ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ‘Ψ’: 20 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ Ν. 2716/99 ΤΙ ΑΠΕΜΕΙΝΕ ΑΠ΄ΟΣΑ ΠΡΟΒΛΕΠΕ ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΜΚΟ;

Κάνοντας έναν ειλικρινή απολογισμό των 20 χρόνων 
«ψυχιατρικής μεταρρύθμισης» βάσει του ν. 2716/99 (η 
θεματική αυτού του συνεδρίου), ένα πρώτο συμπέρασμα θα μπορούσε να είναι ότι, προκειμένου να μπορεί να υπάρξει μια πραγματική εκτίμηση του τι έγινε όλα αυτά τα χρόνια στο χώρο της Ψυχικής Υγείας, αυτό που έχει πρωτεύουσα  σημασία, είναι, κατ΄ αρχήν, το νόημα που δίνουμε στο όρο «μεταρρύθμιση». 

  Για ποιά «μεταρρύθμιση» μιλάμε; Αυτή που, στη βάση ενός χειραφετητικού προτάγματος για την Ψυχική Υγεία, θα 
κατευθυνόταν προς ένα κοινοτικά βασισμένο σύστημα 
υπηρεσιών, με το ξεπέρασμα του ψυχιατρείου, του  γκλεισμού και των κατασταλτικών πρακτικών, καθώς και μιας βιολογικής, στενά κλινικής ψυχιατρικής των διαγνωστικών συστημάτων και των φαρμακοβιομηχανιών, αυτής που «χάνει τον άνθρωπο πίσω από την αρρώστια»; 

  ΄Η αυτή που είδαμε να υλοποιείται όλα αυτά τα χρόνια, με 
την μεταστέγαση των ασθενών από τα ψυχιατρεία (αντί για την Αποϊδρυματοποίησή τους) σε στεγαστικές δομές του  δημοσίου και των ΜΚΟ, χωρίς καμιά τομεοποίηση, χωρίς  κοινοτικές υπηρεσίες, με ΚΨΥ απλώς ως εξωτερικά ιατρεία,  με την αποσυνδεδεμένη και επιδερμική λειτουργία Κινητών  Μονάδων; Με τις στεγαστικές δομές, στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, να λειτουργούν σαν μικρά άσυλα: με την άνωθεν ιδρυματική διαχείριση τη ζωής των ενοίκων, με τη  χρήση, συχνά, μηχανικών καθηλώσεων και απομονώσεων,  με κάμερες (ιδιαίτερα σε δομές των ΜΚΟ). Και, ταυτόχρονα,  με απολύσεις εργαζομένων από τις ΜΚΟ ψυχικής υγείας,  που είτε αντέδρασαν στην παράνομη παρακράτηση των  συντάξεων των ενοίκων, είτε διαφώνησαν με τις άνωθεν  επιβαλλόμενες ιδρυματικές πρακτικές. 

  Όλα αυτά μπορούν να περιγραφούν πολύ περιληπτικά με 
έναν μόνον αριθμό: το απίστευτο ποσοστό του 65% των 
εισαγωγών για ψυχιατρική νοσηλεία να είναι ακούσιες 
νοσηλείες-σχεδόν πιο μεγάλο απ΄ ό,τι πριν αρχίσει η 
«μεταρρύθμιση» που, οφείλουμε να πούμε, δεν έγινε 
ποτέ… γεννήθηκε νεκρή.   

Το μόνο που έχει απομείνει από τις προσδοκίες που, έστω με στρεβλό τρόπο, άνοιξε ο ν. 2716/99, ήταν η, κατ΄εντολήν της ΕΕ, καθιέρωση των ΜΚΟ (αλλά και του κερδοσκοπικού τομέα) στην διαχείρισης των δομών αυτής της νεοϊδρυματικής μεταρρύθμισης.   

Στην αρχή παρουσιάστηκαν ως οι φορείς που θα έπαιρναν 
στις στεγαστικές τους δομές τους λεγόμενους «δύσκολους» ασθενείς από τα ψυχιατρεία. Καταλήγοντας, ωστόσο,  σύντομα σε πρακτικές επιλογής των πιο «εύκολων» και «διαχειρίσιμων» ατόμων και σε επιστροφές στα ψυχιατρεία  αυτών που δεν κατάφερναν (και βασικά ποτέ δεν έμαθαν πώς) να διαχειριστούν, σύμφωνα και με τις αυτό- επιβαλλόμενες νόρμες λειτουργίας των δομών τους. Μια  πρακτική όπως της αγοράς «εμπορεύματος» με «κάρτα  αλλαγής» και επιστροφή, όταν το «εμπόρευμα» το  βρίσκουμε «ελαττωματικό».   

Είχαμε, ταυτόχρονα, τα φαινόμενα των επί πληρωμή  απογευματινών επισκέψεων για ψυχοθεραπείες, τις  οικογενειοκρατούμενες «εταιρικές» σχέσεις, πολλές  περιπτώσεις διαφθοράς, τις διαπλεκόμενες διαδρομές με  τον ιδιωτικό τομέα (κλινικές κλπ) κ.α, αλλά, πρωτίστως, τον κρατικοδίαιτο χαρακτήρα τους, αφού η κύρια οικονομική  πηγή τους είναι τα ασφαλιστικά ταμεία και ο κρατικός κορβανάς, παρά τις κατηγορίες που κατά καιρούς εκτοξεύουν, σε όσους τις αμφισβητούν, περί κρατισμού κλπ.

Δεν είναι τυχαίο που στο συνέδριο αυτό γίνεται αναφορά και στα 10 χρόνια από το σύμφωνο Σπίντλα-παραλείποντας, όχι  τυχαία, και το άλλο όνομα της συμφωνίας που ήταν αυτό του τότε Υπουργού Υγείας (της ΝΔ) Αβραμόπουλου, που,  βέβαια, δεν συμφέρει κάποιους η αναφορά του, τώρα που  ανέβηκαν σε θώκους της παρούσας κυβέρνησης, καθώς είναι οι ίδιοι που τότε τον ανέφεραν επαινετικά, όπως  διαβάζει κανείς στην πανηγυρική κοινοποίηση του  συμφώνου, υπογεγραμμένη από τον επικεφαλής της  ΠΕΨΑΕΕ (και τώρα σύμβουλο του Υπουργείου Εργασίας)  και τον υπεύθυνο της ΕΠΑΨΥ, προς το, τότε, «Δίκτυο Αργώς». Πανηγύριζαν γιατί η ΕΕ φρόντισε για την  επαναχρηματοδότησή τους, γράφοντας τα εξής μνημειώδη:

«Η εξέλιξη αυτή αποτελεί και ένα επιτυχές επισφράγισμα της  σταθερής πολιτικής του Δικτύου να διατηρεί σταθερή επικοινωνία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και να ασκεί σε  πολλά επίπεδα πίεση σε ευρωπαϊκό επίπεδο, θεωρώντας την Ε.Ε. ως τον πιο κρίσιμο παράγοντα για την εξέλιξη της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης στην Ελλάδα.”

