Γιατί θυμόμαστε τον Φράνκο Μπαζάλια

Θέλουμε ν’ αλλάξουμε αυτή την κοινωνία όπου η ανθρωποκτονία, π.χ., στο εργοστάσιο ή στην εργασία γενικότερα είναι νομιμοποιημένη. Λέγεται ότι ο ψυχικά πάσχων είναι επικίνδυνος και μπορεί να σκοτώσει. Αλλά, όταν ο εργοδότης τοποθετεί σκαλωσιές απροστάτευτες και ο εργάτης πέφτει και πεθαίνει, τότε ποιος από τους δύο είναι περισσότερο επικίνδυνος; Πρέπει να εναντιωθούμε σε αυτή την κοινωνία που καταστρέφει το άτομο και σκοτώνει αυτόν που δεν έχει τα μέσα να αμυνθεί.

Φράνκο Μπαζάλια (απόσπασμα απ’ το βιβλίο «Εναλλακτική ψυχιατρική», μετάφραση: Γιώργος Αστρινάκης, εκδόσεις «Καστανιώτη», 2008)

Franco Basaglia in Colorno, Italy, in 1971. Credit: Giuseppe Pino/Mondadori Portfolio via Getty

Ο Franco Basaglia, ο ψυχίατρος που άλλαξε την ψυχιατρική περισσότερο απ’ οποιονδήποτε άλλο στην εποχή του, γεννήθηκε στη Βενετία στις 11 Μαρτίου του 1924 (σαν σήμερα λοιπόν) και πέθανε πρόωρα στις 29 Αυγούστου του 1980, από όγκο στον εγκέφαλο.

Το 1943 αφού αποφοίτησε απ’ το Γυμνάσιο, εγγράφτηκε στην ιατρική σχολή της Πάντοβα. Εκεί συνάντησε πολλές σημαντικές προσωπικότητες και γιατρούς, που τον βοήθησαν στο μεγάλο ιστορικό του έργο. Η σκέψη του επηρεάστηκε απ’ τον Foucault, τον Freud, πάρα πολύ απ’ τον Sartre (στην καρδιά της υπαρξιακής φιλοσοφίας του Sartre είναι η έννοια του ανθρωπισμού, η τάση να προωθηθεί η ριζοσπαστική ελευθερία του ανθρώπου χωρίς επιβολές από τα πάνω, η ισότητα των ανθρώπων στην ατομικότητά τους), τον Gramsci κ.α.

Αποφοίτησε το 1949 και το 1952 εξειδικεύτηκε στις νευρολογικές και ψυχιατρικές ασθένειες. Το 1953 παντρεύτηκε την Franca Ongaro, με την οποία απέκτησε τα παιδιά Alberta (εδώ θα μάθετε περισσότερα για κείνη) και Enrico. Η σύζυγός του δεν ήταν μόνο σύντροφος στη ζωή του, αλλά στάθηκε πλάι του και στο μεγάλο επαγγελματικό του στοίχημα.

Αν και είχε τους απαραίτητους τίτλους και άρχισε να διδάσκει στο Πανεπιστήμιο το 1958, η ισχυρή αντίσταση που βρήκε στο ακαδημαϊκό περιβάλλον, τον έκανε να εγκαταλείψει αυτή του τη σταδιοδρομία και να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στην ψυχιατρική της πράξης.

Το μεγάλο του στοίχημα ξεκίνησε στην Gorizia το 1961. Η πρώτη φορά που είδε το πώς λειτουργούσαν τα άσυλα, είχε ένα πολύ ισχυρό και σκληρό αντίκτυπο γι’ αυτόν: ένιωσε πως ξαναζούσε την εμπειρία των φυλακών (είχε φυλακιστεί για έξι μήνες, λόγω της αντιφασιστικής του δράσης).

Συγκλονίστηκε απ’ τις εικόνες που είδε (περισσότερα υπάρχουν εδώ), απ’ τη νομιμοποίηση των βασανιστηρίων ανθρώπων που θεωρούνταν προβληματικά υποκείμενα που έπρεπε να ελέγχονται και τίποτε περισσότερο, κι αποφάσισε να μην επιτρέψει να συνεχιστεί να είναι τέτοια η αντιμετώπιση των ψυχικά πασχόντων.

Έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για τις εμπειρίες του Maxwell Jones, Ronald Laing και David Cooper, αλλά ήθελε να αποφύγει τον κίνδυνο δημιουργίας μιας νέας μορφής θεσμοθέτησης ψυχικών ασθενών – μια «απλή μεταμφίεση της πρωτόγονης σχέσης κυρίου-υπηρέτη».

Έτσι άρχισε τη δική του επανάσταση και μέχρι το 1971 άλλαξε πολλά για τους ανθρώπους που ήταν έγκλειστοι εκεί (σ’ αυτό το ντοκιμαντέρ καταγράφηκαν εικόνες της εποχής) . Το 2018 μάλιστα, κυκλοφόρησε ένα βιβλίο, αυτό του Antonio Slavitch που αναφέρεται σε όσα συνέβησαν στην Gorizia τα πρώτα εκείνα δύσκολα χρόνια κι έχει αναμφίβολα τη δική του ιστορική αξία.

Οι ψυχικά πάσχοντες αντιμετωπίζονταν πια εκεί μ’ αξιοπρέπεια, τα κλουβιά όπου τους κρατούσαν παλιότερα καταργήθηκαν, οι πόρτες των τμημάτων ξεκλειδώθηκαν, δραστηριότητες και εργαστήρια κάθε είδους τους βοηθούσαν στο να επανακατακτήσουν τις αδρανοποιημένες απ’ την ασυλοποίηση, δεξιότητες, συναντούσαν φίλους τους και συγγενικά τους πρόσωπα, έβγαιναν πια στον έξω κόσμο.

Ο Basaglia ήταν πεπεισμένος ότι κανείς από ‘μας δεν μπορεί να ειπωθεί ότι είναι απόλυτα διανοητικά υγιής («Visto da vicino nessuno è normale») γι’ αυτό και δεν θεώρησε ποτέ δίκαιο να αποκλείονται άτομα από αδύναμες κοινωνικά κατηγορίες (όχι μόνο οι ψυχικά πάσχοντες, αλλά κι οι τοξικομανείς, οι ιερόδουλες, οι μετανάστες κ.α). Στη δική του θεραπευτική κοινότητα, υπήρχε ισότητα όλων και οριζόντιες σχέσεις. Οι λευκές ιατρικές ποδιές, καταργήθηκαν.

Η ηλεκτροσπασμοθεραπεία τελικά απαγορεύτηκε, η φαρμακολογική θεραπεία θεωρήθηκε μόνο ως μία εναλλακτική δυνατότητα επανεκπαίδευσης στην κοινωνική ζωή, ο διάλογος χρησιμοποιούνταν για την κοινωνική ένταξη. Δημιουργήθηκε έτσι «η δημοκρατία των απελευθερωμένων τρελών».

Φυσικά όλα αυτά δεν τα είδε με καλό μάτι η κυρίαρχη ψυχιατρική, ο Basaglia πολεμήθηκε για τις ιδέες του και παραπέμφθηκε σε δίκη, όταν ένας απ’ τους ασθενείς του δολοφόνησε τη γυναίκα του. Τελικά απαλλάχτηκε και συνέχισε το έργο του στην Τεργέστη (φωτογραφίες απ’ το εν λόγω ψυχιατρείο, μπορείτε να δείτε εδώ), με σκοπό το οριστικό κλείσιμο του ασύλου.

Οι εμπειρίες του απ’ την Τεργέστη και την Γκορίτσια, ενέπνευσαν κι άλλους συναδέλφους του στην Πάρμα, στην Περούτζια και σ’ άλλα μέρη όχι μόνο της Ιταλίας, αλλά κι ολόκληρου του κόσμου.

Η Ελλάδα είναι απ’ τις χώρες, όπου φωτισμένοι ψυχίατροι επηρεάστηκαν απ’ το έργο του κι αξίζει ν’ αναφερθεί ότι κλήθηκε σε πολλά μέρη του κόσμου για να μιλήσει και να εξηγήσει τον τρόπο δουλειάς του. Το «Πείραμα της Τεργέστης» άλλωστε είναι πλέον επίσημα, ένα από τα πιλοτικά προγράμματα του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για την Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση.

