«ΟΙ ΚΗΠΟΙ ΤΟΥ ΑΒΕΛ» – Ντοκιμαντέρ με ελληνικούς υπότιτλους

.

.

 

«ΟΙ ΚΗΠΟΙ ΤΟΥ ΑΒΕΛ» – Ντοκιμαντέρ (1969- Σκηνοθεσία: Σ. Ζάβολι , παραγωγής της Ιταλικής τηλεόρασης) με θέμα το κίνημα της Ιταλικής Δημοκρατικής Ψυχιατρικής κι ειδικότερα την αλλαγή που συντελέστηκε αρχικά στο ψυχιατρείο της Γκορίτσια (Β. Ιταλία) από ομάδα θεραπευτών με επικεφαλής τον Φράνκο Μπαζάλια στις αρχές της δεκαετίας του ’60.

Η παρέμβαση στο ψυχιατρείο της Γκορίτσια ήταν η πρώτη εμπειρία προς την κατεύθυνση κατάργησης των ψυχιατρείων και αντικατάστασης τους από ένα ολοκληρωμένο δίκτυο υπηρεσιών ψυχικής υγείας στην κοινότητα. 

 

Αργότερα, μετά το κλείσιμο και του ψυχιατρείου της Τεργέστης, το 1978, ψηφίστηκε στην Ιταλία ο νόμος 180/78 για την ψυχική υγεία. 

Με το νόμο αυτό θεσπίστηκε ένα ριζικά εναλλακτικό σύστημα υπηρεσιών ψυχικής υγείας (χωρίς ψυχιατρεία) με επίκεντρο τα Κέντρα Ψυχικής Υγείας.

Το ντοκιμαντέρ* «Οι Κήποι του Άβελ» προβλήθηκε πρώτη φορά με ελληνικούς υπότιτλους στην Εκδήλωση για τα 40 χρόνια από το Νόμο Μπαζάλια, που διοργάνωσε η Πρωτοβουλία για ένα Πολύμορφο Κίνημα για την Ψυχική Υγεία στις 5 Οκτώβρη 2018, στην αίθουσα του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων (την μετάφραση στα ελληνικά έκανε ο Στ. Γαλάρας, ειδικευόμενος ψυχίατρος).

 

 

 

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

.

.

.

.

Advertisements

Εκδήλωση-συζήτηση: 40 χρόνια από το Νόμο Μπαζάλια και το Κίνημα της Εναλλακτικής Ψυχιατρικής – 5 Οκτωβρίου 2018, στις 19.00 μ.μ., στο χώρο του Σ.Ε.Α.

.

OCT 5th poster

.

Φέτος συμπληρώθηκαν 40 χρόνια από την ψήφιση του νόμου 180/78 στην Ιταλία, του ‘νόμου Μπαζάλια’ όπως έμεινε στην ιστορία, κομβικής σημασίας για την δημιουργία των προϋποθέσεων για το ξεπέρασμα του ψυχιατρείου, προς ένα ριζικά εναλλακτικό σύστημα ψυχικής υγείας, πέρα από τα στερεότυπα της επικινδυνότητας και με ταυτόχρονη την αναγνώριση των ατόμων με προβλήματα ψυχικής υγείας ως υποκειμένων με πλήρη δικαιώματα.

Ενός νόμου που έγινε δυνατό να περάσει στη βάση ενός κινήματος (της Δημοκρατικής Ψυχιατρικής) για μια χειραφετητική ψυχιατρική, το οποίο μπόρεσε να ριζώσει πάνω στο έδαφος των κινημάτων κοινωνικής και πολιτικής αμφισβήτησης της περιόδου εκείνης και το οποίο άσκησε, εν συνεχεία, μια ποικιλότροπη διεθνή επιρροή σε κινήματα και εγχειρήματα, μεταξύ άλλων και στην Ελλάδα.

Δεν είναι για επετειακούς λόγους, αλλά λόγω της κρισιμότητας της κατάστασης που αντιμετωπίζουμε σήμερα, που είναι, όσο ποτέ πριν, αναγκαίο αυτό που αποκαλούμε «επιστροφή στις ρίζες». Στο πώς έγινε δυνατή η θεσμοθέτηση του νόμου 180/78. Ποιο σύστημα υπηρεσιών, σε συνάρτηση με ποια «κουλτούρα και πρακτική» αμφισβήτησης, τόσο του κυρίαρχου ψυχιατρικού κυκλώματος, όσο και της κυρίαρχης κοινωνικής νόρμας, έκανε δυνατή την ουσιαστική του εφαρμογή μετά την ψήφισή του, τουλάχιστον σε κείνες τις περιπτώσεις όπου το σύνθημα «η ελευθερία είναι θεραπευτική» δεν έμεινε απλή διακήρυξη, αλλά έτυχε έμπρακτης υλοποίησης.

