ΜΙΑ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΨΕ

.

*Αναδημοσίευση από εδώ.

.

Με αφορμή την πρόσφατη απάντηση της ΕΨΕ στο κείμενο που δημοσιεύσαμε με τίτλο «Κατασκευάζοντας τον επικίνδυνο ασθενή» αποφασίσαμε να επανέλθουμε προκειμένου να σχολιάσουμε την επιπολαιότητα με την οποία ένας θεσμικός φορέας σχολιάζει ζητήματα τόσο σημαντικά όπως ο (χρόνιος) εγκλεισμός ανθρώπων σε δημόσια ψυχιατρικά νοσοκομεία και να διευκρινίσουμε μερικά σημεία. Καταρχάς το γεγονός ότι το κείμενο αποδίδεται στο μέλος της συλλογικότητάς μας Θ. Μεγαλοοικονόμου δείχνει πως οι συντάκτες της απάντησης είτε δεν διάβασαν το κείμενο μέχρι το τέλος, όπου βρίσκεται και η υπογραφή του Δικτύου ‘Ψ’ για τα Δικαιώματα, είτε η προσπάθειά τους “να διαβάσουν πίσω από τις γραμμές” απέτυχε οικτρά, κάτι που γίνεται φανερό και από τον τρόπο με τον οποίο αποπειράθηκαν να αξιοποιήσουν το κείμενό μας.

Είναι γνωστό, τουλάχιστον για ένα σημαντικό αριθμό ανθρώπων με ψυχιατρική εμπειρία, πως οι έννοιες «δικαίωμα» και «νοσηλεία» είναι μάλλον ασύμβατες. Εξάλλου, όλα αυτά τα χρόνια, η όποια αναφορά στη «διασφάλιση των δικαιωμάτων των ψυχικά ασθενών» έχει καταλήξει να αποτελεί τον απαραίτητο “μαϊντανό” στους καταστατικούς σκοπούς των φορέων (Οργανισμών, Επιτροπών, Ενώσεων κ.ά), που δραστηριοποιούνται στο χώρο της ψυχικής υγείας. Κι ενώ το καταστατικό της ΕΨΕ μιλάει για «προάσπιση των δικαιωμάτων των ψυχικά ασθενών» φαίνεται πως, ειδικά για το Διοικητικό Συμβούλιο, δεν χρειάζεται να γίνει κανένα σχόλιο για, τουλάχιστον, τα πιο σημαντικά από τα γεγονότα που περιγράφονται στο κείμενό μας. Δεν δίνεται, λοιπόν, καμία απάντηση στο αν η ΕΨΕ δικαιολογεί, στις αναφερόμενες “ειδικές συνθήκες διαχείρισης των προβλημάτων του Χ.Δ.”, να περιλαμβάνεται και ο επί 25 μήνες εγκλεισμός και απομόνωσή του κι’ αν, τελικά, είναι “εύλογο και αναμενόμενο” να περιμένουμε τα ακόμα χειρότερα.

Αναρωτιόμαστε εύλογα αν η παρουσία στο Δ.Σ. του θεράποντος ψυχιάτρου του Χ.Δ, καθώς και ενός ακόμα ψυχιάτρου, επιμελητή στο τμήμα του οποίου διευθυντής είναι ο προαναφερόμενος θεράπων ψυχίατρος, δημιουργεί ζητήματα δεοντολογίας, ηθικά ζητήματα και εν τέλει «σύγκρουση συμφερόντων».

Εξάλλου η επιπολαιότητα με την οποία οι συντάκτες της απάντησης τεκμαίρουν την βαρύτητα μιας νόσου στη βάση μιας δικαστική απόφασης, σε συνδυασμό με το δόγμα περί ανίατης χρόνιας νόσου, μας κάνει να πιστεύουμε πως δεν είναι απίθανο να έχουμε στο μέλλον και ισόβιες απομονώσεις.

Από πού προκύπτει και ποια επιστημονική βάση έχει ο ισχυρισμός ότι αυτοί «που κρίθηκαν “ακαταλόγιστοι”…για μια ακραία πράξη όπως η ανθρωποκτονία είναι αυτοί που πάσχουν βαρύτερα, έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες υποτροπής, μεγαλύτερο κίνδυνο βίαιης συμπεριφοράς και απαιτούνται υψηλότεροι βαθμοί ασφαλείας»; Δεν γνωρίζουν οι συντάκτες της απάντησης ότι μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό των όσων έχουν διαπράξει εγκληματική πράξη, για την οποία κρίθηκαν «ακαταλόγιστοι», έχουν επαναλάβει, ή αποπειραθεί να επαναλάβουν παρόμοια πράξη μετά την έξοδο τους από το καθεστώς φύλαξης; Ότι για όλους αυτούς που παραμένουν για απροσδιόριστη περίοδο χρόνου σε καθεστώς φύλαξης, η αιτία δεν είναι η όποια «επικινδυνότητα» τους, αλλά η απουσία υποστηρικτικού πλαισίου και η άρνηση/αδυναμία των θεραπευτών (και του συστήματος των υπηρεσιών) για μια ολοκληρωμένη μετανοσοκομειακή φροντίδα;

Υπάρχει «ατομικό θεραπευτικό πρόγραμμα» για τον Χ.Δ, πέρα από τα φάρμακα, τις μηχανικές καθηλώσεις, την απομόνωση – και, προσφάτως, τον αραιό και ολιγόωρο προαυλισμό του με συνοδεία σεκιουριτάδων;

Είναι έστω και στοιχειωδώς θεραπευτική προσέγγιση αυτή που γίνεται με την συνομιλία, πχ, ψυχολόγου με τον Χ.Δ. μέσα από μια τρύπα πάνω στην κλειδωμένη πόρτα που τους χωρίζει;

Επίσης, αναρωτιόμαστε αν για την ΕΨΕ συνάδει, τουλάχιστον σύμφωνα με τον “επιστημονικό λόγο”, θεράποντες ιατροί να ζητούν με ένορκες καταθέσεις τους, από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών να κινηθεί σε βάρος των γονέων του ασθενούς Χ.Δ. η διαδικασία της ακούσιας νοσηλείας. Να ‘διδάσκει’, δηλαδή, η ψυχιατρική την ευρύτερη κοινωνία ότι, με όποιον διαφωνούμε τον «κλείνουμε μέσα».

Από την άλλη πάλι, μάλλον όλα αυτά μοιάζει απολύτως λογικό να εκφέρονται από τον θεσμικό φορέα της κυρίαρχης ψυχιατρικής αντίληψης, μιας και έννοιες όπως ‘θεραπευτική συμμαχία’, ‘προσωπική συνάντηση με τον πάσχοντα’, ‘συντροφική συνεργασία κατά την ανάπτυξη κοινών στόχων’, ‘αλληλεγγύη’, ‘αναγνώριση της προσωπικής ευθύνης της ασθένειας και της υγείας’, φαίνεται για τους συντάκτες της απάντησης της ΕΨΕ ότι “δεν συνάδουν με τον επιστημονικό λόγο” και αποτελούν “μυθιστορηματικού τύπου περιγραφές”.

Όμως, ακόμα κι΄ αν αξιοποιήσει κανείς την από ετών διακηρυγμένη επιστημονική θέση περί βιο-ψυχο-κοινωνικού μοντέλου, σε ποιο σημείο στην απάντηση της ΕΨΕ διακρίνει κανείς την παραμικρή νύξη περί ψυχο-κοινωνικών διαστάσεων; Ακόμα και σ’ αυτή την άκρως αμφιλεγόμενη σύγκριση των ψυχιατρικών διαταραχών με νόσους όπως ο σακχαρώδης διαβήτης και οι καρδιοπάθειες, πού έχει δει κανείς την παραμικρή νύξη, πχ, για ιατρογένεση;

Είναι δυνατόν η βία να αναπαραγάγει βία; Είναι δυνατόν, στη βάση ενός πιο διαλεκτικού τρόπου σκέψης, να δει κανείς πώς εργαζόμενος και νοσηλευόμενος αναπαράγουν την διάχυτη επιθετικότητα ενός βίαιου θεσμού; Και πάλι, όμως, αν μια τέτοια διάθεση υπήρχε, θα το είχαμε αντιληφθεί σε κάποιο από τα συνέδρια που κατά καιρούς διοργανώνει η ΕΨΕ, όπου, αντίθετα, κυριαρχούν οι βιτρίνες των φαρμακευτικών εταιρειών και η έμμεση προώθηση των νέων προϊόντων που αυτές λανσάρουν.

Αν τελικά θέλει κανείς να μιλήσει για ένα απαρτιωμένο βιο-ψυχο-κοινωνικό μοντέλο δεν μπορεί να μένει στα λόγια. Υπάρχει έγκριτη και σοβαρή βιβλιογραφία που αφορά τη μη βίαιη παρέμβαση στην κρίση, υπάρχουν δεκάδες παραδείγματα και μοντέλα αποκλιμάκωσης και μη βίαιης επικοινωνίας και φυσικά υπάρχουν και στον ελλαδικό χώρο παραδείγματα όπου δομές ελαχιστοποίησαν τη βία και επιδίωξαν να δημιουργήσουν ένα πραγματικά θεραπευτικό περιβάλλον, όπου το φάρμακο αποτέλεσε μέρος της πρακτικής της και όχι τη μόνη αντιμετώπιση. Τελικά, αυτό που γεννά το στίγμα είναι η αφαίρεση από έναν άνθρωπο της ιστορικότητάς του και η αναγωγή του σε μια σειρά συμπτωμάτων και συμπεριφορών που διαβάζονται μονόδρομα και γραμμικά.

Προτιμήσαμε στην ανακοίνωσή μας να θέσουμε ερωτήματα. Η ΕΨΕ, που ‘ξέρει’, έδωσε ‘απαντήσεις’. Θα υπενθυμίσουμε στην ΕΨΕ ότι μιλώντας περί επιστημονικού λόγου τα τελευταία χρόνια, όλο και πιο ανοικτά υποστηρίζεται η ανάγκη να εγκαταλειφθούν τα θέσφατα και η εικονολατρία και να προχωρήσει η επιστημονική σκέψη σε μια πιο συνθετική και απαρτιωτική προσέγγιση των φαινομένων. Αλλά αυτό θα σήμαινε, βεβαίως, και κάποιους επαναπροσδιορισμούς στη σχέση μας με την παντοδυναμία του φαρμάκου (και άρα των παραγωγών του) και των γενετικών ερμηνειών, όπως και σ’ έναν επαναπροσδιορισμό της δικής μας θέσης και αβεβαιότητας. Ίσως, όμως, μόνο αν αντιληφθούμε την αδυναμία μας θα μπορέσουμε να προσεγγίσουμε πραγματικά σαν άνθρωποι άλλα υποκείμενα που δυσφορούν, σε μια πραγματικά θεραπευτική συνάντηση. Αλλά αυτό, που σε αντίθεση με τα παραπάνω δεν γνωρίζουμε πού πιστοποιείται βιβλιογραφικά, μάλλον θα προϋπόθετε να κατεβούμε από τους θρόνους μας.