Έτσι δεν είναι καθόλου τυχαίο που, λίγα χρόνια μετά, μέσα 
από τους διαύλους της άμεσης επικοινωνίας με τους 
πάτρωνές του στις Βρυξέλλες, το «Δίκτυο Αργώς» έγραφε, 
την 1η Αυγούστου 2011, μέσω του προέδρου του, προς τον 
τότε Επίτροπο Κοινωνικών Υποθέσεων κλπ, της ΕΕ, Λάζλο 
Αντόρ: 

  «Αγαπητέ Επίτροπε, όπως είναι παγκοσμίως γνωστό, η  Ελλάδα αντιμετωπίζει μια σοβαρή οικονομική κρίση. Κάτω από αυτό το πλαίσιο τα μέλη του Δικτύου Αργώς θα συμμετάσχουν ενεργά στην Εθνική προσπάθεια για την εφαρμογή του τρέχοντος προγράμματος οικονομικής προσαρμογής…». Και παρακάτω: «Να εξαιρεθεί το πρόγραμμα Ψυχαργώς και η ψυχιατρική μεταρρύθμιση από την δημοσιονομική προσαρμογή και το Μνημόνιο».   

Πράγματι η ΕΕ έσπευσε να διασώσει τις ΜΚΟ ψυχικής  υγείας και την περίοδο 2013-15 με έκτακτη χρηματοδότησή  τους (105 εκ ευρώ), όταν οι υπόλοιπες υπηρεσίες  λιμοκτονούσαν από τις περικοπές και διαλύονταν.   

Η ΕΕ ενδιαφέρεται για το μέλλον των ΜΚΟ γιατί είναι 
αναπόσπαστα εργαλεία του μέλλοντος που έχει σχεδιάσει και βάλει ήδη σε εφαρμογή, όχι μόνο για τις εργασιακές  σχέσεις (ιδιωτικοποιημένες, επισφαλείς, προσωρινές κλπ),  αλλά και για ένα κοινωνικό κράτος διαλυμένο, απλώς  πυροσβεστικού χαρακτήρα, για να σβήνει περιστασιακά τις  φωτιές που ανάβει διαρκώς, από την ίδια της τη φύση και  την αμετάκλητη κρίση που αντιμετωπίζει, η ίδια η λειτουργία του οικονομικού και κοινωνικού συστήματος. Οι ΜΚΟ είναι  αυτά ακριβώς τα εργαλεία για την διαχείριση που έχει  ανάγκη το σύστημα, όπως άλλωστε φαίνεται και από το νέο  (και, προς ώρας, πιο προσοδοφόρο) πεδίο δράσης τους, τα  τελευταία χρόνια, που έχει να κάνει με το προσφυγικό. Και  δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι και η τωρινή κυβέρνηση δίνει τα  όποια νέα οικοτροφεία, για τα οποία παίρνει χρηματοδότηση μέσω ΕΣΠΑ, στις ΜΚΟ.   

Είναι χαρακτηριστικό ότι εκπρόσωπος γνωστής ΜΚΟ  τάχθηκε, πριν λίγες μέρες, υπέρ του πρόσφατου  νομοσχεδίου για την «υποχρεωτική θεραπεία στην  κοινότητα». Παρουσιάζοντας ως κοινοτική παρέμβαση κάτι  που αποτελεί διάχυση της ψυχιατρικής καταστολής στην κοινότητα. Αν έτσι βλέπουν οι ΜΚΟ την στροφή στην  κοινότητα (και γνωρίζουμε, από πολλού, ότι αυτοί είναι οι  ορίζοντες εντός των οποίων λειτουργούν) τότε καταλαβαίνει  κανείς αυτό που συμβαίνει καθημερινά σ΄ αυτά τα μικρά  ιδιωτικοποιημένα άσυλα.   

Η συμπλήρωση των είκοσι χρόνων του ν. 2716/99 δεν είναι  για πανηγυρισμούς για την μη «ψυχιατρική μεταρρύθμιση»,  αλλά «ημέρα μνήμης» για τα αποκαΐδια της και  αναστοχασμού για το πώς θ΄ ανοιχτούν διαδρομές πέρα  από την όποια μορφή ιδιωτικοποίησης, κερδοσκοπικής ή  δήθεν «μη κερδοσκοπικής», πέρα από το κυρίαρχο  ψυχιατρικό παράδειγμα (στην πράξη και όχι στα λόγια),  πέρα από το ψυχιατρείο και τον εγκλεισμό, προς μια  χειραφετητική Ψυχική Υγεία, κάτω από τον έλεγχο των  εργαζομένων σ΄ αυτήν, των χρηστών των υπηρεσιών και  της κοινωνίας.

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

16/5/19



ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ ‘Ψ’: ΒΗΜΑΤΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΙΔΡΥΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΠΑΛΑΙΩΣΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΑΤΑΣΤΑΛΤΙΚΟ ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ

Αν και σε κατάσταση διαιωνιζόμενης ιδρυματικής αδράνειας και αποτελμάτωσης, το σύστημα των υπηρεσιών ψυχικής υγείας δεν παύει να σχεδιάζει και να υλοποιεί κινήσεις προς μια περαιτέρω κατασταλτική μετάλλαξή του, η οποία παράγεται και τροφοδοτείται ως αναπόφευκτη μετεξέλιξη αυτής ακριβώς της αποτελμάτωσης. Κινήσεις που, όπως έχει πλέον γίνει κανόνας, πλασάρονται και προβάλλονται ως το τελείως αντίθετο από αυτό που πραγματικά είναι.

Ένα παράδειγμα αποτελεί αυτό που μετά βαΐων και κλάδων ετοιμάζεται στην ψυχιατρική κλινική του νοσοκομείου Γεννηματάς, με το σύνηθες ρούχο του «νέου παραδείγματος», όπου η μέχρι τώρα λειτουργία της ψυχιατρικής κλινικής βαφτίζεται ως «βραχείας νοσηλείας» και θα συμπληρώνεται, πλέον, από ένα τμήμα «οξέων περιστατικών», «χωροταξικά και κλινικά» διαχωρισμένο από το μέχρι τώρα τμήμα. Εύκολα μπορεί κανείς να φανταστεί σε τι θα συνίσταται αυτός ο «χωροταξικός και κλινικός διαχωρισμός» : μια καθαυτό ψυχιατρική κατασκευή και ταξινόμηση του «εύκολα και δύσκολα διαχειρίσιμου περιστατικού», που ανταποκρίνεται όχι στις ανάγκες του πάσχοντος, αλλά στον κατασταλτικό έλεγχο της ψυχιατρικής (με περαιτέρω απρόσκοπτες τις μέχρι τώρα, ούτως ή άλλως αυτονόητες, μηχανικές καθηλώσεις κλπ). Αντί για άνοιγμα «προς τα έξω», ανοιχτές πόρτες, χωρίς καμιά καταστολή, με ανοιχτό διάλογο και ισότιμη επικοινωνία(που θα ήταν στην κατεύθυνση προς μια πραγματική ψυχιατρική μεταρρύθμιση), στροφή προς πιο επεξεργασμένες και«ασφαλείς» πρακτικές του παλαιο-ιδρυματισμού, ακραιφνώς μεταφερμένες από το ψυχιατρείο στα γενικά νοσοκομεία. 

Όλα αυτά με το αλατοπίπερο της ψυχοθεραπείας, φυσικά σε επιλεγμένους ασθενείς, σαν κάτι το καινούργιο, λες και η ψυχοθεραπευτική προσέγγιση, ως μέρος μιας ολιστικής προσέγγισης, δεν ήταν κάτι το ανέκαθεν αυτονόητο για όποια ψυχιατρική φροντίδα αποσκοπούσε στο να είναι στοιχειωδώς θεραπευτική και όχι απλώς ελεγκτική. 

