Παρουσίαση βιβλίου: Παρατηρώντας το βρέφος – Η μέθοδος της ψυχαναλυτικής παρατήρησης βρέφους

.

Παρατηρώντας το βρέφος

.

Αυτό το βιβλίο που σήμερα θα σας παρουσιάσω εδώ, μου το έκανε δώρο η φίλη μου η Βάνα. Φυσικά είναι εξειδικευμένο, αλλά δεν απευθύνεται μόνο σε ψυχοθεραπευτές και ειδικούς ψυχικής υγείας. Όπως αναφέρουν οι επιμελητές στα Προλεγόμενα, ελπίζουν να γίνει σημείο αναφοράς «και για όσους ασχολούνται με τα παιδιά και τις οικογένειές τους, όπως οι νηπιαγωγοί, οι εκπαιδευτικοί, οι παιδίατροι, οι νοσηλευτές παιδιατρικών και ψυχιατρικών κλινικών, οι δικαστικοί λειτουργοί κ.α.»  Κι έτσι με τη σειρά μου, θα το παρουσιάσω με όσο πιο απλό τρόπο μπορώ κι όχι αυστηρά με ψυχαναλυτικούς όρους.

Τι αφορά όμως; Τι το καινούριο φέρνει; Ας δούμε τι αναγράφεται στο οπισθόφυλλο σχετικά:

«Στo βιβλίο αυτό παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα η μέθοδος της ψυχαναλυτικής παρατήρησης βρέφους και οι πολ­λαπλές εφαρμογές της μέσα από θεωρητικά κείμενα και κλινικά παραδείγματα. Πρόκειται για τη μέθοδο που εισήγαγε η ψυχαναλύτρια Esther Bick στην εκπαίδευση παιδοψυχοθεραπευτών το 1948 και είχε τεράστια επίδραση στην εκπαίδευση ψυχαναλυτών και ψυχοθεραπευτών παγκοσμίως, καθώς και στην ψυχαναλυτική σκέψη και έρευνα.

Η συστηματική παρατήρηση του βρέφους αποτελεί μια μοναδική εμπειρία βιωματικής κατανόησης της ανάπτυξης των πρω­ταρχικών σχέσεων και της οργάνωσης του ψυχισμού, καθώς εξοικειώνει τους επαγγελματίες που πρόκειται να αναλάβουν κλινικό έργο με τις ασυνείδητες πλευρές της συμπεριφοράς και τους πρώιμους τρόπους επικοινωνίας».

Ο Ανδρέας Γιαννακούλας με τη σειρά του στον Πρόλογο του υπογραμμίζει: «… η Έφη Λιγνού και οι συνεργάτες της, που επιμελήθηκαν το βιβλίο, προσφέρουν ένα εξαίρετο σημείο αναφοράς σε όσους επιθυμούν να έρθουν σε επαφή με τη σημασία και τις εφαρμογές της παρατήρησης βρέφους».

Και τα πρώτα πράγματα που σκέφτηκα πριν αρχίσω τη μελέτη του, είχαν να κάνουν με τις ταυτίσεις του παρατηρητή και τη μεροληψία του, τις προβολές των μελών της οικογένειας,  τη μεταβίβαση και την αντιμεταβίβαση εντέλει.

Στο βιβλίο βρήκα τις απαντήσεις σχετικά με το πως επιλύονται στην εποπτεία, τέτοια κι άλλα ανάλογα ζητήματα που αναδύονται. Επιπλέον διάβασα με μεγάλο ενδιαφέρον τα σημεία που αφορούν την προσοχή, τη σημασία της εμπερίεξης, τη δεξιότητα της αρνητικής ικανότητας κ.α.

Η μέθοδος εξηγείται αναλυτικά, φυσικά συνοδεύεται από ιστορική αναδρομή και το κεφάλαιο που έγραψε η ίδια η Bick ρίχνει φως και σ’ άλλες παραμέτρους που επηρεάζουν τα δρώμενα.

Υπάρχουν περιγραφές πολλών παρατηρήσεων βρεφών με τις σχετικές επεξηγήσεις και προς το τέλος θα βρείτε δύο κεφάλαια που μου έκαναν εντύπωση. Το ένα αφορά τη συνεισφορά της παρατήρησης βρέφους στην παιδιατρική και το άλλο στην εκδίκαση υποθέσεων οικογενειακού δικαίου.

Η αλήθεια είναι πως με τα κατακλυσμιαία γεγονότα που βιώνουν οι μητέρες μετά τον τοκετό και την επιλόχεια κατάθλιψη να ελλοχεύει, πολλές φορές μπορεί ν’ αποδειχτεί χρήσιμη ή ακόμη-ακόμη και σωτήρια η παρουσία ενός ειδικού κοντά στην οικογένεια και φυσικά να ωφεληθούν τα βρέφη που είναι οι πρωταγωνιστές αυτών των παρατηρήσεων. Και μόνο απ’ αυτή την άποψη να το δούμε το θέμα, κατανοούμε όλοι νομίζω τα οφέλη.