 6/12/2017

 

ΔΙΚΤΥΟ ‘Ψ’ ΓΙΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

.

.

.

.

.

.

Advertisements

ΓΙΑ ΠΟΙΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΜΙΛΑΜΕ;

.

*Αναδημοσίευση από εδώ.

.

Η αναφορά στη «διασφάλιση των δικαιωμάτων των ψυχικά ασθενών» έχει καταλήξει να αποτελεί τον απαραίτητο “μαϊντανό” στους καταστατικούς σκοπούς των φορέων (Οργανισμών, Επιτροπών, Ενώσεων κά), που δραστηριοποιούνται στο χώρο της ψυχικής υγείας.
.

Πρόσφατο παράδειγμα αποτελεί η ανακοίνωση – απάντηση του ΔΣ της ΕΨΕ (Ελληνική Ψυχιατρική Εταιρεία) σε δημοσίευμα -έρευνα του «Δικτύου Ψ για τα Δικαιώματα» σχετικά με τις συνθήκες νοσηλείας του ασθενούς Χ.Δ. στο 7ο Τμήμα του ΨΝΑ.

.

Πριν αναφερθούμε στα γεγονότα ας δούμε δυο στοιχεία που θεωρούμε σημαντικά:
α) το άρθρο 2 δ´ του καταστατικού της ΕΨΕ, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, που αφορά στους σκοπούς της ΕΨΕ, στο οποίο διαβάζουμε: «2. Σκοπός της Εταιρείας είναι […] δ) Η προάσπιση των δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων με κατ´ εξοχή γνώμονα το σεβασμό της προσωπικής του αξιοπρέπειας και των ατομικών τους δικαιωμάτων (τήρηση του απορρήτου, παρέμβαση υπέρ αυτών κλπ) […]»,
β) τη σύνθεση του ΔΣ της ΕΨΕ στο οποίο συμμετέχουν μεταξύ άλλων ο θεράπων ιατρός του ασθενούς Χ.Δ. και ένας ακόμη ιατρός επιμελητής στο Τμήμα του προαναφερόμενου ιατρού-διευθυντή.

.

Συγκεκριμένα, η έρευνα του «Δικτύου Ψ για τα Δικαιώματα» δημοσιεύθηκε στις 27-10-2917 στην Εφημερίδα των Συντακτών και αφορά τις συνθήκες νοσηλείας του ασθενούς Χ.Δ., ο οποίος, όπως προαναφέραμε, νοσηλεύεται στο 7ο Τμήμα του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής. Στην έρευνα αυτή, λοιπόν, περιγράφονται εκτός των άλλων και δύο σοβαρά γεγονότα τα οποία προσβάλλουν βάναυσα τα δικαιώματα των ψυχικά ασθενών.
– Το πρώτο, αφορά την απομόνωση του ασθενή Χ.Δ. για χρονικό διάστημα 25 μηνών.
– Το δεύτερο, αφορά το απαράδεκτο αίτημα δυο ψυχιάτρων του ΨΝΑ, οι οποίοι ζήτησαν, με ένορκες καταθέσεις τους, από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών να κινηθεί σε βάρος των γονέων του ασθενούς Χ.Δ. η διαδικασία της ακούσιας νοσηλείας.
Να επισημάνουμε ότι τα εν λόγω γεγονότα επιβεβαιώνονται και στην από 17-11-2017 Έκθεση της Ειδικής Επιτροπής Ελέγχου Προστασίας των Ψυχικά Ασθενών του ΥΥ.

 .
Όταν το ΔΣ της ΕΨΕ πληροφορήθηκε την ανωτέρω έρευνα, αφού παρέκαμψε τεχνιέντως, ως ανύπαρκτες, τις ανωτέρω σοβαρές παραβιάσεις των δικαιωμάτων του ασθενούς Χ.Δ. και της αξιοπρέπειας των γονέων του, εξέδωσε, υπό την προαναφερόμενη σύνθεσή του, την από 28-11-2017 ανακοίνωση η οποία «περί άλλων τυρβάζει», παραβιάζοντας κατάφορα, εκτός των άλλων, και τον καταστατικό σκοπό της ΕΨΕ.
 .
Feliz Navidad

2-12-2017

 

.

.

.

.

 

Κατασκευάζοντας τον επικίνδυνο ασθενή*

.

*Αναδημοσίευση από εδώ.

.

Υπάρχουν μικρές ιστορίες που εκτυλίσσονται μαζί με τις μεγάλες, ιστορίες που περνάνε στα κρυφά ή τις σκεπάζει η σιωπή μπροστά στον εκκωφαντικό θόρυβο των μεγάλων αφηγήσεων. Κι όμως οι μεν δεν μπορούν να ειδωθούν ξέχωρα από τις δε. Την τελευταία οκταετία ο ψυχιατρικός θεσμός συνιστά έναν από τους κατεξοχήν τόπους όπου χιλιάδες μικρές αφηγήσεις αντανακλούν την ευρύτερη κυρίαρχη αφήγηση, αυτή της βαθιάς οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής κρίσης. Επιλέγοντας μια ιστορία από τις χιλιάδες θα επιδιώξουμε να διερευνήσουμε τη “σειρά συμβάντων της καριέρας ενός ασθενή”, να παρουσιάσουμε γεγονότα που αναδεικνύουν πώς προοδευτικά ένα πρόσωπο που χρειάζεται κάποιου τύπου βοήθεια, ένας άνθρωπος που αντιμετωπίζεται αρχικά ως ένα υποκείμενο το οποίο ο ψυχίατρος έχει αποστολή να θεραπεύσει μετασχηματίζεται και προσαρμόζεται σε μια κατάσταση ως “αντικείμενο της βίας”.

Ο Δ. νοσηλεύεται από το 2010 στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής έχοντας με βάση το άρθρο 69 του ποινικού κώδικα κριθεί ως ακαταλόγιστος για το θάνατο του θείου του. Από την ηλικία των τριών ετών έχει διαγνωστεί με κροταφική επιληψία και θεωρείται “φαρμακοεξαρτημένος”. Στο σπίτι από την παιδική του ηλικία υπάρχουν στιγμές έντασης και διαπληκτισμών. Ο Δ. περιγράφεται από τους γονείς του ως ένα απρόβλεπτο παιδί που κάποιες φορές συγκρούεται μαζί τους “όπως όλα τα παιδιά”. Η επιθετικότητά του περιορίζεται προς τα μέλη του στενού οικογενειακού του κύκλου με εκρήξεις θυμού και σπανιότερα βίας. Οι περιστασιακές του φυγές δε συνοδεύονται από επεισόδια βίας.

Η νοσηλεία του ξεκινάει σε ένα τμήμα του Ψ.ΝΑ χωρίς η παραμονή του σε αυτό να διαφοροποιείται από τους υπόλοιπους ασθενείς που νοσηλεύονται με βάση το άρθρο 69 και διάγει μια μάλλον “φυσιολογική” νοσηλεία, κατά τη διάρκεια της οποίας συμπεριλαμβάνονται και έξοδοι από το Ψ.Ν.Α. για το σπίτι του. Προοδευτικά για λόγους που δε γνωρίζουμε αν ποτέ διερευνήθηκαν επαρκώς ξεκινάει μια αντιπαράθεση μεταξύ γονιών και μέρους του προσωπικού του νοσοκομείου. Από τη μια καταγγελίες για βία προς τον γιο και απαξιωτική συμπεριφορά από τους γιατρούς και από την άλλη διαμαρτυρίες για ελλιπή συνεργασία. Μέσα σε αυτό το σκηνικό ο Δ. εμφανίζεται όλο και πιο εκνευρισμένος, όλο και πιο “απρόβλεπτος”. Παρ’ όλα αυτά συνεχίζει να βγαίνει έξω μόνος του και σε καμία έξοδό του δεν αναφέρεται βίαιο συμβάν. Συμμετέχει σε εργοθεραπευτικές συνεδρίες και διατηρεί μια καλή σχέση με τη θεράπουσα ψυχίατρο. Μια μέρα βρίσκεται από τους γονείς του χτυπημένος ενώ το προσωπικό ισχυρίζεται ότι “τα έκανε μόνος του”. Μπαίνει σε απομόνωση σε ένα δωμάτιο όπου του παρέχονται κάποιες υποτυπώδεις ανέσεις. Συχνά περιορίζεται στο κρεβάτι του (μηχανική καθήλωση με ιμάντες). Παράλληλα, σε μια αδιανόητη κίνηση δύο ψυχίατροι ζητούν τον εγκλεισμό των γονέων σε ψυχιατρική κλινική. Πράγματι το Νοέμβριο του 2013 οι γονείς του μεταφέρονται συνοδεία περιπολικών για ψυχιατρική εκτίμηση με το ερώτημα αν χρήζουν νοσηλείας και κρίνεται ότι δε συντρέχει τέτοιος λόγος.

Προοδευτικά γύρω από τον Δ. η ιδρυματική λογική ξεδιπλώνει την απόλυτη ισχύ της. Η όποια ευελιξία απαιτείται στη συνάντηση με το λεγόμενο “δύσκολο περιστατικό” εκμηδενίζεται. Οι απαντήσεις δίνονται μηχανικά σχεδόν αυτοματοποιημένα. Το ψυχιατρείο αναγάγεται σε ένα χώρο τεράστιας αντιπαράθεσης. Κάθε συμβάν διαβάζεται μονόδρομα, αποδιδόμενο ευθέως σε ψυχοπαθολογικά μοτίβα άλλοτε του ασθενούς και άλλοτε της οικογένειάς του, η οποία και αυτή με τη σειρά της θα αντιδράσει δημιουργώντας ένα φαύλο κύκλο όπου είναι αδύνατο να διακριθεί μια αρχή, ίσως γιατί απλούστατα δεν υπάρχει. Ο κύκλος της βίας είναι έτοιμος να πυροδοτηθεί ανά πάσα στιγμή. Αρκεί ένα τυχαίο συμβάν, μια ασυνήθης κατάσταση που κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες θα πυροδοτήσει αλυσιδωτές αντιδράσεις. Κι αυτό το τυχαίο συμβάν δεν ήταν άλλο από τη φωτιά που ξέσπασε στο Ψ.Ν.Α. και οδήγησε στο φρικτό θάνατο τριών ανθρώπων από ασφυξία, όλων δεμένων στα κρεβάτια τους, γιατί προφανώς ανήκαν στην κατηγορία των “δύσκολων περιστατικών”.

Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτοί οι τρεις θάνατοι έρχονται να προστεθούν σε μια αλυσίδα θανάτων: έξι θάνατοι νοσηλευομένων στο Δαφνί από τον Ιούνιο του 2014 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2015. Σε μια μόλις χρονιά το ψυχιατρικό κατάστημα «μέτρησε» μια αυτοκτονία, μια ανθρωποκτονία σε βάρος δεμένου ασθενούς από άλλο ασθενή, τον τριπλό θάνατο από την πυρκαγιά, αλλά και έναν θάνατο ασθενούς που αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει, εν συνεχεία το έσκασε και βρέθηκε τελικά νεκρός έξω από το ψυχιατρείο. Τα περιστατικά αυτά σε συνδυασμό «με τις επανειλημμένες καταγγελίες προς την Ειδική Επιτροπή του Υπουργείου Υγείας για παραβίαση των δικαιωμάτων των νοσηλευομένων δικαιούται να υποστηριχθεί ότι το ΨΝΑ ως οργανισμός βρίσκεται σε κρίση», αναφέρει η έκθεση της, σε γενικές γραμμές άχρωμης, Ειδικής Επιτροπής Ελέγχου Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ατόμων με Ψυχικές Διαταραχές.

Προοδευτικά το όλο σκηνικό θυμίζει σύγκρουση, όπου ο καθένας χρησιμοποιεί όσα όπλα έχει διαθέσιμα: εισαγγελικές εντολές, εξώδικα, μηνύσεις και τιμωρητικά μέτρα όλα σε ένα γαϊτανάκι αναζήτησης και απόδοσης ευθυνών. Πιθανότατα ωθούμενη από την κατακραυγή για τους θανάτους η Διοίκηση του νοσοκομείου σπεύδει να πάρει θέση στην αντιπαράθεση που έχει ξεσπάσει ανάμεσα σε γονείς και μέρος του προσωπικού. Τα όποια θεραπευτικά πλάνα προοδευτικά μετασχηματίζονται σε φυλακτικά μέτρα επιτήρησης και περιορισμού. Στον Δ. επιβάλλονται περιοριστικά μέτρα. Χωρίς καμιά προοπτική, χωρίς κανένα πλάνο ο εγκλεισμός του Δ. εντείνεται. Παραμένει επί πάνω από δύο χρόνια σε απομόνωση, χωρίς καμιά δραστηριότητα ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης παρά το γεγονός ότι ο θεράπων ιατρός του θεωρεί την κλινική του κατάσταση του σχετικά σταθεροποιημένη. Αναφορές μιλάνε για απόπειρες αυτοκτονίας και αυτοκαταστροφής.

Ο πατέρας καταγγέλλει: «Τον έχουν σε πλήρη και παρατεταμένη απομόνωση επί 9μηνου περίπου, σε μπουντρούμι ολίγων τετραγωνικών μέτρων, χωρίς παράθυρο, με καγκελωτό φεγγίτη με σήτα, σιδερένια πόρτα με καγκελωτό παραθυράκι ολίγων εκατοστών. Του έχουν στερήσει όλα τα ανθρώπινα δικαιώματα του. Κάποιοι από αυτούς τον εξύβριζαν χυδαιότατα, τον απειλούσαν, τον χτυπούσαν αλύπητα με χέρια και πόδια στο σώμα και το χειρουργημένο κεφάλι του, τον έσερναν στο δάπεδο σαν αρνί σε σφαγείο, τον δέσμευαν στην κλίνη του και στα 4 άκρα. Ο γιος μου μόνος προσπαθούσε απεγνωσμένα αμυνόμενος να διαφύγει για να μην υποστεί τα βασανιστικά μαρτύρια των παρατεταμένων απομονώσεων, πολυήμερων δεσμεύσεων επί κλίνης στα 4 άκρα, σε μια περίπτωση τραυματισμένος στο κεφάλι για 11 συνεχόμενες ημέρες από τον νοσηλευτή Ν.Κ κατόπιν εντολής της Διευθύντριας Ψυχιατρικής Ε.Μ, αφαίρεσης όλων ανθρωπίνων δικαιωμάτων του”.

Προφανώς λοιπόν και δεν παρέχεται κανένα εξατομικευμένο θεραπευτικό πρόγραμμα ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης και η μόνη θεραπεία του είναι φαρμακευτική. Παράλληλα η Διοίκηση προτιμά να παίξει το ρόλο της απαντώντας με εξώδικα προς του γονείς για τη μη τήρηση του επισκεπτηρίου, για τη μη συνεργασία τους κοκ. Αντί να αποτελέσει το θεματοφύλακα των κατοχυρωμένων ανθρωπίνων δικαιωμάτων του Δ. και της λειτουργίας μιας πολυκλαδικής θεραπευτικής ομάδας, με στόχο μια παρέμβαση όχι προς αλλά μαζί με τον άμεσα ενδιαφερόμενο και τους γονείς, προσλαμβάνει ειδικό φυλακτικό προσωπικό (security). Όμως θα επισημάνουμε και πάλι πως κανένα εξατομικευμένο θεραπευτικό πρόγραμμα ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης δεν μπορεί να είναι πλάνο φύλαξης. Αν στο νόημα της φύλαξης εμπεριέχεται επιτήρηση και όχι φροντίδα, νοιάξιμο και άνοιγμα σε μια διεργασία χειραφέτησης, το Ψ.Ν.Α θα παραμμένει ένας όλο και πιο κατασταλτικός οργανισμός. Γιατί θα συμφωνήσουμε ότι υπάρχει ανάγκη φύλαξης: όχι όμως με το νόημα της επιτήρησης και του ελέγχου του Δ. αλλά δια-φύλαξης της ανθρωπιάς και της χειραφετητικής διαδικασίας τόσο για το Δ. όσο και για όλους τους εμπλεκόμενους.

Για άλλη μια φορά όλοι μιλάνε για τον “επικίνδυνο” Δ.. Αγνοώντας τις δεκάδες φωτιές που ανάβουν στο Ψ.Ν.Α. κάθε χρόνο για πολλούς και διαφορετικούς λόγους (πχ από ξεχασμένα τσιγάρα σε στρώματα κρεβατιών), απαλείφοντας κάθε δυνατότητα να διαβαστούν τα πολλαπλά επίπεδα του “τυχαίου συμβάντος”, Σωματείο εργαζομένων, ψυχίατροι και Διοίκηση αναγάγουν για άλλη μια φορά τη συζήτηση στο πρόσωπο του ασθενούς και την “επικινδυνότητα”.

Πώς όμως μπορεί κανείς να μιλήσει για την κρίση, τη δυσκολία, την “ακραία” συμπεριφορά ενός ανθρώπου αν δε μιλήσει παράλληλα για την κρίση, τη δυσκολία και την “ακραία” συμπεριφορά του συστήματος που το εμπεριέχει; Πώς είναι δυνατό να αναπτυχθεί οποιαδήποτε θεραπευτική σχέση όταν η βία κυριαρχεί, η διάχυτη επιθετικότητα μετασχηματίζεται σε μέτρα επιτήρησης κι όταν οι θεράποντες ιατροί ζητούν τον εγκλεισμό των γονέων του ασθενή; Πώς είναι δυνατόν ένα σύστημα να είναι θεραπευτικό όταν δεν μπορεί να ακούσει τη δυσκολία παρά απαντά με θυμό και βία; Πώς μια συμπεριφορά που στο σπίτι ήταν επιθετική και απρόβλεπτη αλλά διαχειρίσιμη καταλήγει επικίνδυνη και τελικά μη διαχειρίσιμη με τον ασθενή να παραμένει για μεγάλο διάστημα δεμένος στο κρεβάτι του; Παίζει ρόλο για αυτή την κατάληξη το ιδρυματικό και φυλακτικό περιβάλλον και η απουσία στοιχειώδους εκπαίδευσης αποκλιμάκωσης των κρίσεων και μη βίαιης επικοινωνίας; Μήπως αν δεν υπήρχε η διάδραση με την οικογένεια ο Δ δεν θα είχε αναχθεί σε «επικίνδυνο», καθώς θα είχαν εφαρμοστεί πάνω του, και δια βίου, οι συνήθεις κατασταλτικές πρακτικές χωρίς κανένας να διαμαρτύρεται και να τις αμφισβητεί;

Ούτε οι ψυχίατροι ούτε το περιβάλλον του μπορεί να θεωρηθούν υπεύθυνοι για την “επικινδυνότητα”. Η μόνη ευθύνη που αναγνωρίζεται είναι αυτή του ασθενούς και της ασθένειας του που δοκιμάζει τα όρια των βιολογικών και κατασταλτικών δυνατοτήτων του συστήματος καθώς η αρρώστια δε τιθασεύεται, δε δαμάζεται και ο άρρωστος δε συνεργάζεται. Βαθμιαία ένα πρόσωπο που μπορούσε να ζει σε μια γειτονιά με τις όποιες ιδιαίτερες ανάγκες και δυσκολίες αντιμετώπιζε, μεταμορφώνεται σε ένα τέρας: «Εγώ προσωπικά τον φοβάμαι και αύριο που εφημερεύω το σκέφτομαι με τρόμο», αναφέρει η Σ.Χ. ψυχίατρος. Κι είναι αυτός ο φόβος που χτίζει προοδευτικά τον ένα τοίχο μετά τον άλλο, που αντικαθιστά την “ευθύνη για” με την “ευθύνη σε».

Γνωρίζουμε ότι το ψυχιατρείο, από καταβολής του τόπος εγκλεισμού και αποσιώπησης, αποτέλεσε και αποτελεί ένα χώρο εκμηδένισης του νοήματος, μια “no man’s land”, ένα χώρο που εξωθήθηκε ο “Άλλος”, ο ξένος, αυτός που αποκλίνει προκειμένου να διαφυλαχτεί η κοινωνική τάξη και ασφάλεια, καθώς οι όποιες θεραπευτικές προεκτάσεις που ενδεχομένως το προσωπικό ενστερνίζεται ή επιδιώκει αλλοιώνονται και εκμηδενίζονται μπροστά στη θεσμικό του χαρακτήρα, που περιλαμβάνει τη δυνατότητα περιχαράκωσης σε κλειστούς χώρους και την εφαρμογή ειδικών καθεστώτων. Για εμάς είναι σαφές πως τα όσα εκτυλίσσονται εντός των τοίχων του ιδρύματος απηχούν τις αντιφάσεις και τα όρια ενός συστήματος που δεν μπορεί να διαγνώσει παρά μόνο ψυχιατρικές ετικέτες , διερευνώντας και παράλληλα κατασκευάζοντας “επικίνδυνους” ασθενείς καθώς η θεραπευτική συνάντηση είναι αδύνατο να επιτευχθεί αν δεν αρθούν τα δεσμά που δένουν εργαζόμενους και κυρίως ασθενείς (τους τελευταίους και με μηχανικά δεσμά) σε μια λογική “τεχνικής βίας”. Φαίνεται όμως πως κατασκευάζοντας «επικίνδυνους ασθενείς» κατασκευάζεται και ο χώρος για τη δημιουργία νέων κατασταλτικών θεσμών, ειδικών χώρων αποκλεισμού και επιτήρησης, θεσμών που στο πνεύμα της εποχής συγκροτούν απαντήσεις ελέγχου και όχι ελευθερίας, εγκλεισμού και όχι χειραφέτησης. Αν θέλουμε να μιλάμε για θεραπεία δεν μπορούμε να μιλάμε παρά για ελευθερία που θα προασπίζει τα δικαιώματα κάθε ανθρώπου που έχει βρεθεί σε ψυχική δυσφορία, δηλαδή εν δυνάμει του καθενός από εμάς.