.

.

Μια τέτοια αναδρομή είναι σήμερα όσο ποτέ αναγκαία, όσο περισσότερο οι επικρατούσες πολιτικές σε όλες τις χώρες οδηγούν στην προϊούσα αποσάθρωση (υποχρηματοδότηση, υποστελέχωση) των συστημάτων Ψυχικής Υγείας. Και η κυρίαρχη Ψυχιατρική, με πιο αποφασιστική, πλέον, την πρόσδεσή της στην διαχρονική κοινωνική της ανάθεση για κοινωνικό έλεγχο και υπό την δομική χειραγώγησή της από το βιο-φαρμακο-βιομηχανικό σύμπλεγμα, απαντά σ΄ αυτές τις συνθήκες μέσα από την περαιτέρω κατασταλτική μετάλλαξη της κουλτούρας και των πρακτικών της σε όλη την Ευρώπη. Στη μια χώρα μετά την άλλη, οι κατασταλτικές πρακτικές, καθηλώσεις, απομονώσεις, η «περιστρεφόμενη πόρτα», η θεραπευτική εγκατάλειψη κλπ, παίρνουν πρωτοφανείς διαστάσεις.

Και στην Ελλάδα, με την κυριαρχία του βιο-ιατρικού μοντέλου και την ανέκαθεν ανυπαρξία κοινοτικών υπηρεσιών, όπου το 65% των εισαγωγών για νοσηλεία είναι ακούσιες, η μόνη «θεραπεία» στην «αρρώστια του συστήματος» που ετοιμάζουν οι κυβερνώντες, είναι η περαιτέρω διάχυση της καταστολής μέσα στην κοινωνία με την θεσμοθέτηση της «υποχρεωτικής θεραπείας στην κοινότητα».

Για όλα αυτά θα συζητήσουμε στην εκδήλωση της «Πρωτοβουλίας για ένα Πολύμορφο Κίνημα στην Ψυχική Υγεία», την Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2018, ώρα 19.00, στο χώρο του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων, στο Θησείο (Ερμού 134).

.

.

Εισηγητικές παρεμβάσεις θα κάνουν οι:

.

Γιώργος Αστρινάκης, ψυχίατρος

Θόδωρος Μεγαλοοικονόμου, ψυχίατρος

Κατερίνα Νομίδου, πρόεδρος ΠΟΣΟΨΥ

Κατερίνα Χατζή, σωματείο Δ.Α.Λ.Υ.Ψ.Υ.

Μέλη του Δικτύου Hearing Voices Αθήνας

.

.

Θα προβληθεί η ταινία:

.

«I giardini di Abele» («Οι κήποι του Αβελ»).

(πρώτη φορά υποτιτλισμένη στα ελληνικά, με αναφορά στο κίνημα της Αποϊδρυματοποίησης στην Ιταλία της δεκαετίας του 60 και 70, στον Μπαζάλια κλπ).

.

.

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

 

.

.

.

.

Επόμενη συνάντηση της Πρωτοβουλίας ‘Ψ’ στις 8/6/2018: αποτίμηση της κινητοποίησης για την «υποχρεωτική θεραπεία στην κοινότητα» κι εκπαιδευτική συνάντηση για τα 40 χρόνια του «νόμου Μπαζάλια»

.

Καλούμε όλες και όλους στην επόμενη συνάντηση της Πρωτοβουλίας για ένα Πολύμορφο Κίνημα στην Ψυχική Υγεία, την Παρασκευή, 8 Ιουνίου 2018, η οποία θα έχει δυο σκέλη:

 

– Το πρώτο, στις 6 μμ, θα είναι αφιερωμένο σε μια πρώτη αποτίμηση της κινητοποίησης της 18/5 έξω από το Υπουργείο Υγείας, ενάντια στην προετοιμαζόμενη εφαρμογή της «υποχρεωτικής θεραπείας στην κοινότητα» και στον σχεδιασμό των περαιτέρω δράσεων της Πρωτοβουλίας. Η συζήτηση αυτή θα έχει συνέχεια και σε επόμενη συνάντηση.