Πέρα απ’ αυτό, ακόμη κι αν δεν ακολουθείτε την ψυχαναλυτική προσέγγιση ως ειδικοί ή δεν εφαρμόζετε έστω την συνθετική ψυχοθεραπεία , δεν βλάπτει να έχετε υπόψη τι πρεσβεύει η παρατήρηση βρέφους. Προσωπικά πάντα διαβάζω βιβλία που αφορούν ψυχολογικά θέματα, ανεξαρτήτως από ποια οπτική αυτά εξετάζονται και στο συγκεκριμένο αντιλήφθηκα τις συνδέσεις που μπορούν να γίνουν με την οικογενειακή θεραπεία.

Δεν χρειάζεται να συμφωνεί άλλωστε κάποια-ος με όλες τις ερμηνείες της κάθε μεθόδου. Μπορεί να κρατήσει όσα θεωρεί πως ταιριάζουν με τις γνώσεις και τις εμπειρίες που έχει αποκτήσει κι ανάλογα να τα χρησιμοποιήσει στο θεραπευτικό πλαίσιο. Αυτή τουλάχιστον είναι η δική μου γνώμη.

Επισκέπτες υγείας επίσης και κοινωνικοί λειτουργοί που συνήθως έρχονται πρώτοι σ’ επαφή με τα νεογέννητα και τις μητέρες τους, οπωσδήποτε θα έβρισκαν χρήσιμα πολλά απ’ όσα αναφέρονται σ’ αυτό, ώστε να κάνουν τις κατάλληλες παραπομπές ή να χαράξουν ανάλογη στρατηγική ως μέλη διεπιστημονικής ομάδας, σε περιπτώσεις υψηλού κινδύνου.

Σ’ έναν ιδανικό κόσμο βέβαια, θα δινόταν βάρος στην πρώιμη παρέμβαση κι οι πολιτικές επιλογές θα έλυναν τα ζητήματα που ανακύπτουν με την έλευση ενός νέου μέλους στις οικογένειες. Μερικά απ’ αυτά έχουν θιχτεί και σ’ αυτή την ανάρτηση που αφορά για παράδειγμα τις παιδοκτονίες. Αλλά επειδή ειδικά στη χώρα μας, στην παρούσα χρονική στιγμή δεν μπορούμε να ζούμε με τέτοιες αυταπάτες, ας αξιοποιήσουμε όποιες γνώσεις μπορούμε και στο μέλλον βλέπουμε…

Το βιβλίο είναι συλλογικό έργο και κυκλοφορεί απ’ τις εκδόσεις «Καστανιώτη«.

Καλή σας ανάγνωση.

.

.

.

Advertisements

Παρουσίαση βιβλίου – Φρόιντ: Η βιογραφία μιας οικογένειας

.

Φρόιντ-η βιογραφία μιας οικογένειας

.

«Όποιος γίνει βιογράφος είναι υποχρεωμένος να ψεύδεται, να αποκρύπτει, να κολακεύει, να ωραιοποιεί, γιατί η βιογραφική αλήθεια δεν μπορεί να υπάρξει και αν υπήρχε δεν θα μπορούσαμε να τη χρησιμοποιήσουμε».

Sigmund Freud

..

Διάβαζα τον τελευταίο καιρό ένα βιβλίο για τον Sigmund Freud και σκέφτηκα να σας το παρουσιάσω σήμερα, μιας και σαν σήμερα γεννήθηκε το 1856. Ο τίτλος του είναι: “Φρόιντ: Η βιογραφία μιας οικογένειας”, συγγραφέας του η Έβα Βαϊσβάιλερ και την μετάφραση έχει κάνει ο Νίκος Δεληβοριάς.

Στο σημείωμα του εκδοτικού οίκου “Μεταίχμιο” απ’ τον οποίο κυκλοφορεί το βιβλίο, αναγράφονται τα εξής:

«Σεβόμενοι τη ρήση του, μέχρι σήμερα όλοι οι βιογράφοι του Φρόιντ τον παρουσιάζουν μόνο κατά τη διαδικασία δημιουργίας των θεωριών του, μιλούν για τα ταξίδια του, τις ασθένειές του, αφήνουν όμως σχεδόν ανέγγιχτο αυτό που ο ίδιος ονόμαζε «οικογενειακό μυθιστόρημα». Από τα έξι παιδιά του αναφέρεται στις βιογραφίες κυρίως μόνο η Άνα. Τα υπόλοιπα πέντε, η Ματίλντε, ο Μάρτιν, ο Όλιβερ, ο Ερνστ και η Σόφι, θα μπορούσαν να μην υπάρχουν. Η σύζυγός του Μάρτα εμφανίζεται το πολύ πολύ ως μια σκιώδης φιγούρα, προορισμένη να κρατήσει μακριά του τη μιζέρια της καθημερινότητας. Η Έβα Βαϊσβάιλερ αναλαμβάνει να καλύψει αυτό το κενό. Ερευνά το ρόλο του Σίγκμουντ Φρόιντ ως αδερφού, πατέρα, παππού, θείου και συζύγου, δίνει σε ανθρώπους που μέχρι τώρα εμφανίζονταν μόνο σε υποσημειώσεις μια δική τους φωνή, χρησιμοποιεί πολυάριθμες μη δημοσιευμένες επιστολές από αρχεία του Λονδίνου, της Ουάσιγκτον και της Ιερουσαλήμ, τις οποίες ερμηνεύει κριτικά και με ευαισθησία. Το αποτέλεσμα είναι η βιογραφία μιας οικογένειας και ένα αποκαλυπτικό πορτρέτο της πατριαρχικής φιγούρας. Η έκδοση συνοδεύεται από φωτογραφικό υλικό”.