.

 

25/10/2017

.

ΔΙΚΤΥΟ ‘Ψ’  ΓΙΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

Παρέμβαση για τα Δικαιώματα στην Ψυχική Υγεία

.

.

.

.

.

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗΣ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ: 2nd Mental Health Conference ΟΤΑΝ ΟΙ ΛΥΚΟΙ ΚΑΛΟΥΝΤΑΙ ΝΑ «ΦΥΛΑΞΟΥΝ» ΤΑ «ΠΡΟΒΑΤΑ»

.

.
Σε μια «κλειστού τύπου» συνάντηση, στην Αίγλη του Ζαππείου, με την «ευγενική χορηγία» φαρμακοβιομηχανιών με κυρίαρχο ρόλο στο χώρο της Ψυχικής Υγείας (Janssen, Lundbeck, Mylan) και ενώπιον εκπροσώπων της Παγκόσμιας Τράπεζας, του ΟΟΣΑ και της Κομισιόν, έγινε, στις 3/11, το 2nd Mental Health Conference (η ονομασία του μόνο στα αγγλικά), με στόχο την αντιμετώπιση της κρίσης στην Ψυχική Υγεία. Παρούσα και η EUFAMI (Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία συλλόγων οικογενειών με ψυχικά πάσχοντα μέλη), καθώς και ελληνικοί σύλλογοι οικογενειών, ως η έξωθεν καλή μαρτυρία και το άλλοθι ενός εγχειρήματος που μόνο με τις θεραπευτικές ανάγκες και τα δικαιώματα των ψυχικά πασχόντων, των οικογενειών και των φροντιστών, δεν έχει να κάνει. Η συμμετοχή για παρακολούθηση απαιτούσε πληρωμή.

Από μόνη της η οργάνωση, οι χορηγοί και οι προσκεκλημένοι, μιλούν για τα περιεχόμενα και τους στόχους. Απέναντι σε εκπροσώπους των Οργανισμών που διευθύνουν την παγκόσμια οικονομία (μόνο το ΔΝΤ έλειπε), αυτών ακριβώς που ευθύνονται για την οικονομική και κοινωνική καταστροφή του πλανήτη και οι οποίοι καλούνται σαν ένα είδος «εξεταστικής επιτροπής» για την κατάσταση και την περαιτέρω πορεία στο χώρο της Ψυχικής Υγείας, κάποιοι δίνουν τα διαπιστευτήριά τους ως άξιοι εντολοδόχοι των πολιτικών που αυτοί οι οργανισμοί επιτάσσουν.

Κεντρικός άξονας των παρεμβάσεων των εκπροσώπων των Οργανισμών ήταν η αύξηση του κόστους των ψυχικών διαταραχών και πώς αυτό θα μειωθεί, ποια είναι τα ποσοστά αυτού του κόστους στο ΑΕΠ των χωρών του ΟΟΣΑ, πώς θα υπάρξει στην Ελλάδα «ένα στρατηγικό πρόγραμμα και μελέτη για την κατανομή των πόρων», μια αξιόπιστη cost-effectiveness πολιτική για την Ψυχική Υγεία κοκ. Πρώτα το κόστος και μετά (έως καθόλου) ο άνθρωπος. Όχι, επομένως, πώς θα ξεπεραστούν οι αιτίες (οικονομικές, κοινωνικές) που προκαλούν/επιδεινώνουν τον ψυχικό πόνο, αλλά πώς θα γίνει η διαχείριση της «κοινωνικής αταξίας» που προκαλεί η ραγδαία επέκταση και ένταση του ψυχικού πόνου, με το μικρότερο δυνατό κόστος. Η λογική της νεοφιλελεύθερης αποδόμησης και ιδιωτικοποίησης των όποιων παροχών.

Ο Υπουργός Υγείας Α. Ξανθός δεν είπε άλλο από αυτό που ήδη ξέρουμε, ότι, δηλαδή, ένα «νέο» σύμφωνο είναι σε διαπραγμάτευση, στη θέση του συμφώνου Αντόρ-Λυκουρέντζου, του οποίο θα είναι αντίγραφο, με την διαφορά των πιο αργών διαδικασιών του, βίαιου ωστόσο, κλεισίματος των ψυχιατρείων, χωρίς, και πάλι, την δημιουργία εναλλακτικών, κοινοτικά βασισμένων υπηρεσιών.

Αφήνοντας για λίγο τις υπαγορευμένες αερολογίες περί «ολοκλήρωσης της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης», ο υπουργός, που παρέμεινε σταθερός στη θέση του μετά τον δεξιόστροφο ανασχηματισμό της κυβέρνησης, θα μπορούσε, επιτέλους, να δώσει μια δημόσια απάντηση για το πώς έχει επιτραπεί, ένα κτίριο (Πειραιώς 114) αξίας 7.3εκ ευρώ, που παραχωρήθηκε μέσω ΕΣΠΑ στο ΨΝΑ για λειτουργία ΚΨΥ, να χρησιμοποιείται για τη στέγαση των εξωτερικών ιατρείων του ψυχιατρείου καθώς και οικοτροφείων; Κάτι που ίσως θα αποτελούσε και μιαν έμπρακτη απάντηση στο ερώτημα, πώς να «ολοκληρωθεί» κάτι που «δεν άρχισε ποτέ».

Είναι μέσα από αυτά τα αδιέξοδα και την κατάρρευση το συστήματος της Ψυχικής Υγείας που επιχειρούν κάποιοι να επωφεληθούν, όπως φάνηκε μέσα από την όλη οργάνωση του εν λόγω συνεδρίου. Η δομική βαρβαρότητα του κυρίαρχου ψυχιατρικού συστήματος, που αποκτά ακραίες εκφράσεις μέσα στην κατάσταση της πλήρους απεξάρθρωσης των υπηρεσιών λόγω της οικονομικής κρίσης και των διαδοχικών μνημονίων, χρησιμοποιείται (όπως πολύ καλά έχει νουθετήσει ο μέντορας του νεοφιλελευθερισμού Μίλτον Φρίντμαν, για την «αξιοποίηση των καταστάσεων κρίσης») ως ευκαιρία για μετάβαση στην περαιτέρω ενίσχυση των ΜΚΟ και της ιδιωτικοποίησης γενικότερα.

Ενίοτε, όπως εν προκειμένω, ίσως και να συμφέρει η κατάσταση να παρουσιαστεί ως ακόμα χειρότερη προκειμένου να παρουσιαστούν, και να επιτευχθούν, οι επιδιωκόμενοι στόχοι, ως η «δήθεν» σωτηρία. Έτσι, παρουσιάστηκε στο εν λόγω συνέδριο «εργασία» που αφορούσε στην αύξηση, τα τελευταία χρόνια, των ακούσιων νοσηλειών και των μηχανικών καθηλώσεων στις μονάδες ψυχιατρικής νοσηλείας, από χώρους και φορείς που ποτέ στο παρελθόν δεν έχουν ενδιαφερθεί και/ή κάνει την παραμικρή ουσιαστική κίνηση για την έμπρακτη αμφισβήτηση και το ξεπέρασμα αυτών των πρακτικών. Μια «εργασία» που επί χρόνια επικεντρώθηκε απλώς σε ένα ψυχιατρικό τμήμα του ΨΝΑ και σε μια ψυχιατρική κλινική γενικού νοσοκομείου.

Πολλά από τα στοιχεία, αναφορικά με το ΨΝΑ, για τις ακούσιες νοσηλείες (όχι φυσικά για τις μηχανικές καθηλώσεις) υπάρχουν, και με πιο μεγάλη αξιοπιστία από αυτά που περιέχονται στην «εργασία», αναρτημένα στην ιστοσελίδα του ΨΝΑ.

Θα είχε ενδιαφέρον η «εργασία» αυτή, αντί να ασχοληθεί με το ΨΝΑ και τα γενικά νοσοκομεία, καθώς είναι σε όλους γνωστή η άκρως κατασταλτική λογική που διέπει τις νοοτροπίες και τις πρακτικές τους, να στραφεί λίγο προς τα «μέσα» και να ασχοληθεί, πχ, με το πώς οι Κινητές Μονάδες των ΜΚΟ (αλλά και του δημοσίου, όσες υπάρχουν ακόμα), από τις Κυκλάδες μέχρι την Βόρεια Ελλάδα, συμβάλουν στη μείωση των ακούσιων νοσηλειών, με ποιες πρακτικές κοινοτικής πρόληψης και φροντίδας, με ποια αντιμετώπιση των ασθενών, με ποιο ολοκληρωμένο δίκτυο υπηρεσιών. Γιατί αυτές οι Κινητές Μονάδες, που αποτελούν το κοινοτικό δίκτυο των αγροτικών και των νησιωτικών περιοχών, υπάρχουν από πολλά χρόνια και θα έπρεπε να έχουν κάποια αποτελέσματα. Και δεν θα επιτρεπόταν, πχ, από νησί των Κυκλάδων να φτάνει ασθενής σε ψυχιατρείο της Αθήνας, με διαδικασίες ακούσιας νοσηλείας και με συνοδευτικό ραβασάκι από την θεραπευτική ομάδα της Κινητής Μονάδας, ότι «πρέπει να κρατηθεί όσο γίνεται περισσότερο στο ψυχιατρείο».

Κι΄ ακόμα, πόσο έχουν συμβάλλει τα πάνω από 30 Κέντρα Ημέρας των ΜΚΟ στην κοινωνική ένταξη και στην πρόληψη των ακούσιων νοσηλειών, σε ποιό πληθυσμό αναφοράς, με ποια ευθύνη για τον συγκεκριμένο πληθυσμό – πέρα από το ν΄ αποτελούν, σε πολλές περιπτώσεις (όπως έχει καταγγελθεί), πολλαπλώς και τεχνηέντως χρησιμοποιούμενο εργαλείο στην διαδικασία των υποτίθεται παρεχόμενων υπηρεσιών, για την απορρόφηση κονδυλίων. Βέβαια, μια τέτοια «εργασία» για την αποτελεσματικότητα της δραστηριότητας των Κινητών Μονάδων (όπως και των Κέντρων Ημέρας) των ΜΚΟ, δεν θα έπρεπε να την κάνουν οι ίδιες, αλλά μια με αντικειμενικά κριτήρια συγκροτημένη ομάδα.