Όλη η προσπάθειά του στη χώρα του οδήγησε στο νόμο 180 του 1978, αλλά τα συντηρητικά και τα δεξιά κόμματα ξεκίνησαν μεγάλες συκοφαντικές εκστρατείες εναντίον του για τις υποτιθέμενες επιπτώσεις του νόμου, ιδίως τον επαναλαμβανόμενο ισχυρισμό ότι οι ασθενείς που απελευθερώθηκαν από το άσυλο και επέστρεψαν στις οικογένειές τους εγκαταλείφθηκαν εντέλει.

Σίγουρα θα έκανε πολύ περισσότερα, είχε άλλωστε πολλά σχέδια, αν δεν κοβόταν τόσο νωρίς το νήμα της ζωής του. Σαράντα χρόνια μετά το θάνατό του, συνεχίζει όμως να είναι παρών με τις ιδέες του και να μας εμπνέει. Και τον θυμόμαστε όχι μόνο για όσα έκανε, αλλά και για την ελπίδα που μας ενστάλαξε: επειδή ανανέωσε την πίστη μας ότι όσα χαρακτηρίζονται «ανέφικτα» είναι στο χέρι μας να συμβούν: «La cosa importante è che abbiamo dimostrato che l’impossibile diventa possibile». Τον θυμόμαστε «για την ουτοπία της πραγματικότητας».

Ο πόλεμος όμως που εκείνος ξεκίνησε, θα κερδηθεί, όπως αναφέρεται εδώ, όταν στις κοινωνίες πάψουν οι διακρίσεις που στηρίζονται στις προκαταλήψεις και την άγνοια. γι’ αυτό η ανάγνωση του έργου του είναι σημαντική, όχι μόνο για όσ@ δραστηριοποιούμαστε μ’ οποιονδήποτε τρόπο στο χώρο της ψυχικής υγείας, αλλά κι απ’ όλ@ , για να μάθουμε μέσα απ’ τις σκέψεις του περισσότερα για τις αξίες της ενσυναίσθησης, του σεβασμού και της ελευθερίας. Η κληρονομιά που μας άφησε λοιπόν, είναι μεγαλύτερη απ’ ό,τι φαίνεται.

«Το πιο όμορφο μάθημα που δίνει ο Basaglia, όχι μόνο σε γιατρούς αλλά σε όλους μας είναι στην πραγματικότητα αυτό: ποτέ δεν πρέπει να θεωρήσουμε τον άλλο, ειδικά αν αντιμετωπίζει δυσκολίες, ως ‘πρόβλημα που πρέπει να επιλυθεί». Μας ενθαρρύνει ν’ ακούμε και να κατανοούμε τους άλλους στη ζωή των οποίων αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας, χωρίς να φοβόμαστε να ταυτιστούμε με τον πόνο τους, γιατί αν κι οι άνθρωποι είμαστε πολλοί και διαφορετικοί μεταξύ μας, ο Άνθρωπος είναι μοναδικός.

Είναι μια ιστορία λοιπόν η δική του, που συνεχίζεται και μέσα από ‘μας, μέσα απ’ την μειονότητα που διεκδικεί μια διαφορετική πραγματικότητα. Έχει να κάνει με το πώς βλέπουμε ο ένας τον άλλο: εάν μπορούμε να δούμε τους ανθρώπους κάτω απ’ τις ασθένειες, τις ετικέτες, τις λέξεις που ορίζουν και απομακρύνουν.

Στην ανθρωποφαγική εποχή αυτή που ζούμε, στις σκοτεινές αυτές μέρες που βιώνουμε την φρικιαστική δίωξη τόσων διαφορετικών από ‘μας -όπως πιστεύουν κάποιοι ότι είναι οι πρόσφυγες- που δαιμονοποιούνται ή εγκλείονται σε αποκλεισμένους χώρους, όχι πολύ διαφορετικούς απ’ τα ψυχιατρεία όσον αφορά την ανελευθερία και τη θεσμική βία που υφίστανται, αυτό να θυμόμαστε, φτάνει.-

.

.

*Το κείμενο αυτό βασίστηκε στα κάτωθι άρθρα και βιβλία (σε ελεύθερη μετάφραση), που εμπλούτισα με δικές μου προσθήκες. Οι φωτογραφίες προέρχονται απ’ τις ίδιες πηγές κι όπου υπήρχαν λεζάντες τις αναφέρω.

.