 Και με το αίτημα πάντα επικρεμάμενο, αφού τα γενικά νοσοκομεία αυτοπροσδιορίζονται ως «βραχείας νοσηλείας», να υπάρξουν τμήματα «μέσης νοσηλείας» στα ψυχιατρεία, για τις «θεραπευτικές αποτυχίες του συστήματος» που ορίζονται ως «δύσκολες περιπτώσεις» και, ως εκ τούτου, χρειάζονται μακρόχρονη νοσηλεία. 

Σ΄αυτό έχει ήδη σπεύσει να απαντήσει το Υπουργείο Υγείας μέσω των αρμόδιων επιτροπών του για την ψυχιατρική ντι)μεταρρύθμιση, με την συγκρότηση του «Τομεοποιημένου Σχεδιασμού Ανάπτυξης Μονάδων Ψυχικής Υγείας» – αυτόν το τραγέλαφο σχεδιασμού υπηρεσιών και τομεοποίησης, στον οποίο έχει αναφερθεί η Πρωτοβουλία με προηγούμενη ανακοίνωσή της, αλλά που ξαναδημοσιεύτηκε τον Οκτώβριο με κάποιες φραστικές αλλαγές και προσθήκες. 

 Μια από τις προσθήκες αφορά τα «Προτεινόμενα Βασικά Στοιχεία των Νέων Οργανισμών των Ψυχιατρικών Νοσοκομείων». Εδώ προτείνεται η διατήρηση των ψυχιατρείων, αλλά με μειωμένες τις μονάδες εισαγωγών(ονομάζονται και εδώ «βραχείας νοσηλείας»)στις τέσσερις (4), από εννέα (9) που είναι τώρα στο Δαφνί και έξι (6) στο Δρομοκαΐτειο. Προβλέπεται, όμως, ότι κάθε κλινική θα έχει και μονάδα «μέσης νοσηλείας», ένας ευφημισμός για το τμήμα χρονίων της«νέας εποχής». Εδώ άραγε θα μπορούν να στέλνουν και οι ψυχιατρικές κλινικές των γενικών νοσοκομείων τις «θεραπευτικές αποτυχίες» της νοσοκομειοκεντρικής/ιδρυματικήςπρακτικής τους;

Φυσικά, καμιά αναφορά για το αν υπάρχει έστω και ένας στοιχειώδης σχεδιασμός για το πού θα μεταφερθούν αυτές οι μονάδες εισαγωγών που φαίνεται να καταργούνται στα ψυχιατρεία. Δεν παραλείπεται, ωστόσο,η πρόβλεψη για δημιουργία δυο (!) μονάδων ψυχιατροδικαστικού τμήματος σε κάθε ψυχιατρείο, του περίκλειστου, δηλαδή,τμήματος για τους «ακαταλόγιστους» του αρ. 69 ΠΚ. 

Είναι ενδιαφέρον ότι, αν και πέρασε πάνω από ένας μήνας από την δημοσιοποίηση αυτού του σχεδίου οργανισμού, δεν υπήρξε καμιά αντίδραση από τα συνδικάτα των ψυχιατρείων, που πάντα αντιδρούσαν απέναντι σε κάθε κίνηση συρρίκνωσης/κλεισίματος των ψυχιατρικών ασύλων. Ίσως γιατί, τουλάχιστον σύμφωνα με τα σχέδιο (γιατί κανείς δεν ξέρει τι τελικά θα γίνει στην πράξη), φαίνεται να διατηρείται ο αριθμός των θέσεων του προσωπικού μέσα από μιαν αναδιάταξη των μονάδων που συγκροτούντα ψυχιατρεία, με ψυχογηριατρικά τμήματα, με ενδονοσοκομειακές δομές «επανένταξης», με τμήματα απεξάρτησης, με συνυπολογισμό του προσωπικού που εργάζεται στις εξωνοσοκομειακές στεγαστικές δομές (στο βαθμό, φυσικά, που δεν υλοποιηθεί το αρχικό σχέδιο να μεταφερθούν στην Περιφέρεια), με παθολογικό και εργαστηριακό τομέα. Χωρίς ν΄ αλλάζει στο παραμικρό ο τρόπος λειτουργίας, η κατασταλτική κουλτούρα και πρακτική, η «περιστρεφόμενη πόρτα», χωρίς καμιά στροφή στην κοινότητα,με τους γιγαντοτομείς που έχουν σχεδιαστεί των τριακοσίων και τετρακοσίων χιλιάδων πληθυσμού αναφοράς, πάντα στα χαρτιά βέβαια, χωρίς καμιά εφαρμογή – η οποία,και αν γινόταν, με τέτοιους γιγαντοτομείς δεν θα άλλαζε τίποτα. 

Μέσα σε όλο αυτό το εσαεί ανακάτεμα του ιδρυματικού χυλού της κυρίαρχης ψυχιατρικής δεν θα μπορούσαν να λείπουν και κάποια εξωραϊστικά περιτυλίγματα του αμετάκλητα νοσοκομειοκεντρικού χαρακτήρα της – πιο πολύ ως θεματικές για συγγραφή εργασιών παρά ως, έστω κατ΄ελάχιστον, έμπρακτη εφαρμογή. Ένα από αυτά είναι η λεγόμενη «έγκαιρη παρέμβαση στην ψύχωση», που προβάλλεται από πανεπιστημιακές μονάδες οι οποίες, ως επί το πλείστον, δεν έχουν ξεμυτίσει από το γραφείο τους (λειτουργώντας με κλειστά τμήματα, με κατασταλτικές πρακτικές κλπ) και που αποβλέπουν, στα χαρτιά τουλάχιστον, στην αντιμετώπιση της ψύχωσης από τα «πρώτα ανιχνεύσιμα συμπτώματα». Σε μια λογική, δηλαδή, που συμπλέει πιο πολύ με αυτή της νέας διαγνωστικής κατηγορίας του DSMV, της «επαπειλούμενης ψύχωσης», με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την «έγκαιρη» αντιψυχωτική θεραπεία της, ερήμην της όποιας εφηβικής ανησυχίας, υπαρξιακής δυσκολίας και διαφορετικότητας. 

Πρόκειται για μια παρέμβαση που αντιμετωπίζεται σαν κάτι το ιδιαίτερο, αποκομμένη από την σφαιρική φροντίδα, που είναι συνυφασμένη με την λειτουργία πραγματικά κοινοτικών υπηρεσιών ψυχικής υγείας(που στην Ελλάδα, ούτως ή άλλως, δεν υπάρχουν, ενώ και διεθνώς είναι, λόγω και οικονομικής κρίσης, σε αποδιάρθρωση και παρακμή), με τελείως αυτόνομη λειτουργία, ή απλώς ‘προσκολλημένη’ σε μια κοινοτική υπηρεσία. 

Δεν είναι τυχαίο ότι η ψυχιατρική κλινική του Γεννηματάς, με τη στροφή προς την«διαχωρισμένη χωροταξικά αντιμετώπιση των οξέων περιστατικών», βρίσκει στην Μονάδα Πρώτου Ψυχωτικού Επεισοδίου του Αιγινητείου (και αυτή με κλειστό τμήμα νοσηλείας, χωρίς καμιά κοινοτική παρέμβαση) τον θεόσταλτο σύμμαχο για το «νέο» παράδειγμα της ανέκαθεν απαράλλακτης παραδοσιακής ψυχιατρικής. 