Η εντύπωση που σχημάτισα εγώ λοιπόν είναι, πως μόνο για αγιογραφία δεν πρόκειται. Η συγγραφέας δεν χαρίζεται καθόλου στον μεγάλο ψυχαναλυτή και μας αποκαλύπτει πολλές πτυχές του χαρακτήρα του, που προφανώς εκείνος δεν θα ήθελε να γνωρίζουμε (ας μη ξεχνάμε πως δυσφόρησε απίστευτα όταν οι επιστολές του προς τον Βίλχελμ Φλις αγοράστηκαν απ’ την Μαρία Βοναπάρτη).

Και δεν αναφέρομαι μόνο σ’ αυτή την περίεργη σχέση του με τον Γερμανό ωτορινολαρυγγολόγο ή στην άλλη αμφιλεγόμενη σχέση του με την κουνιάδα του, Μίνα. Ούτε μόνο στο μισογυνισμό του που λίγο-πολύ είναι γνωστός και συνάγεται απ’ όποιον-α έχει διαβάσει προσεκτικά τα βιβλία του. Η Άνα άλλωστε, η αγαπημένη του κόρη, έγραψε κάποτε: “Ορισμένες επισημάνσεις του Φρόιντ που αφορούν τη θέση της γυναίκας στον πολιτισμό, ερμηνεύονται υπό το πρίσμα του τότε αποκλεισμού των γυναικών από την επαγγελματική ζωή των ανδρών και δεν έχουν… στην εποχή μας καμία ισχύ πλέον” (σελ. 301).

Το βιβλίο εξετάζει τον Φρόιντ σε κάθε ρόλο της ζωής του και δίνει μια σφαιρική άποψη της προσωπικότητας του. Γι’ αυτό το βρήκα πολύ ενδιαφέρον ανάγνωσμα και γι’ αυτό σας το προτείνω άλλωστε. Φυσικά η συγγραφέας στηρίζεται σε στοιχεία. Δεν βγάζει μόνη της αυθαίρετα συμπεράσματα. Αλλά στέκεται και δίκαια απέναντι του. Για παράδειγμα, ξεχώρισα αυτό το σημείο:

«Στο τέλος του Σεπτέμβρη του 1918, ο Φερέντσι οργάνωσε ένα ψυχαναλυτικό συνέδριο στη Βουδαπέστη, το τελευταίο πριν την κατάρρευση της μοναρχίας. Μιας και σχεδόν όλος ο κόσμος ανήκει στους ‘εχθρούς’, μπορούν να λάβουν μέρος μόνο Γερμανοί και Αυστριακοί, οι οποίοι συγκεντρώνονται στο ξενοδοχείο Γκέλερτ, ένα λευκό μεγαλόπρεπο κτήριο από την εποχή της αλλαγής του αιώνα, με καλό φαγητό και ποτό. Το θέμα του συνεδρίου είναι: οι νευρώσεις του πολέμου. Αντίστοιχα μεγάλη είναι η συρροή όχι μόνο ορθόδοξων ψυχαναλυτών και μαθητών του Φρόιντ, αλλά επίσης στρατιωτικών γιατρών και εκπροσώπων των κυβερνήσεων. Αυτοί δεν ενδιαφέρονται βέβαια να βοηθήσουν τα θύματα, αλλά να σκληρύνουν το συναίσθημα τους, τη συνείδηση τους, ώστε να είναι πάλι ικανοί για μάχες και σφαγές. Αυτοί που βρέχουν το κρεβάτι τους, που τρέμουν, οι επιληπτικοί, οι τραυλοί, οι διαταραγμένοι, αυτοί που στα χαρακώματα έχασαν μυαλό και γλώσσα: όλοι αυτοί προσποιούνται, ζημιώνουν το πατριωτικό, αγωνιστικό πνεύμα. Η νεύρωση του πολέμου είναι η δυσαρέσκεια από τον πόλεμο, η ‘ανδρική υστερία’. Οι ασθενείς συνεχώς τιμωρούνται και ‘αναμορφώνονται’ με ηλεκτροσόκ, με κραυγές και υποχρεωτικές ασκήσεις, με τον εξαναγκασμό να τρώνε τον εμετό τους. Έτσι η ψυχανάλυση δημιουργεί ένα δεσμό με τη στρατιωτική ψυχιατρική, ένα από τα σκοτεινότερα κεφάλαια στην ιστορία της, στο οποίο ο Άμπραχαμ και άλλοι δεν είναι εντελώς αθώοι, τη στιγμή που χαρακτηρίζουν τον νευρωτικό του πολέμου ‘ασταθή’ ήδη από το σπίτι του. Σ’ αυτό το συνέδριο ο Φρόιντ δείχνει εντυπωσιακή αυτοσυγκράτηση. Όλο το θέμα του φαίνεται ύποπτο. Γνωρίζει άραγε σε τι κατάσταση θα επιστρέψουν οι γιοί του; Φυσικά το θέμα φέρνει χρήμα. Δεν θα αργήσει ο καιρός που θα πρέπει όλοι να κλείσουν τα ιατρεία τους. Αλλά αυτή τη μορφή κέρδους την απορρίπτει. Δεν γίνεται συνεργός των πολεμοκάπηλων. Δεν θα έπρεπε η επανάσταση στη Ρωσία να είναι περισσότερο ένα σημάδι ότι η ψυχανάλυση πρέπει ν’ ανοίξει τα σύνορα της, ότι πρέπει ν’ αποκτήσει κοινωνικό κι εκπαιδευτικό ρόλο για το καλό όλων κι όχι μόνο για να περνούν την ώρα τους νεόπλουτες κυρίες; Κάποτε θ’ αφυπνιστεί ‘η συνείδηση της κοινωνίας’ λέει σ’ αυτό το συνέδριο. Κάποτε θ’ αναγκαστεί ν’ αναγνωρίσει ‘ότι ο φτωχός έχει εξίσου δικαίωμα στην ψυχική βοήθεια’, όπως και στη σωματική, ‘ότι οι νευρώσεις δεν απειλούν λιγότερο την υγεια του λαού απ’ όσο η φυματίωση… Μπορεί να χρειαστεί καιρός, ώσπου το κράτος να αισθανθεί ότι αυτό το καθήκον επείγει… Κάποτε, όμως, θα πρέπει να φτάσει ως εκεί’. (σελ. 225-226)».

Επειδή από προσωπικό ενδιαφέρον έχω διαβάσει αρκετά βιβλία για τον πατέρα της ψυχανάλυσης κι έχω γράψει αυτήν κι αυτήν την ανάρτηση, έψαξα να βρω αν υπήρχαν σχετικές αναφορές και στη βιογραφία της Βαϊσβάιλερ. Δεν υπήρχαν. Τι εννοώ; Δεν αναφέρεται καθόλου το ταξίδι του στην Ελλάδα (αν κι υπάρχει πλήθος λεπτομερειών για πάμπολλα άλλα του ταξίδια), ούτε η συγγραφέας παρουσιάζει κάποια σχετική επιστολή του από κείνο το διάστημα. Δεν υπάρχει επίσης καμιά πληροφορία για τις προτιμήσεις του Φρόιντ ως αναγνώστη, πέρα απ’ την απλή αναφορά στην φιλομάθεια του. Το μόνο που υπογραμμίζεται επ’ αυτού, είναι πως διάβαζε ελληνικά έργα και τις εργασίες άλλων ειδικών.

Γράφει όμως η συγγραφέας, πως η κόρη του Ματίλντε, συναρπαζόταν απ’ την ελληνική μυθολογία κι έκλαψε πικρά όταν οι Κρητικοί άρχισαν να χάνουν στον πόλεμο με τους Μωαμεθανούς κατακτητές τους, το Μάιο του 1897. Ο ίδιος ο Φρόιντ είχε περιγράψει την οδύνη της πρωτότοκης του,  σε επιστολή του προς τον Φλις.

Η Βαϊσβάιλερ, υποστηρίζει επίσης πως ο μεγάλος ψυχαναλυτής, πλήρωσε προσωπικά το ταξίδι του Ότο Ρανκ στη χώρα μας. Το θεωρούσε εξαιρετικά σημαντικό και χρήσιμο το να επισκεφτεί κάποιος την Ελλάδα.

Σαφώς δεν είναι τυχαίο, πως όταν πέθανε, η τέφρα του φυλάχτηκε σε ένα ωραίο ελληνικό αγγείο. Είχε πλήθος τέτοιων άλλωστε στο γραφείο του και όσο ζούσε.

Τα υπόλοιπα (και ειδικά όσα αφορούν την ψυχανάλυση), αξίζει να τα διαβάσετε μόνοι σας, αλλά θεωρώ χρήσιμο να ρίξετε μια ματιά και στα άρθρα που θα βρείτε εδώ κι εδω. Αν σας ενδιαφέρει τέλος, υπάρχει εδώ ένα ενδιαφέρον video για τη ζωή του, που είναι υποτιτλισμένο στα ελληνικά.