Πηγές:

Basaglia. Una biografia

Franco Basaglia e la legge 180

Mental-health care: Italy’s psychiatric renaissance

Franco Basaglia: biography of a revolutionary

“Visto da vicino nessuno è normale”. 40 anni fa la rivoluzione di Franco Basaglia che chiuse i manicomi

Quarant’anni senza Basaglia. Ricordo dello psichiatra che ha cambiato la psichiatria

Quarant’anni fa la fine dei manicomi

Franco Basaglia e la legge 180 – Eco della Storia

“C’era una volta la città dei matti” – Δραματοποιημένη μεταφορά της ιστορίας του Franco Basaglia για την ψυχιατρική μεταρρύθμιση που επιχείρησε στην Ιταλία

.

.

Πρόκειται για δραματοποιημένη μεταφορά της ιστορίας του Franco Basaglia. Αφορά την ψυχιατρική μεταρρύθμιση που εκείνος επιχείρησε στην Ιταλία τη δεκαετία του ’60, στα ψυχιατρεία της Gorizia και της Trieste. Προβλήθηκε από την RAI1 και την είδαν πάνω από 7 εκατομμύρια άνθρωποι. Κέρδισε 3 διεθνή βραβεία (στα φεστιβάλ της Shanghai, του Montecarlo και της Rome). H σκηνοθεσία είναι του Marco Turko, o οποίος έχει γράψει και μέρος του σεναρίου. Σύμβουλος ήταν ο Διευθυντής του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου της Trieste, Peppe dell’ Acqua. Στη σελίδα της Società Psicoanalitica Italiana, μπορείτε να διαβάσετε μια σχετική ανάρτηση. 

.

Πρώτα λοιπόν υπήρξε η πόλη των τρελών, το ψυχιατρικό άσυλο. Με τους περιορισμούς, τους ζουρλομανδύες, τα κρεβάτια-κλουβιά, τα κελιά απομόνωσης, τα ηλεκτροσόκ που ενίοτε χρησιμοποιούνταν ως τιμωρία, την προβληματική σχέση πασχόντων και νοσηλευτών που έμοιαζε τραγικά μ’ αυτή των φυλακισμένων και των δεσμοφυλάκων τους, τη σαδιστική σχέση μεταξύ γιατρών και ασθενών.

.

Δεν ήταν το άσυλο, ένα μέρος φροντίδας, αλλά ένας χώρος για να κρυφτούν και να διαχωριστούν οι ‘πάσχοντες’ απ’ τους ‘υγιείς’, αφού η ψυχική ασθένεια αποτελούσε πάντα κοινωνικό ‘σκάνδαλο’. Στο δυτικό κόσμο, κανείς δεν το είχε αμφισβητήσει ποτέ, κανείς δεν είχε τολμήσει ποτέ να αμφισβητήσει την εξουσία των ψυχιάτρων.

.

Τουλάχιστον μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’60, όταν, σε μια επαρχιακή πόλη του Βορρά, ένας νέος επαναστάτης ψυχίατρος, περιθωριοποιήθηκε από τον ακαδημαϊκό κόσμο. Ο Franco Basaglia, άναψε τη σπίθα που προκάλεσε μια πυρκαγιά που ήταν αδιανόητη πριν από μερικά χρόνια …

.

Η Margherita, που βλέπουμε στο παραπάνω video να την υποδύεται η Vittoria Puccini, ήταν μια όμορφη κοπέλα, που έσφυζε από ζωή. Ήταν καρπός του παράνομου έρωτα μιας Ιταλίδας κι ενός Αμερικανού στρατιώτη, ο οποίος εν συνεχεία εξαφανίστηκε. Η μητέρα προτίμησε ν’ απορρίψει την ίδια της την κόρη, για να ξεφορτωθεί τις ενοχές και την ‘αμαρτία’. 

.

Κι όταν οι αδελφές του κολλεγίου στο οποίο η Margherita φοιτούσε, διαμαρτυρήθηκαν για το χαρακτήρα της -στην ουσία για τις πρώτες φυσιολογικές ερωτικές της παρορμήσεις-, την έκλεισε σε ψυχιατρική κλινική. Λίγοι μήνες, μες το καταπιεστικό και βίαιο φρενοκομείο ήταν αρκετοί, για να μεταμορφωθεί η Margherita από ένα κορίτσι γεμάτο ζωή και περιέργεια για τον κόσμο, σ’ ένα πλάσμα ‘επικίνδυνο’, σ’ ένα άγριο θηρίο, που χρειαζόταν να περιορίζεται νυχθημερόν σε κρεβάτι-κλουβί. 