Είναι σαφές ότι με αυτές τις λογικές και πρακτικές η ψυχιατρική παλινδρομεί, οι ακούσιες νοσηλείες (ήδη στο 65% του συνόλου των νοσηλειών) πρόκειται ν΄ αυξηθούν και η «ακούσια θεραπεία στην κοινότητα», που επικρέμαται η εφαρμογή της, θα είναι το μόνο πραγματικά «καινούργιο» εργαλείο,κοινής αποδοχής από ολόκληρη την κυρίαρχη ψυχιατρική, και για το τεράστιο ποσοστό των ακούσιων νοσηλειών και για το πρόβλημα των ράντζων και για την «έγκαιρη παρέμβαση στην ψύχωση» κοκ.


10/12/2018



ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

 

ΣΧΕΔΙΑΣΜΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΛΥΣΗΣ ΤΗΣ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ ΠΡΟΩΘΕΙ ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΥΓΕΙΑΣ

.

Η έκθεση του «Τομεοποιημένου Σχεδιασμού Μονάδων Ψυχικής Υγείας», που δημοσιοποίησε το Υπουργείο Υγείας τον Ιούνιο και την παρουσίασε σε συνάντηση που κάλεσε στελεχών των μονάδων ψυχικής υγείας, δεν είναι μόνο, όπως όλοι οι μέχρι τώρα σχετικοί σχεδιασμοί του Υπουργείου, μια ακόμα «άσκηση επί χάρτου». Αυτή τη φορά δεν ενσαρκώνει απλώς την πλήρη απουσία του όποιου μεταρρυθμιστικού προτάγματος, ούτε απλώς ανακυκλώνει τα αδιέξοδα του νεοιδρυματικού μορφώματος στο οποίο έχει μεταλλαχθεί το υπάρχον σύστημα ψυχικής υγείας. Τώρα, οι κατευθύνσεις της προδιαγεγραμμένης παλινδρόμησης προς ένα άκρως κατασταλτικό σύστημα ψυχικής υγείας γίνονται πολύ πιο συγκεκριμένες.

Ένα πρώτο και σύνηθες χαρακτηριστικό είναι η προχειρότητα με την οποία η πολυσέλιδη αυτή έκθεση είναι συντεταγμένη – σε σημείο που να απαιτεί την διασταύρωση ακόμα και της απλής ακρίβειας των στοιχείων που περιέχονται. Πχ, υπάρχουν περιπτώσεις που, ενώ ένας Δήμος αναφέρεται ότι εμπεριέχεται σ΄ έναν ΤΟΨΥ(Τομέα Ψυχικής Υγείας), στον υπολογισμό του πληθυσμού του αναφοράς του ΤΟΨΥ ο Δήμος αυτός μπορεί και να μη συμπεριλαμβάνεται (όπως, πχ, ο Δήμος Ιλίου, που ενώ αναφέρεται ως μέρος του 4ου ΤΟΨΥ, δεν αναφέρεται καν και δεν συμπεριλαμβάνεται στον υπολογισμό του πληθυσμού αναφοράς του εν λόγω ΤΟΨΥ).

Ένα δεύτερο και βασικό στοιχείο είναι η οριστικοποίηση της θεσμοθέτησης των γιγαντο-τομέων (των διακοσίων έως και πεντακοσίων χιλιάδων κατοίκων) σε επίσημη πολιτική. Αυτό, από μόνο του, συνιστά ακύρωση της όποιας στροφής στην κοινότητα. Ενώ μια κοινοτική μονάδα, στη βάση ενός ολοκληρωμένου δικτύου υπηρεσιών και λειτουργία εναλλακτική στον εγκλεισμό, δεν μπορεί να έχει πληθυσμό αναφοράς παρά το πολύ έως 100.000 κατοίκους, εδώ έχουμε τομείς εκατοντάδων χιλιάδων, με ελάχιστες και υποστελεχωμένες έως και ανύπαρκτες κοινοτικές υπηρεσίες.

Το πώς οι διάφορες μονάδες, ΚΨΥ, νοσηλείας, στεγαστικές δομές κλπ, αντί να συναρθρώνονται, στην πραγματικότητα στοιβάζονται σε υποσύνολα χωρίς καμιά λογικής διασύνδεσης – ποιας μονάδας με ποια και σε ποια βάση, σε ποια λογική λειτουργίας, ποιού συστήματος ψυχικής υγείας – δείχνει σαν να πρόκειται για τα ζάρια που ρίχνει ένας παίχτης και… «ό,τι βγει» – χωρίς, φυσικά, ν΄ αποκλείονται και οι «πονηριές» του παίχτη. Ένα από τα άπειρα παραδείγματα της εν λόγω έκθεσης : ο Δήμος Ζωγράφου ενσωματώνεται στον 8ο ΤΟΨΥ, με κοινοτική μονάδα αναφοράς το ΚΨΥ Βύρωνα-Καισαριανής. Ενώ το ΚΨΥ Ζωγράφου, μέσα στο Δήμο Ζωγράφου, για λόγους που θα ξέρουν πολύ καλά όσοι συμμετείχαν στην τρίλιζα αυτού του σχεδιασμού, ενσωματώνεται στον 5ο ΤΟΨΥ για να δέχεται επισκέψεις (ή να «παρεμβαίνει» σε αιτήματα και ανάγκες) από Μενίδι, Κηφισιά, Λυκόβρυση, Ν. Ηράκλειο Μαρούσι, Μαραθώνα, Ωρωπό και Διόνυσο!!!!! Και όλα αυτά λόγω των πολύτροπων διασυνδέσεων του εν λόγω ΚΨΥ με το Γενικό Ογκολογικό Νοσοκομείο Κηφισιάς Αγ. Ανάργυροι, που δεν έχουν καμιά σχέση με τις αρχές, τη δομή και την λειτουργία ενός δημόσιου, κοινοτικά βασισμένου συστήματος ψυχικής υγείας. Την ίδια στιγμή που η ένταξη των όποιων Κέντρων Ημέρας των ΜΚΟ στους ΤΟΨΥ γίνεται με τρόπο που ισοδυναμεί με την έμμεση αναγνώρισή τους ως ΚΨΥ, κάτι που επαναφέρει πολιτικές περαιτέρω ιδιωτικοποίησης της ψυχικής υγείας, καθώς μέχρι τώρα και παρά τις όποιες απόπειρες στο παρελθόν, τα ΚΨΥ προβλέπεται να είναι αποκλειστικά στο δημόσιο.

Μια πρωτοτυπία αυτής της «μη τομεοποίησης» είναι η συμπερίληψη και των ιδιωτικών ψυχιατρικών κλινικών στους ΤΟΨΥ ανάλογα με τον τόπο που βρίσκονται – λες και ο ιδιωτικός τομέας θα δέχεται για νοσηλεία μόνο από τα βόρεια ή τα νότια προάστια, ανάλογα με τον τόπο κατοικίας.

