ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ‘Ψ’: ΑΘΩΟΙ ΟΛΟΙ ΟΙ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΥΡΚΑΓΙΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΝΕΚΡΟΥΣ, ΤΟ 2015, ΣΤΟ ΨΝΑ-ΔΑΦΝΙ ΑΛΛΑ ΠΡΩΤΙΣΤΩΣ «ΑΘΩΑ» Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟΥ ΘΕΣΜΟΥ

Στις 13 Δεκέμβρη 2021, όπως είχε ανακοινώσει, υπενθυμίσει και αναδείξει η Πρωτοβουλία ‘Ψ’ (και μόνο αυτή), έγινε η δίκη για την πυρκαγιά, τον Σεπτέμβριο του 2015, σε τμήμα του ΨΝΑ (Δαφνί), που είχε ως συνέπεια τον θάνατο, από αναθυμιάσεις, τριών μονίμως καθηλωμένων ασθενών.

Το αποτέλεσμα : αθώοι όλοι για την φωτιά και τον θάνατο των δεμένων ανθρώπων,

-στη λογική ότι ο κλινοστατισμός είναι «ιατρική πράξη»,

-στη λογική ότι κάποιοι αρμόδιοι ήταν αναρμόδιοι λόγω διαφορετικής ειδικότητας,

-στη λογική ότι η εταιρεία πυρασφάλειας ήταν αυτή που είχε την ευθύνη για την προστασία από φωτιά και ουδόλως η όποια αρμόδια υπηρεσία του ΨΝΑ αναφορικά με την υποχρέωση να φροντίζει για την επάρκεια, ή και την ίδια την ύπαρξη, των μέσων πυρασφάλειας,

-στη λογική ότι δεν υπάρχουν ατομικές ευθύνες, αλλά την ευθύνη την έχουν οι θεσμοί (με το ερώτημα ποιοι φτιάχνουν τους θεσμούς να μένει αναπάντητο),

-στη λογική ότι υπάρχει υποστελέχωση (μιλάμε για το 2015 και όχι για την τωρινή περίοδο της πανδημίας),

-στη λογική ότι τα ψυχιατρεία δεν είναι αρμόδια για να εγκλείουν (!) τους ψυχικά πάσχοντες, αλλά το κάνουν από υπερβάλλοντα επαγγελματικό ζήλο (!) και ότι θα πρέπει να φτιαχτούν άλλα ψυχιατρεία υψηλότερης ασφάλειας,

-στη λογική ότι παρόλο που δεν υπάρχει θεραπευτική ευθύνη για το ότι πέθαναν άνθρωποι, το προσωπικό κάνει λειτούργημα.

Αυτά ήταν μερικά από τα επιχειρήματα της υπεράσπισης, του μονολόγου της υπεράσπισης, καθώς δεν υπήρχε η «άλλη πλευρά» για να απαντήσει σε όλα αυτά και να βάλει το συμβάν στην πραγματική του βάση (που έχει να κάνει με την ιδρυματική λειτουργία και το είδος της ψυχιατρικής πρακτικής που ασκείται). Και κάνοντάς τα δεκτά, η έδρα κήρυξε τους/τις όλους/ες αθώους/ες.

Κατηγορούμενοι ήταν άτομα από όλη της την ιδρυματική ιεραρχία, από την διοίκηση, από διευθύνσεις υπηρεσιών, ψυχίατροι, νοσηλευτές/τριες. Είναι αυτονόητο ότι καμιά ευθύνη δεν μπορούσε και δεν έπρεπε, εν προκειμένω, να αποδοθεί σε νοσηλευτές και νοσηλεύτριες, τους έσχατους στην ιεραρχία και εκτελεστές υποχρεωτικών εντολών και διαταγών «από τα πάνω».

Αλλά, αυτοί που δεν μεριμνούν για την πυρασφάλεια; Αυτοί που δίνουν εντολές για τη μηχανική καθήλωση και μάλιστα, όπως στην περίπτωση που αναφερόμαστε, για διάρκεια εφ΄ όρου ζωής, χωρίς ούτε καν το πρόσχημα της τήρησης του δήθεν πρωτοκόλλου; Με την απλή υπογραφή της εσαεί ανανέωσης της μηχανικής καθήλωσης; Πόσοι πια πρέπει να πεθάνουν ακόμα, μηχανικά καθηλωμένοι, από θρομβοεμβολικά επεισόδια, από καρδιακές ανακοπές, και «τυχαία» συμβάντα, όπως αυτό της πυρκαγιάς; Χώρια όλοι αυτοί (σχεδόν όλοι και όλες) που έχουν υποστεί αυτή την τραυματική μεταχείριση, που την κουβαλάνε εφ΄ όρου ζωής ως μια άκρως απαξιωτική της υποκειμενικότητάς τους εμπειρία, που δυσκολεύει τα μέγιστα την όποια ουσιαστική ανάρρωσή τους.

Έτσι ώστε, η «λογική» να θριαμβεύει ! Και…. δέστε τους τρελούς ! Ως πότε η μηχανική καθήλωση, που έχει αποδειχτεί άκρως δολοφονική, θα είναι το αδιαφιλονίκητο «σήμα κατατεθέν» της ασκούμενης κυρίαρχης ψυχιατρικής πρακτικής και θα επιτρέπεται να εφαρμόζεται ως, μάλιστα, «ιατρική πράξη»; Όταν, μάλιστα, ποτέ δεν διερευνάται η πραγματική αιτία του θανάτου ασθενών νοσηλευόμενων σε ψυχιατρικές κλινικές που πέθαναν ενώ ήταν καθηλωμένοι;

Το ζήτημα του ανοίγματος μιας συζήτησης για την κατάργηση της μηχανικής καθήλωσης ως «ιατρικής πράξης» είναι πάντα επίκαιρο και όσο ποτέ αναγκαίο. Μια συζήτηση για τις άκρως αντιθεραπευτικές λογικές και, ταυτόχρονα, για την καταστρατήγηση των ατομικών δικαιωμάτων, που ενσαρκώνει αυτή η πρακτική, που την καθιστούν (αντί για θεραπευτική πράξη) μια κακοποιητική πρακτική και «ποινικό αδίκημα» – άμεσα συνδεδεμένη με μία συζήτηση για τις εναλλακτικές δυνατότητες, που υπάρχουν, αντιμετώπισης καταστάσεων κρίσης. Αυτές ακριβώς που η κυρίαρχη ψυχιατρική, μετά από αιώνες κακοποιητικών πρακτικών στην διάρκεια της ιστορικής διαδρομής της (και παρά την ύπαρξη έμπρακτων εναλλακτικών παραδειγμάτων ως απάντηση σε αυτές) δεν μπορεί να λέει ότι «δεν γνωρίζει», συνεχίζοντας, εν πλήρη συνειδήσει των συνεπειών τους, να τις ασκεί.