 

 

– Το δεύτερο, στις 7μμ, θα είναι αφιερωμένο σε μια κατά το δυνατόν πιο εκτενή συζήτηση για τα «40 χρόνια του νόμου 180/78» στην Ιταλία (ή «νόμου Μπαζάλια», όπως έμεινε στην ιστορία), για το κλείσιμο των ψυχιατρείων και την αντικατάστασή τους από ένα ολοκληρωμένο σύστημα κοινοτικών υπηρεσιών. Για τη σημασία της Ιταλικής εμπειρίας για την Αποϊδρυματοποίηση, τις ριζικά εναλλακτικές ψυχιατρικές προσεγγίσεις και πρακτικές που, σε συνάρτηση με τις κοινωνικές, πολιτικές, κινηματικές συνθήκες της δεκαετίας του 70, έκαναν δυνατή την έμπρακτη υλοποίηση του προτάγματος «η ελευθερία είνα θεραπευτική». Βάζοντας την «αρρώστια σε παρένθεση» και επικεντρώνοντας στην πρωταρχικότητα του προσώπου, στο υποκείμενο και στις ανάγκες του, σε μια ισότιμη σχέση μαζί του. Σε μια πρακτική όπου το κοινωνικό και το πολιτικό δεν ήταν μια αφηρημένη επίκληση, αλλά αναπόσπαστο στοιχείο της θεραπευτικής πρακτικής -για την διαρκή αποκάλυψη και αμφισβήτηση των κυρίαρχων κοινωνικών όρων και διαδικασιών που οδηγούν στην απόρριψη και στον αποκλεισμό της όποιας διαφορετικότητας. Τα αποτελέσματα του ν. 180/78 ήταν και παραμένουν εμφανή σε όποιες (πολύ λίγες) περιοχές στην Ιταλία πραγματικά εφαρμόστηκε και δεν έμεινε, όπως στην πλειονότητα των περιπτώσεων, απλώς ένα νομικό πλαίσιο. Η συζήτηση για την ιταλική εμπειρία και την εναλλακτική ψυχιατρική που ενέπνευσε ο Φράνκο Μπαζάλια γίνεται εξαιρετικά επίκαιρη σήμερα, εν μέσω της πρωτοφανούς κρίσης και κατασταλτικής παλινδρόμησης που γνωρίζει η Ψυχική Υγεία στην Ελλάδα και σε όλη την Ευρώπη – στην αναζήτηση για ουσιαστικές διεξόδους και διαδρομές έξω από αυτήν.

 

 

Η συνάντηση θα γίνει στο χώρο του Δικτύου Hearing Voices Αθήνας, Τροίας 44 (κοντά στην πλ. Βικτωρίας)

 

 

 

 ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

 

 

 

.

.

.

.

.

Παρουσίαση βιβλίου: «Le nuvole di Picasso.Una bambina nella storia del manicomio liberato» – Ο Franco Basaglia και η ψυχιατρική του μεταρρύθμιση μέσα απ’ τα μάτια της κόρης του

.

alberta-basaglia

.

Το μόνο που ήξερα μέχρι πρόσφατα για τα παιδιά του Franco Basaglia ήταν τα ονόματά τους: Alberta και Enrico. Κι είναι λογικό μιας και στη χώρα μας το ενδιαφέρον μόνιμα είναι στραμμένο σε κείνον και λίγοι ακόμη κι απ’ τον ψ χώρο, γνωρίζουν ακριβώς τον ισότιμο και μεγάλο ρόλο που έπαιξε η σύζυγός του Franca Oncaro στο έργο του. Ίσως κάποια στιγμή αναφερθούμε περισσότερο σε κείνη. Εντωμεταξύ όμως θα μας απασχολήσει η κόρη τους που έγραψε αυτό το βιβλίο με τη βοήθεια της Gulietta Raccanelli.

Η Alberta Basaglia είναι ψυχολόγος σε υπηρεσία του Δήμου της Βενετίας κι ασχολείται απ’ το 1980 με θέματα που αφορούν την καταπολέμηση της βίας με βάση το φύλο και όλες τις μορφές διακρίσεων. Αναμενόμενο αν σκεφτεί κανείς πως μεγάλωσε σ’ ένα σπίτι όπου οι διακρίσεις δεν είχαν καμία θέση. Και φροντίζει να το τονίσει αυτό: η επανάσταση του Basaglia ξεκίνησε απ’ το σπίτι του. Ένα σπίτι στο οποίο δεν υπήρχε τηλεόραση,  αλλά άκουγαν πολλή μουσική. Κλασσική, όπως και τραγούδια διαμαρτυρίας.