Το πόσο μακριά και σε διαμετρικά αντίθετη κατεύθυνση από την όποια έννοια «κοινοτικής παρέμβασης», «κοινοτικά βασισμένου συστήματος υπηρεσιών», «λειτουργίας των υπηρεσιών σε κατεύθυνση εναλλακτική στον εγκλεισμό, στην ακούσια νοσηλεία κλπ» κινείται η έκθεση, φαίνεται και από την πρόβλεψη που περιέχει ότι οι κατ΄ οίκον επισκέψεις θα μπορούν να γίνονται στη βάση ενός ειδικού προγράμματος «Ολοκληρωμένης Κοινοτικής Θεραπείας και νοσηλείας κατ΄ οίκον», μέσω ΕΣΠΑ – με ειδική αναφορά στο ΚΨΥ Αγ. Αναργύρων. Δηλαδή, οι κατ΄ οίκον επισκέψεις παύουν, πλέον, να θεωρούνται αναπόσπαστο, συστατικό στοιχείο της ίδιας της ύπαρξης ενός ΚΨΥ, της κοινοτικής του παρέμβασης, της «κουλτούρας και της πρακτικής» του και μετατρέπονται απλώς σε ένα πρόγραμμα, που μπορεί να υπάρχει, ή να μην υπάρχει. Το ΚΨΥ υποβιβάζεται και επίσημα πλέον (γιατί από την αρχή σχεδόν όλα λειτουργούσαν έτσι) σε απλό εξωτερικό ιατρείο. Με όλη τη συμβολική σημασία που έχει η έναρξη της επίσημης εφαρμογής αυτής της υποβάθμισης από ένα ΚΨΥ, όπως αυτό των Αγ. Αναργύρων του οποίου οι κατ΄ οίκον επισκέψεις ήταν συστατικό στοιχείο.

Όλες οι τριακόσιες σελίδες της έκθεσης είναι μια γελοιογραφία της έννοιας «ψυχιατρική μεταρρύθμιση». Υπάρχει, ωστόσο και ένα στοιχείο που δείχνει ότι, πίσω από τις «ασκήσεις επί χάρτου» που μας έχουν συνηθίσει, αφήνοντας την πραγματική κατάσταση άθιχτη στην πορεία της διαρκούς της απεξάρθρωσης και κατασταλτικής μετάλλαξης – αυτή που βιώνει καθημερινά όποιος/α έρχεται σε επαφή με το σύστημα είτε ως νοσηλευόμενος/η (με ράντζα, μηχανικές καθηλώσεις κλπ), είτε στα διεκπεραιωτικά εξωτερικά ιατρεία ύστερα από ραντεβού που κλείνεται μετά τρεις έως και έξη μήνες – προωθείται μια πολιτική περαιτέρω υποβάθμισης και υποστελέχωσης των υπηρεσιών. Χρησιμοποιώντας την φράση «ελάχιστη ενδεδειγμένη στελέχωση με βάση τη διεθνή πρακτική και βιβλιογραφία» – χωρίς πουθενά ν΄ αναφέρεται πού υπάρχει αυτή η «διεθνής πρακτική» και έστω ένα δείγμα αυτής της «βιβλιογραφίας» – προτείνουν, μια «ελάχιστη στελέχωση», δηλαδή, μια στελέχωση που θα κάνει ικανή τη μονάδα να λειτουργεί κανονικά, ως το κατώτερο επιτρεπόμενο όριο για μια «κανονική λειτουργία». Θ΄ αναφερθούμε σε δυο μόνο από τις μονάδες, το Κέντρο Ψυχικής Υγείας (ΚΨΥ) και την Μονάδα Εισαγωγών («οξέων περιστατικών» κλπ), ψυχιατρείου, ή γενικού νοσοκομείου. Για το ΚΨΥ προτείνονται μόλις 9 άτομα προσωπικό (εκ των οποίων μόνο δυο (!!!) του νοσηλευτικού κλάδου, επισκέπτριες/ες υγείας ή νοσηλεύτριες/ές). Δηλαδή, μιλάμε για μια υπηρεσία περιχαρακωμένη στα γραφεία της που δεν ξεμυτίζει έξω από αυτά – σε συνάρτηση και με τη λογική που προαναφέρθηκε, ότι οι «κατ΄ οίκον επισκέψεις» είναι «ειδικό πρόγραμμα». Για τη Μονάδα Εισαγωγών, χωρίς καν ν΄ αναφέρονται στο για πόσες κλίνες μιλούν (συν πόσα ράντζα κλπ), το νοσηλευτικό προσωπικό μπορεί να λειτουργεί με την «ελάχιστη ενδεδειγμένη στελέχωση» των 13 ατόμων!!! (και 4 ψυχιάτρους, 2 ψυχολόγους, 1 κοινωνικό/ή λειτουργό, κλπ, σύνολο 22 ατόμων). Όταν μια επαρκής θεραπευτικά λειτουργία, τουλάχιστον στην ποσοτική της παράμετρο, απαιτεί τουλάχιστον 20 νοσηλευτές για 15 κλίνες (με βάση την πραγματικά υπάρχουσα διεθνή βιβλιογραφία).

Ένας προγραμματισμός, αν πρόκειται να είναι προγραμματισμός και όχι «κάτι άλλο», δεν ξεκινάει από την «ελάχιστη ενδεδειγμένη» στελέχωση, αλλά από την αναγκαία, προκειμένου να υπάρχει ένα θεραπευτικό περιβάλλον (σε συνάρτηση με την αναγκαία εκπαίδευση κλπ). Όποιος ξεκινάει από την «ελάχιστη ενδεδειγμένη» δεν ενδιαφέρεται για ένα θεραπευτικό περιβάλλον, αλλά για την προετοιμασία της περαιτέρω μείωσης του προσωπικού, την αύξηση των μηχανικών καθηλώσεων και της ιδρυματικής βίας, με την ταυτόχρονη εργασιακή εξόντωση του προσωπικού. Την εφαρμογή, δηλαδή, των «μετα»μνημονιακών μέτρων διαρκείας, σε συνάρτηση με τις πρακτικές της κυρίαρχης ψυχιατρικής. Γι΄ αυτό, προφανώς, έχει αποφασιστεί (με «υπόδειξη» των Βρυξελλών) και έρχεται σε εφαρμογή η «υποχρεωτική θεραπεία στην κοινότητα» – η οποία, παντού όπου εφαρμόστηκε (και απέτυχε πλήρως) είχε να κάνει με την απεξάρθρωση των κοινοτικών υπηρεσιών, την δραστική μείωση των κλινών, του προσωπικού, των πόρων.

Αυτά τα σχέδια που σερβίρονται με ποικιλότροπους εξωραϊσμούς και λόγια κενά περιεχομένου, δεν πρέπει να περάσουν. Απαιτούν επίγνωση από όλες/όλους του τι διακυβεύεται και αντίσταση, από λήπτες των υπηρεσιών, οικογένειες, λειτουργούς ψυχικής υγείας, κοινωνικές συλλογικότητες.

 

29/7/2018

 

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

.

.

.

.

.

ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΟΥΣ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΟΥΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥΣ ΓΙΑ ΔΙΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ : ΓΙΑ ΕΝΑ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ ΚΑΙ ΤΟ ΨΥΧΙΑΤΡΕΙΟ

.

Τα χρονίως λιμνάζοντα ύδατα μιας αμετάκλητα κατασταλτικής ψυχιατρικής, που ασκείται σε όλες τις υπηρεσίες ψυχικής υγείας, ήλθε να ταράξει, για μιαν ακόμη φορά, η νέα ανακοίνωση «προθέσεων» του υπουργείου Υγείας (διαμέσου του Γενικού Γραμματέα του), με το σύνηθες λεκτικό πυροτέχνημα περί «ολοκλήρωσης της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης», για «μετασχηματισμό», «μετεξέλιξη», κλείσιμο, των εναπομεινάντων ψυχιατρικών νοσοκομείων. Με αναμενόμενο, φυσικά, το ξέσπασμα ποικίλων αντιδράσεων προς υπεράσπιση του ψυχιατρικού ασύλου.