9/1/2022

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ‘Ψ’: ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΓΙΑ ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΑΣΘΕΝΩΝ ΣΤΗ ΛΕΡΟ ΕΡΧΕΤΑΙ ΚΑΙ ΤΟ ΚΛΕΙΣΙΜΟ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΩΝ ΔΟΜΩΝ ΤΟΥ ΨΝΑ

Αν και η μεταφορά ασθενών από το Δαφνί και άλλες ψυχιατρικές μονάδες της Αθήνας στη Λέρο φάνηκε να αναστέλλεται, ύστερα (και μόνο) από τις αντιδράσεις και τη δημοσιότητα που πήρε το όλο ζήτημα, η «μεταφορά» της «Λέρου» (όχι ως τόπου, αλλά ως «τρόπου ψυχιατρικής πρακτικής») στο Δαφνί, φαίνεται ότι καλά κρατεί. Η μόνη απάντηση που βρήκε το Επιστημονικό Συμβούλιο του ΨΝΑ (Δαφνί) απέναντι στην δραματική υποστελέχωση του ψυχιατρείου είναι η πρότασή του, στις 21/12/2021, για κλείσιμο τριών (για αρχή) εξωνοσοκομειακών στεγαστικών δομών (ξενώνων και οικοτροφείων). Είναι γνωστό, εδώ και καιρό, και έχουν υπάρξει οι σχετικές αναφορές και καταγγελίες των εργαζομένων στις στεγαστικές δομές του ΨΝΑ, ότι έχουν αναγκάσει τις δομές αυτές να λειτουργούν με 5 έως 6 άτομα προσωπικό (καμιά φορά και λιγότερα), που σημαίνει ένα άτομο στην κάθε βάρδια, με αποτέλεσμα, όχι μόνο οι όποιες θεραπευτικές/αποκαταστασιακές δραστηριότητες που είχαν απομείνει, να κινδυνεύουν να καταργηθούν τελείως, αλλά και ένα τυχόν επείγον περιστατικό, πχ, διακομιδής σε νοσοκομείο για πρόβλημα σωματικής υγείας, να βάζει το άτομο της βάρδιας στο δίλημμα αν θα πρέπει να συνοδεύσει τον ασθενή αφήνοντας τη στεγαστική δομή (και απρόβλεπτο για πόσες ώρες) πλήρως ακάλυπτη, ή να καθυστερεί τη μεταφορά στο νοσοκομείο, αναμένοντας να βρεθεί «λύση», με ό,τι συνέπεια αυτό θα μπορούσε να έχει στην υγεία του ασθενή.

Με την απόφαση του Επιστημονικού Συμβουλίου, οι ένοικοι των δυο από τις, υποτίθεται για «προσωρινό» κλείσιμο, στεγαστικές δομές θα πάνε σε κενές θέσεις άλλων στεγαστικών δομών, ενώ οι ένοικοι της τρίτης από αυτές βαφτίζονται «γηροψυχιατρικοί» ασθενείς και θα μεταφερθούν μέσα στο ψυχιατρείο, στο γηροψυχιατρικό τμήμα. Πρόκειται για ένα ακόμα μεγάλο ψέμα καθώς πολλοί από τους ενοίκους του εν λόγω οικοτροφείου δεν είναι ηλικιωμένοι. Αλλά ακόμα και αν ήταν, η λύση στο όποιο πρόβλημα είναι η λογική του Καιάδα, της επιστροφής στο ίδρυμα; Και αφού υπάρχουν τόσες κενές θέσεις στις στεγαστικές δομές του ΨΝΑ, γιατί ήθελαν να στείλουν ασθενείς χρόνιας παραμονής του ψυχιατρείου στη Λέρο; Γιατί ο πρόεδρος του Επιστημονικού Συμβουλίου είχε φροντίσει να βγουν, όπως λέγεται, ακόμα και τα εισιτήρια για τη Λέρο για έναν μονίμως καθηλωμένο ασθενή του αυτιστικού φάσματος στο τμήμα του, για ένα «ταξίδι» που μόλις την τελευταία στιγμή, λόγω της δημοσιότητας, ματαιώθηκε;

Κι΄ ακόμα, γιατί ενώ για μια από τις προτεινόμενες για κλείσιμο στεγαστικές δομές είχε αναζητηθεί, με την ενεργό πρωτοβουλία των άμεσα ενδιαφερόμενων λειτουργών ψυχικής υγείας, ένα πιο κατάλληλο κτήριο για τη στέγασή του, και αυτό είχε βρεθεί, η όλη διαγωνιστική διαδικασία κλείστηκε στα συρτάρια, έτσι ώστε το κτήριο να «χαθεί» και το ΨΝΑ να λέει τώρα ότι «δεν μπορούμε να βρούμε κτίριο»; Χωρίς, φυσικά, το κτηριακό, γι΄ αυτήν και για την όποιαν άλλη δομή, να είναι το κύριο πρόβλημα, αλλά, αντίθετα, η υποστελέχωση και η επιδίωξη της περιστολής των δαπανών ακόμα και για τις πιο στοιχειώδεις ανάγκες.

Κι όλα αυτά τη στιγμή που η υφυπουργός υγείας Ζ. Ράπτη, στους κατευθυντήριους άξονες που έδωσε στην επιτροπή που έστησε, πριν μερικούς μήνες (με πολλούς γνωστούς και «μη εξαιρετέους» της νεοφιλελεύθερης διάλυσης της ψυχικής υγείας) για την «ολοκλήρωση» της, μηδέποτε γενομένης, «ψυχιατρικής μεταρρύθμισης», έχει περιλάβει και το «κλείσιμο των ψυχιατρείων» – με πρώτη κίνηση το άδειασμα των τμημάτων με τους, καθόλου λίγους, ασθενείς χρόνιας παραμονής. Πού θα τους «πετάξει»; Όταν μέρος αυτής της πολιτικής είναι το κλείσιμο ακόμα και των, δαπανηρών για τα δεδομένα τους, στεγαστικών δομών, τότε η «Λέρος», όποια μορφή κι΄ αν πάρει, σε όποιο σημείο της χώρας, είναι πάντα εδώ.

Ένα πρώτο δείγμα αυτής της πολιτικής αναφορικά με τις στεγαστικές δομές είχαμε ήδη με το «ξαφνικό» κλείσιμο του ξενώνα του Ευαγγελισμού και τη μεταφορά των ενοίκων σε κενές θέσεις άλλων δομών εδώ και εκεί. Η συνέχεια των πρακτικών προς αυτή την κατεύθυνση της κατάργησης στεγαστικών δομών, δείχνει ότι πρόκειται για μια κεντρική πολιτική, που χωρίς να τολμά, προς το παρόν, ρητά να διατυπωθεί, έχει, ωστόσο, ανατεθεί σε «πρόθυμους» συμμάχους και εκτελεστές της, διάφορες επιτροπές, Διοικητές και ψυχιάτρους.

Είναι, από αυτή την άποψη, τυχαίο το άνοιγμα, από την Ζ. Ράπτη, των ποικίλων διαύλων μεταφοράς ασθενών προς τις ιδιωτικές κλινικές – με πρώτη την ρύθμιση που έκανε για τις απευθείας ακούσιες νοσηλείες σε αυτές; ΄Η, τη στιγμή που πάνε να καταργήσουν θέσεις στεγαστικών δομών, πχ, στο ΨΝΑ, ν΄ ανοίγουν τέτοιες θέσεις σε ενδονοσοκομειακές μονάδες, όπως έγινε στη Λέρο;

Την ίδια στιγμή που για όλο και περισσότερα άτομα με προβλήματα ψυχικής υγείας, τα οποία η κυρίαρχη, ακραιφνώς ιδρυματική, ψυχιατρική που ασκείται (χωρίς ίχνος ολοκληρωμένης κοινοτικής παρέμβασης για στήριξη στον τόπο κατοικίας), τα οδηγεί στα «αζήτητα» του περιθωρίου, η μόνη εναλλακτική για στοιχειωδώς αξιοπρεπή φροντίδα είναι η φιλοξενία σε στεγαστική δομή, η απάντηση της ίδιας αυτής ψυχιατρικής πρακτικής, αλλά και της γενικότερης κοινωνικής πολιτικής, που τα οδήγησαν σ΄ αυτή την κατάσταση, δεν είναι η δημιουργία ακόμα περισσότερων στεγαστικών δομών για τις οποίες υπάρχει ανάγκη, αλλά, αντίθετα, το κλείσιμο και των υπαρχουσών στεγαστικών δομών.