Αν κι οι πληροφορίες μοιάζουν να είναι αρκετές, είμαι βέβαιη πως παρ’ όλα αυτά αγνοούμε πολλά ακόμη για κείνον. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε το ότι από το 1885, είχε γράψει στην τότε μνηστή του και μετέπειτα συζυγό του Μάρθα,ό τι είχε καταστρέψει τις σημειώσεις, τις επιστολές και τα χειρόγραφα των 14 χρόνων που είχαν προηγηθεί, μιας κι δεν είχε καμιά διάθεση να διευκολύνει τους βιογράφους του όπως δήλωνε ευθαρσώς.

«Ο άνθρωπος«, γράφει ο Αnthony Storr (Freud: A very short introduction, Oxford University Press, 1989), «που ανάλωσε τη ζωή του ερευνώντας τα ενδόμυχα μυστικά, που άλλοι παλεύουν να κρύψουν από τον εαυτό τους και τους άλλους, ήταν εξίσου εξαιρετικά διστακτικός να αποκαλύψει τα δικά του«.

Καλή σας ανάγνωση.

.

.

.

.

..

Το τελευταίο βιβλίο που διάβασε ο Freud..

.

.

Το ότι ο Sigmund Freud  διάβαζε πολύ και συνεχώς κατά τη διάρκεια της ζωής του, είναι κάτι που μπορεί να το φανταστεί και να το συνάγει κάποιος που γνωρίζει το έργο του.

Οι βιογράφοι του αναφέρουν πως απ’ την ηλικία των οκτώ ετών βουτούσε στις σελίδες του Ομήρου, του Goethe, του Schiller κ.α.

Προφανώς μελετούσε φιλοσοφία, αρχαιολογία και ιστορία κι οπωσδήποτε ανθρωπολογία για να μπορέσει να παραθέσει τις πληροφορίες που υπάρχουν για παράδειγμα, στο “Totem and taboo”.

Το ότι διάβαζε επίσης ποίηση, θέατρο και λογοτεχνία, γίνεται φανερό σε αρκετά σημεία των βιβλίων του, καθώς παραπέμπει στον Shakespeare και σ’ άλλους μεγάλους των γραμμάτων.

Το εύρος των γνώσεων του ήταν πράγματι αξιοθαύμαστο και ενδιαφερόταν ως φαίνεται, σχεδόν για κάθε πλευρά της ανθρώπινης συμπεριφοράς.

To “Paradise Lost” του Milton, όπως έλεγε, ήταν ένα απ’ τα αγαπημένα του βιβλία και φυσικά είχε διαβάσει Twain, Goethe, Siller, Zola, Kipling, Heine, κ.α.

Διατηρούσε επίσης πολύχρονη αλληλογραφία με τον Thomas Mann, τον Stefan Zweig και άλλους σημαντικούς συγγραφείς με τους οποίους ανέλυε τόσο θέματα γενικού ενδιαφέροντος, όσο και ζητήματα που έθιγαν στα έργα τους.

Εσκεμμένα δεν διάβασε πολύ Nietzsche, γιατί όπως ανέφερε κάποτε, φοβόταν ότι θα έβρισκε στα κείμενα του πολλές απ’ τις προσδοκίες, απ’ τις προβλέψεις της ψυχανάλυσης.

Το τελευταίο βιβλίο όμως που διάβασε, τον συγκίνησε ιδιαίτερα κι ένιωσε πως κάτι τον συνέδεε μυστικά με τον ήρωα του. Tαυτίστηκε τόσο, ώστε να θεωρεί πως ότι είχε συμβεί στον ήρωα, συνέβαινε και στον ίδιο.

Το La Peau de Chagrin, του Honore de Balzac,είναι το βιβλίο για το οποίο γίνεται λόγος. 

Σ’ αυτό του το έργο ο συγγραφέας χρησιμοποίησε φανταστικά στοιχεία, αλλά παρέθεσε κι εξαιρετικά λεπτομερείς περιγραφές, με σκοπό να πετύχει μια ρεαλιστική απεικόνιση των υπερβολών του αστικού υλισμού.

.

.

Το μαγικό δέρμα λοιπόν, κάθε φορά που εκπλήρωνε κάποια επιθυμία του κατόχου του, Raphaël de Valentin, του αφαιρούσε μέρες από τη ζωή του. Kάποιοι μελετητές ισχυρίζονται γι’ αυτό το μυθιστόρημα ο Balzac βασίστηκε σε κοζάκικους μύθους με ανάλογη θεματολογία, αλλά λίγη σημασία έχει αυτό.

Η πιο ενδιαφέρουσα συσχέτιση πάντως, είναι αυτή με τον «Faust» του Goethe.