Μετά το νόμο για την περίφημη «διοικητική μεταρρύθμιση» (δηλαδή, ένα χαρτί στο συρτάρι του Υπουργείου) και το νόμο για τους «ακαταλόγιστους αδικοπραγούντες» (εδώ είχαμε, ωστόσο, τη θεσμοθέτηση του «ειδικού» περίκλειστου τμήματος), μας έρχεται ένα νέο αντι-μεταρρυθμιστικό εγχείρημα.

Η κυβέρνηση και το επιτελείο των νεοϊδρυματικών της συμβούλων επί θεμάτων ψυχικής υγείας δεν θα είχαν, βέβαια, καμιά πρόθεση να ταράξουν «τα λιμνάζοντα ύδατα», αν δεν πιέζονταν από τις Βρυξέλες να εφαρμόσουν αυτό που δεν πρόλαβε η προηγούμενη κυβέρνηση, με Διοικητή, τότε, στο ΨΝΑ τον Π. Θεοδωράκη, επί Υπουργείας Γεωργιάδη και Βορίδη – το κλείσιμο, δηλαδή, των εναπομεινάντων ψυχιατρείων σε εφαρμογή του «συμβολαίου» που πρόβλεπε η χρηματοδότηση από την ΕΕ του «Ψυχαργώς» – για μια μεταρρύθμιση που ποτέ δεν έγινε.

Στο κείμενο του ΓΓ, που υποτίθεται πως συνοψίζει τα συμπεράσματα μιας σχετικής ημερίδας που έγινε τον Δεκέμβριο του 2017, και με τη γνωστή «μεταρρυθμιστική» ρητορεία (συνδυασμός αερολογίας και ασχετοσύνης) με την οποία έχουμε συνηθίσει να μας σερβίρουν οπισθοδρομικές πρακτικές και πολιτικές, υπάρχει ουσιαστικά μια πρόταση με πρακτικό αντίκρισμα, για την οποία, άλλωστε, γίνεται η «συζήτηση»: αφορά την υπαγωγή των Κέντρων Ψυχικής Υγείας (ΚΨΥ), ενηλίκων και παιδιών/εφήβων, και των στεγαστικών δομών (ξενώνων, οικοτροφείων, προστατευόμενων διαμερισμάτων) στις Υγειονομικές Περιφέρειες (ΥΠΕ). Ενα μέτρο αποκλειστικά διοικητικού χαρακτήρα, με καταστροφικές επιπτώσεις (αν πραγματοποιηθεί) στις όποιες θεραπευτικές σχέσεις που, έστω μέσα στο στρεβλό τρόπο στη βάση του οποίου έχει διαμορφωθεί και λειτουργεί το σύστημα, εξακολουθούν να υπάρχουν, ή, έστω, απλώς να επιβιώνουν.

Καθώς, στα περίπου 35 χρόνια υποτιθέμενης μεταρρύθμισης, δεν έγινε καν δυνατό οι «ένοικοι» των δημόσιων εξωνοσοκομειακών στεγαστικών δομών να πάρουν εξιτήριο και εξακολουθούν να θεωρούνται ως νοσηλευόμενοι των ιδρυμάτων, η μεταφορά των στεγαστικών δομών από τα ψυχιατρεία στις ΥΠΕ θα εμφανίσει μια μεγάλη μείωση των παρουσιαζόμενων στα χαρτιά ως νοσηλευόμενων. Πχ, στο Δαφνί οι ένοικοι στις εξωνοσοκομειακές στεγαστικές δομές είναι περί τους 600. Αν αυτός ο αριθμός αφαιρεθεί από την επίσημη δύναμη κλινών του νοσοκομείου και, ταυτόχρονα, οι εναπομείναντες στα τμήματα χρόνιας παραμονής και στο γηροψυχιατρικό μεταβούν στα σχεδιαζόμενα νέα οικοτροφεία (που η σημερινή κυβέρνηση έχει κανονίσει να δοθούν σε ΜΚΟ), τότε η «δύναμη κλινών» του νοσοκομείου, από πάνω από χίλιες τώρα, θα κατέβει στις 225, όσες, δηλαδή, είναι οι κλίνες των «τμημάτων εισαγωγών» (στη πραγματικότητα 243). Άρα, για τις Βρυξέλες… «πρόοδος»… Και στη συνέχεια, έρχεται, φυσικά, η σειρά των «τμημάτων εισαγωγών» για μεταφορά, σιγά-σιγά και όπως-όπως, στα γενικά νοσοκομεία (με πόσο προσωπικό, πόσες κλίνες κλπ, ερωτήματα χωρίς απάντηση).

Γιατί ποια άλλη, πραγματική πρόοδο σηματοδοτούν αυτές οι προτεινόμενες αλλαγές, πέρα από το να αποτελούν το όχημα για το βίαιο κλείσιμο των ψυχιατρείων που, απλώς, τώρα επιχειρείται να περάσει με τρόπους που θα προκαλέσουν όσο το δυνατόν πιο λίγες αντιδράσεις, – σκορπώντας όσο το δυνατόν πιο μεγάλη σύγχυση που θα παραλύσει την όποια αντίδραση; Άλλωστε, η λεγόμενη «αναμόρφωση των οργανισμών» των ψυχιατρείων, το επίδικο ζήτημα στο οποίο έχει αναχθεί, ένθεν κακείθεν, το «κλείσιμο» ή «μη κλείσιμο» των ψυχιατρείων, με την όποια αβεβαιότητα και ανασφάλεια καλλιεργεί – και δικαίως – για το εργασιακό μέλλον των εργαζομένων, είναι το απαραίτητο συνοδό συμπλήρωμα, αυτού που ο ΓΓ ονομάζει «θεσμική υποστήριξη της μετεξέλιξης» των ψυχιατρείων.

Το προβαλλόμενο επιχείρημα/σερβίρισμα για τη νέα (νεοφιλελεύθερης κοπής) προσπάθεια κλεισίματος των ψυχιατρείων, αποπειράται, ως συνήθως, να αγκυροβολήσει (μέσω της πλήρους διαστρέβλωσης της) σε μια βασική αρχή της λειτουργίας ενός κοινοτικά βασισμένου συστήματος ψυχικής υγείας. Ότι, δηλαδή, το ΚΨΥ πρέπει ν΄ αποτελεί τη βασική μονάδα των διασυνδεόμενων υπηρεσιών, μεταξύ των οποίων και οι στεγαστικές δομές (παραλείποντας, ωστόσο, πλήρως την όποια αναφορά στην εκ των ουκ άνευ αναγκαία διασύνδεση ΚΨΥ-μονάδας νοσηλείας).

Βέβαια, ο αδαής χαρακτήρας που διακρίνει το κείμενο του ΓΓ, οδηγεί στο να αποκαλείται το ΚΨΥ «συντονιστικό κέντρο», με ό, τι αυτό σημαίνει για τον τρόπο που φαντάζονται (αλλά και που ήδη διαχειρίζονται) τις στεγαστικές δομές. Αυτός ο «συντονιστικός» τρόπος λειτουργίας έχει φτάσει σε σημείο που άτομα με ψυχιατρική εμπειρία, τα οποία το σύστημα δεν έχει «τι να τα κάνει», πού να τα «τοποθετήσει» (όταν δεν τα πετάει κυριολεκτικά στο δρόμο), να τα στέλνει σαν «δέματα», σε μιαν άκρως απανθρωποποιητική και παλαιο-ιδρυματική λογική, σε όποια δομή υπάρχει κενή θέση, σε όποια άκρη της χώρας. Για παράδειγμα, από ψυχιατρείο της Αθήνας σε ΜΚΟ της Κρήτης κοκ. Χωρίς, φυσικά, καμιά σχέση με «επάνοδο στο οικείο περιβάλλον» του τόπου καταγωγής κλπ.