Ήδη οι εργαζόμενοι στις στεγαστικές δομές του ΨΝΑ και το σωματείο των εργαζομένων (σε αντιδιαστολή με κάποιους αυτοαναφορικούς συνδικαλιστές του «εξειδικευμένου» νοσηλευτικού κλάδου, γνωστούς διαδρομιστές του Υπουργείου) ξεκίνησαν κινητοποιήσεις, με πρώτη τη διαδήλωση της Πέμπτης (23/12/21), έξω από τα γραφεία της Διοίκησης του ψυχιατρείου, διεκδικώντας άμεσα μαζικές προσλήψεις νοσηλευτικού και άλλου προσωπικού, μόνιμου, και όχι με τις όποιες ολιγόμηνες συμβάσεις, και να μην κλείσει καμιά στεγαστική δομή.

Καλούμε όλες και όλους να συμπαραταχθούμε αγωνιστικά σ΄ αυτές τις διεκδικήσεις των εργαζομένων το ΨΝΑ, με κινητοποιήσεις και διαδηλώσεις έξω και μέσα στο ψυχιατρείο, σωματεία και συλλογικότητες, στο Χαϊδάρι, στο Αιγάλεω, παντού σ΄ όλη την Αθήνα.

24/12/2021

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

Πρωτοβουλία ‘Ψ’: Στις 13 Δεκέμβρη, στην Ευελπίδων, συνεχίζεται η δίκη για την πυρκαγιά στο Δαφνί το 2015

Στις 13 Δεκεμβρίου, στο κτίριο 13, αίθουσα 106 (αμφιθέατρο πρώτου ορόφου) του Πρωτοδικείου Αθηνών (Ευελπίδων), συνεχίζεται η εκδίκαση της υπόθεσης της πυρκαγιάς στο Δαφνί, τον Σεπτέμβριο του 2015, που είχε ως αποτέλεσμα τον τραγικό θάνατο από τις αναθυμιάσεις, λόγω της φωτιάς, τριών μονίμως μηχανικά καθηλωμένων ασθενών. Πέρασαν 6 ολόκληρα χρόνια και, όπως είναι ο κανόνας σε όλες τις περιπτώσεις της βάναυσης κακομεταχείρισης, έως και εξόντωσης, ατόμων με ψυχιατρική εμπειρία (και γενικά των όποιων «διαφορετικών») από τις ποικίλες εκφάνσεις της κυρίαρχης εξουσίας, οι νεκροί από τη φωτιά ακόμα περιμένουν την, έστω μετά θάνατο, δικαίωσή τους.

Αν οι ασθενείς που πέθαναν από αυτή την πυρκαγιά δεν ήταν δεμένοι, τώρα πιθανόν θα ζούσαν. Θα μπορούσαν, πιθανώς, και χωρίς την όποια (ούτως ή άλλως, αναγκαία) βοήθεια από το προσωπικό, να διαφύγουν, να απομακρυνθούν, έστω και ενστικτωδώς, μακριά από τις αναθυμιάσεις.

Το κατηγορητήριο για την υπόθεση αυτή έχει «σπάσει στα δυο», με το ένα σκέλος να αφορά «ανθρωποκτονία εξ΄ αμελείας», με 15 κατηγορούμενους (από την τότε υποδιοικήτρια – που εκτελούσε χρέη Διοικητή – του ΨΝΑ, Διευθυντές/ντριες υπηρεσιών, υπαλλήλους, ψυχιάτρους, μέχρι και νοσηλεύτριες της βάρδιας) και το δεύτερο (με 8 κατηγορούμενους) να αφορά την «παράνομη κατακράτηση που διήρκεσε μακρό χρονικό διάστημα», δηλαδή την μηχανική καθήλωση των ασθενών που πέθαναν.

Προφανώς, αιτία της «ανθρωποκτονίας από αμέλεια» δεν ήταν μόνο η διαπιστωμένη απουσία μέτρων πυρασφάλειας, αισθητήρων καπνού κλπ, αλλά, πρωτίστως(έως και αποκλειστικά), η «παράνομη κατακράτηση», δηλαδή, η μηχανική καθήλωση με την οποία αυτοί οι ασθενείς, μαζί με όλους σχεδόν τους υπόλοιπους στο τμήμα στο οποίο έγινε το συμβάν, ήταν εσαεί καταδικασμένοι να ζουν.

Και ο «ένοχος», ως συνήθως σ΄ αυτές τις περιπτώσεις των «ατυχημάτων», προκειμένου ν απαλλαγεί ο ιδρυματικός θεσμός από τις συστατικές της ίδιας της ύπαρξής του εγκληματικές ευθύνες, δεν είναι άλλος από τον όποιο «ψυχικά ασθενή», στον οποίο η μόνη ευθύνη που του αναγνωρίζεται, είναι αυτή της τέλεσης των «ατυχημάτων». Και στην περίπτωση της πυρκαγιάς στο Δαφνί, ο «επικίνδυνος ψυχασθενής» Χ.Δ, που κρατείται εκεί βάσει του αρ.69 ΠΚ και του οποίου τις πολύπλοκες ανάγκες ολόκληρο το ψυχιατρείο, εδώ και χρόνια, κηρύσσει, με κάθε ευκαιρία, την αδυναμία του (και βασικά την ανικανότητά του) ν΄ αντιμετωπίσει.

Εν αναμονή, λοιπόν, αλλά κατ΄ ουδένα τρόπο παθητική, να δούμε την εξέλιξη και για την εν λόγω υπόθεση, να δούμε την τελική «κρίση» για τον πραγματικό ένοχο του συμβάντος.

10/12/21

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

Πρωτοβουλία ‘Ψ’: Η κυβερνητική πολιτική οδηγεί στη διάλυση (και) τις στεγαστικές δομές ψυχικής υγείας

Μέσα στις συνθήκες της διαλυτικής κρίσης στην οποία ασταμάτητα σπρώχνεται το σύστημα της Υγείας εν μέσω της πανδημίας – όχι από την ίδια την πανδημία καθεαυτήν, αλλά από την διαχείρισή της από τις ασκούμενες κυβερνητικές πολιτικές – οι επιπτώσεις στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας, που δεν ακούγονται όσο θάπρεπε, παίρνουν καθημερινά κατακλυσμιαίες και, άνωθεν στοχευμένες, άκρως καταστροφικές διαστάσεις.