Είναι πιθανόν να επηρεάστηκε απ’ το συγκεκριμένο έργο και ο Oskar Wilde όταν έγραψε το “The picture of Dorian Grey”, καλύτερα όμως να μην ασχοληθούμε περαιτέρω με φιλολογικές αναλύσεις, αφού αυτό που κυρίως αξίζει να φωτιστεί, είναι η ταύτιση του Freud με τον Valentin.

Το τέλος της ιστορίας του Balzac, βρίσκει τον ήρωα εξαθλιωμένο, θυμωμένο κι ανίσχυρο. Είχε αποκτήσει οτι είχε ευχηθεί, αλλά αυτά που ευχήθηκε δεν ήταν προφανώς αυτά που έπρεπε να είχε επιθυμήσει.

Κι ο Freud διάβασε το βιβλίο ενώ είχε κερδίσει φήμη, σεβασμό, αναγνώριση, θαυμασμό κι αγάπη. Άνθρωποι όπως η Virginia Woolf, o Salvator Dali, o  Abraham Salom Yahuda, ερχόταν να τον δουν στο σπίτι του στο Λονδίνο, διατηρούσαν αλληλογραφία μαζί του, τον συμβουλεύονταν για θέματα που τους απασχολούσαν.

Έπασχε όμως ήδη 16 χρόνια (από το 1923) από καρκίνο, είχε υποβληθεί σε δύσκολες χειρουργικές επεμβάσεις, δεν μπορούσε να φάει, να μιλήσει, να καπνίσει τα αγαπημένα του πούρα. Υπέφερε καθημερινά κι η ποιότητα της ζωής του σαφώς είχε διαφοροποιηθεί.

Η κόρη του τον βοηθούσε κατά καιρούς ν’ αφαιρέσει το «τέρας«, την τεράστια μεταλλική πρόσθεση που έχει αντικαταστήσει ένα μεγάλο κομμάτι της γνάθου και του ουρανίσκο του στη δεξιά πλευρά. Η διαδικασία έφτανε να διαρκεί ως και 30 λεπτά της ώρας.

Κάποιες φορές, την πρόσθεση αφαιρούσε ο γιατρός του για να τον αφήσει λίγο να ξεκουραστεί, να μπορέσει να φάει και να μιλήσει χωρίς να πονάει.. Αλλά τότε, ο ιστός που την περιέβαλλε συρρικνωνόταν και για να ξανατοποθετηθεί στο στόμα του, έπρεπε να τροποποιηθεί εκ νέου.

Ο αγαπημένος του σκύλος δεν τον πλησίαζε πια εύκολα, εξαιτίας της σήψης των οστών του προσώπου του.

.

.

Είπε λοιπόν στο γιατρό του, Max Schur, όταν τέλειωσε την ανάγνωση, πως αυτό ήταν το κατάλληλο βιβλίο για κείνον, αφού διαπραγματευόταν την πείνα και την συρρίκνωση. Ο Freud έχανε καθημερινά τη μάχη και το γνώριζε.

Στις 21 Σεπτεμβρίου 1939, του θύμησε μια κουβέντα που είχαν κάνει οι δυό τους, χρόνια πριν, κατά τη διάρκεια της οποίας ο γιατρός του είχε υποσχεθεί να τον βοηθήσει να φύγει απ’ τη ζωή, αν φτάσει σ’ ένα στάδιο που τίποτα πια δεν θα γίνεται, που δεν θα υπάρχει ελπίδα, που η ζωή του θα είναι ένα καθημερινό μαρτύριο.

Και το μόνο που του απέμεινε ήταν να πεθάνει με την αξιοπρέπεια, που ο καρκίνος του, ο παλιός του φίλος, όπως τον αποκαλούσε, αισθανόταν ότι του στερούσε.

Ήθελε ωστόσο να ενημερωθεί και η κόρη του Anna και να είναι σύμφωνη με την επιθυμία του, πράγμα το οποίο έγινε. Αν και η Anna αρχικώς ήθελε ν’ αναβάλλει για ένα διάστημα ακόμη, ο πατέρας της την απόφαση του, τελικά πείστηκε απ’ τον Schur  πως η αναβολή δεν θα είχε κανένα νόημα.

Την ίδια μέρα, ο Schur, του χορήγησε δύο υπερβολικά μεγάλες δόσεις μορφίνης και την επόμενη, 22 Σεπτεμβρίου, την τρίτη και τελευταία.

Ο Freud έπεσε σε κώμα, αλλά ήταν ακόμα ζωντανός. Πέθανε τελικά στις 3 το πρωί του Σαββάτου , στις 23 Σεπτεμβρίου του 1939. Δηλαδή τη μέρα, που οι Εβραίοι γιορτάζουν την πιο σημαντική τους γιορτή, το Yom Kippur. Και παρακάτω βλέπετε την ολοσέλιδη αναγγελία του θανάτου του από γαλλική εφημερίδα, που φωτογράφησα στο Μουσείο Freud στη Βιέννη, τον Ιούλιο του 2018.

.