Τα παιδικά της χρόνια περιγράφει λοιπόν μέσα απ’ αυτό το βιβλίο, τη σχέση με τον πατέρα της και φυσικά το πως βίωσε ως μικρό κοριτσάκι την ψυχιατρική μεταρρύθμιση που εκείνος επιχειρούσε τη δεκαετία του ’60 στην Ιταλία. Κι υπήρξε ένα κορίτσι που αντιμετώπιζε σοβαρές δυσκολίες καθημερινά καθώς γεννήθηκε με μια σπάνια ασθένεια που έπληξε την όρασή της. Για να βλέπει καλύτερα συχνά έγερνε το κεφάλι και χρησιμοποιούσε μεγενθυτικό φακό για να διαβάζει. Ο πατέρας της της δίδαξε πως μπορεί να ζήσει κάποιος με πολλούς τρόπους κι εκείνη κατάφερε να το εφαρμόσει στην πράξη και να υπερκεράσει τα πολλαπλά εμπόδια.

Σίγουρα δεν ήταν εύκολο. Γιατί εκτός απ’ ό,τι βίωνε, ζούσε κι όλο τον αναβρασμό που έφερναν οι ιδέες του Basaglia. Ανεπιθύμητος απ’ τον πανεπιστημιακό κόσμο μιας κι ενδιαφερόταν περισσότερο για τους Γερμανούς φιλοσόφους παρά για τους πρωτεργάτες της Ψυχιατρικής και περισσότερο για τον άρρωστο παρά για την ασθένεια, την τρέλα, στέλνεται στην Gorizia, “στην εξορία” κατά την κόρη του. Κι αναστατώνεται μ’ ότι βρίσκει εκεί: αλυσίδες, κλουβιά, ζουρλομανδύες κτλ.

Δεν δέχεται επομένως να μείνει με την οικογένειά του στο διαμέρισμα που δικαιούνταν ως διευθυντής εντός των τειχών του ψυχιατρείου και διαλέγει τον τελευταίο όροφο ενός ευρύχωρου palazzo για να στεγαστούν. Αυτό το σπίτι με τα μεγάλα φωτεινά παράθυρα, το περιγράφει εκτενώς η Alberta στο έβδομο κεφάλαιο του βιβλίου της. Από ‘κει περνούσαν καθημερινά πάρα πολλοί άνθρωποι. Άσημοι και διάσημοι, “τρελοί” και “κανονικοί”. “Δεν φοβάσαι τους τρελούς;” την ρωτούσαν συχνά ως παιδί ή άλλοτε τους ενδιέφερε να μάθουν “τι είπε ο πατέρας σου γι’ αυτό το θέμα;”

.

.

Τα Σαββατοκύριακα πήγαιναν οικογενειακώς στη Βενετία. Ως παιδί εκείνη κάτι χάνει μ’ αυτές τις μετακινήσεις απ’ τη ζωή των συμμαθητριών και συμμαθητών της, απ’ τα παιχνίδια τους, αλλά κερδίζει άλλα απ’ την επαφή για παράδειγμα με τον ξάδερφο Vittorio και τη γιαγιά της Cecilia. Aπο κείνη έμαθε κυρίως πως ο πατέρας της βρέθηκε στη φυλακή για ένα μήνα, όταν ήταν νεαρός. Ανέβηκε στη στέγη για να διαφύγει απ’ τους φασίστες που τον κυνηγούσαν το ’44 κι η γιαγιά της που φοβήθηκε μην πέσει, φώναξε αυθόρμητα με αποτέλεσμα να προδώσει τη θέση του και να τον συλλάβουν. Εκείνος δεν μιλούσε γι’ αυτά. Δεν ήθελε να φανεί η ζωή του σαν αγιογραφία.