Μετά την περίπτωση του κλεισίματος του ξενώνα της ψυχιατρικής κλινικής του Ευαγγελισμού (με πρόσχημα την απεντόμωση – βλ. την σχετική ανακοίνωση της Πρωτοβουλίας ‘Ψ’) ήλθε στο φως κείμενο/καταγγελία των επιστημονικά υπευθύνων και στελεχών των 35 εξωνοσοκομειακών στεγαστικών δομών (ξενώνων και οικοτροφείων) του ΨΝΑ προς την «Ειδική Επιτροπή Προστασίας Δικαιωμάτων των Ατόμων με Ψυχικές Διαταραχές» του Υπουργείου Υγείας και προς τον Συνήγορο του Πολίτη, στο οποίο περιγράφεται η απελπιστική κατάσταση στην οποία έχουν φέρει την λειτουργία των στεγαστικών δομών οι ασκούμενες πολιτικές των διοικούντων και του Υπουργείου.

Ήδη πολύ προ της πανδημίας, οι στεγαστικές δομές (και όχι, φυσικά, μόνο του ΨΝΑ, αλλά παντού, τόσο αυτές του δημοσίου, είτε αυτές των ΜΚΟ) είχαν, στην συντριπτική τους πλειονότητα, μετατραπεί σε μικρά άσυλα, αναπαράγοντας, στην καθημερινή τους λειτουργία, τις ασυλικές πρακτικές της πειθαρχημένης διαβίωσης, του ελέγχου, συχνά και της ποικίλων μορφών καταστολής, αλλά και αποπομπής όσων κρίνονται «μη διαχειρίσιμοι» (αυτό κυρίως στις ΜΚΟ).

Μια βασική παράμετρος της προϊούσας ιδρυματικής μετεξέλιξης των στεγαστικών δομών (πέραν της κυρίαρχης ψυχιατρικής κουλτούρας που, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, διέπει, εκ της συστάσεώς τους, την λειτουργία τους), ήταν, ιδιαίτερα στις δομές του δημοσίου, η προϊούσα υποστελέχωση και υποχρηματοδότηση. Από 12 άτομα, κατά μέσον όρο, νοσηλευτικό προσωπικό σε κάθε στεγαστική δομή του ΨΝΑ πριν κάποια χρόνια, είχαμε φτάσει πρόσφατα στα 7 και τώρα με την πανδημία στα 6, ή, ενίοτε, και στα 5! Που σημαίνει ότι, με την επιβολή της μονοβάρδιας ως της κανονικότητας της λειτουργίας της στεγαστικής δομής, ακόμα και η κανονική άδεια του προσωπικού είναι στα όρια του αδύνατου, πόσο μάλλον το να αρρωστήσει κάποιος/α και να πάρει αναρρωτική άδεια: η δομή δεν θα μπορεί καθόλου να λειτουργήσει, εκτός αν κάποιοι/ες κάνουν επ΄ άπειρον διπλοβάρδιες!

Όπως, επίσης, όταν χρειαστεί η επείγουσα μεταφορά ενοίκου της δομής (με τα 6, ή 5, άτομα προσωπικό) για σοβαρό ιατρικό πρόβλημα σε γενικό νοσοκομείο: η/ο νοσηλεύτρια/ής της μονοβάρδιας θα πρέπει να επιλέξει ανάμεσα στον κίνδυνο για την ζωή του ενοίκου και στην εγκατάλειψη των υπόλοιπων χωρίς καθόλου προσωπικό, αν αποφασίσει τη μεταφορά στα επείγοντα νοσοκομείου. Κι΄ όταν το πρόβλημα δεν είναι «επείγον», η μεταφορά σε νοσοκομείο μπορεί να πάρει αναβολή, μέχρι να γίνει σοβαρό και «επείγον»!

Δεν μιλάμε, φυσικά πλέον, για την παραμικρή δυνατότητα έστω και ίχνους αποκαταστασιακής δραστηριότητας – αυτού, δηλαδή, που είναι υποτίθεται ο σκοπός της στεγαστικής δομής, θεωρούμενης ως δομής ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης. Πόσο μάλλον που η, από χρόνια τώρα, παγιωμένη διαχείριση των δομών αυτών ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης, η οποία γίνεται ακριβώς όπως και στα τμήματα του ψυχιατρείου, με τις μετακινήσεις του προσωπικού από «εδώ κι΄ εκεί» (ακυρώνοντας, έτσι, την κομβικής σημασίας έννοια, και λειτουργία, της «θεραπευτικής ομάδας»), να έχει οδηγήσει, εν μέσω πανδημίας, λόγω και της απαράδεκτης ρύθμισης των αναστολών εργασίας του μη εμβολιασμένου προσωπικού των νοσοκομείων, στη μετακίνηση προσωπικού απότομα, από τη μια δομή στην άλλη, έτσι ώστε, μια νοσηλεύτρια που εργάζεται σε μια συγκεκριμένη δομή, να πιάνει την αμέσως επόμενη μέρα βάρδια, μόνη της, σε άλλη στεγαστική δομή, με ενοίκους που δεν τους έχει, και δεν την έχουν, ξαναδεί!

Και, ταυτόχρονα, οι ούτως ή άλλως αραιές επισκέψεις στη δομή ψυχιάτρου (κάθε 3-4 εβδομάδες), ψυχολόγου, κοινωνικού λειτουργού, εργοθεραπευτή/τριας, γίνονται ακόμα πιο αραιές.

Το επιστέγασμα όλων αυτών είναι η κίνηση της Διοίκησης του ΨΝΑ να «ερευνήσει» τις δυνατότητα αύξησης των κλινών στις υπάρχουσες στεγαστικές δομές (που έχουν τώρα από 12 έως 15) στις 19. Πράγμα που σημαίνει, από τη μια, την επιδείνωση του ιδρυματικού, αντί αποκαταστασιακού χαρακτήρα, που έχουν καλλιεργήσει στις δομές αυτές, προαναγγέλλοντας, ταυτόχρονα, το κλείσιμο κάποιων από τις υπάρχουσες στεγαστικές δομές.

Η περίπτωση του «Ευαγγελισμού» είναι μόνο η αρχή και ίσως η μόνη που, μέχρι στιγμής, έχει γίνει γνωστή. Ενδεικτική, μάλιστα, του τρόπου που προωθούνται, από την παρούσα κυβέρνηση, προειλημμένες αποφάσεις διάλυσης των υπηρεσιών: πρώτα, είπαν, κλείσιμο για ένα μήνα, τον Αύγουστο, για να «πεθάνουν οι κοριοί». Και μετά, τον Σεπτέμβριο ανακάλυψαν ότι το «παμπάλαιο κτίριο» είχε ανάγκη επισκευών που θα χρειαστούν συνέχιση του κλεισίματος για ένα χρόνο ακόμα. Κάποιοι/ες ένοικοι διαμοιράστηκαν σε ξενώνες όπου υπήρχαν κενές θέσεις, κάποιοι/ες πήραν εξιτήριο, με καθόλου θεραπευτικές διαδικασίες – απλώς διώξιμο. Και το προσωπικό της δομής να καλύψει αλλού τα κενά που αυξήθηκαν με την αναστολή εργασίας των μη εμβολιασμένων συναδέλφων τους.

