωγή, της οποίας η γνώση είναι ουσιαστική για την κατανόησή της, κάθε ενέργεια είναι, από τη μια πλευρά, ενέργεια ενός ατόμου, μια πλευρά της βιογραφίας του, μια έκφραση του εαυτού του : ενώ, από την άλλη πλευρά, είναι η ενέργεια ενός συγκεκριμένου κοινωνικού κόσμου, μια πλευρά των κοινωνικών σχέσεων, μια έκφραση των αντικειμενικών ιστορικών συνθηκών».

Ολο αυτό κάνει ν΄ αναδυθεί η ανάγκη για το ξεπέρασμα μιας θεραπευτικής σχέσης άκαμπτα δομημένης (πάνω στην οποία ακριβώς διαμορφώνεται η λειτουργικότητα του ψυχιάτρου και του ψυχολόγου σε μιαν υπηρεσία τύπου εξωτερικού ιατρείου). Θεωρούμε σημαντικό να δίδεται προσοχή στην υποκειμενικότητα του άλλου, ειδικά αν η προσέγγιση σ΄ αυτόν γίνεται από πλευράς περισσότερων λειτουργών της υπηρεσίας και να λαμβάνει υπόψιν τις διαφοροποιημένες στιγμές της ζωής του προσώπου και των αναγκών που την διασχίζουν. Όλο αυτό διαμεσολαβείται όχι μόνο μέσω της γλώσσας, αλλά και ενεργώντας «μαζί». Η διπολικότητα της θεραπευτικής σχέσης πρέπει αναγκαστικά να εισέλθει σε μια συνολική αλληλεπίδραση ανάμεσα σε περισσότερα επίπεδα παρέμβασης και στο σύνολο των σχέσεων που παρακινεί η υπηρεσία.

Οποιαδήποτε δυαδική σχέση γίνεται πιο πολύπλοκη μέσα σ΄ αυτό το σύστημα των σημείων και των γεγονότων με τα οποία συναρτάται βαθιά και από τα οποία δεν μπορεί να αποχωριστεί. Ολο αυτό που προβάλλεται σε μια σχέση δεν μπορεί να παραμείνει στο εσωτερικό της, αλλά για να πραγματωθεί συγκεκριμένα πρέπει να χρησιμοποιήσει τους πόρους της υπηρεσίας (υλικούς και ανθρώπινους) και πρέπει με κάποιο τρόπο να γίνει δράση που αγγίζει τους άλλους λειτουργούς και διαμεσολαβείται μέσω διαφορετικών υποκειμενικοτήτων.

Δεν πρόκειται, όπως στην δικανική ψυχοθεραπεία, «για αναζήτηση ενός αποθέματος πιο αυστηρού που θα μετατόπιζε σε αυτό το νέο περιβάλλον τα στοιχεία του δυαδικού αποθέματος : κοινωνικοί χώροι… πρόσωπα συγκεκριμένα τοποθετημένα στον θεσμό.… έχουν ήδη την λειτουργία της υποστήριξης των (θεσμικών) μεταφορών και των αντιμεταφορών». Ούτε σκοπεύουμε μ΄ αυτό ν΄ αναφερθούμε μόνο στην οργάνωση της δουλειάς, με τους καταμερισμούς της και τις ανασυνθέσεις της, με τις εξουσιαστικές της διαρθρώσεις, αλλά πρωτίστως στην ιδιοποίηση των θραυσμάτων νοήματος αυτού που επιτελείται. Αν μια τεχνικού χαρακτήρα κίνηση (τεχνικού εννοούμενου ως «η γνώση των πραγμάτων») δεν διαπερνά τουλάχιστον κατ΄ εφαπτομένην ένα μέρος της υπηρεσίας, αυτή κινδυνεύει να απολέσει (και να εκκενωθεί από) την επάρκειά της.

Σ΄ αυτή την δυναμική, που είναι η διυποκειμενικότητα της θεραπευτικής διαδικασίας περισσότερο παρά μια «διάχυτη θεραπευτικότητα», αναγκάζεται η θεραπευτικότητα του ψυχιάτρου και του ψυχολόγου, όπως και του κοινωνικού λειτουργού και του νοσηλευτή να τροποποιηθεί και να θραυστεί, να γίνει κομμάτια τεχνικής που αλλάζουν μορφή για να μπορούν να ταιριάξουν στις ανάγκες του χρήστη. Δεν είναι μόνο σημαντικό να βρούμε αυτό που είναι κοινωνικοποιήσιμο ανάμεσα στα θραύσματα της χρησιμοποιούμενης γνώσης, όσο το να κάνουμε ορατό αυτό που συμβαίνει ανάμεσα στον λειτουργό και τον χρήστη. Αυτό χρησιμεύει για να μετακινήσουμε τη δέσμη φωτός του θεσμού σε αυτό το πρόσωπο, να το αποκαταστήσουμε στη ζώνη της εξουσίας.