.

.

Ο Boris ήταν κλεισμένος στον εαυτό του, δεν μιλούσε, δεν μπορούσε με κανένα τρόπο να εκφράσει τα συναισθήματά του. Κανείς δεν ήξερε τι φρίκη είχαν αντικρίσει τα μάτια του, τι δεινά είχε υποστεί αυτός ο δυνατός και μεγαλόσωμος άντρας. Ο Boris φοβόταν. Στο άσυλο που οδηγήθηκε όμως, αντί να βοηθηθεί, υποβαλλόταν σε ηλεκτροσόκ και δενόταν με ζουρλομανδύα. Ο Boris παρέμενε δεμένος σε ένα κρεβάτι για δεκαπέντε χρόνια.

.

Ο Furlan ήταν ένας πρώην αντάρτης, ένας ευγενής και καλός άνθρωπος που είχε σύζυγο και τα παιδιά. Μπήκε στο ψυχιατρικό νοσοκομείο, με τη θέληση του. Ήθελε να θεραπεύσει το φόβο των επιθέσεων που είχε ακόμα εξαιτίας του πολέμου και τον αλκοολισμό που του υπονόμευε το σώμα και το μυαλό. Δεν φανταζόταν ότι στην πόλη των τρελών, θα ζούσε σαν φυλακισμένος, θα τον τάιζαν μ’ ένα χωνί, θα έπρεπε να υποστεί σκληρές και καταστροφικές θεραπείες που αντί να τον θεραπεύσουν, θα τον μετέτρεπαν σε ένα απαθές όν, σε ένα ζωντανό-νεκρό.

.

Ο Cicca-cicca ήταν σαν ένα μωρό παρότι κόντευε σχεδόν τα 20. Το φρενοκομείο, όπου ζούσε (υποταγμένος στον εκφοβισμό των νοσηλευτών και των άλλων πασχόντων), ήταν όλος του ο κόσμος. Κλεισμένος στον εαυτό του, έτρεμε από φόβο κι ικανοποιούσε μόνο τα βασικά του ένστικτα.

Κι υπήρχε και η Nives, η οποία δεν ήταν ασθενής, αλλά νοσοκόμα. Μια καλή γυναίκα, μητέρα και τίμια εργαζόμενη. Είχε διδαχθεί ότι οι τρελοί δεν είναι άνθρωποι, αλλά κάτι περισσότερο από ..πράγματα. Θα έπρεπε να τους πλένει, να τους ντύνει, να τους καθηλώνει και να τους τιμωρεί. Κι η Nives αυτό έκανε: τους έπλενε, τους τάιζε, τους τιμωρούσε. Αντιμετώπιζε ανθρώπινα όντα ως αντικείμενα και δεν συνειδητοποιούσε ότι το άσυλο είχε (έχει) τη δύναμη να αποκτηνώνει, όχι μόνο τους «τρελλούς», αλλά και εκείνους που θα έπρεπε να τους φροντίζουν. Κι αντί γι’ αυτό, τους υποβαθμίζει με το να τους ‘μετατρέπει’ σε δεσμοφύλακες.

.

Αυτοί, μεταξύ άλλων, ήταν οι άνδρες και οι γυναίκες που είδε μπροστά του, ο Franco Basaglia όταν έγινε διευθυντής του ασύλου, της Gorizia. Θα μπορούσε να κάνει ότι και οι προκάτοχοι του: να συνεχίζει να παίρνει το μισθό του, να γράφει τα επιστημονικά βιβλία του και να βοηθά τους νοσηλευτές να διαχειρίζονται τη ‘βρώμικη’ δουλειά του ψυχιατρικού νοσοκομείου. Αλλά δεν έγινε έτσι. Ο Basaglia και η σύζυγός του, η Franca Ongaro, μια γενναία και καλλιεργημένη γυναίκα ανώτερης τάξης, αναστατώθηκαν όταν ήρθαν σ’ επαφή με την τρομερή πραγματικότητα. Κι αποφάσισαν να την αλλάξουν.

.