Την ίδια στιγμή που διαλύουν τις όποιες υπάρχουσες υπηρεσίες, μεταξύ αυτών και τις στεγαστικές δομές, όταν υπάρχει πλήθος άστεγων ψυχικά πασχόντων στους δρόμους της πόλης, ανθρώπων για τους οποίους δεν υπάρχει ούτε κοινωνικό κράτος, ούτε υπηρεσία ψυχικής υγείας διαθέσιμη να τους αναλάβει και ουσιαστικά να στηρίξει, η υφυπουργός Υγείας Ζ. Ράπτη, αρμόδια για την ψυχική υγεία, πιστή στο ρόλο και την αποστολή που της έχει ανατεθεί (για την διάλυση της δημόσιας ψυχικής υγείας και της με κάθε τρόπο ιδιωτικοποίησής της), προωθεί διάταξη που θα διευκολύνει ακόμα περισσότερο την εκτέλεση ακούσιων νοσηλειών σε ιδιωτικές κλινικές : θα υπάρχει, δηλαδή, στο εξής η δυνατότητα για απευθείας μεταφορά σε ιδιωτική κλινική των προσαγομένων με εισαγγελική παραγγελία για νοσηλεία, χωρίς να περάσουν από δημόσια ψυχιατρική κλινική, όπως ήταν μέχρι τώρα ο νόμος, για τη «συνέχιση» όπως έλεγε, μετά στην ιδιωτική κλινική. Τώρα η λέξη «συνέχιση», που «χάλαγε» κάπως τη συνταγή, έφυγε – ο ακουσίως προσαγόμενος θα μεταφέρεται στον ιδιώτη, που θα έχουν επιλέξει και συμφωνήσει οι οικείοι, απευθείας.

Και όλα αυτά την ίδια στιγμή που τα μέτρα περιορισμού των ενοίκων των στεγαστικών δομών και των νοσηλευόμενων στα ψυχιατρικά τμήματα (στην πραγματικότητα, μέτρα περαιτέρω στέρησης των δικαιωμάτων τους) δεν έπαψαν να ισχύουν ακόμα και την περίοδο που, για την υπόλοιπη κοινωνία, δεν υπήρχε σχεδόν κανένα περιοριστικό μέτρο.

Για μιαν ακόμη φορά, η ύπαρξη της πανδημίας χρησιμοποιείται ως ευκαιρία για από καιρού ειλημμένες αποφάσεις που συνδυάζουν την έλευση ενός ιδρυματικού αρμαγεδώνα στο σύστημα των υπηρεσιών σε συνδυασμό με την ιδιωτικοποίησή τους, με ταυτόχρονη την εγκατάλειψη της πλειονότητας των ψυχικά πασχόντων στην «τύχη τους», στην «ατομική τους ευθύνη», στο δρόμο…

Η κατάσταση αυτή δεν μπορεί και δεν πρέπει με κανένα τρόπο να μείνει αναπάντητη. Καλούμε όλες και όλους, άτομα με ψυχιατρική εμπειρία, οικογένειες, επαγγελματίες ψυχικής υγείας, συλλογικότητες που ονειρεύονται, στοχεύουν και μάχονται για μια άλλη ψυχική υγεία και μια άλλη κοινωνία, να συζητήσουμε και να οργανώσουμε τις αντιστάσεις μας, δράσεις και αντιστάσεις διαρκείας, όχι μόνο σ΄ αυτό που έρχεται, αλλά σ΄ αυτό που είναι ήδη εδώ, για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των ατόμων με ψυχιατρική εμπειρία, για ένα δημόσιο, δωρεάν και επαρκώς στελεχωμένο και χρηματοδοτημένο σύστημα υπηρεσιών, κοινοτικά βασισμένο, με βασικό στόχο μια άλλη, χειραφετητική ψυχική υγεία.

9/11/21

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ‘Ψ’: ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΠΟΥ ΠΕΘΑΝΑΝ ΔΕΜΕΝΟΙ ΑΠΌ ΤΗΝ ΠΥΡΚΑΓΙΑ ΣΤΟ ΨΝΑ ΤΟ 2015 ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ ΑΚΟΜΑ ΤΗΝ ΕΣΤΩ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟ ΔΙΚΑΙΩΣΗ ΤΟΥΣ

.

Στις 23 Οκτωβρίου εκδικάζεται, πέντε ολόκληρα χρόνια μετά το συμβάν, η υπόθεση της πυρκαγιάς στο Δαφνί, τον Σεπτέμβριο του 2015, που είχε ως αποτέλεσμα τον τραγικό θάνατο από τις αναθυμιάσεις, λόγω της φωτιάς, τριών μονίμως μηχανικά καθηλωμένων ασθενών.

Μάλιστα, το κατηγορητήριο για την υπόθεση αυτή «έσπασε στα δυο», με το ένα σκέλος να αφορά «ανθρωποκτονία εξ΄ αμελείας», με 15 κατηγορούμενους (από την τότε υποδιοικήτρια – που εκτελούσε χρέη Διοικητή – του ΨΝΑ, Διευθυντές/ντριες υπηρεσιών, υπαλλήλους, ψυχιάτρους, μέχρι και νοσηλεύτριες της βάρδιας) και το δεύτερο (το οποίο εκδικάζεται στις 30 Οκτωβρίου, με 8 κατηγορούμενους) να αφορά την «παράνομη κατακράτηση που διήρκεσε μακρό χρονικό διάστημα», δηλαδή την μηχανική καθήλωση των ασθενών που πέθαναν.

Μπορεί, με τον τρόπο που συνήθως συγκροτείται και λειτουργεί το νομικό/δικαστικό σκεπτικό, να καταλήγει στην εκδίκαση δυο υποθέσεων για ένα συμβάν, αλλά η «υπόθεση» είναι, στην ουσία της, μια : αιτία της «ανθρωποκτονίας από αμέλεια» δεν ήταν μόνο η απουσία μέτρων πυρασφάλειας, αισθητήρων καπνού κλπ, αλλά, πρωτίστως (έως και αποκλειστικά), η «παράνομη κατακράτηση», δηλαδή, η μηχανική καθήλωση με την οποία αυτοί οι ασθενείς, μαζί με όλους σχεδόν τους υπόλοιπους στο τμήμα στο οποίο έγινε το συμβάν, ήταν εσαεί καταδικασμένοι να ζουν.

Και, ως συνήθως σ΄ αυτές τις περιπτώσεις των ατυχημάτων, πάντα βρίσκεται αμέσως ο «ένοχος» : αυτός που ανέκαθεν χρησιμοποιείται και προβάλλεται προκειμένου να απαλλάσσεται το ολοπαγές ίδρυμα από τις συστατικές της ίδιας της ύπαρξής του εγκληματικές ευθύνες και ο οποίος δεν είναι άλλος από τον «ψυχικά ασθενή», που έχει κηρυχθεί ανεύθυνος για τα πάντα εκτός, φυσικά, για το όποιο ατύχημα, το οποίο αποτελεί και τη μόνη ευθύνη που του αναγνωρίζεται και του αποδίδεται από την κυρίαρχη ψυχιατρική. Ο «ένοχος», δηλαδή, όλων αυτών των ατυχημάτων, που συχνά στοιχίζουν ζωές, τα οποία παράγει και προκαλεί με τον τρόπο της λειτουργίας του ο ίδιος ο ιδρυματικός θεσμός.