Είναι ακριβώς αυτά που αντιπροσωπεύουν, με τρόπο άμεσο ή έμμεσο, λίγο ως πολύ αποκωδικοποιημένο, το αφετηριακό σημείο για την κατανόηση και για την γνώση τι να χρησιμοποιήσουμε και τι μπορεί να γίνει αντιληπτό ως χρήσιμο από την πλευρά του ατόμου. Αυτό συνεπάγεται μιαν επίπονη δουλειά στοχασμού πάνω στην αντιπαράθεση των προτάσεων της υπηρεσίας και του αιτήματος, με τον κίνδυνο το ένα να εξουδετερώνει το άλλο και αντίστροφα. Το θεραπευτικό, κατά την άποψή μας, έχει συχνά τη θέση του στην ένταση ανάμεσα σ΄ αυτούς τους δυο πόλους και στην αμοιβαία τους κίνηση για αλλαγή.

Και όχι μόνο: γι’ αυτόν που ακόμα τείνει να είναι «τεχνικός της πρακτικής γνώσης» δεν αρκεί να ικανοποιείται με την καλώς εννοούμενη λειτουργικότητα, όπως με την αποδόμηση των κωδικοποιημένων τεχνικών. Πρέπει επίσης να αντιμετωπιστεί το κοινό αίσθημα. Η αποϊδρυματοποίηση της καθημερινής ζωής είναι μια οριακή έκφραση που μπορεί να υπαινίσσεται την ένταση απέναντι στην κρυμμένη τρέλα του πραγματικού, την αποκάλυψη της ψυχιατρικής ως απόκρυψης θεμελιακών ανθρώπινων γεγονότων, το να ξαναμπούν σε συζήτηση στόχοι και επιδιώξεις που βασίζονται σε μια ψευδή συνείδηση.

Ο κόσμος που έρχεται στην Υπηρεσία ζητά παροχές στο εσωτερικό αυτού που ο Goffman αποκαλούσε «σχέση υπηρεσίας». Εναπόκειται στον λειτουργό, βασιζόμενο στο ρόλο του, να βρει ακολούθως τις κατάλληλες στρατηγικές για ανίχνευση του αιτήματος, που συχνά είναι έντονα ιατρικοποιημένο και ψυχολογικοποιημένο. Είναι εμβληματική η περίπτωση μιας γυναίκας που παρουσιάζεται με μια ψυχωτική κρίση. Ερχόταν με μια γλώσσα ήδη δομημένη σαν ένας ιστός της αράχνης, μέσα στην οποία ήταν μπερδεμένη και δεν καταλάβαινε πια τίποτα. Αυτή τη γλώσσα έπρεπε να την αποδομήσουμε και να την κάνουμε κομμάτια για να παρακάμψουμε ένα πεδίο ψευδούς εξειδίκευσης. Ως εκ τούτου χρειάζεται ταυτόχρονα να είμαστε, από τη μια πλευρά, έτοιμοι να αναλάβουμε το αίτημα και, από την άλλη, να εστιάσουμε στα αληθινά προβλήματα που, εν τέλει, αναδύονται.

Οταν λέμε να θέσουμε ή να ξαναθέσουμε ένα άτομο στην κατάσταση του να είναι κοινωνικά δρών, σκοπός μας δεν είναι μόνο να παράσχουμε εργαλεία και ευκαιρίες σχέσης, να δουλέψουμε πάνω στο δυναμικό των ψυχολογικών πόρων και των ικανοτήτων «προσαρμογής», αλλά, επίσης, να το βοηθήσουμε να φέρει στην επιφάνεια και να φωτίσει τα περιεχόμενα που η κρίση εκφράζει ή τείνει να εκφράσει. Συμβαίνει ενίοτε, μετά από πολύν καιρό, να δούμε, σκανδαλιζόμενοι, αυτό που είναι βυθισμένο, αυτό που το άτομο δεν κατάφερνε να κάνει να αναδυθεί, να αποκαλύπτει οριστικά ότι η ιστορία ήταν μια άλλη και ότι αυτό το νόημα παραμένει εγκλωβισμένο μέσα στο άτομο, κρυμμένο από τα μάτια των οικείων, του πλαισίου όπως το δικό μας.