Δεν ήξεραν το πως ακριβώς θα το έκαναν αυτό, επειδή το άσυλο είναι ένα από τα πιο διαρκή όργανα της καταπίεσης της ανθρώπινης ιστορίας στη Δύση. Αλλά κάτι έπρεπε να γίνει. Παρά το κόστος της αποξένωσης απ’ το πολιτικό και πολιτιστικό κατεστημένο της εποχής που είχαν ν’ αντιμετωπίσουν. Έτσι άρχισε μια εξαιρετική περιπέτεια, της οποίας ηγήθηκε ο Basaglia και η σύζυγός του, και στην οποία εντάχτηκαν κι άλλοι νέοι επαναστάτες ψυχίατροι. Σκοπός τους να «καταργήσουν» κυριολεκτικά, αυτό το σύμπαν που θύμιζε στρατόπεδο συγκέντρωσης, δηλαδή την ‘πόλη των τρελών’. Κάτι τέτοιο δεν είχε επιχειρηθεί ποτέ πριν. Ήταν μια περιπέτεια γεμάτη κινδύνους, των οποίων η έκβαση δεν ήταν καθόλου βέβαιη.

.

Υπό τη διεύθυνση του Basaglia εξαλείφθηκε κάθε είδους σωματικής καθήλωσης και αναστάλθηκαν οι θεραπείες με ηλεκτροσόκ. Οι πύλες άνοιξαν, αφήνοντας τους ασθενείς να κάνουν περιπάτους στο πάρκο, να δειπνούν στο ύπαιθρο ή να δουλεύουν αν ήθελαν. Άρχισε, πάνω απ’ όλα, να δίνεται προσοχή στις συνθήκες διαβίωσης των εγκλείστων και στις ανάγκες τους.

.

Οργανώθηκαν συναντήσεις του τμήματος και συνεδριάσεις της ολομέλειας.

Δημιουργήθηκαν ανοιχτοί χώροι για κοινωνικές συγκεντρώσεις, καταργήθηκε ο υποχρεωτικός διαχωρισμός μεταξύ ανδρών και γυναικών. Οι ρόλοι του καθένα δεν ήταν διακριτοί, δεν ξεχώριζε πια εύκολα ο πάσχων απ’ το νοσηλευτή κι η πόρτα του Basaglia, ήταν διαρκώς ανοιχτή. Τους γνώριζε όλους, καταλάβαινε τις ανάγκες τους. Σταματούσε στον κήπο κάθε λίγο, για να χαιρετήσει και να συνομιλήσει με τον ένα και τον άλλο.

.

.

Έτσι, η Margherita, ο Boris, o Cicca-cicca και πολλά άλλοι πάσχοντες ‘επανεμφανίστηκαν’ στη ζωή. Και η ιστορία, μέσα από τις ιστορίες τους, γίνεται ένα ζωντανό, ανθρώπινο και συναισθηματικό ταξίδι, στο οποίο, άνδρες και γυναίκες που προορίζονταν να τελειώσουν τη ζωή τους κλειδωμένοι, ανέκτησαν, διαμέσου επιτυχιών κι αποτυχιών, μέρα με τη μέρα, μια ζωή που αξίζει κανείς να ζει: με μια δουλειά, ένα σπίτι, μ αγάπη. Ακόμη και οι νοσηλευτές όπως η Nives, πρώην αντίπαλοι του νέου διευθυντή, απέκτησαν μια νέα συνείδηση και πλαισιώθηκαν στη διαδικασία του μετασχηματισμού του ασύλου.

.

Οι πρωταγωνιστές αυτής της επικής ιστορίας, όμως, πλήρωσαν υψηλό τίμημα: υπαρξιακά, προσωπικά, οικονομικά, οικογενειακά προβλήματα ήρθαν στην επιφάνεια. Παρουσιάζονται στη δραματοποίηση κι οι ξεχωριστές ιστορίες, των γιατρών και νοσηλευτών που είχαν αποφασίσει να ακολουθήσουν στον αγώνα τον Franco Basaglia

.

.

.

*Το πρωτότυπο ιταλικό κείμενο θα το βρείτε εδώ κι όσοι γνωρίζετε την γλώσσα, αξίζει να δείτε και τις υπόλοιπες σελίδες, όπως για παράδειγμα αυτή με το βιογραφικό του Basaglia, αλλά κι αυτή που αναφέρει τους συντελεστές.  Η ελεύθερη μετάφραση είναι δική μου. Συνέπτυξα μερικά σημεία, προσπαθώντας να μειώσω την έκταση του κειμένου, χωρίς σε καμία περίπτωση ν’ αλλοιώσω το νόημα.

.

.

.