Ούτε η Alberta έγραψε αγιογραφία όμως. Αναφέρει τις δυσκολίες που είχε το να μεγαλώνουν δύο παιδιά μες σ’ αυτή την οικογένεια η οποία είχε στρατευτεί σ’ έναν τόσο υψηλό στόχο: της αποασυλοποίησης και της κοινωνικής επανένταξης των ψυχικά πασχόντων. Νομίζω όλοι μας καταλαβαίνουμε πως όταν κάποιος ρίχνει σε  έναν συγκεκριμένο τομέα το βάρος του φυσικά διαφοροποιούνται και ιεραρχούνται διαφορετικά οι προτεραιότητές του. Γι’ αυτό δεν κρίνω σκόπιμο ν’ αναφερθώ εκτενέστερα σ’ αυτές τις λεπτομέρειες. Άλλωστε όλα θα τα μάθετε μόνο αν διαβάσετε το βιβλίο και θέλω να πιστεύω πως το τελευταίο που σας ενδιαφέρει είναι να κοιτάξετε τη ζωή του Basaglia απ’ την κλειδαρότρυπα. Η κόρη του εξάλλου έγραψε την αλήθεια μεν αλλά κι ένα πολύ τρυφερό βιβλίο δε.

Θα περίμενε κανείς πως με μια τέτοια βαριά σκιά, όπως τη δική του εκείνη θ’ ακολουθούσε διαφορετική πορεία. Όταν την ρώτησαν όμως, απάντησε πως δεν ένιωσε την ανάγκη να “σκοτώσει” τον πατέρα της (οι ψυχαναλυτικής κατεύθυνσης συνάδελφοι θα καταλάβουν καλύτερα τι εννοώ εδώ). Δεν πρόλαβε άλλωστε να τον ζήσει πολύ. Εκείνος πέθανε πριν καν η Αlberta συμπληρώσει τα εικοσιτέσσερά της χρόνια. Θυμάται βέβαια πως ήταν αρκούντως γοητευτικός, μονίμως αεικίνητος, ένα είδος Βασιλιά Αρθρούρου με μεγάλη αυλή (κάποτε όπως διηγήθηκε έφερε σπίτι τους για δείπνο σαράντα άτομα ), ένα είδος ροκ σταρ.

Περισσότερο απ’ όλα αυτά όμως ήταν ο άνθρωπος, ο επιστήμονας που έδειξε με την ψυχιατρική του μεταρρύθμιση πως το αδύνατο μπορεί να γίνει δυνατό. Και βοήθησε και την κόρη του να το καταλάβει. Σύμφωνα με την ιατρική θα έπρεπε να είναι τυφλή. Κι όμως βλέπει. Ίσως όχι σαν τους περισσότερους από εμάς, αλλά βλέπει. Τι περισσότερο θα μπορούσε να της δωρίσει;

Για να γράψω αυτή την ανάρτηση συμβουλεύτηκα τις πηγές που θα δέιτε παρακάτω κι όσες/οι θέλετε και γνωρίζετε ιταλικά μπορείτε να διαβάσετε κάποια αποσπάσματα του μόλις 91 σελίδων βιβλίου που κυκλοφορεί απ’ τον εκδοτικό οίκο Feltrinelli (2014) εδώ. Πήρε τον τίτλο του απ’ τον τρόπο με τον οποίο σχολίασε κάποτε ο Basaglia μια παιδική ζωγραφιά της κόρης του και όσα της είπε. Πόσο όμορφο…

Καλή σας ανάγνωση.

.

.

.

Πηγές:

.

.

.

FRANCO BASAGLIA: I GIARDINI DI ABELE – Ιστορικό ντοκιμαντέρ του Sergio Zavoli

.

.

Το ιστορικό αυτό ντοκιμαντέρ (ήταν η πρώτη φορά που η ιταλική τηλεόραση μπήκε σε ψυχιατρείο) του δημοσιογράφου Sergio Zavoli, γυρίστηκε το 1968 και ανέβηκε στο Διαδίκτυο από τη RAI. Αφηγείται την εκπληκτική θεραπευτική παρέμβαση  του ψυχιάτρου Franco Basaglia, στο άσυλο της Gorizia, στις αρχές της δεκαετίας του εξήντα.

Ο ίδιος ο Basaglia εξηγεί σ’ αυτό, τη θεραπευτική μέθοδο του, μιλά για την τρέλα και την επικινδυνότητα και αποκαλύπτει τις κοινωνικές αντιφάσεις που, μέχρι εκείνη τη στιγμή, είχαν πράγματι δημιουργήσει «δύο διαφορετικές ψυχιατρικές» για τους φτωχούς και για τους πλούσιους, όπως αναφέρει η ιστοσελίδα της RAI.

To σημαντικό, σύμφωνα με τον μεγάλο ψυχίατρο, είναι να προσεγγίζουμε το άτομο που πάσχει με διαφορετική διαλεκτική, που ξεπερνά την απλή «τεχνική»  φιγούρα του γιατρού, με το ενδιαφέρον να επικεντρώνεται κυρίως στον ασθενή και όχι την ασθένεια.