Ως εκ τούτου, συχνά η δουλειά ενδυνάμωσης του υποκειμένου σημαίνει να έλθει στο φως αυτό που είναι δύσκολο να αναδυθεί, διαφορετικά ο κίνδυνος είναι το κλείσιμο εκ νέου σε μια σχέση με πρόσημα τεχνικού χαρακτήρα. Είναι θεμιτό, σ΄ αυτό το σημείο, να αναρωτηθούμε αν αναγνωρίζουμε μιαν εγγενή αξία στην ίδια την θεραπευτική σχέση, για το πώς αυτή σταθεροποιείται στο εσωτερικό μιας υπηρεσίας (που είναι, ούτως ή άλλως, μια θεσμική σχέση), ή αν μόνο το ξεπέρασμα αυτής της θεσμικής σχέσης, του πραγμοποιημένου χαρακτήρα της, των επακριβώς ορίων της, εγγυάται το δυναμικό μετασχηματισμού των συνθηκών της οδύνης. Από τη στιγμή που, όλο και πιο συχνά, αυτή η σχέση φορτώνεται με μια παιδαγωγική αξία, ακόμα και στην εκδοχή της «παιδαγωγικής της απελευθέρωσης», ο κίνδυνος που υπάρχει είναι αυτός της επαναφοράς μιας δράσης χειραγωγικού χαρακτήρα στο εσωτερικό της οποίας ο τεχνικός παραμένει ο θεματοφύλακας των σωστών αξιών.

Πιστεύουμε ότι σήμερα ακριβώς η απουσία του τοίχου και οι όροι του θεραπευτικού συμβολαίου, από τη μια μεριά, μπορούν να υπερτονίσουν αυτό τον τρόπο τοποθέτησης του λειτουργού, στην αναζήτηση των ορίων στο εσωτερικό των οποίων κατευθύνει την συμπεριφορά του άλλου, πράγμα που συχνά καταλήγει μόνο στην άσκηση ελέγχου. Από την άλλη, βλέπει (ο λειτουργός) τον χρήστη να παίζει το χαρτί της ελευθερίας του, που, ανεπανόρθωτα, θέτει σε απειλή τα προσχηματισμένα πλάνα του θεραπευτή. Πιστεύουμε ότι είναι αναγκαίο να κινηθούμε με την προσήκουσα αμφιλογία μέσα σε αυτό παιχνίδι, η θέση στο οποίο είναι το να είμαστε μέσα και έξω από τους κώδικες της ψυχιατρικής και της ψυχολογίας.

Ο Franco Basaglia μιλούσε για το διπλό ξεσκέπασμα από την αμφισβήτηση του ιδρύματος που επέτρεπε η θεραπευτική κοινότητα. Ο ψυχίατρος ξεσκεπάζεται μέσα από την ρητή αποκάλυψη των κανόνων της εξουσίας. Ο ασθενής διαμέσου του ρόλου του ασθενούς μέσα στο ίδιο ίδρυμα. Η αποδόμηση σήμερα, περισσότερο και από τους ρόλους μας, των λειτουργιών μας, την ίδια στιγμή που τις ασκούμε, μπορεί να μετατοπίσει το κοινωνικό παιχνίδι της ιδρυματικής σχέσης προς κάτι που αλλάζει και για τα δυο υποκείμενα. Όσο ο τεχνικός περιορίζεται να διανέμει αυτό που του ανατίθεται χωρίς να το θέτει υπό συζήτηση, αυτό που, αντίθετα, κάνει, είναι ν΄ αναπαράγει το αίτημα ίδιο και απαράλλακτο. «Εμείς διατρέχαμε πάντα έναν κίνδυνο πολύ μεγάλο, γιατί όταν δώσαμε την ελευθερία στον ασθενή και ο ασθενής βγήκε στο δρόμο, γνώριζε ότι είχε μια σχέση αλληλεγγύης με τον θεραπευτή του, που έπρεπε να σέβεται και το αντίθετο…. Αυτή η σχέση μας έφερε, όταν κάποιος μας ρωτά τι είναι το ίδρυμα, στο να τον παίρνουμε από το χέρι, να τον φέρνουμε μέσα στο δρόμο και να λέμε ‘είναι αυτό’. Με αυτό τον τρόπο εμείς καταστρέφουμε την έννοια του κλειστού ιδρύματος, καταστρέφουμε την έννοα το ανοιχτού ιδρύματος και τοποθετούμαστε σε μια διάσταση ολοκληρωτικά άλλη: μια διάσταση στην οποία η σχέση ανθρώπου προς άνθρωπο είναι καθοριστική για την κοινωνική μας ζωή».

Από την άλλη, το συμβόλαιο που στηρίζει μια θεραπευτική σχέση στην υπηρεσία που λειτουργεί σε 24ωρη βάση, τίθεται από την αρχή σαν συμβόλαιο διευρυμένο, που πρέπει να λάβει υπόψη του, για παράδειγμα, τον πόλο-οικογένεια ή άλλα υποκείμενα που είναι σημαντικά στο κοινωνικό δίκτυο και τις πολλαπλές θεσμικές φιγούρες που επιδρούν στην θεραπευτική σχέση. Σε άλλες περιπτώσεις το αίτημα δεν διατυπώνεται από τον χρήστη, αλλά καταφθάνει στην υπηρεσία σαν αίτημα για έλεγχο. Η υπηρεσία πρέπει να επινοήσει το πώς θα αναπτύξει μορφές συμβολαίου που επιτρέπουν σε διαφορετικά υποκείμενα, που συχνά είναι σε σύγκρουση μεταξύ τους, να αλληλεπιδράσουν και, ως εκ τούτου, να εμπλακούν από κοινού στην αλλαγή.