Δεν θα μπορούσε, φυσικά, να λείπει από την συζήτηση η αναφορά στο ζήτημα των «δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων», αυτό το άλλοθι κάθε τέτοιας συζήτησης μεταξύ των συγκεκριμένων φορέων, που σκοπό δεν έχει άλλο από την ανακατανομή, προς όφελος των ΜΚΟ, των όλο και πιο περιορισμένων κονδυλίων που διατίθενται για την Ψυχική Υγεία. Άλλωστε, η πολιτική στην Ψυχική Υγεία με «περιορισμένους πόρους», είναι, εδώ και χρόνια, το διεθνές σύνθημα, προς εφαρμογή σε όλο τον πλανήτη, από τον ΠΟΥ και την Παγκόσμια Τράπεζα, μέχρι τον ΟΟΣΑ και την ΕΕ, σε μια προσπάθεια επιβολής των νεοφιλελεύθερων πολιτικών με πρωταρχικό εργαλείο τις ΜΚΟ.

Πέρα από τα όποια λόγια, τα δικαιώματα, και των ψυχικά πασχόντων, έχουν μιαν έμπρακτη, υλική βάση. Δεν είναι απλή διακήρυξη. Επομένως, θα μπορούσε κανείς, μεταξύ άλλων, να ξαναθέσει ένα σχετικά ξεχασμένο ζήτημα που αφορά τις συντάξεις των ψυχικά πασχόντων, αυτών που φιλοξενούνται σε δομές ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης (αν και όχι μόνο αυτών). Για το πώς γίνεται η διαχείρισή τους, για το αν υπάρχουν αξιόπιστοι κανόνες που διέπουν τον τρόπο διαχείρισης, ότι αυτή, δηλαδή, γίνεται αποκλειστικά για τις ανάγκες του κατόχου της σύνταξης και δεν υπάρχει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο παρακράτηση για τις ανάγκες της δομής.

Γιατί δεν ξεχνάμε την απόλυση, προς ολίγων ετών, από την ΜΚΟ ΕΠΑΨΥ, ενός λειτουργού ψυχικής υγείας που διαφωνούσε και μαχόταν ενάντια στην παρακράτηση των συντάξεων των ενοίκων των στεγαστικών δομών, επειδή, διαφωνώντας με αυτό, έδειχνε ότι η «χημεία» του «δεν ταίριαζε» με αυτήν της εταιρείας. Όπως, αντίστοιχα, πρόβλημα «χημείας» υπήρξε και στην πρόσφατη απόλυση, από την ΜΚΟ «Εδρα», ψυχολόγου, ο οποίος, μεταξύ άλλων, διαφωνούσε με τις ιδρυματικές πρακτικές που επέβαλε η εταιρεία, όπως, πχ, η απαγόρευση εξόδου ενοίκου από το οικοτροφείο γιατί χρωστούσε 2 ευρώ!

Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι, εκείνη την περίοδο, την περίοδο του αρχιμνημονιακού Λοβέρδου στο Υπουργείο Υγείας, αυτοί που τώρα θυμήθηκαν τις ακούσιες νοσηλείες, τις μηχανικές καθηλώσεις και τα δικαιώματα, ήταν πρωταγωνιστές, στην αρμόδια επιτροπή που είχε συσταθεί, για το κλείσιμο των ψυχιατρείων στα πλαίσια ενός «σχεδίου έκτακτης ανάγκης» ή, όπως το διόρθωσαν λίγο μετά, «σχεδίου άμεσης προσαρμογής στις ιδιαιτερότητες του ΕΣΠΑ». Ηταν αυτοί που έβαλαν μπροστά το βίαιο κλείσιμο των ψυχιατρείων ζητώντας, παράλληλα, να νομοθετηθεί η δυνατότητα για τις ΜΚΟ να ιδρύουν και Κέντρα Ψυχικής Υγείας, δηλαδή, την πλήρη ιδιωτικοποίηση της ψυχικής υγείας. Αυτό, άλλωστε, προωθούν και τώρα με δεδομένη την ασφυκτική πίεση από μεριάς των «εταίρων» για ατέρμονη συρρίκνωση του δημοσίου και ιδιωτικοποίηση των πάντων.

Οι ΜΚΟ, στην ψυχική υγεία όπως και παντού (στο προσφυγικό κλπ), ήταν πάντα το μακρύ χέρι του κράτους και των Βρυξελλών – με τις οποίες το δίκτυο «Αργώς» διατηρεί άμεση επικοινωνία. Είναι σίγουρο ότι αυτό το συνέδριο μόνο «αθώο» δεν ήταν και άσχετο των επιτελούμενων διεργασιών και των προαποφασισμένων πολιτικών. Έγινε για να δώσει ώθηση στη «νέα εποχή»:

-στο νέο σύμφωνο για το κλείσιμο των ψυχιατρείων χωρίς ένα ριζικά εναλλακτικό (πρωτίστως ως κουλτούρα και θεραπευτική πράξη) και ολοκληρωμένο, κοινοτικά βασισμένο σύστημα υπηρεσιών,

-στην δημιουργία των «δικαστικών ψυχιατρείων» που ετοιμάζουν και τα οποία θα σερβιριστούν, και αυτά, ως «μεταρρύθμιση» και ως «σεβασμός δικαιωμάτων».

-στην ιδιωτικοποίηση που, εν μέσω του οικονομικού, κοινωνικού και πολιτικού συστήματος που ζούμε, παρουσιάζεται ως η μόνη λύση (ΤΙΝΑ),

-με ένα σχεδιασμό για την πολύπαθη Τομεοποίηση, που ποτέ δεν θα εφαρμοστεί και που αποτελεί, ως σχεδιασμός, καθαρή, παλιάς κοπής, εργασιοθεραπεία.

-με το νομοσχέδιο για την λεγόμενη «διοικητική ψυχιατρική μεταρρύθμιση», ως ένα «φευγάτο» πόνημα, από την άποψη της όποιας σχέσης με την πραγματικότητα και ως απάντησης στις ανάγκες που αυτή έχει για μια πραγματικά εναλλακτική προοπτική στην ψυχική υγεία – αλλά κατάλληλο ως εργαλείο για την δράση των ΜΚΟ, στις οποίες δίνει ένα διευρυμένο ρόλο.

Να επισημάνουμε εν προκειμένω ότι οι φαρμακοβιομηχανίες-χορηγοί του συμβάντος της 3/11, είναι αυτές ακριβώς που τελευταία τρέχουν πίσω από κάθε ευκαιρία που τους δίνεται (δημιουργώντας οι ίδιες τις ευκαιρίες αυτές, μέσω της χειραγώγησης των τεκταινομένων στο χώρο της ψυχιατρικής) για να προωθήσουν τα αντιψυχωτικά ψυχοφάρμακα (τα δυο εκ των τριών) που ανταγωνίζονται, αυτή την περίοδο, για την κυριαρχία στην αγορά, μέσω της συνταγογράφησης των ψυχιάτρων : η Janssen το Xeplion (του οποίου η μηνιαία θεραπεία ανάλογα με τη δοσολογία, κοστίζει, λιανική τιμή, μέχρι και 460 ευρώ) και η Lundbeck το Abililify maintena (του οποίου η μηνιαία θεραπεία κοστίζει περί τα 280 ευρώ). Να υπενθυμίσουμε, για το είδος των πρακτικών των φαρμακοβιομηχανιών, ότι πριν λίγα χρόνια η Janssen απέσυρε από την κυκλοφορία ένα παλιό αντιψυχωτικό, το Flupidol, με σχετικά ήπιο προφίλ παρενεργειών και «εύκολο» στη λήψη του, που κόστιζε περί τα 5 ευρώ η μηνιαία θεραπεία, προκειμένου να προωθήσει και επιβάλλει το επίσης δικό της Risperdal Consta, καθόλου πιο αποτελεσματικό από το πρώτο, με πιο πολλές και ανυπόφορες παρενέργειες και του οποίου η τιμή, τότε, της μηνιαίας θεραπείας έφτανε μέχρι τα 600 ευρώ.

Για μιαν ακόμη φορά, μαζί με την ψευδεπίγραφη («δήθεν») καταγγελία των ακούσιων νοσηλειών και των μηχανικών καθηλώσεων και την «δήθεν» υπεράσπιση των δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων, πλασαρίστηκε στο σχετικό ρεπορτάζ μιας εφημερίδας, ο τίτλος ενός κείμενου του Franco Basaglia : «εγκλήματα σε καιρό ειρήνης» («crimini di pace»).

Πράγματι, πρόκειται για «εγκλήματα σε καιρό ειρήνης». Όχι μόνο η εγγενής βαρβαρότητα του ψυχιατρείου και της κυρίαρχης ψυχιατρικής συνολικά, αλλά, επίσης, και ο ρόλος των ΜΚΟ.

8 Νοεμβρίου 2016

.

ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ

.

.

.

.

.

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ : ΠΑΡΩΔΙΑ «ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ» ΤΟ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ «ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ» ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

.

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

.
ΠΑΡΩΔΙΑ «ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ»

ΤΟ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ «ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ» ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

.

 

Υστερα από 15 μηνών παραλυτικής απραξίας στο χώρο της Ψυχικής Υγείας και ενώ το όλο σύστημα των υπηρεσιών βρίσκεται σε μια πορεία επιταχυνόμενης κατάρρευσης, η κυβέρνηση Σύριζα-Ανελ έδωσε στη δημοσιότητα μια πρώτη νομοθετική απόπειρα (πιο πολύ, πυροτέχνημα) με το νομοσχέδιο για την «Μεταρρύθμιση της Διοικητικής Οργάνωσης των Υπηρεσιών  Ψυχικής Υγείας».

.

Τη στιγμή που η αποψίλωση όλων των μονάδων από προσωπικό (με αποτέλεσμα την εκτός ορίων κόπωση του ελάχιστου εναπομείναντος προσωπικού) και η δραστική περικοπή των προϋπολογισμών, σε αλληλεπίδραση με την μηδέποτε αμφισβητηθείσα κατασταλτική ψυχιατρική (της πληθώρας των ακούσιων εγκλεισμών, των μηχανικών καθηλώσεων, των απομονώσεων, του μονόδρομου του ψυχοφάρμακου), οδήγησε σε διαδοχικά τραγικά επεισόδια (μεταξύ άλλων, στα γνωστά περιστατικά που συνέβησαν στο ΨΝΑ/Δαφνί), η ηγεσία του αρμόδιου Υπουργείου παρουσιάζει ένα νομοσχέδιο που, αφήνοντας άθικτη την υπάρχουσα κατάσταση, αποσκοπεί, απλώς, σε μια «συγκεντρωτικά ελεγχόμενη ‘αποκέντρωση’ των υπηρεσιών», τελείως ξεκομμένη από την υπάρχουσα πραγματικότητα και χωρίς καμιάν αναφορά σε αυτήν. Με μόνες, επί του πρακτέου, αρμοδιότητες, προς χρήση πιθανώς στο προσεχές μέλλον, αυτές που βοηθούν στην άσκηση πολιτικών δημοσιονομικής περιστολής, καθώς οι Περιφέρειες, στην αρμοδιότητα των οποίων προβλέπεται να περιέλθουν οι όποιες υπάρχουσες υπηρεσίες, αναφέρεται ρητά ότι, εκτός από σύσταση υπηρεσιών, θα μπορούν να αποφασίζουν για «την μείωση, την συγχώνευση, την μετακίνηση προσωπικού.