Πρωτοσέλιδη αναγγελία θανάτου του Φρόιντ 2

.

Σας προτείνω όπως πάντα να δείτε τους συνδέσμους του κειμένου και φυσικά, να διαβάσετε για περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με τη ζωή του Freud στο Λονδίνο το τελευταίο διάστημα αλλά και για τις συνθήκες του θανάτου του, το εξαιρετικό βιβλίο του Mark Edmundson The Death of Sigmund Freud: The Legacy of His Last Days«, στο οποίο βρήκα και πολλά απ’ τα ενδιαφέροντα στοιχεία που παραθέτω. Υπάρχουν αναφορές στη σχέση του Freud με την θρησκεία, γίνεται λόγος για το τι πίστευε για το φασισμό, για το θάνατο, για την εξέλιξη της ψυχανάλυσης και τη διάδοση της κ.α.

Καλή ανάγνωση.

.

.

*Σπάνιες φωτογραφίες του Freud, μπορείτε να δείτε  εδώ. H φωτογραφία του βιβλίου του Balzac, είναι από εδώ και η φωτογραφία του Freud που διαβάζει, από εδώ. Η τελευταία της αναγγελίας του θανάτου του τραβήχτηκε από μένα, τον Ιούλιο του 2018, στη Βιέννη.

.

.

.

.

Όταν ο Φρόιντ ήρθε στην Ελλάδα…

.

.
Freud

.

Όταν ο Φρόιντ ήρθε στην Ελλάδα, ήταν φθινόπωρο του 1904.  Συγκεκριμένα έφτασε στην χώρα μας στις 3 του Σεπτέμβρη, με δρομολόγιο της εταιρίεας Lloyd, συνοδευόμενος από τον μικρό του αδερφό Alexander (ο οποίος ονομάστηκε έτσι μετά από επιμονή του ίδιου του Φρόιντ, που έτρεφε μεγάλο θαυμασμό για τον Αλέξανδρο τον Μακεδόνα). Οι δυο τους ήταν προηγουμένως διακοπές στην Ιταλία και σκόπευαν έτσι κι αλλιώς να έρθουν στην χώρα μας, με την διαφορά ότι ο πρώτος τους σταθμός, σχεδίαζαν να είναι η Κέρκυρα. Άλλαξαν όμως τα σχέδια τους, όταν κάποιος φίλος του Αλέξανδρου, τους υπέδειξε ως καταλληλότερο προορισμό την Αθήνα, λόγω του καύσωνα που είχε η Κέρκυρα τότε, αλλά και των πολύ βολικών δρομολογών της εταιρείας που προαναφέραμε.

Έφτασαν λοιπόν στην Αθήνα, κατέλυσαν στο δωμάτιο 31 του ξενοδοχείου «Αθηνά», και καθώς ο Βιεννέζος ψυχαναλυτής πρόσεχε πολύ τους αριθμούς εξαιτίας της πεποίθησης του ότι θα πέθαινε μεταξύ 61 και 62 ετών (το είχε αναφέρει σε επιστολή του στον Γιουνγκ, στις 16 Απριλίου 1909), δυσαρεστήθηκε με το γεγονός γιατί σκέφτηκε ότι το νούμερο  αυτό ήταν το μισό του 62. Έγραψε τότε ότι ήταν «πραγματικά παράξενο» το πόσο συχνά οι αριθμοί 61 ή 60 εμφανίζονταν ξαφνικά σε συνδυασμό με το 1 ή το 2, όπως διάβασα στο βιβλίο του Anthony Storr (Freud: A very short introduction, Oxford University Press, 1989). Για να δούμε όμως μαζί τι έγινε στη συνέχεια…

Αφού ο Φρόιντ έβαλε το καλύτερο του πουκάμισο, επισκέφτηκαν το Θησείο, ήπιαν καφέ κι ανέβηκαν στην Ακρόπολη. Έμειναν εκεί για 2 ώρες και την επόμενη μέρα ξαναπήγαν και ξόδεψαν όλο σχεδόν τον χρόνο τους εκεί. Η βροχή τους έκανε να καταφύγουν στο υπόστεγο του Μουσείου, το οποίο όμως ήταν κλειστό κι έτσι έμειναν να θαυμάζουν την θέα της πόλης από ψηλά.

Για τον Φρόιντ αυτές οι ώρες στην Ακρόπολη, ήταν εξαιρετικά σημαντικές και τις θυμόταν ως το θάνατό του, επειδή έπαθε κάτι εκεί που ο ίδιος ονόμασε «σύγχυση της μνήμης» και το περιέγραψε εκτενώς σε γράμμα που έστειλε στον φίλο του Romain Rolllan. Ήταν σαν να μην πίστευε ότι το μνημείο αυτό, για το οποίο τόσα είχε μάθει και διαβάσει, υπήρχε όντως. .