Ο γείτονας που μας καλεί, παραδόξως διατυπώνει και για τον εαυτό του ένα αίτημα ψυχικής υγείας, από τη στιγμή που αισθάνεται ότι έχει εμπλακεί στην ιστορία της κρίσης του άλλου και ρωτά πώς να κατανοήσει και πώς να σχετισθεί με διαφορετικό τρόπο.

Το συμβόλαιο, περαιτέρω, δεν μπορεί να μην επηρεαστεί βαθιά από αυτό που πριν οριζόταν ως αρχή της υπευθυνότητας για την συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή. Είναι αδύνατο να λυθεί το συμβόλαιο και να οριστεί ‘το τέλος’ του : το υποκείμενο υπάρχει στον ορίζοντα της υπηρεσίας επίσης και σε μια χρονική προβολή και οι μελλοντικές του συνθήκες, ψυχικές και υπαρξιακές, θα είναι, ή θα μπορούν να είναι, οπωσδήποτε αντικείμενο παρέμβασης. Το συμβόλαιο αλλάζει, τελικά, γιατί αλλάζουν οι χρονικές συνιστώσες εντός των οποίων αυτό δομείται. Με αυτή την έννοια, η λειτουργία της υπηρεσίας σε 24ωρη βάση είναι η συνθήκη της δυνατότητας η κρίση να αναλαμβάνεται και να τοποθετείται στο κέντρο της λειτουργίας στην κοινότητα. Είναι σε αυτό που αυτή η αντιμετώπιση είναι εναλλακτική στη μορφή – νοσηλεία με την νοσοκομειακή έννοια.

Περαιτέρω, η κυκλικότητα τα 24 ωρών, ο κυκλικός χρόνος, συντελούν να ξεπεραστεί η άκαμπτη χρονική αλληλουχία και ρυθμική διαδοχή των τεχνικών ενεργειών. Η στιγμή κατά την οποία ένα άτομο, ύστερα από μια συνέντευξη, συνεχίζει να παραμένει στην υπηρεσία για την περίοδο της κρίσης του και επίσης, εξέρχεται από αυτήν, δεν είναι πια ένα όριο τελείως καθαρό σε σχέση με αυτό που η υπηρεσία προσφέρει.

Η απόσταση από ένα άτομο και επίσης, η συμβολαιακή του ικανότητα τίθενται με διαφορετικό τρόπο. Αυτό συμβαίνει σε μια διπλή κατεύθυνση: από τη μια, η υπηρεσία έχει πιο πολλά μάτια που παρατηρούν και αυτή η πολλαπλότητα των βλεμμάτων βοηθάει στην κατανόηση της κατάστασης. Διαφορετικές φιγούρες ανταλλάσσουν με το άτομο στιγμές σχέσης και η αντιμετώπιση της κρίσης γίνεται μέσα από την διαμεσολάβηση από άπειρες οπτικές γωνίες, θραυσμάτων αξιακών και σχέσης.

Από την άλλη, συμβαίνει και το αντίθετο: ο χρήστης βλέπει τον λειτουργό σαν ένα υποκείμενο που βρίσκεται σε ένα χώρο ανοικτό 24 ώρες. Αφού μιλήσουν, μοιράζεται μαζί του τις καθημερινές ενέργειες μέσα στην υπηρεσία και έξω (μέσα στους χώρους που ζει). Αυτό συντελεί στο να βγει έτσι κι αλλιώς από την στενότητα του ρόλου. Οι 24 ώρες γίνονται ένα δυναμικό εργαλείο ξεσκεπάσματος του ιδρυματικού χαρακτήρα της σχέσης. Αν η υπηρεσία είναι διαμορφωμένη πάνω στις διάρκειες της πραγματικής ζωής, η ανάδυση των αναγκών γίνεται με πιο φυσικό τρόπο και είναι, επίσης, λιγότερο δυνατό να μείνουν αόρατες. Ο χρόνος δεν μπορεί να είναι μόνο ένας ιδρυματικός χρόνος, όπως αυτός του ψυχιατρείου. Αυτός πρέπει να προσαρμοστεί σ΄ αυτό που το άτομο θέλει και ανοίγεται στο ‘ξαναγέμισμα’ μιας εν δυνάμει ζωής.

.

.

.

.

.

.