.

Το νομοσχέδιο περιορίζεται στην κατάργηση των Τομεακών Επιτροπών του ν. 2716/99 (αυτών που θα συντόνιζαν την λειτουργία των Τομέων Ψυχικής Υγείας-ΤΟΨΥ – αν υπήρχαν) και στην συγκρότηση νέων με διαφορετική σύνθεση, οι οποίες θα υπάγονται στις νεοδημιουργούμενες σχετικές επιτροπές σε επίπεδο Περιφέρειας (και αυτές, εν συνεχεία, θα έχουν σημείο αναφοράς το Υπουργείο Υγείας). Μια απλή, δηλαδή, διοικητική αναδιοργάνωση που ουδόλως αγγίζει τον τρόπο λειτουργίας του κυρίαρχου συστήματος, την κουλτούρα και την πρακτική του. Μιλά για Τομεακές Επιτροπές χωρίς, ύστερα από 30 χρόνια υποτιθέμενης «μεταρρύθμισης», να τολμά να προχωρήσει στην οργάνωση και έμπρακτη εφαρμογή και λειτουργία της Τομεοποίησης, δηλαδή, της δημιουργίας του «ολοκληρωμένου δικτύου κοινοτικών υπηρεσιών» (εναλλακτικών στον εγκλεισμό και με άξονα το Κέντρο Ψυχικής Υγείας), που θα έχει την ευθύνη για απάντηση στο σύνολο των αναγκών ψυχικής υγείας του πληθυσμού μιας συγκεκριμένης περιοχής (όχι μεγαλύτερης από 100.00 κατοίκους). Χωρίς την λειτουργία των υπηρεσιών στη βάση του «Τομέα ευθύνης», οι Τομεακές Επιτροπές δεν έχουν νόημα ύπαρξης, ακριβώς γιατί δουλειά τους θα ήταν να συντονίζουν και να οργανώνουν την τομεοποιημένη δικτύωση των υπηρεσιών – κάτι, δηλαδή, που πρακτικά θα έπρεπε να υπάρχει και να λειτουργεί, αλλά ποτέ δεν υπήρξε. Στις επιτροπές αυτές, οι «λήπτες των υπηρεσιών» και οι σύλλογοι των οικογενειών προβλέπεται να έχουν έναν, όπως πάντα, υποτυπώδη και καθαρά διακοσμητικό ρόλο.

.

Στο νομοσχέδιο, το Κέντρο Ψυχικής Υγείας (ΚΨΥ) αναφέρεται ως μονάδα πρωτοβάθμιας φροντίδας, πράγμα που αναδεικνύει μια θεμελιακή άγνοια από τους εν λόγω νομοθέτες ως προς τη φύση, τον ρόλο και την λειτουργία του ΚΨΥ, που παρέχει πρόληψη και φροντίδα και στα τρία επίπεδα, πρωτοβάθμιο, δευτεροβάθμιο και τριτοβάθμιο.

.

Μια άλλη πτυχή του «εγχειρήματος» είναι ότι, με τη σύνθεση που προβλέπεται στις διάφορες επιτροπές και με δεδομένη την κατάσταση που υπάρχει στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας – με την δομική απροθυμία των στελεχών του δημοσίου να ασχολούνται με επιτροπές, είτε από έλλειψη ενδιαφέροντος για το (υποτιθέμενο) αντικείμενό τους, είτε και γιατί, ούτως ή άλλως, δεν έχουν νόημα ύπαρξης ως μη έχουσες υλικό αντικείμενο – ενδέχεται, σε πολλές περιπτώσεις, τον έλεγχο της λειτουργίας των επιτροπών να τον ασκούν εκπρόσωποι των ΜΚΟ.

.

Η περιφεριοποίηση, η αποκέντρωση του όλου συστήματος, θα είχε νόημα αν υπήρχε σύστημα και μάλιστα κοινοτικά βασισμένο, με κοινοτικά προσανατολισμένη  κουλτούρα και πρακτική. Με την κυρίαρχη κουλτούρα και πρακτική και με απογυμνωμένη τη χώρα από τις όποιες υπηρεσίες ψυχικής υγείας, το να ξεκινάει κανείς ανάποδα, δηλαδή, από το «διοικητικό» (ανεξάρτητα από την, ούτως ή άλλως, χαμηλή ποιότητα του εν λόγω διοικητικού σχεδιασμού) και όχι από το είδος της ψυχιατρικής που ασκείται, δεν κάνει άλλο από το να αντιγράφει και στα καθ΄ ημάς τις νεοφιλελεύθερες λογικές της απονοσοκομειοποίησης. Η ανάληψη, πχ, των ΚΨΥ από τους Δήμους, αυτούς τους χρεωκοπημένους Δήμους, που έχουν  κλείσει όλες, τις όποιες (ανέκαθεν υποτυπώδεις) κοινωνικές υπηρεσίες είχαν και αδυνατούν να ανταποκριθούν στις στοιχειώδεις λειτουργίες τους, σ΄ αυτούς τους Δήμους, ήδη από την προ μνηνονίου εποχή, υπήρχε άνωθεν σχεδιασμός να μεταφερθούν τα ΚΨΥ και οι κοινοτικές γενικά υπηρεσίες.  Οι σχεδιασμοί αυτοί, προφανώς, δεν εξέλειπαν.

.

Αυτό που εν τέλει εξυπηρετείται μ΄ αυτά τα «σχέδια επί χάρτου», είναι η δημιουργία, για παρουσίαση στις Βρυξέλλες, ενός περιτυλίγματος μιας (μη υπάρχουσας) ψυχιατρικής μεταρρύθμισης, που θα χρησιμοποιηθεί ως όχημα (και άλλοθι) για μια επαναδιαπραγμάτευση του συμφώνου Αντόρ-Λυκουρέντζου, η οποία θα συνίσταται σ΄ ένα πιο βαθμιαίο κλείσιμο των εναπομεινάντων ψυχιατρείων. Πιο «βαθμιαίο», ίσως, αλλά εξίσου βίαιο με το προ διετίας σχεδιαζόμενο, στο βαθμό που δεν υπάρχουν εναλλακτικές υπηρεσίες, αλλά και ούτε η πρόθεση να δημιουργηθούν, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την αλλαγή χρήσης ενός κτιρίου, αξίας 7.3 εκ. ευρώ, που χρηματοδοτήθηκε μέσω ΕΣΠΑ για την λειτουργία του ως ΚΨΥ από το ΨΝΑ και το οποίο χρησιμοποιείται, παράτυπα, για άλλους σκοπούς (μεταφορά σε αυτό των εξωτερικών ιατρείων του ΨΝΑ, καθώς και οικοτροφείων) προκειμένου να γίνει εξοικονόμηση των δαπανών από τα καταβαλλόμενα  ενοίκια.

.

Οι πραγματικές προθέσεις των κυβερνώντων φαίνονται, μεταξύ άλλων, και από το νόμο για την κάλυψη των ανασφάλιστων, που μεταχειρίζεται την συντριπτική πλειονότητα εξ΄ αυτών όπως τους ασφαλισμένους, οι οποίοι πληρώνουν μιαν όχι αμελητέα συμμετοχή στα φάρμακά τους, την οποία συχνά δεν αντέχουν, ενώ και οι ασθενείς με προνοιακή ασφάλιση, των οποίων έχει λήξει και πρέπει να ανανεωθεί η υγειονομική κάλυψη, και οι οποίοι πριν δεν πλήρωναν καθόλου για τα φάρμακά τους,  τώρα θα πρέπει, για τρεις τουλάχιστον μήνες, να πληρώνουν όπως οι ασφαλισμένοι, με απροσδιόριστο το μέλλον – αν, πχ, η τρόικα δώσει εντολή να καταργηθεί και γι΄ αυτούς  οριστικά η δωρεάν χορήγηση των φαρμάκων.

.

Απέναντι σ΄ αυτές τις πολιτικές εξόντωσης των ψυχικά πασχόντων και των οικογενειών τους πρέπει να υπάρξει δυναμική κοινωνική αντίδραση και αντίσταση, για να μη περάσουν αυτά τα μέτρα και να διεκδικηθεί ένα εναλλακτικό και χειραφετικό σύστημα ψυχικής υγείας. Με πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων και της υποκειμενικότητας των ατόμων με ψυχιατρική εμπειρία. 

.

 

25/4/2016

.
.

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

.

.

.
.
.

*Επισυνάπτεται η πρόταση της «Πρωτοβουλίας» για την Τομεοποίηση:

.
.

ΜΙΑ ΠΡΟΤΑΣΗ* ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΟΜΕΟΠΟΙΗΣΗ

Αρχές και διαδικασία για την άμεση και πρακτική εφαρμογή της

.

Το «άνοιγμα στην κοινότητα», αν πρόκειται να είναι ουσιαστικό και όχι απλή επίφαση, είναι συνυφασμένο με το «άνοιγμα της πόρτας» του ψυχιατρικού τμήματος και την κατάργηση των κατασταλτικών μέτρων (μηχανικές καθηλώσεις απομονώσεις κλπ). Ένα, δηλαδή, άνοιγμα πραγματικό, χωρίς να συνοδεύεται (και έτσι έμπρακτα να ακυρώνεται) από μηχανικές καθηλώσεις, όπως συχνά γίνεται, που απλώς θα μετέφεραν τον περιορισμό της κλειδωμένης πόρτας πάνω στο ίδιο το σώμα του ψυχικά πάσχοντος.

Είναι στη βάση μιας τέτοιας διαδικασίας μετασχηματισμού και υπέρβασης του κυρίαρχου ψυχιατρικού θεσμού που η κίνηση «προς τα έξω» δεν μπορεί παρά να είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την Τομεοποίηση των υπηρεσιών.

Η «ευθύνη της υπηρεσίας για μια ορισμένη γεωγραφική περιοχή» δεν είναι αυτή που συνδέεται με την λειτουργία της φύλαξης στο ψυχιατρείο, ούτε αυτή που υπονοείται στην κλασσική ιατρική δεοντολογία και εκφράζεται με «ιατρικο-νομικούς» όρους, όπως, πχ, ως προς τις συνέπειες της θεραπείας, ή της παράλειψής της κλπ.

Η έννοια της «ευθύνης» σημαίνει εδώ ανάληψη της υπευθυνότητας για την ψυχική υγεία ενός ορισμένου πληθυσμού, αυτής της καθορισμένης περιοχής. Αυτή η έννοια της ευθύνης συνεπάγεται ότι η υπηρεσία δεν μπορεί να περιορίζεται στο λεγόμενο «ειδικό/τεχνικό» πλαίσιο, στην παροχή, δηλαδή, κλινικών/διαγνωστικών πράξεων, συμβουλευτικής, φαρμακο/ψυχο/θεραπειών κλπ (που, ούτως ή άλλως, αποτελεί μια προφανώς αναγκαία παροχή), αλλά ότι πρέπει να διευρύνει το φάσμα των παρεμβάσεών της και να θεμελιώνεται σε μια ενεργητική στάση προαγωγής όλων των στιγμών και των εργαλείων για την ψυχική υγεία της περιοχής της.