Στην περίπτωση αυτής της πυρκαγιάς στο Δαφνί έσπευσαν άπαντες να αποδώσουν την ευθύνη στον «επικίνδυνο ψυχασθενή» Χ.Δ, που κρατείται εκεί βάσει του αρ.69 ΠΚ, του οποίου τις πολύπλοκες ανάγκες ολόκληρο το ψυχιατρείο, εδώ και χρόνια, κηρύσσει, με κάθε ευκαιρία, την αδυναμία του (και βασικά την ανικανότητά του) ν΄ αντιμετωπίσει, καθώς και τις όποιες δύσκολα διαχειρίσιμες συμπεριφορές, στη βάση ενός κατάλληλου γι΄ αυτόν, «εξατομικευμένου θεραπευτικού πλάνου».

Φυσικά, ακούστηκαν και εκδοχές για βραχυκύκλωμα ως αιτία της πυρκαγιάς, αλλά μπήκαν σύντομα στην άκρη, μέσα σ΄ ένα τρομολαγνικό κλίμα που καλλιεργήθηκε από την συνήθη συμπαιγνία ψυχιάτρων, συνδικαλιστών, δημοσιογράφων, πολιτικών γύρω από την περιγραφόμενη ως μοναδική στα χρονικά «επικινδυνότητα του ψυχασθενή».

Βέβαια η εκδοχή της αντίδρασης ενός υποκειμένου απέναντι στην χωρίς προηγούμενο ακύρωση, καταστολή και βαρβαρότητα με τη οποία αντιμετωπιζόταν διαχρονικά (και μέχρι τώρα), δεν θα αναγόταν για την κυρίαρχη ψυχιατρική παρά σε ζήτημα «ατομικής ευθύνης».

Να θυμίσουμε ότι ο «επικίνδυνος ασθενής» ήταν έγκλειστος σ’ ένα «δωμάτιο» (κελί) με τρόπο που και η επικοινωνία με τον «ειδικό», που ενίοτε πήγαινε να τον επισκεφθεί, γινόταν μέσα από μια τρύπα στον τοίχο. Και ακόμα ότι, το «δωμάτιο» αυτό ήταν μέρος ενός τμήματος όπου ήταν έγκλειστοι, σε συνθήκες πραγματικής αποθήκης ανθρώπινων ψυχών και σωμάτων, περί τα 20 άτομα με προβλήματα νοητικής αναπηρίας, αυτισμού κλπ, με τα περισσότερα από αυτά σε μηχανική καθήλωση για πολλές ώρες κάθε μέρα, ή και επί 24ώρου βάσεως κάθε μέρα. Χωρίς κανένα θεραπευτικό πλάνο ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης, με τους εφημερεύοντες γιατρούς να καλούνται, απλώς, να επικυρώσουν την ήδη γραπτή και διαρκώς ισχύουσα οδηγία (για καθήλωση) του υπεύθυνου διευθυντή ψυχιάτρου – πράγμα που οδήγησε, κάποια στιγμή, σε άρνηση πολλών εκ των ειδικευόμενων γιατρών να υπογράφουν το «εντέλεσθαι» και να συμμετέχουν σ΄ αυτή την εγκληματική φαρσοκωμωδία.

Αν οι ασθενείς που πέθαναν από την πυρκαγιά του Σεπτέμβρη 2015 δεν ήταν δεμένοι, τώρα πιθανόν θα ζούσαν. Θα μπορούσαν, σε τελευταία ανάλυση, και χωρίς την όποια (ούτως ή άλλως, αναγκαία) βοήθεια από το προσωπικό, να διαφύγουν, να απομακρυνθούν κάπως, έστω και ενστικτωδώς, μακριά από τις αναθυμιάσεις.

Τις φωτιές που καταφέρνουν ν΄ ανάψουν μερικοί ασθενείς μέσα στα ψυχιατρεία και στις όποιες ψυχιατρικές κλινικές, τις βάζουν συχνά όταν είναι δεμένοι στο κρεβάτι και προσπαθούν να ελευθερωθούν. Ενα τσιγάρο και ένας αναπτήρας είναι το ελάχιστο και πιο πρόσφορο μέσο απελευθέρωσης από την άκρως απανθρωποποιητική, για την ανθρώπινη ύπαρξη, πρακτική της μηχανικής καθήλωσης, την οποία, η κυρίαρχη ψυχιατρική, θεωρεί ως «ιατρική πράξη», αλλά που, πέραν όλων των άλλων, αποτελεί αιτία για τον θάνατο πολλών. Πολλοί απ΄ αυτούς τους θανάτους δεν πιστοποιούνται ως οφειλόμενοι στην καθήλωση, αλλά παρουσιάζονται ως άλλης αιτίας, πχ, καρδιακής ανακοπής κλπ, όταν όλοι ξέρουμε ότι από τις πιο συχνές παρενέργειες της μηχανικής καθήλωσης είναι η πνευμονική εμβολή και το έμφραγμα του μυοκαρδίου.

Και το ζήτημα, εν προκειμένω, δεν έχει να κάνει με την τήρηση του όποιου πρωτοκόλλου χρησιμοποιείται, πάντα τελείως προσχηματικά, για να καταλήξει, πάντα, ο έχων την εξουσία ψυχίατρος ότι «δεν γινόταν αλλιώς» και «έπρεπε να δεθεί». Τα πρωτόκολλα αυτά δεν είναι παρά ένα από τα πιο υποκριτικά άλλοθι για την συγκάλυψη του αδιαπραγμάτευτου, για την κυρίαρχη ψυχιατρική, της μηχανικής καθήλωσης, σε ριζική αντιδιαστολή προς την οικοδόμησης μιας διαδικασίας θεραπευτικής σχέσης.

Στην περίπτωση των ασθενών που, δεμένοι, πέθαναν από την πυρκαγιά, αλλά και των άλλων του ίδιου τμήματος που γλύτωσαν, δεν τηρούνταν ποτέ ούτε τα προσχηματικά πρωτόκολλα. Πρακτικές, δηλαδή, που επιβεβαιώνουν στο έπακρο την ανάγκη διεκδίκησης της απαγόρευσης της μηχανικής καθήλωσης, που θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ποινικό αδίκημα. Εναλλακτικές στη μηχανική καθήλωση υπάρχουν και βεβαιωμένες στην πράξη παγκοσμίως. Αρκεί «να το θέλουμε». Πρωτίστως αυτό: «να το θέλουμε». Και, φυσικά, στελέχωση των υπηρεσιών με επαρκές και κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό. Η βάση, βέβαια, για μια στροφή προς αυτή την κατεύθυνση είναι η ριζική αμφισβήτηση του ιδρύματος και των πρακτικών που είναι συνυφασμένες με την ίδια ύπαρξή του, προς ένα κοινοτικά βασισμένο σύστημα ψυχικής υγείας.

Αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό είναι ότι ο συνδυασμός και η αλληλεπίδραση της ανέκαθεν κυρίαρχης ιδρυματικής κατασταλτικής κουλτούρας με την υποστελέχωση και την απεξάρθρωση των υπηρεσιών λόγω της οικονομικής κρίσης (πολύ περισσότερο σήμερα εν μέσω και του κορονοϊού), έχουν οδηγήσει την επιδιωκόμενη από την κυρίαρχη εξουσία «ιδρυματική επάρκεια του κλειστού ολοπαγούς ιδρύματος» στην κατάρρευση, με επικρεμάμενο, ανά πάσα στιγμή, τον κίνδυνο εκρηκτικών καταστάσεων με τραγικές συνέπειες για τις ζωές των ασθενών – και αυτό αφορά και το ίδιο το προσωπικό (ιδιαίτερα το νοσηλευτικό), που μπορεί ανά πάσα στιγμή να πέσει θύμα της επικινδυνότητας, όχι του όποιου ψυχικά ασθενή, αλλά του ψυχιατρικού συστήματος εντός του οποίου είναι εντεταλμένο να λειτουργεί.

Γι΄ αυτό δεν θεωρούμε ότι η όποια «νοσηλεύτρια της βάρδιας» μπορεί να έχει την όποια ευθύνη για τα όποια τραγικά περιστατικά, όπως αυτό της πυρκαγιάς του 2015. Ευθύνη έχουν αυτοί που διοικούν από το Υπουργείο, ή μέσα στο ίδρυμα, και παίρνουν (ή δεν παίρνουν) τα όποια αναγκαία θεραπευτικά (και όχι κατασταλτικά) μέτρα, αυτοί που συνδιοικούν από διευθυντικές θέσεις μέσα στο ίδρυμα και φυσικά, οι ψυχίατροι που, από θέση εξουσίας, δίνουν εντολή για την μηχανική καθήλωση – και μάλιστα διαρκείας, όπως εν προκειμένω.

Η υπόθεση με την «πυρκαγιά του 2015» δεν θα τελειώσει με τις δίκες που είναι μπροστά μας. Έχει να κάνει με τις «πυρκαγιές διαρκείας», κυριολεκτικές και μεταφορικές, στη βάση των οποίων λειτουργεί το σύστημα ψυχικής υγείας, πράγμα που απαιτεί, όσο ποτέ, την οργάνωση αντιστάσεων διαρκείας σε όλα τα επίπεδα, απέναντι σε ό,τι έχει να κάνει με την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων, ενάντια στην ιδρυματική βαρβαρότητα.

22/10/2020

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ‘Ψ’ : ΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΟ ΠΟΥ ΑΠΟΜΕΝΕΙ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΟΤΑΝ ΨΥΧΙΑΤΡΟΙ ΚΑΙ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΔΟΥΛΕΥΟΥΝΕ ΜΑΖΙ ( ; )

Ένα περιστατικό πρωτοφανούς κακοποιητικής αντιμετώπισης ψυχικά ασθενούς στο ΨΝΑ ήλθε σε γνώση της Πρωτοβουλίας ‘Ψ’ – ένα περιστατικό που, αν γίνει αποδεκτό ως μια «κανονικότητα» στην άσκηση της ψυχιατρικής και δεν πάρει την δέουσα απάντηση, θα σηματοδοτεί την (επαν)είσοδο της ψυχιατρικής στην «εποχή των τεράτων».

Ένας ασθενής που νοσηλευόταν στο 9ο ΨΤΕ και ο οποίος ήταν για πάρα πολλά χρόνια ένοικος στεγαστικής δομής του ΨΝΑ, βρέθηκε, από τη νέα διεύθυνση του τμήματος, ότι είχε στον κλινικό του φάκελο ένα χαρτί, από το 2011, που ανέφερε ότι, λόγω τελεσθέντων αδικημάτων, να ειδοποιηθεί η αστυνομία σε περίπτωση εξιτηρίου. Το «αδίκημα», όπως έγινε αργότερα γνωστό, ήταν η «εξύβριση και αντίσταση λόγω και έργω», για το οποίο είχε καταδικαστεί, ερήμην, σε ολιγόμηνη ποινή φυλάκισης. Ένα τέτοιο «αδίκημα», προφανώς σε χρόνο πολύ προ της ερήμην καταδίκης του, μπορεί κανείς να το φανταστεί και ως μια από τις συνήθεις ποινικές κατασκευές των αστυνομικών οργάνων (που τις ζούμε καθημερινά), ιδιαίτερα όταν συναντούν στο δρόμο ένα ψυχικά πάσχοντα (αν και, πλέον, όχι μόνο). Καθώς ο εν λόγω ασθενής ήταν από μακρού ένοικος εξωνοσοκομειακής στεγαστικής δομής του ΨΝΑ (και έτσι, λόγω της ισχύουσας νομοθεσίας για όλες τις σχετικές δημόσιες δομές, είχε το καθεστώς του νοσηλευόμενου), η ποινή παρέμενε σε εσαεί εκκρεμότητα για την υλοποίησή της αν και όταν κάποια στιγμή θα έπαιρνε εξιτήριο. Το τελευταίο διάστημα βρισκόταν σε ενδονοσοκομειακή νοσηλεία, η οποία γινόταν κατά διαστήματα λόγω των υποτροπών και των εκάστοτε δυσκολιών της προσαρμογής/συναλλαγής του στο κοινωνικό περιβάλλον.

Η νέα διεύθυνση του 9ου ΨΤΕ του ΨΝΑ, σε μια λογική κυριολεκτικού ξεφορτώματος των περιστατικών με τις πιο πολύπλοκες ανάγκες (και έτσι, πιο πολύπλοκων θεραπευτικών απαιτήσεων), αντί να ασχοληθεί και να επικεντρώσει στην οργάνωση των όποιων αναγκαίων θεραπευτικών απαντήσεων, επιλέγει να ειδοποιήσει την αστυνομία ότι θα του κάνει εξιτήριο και συνεννοείται μαζί της να πάνε τον παραλάβουν. Πράγματι, πριν μια εβδομάδα, έγινε το πρωτοφανές να πάει η αστυνομία να συλλάβει τον ασθενή μέσα στο ίδιο το τμήμα όπου νοσηλευόταν, καθώς του είχε ήδη βγει το εξιτήριο, ώστε να μπορεί να γίνει η «παραλαβή».

Εχουμε, δηλαδή, την έκδοση εξιτηρίου όχι γιατί ο ασθενής ήταν «καλά» στην υγεία του, αλλά για να παραδοθεί στην αστυνομία, παρόλο που «δεν ήταν καλά» στη υγεία του, δεν είχε αναρρώσει. Αν είχε αναρρώσει, γιατί να μην επιστρέψει στη στεγαστική δομή όπου έμενε για χρόνια; Αν και είναι πολλοί που, μολονότι έχουν αναρρώσει, έχουν, ωστόσο, ανάγκη ψυχοκοινωνικής στήριξης και στέγασης και, παρ΄ όλα αυτά, πετιούνται στο δρόμο.

Γίνεται, λοιπόν, εν προκειμένω, ένα εξιτήριο που ισοδυναμεί με το πέταγμα στο δρόμο και, ταυτόχρονα, ειδοποιείται η αστυνομία να τον συλλάβει, βάζοντας, με τον πιο ανάγλυφο και ανενδοίαστο τρόπο, την ψυχιατρική να λειτουργεί ως αυτό από το οποίο διακήρυσσε ότι, δήθεν, προσπαθούσε ν΄ αποδεσμευτεί, προκειμένου να είναι πρωτίστως θεραπευτική (και όχι πρωτίστως φυλακτική και ελεγκτική): δηλαδή, του κανονικού κολαούζου του «νόμου και της τάξης», της αστυνομίας.