Στο δεύτερο μέρος, που τιτλοφορείτει «Franco Basaglia:  Dialoghi nei giardini di Abele«,  παρουσιάζεται μια σχετική σειρά συνεντεύξεων από τον ίδιο δημοσιογράφο και διερευνάται μεταξύ άλλων, το τι σημαίνει κλειστό και τι ανοιχτό, ψυχιατρείο.

.

.

.

“C’era una volta la città dei matti” – Δραματοποιημένη μεταφορά της ιστορίας του Franco Basaglia για την ψυχιατρική μεταρρύθμιση που επιχείρησε στην Ιταλία

.

.

Πρόκειται για δραματοποιημένη μεταφορά της ιστορίας του Franco Basaglia. Αφορά την ψυχιατρική μεταρρύθμιση που εκείνος επιχείρησε στην Ιταλία τη δεκαετία του ’60, στα ψυχιατρεία της Gorizia και της Trieste. Προβλήθηκε από την RAI1 και την είδαν πάνω από 7 εκατομμύρια άνθρωποι. Κέρδισε 3 διεθνή βραβεία (στα φεστιβάλ της Shanghai, του Montecarlo και της Rome). H σκηνοθεσία είναι του Marco Turko, o οποίος έχει γράψει και μέρος του σεναρίου. Σύμβουλος ήταν ο Διευθυντής του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου της Trieste, Peppe dell’ Acqua. Στη σελίδα της Società Psicoanalitica Italiana, μπορείτε να διαβάσετε μια σχετική ανάρτηση. 

.

Πρώτα λοιπόν υπήρξε η πόλη των τρελών, το ψυχιατρικό άσυλο. Με τους περιορισμούς, τους ζουρλομανδύες, τα κρεβάτια-κλουβιά, τα κελιά απομόνωσης, τα ηλεκτροσόκ που ενίοτε χρησιμοποιούνταν ως τιμωρία, την προβληματική σχέση πασχόντων και νοσηλευτών που έμοιαζε τραγικά μ’ αυτή των φυλακισμένων και των δεσμοφυλάκων τους, τη σαδιστική σχέση μεταξύ γιατρών και ασθενών.

.

Δεν ήταν το άσυλο, ένα μέρος φροντίδας, αλλά ένας χώρος για να κρυφτούν και να διαχωριστούν οι ‘πάσχοντες’ απ’ τους ‘υγιείς’, αφού η ψυχική ασθένεια αποτελούσε πάντα κοινωνικό ‘σκάνδαλο’. Στο δυτικό κόσμο, κανείς δεν το είχε αμφισβητήσει ποτέ, κανείς δεν είχε τολμήσει ποτέ να αμφισβητήσει την εξουσία των ψυχιάτρων.

.

Τουλάχιστον μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’60, όταν, σε μια επαρχιακή πόλη του Βορρά, ένας νέος επαναστάτης ψυχίατρος, περιθωριοποιήθηκε από τον ακαδημαϊκό κόσμο. Ο Franco Basaglia, άναψε τη σπίθα που προκάλεσε μια πυρκαγιά που ήταν αδιανόητη πριν από μερικά χρόνια …

.

Η Margherita, που βλέπουμε στο παραπάνω video να την υποδύεται η Vittoria Puccini, ήταν μια όμορφη κοπέλα, που έσφυζε από ζωή. Ήταν καρπός του παράνομου έρωτα μιας Ιταλίδας κι ενός Αμερικανού στρατιώτη, ο οποίος εν συνεχεία εξαφανίστηκε. Η μητέρα προτίμησε ν’ απορρίψει την ίδια της την κόρη, για να ξεφορτωθεί τις ενοχές και την ‘αμαρτία’. 

.

Κι όταν οι αδελφές του κολλεγίου στο οποίο η Margherita φοιτούσε, διαμαρτυρήθηκαν για το χαρακτήρα της -στην ουσία για τις πρώτες φυσιολογικές ερωτικές της παρορμήσεις-, την έκλεισε σε ψυχιατρική κλινική. Λίγοι μήνες, μες το καταπιεστικό και βίαιο φρενοκομείο ήταν αρκετοί, για να μεταμορφωθεί η Margherita από ένα κορίτσι γεμάτο ζωή και περιέργεια για τον κόσμο, σ’ ένα πλάσμα ‘επικίνδυνο’, σ’ ένα άγριο θηρίο, που χρειαζόταν να περιορίζεται νυχθημερόν σε κρεβάτι-κλουβί. 