Μάλιστα, ακούστηκε πρόσφατα ότι ψυχιατρική κλινική γενικού νοσοκομείου σχεδιάζει την αποστολή χρονίως νοσηλευόμενων ασθενών της στη Λέρο!!!. Να ξαναρχίσουν, δηλαδή, σιγά-σιγά, πάντα με «καλές προθέσεις», «για το καλό τους», σε «μεταρρυθμισμένες δομές» (αρχικά) κλπ, οι αποστολές στη Λέρο!!!

Σε σύνδεση με αυτά, δεν είναι τυχαίο ότι, παρά την πρόσφατη αποκάλυψη μέσω δημοσιεύματος (στο VICE) για σκανδαλώδεις συνθήκες σε ιδιωτική ψυχιατρική κλινική, δεν υπήρξε καμιά αντίδραση από το Υπουργείο – δείγμα ότι, για μιαν ακόμα φορά, επιχειρείται συγκάλυψη του σκανδάλου που συνιστά ο τρόπος άσκησης της ψυχιατρικής και στον ιδιωτικό τομέα (ίσως, μάλιστα, πολύ περισσότερο σ΄ αυτόν).

Για μιαν ακόμη φορά, το ερώτημα που προκύπτει, σε σχέση με τους σχεδιασμούς του Υπουργείου, είναι : πώς μπορούμε να έχουμε ένα κοινοτικά βασισμένο σύστημα υπηρεσιών, χωρίς τομεοποίηση; ΄Η με γιγαντοτομείς των 400.000 κατοίκων, που ούτε και αυτοί δεν λειτουργούν; Αλλά και που αν λειτουργούσαν, σε τίποτα δεν θα άλλαζε η νοσοκομειοκεντρική λειτουργία του συστήματος. Όταν η διεθνής εμπειρία έχει δείξει ότι μπορούμε να έχουμε ουσιαστική κοινοτική παρέμβαση (πρόληψη, στήριξη, φροντίδα) όταν ο πληθυσμός αναφοράς δεν ξεπερνάει τις 100.000 κατοίκους – όταν επιπλέον, σύμφωνα με μερικές παραδειγματικές πρακτικές, για να είναι η παρέμβαση ουσιαστικά αποτελεσματική, δεν πρέπει ο πληθυσμό αναφοράς να είναι πάνω 60-80.000.

Και μάλιστα, εν προκειμένω, με αριθμητικά ελάχιστα ΚΨΥ (δεν μιλάμε για τις πρακτικά ανύπαρκτες παιδοψυχιατρικές υπηρεσίες, που λειτουργούν, για τις προτεινόμενες εξετάσεις, μέσω του ιδιωτικού τομέα), τα οποία είναι άκρως υποστελεχωμένα και έχουν μάθει να λειτουργούν όχι κοινοτικά, αλλά ως εξωτερικά ιατρεία, χωρίς καμιά διασύνδεση με μονάδες νοσηλείας.

Όταν η άρνηση για διασύνδεση με μονάδα νοσηλείας γίνεται καθεστώς και, μάλιστα, τείνει προς αναίρεση ακόμα και εκεί όπου, κατ΄ εξαίρεσιν, είχε καθιερωθεί.

Όταν οι προς επεξεργασία προτάσεις για την στελέχωση των ΚΨΥ προβλέπουν υποτυπώδη παρουσία νοσηλευτών και γενικά μια στελέχωση για όλες τις ειδικότητες, για πληθυσμούς 400.000 κατοίκων, πολύ κατώτερη από αυτή που έχει διεθνώς καθιερωθεί ως η αναγκαία για πληθυσμούς κάτω των 100.000 κατοίκων.

Όταν, πρωτίστως, δεν υπάρχει καμιά αμφισβήτηση της ασκούμενης ψυχιατρικής πρακτικής των ταξινομικών εγχειριδίων, των μηχανικών καθηλώσεων, της κλειδωμένης πόρτας και του μονόδρομου του ψυχοφάρμακου.

Όταν όλο και περισσότερο, όχι μόνο δεν αμφισβητείται, αλλά γίνεται αδιαμφισβήτητη η ψυχιατρική που «χάνει τον άνθρωπο πίσω από την αρρώστια», πίσω από το σύμπτωμα, την «επικινδυνότητα», το «άνευ νοήματος» κοκ.

Μια πραγματική διαδικασία Αποϊδρυματοποίησης θα είχε ως πρώτο βήμα την αμφισβήτηση των ασυλικών πρακτικών, που, μάλιστα, έχουν ήδη μεταφερθεί, και προγραμματίζεται να μεταφερθούν ακόμα περισσότερο, στην κοινότητα – με ένα «κλείσιμο ψυχιατρείων» που συνοδεύεται από την προετοιμαζόμενη εφαρμογή της υποχρεωτικής θεραπείας στην κοινότητα, ως το υποκατάστατο του στεγνά διοικητικού κλεισίματος των ψυχιατρείων που ετοιμάζουν.

Το ψυχιατρείο δεν καταργείται – αλλιώς, σ΄ αυτήν τη λογική, όπως άλλωστε το έχουμε δει διεθνώς, απλώς μεταλλάσσεται, περνώντας, από τον εγκλεισμό, στην εγκατάλειψη στο δρόμο και στην «περιστρεφόμενη πόρτα».

Το ψυχιατρείο ξεπερνιέται, μέσα από την αμφισβήτηση των εξουσιαστικών σχέσεων που το συνιστούν και το συγκροτούν, προς μιαν άλλη θεραπευτική σχέση ισοτιμίας, που ανοίγεται στην κοινότητα, αρνούμενη έμπρακτα την κλειστή δομή, προς κοινοτικές υπηρεσίες ως ενσάρκωση των νέων ισότιμων, πραγματικά θεραπευτικών σχέσεων και όχι μιας νέας διαχείρισης.

Αυτός ο ριζικός μετασχηματισμός, στην κατεύθυνση του ξεπεράσματος, είναι ο μόνος που μπορεί να εξασφαλίσει την χειραφέτηση όχι μόνο των ασθενών, αλλά και του προσωπικού – που τώρα αντιδρά και οχυρώνεται πίσω από την ασφάλεια της, έστω και κακοπληρωμένης, πλέον, αλλά μόνιμης, προς το παρόν, θέσης εργασίας στο ίδρυμα.

Με την μετάβαση από τον εντεταλμένο ρόλο του «φύλακα» (ανεξαρτήτως ειδικότητας, πτυχίων κλπ), που έχει να κάνει με την «κοινωνική ανάθεση», τον τρόπο λειτουργίας του ψυχιατρείου, τους κανόνες πειθαρχίας, ασφάλειας κλπ – όλα κατασκευές αυτής της «κοινωνικής ανάθεσης» – σε πραγματικά θεραπευτικούς ρόλους και σχέσεις ανθρώπου προς άνθρωπο.