Εκείνο ακριβώς το γράμμα, ήταν η αφορμή γι’ αυτή την ανάρτηση. Βρήκα το περιεχόμενο του στο βιβλίο «Freud, Proust and Lacan: theory as fiction» που μπορείτε κι εσείς να διαβάσετε και σκέφτηκα να ψάξω λίγο περισσότερο το θέμα, μιας και είναι δηλωμένο το ενδιαφέρον μου για την Ιστορία και κατ’ επέκταση και για την Ιστορία της Ψυχολογίας. Υπάρχουν πολλά επιμέρους ζητήματα λοιπόν, για όποιον θέλει να μελετήσει περισσότερο τα παραλειπόμενα αυτού του ταξιδιού.

Μια εκτενέστατη μελέτη γι’ αυτό το ταξίδι κατάφερα να βρω και στα ελληνικά και σας προτείνω να την διαβάσετε κάνοντας κλικ εδώ. Tην υπογράφει η Δρ. Irene Lang-Γρυπάρη. Κάποιες λεπτομέρειες αναφέρονται επίσης και στη βιογραφία του Φρόιντ, που έγραψαν ο Rene Major και η Chantal Talagrand και κυκλοφόρησε πρόσφατα απ’ την εφημερίδα «Το Βήμα» και τις εκδόσεις «Κασταλία». Οι δεσμοί του άλλωστε με την Ελλάδα ήταν πάντα ισχυροί. Αρκεί να πούμε πως έγραφε στα αρχαία ελληνικά το ημερολόγιο του όταν ήταν μικρός και βέβαια όλοι ξέρουμε πως οι θεωρίες του βρίθουν ελληνικών όρων και χρησιμοποίησε γνωστούς μας μύθους.Να μάλιστα τι έγραφε στην επιστολή με αριθμό 142, στις 15 Οκτωβρίου 1897: 

«Βρίσκω και σε μένα το ερωτικό αίσθημα για τη μητέρα και τη ζήλια προς τον πατέρα και τώρα τα θεωρώ ένα γενικό φαινόμενο της παιδικής ηλικίας. Αν είναι έτσι, μπορεί να καταλάβει κανείς τη δύναμη που έχει ο Οιδίππους Τύραννος, παρ’ όλες τις αντιρρήσεις που εγείρει η λογική εναντίον αυτού που έχει προεξοφλήσει το πεπρωμένο. Ο ελληνικός μύθος καταπιάνεται με έναν εξαναγκασμό που ο καθένας αναγνωρίζει γιατί έχει αισθανθεί την ύπαρξή του στον εαυτό του. Κάθε ακροατής υπήρξε κάποτε, σε λανθάνουσα κατάσταση και στη φαντασία του, αυτός ο Οιδίποδας«. Κάθε ακροατής ίσως, κάθε ακροάτρια πάντως όχι, εδώ που τα λέμε. Ας είναι όμως.

Ένα απ’ τα πιo αγαπημένα του βιβλία επίσης, ήταν «Οι Διανοητές της Ελλάδας» του John Stuart Mill και είναι ευρέως γνωστό ότι διατηρούσε επί πολλά χρόνια φιλική σχέση με την ψυχαναλύτρια  Μαρία Βοναπάρτη, κόρη του Ρολάνδου Βοναπάρτη, ανιψιού του Ναπολέοντα, που τότε ήταν πριγκίπισσα της Ελλάδας, η οποία και τον βοήθησε να διαφύγει στην Αγγλία το 1938. Σε κείνην λοιπόν είπε, πως οι κολώνες της Ακρόπολης με το κεχριμπαρένιο τους χρώμα, ήταν το ωραιότερο πράγμα που είχε δει στην ζωή του.

Φωτογραφίες από αυτό το ταξίδι, δεν σώζονται. Σώζονται όμως επιστολικά δελτάρια που ο Φρόιντ έστειλε στην γυναίκα του, την Μάρθα και θα δείτε κάποια απ’ αυτά στους παραπάνω επισυναπτόμενους συνδέσμους. Έτσι, γνωρίζουμε πως μετά την Αθήνα, τα δύο αδέρφια πήγαν με το τρένο στην Κόρινθο, την πόλη της παιδικής ηλικίας του Οιδίποδα, κι ακολούθως επισκέφτηκαν την Πάτρα, απ’ όπου κι αναχώρησαν στις 10 το βράδυ, της 6ης Σεπτεμβρίου, με προορισμό την Τεργέστη.

Περισσότερα πράγματα για την ζωή του Φρόιντ, μπορείτε να δείτε και να διαβάσετε στο μουσείο που είναι αφιερωμένο σε κείνον και θα το βρείτε εδώ, στην ψηφιοποιημένη συλλογή που τον αφορά και περιλαμβάνει πλήθος εγγράφων και φωτογραφιών, αλλά σας προτείνω τέλος, να μελετήσετε και όλα τα κείμενα που «κρύβονται» στα link, ώστε να έχετε πιο ολοκληρωμένη άποψη. 

Καλή σας ανάγνωση.

.

.

.