Ο, τι γίνεται μέσα στην κοινότητα πρέπει να την αφορά – κι΄ αυτό όχι γιατί «ανάληψη ευθύνης» σημαίνει ότι η υπηρεσία αποχωρίζει το πρόβλημα από την κοινότητα, ότι το κάνει δικό της, δική της «υπόθεση», το εξειδικεύει και το ιατρικοποιεί (ψυχολογικοποιεί κλπ), αλλά, αντίθετα : ό,τι γίνεται μέσα στην κοινότητα την αφορά, γιατί αυτού του είδους η υπευθυνότητα προϋποθέτει  την συμμετοχή της κοινότητας.

Ενώ η ευθύνη φυλακτικού τύπου αναφέρεται (έχει, δηλαδή, μια κίνηση) προς τα μέσα, προς τον ιδρυματικό εγκλεισμό των προβλημάτων που θέτει ο ψυχικά πάσχων, διυποκειμενικών και κοινωνικών, δηλαδή, των αντιφάσεων που διαπερνούν και εκφράζονται στην ψυχική του οδύνη, η κίνηση της ευθύνης για την ψυχική υγεία της δοσμένης περιοχής είναι προς τα έξω, προς την επαναφορά και τον εμπλουτισμό.

Κατά συνέπεια, η Τομεοποίηση δεν πρέπει να εννοηθεί και να υλοποιηθεί ως ένα είδος «διάχυσης» του (ειδικού, θεραπευτικού) ιδρύματος στην κοινότητα, με δηλωμένο στόχο (κυρίως ή και αποκλειστικό) την θεραπεία, αλλά αποτελεί μια υπόθεση, μια πρακτική, κοινωνικής ολοκλήρωσης και ενσωμάτωσης, με δυνατότητα χειραφέτησης, καθώς και αναγνώρισης της διαφορετικότητας και του δικαιώματός της να υπάρχει.

Το κύριο ζήτημα, επομένως, για μιαν ουσιαστική εφαρμογή της Τομεοποίησης θα ήταν, πρώτα απ΄ όλα, η δημιουργία των όρων για τον μετασχηματισμό της κυρίαρχης ψυχιατρικής κουλτούρας και των συνδεδεμένων με αυτήν πρακτικών,

Και, φυσικά, όχι, για μιαν ακόμη φορά, να αναχθεί η όποια εξαγγελία της σε μιαν απλή καταγραφή των Τομέων επί χάρτου, αλλά άμεση, πρακτική εφαρμογή της,με έναρξη λειτουργίας όλων των υπηρεσιών στη βάση της ανάληψης της ευθύνης για απάντηση στις ανάγκες ψυχικής υγείαςόλου του φάσματος του πληθυσμού μιας ορισμένης περιοχής.

Σ΄ αυτή τη βάση, θα μπορούσε να προχωρήσει άμεσα η εφαρμογή της, παίρνοντας ως αφετηρία για τον σχεδιασμό της, όπως είναι σήμερα η κατάσταση στο χώρο των υπηρεσιών ψυχικής υγείας, τις μονάδες ψυχιατρικής νοσηλείας (στα ψυχιατρεία και στα γενικά νοσοκομεία).

Για το λεκανοπέδιο, πχ, θα μπορούσε να μοιραστεί ο πληθυσμός του (ανά Δήμο ή ενότητες Δήμων) δια του αριθμού των μονάδων νοσηλείας (με το Αιγινήτειο να συμπεριλαμβάνεται με δυο κλινικές) – λαμβάνοντας υπόψη και κάποιες ιδιαίτερες ανάγκες ανά περιοχή. Οι κλινικές στο Δαφνί και στο Δρομοκαίτειο θα μπορούσαν, πριν καν συζητηθεί το όποιο θέμα μετακίνησής τους σε γενικό νοσοκομείο, ν΄ αρχίσουν να λειτουργούν τομεοποιημένα, παίρνοντας εισαγωγές από μια ορισμένη γεωγραφική περιοχή. Το ίδιο και κάθε μια από τις ψυχιατρικές κλινικές των γενικών νοσοκομείων. Θα μπορούσαν να τεθούν σε λειτουργία 2-3, επιπλέον, ψυχιατρικές κλινικές σε γενικά νοσοκομεία όπου υπάρχουν ψυχίατροι χωρίς να λειτουργεί κλινική, καθώς δεν έχει υπάρξει μέριμνα να βρεθούν χώροι, προσωπικό κλπ. Μ΄ αυτό τον τρόπο θα μπορούσαν να υπάρξουν, σε πρώτη φάση, ΤΟΨΥ των 150.000 περίπου κατοίκων.

Φυσικά, ένας ΤΟΨΥ, προκειμένου οι υπηρεσίες του να είναι αποτελεσματικές και να μπορούν ν΄ ανταποκριθούν με ουσιαστικό τρόπο στα προτάγματα της κοινοτικής φροντίδας, δεν πρέπει, σύμφωνα με την διεθνή εμπειρία και τα επικρατούντα πρότυπα, να ξεπερνάει τους 100.000 κατοίκους. Αυτός ο στόχος (ΤΟΨΥ των 100.00) θα πρέπει να τεθεί από την πρώτη στιγμή και να προγραμματιστεί, προκειμένου να επιτευχθεί στο άμεσο προσεχές μέλλον και οι ΤΟΨΥ πάνω από 100.000 κατοίκους να αντιμετωπιστούν ως μια πραγματικά προσωρινή και μεταβατική κατάσταση.

Θα πρέπει, φυσικά, να ληφθούν υπόψιν και οι περιοχές που εξυπηρετούνται από Αθήνα και οι οποίες δεν έχουν καθόλου μονάδες ψυχιατρικής νοσηλείας. <Οπου υπάρχουν ψυχιατρικές κλίνες, θα πρέπει ν΄ αξιοποιηθούν και ο πληθυσμός του νομού να κατευθύνεται σ΄ αυτές. Ενίοτε πρέπει, αν η μονάδα είναι «αδύναμη» (γιατροί, λοιπό προσωπικό) να ληφθεί πρόνοια να ενισχυθούν, διαφορετικά θα συνεχίσουν άσκοπα να υπολειτουργούν μεταφέροντας το βάρος στο κέντρο. Οπου δεν υπάρχουν, θα πρέπει να ξεκινήσει άμεση η ίδρυση και λειτουργία τους.

Όπου υπάρχει Κινητή Μονάδα, να αναλαμβάνει δέσμευση, πολύ συγκεκριμένη [στενή και θεσμοθετημένη συνεργασία Θεραπευτικής Ομάδας (Θ.Ο.) της ψυχιατρικής κλινικής και της Θ.Ο. της Κινητής Μονάδας], για την μετανοσοκομειακή παρακολούθηση/ στήριξη. Θα χρειαστεί, φυσικά, ένας άμεσος σχεδιασμός και εξασφάλιση πόρων για την δημιουργία ΚΨΥ ανά ΤΟΨΥ διασυνδεδεμένου με τη μονάδα νοσηλείας και με όλο το δίκτυο των υπηρεσιών του τομέα προκειμένου να λειτουργήσει ως η βάση του συστήματος, ως ενός community based, αντί ως ενός hospital based συστήματος.

Είναι άκρως εσφαλμένη και καταστροφική αντίληψη που υποστηρίζει ότι το ΚΨΥ μπορεί να λειτουργεί και στιγματιστικά για τους ψυχικά πάσχοντες και ότι το ΠΕΔΥ μπορεί, καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, ν΄ αντικαταστήσει τα ΚΨΥ.

Αφήνοντας στην άκρη τον σκιώδη, έως και ανυπόστατο, χαρακτήρα του υπάρχοντος ΠΕΔΥ, ως ομοιώματος ενός συστήματος Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, γνωρίζουμε πολύ καλά ότι, ακόμα και στην περίπτωση που γινόταν δυνατό να δημιουργηθεί ένα πλήρες και ολοκληρωμένο σύστημα Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, ο ρόλος και η λειτουργία του δεν θα μπορούσε να πάει πέρα από το να αποτελεί, όπως σε όλες τις χώρες της Ευρώπης, έναν ηθμό, ή πύλη εισόδου, προς το σύστημα της Ψυχικής Υγείας.

Αυτός ο ηθμός, ή, κατ΄ άλλους, «φίλτρο» (που κατ΄ ουδένα τρόπο δεν αποτελεί υποκατάσταση του κοινοτικά βασισμένου συστήματος Ψυχικής Υγείας – όπως δείχνει το παράδειγμα της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας και άλλων χωρών), απαιτεί να λειτουργήσει ένα πλήρες δίκτυο δημόσιων Κέντρων Υγείας (και γενικών γιατρών) που θα λειτουργούν σε τομεοποιημένη βάση, σε συνεργασία με τις υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας για την αναγκαία εποπτεία και συμβουλευτική.

Με την κατάσταση ως έχει, στην εναρκτήρια φάση μιας απόπειρας εφαρμογής της Τομεοποίησης, τα αιτήματα της κοινότητας που δεν χρειάζονται νοσηλεία (ή, ‘όχι ακόμα’ νοσηλεία), αυτά γενικώς που αντιμετωπίζονται σε πρωτοβάθμιο επίπεδο (με δεδομένη την κατάσταση στην Ελλάδα της primary care) : όπου υπάρχει ΚΨΥ, θα πρέπει να πηγαίνουν σ΄ αυτό, και όπου δεν υπάρχει (ακόμα) ΚΨΥ θα πηγαίνουν στα εξωτερικά ιατρεία της ψυχιατρικής κλινικής (και στον ΕΟΠΥΥ, ΠΕΔΥ κλπ).

Πρέπει, ωστόσο, σε κάθε περίπτωση, να είναι σαφές ότι το ΚΨΥ δεν είναι μια μονάδα που λειτουργεί απλώς σε πρωτοβάθμιο επίπεδο, αλλά, επίσης, σε δευτεροβάθμιο (προλαμβάνει νοσηλείες, με κατ΄ οίκον αντιμετώπιση υποτροπών, παρέμβαση στην κρίση κλπ και μπορεί να κάνει νοσηλείες στο χώρο του) και τριτοβάθμιο (ψυχοκοινωνική αποκατάσταση και στήριξη στον τόπο κατοικίας). Είναι αυτό που του δίνει τον ριζικά εναλλακτικό χαρακτήρα του απέναντι στο υπάρχον ιδρυματικό σύστημα.