Η σύγχυση και η ανασφάλεια λόγω οικονομικής κρίσης, μνημονίων, υποστελέχωσης, πολλαπλασιασμού των προς αντιμετώπιση προβλημάτων από όλο και λιγότερο προσωπικό, αλλά και η έλλειψη ενός εναλλακτικού οράματος, έχουν καλλιεργήσει ακόμα περισσότερο το έδαφος για τη δράση συνδικαλιστικών ομάδων και φατριών, που κυμαίνονται από την ποικιλότροπη υπεράσπιση του υπάρχοντος ασύλου (που το εξωραΐζουν, ξεχνώντας την καθημερινή ιδρυματική βία και την ανέκαθεν εξουθένωση του προσωπικού, εξαιτίας των πρακτικών που υποχρεώνεται να ασκεί, ως έκφραση του «κανονικού» για την θεραπεία/συμμόρφωση του «μη κανονικού»), μέχρι την πλήρη σύμπλευση με τους κυβερνητικούς σχεδιασμούς.

Κάποια σωματεία, όπως ο ΣΥΝΟΨΥΝΟ, έσπευσαν σε σύμπλευση με τους σχεδιασμούς του Υπουργείου, με αντάλλαγμα, πάντα, κάποιους ρόλους και θέσεις/καρέκλες στα τεκταινόμενα.

Αλλοι ανέκαθεν υπέρ του «ειδικού ψυχιατρικού νοσοκομείου», δηλαδή του ψυχιατρικού ιδρύματος (ασυλικότεροι του ασύλου) και άλλοι προσπαθώντας να ισορροπήσουν μεταξύ της πρόσδεσης τους στην κυβέρνηση και της υπεράσπισης του ασύλου, που τώρα και αυτή η κυβέρνηση υποχρεώνεται να καταργήσει.

Ένα επιχείρημα που χρησιμοποιείται, είναι ότι και η υπόλοιπη Ευρώπη είναι γεμάτη ψυχιατρεία. Γιατί να ζητούν από εμάς να τα κλείσουμε; Μια εύκολη απάντηση θα ήταν ότι και η υπόλοιπη Ευρώπη προάγει τις ελαστικές σχέσεις εργασίας, τις ιδιωτικοποιήσεις, την περικοπή των κοινωνικών δαπανών, των μισθών κλπ. Άρα γιατί να μην αποδεχτούμε, και σ΄ αυτά, να είμαστε όπως «όλη η Ευρώπη»;

Ίσως να είναι λίγο πιο δύσκολο να γίνει κατανοητό ότι η ελληνική ψυχιατρική είναι ευρωπαϊκή (και αμερικάνικη) ψυχιατρική και ότι το ψυχιατρείο (και η κατασταλτική πρακτική, είτε μέσα σ΄ αυτό, είτε στην κοινότητα) είναι συνυφασμένο με αυτή την ψυχιατρική. Ότι και στην υπόλοιπη Ευρώπη οι εναλλακτικές πρακτικές ήταν πάντα μειοψηφικές, συνδεδεμένες με κοινωνικά κινήματα, ενάντια στην κοινωνία της καταστολής και του ελέγχου. Όλα τα παραδείγματα που υπάρχουν στην εναλλακτική ψυχιατρική απέδειξαν ότι μια άλλη ψυχιατρική, χειραφετητική, είναι δυνατή, αλλά, συνυφασμένη, προοπτικά, με ένα άλλο σύστημα κοινωνικό σχέσεων (ανοικτό και υποστηρικτικό στην διαφορετικότητα του καθενός), προσέκρουσε πάντα στις υπάρχουσες κυρίαρχες κοινωνικές σχέσεις και εξουσίες.

Ήταν, όμως, ανέκαθεν η μόνη προσέγγιση στο κλείσιμο του ψυχιατρείου, ως ξεπέρασμά του, που εξασφάλιζε και τις θέσεις εργασίας. Αντίθετα με τις ποικίλης κοπής και πολιτικής απόχρωσης νεοφιλελεύθερες πολιτικές κλεισίματος/ συρρίκνωσης των ψυχιατρείων, που ήταν συνυφασμένες με τις απολύσεις, τη μείωση του προσωπικού κλπ.

Αυτή τη στιγμή, αυτό που έχουμε μπροστά μας είναι μια κυβέρνηση που επιχειρεί ένα διοικητικό ανακάτεμα του χυλού της ιδρυματικής ψυχιατρικής στην κατεύθυνση της περιστολής των δαπανών, της διάλυσης υπαρχόντων θεραπευτικών ομάδων, κατακερματισμού και αναδιάταξης μονάδων χωρίς κανένα θεραπευτικό στόχο. Ακούστηκε, μάλιστα, ότι μπροστά την διαφαινόμενη αντίδραση στους προταθέντες σχεδιασμούς, είναι πιθανό να παρουσιάσουν επίσημα την αρχική πρόταση κάπως μετριασμένη, αφήνοντας κάποιες από τις στεγαστικές δομές στα ψυχιατρεία! Κανονικός «μύλος»… Διαχειριστικά τερτίπια, το ένα πίσω από το άλλο, αλλά η κατασταλτική πρακτική αμετάκλητη και χωρίς καμιά αμφισβήτηση, με το 65% των εισαγωγών να είναι ακούσιες, με μηχανικές, καθηλώσεις (ακόμα και εκουσίως νοσηλευόμενων ασθενών), με θανάτους από μηχανικές καθηλώσεις – και όλα αυτά δεν συζητούνται, «δεν υπάρχουν»…

Αν υπήρχε η παραμικρή πρόθεση για κάτι στοιχειωδώς μεταρρυθμιστικό, θα έπρεπε να εφαρμοστεί άμεσα η τομεοποίηση, με πληθυσμούς αναφοράς τις 100.00 κατοίκους, αναγκαστικά στη βάση των υπαρχόντων μονάδων νοσηλείας, λόγω της δραματικής έλλειψης ΚΨΥ, με άμεση υποχρέωση, σε σύντομο χρονικό διάστημα, να γίνουν παντού ΚΨΥ (επαρκώς στελεχωμένα και με ουσιαστικό κοινοτικό προσανατολισμό), που θα αποτελούν τη βασική μονάδα αναφοράς του κάθε τομέα. Με διασφάλιση των θέσεων εργασίας, όταν, σε αρκετά επόμενο στάδιο, θα μπορούσαν να μεταφερθούν οι κλινικές των ψυχιατρείων σε γενικά νοσοκομεία, με προϋπόθεση την επάρκεια κατάλληλα εκπαιδευμένου προσωπικού, την απόρριψη των κατασταλτικών πρακτικών, το άνοιγμα στην κοινωνία. Αυτό, φυσικά, θα σήμαινε μια γενναία χρηματοδότηση του συστήματος των δημόσιων υπηρεσιών, στην κατεύθυνση και της κατάργησης της όποιας και όποιου είδους ιδιωτικής επιχειρηματικότητας (ΜΚΟ, ιδιωτικές κλινικές κλπ) στην Ψυχική Υγεία – όπως σε όλη την Υγεία.

Από μόνη της, αυτή η πρόταση δείχνει ότι ένα κοινωνικό κίνημα είναι ο απαραίτητος όρος για την ακύρωση των κυβερνητικών σχεδιασμών και για ένα ριζικά διαφορετικό σύστημα υπηρεσιών ψυχικής υγείας.

16/4/2018

.

.

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

.

.

.

.

.

.