Ο ασθενής μεταφέρθηκε απευθείας στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων Κορυδαλλού (ΨΚΚ) χωρίς να έχει προηγηθεί η διαδικασία που απαιτείται ώστε κάποιος να μεταφερθεί εκεί. Απλώς, από το ένα ψυχιατρείο στο άλλο. Σαν ένας σάκος προς μεταφορά. Υπήρξε το κριτήριο ότι ο ασθενής «έγινε καλά» (ότι δεν είχε πια ανάγκη νοσηλείας, ούτε ψυχοκοινωνικής στήριξης, στεγαστικής δομής κλπ) ώστε να βγει έξω και, ως παρεπόμενο, να εκτίσει και την ποινή του, ή λειτούργησαν τελείως αντιδεοντολογικά με το να κάνουν εξιτήριο σ΄ έναν ασθενή που «δεν ήταν καλά» και χρειαζόταν περαιτέρω θεραπευτική αντιμετώπιση, προκειμένου να ξεφορτωθούν κάποιον με τον οποίο δεν ήθελαν (ενώ έπρεπε να ήταν το καθήκον τους) ν΄ ασχοληθούν; . Αν ήταν «καλά» και γι΄ αυτό πήρε εξιτήριο, γιατί να μη μεταφερθεί σε κανονικό κελί και τον πήγαν στο ΨΚΚ; Αλλά, όπως έγινε γνωστό και από το ΨΚΚ, δεν θεωρούν, και αυτοί, ότι θα τον κρατήσουν μόνιμα εκεί καθώς, ενόψει ενδεχόμενων διαδικασιών για το «ακαταλόγιστο» σε σχέση με το προ ετών «αδίκημά» του, είναι πολύ πιθανό να τον επιστρέψουν στο ΨΝΑ (!)

Η ψυχιατρική πρακτική που οδήγησε σε αυτό το συμβάν δεν είναι παρά μια ακραία έκφραση μιας παγιωμένης, τα τελευταία χρόνια, ψυχιατρικής «θεωρίας και πράξης» να πετάνε στο δρόμο αυτούς που δεν θέλουν να περιθάλψουν γιατί έχουν πολύπλοκες ανάγκες, οι οποίες απαιτούν πολύπλοκες προσεγγίσεις και δεν είναι «διαχειρίσιμοι» ούτε μέσω του κυρίαρχου κατασταλτικού μονόδρομου του ψυχοφαρμάκου. Είναι τη δική της αδυναμία και ανικανότητα που φορτώνει η κυρίαρχη ψυχιατρική στον ασθενή, τον οποίο κατασκευάζει ως «ανίατο», ως μη επιδεχόμενο «βελτίωσης». Γιατί αυτή η ψυχιατρική δεν ξεπέρασε ποτέ τον δικό της «διπολισμό» ανάμεσα, από τη μια, σε μια έννοια «θεραπείας», η οποία ανάγεται στο «να κρατάμε τους πάντες μέσα στην επικρατούσα κοινωνική τάξη και στους ορισμούς που αυτή δίνει για το πραγματικό και το κανονικό», και, από την άλλη, στην εκμηδένιση, η οποία αποσκοπεί στην «απόρριψη, στον εξοβελισμό και, εν τέλει, στην εξόντωση οποιουδήποτε είναι (ή ωθείται) εκτός αυτής της τάξης».

Και ξέρουμε πού αυτή η λογική και πρακτική της απόρριψης έχει οδηγήσει, σ΄ όλη τη διαδρομή του 20ου αιώνα – την μοίρα των ψυχικά πασχόντων με την αντιμετώπισή τους ως «ζωές ανάξιες να ζουν», όταν διαμορφώνονταν οι ευνοϊκές προς την εξόντωση κοινωνικοπολιτικές συνθήκες.

Τι διαφέρει η τρέχουσα κουλτούρα και η πρακτική (στο 9ο ΨΤΕ και παντού αλλού) της «απαλλαγής» από τους «πλεονάζοντες χρόνιους ασθενείς» (που η ίδια η ψυχιατρική, όπως συλλαμβάνεται και ασκείται, δημιούργησε) από την εξορία, στη δεκαετία του 50 και μετά, ασθενών, από το Δαφνί και αλλού, για τη Λέρο – πάντα με τη υπογραφή των ψυχιάτρων;

Σήμερα, ένα μεγάλο μέρος των αστέγων της πόλης είναι άτομα με σοβαρά προβλήματα, μεταξύ άλλων, και ψυχικής υγείας, άτομα που η κυρίαρχη ψυχιατρική τα έχει απορρίψει από την όποια παροχή θεραπευτικής και αποκαταστασιακής φροντίδας. Λειτουργώντας στη βάση των νεοφιλελεύθερης κοπής πρακτικών που, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνουν την λογιστικού χαρακτήρα μείωση των ημερών νοσηλείας, απλώς για την μείωση του κόστους (στη βάση των ΚΕΝ – Κλειστών Ενοποιημένων Νοσηλίων, κλπ), με το πέταγμα των ασθενών στο δρόμο, χωρίς καμιά μέριμνα για μετανοσοκομειακή φροντίδα, ψυχοκοινωνική αποκατάσταση, στέγαση κλπ.

Η παράδοση του προαναφερόμενου ασθενή από το 9ο ΨΤΕ στην αστυνομία είναι μέρος αυτής της λογικής, η οποία, μάλιστα, εκφράστηκε ανάγλυφα με την πρώτη πράξη της ανάληψης του τμήματος από το νέο διευθυντή του, που ήταν το κλείδωμα της πόρτας – μιας πόρτας ανοιχτής για 16 χρόνια, από τη μέρα της ίδρυσης και λειτουργίας του τμήματος. Αλλά, όπως έχει λεχθεί, «κλειστές πόρτες, κλειστά μυαλά» και, όλα όσα ακολούθησαν, αυτονόητα.

Ως Πρωτοβουλία ‘Ψ’ δεν θ΄ αφήσουμε αυτό το συμβάν να περάσει στα σιωπηλά. Εκτός από την ενημέρωση όλων των αρμόδιων φορέων, σωματείων σχετικών με την ψυχική υγεία, κοινωνικών συλλογικοτήτων, θα το κοινοποιήσουμε και σε θεσμικούς φορείς, όπως ο Συνήγορος του Πολίτη, η Επιτροπή Προστασίας των Δικαιωμάτων Ατόμων με Προβλήματα Ψυχικής Υγείας, και ακόμα, και σε αρμόδιους διεθνείς οργανισμούς και Επιτροπές Δικαιωμάτων.

Και, παράλληλα με όλα αυτά, απαιτούμε την άμεση επιστροφή του εν λόγω ασθενή στη στεγαστική δομή στην οποία κατοικούσε, με όλη την αναγκαία ψυχοκοινωνική στήριξη του ίδιου και της στεγαστικής δομής συνολικά.

Για την βάναυση καταπάτηση των όποιων απαράγραπτων δικαιωμάτων του, με τις όποιες συνέπειες αυτή είχε στην ψυχική του υγεία, καθώς και για τα όποια ζητήματα που σχετίζονται με την τήρηση της επαγγελματικής δεοντολογίας προκύψουν, θα υπάρξει, στο βαθμό που καταστεί αναγκαίο, η δέουσα νομική παρέμβαση.

3/6/2020

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