Είναι, επομένως, η ολοκληρωμένη λειτουργία του ΚΨΥ (ως βασικού άξονα του δικτύου των υπηρεσιών), που συνιστά τον πυρήνα και την πεμπτουσία της μεταρρύθμισης και όχι η μεταφορά της κλινικής του ψυχιατρείου στο γενικό νοσοκομείο – αναγκαία μεν, αλλά, πάντως, όχι πρώτης προτεραιότητας όταν δεν έχουν γίνει όλα τα άλλα. Η μεταφορά της ψυχιατρικής κλινικής στο γενικό νοσοκομείο είναι το επιστέγασμα του μετασχηματισμού και όχι η πρώτη του πράξη.

Αν, με δεδομένη την κατάσταση της Ψυχικής Υγείας που υπάρχει στην Ελλάδα (την κυρίαρχη ψυχιατρική κουλτούρα, την έλλειψη ψυχιατρικών κλινών κλπ), προηγηθεί η τελική φάση (η μεταφορά των κλινικών στα γενικά νοσοκομεία), όχι μόνο δεν θα έχει υπάρξει πραγματική μεταρρύθμιση του θεσμού, αλλά πλήθος ψυχικά πασχόντων θα έχουν χάσει οριστικά την όποια δυνατότητα και πιθανότητα εναλλακτικής, κοινοτικής στήριξης και φροντίδας, με πραγματική (και όχι κατ΄ όνομα) κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους, μένοντας έρμαιοι και στο «δρόμο», θεραπευτικό ή και κυριολεκτικό.

Ενας πραγματικός μετασχηματισμός (Τομεοποίηση, ΚΨΥ κλπ) απαιτεί οικονομικούς πόρους για προσλήψεις μόνιμου προσωπικού (πέρα από τη στήριξη των θεραπευτικών προγραμμάτων και δραστηριοτήτων κοκ). Όχι μόνο για την αποτελεσματική λειτουργία των αναγκαίων κοινοτικών υπηρεσιών (για την πλήρη ανάπτυξη των οποίων το υπάρχον προσωπικό ουδόλως επαρκεί), αλλά και για την ίδια την καθημερινή λειτουργία, στο «εδώ και τώρα», όλων των ψυχιατρικών μονάδων. Για την αντιμετώπιση του αργού, καθημερινού, βασανιστικού τους θανάτου.

Αλλωστε, και η ίδια η Τομεοποίηση (χωρίς καν να μιλήσουμε για τις ανάγκες των ΚΨΥ) απαιτεί την καθημερινή εφημερία της κάθε ψυχιατρικής κλινικής. Ποια κλινική έχει το αναγκαίο ιατρικό προσωπικό για να το κάνει; Καμιά. Η Τομεοποίηση μπορεί να γίνει εδώ και τώρα, υπό την προϋπόθεση να μη σχεδιαστεί ερήμην των άμεσα ενδιαφερόμενων λειτουργών (όπως, επίσης, και των ατόμων με ψυχιατρική εμπειρία και των συλλόγων οικογενειών), αλλά, ταυτόχρονα, προκειμένου να λειτουργήσει, προϋποθέτει τον αναγκαίο αριθμό προσλήψεων προσωπικού, πρωτίστως ιατρικού και νοσηλευτικού.

Εννοείται ότι θα πρέπει να απαγορευτεί η νοσηλεία ασθενών εκ Πελοποννήσου και Αιτωλοακαρνανίας σε μονάδες της Αθήνας. Αυτό μάλιστα είναι το μόνο που μπορεί ν΄ αρχίσει αμέσως, από σήμερα κιόλας, χωρίς να περιμένει κανείς την, όσο σύντομη κι΄ αν είναι, εφαρμογή της Τομεοποίησης.

Στο ξεκίνημα της εφαρμογής της Τομεοποίησης, ΚΨΥ θα έχουν μόνο οι ΤΟΨΥ στους οποίους υπάρχουν ΚΨΥ- αλλά με υποχρεωτική διασύνδεση, ώστε να δίνουν και το «καλό παράδειγμα» για το μέλλον, όταν υπάρξουν και άλλα ΚΨΥ. Εννοείται ότι πρέπει άμεσα να ξεκινήσει η διαδικασία για την ίδρυση ΚΨΥ στους ΤΟΨΥ που δεν έχουν και, ταυτόχρονα, τόσο τα υπό ίδρυση, όσο και τα υπάρχοντα ΚΨΥ να είναι επαρκώς στελεχωμένα (πολλά από τα υπάρχοντα είναι υπό κατάρρευση) ώστε να μπορούν να στηρίζουν τους ψυχικά πάσχοντες στον τόπο κατοικίας.

Θα χρειαστεί σίγουρα ένα σημαντικό χρονικό διάσημα για την εξοικείωση των υπηρεσιών και των θεραπευτικών ομάδων με τον νέο τρόπο λειτουργίας.

Θα υπάρξει αναγκαστικά ένα μεταβατικό στάδιο για κάποια περιστατικά, που είχαν συνηθίσει να παρακολουθούνται από ένα γιατρό ή μια Θ.Ο., που τώρα, όμως, δέχεται μόνο ασθενείς συγκεκριμένου ΤΟΨΥ (ενώ αυτά διαμένουν σε περιοχή άλλου ΤΟΨΥ), ώστε να «περάσουν» στην Θ.Ο. του ΤΟΨΥ όπου βρίσκεται η κατοικία τους.

Ως προς τις υπάρχουσες στεγαστικές δομές του Δημοσίου, που είχαν γίνει στο παρελθόν διάσπαρτα (όπου έβρισκαν κτίριο και όχι βάσει σχεδίου) θα προκύψει το πρόβλημα, στο βαθμό που πρέπει να λειτουργούν και αυτές διασυνδεδεμένα με την μονάδα νοσηλείας και το ΚΨΥ του ΤΟΨΥ, ότι θα βρίσκονται, ενίοτε, στην γεωγραφική περιοχή διαφορετικού ΤΟΨΥ από αυτόν στον οποίο βρίσκεται η μονάδα που τις ίδρυσε και τις λειτουργεί μέχρι σήμερα. Δεν πρέπει επ΄ ουδενί να υπάρξουν γραφειοκρατικές αποφάσεις αποκοπής των δομών αυτών από την συνολική Θ.Ο. που τις λειτουργούσε μέχρι τώρα.

Οσο για τις στεγαστικές δομές των ΜΚΟ, αυτές μπορούν και πρέπει να ενταχθούν στους ΤΟΨΥ της περιοχής στην οποία βρίσκονται (στην προοπτική, φυσικά, της ανάληψής τους από το Δημόσιο), σε άμεση και συγκεκριμένη διασύνδεση με το ΚΨΥ του ΤΟΨΥ, ή, όπου δεν υπάρχει ΚΨΥ, με την ψυχιατρική κλινική του γενικού νοσοκομείου. Το ίδιο ισχύει και για τα Κέντρα Ημέρας των ΜΚΟ, τα οποία πρέπει και αυτά να τεθούν υπό την ευθύνη των ΚΨΥ του ΤΟΨΥ στον οποίο ευρίσκονται και, σε όσους ΤΟΨΥ δεν υπάρχουν ακόμα ΚΨΥ, υπό την αιγίδα της θεραπευτικής ομάδας της ψυχιατρικής κλινικής του γενικού νοσοκομείου. Το Κέντρο Ημέρας είναι μέρος των λειτουργιών ενός ΚΨΥ και επομένως, δεν μπορεί, κατ΄ ουδένα τρόπο, να υποκαθιστά, εντός ενός ΤΟΨΥ την ανάγκη ύπαρξης ΚΨΥ.

Η έμφαση στα ανωτέρω είναι στα σχετικά με την Τομεοποίηση στο λεκανοπέδιο. Προφανώς, αυτά ισχύουν και για όλες τις άλλες περιοχές.

Τελευταίο σημείο, το εξής: είναι σκόπιμο και άκρως πιο λειτουργικό, οι Τομεακές Επιτροπές ν΄ αποτελούνται από εκπροσώπους των ίδιων των μονάδων που έχουν αναλάβει την κάλυψη των αναγκών της περιοχής και να υπάρχει σ΄ αυτές ικανή εκπροσώπηση των ατόμων με ψυχιατρική εμπειρία και των συλλόγων οικογενειών.

Προφανώς, θα πρέπει να υπάρχουν κατευθυντήριοι άξονες «από τα πάνω» βάσει μιας εθνικής πολιτικής επί του θέματος, πώς θα πρέπει να διασυνδέονται οι μονάδες κλπ.

.

25/4/2016

.

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

.

.

.

.

.

 

Εκδήλωση-συζήτηση: Αναζητώντας διεξόδους πέρα από την κατασταλτική Ψυχιατρική και ενάντια στη βαρβαρότητα των μνημονίων / Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2015

.

εκδηλωση 11.11.2

.

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

.

Καλούμε όλες και όλους στην εκδήλωση/συζήτηση με θέμα: «Αναζητώντας διεξόδους πέρα από την κατασταλτική ψυχιατρική και ενάντια στην βαρβαρότητα μνημονίων»,που οργανώνει η «Πρωτοβουλία για ένα Πολύμορφο Κίνημα στην Ψυχική Υγεία», σε συνεργασία με τη ΑΡΣΥ ΨΝΑ, την Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2015, ώρα 11 πμ, στο ΨΝΑ, Λεωφόρος Αθηνών 374, στην αίθουσα πολλαπλών εκδηλώσεων του ψυχιατρείου. 

Πίσω από τους τρεις θανάτους από πυρκαγιά, στις 4/9 στο ΨΝΑ , όπως και από πολλά άλλα τραγικά συμβάντα, αλλά προπαντός πίσω από την τραγική καθημερινότητα σε όλες τις μονάδες ψυχικής υγείας,  ο «ένοχος», ο «επικίνδυνος»,είναι η ανέκαθεν κυρίαρχη και εσαεί ανθιστάμενη σε κάθε μεταρρυθμιστική διαδικασία κατασταλτική ψυχιατρική, σε αγαστή συνέργεια και αλληλεπίδραση με τις διαλυτικές επιπτώσεις των διαδοχικών μνημονίων, δεξιών και «αριστερών», στο σύστημα της ψυχικής υγείας, όπως σε όλη την κοινωνία.

Η υπεράσπιση των δικαιωμάτων, η αξιοπρέπεια και ο ουσιαστικός θεραπευτικός ρόλος των λειτουργών ψυχικής υγείας δεν μπορεί να υπάρξουν παρά μόνο σε συνάρτηση με την υπεράσπιση των δικαιωμάτων (έμπρακτη και όχι στα λόγια)και την αξιοπρέπεια των ψυχικά πασχόντων, μέσα από μια ισότιμη θεραπευτική σχέση που σέβεται την ελευθερία του άλλου, σε μια διαδικασία θεραπευτική, κοινωνική και πολιτική, αμοιβαίας χειραφέτησης. 

Μετά το τέλος της συζήτησης, θα ακολουθήσει η θεατρική παράσταση: «Η εκδρομή των κοριτσιών που χάθηκαν«, της Αννα Ζέγκερς, με την Ιωάννα Μπιλίρη.

.

.

.

.

.