.

.

Ο Boris ήταν κλεισμένος στον εαυτό του, δεν μιλούσε, δεν μπορούσε με κανένα τρόπο να εκφράσει τα συναισθήματά του. Κανείς δεν ήξερε τι φρίκη είχαν αντικρίσει τα μάτια του, τι δεινά είχε υποστεί αυτός ο δυνατός και μεγαλόσωμος άντρας. Ο Boris φοβόταν. Στο άσυλο που οδηγήθηκε όμως, αντί να βοηθηθεί, υποβαλλόταν σε ηλεκτροσόκ και δενόταν με ζουρλομανδύα. Ο Boris παρέμενε δεμένος σε ένα κρεβάτι για δεκαπέντε χρόνια.

.

Ο Furlan ήταν ένας πρώην αντάρτης, ένας ευγενής και καλός άνθρωπος που είχε σύζυγο και τα παιδιά. Μπήκε στο ψυχιατρικό νοσοκομείο, με τη θέληση του. Ήθελε να θεραπεύσει το φόβο των επιθέσεων που είχε ακόμα εξαιτίας του πολέμου και τον αλκοολισμό που του υπονόμευε το σώμα και το μυαλό. Δεν φανταζόταν ότι στην πόλη των τρελών, θα ζούσε σαν φυλακισμένος, θα τον τάιζαν μ’ ένα χωνί, θα έπρεπε να υποστεί σκληρές και καταστροφικές θεραπείες που αντί να τον θεραπεύσουν, θα τον μετέτρεπαν σε ένα απαθές όν, σε ένα ζωντανό-νεκρό.

.

Ο Cicca-cicca ήταν σαν ένα μωρό παρότι κόντευε σχεδόν τα 20. Το φρενοκομείο, όπου ζούσε (υποταγμένος στον εκφοβισμό των νοσηλευτών και των άλλων πασχόντων), ήταν όλος του ο κόσμος. Κλεισμένος στον εαυτό του, έτρεμε από φόβο κι ικανοποιούσε μόνο τα βασικά του ένστικτα.

Κι υπήρχε και η Nives, η οποία δεν ήταν ασθενής, αλλά νοσοκόμα. Μια καλή γυναίκα, μητέρα και τίμια εργαζόμενη. Είχε διδαχθεί ότι οι τρελοί δεν είναι άνθρωποι, αλλά κάτι περισσότερο από ..πράγματα. Θα έπρεπε να τους πλένει, να τους ντύνει, να τους καθηλώνει και να τους τιμωρεί. Κι η Nives αυτό έκανε: τους έπλενε, τους τάιζε, τους τιμωρούσε. Αντιμετώπιζε ανθρώπινα όντα ως αντικείμενα και δεν συνειδητοποιούσε ότι το άσυλο είχε (έχει) τη δύναμη να αποκτηνώνει, όχι μόνο τους «τρελλούς», αλλά και εκείνους που θα έπρεπε να τους φροντίζουν. Κι αντί γι’ αυτό, τους υποβαθμίζει με το να τους ‘μετατρέπει’ σε δεσμοφύλακες.

.

Αυτοί, μεταξύ άλλων, ήταν οι άνδρες και οι γυναίκες που είδε μπροστά του, ο Franco Basaglia όταν έγινε διευθυντής του ασύλου, της Gorizia. Θα μπορούσε να κάνει ότι και οι προκάτοχοι του: να συνεχίζει να παίρνει το μισθό του, να γράφει τα επιστημονικά βιβλία του και να βοηθά τους νοσηλευτές να διαχειρίζονται τη ‘βρώμικη’ δουλειά του ψυχιατρικού νοσοκομείου. Αλλά δεν έγινε έτσι. Ο Basaglia και η σύζυγός του, η Franca Ongaro, μια γενναία και καλλιεργημένη γυναίκα ανώτερης τάξης, αναστατώθηκαν όταν ήρθαν σ’ επαφή με την τρομερή πραγματικότητα. Κι αποφάσισαν να την αλλάξουν.

.

Δεν ήξεραν το πως ακριβώς θα το έκαναν αυτό, επειδή το άσυλο είναι ένα από τα πιο διαρκή όργανα της καταπίεσης της ανθρώπινης ιστορίας στη Δύση. Αλλά κάτι έπρεπε να γίνει. Παρά το κόστος της αποξένωσης απ’ το πολιτικό και πολιτιστικό κατεστημένο της εποχής που είχαν ν’ αντιμετωπίσουν. Έτσι άρχισε μια εξαιρετική περιπέτεια, της οποίας ηγήθηκε ο Basaglia και η σύζυγός του, και στην οποία εντάχτηκαν κι άλλοι νέοι επαναστάτες ψυχίατροι. Σκοπός τους να «καταργήσουν» κυριολεκτικά, αυτό το σύμπαν που θύμιζε στρατόπεδο συγκέντρωσης, δηλαδή την ‘πόλη των τρελών’. Κάτι τέτοιο δεν είχε επιχειρηθεί ποτέ πριν. Ήταν μια περιπέτεια γεμάτη κινδύνους, των οποίων η έκβαση δεν ήταν καθόλου βέβαιη.

.

Υπό τη διεύθυνση του Basaglia εξαλείφθηκε κάθε είδους σωματικής καθήλωσης και αναστάλθηκαν οι θεραπείες με ηλεκτροσόκ. Οι πύλες άνοιξαν, αφήνοντας τους ασθενείς να κάνουν περιπάτους στο πάρκο, να δειπνούν στο ύπαιθρο ή να δουλεύουν αν ήθελαν. Άρχισε, πάνω απ’ όλα, να δίνεται προσοχή στις συνθήκες διαβίωσης των εγκλείστων και στις ανάγκες τους.

.

Οργανώθηκαν συναντήσεις του τμήματος και συνεδριάσεις της ολομέλειας.

Δημιουργήθηκαν ανοιχτοί χώροι για κοινωνικές συγκεντρώσεις, καταργήθηκε ο υποχρεωτικός διαχωρισμός μεταξύ ανδρών και γυναικών. Οι ρόλοι του καθένα δεν ήταν διακριτοί, δεν ξεχώριζε πια εύκολα ο πάσχων απ’ το νοσηλευτή κι η πόρτα του Basaglia, ήταν διαρκώς ανοιχτή. Τους γνώριζε όλους, καταλάβαινε τις ανάγκες τους. Σταματούσε στον κήπο κάθε λίγο, για να χαιρετήσει και να συνομιλήσει με τον ένα και τον άλλο.

.

.

Έτσι, η Margherita, ο Boris, o Cicca-cicca και πολλά άλλοι πάσχοντες ‘επανεμφανίστηκαν’ στη ζωή. Και η ιστορία, μέσα από τις ιστορίες τους, γίνεται ένα ζωντανό, ανθρώπινο και συναισθηματικό ταξίδι, στο οποίο, άνδρες και γυναίκες που προορίζονταν να τελειώσουν τη ζωή τους κλειδωμένοι, ανέκτησαν, διαμέσου επιτυχιών κι αποτυχιών, μέρα με τη μέρα, μια ζωή που αξίζει κανείς να ζει: με μια δουλειά, ένα σπίτι, μ αγάπη. Ακόμη και οι νοσηλευτές όπως η Nives, πρώην αντίπαλοι του νέου διευθυντή, απέκτησαν μια νέα συνείδηση και πλαισιώθηκαν στη διαδικασία του μετασχηματισμού του ασύλου.

.

Οι πρωταγωνιστές αυτής της επικής ιστορίας, όμως, πλήρωσαν υψηλό τίμημα: υπαρξιακά, προσωπικά, οικονομικά, οικογενειακά προβλήματα ήρθαν στην επιφάνεια. Παρουσιάζονται στη δραματοποίηση κι οι ξεχωριστές ιστορίες, των γιατρών και νοσηλευτών που είχαν αποφασίσει να ακολουθήσουν στον αγώνα τον Franco Basaglia

.

.

.

*Το πρωτότυπο ιταλικό κείμενο θα το βρείτε εδώ κι όσοι γνωρίζετε την γλώσσα, αξίζει να δείτε και τις υπόλοιπες σελίδες, όπως για παράδειγμα αυτή με το βιογραφικό του Basaglia, αλλά κι αυτή που αναφέρει τους συντελεστές.  Η ελεύθερη μετάφραση είναι δική μου. Συνέπτυξα μερικά σημεία, προσπαθώντας να μειώσω την έκταση του κειμένου, χωρίς σε καμία περίπτωση ν’ αλλοιώσω το νόημα.

.

.

.